Αυτοκαθορισμός

Αυτοκαθορισμός

Τρίτη, 17 Ιανουαρίου 2017

Πόλη (2)


Κάποτε οι πόλεις είχαν τείχη, και σήμερα αυτά απομένουν σαν ένας διακοσμητικός διάκοσμός τους προερχόμενος από ένα παρελθόν το οποίο δεν υπήρξε ποτέ ή υπήρξε και τότε που υπήρξε-ως-παρόν ως ένα παρελθόν που πρέπει να ξεπερασθεί.
Οι πόλεις αναγκάσθησαν να έχουν τείχη πέραν της ειδικής τους ουσίας που ήταν και είναι η δύναμη καταστροφής κάθε τείχους στην κίνηση των όντων και των πραγμάτων, αλλά τούτο όχι ως εν γένει:
Η κίνηση των πραγμάτων και των όντων κατά τον ρυθμό της πόλεως είχε και έχει ως ουσία των πραγμάτων όχι μιαν αφηρημένη ροϊκή κίνηση αλλά τον προορισμό της πύκνωσης και της τελικής σχηματικής συμπύκνωσης όλων τους σε μια πληθική ενότητα που κυμαίνεται μεταξύ τής αυτοποιότητός της ως ενότητας και τής αυτοποσότητας της ως ένα πλήθος.
 
Η προφύλαξη της συμπύκνωσης που περιείχε η πόλη ήταν ένας αναγκαίος και τότε και τώρα αναχρονισμός, για πολεμικούς και μόνον λόγους, αφού η ουσία τής ισχύος τής συμπύκνωσης που έφερε και ήταν (και είναι η πόλη) δεν είναι το τείχος της προφύλαξης αλλά η επίτευξη του αδιανόητου της ένωσης δια της συμπύκνωσης όλων των διαφορών με αυτοσκοπό την ίδια την συμπύκνωσή τους και την γεωμετρική αφηρημένη ύπαρξή τους, άρα μη υποστασιακή ύπαρξή τους.
 
Το αδιανόητο αυτής της αναδιπλωτικής και εκδιπλωτικής ύπαρξης του ανθρώπινου όντος δεν γίνεται κατανοητό όσο κανείς περιορίζεται εις την μία ή την άλλη πτυχή ή υποπτυχή της διεργασίας τούτης.
Το γεγονός λ.χ πως η πόλη ενώνει τις διαφορές δια της συμπύκνωσης φαίνεται να δημιουργεί αυταπάτες σε όσους δεν επιθυμούν να δούνε την σκληρή της συμπυκνωτική δύναμη και παρουσία όσο μάλιστα αυτή αποτελεί έναν αυτοσκοπό και συγκροτεί την κυριαρχία ως αυτοσκοπό, αλλά από την άλλη όσοι επιθυμούν ("αντίθετα") να δούνε μόνον την κυριαρχική συμπύκνωση αγνοούν την ιδιότυπη αν και αλλοτριωτική δύναμη αυτού του συμπυκνώνειν στην ανθρώπινη ζωή.
 
Ωστόσο, αυτή η κίνηση είναι ουτοπική δια της δυστοπικότητάς της.
Στα απογεύματα της αστικής ζωής ξυπνάει μια βαθιά επιθυμία για να καταστραφεί νηφάλια ή άγρια η γεωμετρική της απολυταρχία, να λυτρωθεί ο άνθρωπος από την απόλυτη μοναξιά της μόνον ανθρωπινότητάς του όπως αυτή δημιουργείται μέσα στο απόλυτο της αστικής γεωμετρίας (παλαιάς ή μονδέρνας), αλλά και πάλι ο ίδιος δύσθυμος ουτοπιστής της αστικής δυστοπίας είναι ήδη πλασμένος από το όνειρο της πόλης, και αυτό ακόμα που φαντάζεται ως κάτι εκτός της ή κάτι που θα καταστρέψει την πόλη είναι ήδη η πόλη, η οποία αν ήταν ένα πρόσωπο θα γελούσε αυτάρεσκα με τα σπαράγματα και τα πλαντάγματα του ερωτευμένου παιδιού της προς αυτήν.
Ο ήλιος της πόλης δύει στο αιώνιο χάραμα της γεωμετρίας και της μηδενικής εικόνας της, η σελήνη της είναι ένας λαμπερός ήλιος υποσχέσεων για έναν όλο και νεώτερο και παλαιότερο κόσμο, και το ξύπνημα της μέθης του δύσθυμου πολίτη είναι άλλο ένα σοκ απέναντι στον ίδιο τον απόλυτο και αποκομμένο εαυτό του.
Η πόλη εγείρεται σε κάθε παρόν ως ο απόλυτος κατοπτρισμός και η εικόνα τής δυνητικότητάς της σε μιαν αιώνια δόξα τού παρόντος της κατά την εκάστοτε και την όποια τελική και απόλυτη ιεραρχική συμπύκνωση που επιτελεί, και οι δρόμοι της καταλήγουν να είναι πάντα οι ανοδικοί δρόμοι κάποιας κυριαρχίας διαχαραγμένης εντός του φωτοστέφανου αυτής της μοναχικής εικονοποιϊας.
 
Η πόλη γέννησε αυτοκράτορες και προέδρους, επαναστατικά και αντεπαναστατικά συμβούλια και φατρίες, αλλά στην πραγματικότητα γέννησε και γεννάει μίαν, ίδια, μοναδική, αδιάφορη και ομιχλώδη διαφάνεια μιας γυμνής ισχυακής συμπύκνωσης και την ισχυακή συμπύκνωση την ίδια ως ένα αδιάφορον πλήθος.
Κανείς δεν έχει κατορθώσει ακόμα να θέσει με σαφήνεια και θάρρος, αλλά και βαθύτητα, το τριπλό ερώτημα στην πόλη:
Αυτό το νόημά σου είναι η πραγματική άβυσσος;
Έχεις γεννήσει τον εαυτό σου;
Τι είναι ο χρόνος;
 
 
 
Ιωάννης Τζανάκος 

Πόλη (1)



Η ύπαρξή σου στην πόλη είναι περικλεισμένη σε μιαν δυνητικότητα ρεόντων εικόνων πραγμάτωσης, όπως όμως αυτές είναι μορφοποιημένες από την δύναμη της δεδομένης ισχύος όπως είναι αυτή ενωμένη σαν ειδικό σχήμα και σαν καθαρή ποσότητα της δύναμης.
 
Το σχήμα της δύναμης αυτής δεν είναι μορφή, αλλά μορφοποιεί, γι'αυτό και είναι λάθος αυτό που νομίζουν μερικοί πως πρέπει να ανακαλύψουν κάτι πέραν της μορφής αφού αυτό το κάτι έχει υπάρξει ήδη δια της πόλης και είναι αυτό που ως μόνον σχήμα μορφοποιεί, χωρίς να είναι το ίδιο μορφή.
 
Το σχηματίζειν της πόλης δεν είναι ωστόσο ούτε καν μια δυνητικότητα της ελευσόμενης μορφής, αν και μορφοποιεί.
 
Η πόλη μορφοποιεί χωρίς να είναι μορφή, αλλά και σαν μορφοποιητικός συντελεστής δεν είναι ούτε καν ένα δυνάμει μιας ελευσόμενης μορφής.
Δεν είναι καν το δυνάμει της μορφής αυτού του δικού της όντος που ζει και περιπλανάται εντός της, αν και αυτό το δικό της ον αποκτάει την μορφή του και είναι η μορφή της πόλης μόνον δια της πόλης.
Η πόλη αποδίδει μορφή στον πολίτη της χωρίς να την περιέχει και χωρίς να έχει κάποια σχέση με την αναδυόμενη μορφή αυτού του πολίτη.
 
Ο πολίτης της πόλης βιώνει ένα διαρκές σοκ, μη γνωρίζοντας από που αναδύθηκε η μορφή του και άμεσα την αποδίδει σε αυτήν, με αγάπη ή μίσος ή με την αδιάφορη διαπίστωση της βιωτικής εμπλοκής του σε αυτήν, αλλά στην πραγματικότητα η πόλη δεν ήταν αυτή που γέννησε την μορφή του ή το δυνάμει εκείνο που δια μέσω αυτού αναδύθηκε η μορφή σε ένα Άλλον.
Η πόλη ως σχήμα της νόησης και ως ένα χαρακτηριστικό αποτέλεσμα τής γεωμετρικής της μοναχικότητος δεν είναι μορφή, αλλά επίσης δεν αναδύει, δεν περιέχει ένα δυνάμει, δεν δημιουργεί την μορφή του πολίτη, αλλά την προκαλεί, μορφοποιεί δια ενός χασματικού σοκ.
Το χασματικό σοκ της πόλεως δεν έχει τίποτα από το χαώδες γίγνεσθαι και τους κύκλους της Φύσεως.
Η άβυσσος που ανοίγει η πόλη δεν έχει τίποτα από τις αβύσσους του βαθύτερου όντος των όντων.
 
Αλλά η πόλη δεν είναι το άθεον, τουναντίον, είναι ο πραγματικός θεός της ταξικής κοινωνίας, εφόσον δια αυτής ιεραρχείται εν εαυτώ ως ένα γεωμετρικό σημείο τής γεωμετρικής αυτουσιότητός της το συστατικό στοιχείο της απόλυτης κυριαρχίας.
Ωστόσο το κυριαρχικό Εν της πόλεως δεν είναι ούτε αυτό το κυριαρχικό Εν του όντος, αλλά ένα αιωρούμενο Εν τής ισχύος στις πρακτικές της διαστάσεις από το υπερέχον στο υπαγμένο χωρίς ρίζωμα και προέλευση, παρά μόνον ίσως στην ίδια την εικόνα της ισχύος.
Όπου η εικόνα της ισχύος και η ισχύς καθεαυτή δεν είναι παρά οι πτυχώσεις του ίδιου όντος ή μη όντος που είναι η πόλη.
 
Η πόλη μορφοποιεί χωρίς να είναι μορφή, αγκαλιάζει εξορίζοντας το ήδη εξορισμένο ή το μη ακόμα εξορισμένο ανθρώπινο πλάσμα, εντάσσει τούτο στον μηχανισμό εκείνον που υπέρκειται των μηχανισμών όντας η ίδια αυτός ο μηχανισμός που θεμελιώνοντας κάθε μηχανισμό δεν δύναται να περικλεισθεί στον όρο του μηχανισμού.
Αλλά αν ο γεωμετρικός εικονιστικός και ταυτά μηχανικός εαυτός της πόλεως είναι και τούτος ένα περιεχόμενο αποτέλεσμα μιας υπέρτερης ποιότητας ποιά είναι αυτή τούτη η ποιότητα που τον ιδρύει;
 
Το ιδρύον της καθαρής σχηματικότητας της πόλεως αποκλειόμενης της δυνατότητας να είναι μια αφαιρετική μορφή ή υπερμορφή τι είναι;
Μπορεί κανείς να μιλάει για ένα Είναι, ή λιγότερο ευφυώς και φαινοφενακιστικώς για ένα Γίγνεσθαι, ομιλώντας για την πόλη;
 
Η άρση του στοχασμού για την πόλη είναι εγκατάλειψη του ανθρώπινου όπως το γνωρίζουμε αλλά και η υποταγή του στην πόλη ένας άλλος αν και διαφορετικός όλεθρος.
 
