Τετάρτη, 30 Νοεμβρίου 2011

Υλισμός και Εσωτερικότητα ως Κατηγόρηση..




Οι συνδέσεις και οι διαιρέσεις των κατηγορήσεων (επί) του όντος έχουν στερηθεί τον ταυτοτικο-οντολογικό τους χαρακτήρα, δηλαδή την οντολογική ενότητα κατηγόρησης-κατηγορήματος με το όν, πολύ πριν αμφισβητηθεί η οντολογική σχέση μερικού ολικού όπως κατηγορείται απο την όψη του ολικού. Σχεδόν πάντα ένας ταυτοτικός προσδιορισμός του όντος περιέχει  την κατηγόρηση ως προβληματική εσωτερική σχέση μερικού-ολικού,  και πριν ακόμα αμφισβητηθεί ξεκάθαρα η οντολογική ενότητα σημαίνει την μη-ενότητα τους υπό το φώς του ολικού(συνήθως)  ή και του μερικού, μη ενότητα που υπερβαίνεται μετά απο σκληρόν εσωτερικό  αγώνα.
Τι είδους αγώνας είναι αυτός ;
Έχει πάψει αυτός ο αγώνας να είναι σχετισμένος άμεσα με το όν;
Ισχυρίζομαι, χωρίς να λέω κάτι καινούργιο βέβαια, πως ο αγώνας των κατηγορήσεων και των νοητικών-γλωσσικών προσδιορισμών, είναι όπως ήταν, και θα είναι πάντα, ένας αγώνας άμεσα σχετισμένος με τον αγώνα του όντος έξω της Διανοίας-Γλώσσας, μόνον η αυτοσυνείδησή του επήλθε δια των Hegel-Marx, αυτοσυνείδηση με τρομερά αποτελέσματα.
Η περιπεπλεγμένη σε εσωτερικές διαμεσολαβήσεις διεργασία της σκέψης, σημαίνει ακριβώς την ριζική εμβολή εντός της των εξωτερικών οντικών διαμεσολαβήσεων, όπως όμως αυτές σχηματίζονται σε ένα συμβολικό και υλικό επίπεδο. Η αντενέργεια της σκέψης είναι αντενέργεια επι ενός ενιαίου στρώματος υλικών πράξεων-συμβολοποιήσεων. Πριν όμως υπάρξει αυτή η περίφημη αντενέργεια, η σκέψη διεργάζεται εντός της αυτό το ενιαίο στρώμα ως ενιαίο στην κυριολεξία και όχι ως διττό αν και ενιαίο, δηλ.  ύλη<>σύμβολο..
Η πραγματικότητα είναι υλοσυμβολική και όχι υλική-συμβολική, και η αντενέργεια της συμβολικής διεργασίας επι της υλοσυμβολικής δεν είναι παρά το αποτέλεσμα μιας άλλης υλοσυμβολικής πραγματικότητας, της εσωτερικής ενδιάθετης σκέψης.. Η εξωτερίκευση της υλοσυμβολικότητας της σκέψης είναι συμβολική, και της υλοσυμβολικότητας των "άλλων" όντων, ανθρώπων ζώων και πραγμάτων, είναι υλική. Υλικό είναι μόνον το "Άλλο".
Με αυτήν την έννοια πριν ακόμα προχωρήσουμε στην εξέταση της σημασίας της διαφοράς εξόδου ως διαφοράς που σημαίνει κάτι για το ένδον του κάθε "πόλου", θα έπρεπε να διαπιστώσουμε την τρομερή σημασία της εμφάνισης του Υλισμού στην ανθρώπινη σκέψη, ως μιάς καταρχάς θεμελιακής προυπόθεσης για τον σεβασμό του όντος και φυσικά του άλλου ανθρώπου, και συνεπαγωγικά την εξέταση της κοινωνικής υπόστασης του ανθρώπινου όντος. Ο Hegel απο αυτή την σκοπιά δεν είναι απλά ένας προπομπός του Marx, αλλά ήδη ένας σχηματισμένος πλήρως Υλιστής, και φυσικά καλοσχηματισμένος. O Marx αναπτύσσει τον εγελιανό υλισμό στο υψηλότερο βαθμό διαύγειας και αποτελεσμάτων, ο Υλισμός της Ιστορίας είναι, αν και με τον ψευδώνυμο τίτλο "Ιστορικός Υλισμός", ενα απο τα διαυγέστερα κάτοπτρα της κοινωνικής αντίθεσης, όχι μόνον στο επίπεδο της ταξικής "αλλο''τρίωσης, την "ταξική πάλη", αλλά και στο επίπεδο της εν γένει πολιτικο-παραγωγικής διεργασίας. 
Το πρόβλημα όμως παραμένει. Η σαφής (δι-)εμβολή του υλοσυμβολικού της σκέψης απο το υλοσυμβολικό της "εξωτερικής πραγματικότητας", δεν σύρει τον αντίθετο χορό, της (δι-)εμβολής αυτού του πραγματικού απο το πραγματικό της σκέψης. Ίσως απο αηδία για τους αιώνες αντίθετης ροπής, εγκαταλείφθηκε αυτή η προσπάθεια.
Όμως το κατηγορείν είναι μια αμφίρροπη διεργασία. Η σύνδεση και η ενότητα δεν θα επιτευχθούν ποτέ, αν δεν συντελούνται διαρκώς, ακριβώς με την (αυτο-) συνείδηση της διπλής προέλευσης της επίτευξής τους: φυσικά στην εξωτερική ενότητα των κατηγορήσεων στο ον, αλλά και κάτι που ξεχνιέται απο τους μαρξιστές, στην εσωτερική συμβολική ενότητα της σκέψης, όπως αυτή όμως εννοείται όχι μόνον ως απεικονίζουσα αλλά και ιδρύουσα τον εξωτερικό κόσμο του Όντος.



                              Ι.Τζανάκος 30/11/2011

Τετάρτη, 23 Νοεμβρίου 2011

Κήπος..



Η φίλη μου η Ελισσάβετ μου δήλωσε, δεν θέλει τίποτα άλλο, απο τον Κήπο της Εδέμ...













                                        .....

Τρίτη, 22 Νοεμβρίου 2011

Η νεωτερική "Καταδήλωση"...



Η διάκριση ανάμεσα στο Νόημα και την Σημασία, δεν μπορεί να αφορά την σημειακή σχέση δύο πόλων, του σημείου και του σημαινόμενου πράγματος μέσω μιάς σημαίνουσας πράξης, την οποία θα αντιπροσώπευε το σημαίνον Νόημα ή Σημασία, αλλά μια σχέση καταδηλωτικού και συνυποδηλωτικού προσδιορισμού του Σημειακού, όπου το καταδηλωτικό αντιπροσωπεύει την Σημασία και το συνυποδηλωτικό αντιπροσωπεύει το Νόημα. Μιά τέτοια διακριση προστατεύει την αντικειμενικότητα της Σημασίας και την συνήθη πρόσδεσή της σε μιαν έννοια "πλάτους", ενώ απο την άλλη αφήνει στην Νοηματική πράξη την δυνατότητα συνθετικής, με την λογική-ορθολογική έννοια, επέκτασης της θεμελιωτικής "αντικειμενικής" διεργασίας της Σημασιο-δότησης, αφού η γενικότητα και η ευρύτητα της Σημασίας μπορεί να διαμεσολαβηθεί απο  τον διερμηνεύοντα παράγοντα, χωρίς να ορίζεται αυτός ως ξέχωρός "δομικά", αλλά σε εσωτερική συνάφεια με τον καταδηλωτισμό της σημασιακής πράξης. Όλα αυτά έχουν την αξία τους εφόσον θεωρούμε την ευρύτητα της Σημασίας ως το μη αντιθετικά προς την νοηματική πράξη προσδιορισμένο βάθος που αντιστοιχεί σε ένα οριακά αναπτυσσόμενο βάθος που απορρέει απο τις διασαφητικές πρακτικές της νοηματοδοτικής πράξης. 
Ούτως, ενώ προβληματίζει αρχικά η τοποθέτηση της σημασιοδοτικής πράξης στο βάθος της σημειακής διεργασίας αφού είναι -συμφώνως προς την "γλωσσολογική επανάσταση"- το  γενετικό βάθος της προτασιακής μονάδας, ενώ είναι μια λειτουργία "πλάτους", το πρόβλημα λύνεται με το να αφαιρείται η συσχέτιση με την ολική-γενετική κοινωνική σημασιακή διεργασία. Φαίνεται λοιπόν, η Σημασία, απο την σημειακή θέση της πρότασης ή της δομής του Λόγου  να φανερώνεται ως το "πολιτισμικό" βάθος, που βαθύνεται λογικώς είτε με τις διασαφήσεις του διερμηνεύοντος γενικά ή πιο ειδικά δια της ακόμα πιο εμβαθυντικής "σχεσιοποίησης-σχετικοποίησης", μέσω της συσχέτισης με άλλα αναφορικά-σημασιολογικά συστήματα.
Οι κοινωνικές Σημασίες όμως δεν δημιουργούνται δια των νοηματικών διασαφήσεων, ή έστω μόνον δι'αυτών, η γενικότητα τους ως το απόλυτα οριοθετημένο βάθος και πλάτος της νοηματικής πρακτικής δεν αναιρείται ακόμα κι αν φανταστούμε την νοηματική διασάφηση να αποτελεί έναν κατα καιρούς ρηξιακό παράγοντα διερμήνευσης τους.
Ειδικότερα η συσχέτιση καθίσταται προβληματική αν θεωρήσουμε πως η ρηγμάτωση της σχέσης τους ως ενοποιημένων προσδιορισμών, αποτελεί Λόγο για την ίδια την εσωτερική συγκρότησή τους ως ιδιαίτερων προσδιορισμών. 
Η γένεση και η ανάπτυξη της Νεωτερικότητας αποτελεί διεργασία χωρισμού τους υπό την κυριαρχία του Νοήματος, το διερμηνεύον καθίσταται στην πραγματικότητα δια της ένωσής του με το Νόημα, την νοηματική πρακτική, ο πόλος που μετατρέπει το σημειακό, κατά Peirce, τρίγωνο, σε δίπολο, σε κολασμένο δίπολο της σκέψης και της "ζωής"...
Η ανάδυση της χρονικότητας του νοηματοδοτείν σε αχρονικότητα της νεωτερικής σκέψης, φαίνεται να δημιουργεί ένα ακόμα πιο ανακρυσταλλωμένο απο τους πάγους της σταθερότητας καταδηλωτικό  σύστημα. Η διαρκής κίνηση διασαφήσεων και λογικών ερμηνειών αποτελεί την Σημασία της ζωής, το Νόημα αποικίζει την ζωή με την σταθερότητα των διαρκών εξ-ορθολογίσεων, και ενώ κατά το παρελθόν το παρελθόν αποτελούσε το ανακρυσταλλούμενο κέντρο της ζωής, σήμερα αυτό το κέντρο-το κυρίαρχο σημείο- το επιτελεί το Νόημα, άρα το μέλλον, η διαρκής εξήγηση-ερμηνεία μιάς διαρκώς μετατοπιζόμενης ζωής.. Στο μέλλον αυτής της νέας ιδεολογίας δεν υπάρχει παρελθόν. 
Για την σχέση όμως των αξόνων του χρόνου με τους προσδιορισμούς του Νοήματος και της Σημασίας θα μιλήσουμε αναλυτικά αργότερα..