Η διείσδυση στο μη μυστικό της πόλης, στην ακατάλυτη προφάνειά της και το έλλογον τού θεάματός τής, σημαίνει την αποδοχή τής μοίρας τού λάθους και των παθών υπέρ της και κατά της μέχρι να βρεθεί όχι μια ισορροπημένη αλήθεια αλλά μόνον η αλήθεια γι' αυτήν.
 
Η πόλη είναι μια αποκοπή του ανθρώπου και της νόησής του από το αισθητό και τον κύκλο του, η πόλη είναι ένταξη σε έναν τερατώδη μηχανισμό καθαρής και γυμνής ισχύος, η πόλη είναι το χάσιμο μέσα σε ένα καταβροχθίζον δια της αδιαφορίας του πλήθος, αλλά η πόλη είναι επίσης η αιώρηση σε όλα αυτά χωρίς τους καταναγκασμούς των άμεσων προσωπικών σχέσεων, των προσώπων και των δεσμευτικών ουσιών τους, η πόλη είναι η ελευθερία μέσα στην απόλυτη σκλαβιά της ιεραρχημένης και πάντα θεαματικής κυριαρχίας.
 
 
 
Ιωάννης Τζανάκος 

Έρευνα: Το Ισλάμ δυναμώνει και αναπτύσσεται ραγδαία..


Έρευνα: Το Ισλάμ δυναμώνει και αναπτύσσεται ραγδαία

Έρευνα: Το Ισλάμ δυναμώνει και αναπτύσσεται ραγδαία..

Η προβλεπόµενη αύξηση του Ισλάμ σε όλο τον κόσμο είναι ίσως το πιο εντυπωσιακό εύρημα στην πρόσφατη έκθεση του Pew Research Center προβάλλοντας το μέλλον των θρησκευτικών ομάδων. 
Πράγματι, οι Μουσουλμάνοι θα αυξηθoύν δυο φορές περισσότερο γρήγορα από το συνολικό παγκόσμιο πληθυσμό μεταξύ 2010 και 2050 και, κατά το δεύτερο μισό αυτού του αιώνα, κατά πάσα πιθανότητα θα ξεπεράσει τους Χριστιανούς ως η μεγαλύτερη θρησκευτική ομάδα στον κόσμο.
Ενώ η αύξηση του παγκόσμιου πληθυσμού προβλέπεται να αυξηθεί κατά 35% κατά τις επόμενες δεκαετίες, ο αριθμός των Μουσουλμάνων αναμένεται να αυξηθεί κατά 73% – από 1,6 δις το 2010 σε 2,8 δισ το 2050. Το 2010, οι Μουσουλμάνοι αποτέλεσαν το 23,2% του παγκόσμιου πληθυσμού. 
Τέσσερις δεκαετίες αργότερα, αναμένεται να καλύψουν περίπου τρεις στους δέκα ανθρώπους στον κόσμο (29,7%).
islam-growing-fast
Μέχρι το 2050, οι Μουσουλμάνοι θα είναι σχεδόν τόσο πολυάριθμοι όσο οι Χριστιανοί, οι οποίοι αναμένεται να παραμείνουν η μεγαλύτερη θρησκευτική ομάδα στον κόσμο σε 31,4% του παγκόσμιου πληθυσμού.
Οι κύριοι λόγοι για την ανάπτυξη του Ισλάμ περιλαμβάνουν απλά δημογραφικά στοιχεία. 
Κατ ‘αρχάς, οι Μουσουλμάνοι έχουν περισσότερα παιδιά από ό, τι τα μέλη των επτά άλλων μεγάλων θρησκευτικών ομάδων που αναλύθηκαν στη μελέτη. 
Κάθε Μουσουλμανική γυναίκα έχει κατά μέσο όρο 3,1 παιδιά, σημαντικά πάνω από την αμέσως επόμενη ομάδα (Χριστιανοί σε 2,7) και το μέσο όρο όλων των μη Μουσουλμάνων (2.3). 
Σε όλες τις μεγάλες περιφέρειες όπου υπάρχει ένας αρκετά μεγάλος Μουσουλμανικός πληθυσμός, η Μουσουλμανική γονιμότητα υπερβαίνει τις μη Μουσουλμανικές.
Η ανάπτυξη του Μουσουλμανικού πληθυσμού, επίσης, ενισχύεται από το γεγονός ότι οι Μουσουλμάνοι έχουν τη νεότερη διάμεση ηλικία (23 το 2010) από όλες τις μεγάλες θρησκευτικές ομάδες, επτά χρόνια νεότεροι από τον μέσο όρο ηλικίας των μη Μουσουλμάνων (30) . 
Ένα μεγάλο ποσοστό των Μουσουλμάνων θα είναι σύντομα στο σημείο στη ζωή τους, όταν οι άνθρωποι αρχίζουν να αποκτούν παιδιά. 
Αυτό, σε συνδυασμό με τα υψηλά ποσοστά γονιμότητας, θα επιταχύνει τη Μουσουλμανική πληθυσμιακή αύξηση.
Περισσότερο από το ένα τρίτο των Μουσουλμάνων είναι συγκεντρωμένα στην Αφρική και τη Μέση Ανατολή, περιοχές που προβλέπεται να έχουν τις μεγαλύτερες αυξήσεις πληθυσμού. 
Αλλά ακόμη και μέσα σε αυτές τις περιοχές υψηλής ανάπτυξης – όπως και άλλοι – οι Μουσουλμάνοι προβλέπεται να αυξηθούν ταχύτερα από ό, τι τα μέλη άλλων ομάδων. 
Για παράδειγμα, οι Μουσουλμάνοι στην υποσαχάρια Αφρική, κατά μέσο όρο, είναι νεότεροι και έχουν υψηλότερη γονιμότητα από το συνολικό πληθυσμό της περιοχής. 
Στην πραγματικότητα, οι Μουσουλμάνοι αναμένεται να αυξηθούν ως ποσοστό της κάθε περιοχής, εκτός από τη Λατινική Αμερική και την Καραϊβική, όπου ζουν σχετικά λίγοι Μουσουλμάνοι.
Η ίδια δυναμική ισχύει και σε πολλές χώρες, όπου οι Μουσουλμάνοι ζουν σε μεγάλους αριθμούς μαζί με άλλες θρησκευτικές ομάδες. Για παράδειγμα, ο αριθμός των Μουσουλμάνων της Ινδίας αναπτύσσεται με ταχύτερο ρυθμό από ό, τι η πλειοψηφία του Ινδουιστικού πληθυσμού της χώρας, και προβλέπεται να αυξηθεί από 14,4% του πληθυσμού της Ινδίας το 2010 σε 18,4% (ή 311 εκατομμύρια άνθρωποι) το 2050. 
Και ενώ υπήρχαν περίπου ίσοι αριθμοί Μουσουλμάνων και Χριστιανών στη Νιγηρία από το 2010, οι Μουσουλμάνοι έχουν υψηλότερη γονιμότητα εκεί και αναμένεται να αυξηθούν σε μια ισχυρή πλειοψηφία του πληθυσμού της Νιγηρίας (58,5%) το 2050.
Εν τω μεταξύ, η θρησκευτική αλλαγή (ασπασμός άλλης θρησκείας), η οποία αναμένεται να εμποδίσει την ανάπτυξη κάποιων άλλων θρησκευτικών ομάδων, δεν αναμένεται να έχει αρνητική καθαρή επίπτωση για τους Μουσουλμάνους. 
Αντίθετα, μεταξύ των ετών 2010 και 2050, ο Χριστιανισμός προβλέπεται να έχει μια καθαρή απώλεια περισσότερη από 60 εκατομμύρια οπαδών σε όλο τον κόσμο μέσα από τη θρησκευτική αλλαγή.
Πηγή: pewresearch.org
Μετ. Σαφίγια

Sami Yusuf – Ya Rasul Allah / Dastgāh: Shūr (Avaz-e Abū ‘Atā) Commentary: This song comes from the Kurdish Qadiri zawiyas (Sufi centers) of Western Iran. It is a traditional devotional piece expressing love of the Prophet and longing to visit Medina. The original words are in Kurdish but additional verses in Persian, Turkish and Arabic have been added. The traditional khānghāh daf rhythm of “Ḥay Allah, Ḥay Allah” is incorporated into this piece with a time signature of 10/8.

Δευτέρα, 16 Ιανουαρίου 2017

Η πρωτομορφή της αλλοτρίωσης..(2)



Η ίδρυση τής μορφής σημαίνει απώλεια τού περιεχόμενου, άρα η ίδρυση τού περιεχόμενου σημαίνει ήδη απώλεια τού περιεχόμενου.
Η ίδρυση τού σημείου σημαίνει απώλεια τού σημαινόμενου, άρα η ίδρυση τού σημαινόμενου σημαίνει ήδη απώλεια τού σημαινόμενου.
Η ίδρυση τού εικονίζειν σημαίνει την απώλεια τού εικονιζόμενου, άρα η ίδρυση τού εικονιζόμενου σημαίνει ήδη απώλεια τού εικονιζόμενου.


Η αντιστροφή (ή αναστροφή) αυτής τής σειράς των πραγμάτων σημαίνει την ίδια τούτη την σειρά των πραγμάτων:


Η ανάδυση τού περιεχομένου ως επί της μορφής σημαίνει την απώλεια τού περιεχομένου ως νομιζόμενη απώλεια της μορφής.
Η ανάδυση τού σημαινόμενου ως επί του σημείου σημαίνει την απώλεια του σημαινόμενου ως νομιζόμενη απώλεια τού σημείου.
Η ανάδυση τού εικονιζόμενου ως επί του εικονίζοντος σημαίνει την απώλεια τού εικονιζόμενου ως νομιζόμενη απώλεια τού εικονίζοντος.


Η αντιστροφή (ή αναστροφή) της ιδρυτικής πράξης των κυριαρχικών πράξεων της Κυριαρχίας καθεαυτής είναι η εκτροπική μορφή της Κυριαρχίας, και ως τούτη είναι η ουσιαστικότερη και δυνητικοειδής ουσία της.


Η αντιστροφή (ή αναστροφή) των μορφοκυριαρχικών μορφοποιήσεων ή των σημειοκυριαρχικών σημειοποιήσεων  είναι το εσωτερικό θεαμα της Κυριαρχίας, και ως εκ τούτου ένα από τα προνομιακά πεδία κάθε νέας άσκησης του εαυτού της ως έχει/είναι, όπως όμως αυτό το ως έχει/είναι υφίσταται στην εκτύλιξη του χρόνου δια των εσωτερικών αλληλοκατοπτρισμών και των αλληλοσυγκρουόμενων θεαμάτων της κυριαρχικής αντικυριαρχίας και της αντικυριαρχικής κυριαρχίας.
Η μυστική θεολογία και το μυστικό τής Κυριαρχίας και της Εξουσίας είναι η αντι-Κυριαρχία και η αντ-Εξουσία.
Ο Λόγος περί και ενάντια του θεάματος είναι το μυστικό θέαμα του θεάματος, το οποίο αρνούμενο τον εαυτό του παράγει το νέο θέαμα, ήτοι την ουσία του θεάματος.


Η Κυριαρχία υφίσταται ήδη εκεί όπου συνάζεται το πλήθος-ως-πλήθος και εντάσσει το κάθε ανθρώπινο ή έμβιο ον στην υπαγωγική του μορφοποίηση ως πλήθος-ως-πλήθος.
Η δημοκρατία του πλήθους-ως-πλήθος είναι ήδη ο φασισμός.
Το πλήθος των πραγμάτων και των ανθρώπων είναι ήδη η παραγωγή της κάθε παραγωγής, και αυτό το πλήθος ως η πρώτη μορφή των κυριαρχικών και των κυριαρχούμενων όντων αποτελεί την μοναδική θεμελιώνουσα μορφή που βρίσκεται κάτω από την  παραπλανητική ανάπτυξη των καθορισμών της ιεραρχικής ταξικής κοινωνίας των άστεων ή του άστεως ως της ουσίας της εκάστοτε ιεραρχικής ταξικής κοινωνίας ακόμα και εις την πιο ανεπτυγμένη μορφή της.
Ως τέτοια μορφή δεν ερείδεται στην Κυριαρχία αλλά μόνον θεμελιώνει τον κόσμο τής Κυριαρχίας.
Το πλήθος ως πρωτομορφή της σύναξης των ανθρώπων και των πραγμάτων, το πλήθος ως η πρώτη πόλη, δεν είναι ούτε μόνον ποιοτικός ή μόνον ποσοτικός καθορισμός της κοινωνικής οντότητας, αλλά μια διαρκής εγκλεισθείσα εις τον εγκλειστικό εαυτό της αιώρηση μιας ποσοτικοποιότητας εις την πτυχή τής ποιότητας και εις την πτυχή τής ποσότητας χωρίς ποτέ να λαμβάνει τον καθορισμό της ποιότητας ή της ποιότητας, αλλά αποδίδοντας εαυτόν ως ενιαίο καθορισμό αλλά πάντα πτυχωτικώς εις το πλήθος των εξωτερικών εκδηλώσεών της που ονομάσθηκαν Ιστορία και Χρόνος-ως-Χρόνος ή απλά θείον ή θειότητα.


Ο μάταιος αγώνας για ένα νόημα που να μην είναι κυριαρχικό σημαίνει την διαρκή ανασύστασή του ως κυριαρχικού μέσα από τις στάχτες της αυτοαναίρεσής του που είναι δυνατή να υπάρξει αν δεν γνωρίζει ότι είναι μόνον μια αναθεμελιωτική αυτοαναίρεση του ίδιου.
Μόνον μια έξοδος και από το νόημα και από το μη νόημα, και από την μορφή και από την μη μορφή ή αντι-μορφή μπορεί να σημαίνει έξοδο από την Κυριαρχία.
Την έξοδο αυτή μπορούν να την επιτελέσουν μόνον όσοι είναι ήδη έξω από την φυλακή από την οποία επιθυμούν να εξέλθουν.
Μόνον ο αγρότης μπορεί να εξέλθει από την φυλακή αυτού του μορφοποιημένου κόσμου, χωρίς αυτό να σημαίνει πως δύναται πάντα ή επιθυμεί πάντα να το πράξει αυτό. Συνήθως δεν έχει σχέση με κάτι τέτοιο.
Την μεγάλη φυγή ή έξοδο από την φυλακή της Ρώμης ή της κάθε Ρώμης και τον απόλυτο πόλεμο εναντίον της τα πράττει και θα τα πράττει πάντα ένας αγρότης. 
Ένας Σπάρτακος.
Θεωρώ πια ως εντελώς αναμενόμενη την εσκεμμένη ανοησία των μαρξιστών να μην θέλουν να κατανοήσουν ότι τον Σπάρτακο και τους συντρόφους του δεν τους απασχόλησε ποτέ η σκέψη να αλλάξουν την Ρώμη.
Ο Σπάρτακος και οι σύντροφοί του δεν ήταν ποτέ προλετάριοι, ούτε είχαν πιστέψει την ταυτότητά τους ως δούλων, εφόσον πάντα ήταν αυτό που ήταν, αγρότες.
Μόνον προλετάριοι που είναι ήδη μη προλετάριοι, ερχόμενοι από το τίποτα της περιφέρειας και κάποιας περιφρονημένης επαρχίας της αυτοκρατορίας ή του έθνους κράτους είναι ικανοί να διαλύσουν και να καταστρέψουν ολοσχερώς κάθε Ρώμη.
Κανένας εργάτης σε βιομηχανία δεν έγινε πραγματικός ριζοσπάστης και επαναστατικό στοιχείο αν δεν διατήρησε μέσα του την χαώδη φλόγα της παραμελημένης και περιφρονημένης επαρχίας του. 
Μόνον οι Ιταλοί εργάτες από τον Νότο λ.χ ήταν και είναι έτοιμοι για την επανάσταση, ήταν ήδη έτοιμοι, όπως ήταν και είναι πάντα έτοιμοι τέτοιοι άνθρωποι για την όποια αντιδραστική εκτροπή.
Δεν έχουν μορφοποιηθεί, αυτό τα λέει όλα.



Αυτό που φαίνεται χαώδες στον φαινομενικά τακτοποιημένο και πειθαρχημένο αστό προλετάριο και αστό αστό, η αιώνια φλόγα της ατομικής και κοινωνικής ελευθερίας, οι ακατάστατες ψυχές των περιφρονημένων, έτοιμες να υψωθούν ως τον ουρανό και να πέσουν χωρίς ακόμα αφορμή, ή και χωρίς την πρόφαση της ήττας, στην μαύρη γη της απάθειας, αυτό το πράγμα λοιπόν είναι το μόνο επαναστατικό ον στον κόσμο.
Αυτό το ον το εξαφάνισαν απο κοινού όλες οι "προοδευμένες" τάξεις της αστικής αστεακής κοινωνίας, επιτελώντας ένα μυριοχιλιετές συμβόλαιο ταξικού θανάτου, μιαν μακρόχρονη παράδοση ταξικού και διαταξικού μίσους.
Και όταν ξεψυχούσε και όταν ξεψυχά έριξαν και ρίχνουν πάνω του, παρά τις κολακείες και τις υποσχέσεις, ύβρεις ψέματα κατάρες και τραγούδια ψευδολύτρωσης.


Η ψευδής ψευδαισθησιακή συνάντηση των ανθρώπων δια των εμπορευμάτων, δια του χρήματος, της πόλης θεάματος και του θεάματος, ήταν πάντα ψευδής και θα παραμείνει πάντα ψευδής, γιατί δεν υπάρχει συνάντηση μεταξύ σοβαρών ανθρώπων (αν είναι σοβαροί), παρά μόνον μια εμπόλεμη συνθήκη και συμφωνία.
Οι μόνοι προλετάριοι οι οποίοι το γνωρίζουν αυτό είναι οι αγρότες προλετάριοι ή μικροϊδιοκτήτες ή όσοι σκέφτονται σαν αυτούς.
Οι υπόλοιποι ας συναντηθούν σε μιαν συνάντηση πάντα ψευδή ψευδαισθησιακή, εφόσον η σχέση των ανθρώπων ως συναντωμένων ή σχετιζομένων ως ένα πλήθος-ως-πλήθος θα είναι πάντα ψευδής και ψευδαισθησιακή.


Ο επαναστάτης αγρότης δεν θα είναι ποτέ ένα πλήθος.
Τα πλήθη είναι πάντα εκτεθειμένα σε πυρά.
Ο επαναστάτης αγρότης εκτίθεται σε πυρά μόνον αν δύναται να εκθέσει σε πυρά..

 

ΤΕΛΟΣ


(Η έννοια της μορφής τής ίδιας τής αυτονομημένης μορφής και η αφηρημένη μορφή των προηγούμενων, θα αναλυθούν σε επόμενη δημοσίευσή μας υπό άλλο τίτλο..)







Ιωάννης Τζανάκος 

  

Η πρωτομορφή της αλλοτρίωσης..(1)


Η συγκέντρωση της ισχύος, η ήδη πλεονάζουσα ισχύς, αποκτάει συνεχή ύπαρξη και μετατρέπεται σε στρατηγική δομή ενός συστήματος, το οποίο θεμελιώνει και σχηματίζει τον ταξικό και ιεραρχικό καθορισμό της κοινωνικής μορφής, όταν (ως συγκέντρωση) συνυφαίνεται ουσιωδώς με την αρχική παραγωγική δραστηριότητα των παραγωγών ως (βιαίως ή πειθηνίως) συναζόντων τα αποτελέσματα τής παραγωγής τους (αρχικά ως συμπαραγόμενα με την σύμπραξη της φύσης) σε έναν ξεχωριστό ή διαχωρισμένο χωροχρονικό τόπο υπό τον έλεγχο τής ίδιας τής πλεονάζουσας ισχύος.

Η πολεοδομική και αστεακή υλοποίηση αυτής της σύναξης και χωρικής οριοθέτησης των προϊόντων της άμεσης παραγωγής την μετατρέπει άμεσα σε αλλοτριωμένη παραγωγή εφόσον τούτη (η άμεση παραγωγή) μετατρέπεται αναγκαία σε υπαγμένη εντός ενός ήδη σχηματισμένου μεγάλου πλήθους προϊόντων που είναι να παραχθούν, το οποίο (ως πλήθος) σχηματίζει ούτως το πρώτο περιεκτικό ολικό πλαίσιο της παραγωγής, άρα σχηματίζει την πρώτη αχνή μορφική σύσταση της παραγωγής ως διαχωρισμένης από το ποιοτικό περιεχόμενό της στο επίπεδο της παραγωγής αλλά και του προϊόντος, την ύλη της και το ίδιο το παραγωγικό πράττειν ως ενωμένο με τον σκοπό του στο ίδιο το προϊόν.

Η ίδια η διάκριση της μορφής και του περιεχομένου, ή αν θέλετε του σημείου ως σημαίνοντος με το σημαινόμενο, ως προερχόμενη από την παραγωγική διεργασία, ερείδεται σε αυτή την πρώτη συγκεντρωτική διεργασία μορφοπαραγωγικής θεμελίωσης τής ταξικής ιεραρχικής κοινωνίας και της πόλης.
Αυτή η διεργασία ωστόσο, παρά το γεγονός πως σημαίνει ήδη έναν εγκλεισμό της ποιοτικής σύστασης της εργασίας και των προϊόντων της στο συνάζον και συναζόμενο πλήθος των προϊόντων της ηγεμονικά και πρωτοαστεακά ελεγχόμενης παραγωγής, δεν σημαίνει ούτε εκ της εκκίνησής του την δημιουργία τού υλικού εμπορεύματος ούτε την απώλεια των ειδικών ποιοτικών συστατικών της παραγωγής.
Αντίθετα σημαίνει μιαν εκδίπλωση παραγωγικών δυνατοτήτων και μορφοποιήσεων σε προϊόντα που δεν μπορούσαν να εμφανισθούν καν σε μιαν μη αλλοτριωμένη ούτως παραγωγή.

Η πρωτο-αυτονομημένη πρωτο-μορφή τής παραγωγής δια τής σύναξης των προϊόντων τής αγροτικής παραγωγής ήδη μετατρέπει την ίδια την στοχοθεσία της παραγωγής, άρα παράγει την ανάγκη ύπαρξης των πρώτων βιοτεχνικών μονάδων για την γενικότερη μορφοποίηση πρωτοφανών αντικειμένων ευρύτερα χρήσιμων για τις λειτουργίες των εξουσιαστικών κέντρων, παράγει την ανάγκη καταγραφής, ελέγχου και ιεραρχικής κατανομής των προϊόντων, παράγει την ίδια την ισχύ ως λειτουργική εξουσία ενός μεγάλου πλέγματος παραγωγικών και μορφοποιητικών δραστηριοτήτων που έχουν ως σκοπό τους αυτό το ίδιο το εξουσιαστικό κέντρο και όχι τους ίδιους τους παραγωγούς.
Το συνάζον αστεακό εξουσιαστικό κέντρο συγκροτείται ούτως ως η πρώτη παραγωγή-για-την-παραγωγή, ως το πρώτο αυτονομημένο μορφικό κέντρο της παραγωγής εκτός της ίδιας της παραγωγής, το οποίο όμως την ωθεί αναγκαστικά σε μιαν άλλη ποσοτική αλλά και ποιοτική καινοφανή υποστασιοποίηση. 