                                     Ι.Τζανάκος   22/11/2011

Σωματική φθορά και Εξουσία..



Αν κανείς δεν ζήσει τον πόνο της φθοράς του Σώματος, έστω σαν εναισθητικός παρατηρητής της, δεν μπορεί να καταλάβει την δύναμη της Εξουσίας. Εκτός απο τις απειλές και την Βία των μεγάλων στιγμών της, εκτός απο τις προγραφές, τις φυλακές και τις σφαγές, η Εξουσία κατέχει την μακροπρόθεσμη προοπτική του Σώματος,  μαλάσσει τον χρονικό του Ορίζοντα με τις θωπείες και τις "ανασφάλειες" της περίθαλψης της αρρώστειας και των γηρατειών, με τις υποσχέσεις μιας παραχωρημένης αξιοπρέπειας. Η ισχύς της θεωρίας του Φουκώ και η επιβίωσή της, παρά τις ανακρίβειες και τις νιτσεικές εμμονές, εδράζεται σε αυτήν ακριβώς την απεικόνιση της "ήπιας" επιβολής της νεωτερικής Εξουσίας πάνω στον χρόνο των Σωμάτων.
Η προσωπική μου εμπειρία, με αναγκάζει να δεχτώ την οπτική του Φουκώ, σαν το νηφάλιο ανεξουσιαστικό συμπλήρωμα του μαρξισμού, αφού σίγουρα δεν υποκύπτει στις συνήθως μελοδραματικές εικονοποιήσεις του αναρχισμού, αλλά απο την άλλη δεν μπορεί να ενταχθεί σε έναν ομαλό και αισιόδοξο μαρξισμό της  μεγάλης "Ιστορικής απελευθέρωσης"..



                                     Ι.Τζανάκος  22/11/2011

Τρίτη, 15 Νοεμβρίου 2011

Σωματικότητα και σάρκα..



" Το να φέρω στο φως τον δικό μου, τον αναχθέντα στην δική μου κυριότητα έμψυχο οργανισμό, σημαίνει ήδη ότι εν μέρει έχω φέρει στο φώς την ουσία του στοιχείου της κυριότητάς μου, που ενυπάρχει στο αντικειμενικό φαινόμενο εγώ, ως αυτός ο άνθρωπος. Όταν ανάγω τους άλλους ανθρώπους στη σφαίρα κυριότητάς μου, αυτό που λαμβάνω είναι σώματα ανήκοντα στη σφαίρα κυριότητάς μου. Αντίθετα όταν ανάγω εμένα σε αυτή την σφαίρα, τότε αυτό που λαμβάνω είναι ο έμψυχος οργανισμός μου και η ψυχή μου, ή εγώ ως ψυχοφυσική ενότητα: μέσα σ'αυτήν συγκροτείται το προσωπικό μου εγώ, που επενεργεί σ'αυτό τον έμψυχο οργανισμό και μέσω αυτού στον εξωτερικό κόσμο, που πάσχει απ'αυτό τον κόσμο και συγκροτείται έτσι γενικά χάρη στην συνεχή εμπειρία τέτοιων ιδιότυπων συσχετισμών του εγώ και συσχετισμών της ζωής ως ψυχοφυσικά ενιαίο με τον σωματικό έμψυχο οργανισμό"
Edmund Husserl - Kartesianische Meditationen, v-44 / μεταφρ. Π.Κοντός  εκδ.Ροές



Η σάρκα του έμβιου όντος, είναι το σώμα της μοναδικής αναγκαιότητας,  που δεν ανα-καλύπτεται αναγκαία ως μοίρα του πάσχειν, ως πάσχειν περίκλειστα αναγκαίο απο τους Λόγους και τις αλήθειες, ή ως πάσχειν περίκλειστα αναγκαίο απο την αναγκαία σχέση κάθε σώματος με τους φυσικούς ή άλλους προσδιορισμούς..
Ο Husserl αγωνίζεται τον καλό αγώνα της ανάδυσης του κεκρυμμένου απο την ορθολογικότητα όντος της ιδιο-σωματικότητας, καταλήγοντας "εκεί" μέσα απο τις περίφημες αναγωγές και εποχές του, αλλά δεν μπορεί να δεχτεί την σαρκικότητα ως κάτι άλλο απο την θέση ενός απο τους προσδιορισμούς της εγω-λογικής υποκειμενικότητας, σε σχέση με όλους τους άλλους προσδιορισμούς-κόμβους.Όμως..
Η σάρκα της θειότητος δεν συνενώνει απλά εκ των υστέρων την ταυτότητα της σάρκας, του απόλυτα τοποθετημένου στο πάθος Όντος, με το σώμα του κόσμου, ούτε είναι μια προυπάρχουσα παραγωγική ταυτότητα που έχει προ-ανηρημένη την ιδιότητα της διττότητας, εκρρέοντας την ως Μορφή. Η σάρκα της θειότητας εγκαταβιεί στην απολυτότητα του πάθους, όπου όμως δεν ισχύει παρα μόνον η Θυσία της ύπαρξης, και κάθε νοητικού ή σωματικού ή άλλου προσδιορισμού.
Η σάρκα πάσχει σαν να δέχεται όλη την οντότητα και τα "πολλά" της, σε ένα χέρι, σε ένα βλέμμα, σε μια ψυχή, σε ένα σώμα, συνθλίβοντας τα μέσα στην άρρητη μοναδικότητά της ως δεχομένου.
Αυτός ο Κόσμος, της σάρκας, περικλείεται στην απερίκλειστη απο ενέργεια σαρκικότητα. Το όνομά της, Σάρκα, δεν σημαίνει τίποτα, παρά μόνον ως σήμα της σημειακής υπέρβασης της παθητικότητας και του ενεργείν στο απόλυτο Πάθος.
Το βλέμμα δεν ορίζει τον κόσμο, ο κόσμος δεν ορίζει τον εαυτό του, εκεί..
Θυσία σημαίνει το πάθος του ενεργείν μόνον ως πάθος. Ρίψη στο κάθε άλλο, και -πάνω απο όλες τις αναγκαιότητες- ρίψη στον αναγκασμό να είσαι το κάθε Άλλο, να γίνεις μόνον το Άλλο, να χαθείς κάτω απο το δικαίωμα του Άλλου, σε απεριόριστες στοιβάδες μέσα στο Άλλο, συνεχώς να αίρεις τον εαυτό σου, ως να συναντήσεις το κενό που προσμένει την αλήθεια της σάρκας, το τέλος πριν το τέλος, την αρχή όλων των σωμάτων, στην υπέρτατη σωματικότητα, την Σάρκα.
Η σάρκα δεν επενεργεί, όπως η ψυχοφυσική οντότητα κατά Husserl, ούτε στην εγωική ταυτότητα που "προηγείται"-Λογικά,(εφόσον είναι προφανές, ότι η εγωική ταυτότητα ενώ έπεται χρονικά, προηγείται Λογικά της ψυχοφυσικής), και δια μέσω αυτής στον εξωτερικό κόσμο, αλλά επίσης (και σε έναν δυνητικό "μη" χουσερλιανό Λόγο που μετατρέπει τον "έμψυχο οργανισμό"-Leib- σε σάρκα, και σε πρωτεύον -και λογικά και χρονικά- Όν) δεν επενεργεί καν -ως πρότερη του- στο εγωικό ταυτό (όπως αυτό εννοείται να ενοποιεί τον έμψυχο οργανισμό και την εγωική ταυτότητα), και δια μέσω αυτού στον εξωτερικό κόσμο. 
Είναι ο μαύρος μπαλαντέρ της εσωτερικότητας που διαπερνά το παν ως πάθος, ο τοίχος του καθρέφτη, η πίσσα του, το φώς ενός σκοτεινού Ήλιου, που θα επιβιώσει μέσα στις εκρροές των διαμεσολαβήσεων-όλων αυτών των "στιγμών" του "πνεύματος"- ως το υποδεχόμενο, ως το απόλυτο του Δέχεσθαι.
Χρωστάμε στον Husserl, την εμφάνιση της δυνατότητάς της, εντός των "ορθολογικών" διαμεσολαβήσεων, την υποψία ύπαρξής της, αν και δεν θέλω να ξεχνάμε την βαράθρωση κάθε βάθους-όταν το οικειοποιούνται οι λογικοί άνθρωποι- στις προφάνειες των φαινομένων.



                                                   Ημέρα στάσης εργασίας..


                                                 Ι.Τζανάκος 15/11/2011
                                                 

Δευτέρα, 14 Νοεμβρίου 2011

Η απόλυτη τομή../Αντισημιτισμός και Ιστορία..



Η στιγμή του Ολοκαυτώματος είναι μια στιγμή ίδρυσης του Απόλυτου.
Έπειτα, δεν υπάρχει πιά σκεπτικισμός, σχετικισμός, που να μην είναι ύποπτος.
Οι άνθρωποι ανεξαρτήτως τάξεως και εθνικότητας χωρίζονται σε κακοήθεις ηλίθιους αντισημίτες και στοιχειωδώς αληθινούς ανθρώπους, γιατί το να αρνείσαι το Ολοκαύτωμα σε κατατάσσει στον τόπο του Απόλυτου Ψεύδους, και το να δέχεσαι την ιστορική του ύπαρξη σε κατατάσσει στον τόπο της Απόλυτης Αλήθειας.
Η επιτυχία των Ναζί είναι ο σχηματισμός μιάς ανεξίτηλης ουλής στο σώμα της ανθρώπινης Μνήμης, η κατασκευή μιας αιώνιας ντροπής της ανθρωπότητας που δεν θα σβήσει ποτέ, ακόμα κι αν ξεριζωθεί δια παντός ο αντισημιτισμός. 
Διότι ακόμα κι αν σβήσει κάθε διαχωρισμός, ακόμα κι αν ξεραθεί κάθε πηγή μολυσμένη απο το δηλητήριο, δεν θα πάψει το γεγονός πως αυτό το γεγονός υπήρξε, ακριβώς σαν διανοητικό γεγονός.
Διότι, αυτό που οι διάφοροι απολογητές δεν ξέρουν, ή δεν θέλουν να θυμούνται, είναι ότι το συμβάν του Ολοκαυτώματος πρώτα απ'ολα συνυφάνθηκε με την δημιουργία μιας βεβηλωτικής ιδέας αποστέρησης όχι μόνον της ζωής ή της  "ζωντανής" ανθρώπινης ιδιότητας μιας εθνοτικής ομάδας, αλλά ακόμα πιό καθοριστικά και του Θανάτου ως ανθρώπινης ή ακόμα και ζωώδους  ιδιότητας. 
Ο ρατσισμός στην κορύφωσή του, συμπαρέσυρε και χώνεψε εντός του όλη την ιστορική αγριότητα, δημιουργώντας ωστόσο μια νέα ριζικά δημιουργημένη "ποιοτική" οντότητα:
Τον θάνατο ως γεγονικό συμβάν. Η ζωή έκτοτε φανερώθηκε να περιέχει τον θάνατο θανατωμένο απ'το τίποτα.
Τι να μας πούνε τώρα κι οι αγωνιστές του "λαού"!



                                   Ι.Τζανάκος   14/11/2011

Κυριακή, 13 Νοεμβρίου 2011

Κρασί..

       
   


Με δυνατό κρασί
χθονώ τη θλίψη

                                                                      Βαθιά στο κρανίο
                                                                      δουλεύουν μάτια
                            
                                                                      Χωρίς να το θέλω
                                                                      ακολουθώ ένα κερί

                                                                      Δεν έμεινε ψυχή
                                                                      χωρίς βάσανα

                                                                      Δεν θέλω κανέναν
                                                                      να σ'αγαπήσω
 
 
 
 
                                                                         Ι.Τζανάκος

Μνήμη...



Μιά ζωή θυμάμαι την ζωή μου γεμάτη προβλήματα, μιά ζωή οσμίζομαι στην ατμόσφαιρα δηλητήρια και τοξικές ιδέες, φίλους, συναδέλφους, συγγενείς, να δηλητηριάζονται απο το μίσος προς κάθε έτερο ον, με την ίδια ευκολία που δηλητηριάζεται ένα αμέριμνο και αθώο ζώο πίνοντας απο μια μολυσμένη λίμνη ένα νερό  επεξεργασμένο με τον πιό δόλιο τεχνικό τρόπο, να μην μυρίζει. 
Μιά ζωή θυμάμαι τις ίδιες περιβάλλουσες πολιτικές και οικονομικές μορφές, μιά ζωή θυμάμαι να σφίγγονται όλο και πιο στενά στον λαιμό μας, και μείς να ελπίζουμε να σταματήσει το σφίξιμο.
Δεν μπορώ πιά να θυμάμαι, θέλω να επιβιβαστώ σε ένα όχημα που θα τσουλάει στο μέλλον, σε ένα μέλλον άξιο των φίλων, των συναδέλφων, των αδελφών μου.
Άραγε πως φαντάζεται ο καθένας αυτό το όχημα;
Τί περιέχει άραγε το μέλλον μας αν δεν αρχίσουμε απο τώρα να κατασκευάζουμε μόνοι μας αυτό το όχημα;
Άραγε ποιοί είμαστε εμείς;
Ένα τόσο κοινότοπο ερώτημα, μόνο μια ηρωικά κοινότοπη απάντηση μπορεί να έχει:
Είμαστε μισθωτοί, μισθοσυντήρητοι..πως το λεν.
Όταν σκέφτομαι την ενότητα του κόσμου, θυμάμαι όμως, θυμάμαι ένα "ντοκυμαντέρ" για μια τεράστια πόλη στην Δυτική Αφρική, δεν θυμάμαι ούτε πως την λένε, ούτε σε ποιά χώρα ήταν. Θυμάμαι μόνο μυριάδες λαό, εργάτες, φτωχολογιά στους δρόμους, αγώνα, πείνα, ελπίδα.
Τι ντροπή να μη θυμάμαι..

    

                                                     Ι.Τζανάκος  13/11/2011

Σάββατο, 12 Νοεμβρίου 2011

Η πολιτική-πνευματική θεμελίωση της ταξικής πάλης.../ΚΑΙΣΑΡΙΣΜΟΣ

Αναδημοσιεύω εδώ την ανάρτηση του φίλου Rakis:"Το πλέον έχειν-Θουκυδίδης" (Rakis-ιστολόγιο/heroicodesembarazo) και τον διάλογό του με τον Δημήτρη, ο οποίος με παρακίνησε να αναπτύξω τις σκέψεις μου για την κυριαρχία και την στρατηγική. Ακολουθεί, μετά το κείμενο, η συνέχεια των σκέψεων που ανέπτυξα στην ανάρτησή μου "Το έδαφος της ταξικής απελπισίας", σε συνάφεια με την "εικόνα" της ρωμαικής κυριαρχίας. 

 

 

 