Επειδή συνήθως οι μαρξιστές (και εν μέρει δικαίως) θέλουν να τονίσουν την διαφορά των προκαπιταλιστικών από τους καπιταλιστικούς ή ευρύτερα νεωτερικούς τρόπους παραγωγής υπερτονίζουν την διαφοροποίηση μεταξύ τους μιλώντας όταν μιλάνε για τους προκαπιταλιστικούς τρόπους παραγωγής για παραγωγή για την αξία χρήσης (την χρήση).
Όπως όμως βλέπουμε αυτή η αξία χρήσης εις την ευρύτερη έννοια και κατάστασή της είναι στην πραγματικότητα ήδη, εδώ και χιλιάδες χρόνια ταξικής ιεραρχικής κοινωνίας, καθοριστικά διαμορφωμένη εις την ίδια την εσωτερική σύστασή της από το διαμορφωτικό κέντρο τής κυρίαρχης δομής και εξουσίας όπως το περιγράψαμε σχηματικώς, το οποίο ήδη από τις απαρχές της ταξικής κοινωνίας λειτουργεί ως μια παραγωγή για την παραγωγή, ως ένα διαμορφωτικό κέντρο της παραγωγής το οποίο παράγει την ίδια την παραγωγή ως προς την δομή της και τους σκοπούς της.

Το κέντρο αυτής της παραγωγικής διαμόρφωσης δεν είναι ωστόσο ακόμα υπάρχον ως μια λειτουργική και σχετικά ενδογενής πράξη τής ίδιας της παραγωγής με την έννοια της οικονομίας.
Ποτέ η οικονομία ωστόσο δεν γίνεται όπως λένε οι μαρξιστές μια αυτόνομη μορφική μορφή της ίδιας της παραγωγής, άρα η οικονομία ως οικονομία δεν εκφράζει ταυτοτικώς ποτέ την αυτονόμηση τής παραγωγής ως παραγωγής. 
Ακόμα και εις την φάση εκείνη (στον καπιταλισμό κ.λπ) που το όλον τής παραγωγής μετατρέπεται σε παραγωγή για την παραγωγή, η οικονομία ως έκφραση των γενικότερων συσχετισμών μεταξύ των σχετικά αυτόνομων δομών του συστήματος αντιπροσωπεύει αυτή την αυτονόμηση εντός της διαντίδρασης μεταξύ των δομών (μία από τις οποίες είναι η παραγωγή για την παραγωγή) αλλά δεν είναι ταυτόν με αυτό που αντιπροσωπεύει.
Ως διαντιδρασιακός καθορισμός τής (καπιταλιστικής) παραγωγής για την παραγωγή η οικονομία ως όρος αυτονόμησης της παραγωγής για την παραγωγη σημαίνει ούτως, ακόμα και τότε, την παρουσία και των άλλων δομών (λ.χ της πολιτικής δομής, των ευρύτερων συσχετισμών κ.α). 

Βλέποντας αυτές τις ταυτότητες των απαρχών τής ταξικής κοινωνίας με τις νεώτερες μορφές ταξικής κυριαρχίας εις την αφαιρετικότερη μάλιστα αστικονεωτερική εκδοχή τους, ενδιαφέρον θα είχε να δούμε, πάνω στην βάση των τελευταίων σημειώσεών μας, αναλυτικότερα την εκπήγαση αυτών των αστικονεωτερικών μορφών από τις παλαιότερες με έναν τρόπο που θα ανέτρεπε ίσως τις ιδεολογικές εξασφαλίσεις των νέων αριστερών ειδημόνων και των ειδημόνων επίσης της θεαματολογίας και αντιθεαματολογίας.




Ιωάννης Τζανάκος  


Πόλη και νέα ριζική αγροτιά..


Αυτό που παραβλέπεται κάπως στο γενικό σχήμα εξήγησης τής μετάβασης από μια προ-ταξική σε μια ταξική ιεραρχική κοινωνία είναι η έννοια και η κατάσταση της πόλης, πράγμα βέβαια σχετικά δικαιολογημένο εφόσον η αρχική μετάβαση από την αγροτική αταξική κοινότητα σε μια κοινωνία κυριαρχημένη από μια ιερατική και πολεμική αριστοκρατία δεν φαίνεται να έχει ως ένα από τα πρώτα αναπόσπαστα δομικά χαρακτηριστικά της την ίδρυση της πόλης.
Όμως, αν θεωρήσουμε την πόλη ως κατάσταση όχι σε σχέση με τα εμφανή ποσοτικά χαρακτηριστικά που την σημαίνουν θα δούμε πως αυτό δεν ισχύει.

Ήδη με την απόσπαση και αποκοπή τής αριστοκρατικής ομάδας δημιουργείται σιγά σιγά εντός της χωροταξικής δομής της κοινότητας ένα ξεχωριστό σύστημα εξουσιαστικών οικιστικών κέντρων, όπως ο ναός και τα οικιστικά συγκροτήματα των ηγεμόνων και των ακολουθιών των αριστοκρατών πολεμιστών.
Μιλάμε για μια προ-μορφή πόλης μέσα στην παραδοσιακή οικιστική αγροτική μονάδα.

Η ίδια δε η οικιστική μονάδα στον βαθμό που μετατρέπεται σε ένα κυριαρχικό κέντρο μετατρέπεται όλη, και όχι μόνον τα αριστοκρατικά κέντρα εντός της, σε μια καθεαυτή πόλη ως εξουσιαστικό κέντρο αποφάσεων και επιβολής σε άλλες οικιστικές μονάδες που μετατρέπονται έτσι σε εξαρτημένες και δορυφοροποιημένες από αυτήν.
Όσο περνάει ο καιρός αυτό που φαίνεται ακόμα εν σπέρματι ή σε μια πρωτομορφή γίνεται ακόμα σαφέστερο και εμφανές.
Οι πόλεις σε ένα σύντομο χρονικό διάστημα είναι το κέντρο της ταξικής και ιεραρχικής κοινωνίας.

Ακόμα και η ύπαρξη γαιοκτημονικής αριστοκρατίας εκτός της πόλης, ενώ φαίνεται πως είναι κάτι που προηγείται τής πόλης, ή της ισχυρής οικιστικής και χωροταξικής έδρας της αριστοκρατικής ελίτ, στην πραγματικότητα είναι συνήθως ένα υλικοπαραγωγικό και ταξικό ιστορικό γεγονός που απορρέει από την ίδια την ήδη καθιδρυμένη κατάσταση της πόλης.
Η πόλη εξ'αυτής της θέσης της στην ιδρυτική πράξη της ταξικής ιεραρχικής κοινωνίας αποτελεί και τον βασικό πρακτικό θεσμό της, όπως μάλιστα αυτός μπορεί να εννοηθεί και να βιωθεί ως μια από τις θεμελιακότερες μορφές ή γεννητικές μήτρες τής ίδιας της ταξικής ιεραρχικής κοινωνίας μέσω άλλων θεμελιακών δομών. 
Θέλω να πω πώς ακόμα και θεμελιώνουσες θεμελιακές δομές όπως το κράτος, το εμπόρευμα, το θέαμα, η κυρίαρχη γραφή ή γλώσσα (και άλλες πολλές), δεν είναι δημιουργικές ή θεμελιώνουσες την ταξική ιεραρχική κυριαρχία δια της πόλης ως ήδη υπάρχουσες αλλά είναι δημιουργήματα της πόλης που λειτουργούν παραγόμενα από αυτήν ως ένα έπειτα αυτής, πάντα κυρίως εντός της, ως ξεχωριστές δημιουργικές αρχές τής ταξικής ιεραρχικής δομής.
Η πόλη είναι το θέαμα τού κυριαρχικού εαυτού της και κάθε κυριαρχικού εαυτού και επίσης ο ψευδοεδαφικός κοινωνικοπλασματικός αλλά (ταυτόχρονα) υπαρκτός όρος τής κάθε μορφής πραγμικής συγκέντρωσης.

Ως εκ τούτου η πόλη είναι το πρωτογενές εμπόρευμα, το εμπόρευμα πριν το εμπόρευμα, ο προορισμός του και ο χώρος συγκέντρωσής του (ακόμα κι αν είναι να μεταφερθεί πάλι αλλού), η πόλη πρώτα και κύρια είναι η συνεχώς αγνοούμενη από τους ριζοσπάστες διανοούμενους αντικειμενική δυνατότητα της πληθικότητας των προϊόντων, η οποία λειτουργεί ως απόλυτη προϋπόθεση παραγωγής τους ως εμπορευμάτων, αφού μόνον και δια της πληθικότητας, της ισχυρής ποσοτικής συγκέντρωσης είναι δυνατόν ένα προϊόν να γίνει εμπόρευμα. 
Η πόλη είναι η πρωτογενής συγκέντρωση, η αποθήκη και ο ανοιχτός κλειστός χώρος που κάνει εφικτή την μετατροπή των διαφορετικών αξιών χρήσης σε ανταλλάξιμα είδη ενός πλήθους, το οποίο περικλείει ως χωρική προϋπόθεση τα προϊόντα και τα οποία εγκλείει ως μια αυτονομημένη ποσότητα (ως πλήθος) παραμερίζοντας την ειδική τους χρονική και υλική ποιότητα.
Κατά αυτό τον τρόπο αλλά και διά άλλων διαμεσολαβήσεων η πόλη είναι και το πεδίο όπου ενώνεται το πρωτογενές και ύστερο θέαμα τού εμπορεύματος, η ψευδαισθησιακή αυτονόμησή του, αλλά πάντα εντός τής μεγαλομανούς αυτοκατόπτρισης τής ψευδαισθησιακής κυριαρχικής αυτάρκειας τού ηγεμόνα ή κυρίαρχού της (ενός ή πολλών, προσώπων ή "δομών").

Η πόλη δια αυτής της πραγμικής και πολεοδομικής αυτονόμησης που είναι, τελικά παράγει πέραν της πρώτης εμπορευματικής μορφής, εννοείται επίσης το χρήμα, το οποίο είναι πάντα το χρήμα ενός κράτους και μιας πόλης, και δι΄αυτών τους πρώτους δούλους ως εμπορεύματα προορισμένα για κατανάλωση και χρήση κάποιας συγκεντρωμένης πολεοδομικά κυριαρχικής αρχής.
Οι γαιοκτήμονες χωροδεσπότες ή χωροδεσπότες δουλοκτήτες, και έπειτα φεουδάρχες ή κάτοχοι αποδιδόμενων γαιών, που φαίνονται όπως είπαμε να προηγούνται είναι στην πραγματικότητα κοινωνικές οντότητες που τους έχει αποδοθεί η ιδιότητα που κατέχουν ως ανταγωνιστική μερικές φορές προς την κυριαρχική πόλη από μια κυριαρχική πόλη πάλι, και αυτό συμβαίνει ακόμα και σε εποχές ή σε περιοχές όπου φαίνονταν ή φαίνεται να έχει υποχωρήσει η κυριαρχία της κυριαρχικής πόλης. 
Ακόμα και πίσω από αυτούς υπήρχε ή υπάρχει ένα κέντρο εξουσίας εδραζόμενο στην πόλη, αλλά και η ίδια η κατάδική τους "αυτόνομη" χωροδεσποτεία μπόρεσε μερικές φορές να αρθεί στο ύψος της πολεοδόμησης μιας νέας πόλης, αίροντας εν εαυτώ την ίδια την  αυτονόμηση της χωροδεσποτείας.