Σε μια υγιέστερη πόλη ο πολίτης, ακόμη κι αν κοιτά το συμφέρον του, θα ενδιαφερθεί και για τους συμπολίτες του. Προκείμενη του Θουκυδίδη είναι πως οι ηγέτες πρέπει να είναι οι πιο υπεύθυνοι από όλους. Αυτό που εξασφαλίζει την εσωτερική ενότητα είναι η απληστία να στραφεί έξω: ιμπεριαλισμός.
Από τη μία, η αυτοθυσία του Αθηναίου πολίτη και της πόλης ως συνόλου, ήταν το κλειδί της επιτυχίας. Ο επανορισμός του πολίτη ανάγεται σε ένα δημοκρατικό σύστημα όπου οι αμοιβές αφορούν αυτόν που προωθεί το κοινό καλό. Η πίστη του πολίτη στοχεύει στον ηγέτη που δεν εκμεταλλεύεται τις ρητορικές του ικανότητες για προσωπικό όφελος.
Από την άλλη, οι Αθηναίοι έχουν την τάση να κοιτάζουν το προσωπικό συμφέρον ακόμη και σε στιγμές μεγάλης καταστροφής.  Ο Θουκυδίδης διαφωνεί με τον Περικλή ως προς την επιτυχία της Αθηναϊκής Δημοκρατίας.  Για τον Περικλή είναι η Δημοκρατία, ενώ για τον Θουκυδίδη είναι η ηγεσία.
Διεθνείς πολιτικές σχέσεις
Η σταθερότητα της Αθήνας οφειλόταν στο ότι ικανοποίησε την απληστία της στους υπόλοιπους Έλληνες. Οι Αθηναίοι δεν αρνούνταν την απληστία τους. Αρνούνται πως είναι υπερβολικά άπληστοι και πως χρησιμοποιούν αδικαιολόγητη δύναμη στις υποκείμενες πόλεις τους. Η απληστία τους είναι σε νόμιμα πλαίσια. Η ηγεσία του Περικλή, επειδή ήταν με μετριοφροσύνη, μετρίαζε την απληστία.
Η απληστία είναι στην ανθρώπινη φύση ως άλογο ψυχολογικό πάθος και αναδύεται όταν οι συγκυρίες δυσκολεύουν την εύκολη απόκτηση των αναγκαίων της ζωής. Είναι, παράλληλα, και θέμα κουλτούρας. Στην Σπάρτη, περιορίζεται η απληστία των υπηκόων της. Στην Αθήνα, η απληστία στρέφεται έξω από τα σύνορά της. Για τον Θουκ. οι δημοκρατίες είναι άπληστες γιατί ο λαός είναι φύσει άλογος και άπληστος. Συνεπώς, ο ηγέτης είναι η λύση που μετριάζει την λαϊκή απληστία.
Ελπίς και Έρως υπάρχουν παντού. Πρόκειται για ψυχολογικά κίνητρα που εγκρίνουν την επιθυμία για την πράξη. Η επιθυμία του να θέλεις περισσότερα, καθαυτή ήταν η θεμελιώδης ορμή για τον αθηναϊκό ιμπεριαλισμό, σε συνδυασμό με την ελπίδα και την υπεραυτοπεποίθηση ύστερα από την κάθε επιτυχία.
Σύμφωνα με τον Θουκ. η μετά-περίκλεια εποχή επέτρεψε μία υπερελευθερία στο αλισβερίσι μεταξύ ηγετών-λαού που ενίσχυε την απληστία. Το νέο ήθος ήταν το ΠΛΕΟΝΕΚΤΕΙΝ. Παντού κυριαρχούσε το προσωπικό όφελος σε βάρος του κοινού καλού.
Διά τήν άγαν των πλεόνων επιθυμίαν (όπου το “πλεόνων” μπορεί να σημαίνει  ”των πραγμάτων” ή “της πλειοψηφίας”)
Επί Αλκιβιάδη, χάνεται και η παρρησία και η ισότητα.
Η καταστροφή οφειλόταν στο ότι οι Αθηναίοι δεν έβλεπαν μακριά. Αυτό δείχνει ότι ο Θουκ. δεν είχε πρόβλημα με την πλεονεξία αλλά με τη διορατικότητα του αθηναϊκού λαού.
Επί Περικλή, η ιμπεριαλιστική πλεονεξία μεταφράστηκε ως δόξα σύνολης της Αθήνας. Η δόξα αυτή υπερέβαινε κάθε διερώτηση ηθικής ευθύνης. Επομένως, βασική θέση του ιστορικού ήταν πως η πλεονεξία είναι υπεύθυνη για την ανθρώπινη πρόοδο.
Ανάμεσα στον Ηρόδοτο και τον Θουκυδίδη.
Αν ο Ηρόδοτος βλέπει την πλεονεξία ότι ορίζεται στο πολιτισμικό πλαίσιο, στον Θουκ. είναι φύσει ανθρώπινο χαρακτηριστικό.
Αν για τον Ηρ. ο ιμπεριαλισμός είναι καταδικαστέος και ανήθικος αλλά και άδικος γιατί παίρνεις όσα δε σου ανήκουν,που σύμφωνα με αυτή τη σκέψη οι Αθηναίοι καταστράφηκαν διαπράττοντας αυτήν την ύβρη, στον Θουκ. η αποτυχία οφείλεται στην αδυναμία της ορθής γνώμης και σωφροσύνης στο πλαίσιο όμως της ιμπεριαλιστικής πλεονεξίας. Σε σημεία του έργου του φαίνεται ότι η λύση για το θέμα της πλεονεξίας είναι “ακόμη περισσότερη πλεονεξία” από τη στιγμή που ελέγχεται από ικανούς ηγέτες.
Η πολιτική σκέψη του Θουκυδίδη, μπορεί να συνοψισθεί στα εξής:
πλεονεξία, εμπιστοσύνη, συμφέρον του εαυτού, ηγεσία.


Δημήτρης
Χαιρετώ.Διαπιστώνω πως για να περιγράψεις μια κατάσταση με την οποία βρίσκεσαι σε απόσταση 25 αιώνων χρησιμοποιείς -σε ένα μικρό κείμενο- 5 φορές μια έννοια, ιστορικά γεννημένη και προσδιορισμένη, η πατρότητα της οποίας ανήκει σε έναν Γερμανό σοσιαλοδημοκράτη (που προυποθέτει μια συγκεκριμένη ανάλυση και που έγινε γνωστή από την οικειοποίηση της) του οποίου αντίστοιχα η εποχή απέχει 23 αιώνες από την κατάσταση την οποία θες να περιγράψεις –και η οποία έννοια χρησιμοποιείτε στο μέγιστο βαθμό κατά βάση -όχι μόνο- για να περιγράψει τους δυτικούς αποικοκρατικούς αιώνες και την κριτική προς τον καπιταλισμό.γράφεις
”Επομένως, βασική θέση του ιστορικού ήταν πως η πλεονεξία είναι υπεύθυνη για την ανθρώπινη πρόοδο.”
  1. πρόοδο;…
    «η» ανθρωπότητα (και χρησιμοποιώ τη λέξη γιατί είναι προκείμενη της φράσης ”ανθρώπινη πρόοδος” που χρησιμοποιείς) έχει χρησιμοποιηθεί ιστορικά ως ένα αποδοτικό, χρήσιμο και ιδεολογικό όπλο, εργαλείο και μέσο προαγωγής του ιμπεριαλισμού.
    Έτσι με τη σύνθεση τριών όρων-εννοιών-λέξεων (εξαιρετικά μοντέρνων) όπως πρόοδος, ανθρωπότητα και ιμπεριαλισμός, που δεν υπάρχουν πουθενά στα κείμενα του Θουκυδίδη, δημιουργείτε μια ερμηνεία κατά το δοκούν.
    ”Στην Αθήνα η ηγεσία του Περικλή, μετρίαζε την απληστία.” Στην Σπάρτη, τι είναι αυτό που μετρίαζε την απληστία των υπηκόων της;… και άραγε το πολίτευμα της Σπάρτης θεμελιώνεται πάνω σε μια ”καλή” ανθρωπολογία; Όχι βέβαια.
    Οι αρχαίοι δεν είχαν πρόβλημα με το να ορίσουν έννοιες και μάλιστα το έκαναν εξαιρετικά –και δεν ντρέπονταν για αυτό.
    Τι θεωρεί λοιπόν ο Ηρόδοτος καταδικαστέο και ανήθικο αλλά και άδικο;
    Επίσης το σχήμα
    ”Για τον Περικλή είναι η Δημοκρατία, ενώ για τον Θουκυδίδη είναι η ηγεσία”
    μπορεί να συνεχιστεί κατά τον τρόπο
    Για τον Περικλή (επιτυχία) είναι η Δημοκρατία, ενώ για τον Θουκυδίδη (επιτυχία) είναι η ηγεσία -στην οποία βρίσκεται ο Περικλής (για τον οποίον επιτυχία) είναι η Δημοκρατία.
    οδηγώντας σε μια κυκλική λογική.
    Η δημοκρατία δεν γεννήθηκε βασιζόμενη πάνω σε μια ”καλή” ανθρωπολογία αλλά -πέρα από τις αναρχικές θεωρίες και- ο σύγχρονος (το επαναλαμβάνω σύγχρονος) ατομοκεντρικός φιλελευθερισμός της αυτορύθμισης της αγοράς (που στρέφεται ενάντια στο κράτος μετά την κατάλυση του οποίου θα εξάλειφε και την αιτία των πολέμων που κατά αυτόν είναι η πολιτική -και η οποία δεσμεύεται μέσω της ηθικής και καθυποτάσσεται δήθεν στην οικονομία, ενώ κατ’ ουσίαν απλά την αποκρύπτει και την ενσωματώνει καθώς δεν λέει τίποτε ουσιαστικό πάνω στο ζήτημα της κατανομής) κάτω από το ιδεατό μοντέλο της οποίας -αγοράς- τα οικονομούντα έλλογά -και καλά καθώς είναι Ορθολογικά- υποκείμενα θα αλληλεπιδρούν ελεύθερα και θα οδηγούν στην αυτορύθμιση…
    Και ο λογοκεντρικός εκκοσμικευμένος μεσσιανισμός -δηλαδή αυτό που ονομάζεται ”νεωτερικότητα”- υπό το κυρίαρχο του έδαφος το οικονομικό -σε ”κοινωνικό” επίπεδο και και το σεξοκεντρικό του σε ”ατομικό”- καλά κρατεί…
    Μόνο που όλο αυτό το νομιμοποιητικό θεωρητικό επίχρισμα της συσσώρευσης υλικού πλούτου που πραγματοποίησαν ορισμένες ”δυτικές” ελίτ καταρρέει ή τρίζει υπό το βάρος της διεκδίκησης υλικού πλούτου από νέες δυνάμεις (παραγωγικές) -οι οποίες βέβαια είναι ”κακές”…
    Για να το πω πυκνά ολοκληρώνοντας, όλοι οι υπερασπιστές της ”καλής” ανθρωπολογίας οδηγούνται ή θέλουν την κατάργηση του πολιτικού. Ο μόνος ο οποίος παραμένει βαθύτατα πολιτικός και συνάμα προσφέρει ένα άνοιγμα προς μια καλή ανθρωπολογία είναι ο Hegel για αυτό είναι ανεκτίμητος και αξεπέραστος… -και δεν μπορούμε παρά να ξαναρχίσουμε από αυτόν όπως έχει γράψει ο Δημήτρης Τζωτζόπουλος.
    Να ‘σαι καλά.
    Δημήτρης.
    heroicodesembarazo
    • Ναι ίσως η λέξη πρόοδος είναι υπερβολική. Πάντως το θεωρητικό σχήμα είναι κάπως έτσι: Ο Θουκ. δεν είναι δημοκρατικός. Δεν τον ενδιαφέρει γιατί θεωρεί δεδομένο ότι ο λαός παρασύρεται εύκολα. Αυτό που ενώνει Σπάρτη και Αθήνα και κάθε πόλη είναι η ηγεσία και όχι κάποιο συγκεκριμένο πολίτευμα, που θα θέσει όρια στην πλεονεξία του πλήθους. Αν αφαιρούσα τις λέξεις ιμπεριαλισμός, ανθρώπινο, πρόοδος, θα έλεγα,όπως και είπα, πως ο Θουκ. βλέπει ως ορθό την εσωτερική ενότητα να εξασφαλίζεται με την πλεονεξία που προσβλέπει έξω από τα σύνορα της Αθήνας, στην εξωτερική επεκτατική πολιτική της.
      Κατά συνέπεια, δεν έχω υπονοήσει κάποια καλή ανθρωπολογία.
      Όσο για τον Ηρόδοτο έχω απαντήσει στο εν λόγω ποστ.
      Διαφώτισέ με περαιτέρω, αν δεν απάντησα ικανοποιητικά.
    • Δημήτρης
  2. Δεν μπορώ να διαφωτίσω, κουβέντα κάνουμε.
    Θεωρώ σκόπιμο να προσθέσω πως στη Σπάρτη αυτό που μετριάζει την απληστία είναι οι νόμοι.
    Αυτό που διαχωρίζει
    Σπάρτη και Αθήνα είναι πως στη μεν πρώτη οι νόμοι είναι το ανώτερο και στη μεν δεύτερη η ηγεσία κατά την ανάλυση του Θουκυδίδη, ενώ για τον Περικλή (που ηγείται) η δημοκρατία.
    Αυτό που ενώνει
    Σπάρτη και Αθήνα και κάθε πόλη στον αρχαίο ελληνικό κόσμο είναι η ανθρωπολογία τους -εξ ου και γεννήθηκε η πολιτική.
    Υ.γ: Γιατί θα έπρεπε να ενδιαφέρει τον Θουκυδίδη το γεγονός ότι θεωρεί δεδομένο ότι ο λαός παρασύρεται εύκολα; Αυτό μου φαίνεται ψυχολογικό ερώτημα, καθώς επίσης το κυριότερο είναι πως έζησε στον χειρότερο και καταστροφικότερο πόλεμο ανάμεσα στους Έλληνες και ήταν μάχιμος στην αρχή. Λησμονούμε μου φαίνεται ορισμένα πράγματα.
    Εδώ ένα βίντεο από ανθρώπους που λιντσάρουν κάποιον σήμερα μπορεί να δει ένας οπαδός της ”καλής” ανθρωπολογίας και να του σηκωθεί η τρίχα λέγοντας:
    Απάνθρωποι ή υπάνθρωποι…
    Μιας και το να έχουμε κρατήσει για τον εαυτό μας την αποκλειστικότητα της Ιδέας του Ανθρώπου και των (ανθρωπίνων) δικαιωμάτων μας οδηγεί σε αυτές τις λέξεις (δεν είναι απλά κακός άνθρωπος, αλλά χειρότερα, κάτω από την ανθρώπινη κλίμακα ή εναντίον της) και μας προσφέρει πολύ χρήσιμά ιδεολογικά όπλά ως μέσο προαγωγής του ιμπεριαλισμού.
      heroicodesembarazo
    • Αυτό που βλέπεις στο Θουκ. σε αντίθεση(περίπου) με μένα στο θέμα των νόμων και της ηγεσίας είναι θέμα πηγών κτλ
      Η τελευταία σου παράγραφος είναι πολύ σημαντική και αφορά την ασυνείδητη δράση μιας ερμηνείας. Πράγματι, θα την έχω υπόψη κάθε φορά που θα στρέφομαι στο παρελθόν.
      Θα ήθελα να ρωτήσω όμως, την αθηναϊκή εξωτερική πολιτική αν δεν την ονομάζαμε ιμπεριαλισμό, ούτε και επεκτατική; Πώς θα την ονομάτιζες; πώς θα την περιέγραφες;

  3.   Δημήτρης:
    Δεν αρνούμαι πως είναι επεκτατική η αθηναϊκή εξωτερική πολιτική, αλίμονο (οι άνθρωποι βέβαια δεν έχουν ούτε καν λέξη για την αυτοκρατορία…) το θέμα όμως είναι πως στην ιστορία δεν γνωρίζω μη επεκτατική εξωτερική πολιτική παρά μόνο:
    α) όταν έχει επιτευχθεί συμφωνία και έχουμε ισορροπία δυνάμεων –για παράδειγμα δεν άλλαξαν τα σύνορα ανάμεσα σε δυτικό και ανατολικό μπλογκ από το 45 εως το 89 (παρά μόνο υπήρχαν τοπικές -στα όρια των σφαιρών επιρροής- κρίσεις/συγκρούσεις και πολύ παχιά λόγια).
    β) Όταν μια αυτοκρατορία έξαντλείται και λόγω υπερεπέκτασης χάνοντας την ισχύ της προσπαθεί να συσπειρωθεί προς το αρχικό της πυρήνα –οι Η.Π.Α παλεύουν με νύχια και με δόντια να αποφύγουν αυτό το στάδιο, βέβαια δεν θα το καταφέρουν όπως δεν το κατάφερε ποτέ κανείς.
    Το ουσιώδες όμως είναι το εξής.
    Γνώριζαν και γνωρίζουν πως όλα τα διεθνή συστήματα που εμφανίστηκαν στην ιστορία ήταν ιεραρχικά και αποτελούνταν από κυρίαρχες και δευτερεύουσες δυνάμεις-οικονομίες’ ουδέποτε υπήρξε, ούτε και πρόκειται να υπάρξει, κάποιο εξισωτικό και δημοκρατικό διεθνές σύστημα -είτε με την παγκοσμιοποίηση είτε χωρίς αυτή- και για αυτό ακριβώς το λόγο ανέπτυξαν καθολικοί, όπως, για παράδειγμα, ο Francesco de Vittoria O. P. (1480-1546), και προτεστάντες, όπως, ο Gentilli (καθηγητής αστικού δικαίου στην Οξφόρδη, 1552-1608) που ήταν σύμβουλος της κυβέρνησης της Ελισαβετ, την θεωρία ότι η διεθνής κοινωνία είναι μια civitas maxima, ένα υπερ-κράτος, (και εδώ το «είναι» σημαίνει «θα ΕΠΡΕΠΕ να είναι» ή «είναι ΠΡΟΟΡΙΣΜΕΝΟ να είναι») το βασικό χαρακτηριστικό της οποίας είναι ότι εξομοιώνει τις διεθνείς σχέσεις σε μια κατάσταση εσωτερικής πολιτικής’ για να φτάσουμε στο Vindiciae contra Tyrannos (1579), το οποίο κατέληγε από την ενότητα της ανθρώπινης κοινωνίας στο δικαίωμα της αντίστασης για την προστασία των καταπιεζομένων [όπου καταπιεζόμενοι οι Ουγετόνοι, Γάλλοι προτεστάντες και όπου καταπιεστές η Ρωμαιοκαθολική εκκλησία τότε]. Αυτό είναι το θεμελιώδες σχήμα -που συναντάμε αργότερα και στον Μάρξ με την ταξική πάλη- της Επαναστατικής ιδέας ότι οι οριζόντιοι δεσμοί είναι πιο σημαντικοί, και μπορεί να υπερισχύσουν των κάθετων και έτσι με τον τρόπο αυτό εξομοιώνονται οι διεθνείς σχέσεις με την εσωτερική πολιτική. Από εδώ κρατούν και τα εξισωτικά ΗΘΙΚΑ και όχι ΠΟΛΙΤΙΚΑ προτάγματα, όχι από την αρχαιότητα.
    Για αυτό και (λίγο δόλια είναι η αλήθεια, αλλά όλοι την ιδεολογία τους κάνουν στον αγώνα για να σώσουν την… ανθρωπότητα) βαφτίζονται όλες οι ‘άλλες’ εξωτερικές, δηλαδή οι διεθνείς σχέσεις ως ιμπεριαλιστικές, δηλαδή μη δικές μας, μιας και οι δικές ”μας’’ είναι ‘’εσωτερικές’’ –μόνο που αναφερόμαστε σε ολόκληρο τον πλανήτη, αλλά οι σχέσεις αυτές είπαμε δεν είναι… εξωτερικές.
    Ξέφυγα αλλά νομίζω αυτό είναι το ουσιώδες, ορισμένες προκείμενες και προϋποθέσεις που χρησιμοποιούνται ώστε να θέτουμε ιδέες, πρόσωπα και έργα σε δικούς ‘μας’ σκοπούς, όντας βέβαια πάντα εμείς οι ‘καλοί’.
    Δημήτρης.
    Υ.γ: Όλα αυτά σκέψου τα συμπληρωματικά με την τελευταία παράγραφο από τον προηγούμενο σχολιασμό που αναφέρεις ως σημαντική.
    Ο δυτικός πολιτισμός είναι κατ’ εξοχήν ιεραποστολικός. Έχει ιερή αποστολή -τουλάχιστον στα μυαλά ορισμένων.
    Η κακή ιεραποστολή είναι η ”εξωτερική”, των άλλων’ η καλή ιεραποστολή είναι η ”εσωτερική”, η δική μας.



      heroicodesembarazo :
    Έχεις δίκιο.
  4. Πάντως στο ποστ μου για τον Ηρόδοτο ορίζω με σαφήνεια τον ιμπεριαλισμό στη βάση του “τα θέλω όλα” κάτι που ο Ηρόδοτος αυτού του είδους την πλεονεξία τη θεωρεί άδικη και ανήθικη, γιατί είναι κατά της αλλαγής των συνόρων που δίνονται από τους θεούς. Η καταδίκη δηλ. της αθηναϊκής επεκτατικής πολιτικής είναι του ίδιου του Ηρόδοτου. Δεν χρησιμοποιώ τον όρο σύγχρονα αλλά του άλλαξα περιεχόμενο. Να συμφωνήσω στο ότι δεν είναι απαραίτητη η χρήση του βέβαια, γιατι δημιουργεί εντυπώσεις ιδεολογικές.
    Παράλληλα, τονίζω με σαφήνεια ότι στους αρχαίους δεν υπάρχει η έννοια των ανθρωπίνων δικαιωμάτων όπως σήμερα αλλά βασικό ταυτοτικό στοιχείο είναι το ανήκειν. Από εδώ ξεκινούν δικαιώματα και υποχρεώσεις. Δεν έχει να κάνει δηλ. με κάποια σημερινή απόδοση της σύγχρονης έννοιας του ανθρωπισμού.
    Τη συμβολή σου σε όλα αυτά τη δέχομαι ανεπιφύλακτα, δηλ. είναι πολύ εύκολο γιατί είναι και ασυνείδητο τα σημερινά ηθικά, πολιτικά και κριτήρια να φιλτράρουν την αρχαιότητα.