Η πόλη δεν έχει εντός της κανένα δικό της υλικό υπόβαθρο, αλλά μόνον την μορφή.
Η μορφή δια της πόλης είναι δομικά και απόλυτα κυριαρχούσα επί της ύλης.
Στην πόλη η ύλη είναι ήδη εξόριστη, κυριαρχημένη, μορφοποιημένη, οντικά απομακρυσμένη από την πηγή της και από τον πρώτο εξορύσσοντά της ή τον πρώτο παραγωγό της.
Ακόμα και ένας πρώτος παραγωγός εκτός της πόλης παραμένει στο πεδίο της συνδιαμορφωτικής σύμπραξης με την φύση, ενώ στην πόλη υπάρχει μόνον ανθρώπινη διαμόρφωση.
Η αυτονομημένη φαντασία και το αυτονομημένο εικονιστικό μορφοποιείν ριζώνουν στους δρόμους της πόλης και υποχρεώνουν όλους τους εμβιώντες εις αυτήν να γευθούν αναγκαστικά τους καρπούς αυτής τής καθολικής αυτονόμησης.
Στην πόλη όλα τα πρωτογενή περιεχόμενα είναι μόνον προερχόμενα και κάθε μορφή μόνον γηγενής εις αυτήν και μόνον δευτερογενής, τεχνητή, λειψή ως όλον, ένα μαυλιστικό ψευδοόλον.
Η ιθαγένεια της μορφής όμως, οι αυτονομημένες εικονιστικές της ριζώσεις και εκβλαστήσεις, παραμένουν εντός της πόλης ως εξαρτήματα τής κυριαρχικής της δομής.

Ο "λαός" της πόλης, ακόμα και το περίφημο προλεταριάτο της είναι εξαρτημένο μέρος της βρυκολακίστικης (αλλά όχι νεκρής ή μισοζώντανης) οργανικότητας τού κυρίαρχού της (ή της κυριαρχικής δομής της) εφόσον ακόμα κι αν (αυτός ο "λαός") απαλλαχθεί από τα κυριαρχικά πρόσωπα, τους ιδιοκτήτες των οικονομικών και πολιτικών οργανισμών της, ή της πόλης εν γένει, θα πρέπει να συνεχίσει να απαιτεί την εισαγωγή εντός της από τους εκτός της όλων των υλών, των αγαθών, των πρώτων υλών, των ενεργειακών πόρων, αλλά και της σύνολης κοινωνικής δράσης-ενέργειας και εργασίας.

Η χρονικότητα ως χρονικότητα, η ιστορικότητα ως αυτονομημένη και έξαλλη μεγαλομανιακή ψευδαίσθηση αυτάρκειας, εκεί ακριβώς όπου όλα έρχονται από κάπου αλλού και εκεί ακριβώς όπου υπάρχει η πλήρης εξάρτηση από την δουλοποιημένη και απισχνασμένη κάποια περιφέρεια, δεν γεννιέται στην πόλη, αλλά είναι η πόλη.
Ακόμα και μια πόλη που λειτουργεί χωρίς εντός της αφέντες και αυθέντες, ταχέως θα μετατρέπεται πάντα η ίδια σε αφέντη δυνάστη και αυθέντη, της περιφέρειας ή άλλων πόλεων, αν δεν αυτοκαταργηθεί ως πόλη, ή κυριαρχική μητρόπολη.

Η κατάργηση της κυριαρχίας της πόλης μπορεί να σημαίνει τελικά την κατάργηση της πόλης ή μιαν άλλη πόλη που θα σέβεται το Άλλο της, το ήδη εξοντωμένο όμως αλλά πάντα αναμένον την αναγέννησή του Άλλο της, αλλά πάντως δεν είναι εφικτή χωρίς μιαν ριζική επανάσταση εναντίον τής πόλης, ειδικά της μητρόπολης, και πάντως ούτε αυτή η επανάσταση εναντίον της πόλης, της μητρόπολης,     δεν είναι εφικτή από κοινωνικά στρώματα που δεν θα θέτουν, εκκινώντας από "εντός" και από "εκτός" της πόλης, το ζήτημα από μία σκοπιά που θα είναι ήδη μη πόλη.
Μόνον δηλαδή αν το προλεταριάτο τής πόλης σκεφτεί, δράσει, ονειρευθεί και σχεδιάσει από τα πριν την δική του έξοδο από την πόλη και πράξει ιστορικά τον ριζικό περιορισμό της, θα υπάρξει αυτή η επανάσταση η οποία είναι σήμερα και η μοναδική επανάσταση που θα είναι επανάσταση.

Για να το κάνει όμως αυτό πρέπει να πάψει να βιώνει τον κόσμο ως αστικό αστεακό προλεταριάτο και να αρχίσει να τον βιώνει ήδη ως ήδη προλεταριακή αγροτιά, ως η νέα αγροτιά του νέου κόσμου.
Δεν χρειάζεται να πούμε πως όλες οι πολιτικές, αισθητικές, τεχνικές κ.α μορφές που δημιούργησε η πόλη θα πρέπει να οικειοποιηθούν από την νέα ριζική αγροτιά ως εξαγνισμένες από το βρυκολακίστικο αστεακό τους νόημα.
Προϋπόθεση για μιαν νέα προλεταριακή αγροτιά για να είναι αγροτιά και όχι ένα ακόμα αστικό προλεταριάτο, είναι να καταπολεμήσει την αλλοτρίωση αυτή που ονομάζεται Ιστορία και χρόνος ως (μόνον) χρόνος.





Ιωάννης Τζανάκος

Κυριακή, 15 Ιανουαρίου 2017

Χρόνος και αστικό σύστημα..(2)



Όσοι λένε πως το απόλυτο εγκατέλειψε την σκηνή της ανθρωπότητας για να υπάρξει η περιλάλητη ιστορία ως εκτύλιξη του άμεσου ή μάλλον ζωντανού-ως-ζωντανού ανθρώπινου, δεν είναι εγελιανοί αλλά, ως εκπεσόντες στην υποστασιοκεντρική μεταφυσική του κυρίου Φόϋερμπαχ, εγελιανίζοντες.
Κατά την συνήθη πρακτική των υποστασιοκεντριστών, ή άλλως, των λατρευόντων την άμεση και αδιαμεσολάβητη ανθρώπινη υπόσταση-ουσία, για να δημιουργηθούν τα τάχα μου ακατάλυτα ψευδομάγια της φοϋερμπαχικής ανθρωποθεολογίας χρειάζεται κάθε "υπαρξιστική" διαλεκτική υποστήριξη με τελικό σκοπό την πρώτη αφελέστερη αλλά ούτως και θεολογικότερη μορφή της καταστροφικής κριτικής του προσφάτως σημανθέντως ως υπερ-εγώ, ήτοι, του υπερκείμενου καθορισμού της κοινωνίας.
Όσα δεν φτάνει η αλεπού τα λέει κρεμαστάρια.

Οι ιδιότητες που περιέχονται εντός αυτού τού υπερέχοντος αλλοτριωτικού καθορισμού της (εκάστοτε) ταξικής κοινωνίας, δηλαδή (εντός) της υπερκείμενης στρατηγικής δομής, καταστρεφόμενες ως ως εν γένει ιδιότητες, εφόσον θεωρούνται συλλήβδην ως ακατάλυτα πλεχθείσες με την ίδια την ύπαρξη και λειτουργία των κυρίαρχων τάξεων ή ελίτ, δεν συμπαρασύρουν την ίδια την ταξικότητα ή ιεραρχικότητα αλλά μάλλον τους ίδιους τους καταστροφείς τους σε μιαν αέναη θέασή τους εκ των κάτω, εκ του αιωνίου "κάτω" που νομίζει ότι καταστρέφοντας μαζί με την κυρίαρχη τάξη και όλα τα περιεχόμενα που αυτή φέρει δεν θα ξαναεμφανισθεί εις την ιστορία κυρίαρχη τάξη.

Ο ιστορικιστικός ή ψευδοιστοριστικός θερσιτισμός της ταξικής μιζέριας τού "από κάτω" ο οποίος επιθυμεί όλα να γίνουν όπως ακριβώς τα δημιούργησε η ταξική κοινωνία για τους "από κάτω" δεν στερείται αναλυτικών και κριτικών ικανοτήτων προερχομένων από την γονιμότητα που έχει κάθε άγονο μίσος ανθρώπων περιορισμένων σε μιαν αστική αίρεση τής αστικότητας, αναλογικά κατά τον ίδιο τρόπο που κάθε αίρεση αναπαράγει το δόγμα δια της αναστροφικής κίνησής του.
Ο μεγάλος ιστορικός χρόνος της αστικής εποχής, η αστική τάξη ως εγχρονοποίηση του ανθρώπινου κόσμου, όπου εν τέλει ο χρόνος ως μόνον-χρόνος παράγει μια σειρά από υποαποτελέσματα, καταλήγει τελικά με μιαν δεύτερη υποστασιοποίηση και ούτως με  μιάν επιπλέον αυτοσυρρίκνωση τού ίδιου τού "εαυτού" του στον χρόνο της παραγωγής ως παραγωγής.


Αν από εκεί εκκινώντας επιθυμούμε να διαφύγουμε κατασκευάζοντας έναν άλλο ποιοτικό χρόνο παραμένοντας ωστόσο στην εγχρονότητα μιας χρονοειδούς και μόνον χρονικότητας, ε τότε γαμώ το θεό σας της εμμένειας, είστε κατά κύριο λόγο χαϊντεγκεριανοί και δεν κρύβεται άλλο αυτό, παρά μόνον από τον εαυτό σας, πράγμα που δεν εξαγιάζεται ή θεραπεύεται ούτε με τις αγνές επικλήσεις σας στον ανόητο Φόϋερμπαχ, ούτε με τις έρευνες του κυρίου καθηγητού της "αρνητικής διαλεκτικής" Σαγκριώτη που θέλει μάλλον (δεν γνωρίζω επακριβώς, αν τολμά ας με ενημερώσει) να αποδείξει ότι όλα αυτός ο καταραμένος [ο Χάϊ(λ)ντεγκερ] τα έκλεψε, λέει, από τον Λούκατς, όπως και ο Σμιτ (έκλεψε και αυτός, λέει) από τον Μπένγιαμιν κ.λπ κ.λπ


Αν περιμένατε πως θα σας ορίσω επακριβώς τι είναι δι εμέ ο χρόνος της παραγωγής για την παραγωγή, τότε μάλλον θα το πιστέψατε όντως πως την έχω ψωνίσει κανονικά και προορίζω τον εαυτό μου για θώκους που ταιριάζουν σε μικροαστούς παραληρηματίες εκ Παρισίων κ.λπ .