    Σημειώσεις για την πνευματική θεμελίωση της  ταξικής πάλης στον Δυτικό Κόσμο.
    Η σχέση της ταξικής πάλης με την μορφή της δεν αποτελεί μια σχέση περιεχομένου προς μορφήν, αλλά το αντίθετο μια σχέση δύο μορφών, της νομικο-πολιτικής και πνευματικής μορφής με την μορφή "οικονομικο-ταξικό συμφέρον", όπου η προ-ύπαρξη των πολιτικο-πνευματικών μορφών καθορίζει την θεσμική έκβαση του οικονομικού-ταξικού συμφέροντος, περισσότερο απ'ότι το οικονομικο-ταξικό συμφέρον καθορίζει την πολιτική και πνευματική μορφή.
    Ο Δυτικός-Ιμπεριαλιστικός Κόσμος έχει στοιχειώσει στην ρωμαική του θεμελίωση. Η μορφή έκβασης του ταξικού εμφυλίου των λαικών τάξεων της αρχαίας Ρώμης με την αριστοκρατία, έγινε το πνευματικό θεμέλιο-ασύνειδο "υπόλλειμμα" όλης της δυτικής Ιστορίας, τόσο απο τη σκοπιά της κυρίαρχης τάξης, όσο απο τη σκοπιά των υποτελών τάξεων. Μόνον η εβραική αντίσταση μπορεί να εγγραφεί ως η αντίστοιχη εναλλακτική οδός μιας αντίστασης εντός και κυρίως εκτός του Ρωμαικού θεμελίου. Πριν ακόμα αναλύσουμε στοιχειωδώς την αρχική διεργασία του Εμφυλίου, ιχνογραφούμε σε στοιχειώδες επίπεδο τους ρωμαικούς θεσμούς  στην γενική μορφή τους πριν και μετά την επικράτηση του πραιτωριανού Καισαρισμού, υποθέτωντας μιαν ενιαία ουσία που διαπερνά το ρωμαικό στρατοκρατικό-ολοκληρωτικό σύστημα και πριν και μετά την ολοκληρωτική επικράτηση του καισαρικού λαικισμού. Ακολουθεί σε  μιά άλλη ανάρτηση,μια ιχνογραφία του ρωμαικού εμφυλίου και στο τέλος μιά ανάρτηση, όπου μόνον ως  τιμή αφηγούμαστε μόνον-ακόμα-τον απελπισμένο αγώνα του λαού του Θεού, απέναντι στο ρωμαικό τέρας.




    Οι αυταρχικοί θεσμοί της Ρώμης-διαχρονική αφήγηση

    Σημείο 1
    Από την ίδρυση της Ρωμαϊκής Δημοκρατίας, η κυβέρνηση του κράτους ανατέθηκε σε δύο προξένους, με την γενική ιδέα πως δύο θεσμικά ενδεδυμένοι πολίτες μπορούν να παρέχουν καλύτερη προστασία από την τυραννική άσκηση της ανώτατης εξουσίας. Η συνέπεια όλων αυτών θα μπορούσε -με τον κοινό νού- να οδηγήσει ήδη απ'την αρχή στο συμπέρασμα ότι θα μπορούσε να προκύψει περίπτωση στην οποία  θα ήταν σημαντικό για την "ασφάλεια του κράτους"  η κυβέρνηση  να πρέπει να ανατεθεί στα χέρια ένός μόνο προσώπου, το οποίο θα πρέπει να διαθέτει την απόλυτη εξουσία για ένα μικρό χρονικό διάστημα.  Το 501 π.Χ., εννιά χρόνια μετά την εκδίωξη των βασιλέων ,καθιερώθηκε η δικτατορία (dictatura).
    Με τον αρχικό νόμο όσον αφορά τον διορισμό ενός δικτάτορα (lex de dictatore creando), κανείς δεν ήταν επιλέξιμος για το λειτούργημα αυτό, εκτός  αν είχε τελέσει προηγουμένως πρόξενος.  Υπάρχουν, ωστόσο, λίγες περιπτώσεις στις οποίες ο νόμος αυτός δεν τηρήθηκε. Όταν κρίνεται απαραίτητο, ο δικτάτορας διορίζεται από έναν από τους προξένους, πιθανότατα χωρίς μάρτυρες, ανάμεσα στα μεσάνυκτα και το πρωί.
      Ο κανόνας ήταν ότι η εξουσία του δεν θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί έξω από την Ιταλία. Αρχικά ο δικτάτορας ήταν αποκλειστικά πατρίκιος. Ο πρώτος πληβείος δικτάτορας ορίστηκε το 356 π.Χ.  Είναι γενικά αποδεκτό ότι η δικτατορία θα έπρεπε να περιορίζεται σε έξι μήνες και δεν εμφανίζεται όντως να λειτουργεί στο προ-αυτοκρατορικό καθεστώς  για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, εκτός από τα δικτατορικό καθεστώς του Ιούλιου Καίσαρα, το οποίο όμως είναι και η "είσοδος" στην Αυτοκρατορία.
    Από τη στιγμή που ο Δικτάτορας διορίζονταν, γίνονταν και ο ανώτατος στρατιωτικός διοικητής της Δημοκρατίας. 
    Η υπεροχή της εξουσίας του δικτάτορα σε σχέση με εκείνη των προξένων αποτελούνταν κυρίως απο: α)την μεγαλύτερη ανεξαρτησία από τη Γερουσία, β) την πιο εκτεταμένη εξουσία της τιμωρίας χωρίς δίκη  και γ) την πλήρη ασυλία από το να λογοδοτήσει για τις πράξεις του.  Σε αντίθεση με τους Προξένους, οι οποίοι υποχρεούνταν να συνεργάζονται με τη Γερουσία, ο Δικτάτορας θα μπορούσε να ενεργήσει μόνος του κατέχων μόνον την δική του εξουσία. Δεν υπήρχε καμία έφεση από την ποινή του δικτάτορα.
     Είχε την εξουσία να αποφασίσει με Διάταγμα και να αλλάξει οποιονδήποτε ρωμαϊκό νόμο, όπως ο ίδιος έκρινε σκόπιμο, αν και αυτές οι αλλαγές διαρκούσαν για όσο διάστημα ο Δικτάτορας παρέμενε στην εξουσία. Θα μπορούσε να εισαγάγει νέα νομοθεσία στη Ρωμαϊκή πολιτειακή δομή που δεν απαιτούσε επικύρωση από οποιαδήποτε συνέλευση. Ο δικτάτορας θα μπορούσε να λειτουργήσει ως ανώτατος δικαστής, χωρίς κανένα ένδικο μέσο για τις αποφάσεις του. 

    Σημείο  2.
    Ο δικαστής κατείχε Imperium  και δεν ήταν υπεύθυνος για τις πράξεις του, εφ 'όσον ο ίδιος συνέχισε να εργάζεται σε θεσμική θέση που κατείχε Imperium. Ωστόσο, ένας δικαστής θα μπορούσε να δικαστεί για παράνομες πράξεις του αν "έχανε" το Imperium . Αυτό δεν συνέβαινε με τον δικτάτορα. Ο Δικτάτορας ήταν άθικτος κατά τη διάρκεια της θητείας του, αλλά δεν ήταν επίσης δυνατόν να κληθεί να λογοδοτήσει για οποιαδήποτε από τις επίσημες πράξεις του, μετά την λήξη της θητείας του. Οι ενέργειες του δικτάτορα αντιμετωπίζονταν ως μη συμβαινόμενες.  Υπήρχαν, ωστόσο, μερικά όρια στην εξουσία του δικτάτορα. Το πιο σημαντικό ήταν ότι η περίοδος της θητείας του ήταν μόλις έξι μηνών. Δεν είχε εξουσία στο δημόσιο ταμείο, αλλά μπορούσε να κάνει μόνο χρήση των χρημάτων που χορηγήθηκαν σ 'αυτόν από τη Σύγκλητο.
    Κατά τη Ρωμαϊκή Δημοκρατία, ο δικτάτορας («αυτός που υπαγορεύει»), ήταν μια εξαιρεσιακή δικαστική εξουσία (magistratus extraordinarius) με την απόλυτη εξουσία να ασκεί τα καθήκοντά πέρα από την αρχή της συνήθους δικαστικής εξουσίας (magistratus ordinarius).  Ο "θεσμός" του δικτάτορα ήταν μια νομική καινοτομία που αρχικά ονομάστηκε Magister Populi (δικαστής του Λαού), δηλαδή Δάσκαλος-δικαστής του Πολίτη.



      Σημείο 3
    Imperium είναι μια λατινική λέξη που, με την ευρεία έννοια, μεταφράζεται γενικά ως « δύναμη». Στην αρχαία Ρώμη όμως , διαφορετικά είδη δυνάμεων  ή εξουσιών διακρίθηκαν με διαφορετικούς όρους. Η λέξη Imperium, αναφέρθηκε στην Κυριαρχία του κράτους πάνω από το άτομο. Δεν πρέπει να συγχέεται με auctoritas ή potestas, και γενικά με κατώτερα είδη της εξουσίας στη Ρωμαϊκή  . Κατά κύριο λόγο χρησιμοποιείται για να δηλώσει τη δύναμη που ασκείται, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, από τα πρόσωπα στα οποία έχει ανατεθεί. Ο όρος θα μπορούσε επίσης να χρησιμοποιηθεί με μια γεωγραφική έννοια, τον ορισμό των εδαφικών ορίων του Imperium.
    Στην αρχαία Ρώμη, Imperium θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως ένας όρος που δείχνει ένα χαρακτηριστικό των ανθρώπων, τον πλούτο  ή το μέτρο της επίσημης εξουσίας που είχαν. Αυτός ο χαρακτηρισμός μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε ένα μάλλον χαλαρό πλαίσιο (για παράδειγμα, στους ποιητές που χρησιμοποιείται, όχι κατ 'ανάγκην γραπτώς, για κρατικούς αξιωματούχους). Ωστόσο, στη ρωμαϊκή κοινωνία ήταν επίσης μια πιο επίσημη έννοια της νόμιμης εξουσίας. Ένας άνδρας με Imperium (« imperator »), είχε κατ 'αρχήν απόλυτη εξουσία για να εφαρμόσει το νόμο στο πεδίο εφαρμογής του, στο πεδίο του δικαστικού σώματος , αλλά θα μπορούσε να προβάλει βέτο  έχοντας Imperium maius (έχοντας υψηλότερο βαθμό Imperium).
     Το Imperium μπορεί να διακριθεί από το Regnum , την  βασιλική εξουσία., διότι έχει κατεξοχήν στρατιωτική έννοια, η δύναμη θεωρείται σε σχέση (γενικά στο στρατό) με την εντολή. Η λέξη προέρχεται από το λατινικό ρήμα, imperare (με εντολή). Ο τίτλος Imperator εφαρμόστηκε ως πλήρης σημασίας στον αυτοκράτορα, ο οποίος ήταν ο διοικητής των ενόπλων δυνάμεων.
         Το Πριγκιπάτο (27 π.Χ. - 284 μ.Χ.) αποτελεί την πρώτη περίοδο της Ρωμαικής αυτοκρατορίας,που εκτείνεται από την αρχή της βασιλείας του Καίσαρα Αύγουστου. Το Πριγκιπάτο χαρακτηρίζεται από μια συντονισμένη προσπάθεια εκ μέρους των αυτοκρατόρων να διατηρηθεί η ψευδαίσθηση της επίσημης συνέχισης της Δημοκρατίας . Ετυμολογικά προέρχεται από τη  λέξη princeps , που σημαίνει αρχηγός ή ο πρώτος, και το πολιτικό σύστημα που κυριαρχείται από ένα τέτοιο πολιτικό ηγέτη, έστω και αν είναι τυπικά αρχηγός του κράτους, είναι ήδη μονοκρατορικό χωρίς όμως βασιλική "νομιμοποίηση". Αυτό αντανακλάται στον ισχυρισμό των αυτοκρατόρων ότι ήταν απλώς "πρώτοι μεταξύ ίσων" ανάμεσα στους πολίτες της Ρώμης. Ο τίτλος, στο σύνολό τους, princeps Senatus / princeps civitatis (πρώτος μεταξύ των γερουσιαστών, δηλαδή, μεταξύ των πολιτών.) χρησιμοποιήθηκε απο τον Οκταβιανό Αύγουστο σε  μια de facto νομιμοποίηση του δικτατορικού καθεστώτος του εντός του φαινομενικά δημοκρατικού πλαισίου.Ο τίτλος προέρχεται από την ίδια τη θέση του Senatus princeps. Παραδοσιακά το παλαιότερο μέλος της Γερουσίας είχε το δικαίωμα να ακουστεί για πρώτη φορά σε οποιαδήποτε συζήτηση.

    Στο πλαίσιο αυτό, η πολιτική πραγματικότητα της διακυβέρνησης από τον αυτοκράτορα, δεν  ήταν απλώς επιμελώς καλυμμένη από τις μορφές και τις συμβάσεις  που κληρονομήθηκαν από την πολιτική περίοδο της Δημοκρατίας κάτω από το σύνθημα Senatus Populusque Romanus.      Η θεωρία για  το «πρώτο πολίτη» είχε  κερδίσει  την εξαιρετική θέση της  μέσα στην  ιστορική ιδέα  ότι ο Κυρίαρχος ο ίδιος είχε κερδίσει τη θέση του auctoritas, μέσα στο πολιτικό σώμα των κυριάρχων. Η Ρώμη δεν  ανέπτυξε απλώς ένα «πατερναλιστικό» ιδεολόγημα, την παρουσίαση των Princeps,  όπως αυτοί ενσαρκώνουν  την επιείκεια και την δικαιοσύνη, και με τη σειρά του την τοποθέτηση τους σε ένα μοναρχικό πλαίσιο, στο πλαίσιο της  κοινωνίας, ως εκφραστές ενός ηθικό καθήκοντος, αλλά την αρχή του Ολοκληρωτισμού, ως αρχής κοινής κυριαρχίας.Υπάρχει σχέση με την αρχή του Πραίτωρα. Ο Πραίτωρ όμως είναι συνυφασμένος ως αρχή με τους πραιτωριανούς, αν και αυτοί εμφανίσθηκαν αργότερα ως ειδικό σώμα.  Ο Πραιτωριανισμός υπήρχε στα σπλάχνα της ρωμαικής στρατοκρατίας.
      Ο όρος Πραιτωριανός προέρχεται από την διαταγή γενικά. Ήταν μια ελίτ  των Ιταλών (Ρωμαίων πολιτών και Λατίνων). Οι αυτοκράτορες επίσης απασχολούσαν συχνά μια μικρή ξεχωριστή μονάδα, του σωματοφύλακες, διακριτή και ως αντίβαρο στην Πραιτωριανή Φρουρά.   Ήταν μια συνήθεια πολλών στρατηγών να επιλέγουν από τις τάξεις του στρατού μια ιδιωτική δύναμη στρατιωτών, ώστε να ενεργούν ως φύλακες της σκηνής ή του προσώπου. Με τον καιρό, αυτή η ομάδα έγινε γνωστή ως η cohors Praetoria, και διάφορες "αξιόλογες" προσωπικότητες διέθεταν  πραιτωριανούς, συμπεριλαμβανομένου του Ιούλιου Καίσαρα , του Μάρκου Αντώνιου και του Οκταβιανού.  Όταν ο Αύγουστος έγινε ο πρώτος κυβερνήτης "μεταξύ ίσων" της αυτοκρατορίας το 27 π.Χ., αποφάσισε πως μια τέτοια δύναμη κρούσης ήταν χρήσιμη όχι μόνο στο πεδίο της μάχης, αλλά στην πολιτική επίσης. Έτσι, από τις τάξεις των λεγεώνων σε όλη την επαρχία δημιουργήθηκε η  Πραιτωριανή Φρουρά.
    Η ομάδα που σχηματίστηκε αρχικά διέφερε πολύ από τη μεταγενέστερη Φρουρά, η οποία έφτασε να να είναι μια ζωτική δύναμη στην πολιτική εξουσία της Ρώμης. Ενώ ο Augustus  είχε κατανοήσει την ανάγκη να έχει ένα προστατευτικό σώμα μέσα  στη δίνη της ρωμαικής συνομωσίας , ήταν προσεκτικός. Έτσι αυτός σχημάτισε μόνο εννέα τάγματα αρχικά των 500 αντρών, στη συνέχεια αυξήθηκε σε 1.000 άντρες η κάθε μία. Ενώ περιπολίες υπήρχαν διακριτικά στο παλάτι και τα μεγάλα κτίρια,  άλλοι  σταθμεύαν σε πόλεις γύρω από τη Ρώμη.  Δεν ήταν δυνατόν να υπάρξουν ακόμα απειλές από αυτές τις μεμονωμένες ομάδες.
    Μέσα από τις μηχανορραφίες του φιλόδοξου νομάρχη, του Sejanus , η φρουρά είχε έλθει από τους ιταλικούς στρατώνες στη Ρώμη την ίδια. . Στο εξής το σύνολο της φρουράς ήταν στη διάθεση των αυτοκρατόρων, αλλά οι κυβερνώντες ήταν πλέον εξίσου στο έλεος της Praetorians. Η πραγματικότητα αυτή παρατηρήθηκε, όταν ο Τιβέριος αναγκάστηκε να καλέσει την δική του Praetoria cohors εναντίον των ανταρτών του Sejanus. Αν και η Πραιτωριανή Φρουρά αποδείχτηκε πιστή στον  Τιβέριο, η πολιτική δύναμή της είχε γίνει σαφής.


    ( Σύμφωνα με μια εκδοχή της ιστορίας της ανάβασης του αυτοκράτορα Κλαύδιου στο ρόλο του αυτοκράτορα,  μέλη της Φρουράς τον βρήκαν να κρύβεται πίσω από μια κουρτίνα στον απόηχο της δολοφονίας του Καλιγούλα , και τον ανακήρυξαν αυτοκράτορα.)