Το μόνον που μπορώ να είπω είναι πως η επ-έκταση της παραγωγής ως χρονικότητας, δια της ολικής μορφής εμπόρευμα και δια της επέκτασης της κεφαλαιακής σχέσης παντού, ή δια της παροξυσμικής αφαιρετικοποίησης όλων των καταναλωτικών ή χρηστικών μορφών της κοινωνικής αναπαραγωγής σε όλο το φάσμα της ανθρώπινης ύπαρξης, και η έμπρακτη φαντασιακή κυρίαρχηση, παραγωγική αξιοποίηση και αλλοίωση εκ μέρους της τού κυκλικού ανθρώπινου χρόνου, δεν μπορεί να εξηγήσει, παρά την διεισδυτικότητά της, την αυτογενή ύπαρξη, την αυτογενή ουσία, την διαχρονικότητα, το βάθος, την ανθρωπινότητα του κυκλικού χρόνου ως κυκλικού χρόνου εντασσόμενου σε μιαν ολική φυσική, κοινωνικοφυσική και εμβιωτική ολότητα, και άρα δεν μπορεί να εξηγήσει και να αναλύσει το μέγεθος της καταστροφής που επέφερε και επιφέρει η παραγωγή ως παραγωγή εις την καθημερινή ύπαρξη ως δυνητική ποιοτική ύπαρξη που επιθυμεί να κείται πέραν τού χρόνου-ως-χρόνου, ακόμα και ως λήθη, κατάσταση και τάση όλων των άσημων ανθρώπων όπως ημείς οι ανυπόληπτοι λ.χ, 
Κανένας "ομοσπονδοποιημένος" χρόνος-χρόνοι ως χρόνος-ως-χρόνος δεν μας ικανοποιεί, ούτε καμία φαντασιακή παιγνιότητα, ευφάνταστων διανοουμένων, αυτόκλητων αντιπροσώπων της ποιοτικής αυτουσιότητάς μας.
Θέλουμε τον μεγάλο χρόνο μας, ο οποίος δεν είναι επακριβώς χρόνος, αλλά πάντως είναι φυσικός, φυσικότατος, αυθεντικοαυθεντικότατος αν και σίγουρα όχι με τον χαϊ(λ)ντεγκεριανό τρόπο. 




Ιωάννης Τζανάκος

Χρόνος και αστικό σύστημα..(1)


Προηγούμενες δημοσιεύσεις από τον Αυτοκαθορισμό, σχετιζόμενες με την θεματική που εξετάζουμε εδώ:



Χρόνος και ημερολόγια από μια "κυκλική" σκοπιά..

 Η ψευδο-εξέγερση δια του α-συνεχούς (εντός) της αμ... 

Χρόνος, κυκλικότητα, φθαρτότητα-κρισιμότητα..

Χρόνος, σώμα και καπιταλισμός.. 




Σύμφωνα με μια τυπική και μάλλον κοινότοπη πλέον διάκριση ο αναντίστρεπτος μη κυκλικός χρόνος της παραγωγής έχει σημερά, μέσω της επ-έκτασης της παραγωγής σε όλη την επικράτεια του υπαρκτού, επ-εκταθεί και αυτός (ως αναντίστρεπτος χρόνος) σε όλη την επικράτεια τού υπαρκτού, άρα έχει υποτάξει την έμφυτη στους ανθρώπους (και κοινωνικά και βιολογικά) κυκλική ή επαναληπτική σύσταση του χρόνου.
Το αποτέλεσμα της υπερεπέκτασης τής παραγωγής, της παραγωγής για την παραγωγή (=καπιταλισμός, αλλά όχι μόνον), και του ειδικού χρόνου της, παρουσιάζεται να καθορίζει αυτόν τον κυκλικό επαναληπτικό χρόνο, ο οποίος στις (προκαπιταλιστικές) παραδοσιακές κοινωνίες πλέκονταν κατά κάποιο τρόπο σχετικά αρμονικά με την, σχετικά στατική ή σχετικά ισορροπημένη ως προς την σχέση της με την φύση, ταξική κοινωνία. 
Πρόκειται για ένα γενικό σχήμα το οποίο όπως είδαμε ήδη, [Χρόνος και συγκρότηση των (πρωτο-)ταξικών κοινωνιών...] και [Τα κορόϊδα της ενδοχρονικότητας ή, Ο Χρόνος ως (μόνον) Χρόνος..], πάσχει περισσότερο από τι θα έπασχε αναπόφευκτα ή αναμενόμενα ως γενικό και αφηρημένο (διαλεκτικό) σχήμα.
Όμως, πιάνοντας το νήμα εις ένα σημείο νοηματικής κοινότητας με αυτό το σχήμα, θα μπορούσαμε λοιπόν να πούμε πως όντως η νεώτερη (καπιταλιστική) εποχή της παραγωγής (στην γενικότητά της) σημαίνει όντως μιαν παράδοξη και σημαντική, εις την καθοριστικότητά της, μαζική επανεισαγωγή ως τροποποιημένης τής αρχής τού χρόνου ως αναντίστρεπτου και μοναδικού ως εδραζόμενου-θεμελιωμένου όχι πλέον στην εξαιρετική αριστοκρατική ατομικότητα του κυρίαρχου πολεμιστή και ιερέα (μερικές φορές και τα δύο μαζί) (επί) τής εργαζόμενης αγροτικής κοινότητας.



Βέβαια, δεν είναι δυνατόν να παραβλέψουμε όλες εκείνες τις μορφές της διάχυσης της χρονικότητας που αίρουν την εικόνα μια άμεσης μετάβασης από το ένα σχήμα χωροχρονικότητας, άρα και χρονικότητας, στο νεωτερικό (αστικό) χωροχρονικό/χρονικό σχήμα.
Είναι από την μια μεριά λάθος να θεωρήσουμε όλη αυτή την ενδιάμεση κατάσταση από την αγροτική κοινότητα προς την αστική νεωτερικότητα ως μιά προπαρασκευή ή ένα μεταβατικό στάδιο, αλλά το ίδιο λάθος είναι να μην δούμε δια της νεώτερης εικόνας της παραγωγής πως όντως με τον καπιταλισμό και την γενικευμένη εμπορευματική μορφή υπήρξε η επιτέλεση μιας ιστορικής κίνησης με μεγάλο χρονικό βάθος εις το παρελθόν, όπου αυτό το παρελθόν παράγεται ως το παρελθόν τής αστικής χωροχρονικότητας/χρονικότητας.



Η μαζική καπιταλιστική εμπορευματική παραγωγή κατέλυσε τα αινίγματα χιλιάδων ετών και έλυσε ιστορικούς δεσμούς της ανθρωπότητας με την γη και την κλειστή κοινότητά της, δεσμούς που επιβίωναν υπνώττοντες ή απλά παρόντες κάτω από την λαμπερή επιφάνεια ιστορικών γεγονότων και εξελίξεων.
Αυτό που ήταν "κάτω" από την επιφάνεια της πολυχιλιετούς κυριαρχικής παραδοσιακής και πατριαρχικής κοινωνίας (κάθε μορφής) στην κυριολεξία αποδομήθηκε, διαλύθηκε, εξαφανίστηκε και απορροφήθηκε μέσα στην πολυπληθή, μοναχική, αινιγματική και θορυβώδη σκηνή ολοένα και επεκτεινόμενων πόλεων και έπειτα μεγαπόλεων και μητροπόλεων.
Το γενικό σχήμα της βεβηλωτικής παραβίασης και αντικατάστασης τής κυκλικής χωροχρονικότητας/χρονικότητας από μια νευρική, ποσοτικά υποστασιοποιημένη και πάντα εκτεινόμενη σε ένα μέλλον αστική χρονικότητα, η οποία ως κεφάλαιο η ίδια σύναζε και συνάζει κάθε προ-αστικό (ή και αστικό πλέον) παρελθόν στην ανήσυχη αν και κενή της υπόσταση, αποκτάει ούτως την γενική του αλήθεια.



Ωστόσο, αν και η γενική αλήθεια ήδη σημαίνει πολλά, αποκρύπτει την πραγματική ζωή, εξωτερική και εσωτερική-ως-αθόρυβη, των ίδιων των μαζών που εισρέοντας στον κόσμο της καπιταλιστικής αφαίρεσης αλλά και απομύζησης της ζωής τους και της ζωντανής εργασίας τους, παρουσιάζονται ακόμα ως να μην έχουν ενσωματωθεί ή ολοκληρωθεί νοηματικά σε κανένα από όλα τα υπο-πλαίσια αυτού του γενικού πλαισίου.
Για την ακρίβεια η ίδια η εξαιρετική μοναδικότητα των πάλαι ποτέ υπερανθρώπων ή ψευδο-υπερανθρώπων της αιώνιας αριστοκρατίας ή του ιερατείου της προκαπιταλιστικής εποχής, ενώ φαίνεται να έχει ενσωματωθεί ως ανηρημένη εις την αφηρημένη διεργασία της μαζικής καπιταλιστικής εμπορευματικής παραγωγής, και ούτως έχει πάψει να υφίσταται εις το ψευδαισθησιακό της μεγαλείο, την ίδια στιγμή αποτελεί το κοινό και ρέον, άπιαστο, αντικείμενο της επιθυμίας όλων των μαζικοποιημένων και ποσοτικοποιημένων από το εμπόρευμα και το κεφάλαιο τάξεων. 
Ακόμα και η εργατική τάξη η οποία έγινε και γίνεται ακόμα το αντικείμενο μιας άμεσης διεργασίας ιδιοποίησης του άμεσου αποτελέσματος της εργασίας της από το καπιταλιστικό κεφάλαιο (και όχι μόνον ένα αντικείμενο της πραγμοποιητικής διεργασίας του καπιταλιστικού κεφαλαίου), φαίνεται να μην έχει κατορθώσει να αποκοπεί από το φάντασμα μιας εξαιρετικής μοναδικότητας του κοινωνικού προσώπου ως αποκομμένου από το κοινωνικό γεγονός.
Η μαζικοποίηση και ο ιστορικός ευτελισμός της αριστοκρατικής εξαιρετικότητας είδαμε πως δεν σημαίνει ολοσχερή εξαφάνισή της αλλά, τουναντίον, λειτουργική ενσωμάτωσή της σε ένα σχήμα μαζικής παραγωγής, όπου η ίδια η παραγωγή παρουσιάζεται ως ο φορέας της χρονικότητας και της πραγματικής ιστορίας του ανθρώπου.



Ο χρόνος ως χρόνος, υπερκείμενος ιστορικά και παράγων ιστορικά τον παραγωγικό χρόνο είναι και το νόημα του παραγωγικού χρόνου, αλλά αυτό συμβαίνει με μιαν δεύτερη υποστασιοποιούσα κίνηση, όπου ακόμα και αυτός ως ο ένδοξος χρόνος της αστικής εποχής, ο πρωτοχρόνος της, εντάσσεται απομυθευτικά και "ρεαλιστικά" στο διαρκές παρόν τής παραγωγής ως παραγωγής.
Την ίδια στιγμή παντού διακηρύσσεται δια των εμπορευμάτων αλλά όχι μόνον, ούτε μόνον ως κύριο μέσον, η ανάδυση του εξαιρετικού ατόμου, ο αριστοκρατισμός της εξαιρετικής προσωπικότητας, και ούτως  το ψευδαισθησιακόν απόθεμα όλων των εποχών της κυριαρχίας φαίνεται να καταλαμβάνει όχι μόνον το εικονιστικό πλαίσιο και ούτως να το καθιστά ως (την) επικράτειά του, όντας το ίδιο μορφή της κεφαλαιακής ή εμπορευματικής υπεραισθητότητας (θέαμα), αλλά φαίνεται και όλο τον μέχρι τώρα απρόσβλητο ή απόξενο χώρο της ψυχικής μυχιότητας, όπου διατηρούνταν σπασμένες όλες οι υπερβατικές ή υπερβατολογικές αντιστάσεις του ατόμου σε κάθε κυριαρχική δομή.
Γι΄αυτό άλλωστε, ακόμα και η κριτική και ο πόλεμος προς την καπιταλιστική παραγωγή ή την παραγωγή ως εν γένει, είναι πλέον χωρίς νόημα όσο δεν θίγει τον πυρήνα της πρωταρχικής αλλοτρίωσης της κοινότητας από την αποκομμένη ελίτ, εκεί όμως όπου τίθεται εν αμφιβόλω (και ορθώς αν τεθεί) πρακτικά, και η ίδια η κοινότητα ως ένα κατάλοιπο του κυριαρχικού εξουσιαστικού πρωτοβουλισμού και ως ένα αυτοϋπονομευμένο κατηγόρημα της ίδιας της κυριαρχίας.



Η αναστροφή της επαναστατικής ρητορικής επί της κοινότητας αυτής, με κρυπτονιτσεϊκούς ελιγμούς (όσο πιο νιτσεϊκοί, τόσο πιο κρυπτόμενοι), για να ξυπνήσει άλλως το εγώ της, για να εκδιώξει την αισχρή ταπεινότητά της, για να πάψει να αναθέτει την ζωή της, ή για να διαλύσει τάχα μου τους κακούς τάχαμου διαχωρισμούς της ζωής, δεν θίγει τον θεμελιώδη πυρήνα του ψεύδους της, της αχρείας ψευδολαϊκότητάς της, η οποία όμως μάλλον είναι και η πλειονοτικά αυτοσημαινόμενη από τον λαό ως λαϊκότητα, και δεν θίγει το κυριότερον το ζήτημα της ίδιας της καταγωγικής της σχέσης συνίδρυσης με την εκάστοτε ελίτ, ολιγαρχία κ.λπ
Ακόμα και μέσω της ταξικιστικής διάλυσης τής έννοιας του λαού μερικοί λοιπόν πάλι έναν λαό επικαλούνται επιθυμούν, και μάλιστα αδιαμεσολάβητο όπως ακριβώς τον γέννησε η "μάνα" του η ταξική κοινωνία από τις απαρχές της ακόμα ως συνδημιουργούμενο με την κυριαρχική του απόφυση ή αποκοπή..


Το θέμα που ακόμα παραμένει ωστόσο είναι ο χρόνος-ως-χρόνος στην σημερινή ολοκληρωτική κατάσταση εξανδραποδισμού και καταστροφής του εργαζόμενου ανθρώπου και ανθρώπου απλά.
Σε επόμενη δημοσίευσή μας..


[Πως σας φαίνονται τώρα οι "μπλανκιστικές αυταπάτες"; απατεώνες, ε απατεώνες..]











Ιωάννης Τζανάκος

Χρόνος και συγκρότηση των (πρωτο-)ταξικών κοινωνιών...



Η χρονικότητα της ανθρώπινης υπόστασης ως μια αυτονομημένη μορφή της ατομικότητάς της, άρα ως έκφραση της αναντιστρεπτότητας του χρόνου ως μορφής της προσωπικής πορείας εντός του χρόνου, ήταν κατά την μακραίωνη διάρκεια των (προκαπιταλιστικών) παραδοσιακών κοινωνιών ένα δύσκολο αλλά και γοητευτικό κτήμα των κυρίαρχων τάξεων.

Γι' αυτό και οι προκαπιταλιστικές τάξεις στην κορυφή της ιεραρχικής πυραμίδας αυτών των κοινωνιών συγκέντρωναν όλες εκείνες τις ιδιότητες μιας εξαιρετικής ατομικότητας που κατοπτρίζονταν μόνον στο πρόσωπο ή τα πρόσωπα μόνον της θειότητας, εφόσον και αυτή η θειότητα δεν ήταν άλλο από ένα κάτοπτρο της εξαιρετικής ατομικότητας των κυρίαρχων.


Όμως η αλληλομετατροπή των κατοπτρισμών μεταξύ της θειότητας και της εξαιρετικής ατομικότητας του κυρίαρχου δεν ήταν μόνον εκπορευόμενη από την ίδια την εξαιρετική ατομικότητα του κυρίαρχου προς το θείον αλλά ισοδυνάμως (εκπορευόμενη) και αντίστροφα εκπορευόμενη από την θειότητα (ως αρχή) προς το εξαιρετικό άτομο της κυριαρχίας.
Συνεπώς η εξαιρετική ατομικότητα του κυρίαρχου και η θειότητα συνκαθίστανται και συνθεμελιώνονται ως θεμέλια το ένα στο άλλο.
Δεν είναι μόνον το εξαιρετικό κυρίαρχο άτομο που παράγει την θειότητα αλλά και η ίδια η αρχή της θειότητας που παράγει το εξαιρετικό κυρίαρχο άτομο.
Η απόσπαση της θειότητας και του εξαιρετικού ατόμου είναι η κοινή μήτρα που γεννάει την αριστοκρατία ή αλλιώς την ελίτ του πολέμου και της αυτονομημένης πίστης.


Στο υπόβαθρο αυτής της απόσπασης βρίσκεται μια κατά τα φαινόμενα στατική αγροτική παραγωγική κοινότητα που κυριαρχείται από την άρχουσα τάξη ως πολεμική και ιερατική ελίτ, η οποία όμως (ως αγροτική παραγωγική κοινότητα) ζει στον μεγάλο κύκλο της αγροτικής παραγωγής που σημαίνει μιαν δυναμική ισορροπία μεταξύ των ειδικά ανθρώπινων δημιουργικών/παραγωγικών συντελέσεων και της (εξωανθρώπινης) Φύσης.
Ούτε η Φύση κυριαρχεί αλλά ούτε και κυριαρχείται, κάθε άνθρωπος που έχει βιώσει κατ'έλάχιστον την αγροτική (αλιευτική, τροφοσυλλεκτική, κυνηγετική, βοσκητική) εργασία, γνωρίζει πως ποτέ η Φύση, ακόμα και τώρα βέβαια, δεν χαρίζει κάποια μορφή εξασφάλισης και απόλυτης προβλεψιμότητας ως ελεγχόμενο ον.
[Μόνον μέσα στα νεοκτηνοτροφικά κρεματόρια, σήμερα πλέον, επιτελείται το χυδαιότερο κατόρθωμα "τοπικής" καθυπόταξης της Φύσης ως συνσυντελεστού της αγροτικής εργασίας].
 
 
 
 
Ας δούμε όμως πάλι την ελίτ:
Αυτή η κοινότητα των ιερέων και πολεμιστών που αποσπάται και οργανώνει έναν κόσμο ατομικής και θεοκεντρικής εξαιρετικότητας και περιπέτειας (και βίας, κυριαρχίας, διάκρισης, σε ένα αρχικό --διατηρούμενο ως τα τώρα-- ναρκισσιστικό πλαίσιο) οργανώνει έναν χωροχρονικό κόσμο που δεν βρίσκεται στην επιφάνεια του αγροτικού υλικού και υλικοπαραγωγικού υποβάθρου, αλλά στην κυριολεξία υπερίπταται υπέρκειται αυτού.
Τότε γεννάται η διάκριση μεταξύ στρατηγικού πεδίου οργάνωσης της κοινωνίας και κοινωνίας ή "λαού".
Η ίδια η διάκριση των εννοιών του (α1) λαού ή της κοινωνίας (και κοινότητας) από το (β1) αποκοπτόμενο τμήμα της ενιαίας αρχικά κοινότητας (αν και όχι απόλυτα ενιαίας), περιέχει την έννοιά τους ενδογενώς ως του λαού ή της κοινωνίας (α2) ως ενός παρακολουθήματος της αποκοπτόμενης ελίτ, και (περιέχει την έννοια) μιας (β2) ελίτ που ως μη-λαός ή μη-κοινωνία τον (την) κανοναρχεί και τον (την) ταξινομεί ως ήδη παρακολούθημά του (της).
Η ίδια όμως η κανονάρχηση και ταξινόμηση μπορεί να είναι (εκ των πραγμάτων) εξίσου το αρχικό αίτιον της ίδιας της ύπαρξης της ελίτ και του λαού<>παρακολουθήματός της.


Και στις δύο εκδοχές της διεργασίας αποκοπής (που στην πραγματικότητα είναι πτυχές τής ίδιας διεργασίας) αυτό που δημιουργεί την αποκοπή δεν είναι το υπερπροϊόν ή το πλεόνασμα αλλά μάλλον η ίδια η αποκοπή ως λειτουργία (και στις δύο πτυχές της) είναι που προκαλεί την πίεση για υπερπροϊόν ή πλεόνασμα.


Σίγουρα υπήρχε ένα μεγάλο ιστορικό διάστημα κατά το οποίον ενώ υπήρχε δυνατότητα παραγωγής υπερπροϊόντος ή πλεονάσματος αυτό δεν δημιούργησε αυτόματα ή συνεπαγωγικά την αποκοπή κάποιας ελίτ ή άρχουσας τάξης από την αγροτική κοινότητα.
Εγώ θα έλεγα μάλιστα πως ίσως πάντα να υπήρχε η παραγωγική δυνατότητα παραγωγής υπερπροϊόντος ή πλεονάσματος, αλλά τούτο δεν παράγονταν συστηματικά ή και καθόλου διότι δεν υπήρχε λειτουργικός λόγος για να παραχθεί ή να επιδιωχθεί η παραγωγή του. 


Η πολεμική και ιερατική ελίτ δεν αποτελεί λοιπόν μιαν "επιφάνεια" μιας ήδη υπάρχουσας αγροτικής κοινότητας, αλλά η ίδια η αγροτική κοινότητα (και ως υπόβαθρο της ελίτ) παράγεται ως έχει με την διεργασία της αποκοπής της ελίτ, και "από την άλλη" ο συγκροτούμενος από αυτήν (την ελίτ) ειδικός κοινωνικός χωροχρόνος (της) είναι αποτέλεσμα της ίδιας ακριβώς λειτουργικής διεργασίας, η οποία παρουσιάζεται ούτως ως μια διεργασία παραγωγής και των δύο κύριων ομάδων (κυρίαρχων και αγροτικής μάζας).
Αντί για σχέση ταξικής μορφής και κοινωνικού υλικού περιεχομένου, όπου η ταξική μορφή παράγεται ή αναδύεται από ενδοδιεργασίες του κοινωνικού περιεχομένου, έχουμε στην πραγματικότητα μια διαλειτουργική συνίδρυση των δύο τάξεων με τελικό αποτέλεσμα και όχι πρωτογενές αίτιον την παραγωγή και διαχείριση ενός υπερπροϊόντος ή πλεονάσματος.


Αυτή όλη η διεργασία σημαίνει πράγματα που οι μαρξιστές ή μαρξίζοντες μάλλον δεν θέλουν να συζητήσουν ή σκεφτούν, ακόμα κι αν τους επινοήσουμε ή δεχτούμε σε μιαν φαινομενικά αντικρατικιστική ή αντι-κυριαρχική μορφή, εφόσον το ζήτημα της ιστορικής συγκρότησης των δύο κύριων τάξεων ή της σχέσης ελίτ και μάζας δεν υπόκειται στα δυϊστικά πλαίσια με τα οποία έχουν μάθει να (μην) σκέφτονται.
Αν ο κυρίαρχος είναι ένα χωροχρονικό πλεόνασμα εκ τής λειτουργικής απόσπασης του κοινωνικού χωροχρόνου ή χρόνου, από την άλλη είναι ούτως (συνεπαγωγικά) και ταυτόχρονα η ζωντανή και όχι νεκρή συμπύκνωση τής πλεονασματικής ενέργειας τής εργαζόμενης πλειονότητας (αρχικά αγροτικής).
Με αυτό τον τρόπο όμως η μείωση ελάττωση αποζωοποίηση και απάντληση της (πρωταρχικής λ.χ) ζωντανής εργασίας δεν σημαίνει ήδη από τότε κανέναν σχηματισμό κάποιας νεκρής ή νεκρόφιλης αποκοπείσας ιεραρχικής ταξικής οντότητας ή ελίτ, τουναντίον, αυτή η οντότητα όντας το πρώτο χωροχρονικό αποτέλεσμα και θέαμα της απαντλημένης και απομυζημένης ζωντανής εργασίας ή δραστηριότητας σφύζει από ζωή και ενεργητικότητα. 
Η απώλεια ή απομείωση τής ζωής από το παραγμένο ως υλικό/υλικοπαραγωγικό υπόβαθρο της κοινής ζωής και το θέαμα της διεργασίας αυτής δεν ήταν, δεν είναι και δεν θα είναι ποτέ ένα νεκρό.
Ο ταξικός βρυκόλακας σε αντίθεση προς τον συνήθως ούτως σημαινόμενο δεν πάσχει από κανένα νεκροφιλικό σύνδρομο ούτε δεν ζει, τουναντίον ζει και παραζεί, εκτείνεται παντού, μάλλον δεν ξέρει τι να την κάνει τόση ζωή όση έχει "εντός" του.
Η αντίληψη του λαού ως προς αυτό και το θεαμά του είναι απολύτως ορθή, παρά το "αλλοτριωτικό" της ιδιάζειν και εξηγεί περισσότερα από τις εποπτείες διανοουμένων ή εκδιωχθέντων ή ματαιωθέντων ιερέων και καλλιτεχνών που μάλλον θρηνούν αιωνίως την μη συμμετοχή τους στην γιορτή της ολιγαρχικής πλεονασματικότητας, επικαλούμενοι όπως πάντα ζητήματα "ποιότητος", κατά τα επαγγελματικά τους ήθη.
Όταν ο λαός ή "λαός" κοιτάει ζηλιάρικα από το παράθυρο του αφέντη το γλέντι είναι καταφανώς τιμιότερος του ματαιωμένου διανοούμενου.
Αυτό που δεν ξέρει ο λαός και το ξέρει η ματαιωμένη διανοητική ελίτ αλλά δεν το λέει ξεκάθαρα στον λαό, επί του οποίου δημαγωγεί ή τον υβρίζει χυδαιότατα (υβρίζοντας και την υποτιθέμενη ζωωδία του), είναι πως το γλέντι αυτό ήταν και παραμένει κάτι πέραν του φαινομένου γλεντιού, είναι επικίνδυνο και λέγεται: αναντίστρεπτος χρόνος ως εξουσία και χρόνος της, ως προσωπική ευθύνη επί κρίσιμων αποφάσεων, ως τέχνη της διαχείρισης, ως μεγάλος χρόνος και κρίσιμος χρόνος, ως πρόγραμμα, ως γραφή, ως χρόνος-γραφή. 
Όπως θα είναι πάντα..




Ιωάννης Τζανάκος.

Τα κορόϊδα της ενδοχρονικότητας ή, Ο Χρόνος ως (μόνον) Χρόνος..


Ο χρόνος δεν περιέχει απλώς (ή μόνον, ή ως εν γένει) μιαν πτυχή κατά την (ιστορική) ισχύη τής οποίας διενεργείται η ανταλλαξιμότητα τού χρόνου όπως είναι κατατεμαχισμένος υποτίθεται σε ισομερή και αδιαφοροποίητα τμήματα.
Ο χρόνος που περιέχει τούτες τις ιδιότητες είναι ο χρόνος ως χρόνος, ο χρόνος ο περίκλειστος στον εαυτό του.
Ο χρόνος ως χρόνος, ήτοι ο χρόνος ως μόνον-χρόνος κατά την καθεαυτότητά του αλλά και ως διαμεσολαβημένος από οποιαδήποτε κοινωνικοϊστορική δύναμη χωρίς όμως να περιέχει την (αυτο-)άρνησή του, είναι ένα εκ της συστάσεώς του μέσο τής κάθε υποδούλωσης.
Ο (ανθρώπινος) χρόνος είναι η άρνηση του υπαρκτού ή του αισθητού μόνον όταν περιέχει μιαν απόλυτη (αυτο-)άρνησή του ως χρόνου.
Ως εκ τούτου τα αμιγώς χρονοειδή προγράμματα απελευθέρωσης των υπόδουλων ανθρώπων της καθημερινής ανωνυμίας, ακόμα κι αν ενδύονται τους λαμπερούς αυτοπροσδιορισμούς μιας αόριστης, αν και αυτοανακηρυσσόμενης ως εργατοσυγκεκριμένης, παιγνιώδους φύσεως (προερχόμενης από κύκλους ευφάνταστων διανοουμένων), δεν είναι κάτι άλλο από μίαν ακόμα επιβεβαίωση της ολικής κυριαρχίας της νεωτερικής μορφής της ζωής (αστικής ή υποτίθεται μετα-αστικής).
Όπου, το αντεστραμμένο είδωλο τού απόλυτα χρονοειδούς χρόνου δεν είναι τίποτα άλλο από έναν άλλο χρονοειδή χρόνο, ίσως μάλιστα αυτός να είναι αποσπασματικότερος από τον "τυπικό".
Υπάρχει ποιοτικός χρόνος μόνον αν είναι και μη χρόνος.
Ο χρόνος ως (μόνον) χρόνος είναι ακριβώς ο παράγων τον χρόνο ως ποσότητα ισομερών και ομοιόμορφων μονάδων αποκομμένων μεταξύ τους και ενοποιημένων στο πλήθος των πραγμάτων που μπορεί να είναι ή να μην είναι εμπορεύματα, αλλά πάντως κυριαρχούν στην ζωή των ανθρώπων δια της κυριαρχίας αυτού  τού χρόνου, του χρόνου ως (μόνον) χρόνου, ως ενός περίκλειστου και απόλυτου νοήματος εις το οποίο έχουν φυλακισθεί εντός τόσο οι εμφανείς ηγεμόνες της καπιταλιστικής ζωής όσο και οι μη εμφανείς ηγεμόνες της καπιταλιστικής ζωής, ήτοι (στην τελευταία περίπτωση) οι αισθητικές αιρέσεις και πρωτοπορίες.


Η αστική τάξη ως ιστορική τάξη δεν είναι οικειοποιητής ή αξιοποιητής αυτού του χρόνου, του χρόνου ως (μόνον) χρόνου, αλλά κατασκευαστής του, αν βέβαια την ορίσουμε κυρίως ως δυναμική των πραγμάτων και όχι ως ένα βουλητικόν ή υποστασιακόν υποκείμενο.
Κατασκευάζοντας αυτό τον χρόνο, δηλαδή τον χρόνο ως αυτάρκη θεότητα του όντος, κατασκευάζει και τις υποσυνέπειές του, ήτοι, τις ποσοτικοποιήσεις, τεμαχίσεις, ανταλλαξιμότητες κ.λπ που προαναφέραμε.
Μία από τις υποσυνέπειες αυτής της μεγάλης ιστορικής και ιστορικο-οντικής μεταβολής των θεμελίων της ζωής, είναι η εμφάνιση εδώ και κει διαφόρων αιρετικών εκφάνσεων της ίδιας αυτής τής περί τον χρόνο θρησκείας. 
Η απορρόφηση αυτών των αιρέσεων του δόγματος της ενδοχρονικότητας, όσο και αν αυτές να σφαδάζουν μέσα στις ασθενείς γραμμές ποιοτικών ή μάλλον ποιοτιστικών αντικαπιταλιστικών οχυρών Μαζινώ, είναι μια ήρεμη και γαλήνια διεργασία ανανέωσης του καπιταλιστικού ιστορικού δόγματος, το οποίο απαλλαγμένο από τις ενοχλητικές φεουδαλοστρατιωτικές μορφές του μαχόμενου (αν και γραφειοκρατικού) σοσιαλισμού μπορεί να πλαισιωθεί από το όποιο αντίθετο δόγμα αρκεί να μην αμφισβητηθεί το κύριον θεωρητικό και οντικό δόγμα, δηλαδή ο χρόνος ως (μόνον) χρόνος. 
Όποιος πίστεψε πάρα πολύ στην επανοικειοποίηση του χρόνου αυτού δια της διατήρησής του ως γενικού χρονοειδούς και δια της αποκοπής των "ποσοτικών" (ανταλλάξιμων) πτυχών του, και έψαξε ελλόγως ή έψαυσε με τις ενοράσεις του έναν άλλο ποιοτικό χρόνο εντός αυτού του ψευδοαρνητικού, μετατράπηκε και αυτός σε άλλο ένα κορόϊδο της ιστορικής αποκάλυψης.
Το γεγονός πως δεν είσαι αποδεκτός κατά τον βίο σου, και πως εφορμάς εις τον πυρήνα της αλλοτρίωσης (όπως σας αρέσει να λέτε) με τα ίδια τα μέσα της βαθύτερης θεμελίωσής της, μπορεί να σε διασώζει όσο ζεις εν τω χρόνω, αλλά πάντως δεν σε διασώζει από την κατάντια να θεωρηθείς κι όλας "εθνικός θησαυρός" της Γαλλικής γαμιολοκρατορίας, δημοκρατίας θέλω να πω..







Ιωάννης Τζανάκος



αλλά όχι τη σιωπή..



Πριν σωπάσεις τραγούδα
αλλά όχι τη σιωπή
Όχι άλλο πιά,
 
Τραγούδα τον μόνο προορισμό
και τα λάθη του τα χρωματιστά
Τραγούδα την θλίψη του ενός
και τα πάθη του τα απροσπέλαστα,
 
Πριν από όλα θυμήσου φίλε
         πως όλα είναι κανενός
                αλλά ολόδικά σου 
                       αν τραγουδάς,
 
Τραγούδα τώρα
Θυσιάζοντας αυτό το καταραμένο τώρα
       που σε φυλάκισαν ψευδοπροφήτες
                                                λυτρωτές
                  και άλλα όντα της απωλείας
                                 του αιώνιου τίποτα
        που σε στεφάνωσε εκείνη τη νύχτα..
 
 
 
 
Ιωάννης Τζανάκος

Δρεπάνι

Δρεπάνι
Δρεπάνι..

Αρχειοθήκη ιστολογίου

Kurdistan

Nichts

Nichts

Πολιτική και Γεωπολιτική..

Στα όρια..

Ουρανός

Ουρανός

Ερμηνείες της ιστορίας..

Επιστημονικά και επιστημονικοφανή..

αριστερές ιστοσελίδες..