     


    Σημείο 4



    Πραίτωρ
     Οι κλασικοί συγγραφείς δεν περιγράφουν τα γεγονότα που οδήγησαν στη γένεση του τίτλου πραίτωρ.Ο τίτλος και το δικαστικό σώμα υπήρχαν στην εποχή του Τίτου Λίβιου. Στα γραπτά του αριστοκράτη  πολιτικού και δικηγόρου Κικέρωνα διερευνήθηκαν οι χρήσεις του όρου πραίτωρ.
    Το πρόθεμα "prae-", είναι μια καλή ένδειξη ότι ο τίτλος ήταν πριν, κατά κάποιο τρόπο, δεδομένος στην κοινωνία. .  Ένας Δικτάτωρ ονομαζόταν πραίτωρ maximus. Η χρησιμοποίηση των ενδείξεων (praetorius, praetoricius, praetorianus) σε ένα μεγάλο αριθμό καταστάσεων μαρτυρούν μια γενική έννοια. 
    Η Praetoria potestas στην Ρεπουμπλικανικό Ρώμη ήταν αρχικά δύναμη που κατείχε ο Πρόξενος. Πολύ πιθανόν, ο ίδιος ο βασιλιάς ήταν ο πρώτος πραίτωρ.Ο Κικέρων στο De legibus, όπου προτείνει ιδανικούς νόμους βασισμένους στο Ρωμαϊκή συνταγματική θεωρία, μας λέει: 
    "Ας είναι δύο με την εξουσία του βασιλιά, και αφήστε τους να ονομάζονται πραίτωρες, δικαστές και πρόξενοι .... Αφήστε τους να έχουν το υπέρτατο δικαίωμα τους, τη διοίκηση της στρατιωτικής  δύναμης..."
    Ο Κικέρων θεωρεί ότι η λέξη περιέχει τα εξής συνθετικά στοιχεία, όπως το ρήμα praeire (praeeo: «για να πάει πριν, να προηγείται, να οδηγήσει το δρόμο"). Σε τι ακριβώς τρόπο πολιτικής υπόστασης αναφέρεται πριν η λέξη, δεν μπορούμε να ξέρουμε, αλλά αν ερμηνεύσουμε  τον "πραίτωρα" ως τον προ-πορευόμενο ηγέτη ίσως να έχουμε μια σωστή εξήγηση της ιστορικότητας της έννοιας.
     ΟΛίβιος εξηγεί ότι κατά το έτος 366 π.Χ. η praetura δημιουργήθηκε για την ανακούφιση των προξένων απο τα δικαστικά καθήκοντά τους. 
    Οι πραίτωρες εμφανίζονται συχνά στην ρωμαϊκή ιστορία, πρώτα ως στρατηγοί και δικαστές, στη συνέχεια ως επαρχιακοί κυβερνήτες. Στα τέλη της Δημοκρατίας,ένας πρώην πραίτωρ θα μπορούσε να χρησιμεύσει ως Propraetor("στη θέση του πραίτωρ») και ενεργεί ως κυβερνήτης μιας Ρωμαικής επαρχίας.Η Praetura δημιουργήθηκε γύρω στο 366-367π.χ για να αναλάβει μέρος των καθηκόντων των προξένων.
      Ένα πραίτωρ ήταν ένας δικαστής με Imperium εντός του πεδίου αρμοδιοτήτων του, με την επιφύλαξη μόνο για το βέτο των προξένων . 
    Η πρακτική σημασία της potestas και του Imperium, των προξένων και των πραιτώρων, υπό το "καθεστώς" της Δημοκρατίας δεν πρέπει να μεγαλοποιηθεί, αν και αποτελούν (ως δυνάμει μορφές)το πνευματικο-πολιτικό υπόστρωμα της μελλοντικής τους εξέλιξης ως εν-ενεργεία μορφών του ιμπεριαλιστικού καισαρισμού.
    Ο Λίβιος περιγράφει τις αναθέσεις με κάποιες λεπτομέρειες.. Η γερουσία καθορίζε τις ανώτερες θέσεις πριν από τις εκλογές. Αμέσως μετά τις εκλογές, τους νέους υπαλλήλους, και νέες  αναθέσεις, οι οποίες ήταν κυρίως επαρχιακές διοικήσεις .
    Οποιοσδήποτε πρόξενος ή οποιοσδήποτε πραίτωρ μπορούσε ανά πάσα στιγμή να "τραβηχτεί" μακριά από τα καθήκοντά του για να διευθύνει μια ομάδα εργασίας, και υπήρξαν πολλές κοινές πολιτικο-στρατιωτικές ομάδες εργασίας του κράτους, κυρίως στρατιωτικές.Ο Λίβιος αναφέρει ότι, μεταξύ άλλων καθηκόντων που είχαν τα στελέχη, ήταν να οδηγήσουν τα στρατεύματα  εναντίον μιάς στρατιωτικής απειλής, ξένης ή εγχώριας, να διερευνήσουν  πιθανή συνομωτική ανατροπή, να αυξήσουν τα στρατεύματα, να διανέμουν χρήματα με "ειδικό" τρόπο,  να διορίζουν επιτρόπους . Οι εξουσίες που θα μπορούσαν να ανατεθούν σ' αυτούς δεν θα   έπρεπε να αφορούν ελάχιστα, «μικρά πράγματα». Ήταν εξ ορισμού πράττοντες των μεγίστων. Έτσι λ.χ σε μια στρατιωτική αποστολή, ο πραίτωρ ήταν πάντα ο κυρίαρχος της απόλυτης διαταγής.

    Σημείο 5 

    Ενώ σε πολλούς πολιτισμούς θεωρείται "ανδροπρεπής" βάση της αρετής  η κυριαρχία και η επιτυχία στην οικογενειακή ζωή,  η οικογενειακή αρετή θεωρήθηκε στον ρωμαϊκό κόσμο  μέρος της ιδιωτικής σφαίρας. Σε αυτό το διάστημα δεν υπήρχε χώρος για Virtus στην ιδιωτική σφαίρα. Οι περισσότερες χρήσεις της Virtus για να περιγράψει οποιοδήποτε μέρος της ιδιωτικής ζωής είναι ασαφείς . Στο ρωμαϊκό κόσμο ο πατριάρχης της οικογένειας ονομαζόταν Familias Pater,  ο τίτλος αυτός σήμαινε ότι ήταν σε θέση να επιτελεί όλες τις νομικές και δεσμευτικές αποφάσεις για την οικογένεια, είχε στην κατοχή του, επίσης, όλα τα χρήματα, τη γη, και άλλα περιουσιακά στοιχεία, την γυναίκα του, τις κόρες του, τους γιους. Ήταν όλα κάτω απο την δική του Potestas . Η μόνη φορά που ένας γιος θεωρούνταν ανεξάρτητος από τον έλεγχο του πατέρα του στα μάτια των άλλων Ρωμαίων ήταν όταν ανέλαβε δημόσια την ταυτότητά του ως πολίτης. Θα μπορούσε να κερδίσει αξία και αυτονομία από την Virtus του, απο την ικανότητά του υπηρετεί στις ένοπλες δυνάμεις, και ως εκ τούτου θα μπορούσε να επιδείξει  λεβεντιά μόνον έξω από το οικογενειακό περιβάλλον. Αυτός είναι ένας ακόμη λόγος που η Virtus δεν  χρησιμοποιείται για να περιγράψει τη ρωμαϊκή αρετή της ιδιωτικής ζωής. Η Virtus ήταν ένα κρίσιμο εξω-οικογενειακό συστατικό για μια πολιτική καριέρα. Χρησιμοποιείται για να περιγράψει μια σειρά από ιδιότητες που συγκροτούσαν ένα πρότυπο, το οποίο ο ρωμαϊκός λαός είχε ως το εξιδανικευμένο πρότυπο για τους ηγέτες τους.Στην καθημερινή ζωή ένα τυπικό ρωμαϊκό πρότυπο για την διαπαιδαγώγηση, κυρίως ενός νεαρού αγοριού, ήταν η ενστάλαξη στη ψυχή του της ιδέας της Virtus. Δεδομένου ότι η στρατιωτική θητεία ήταν ένα μέρος της ζωής  των ανδρών, η στρατιωτική εκπαίδευση ξεκινούσε αρκετά νωρίς. Νεαρά αγόρια  μάθαιναν πώς να χειριστούν τα όπλα και στρατιωτικές τακτικές ξεκινώντας από το σπίτι με τον πατέρα τους και  ηλικιωμένους άνδρες, συγγενείς και αργότερα στο σχολείο. Επίσης, ως ένα νεαρό αγόρι κάποιος  "άκουγε" πολλές ιστορίες για το παρελθόν, τους ήρωες, μάχες και πολέμους. . Δημοσίως ήταν εύκολο να δει το παιδί τα οφέλη της. Δημόσιοι θριάμβοι πραγματοποιήθηκαν για νικηφόρους στρατηγούς και  γενναίους μαχητές. Ήταν το καθήκον κάθε γενιάς των ανδρών η διατήρηση της Dignitas που η οικογένειά τους είχε ήδη κερδίσει. Αυτή η πίεση στα άτομα  να ανταποκριθούν στα πρότυπα των προγόνων τους, ήταν μεγάλη. Για την επίτευξη του Virtus έπρεπε κανείς να επιτύχει Gloria .

    Αν και τα νεαρά αγόρια ενθαρρύνονταν να κερδίσουν  την Virtus υπήρχαν και όρια. Η Virtus συχνά συνδέονταν με επιθετικά και ανώριμα χαρακτηριστικά.
    Αυτό θα μπορούσε να οριοθετησει  τον  αρχικό-κυριολεκτικό ορισμό της ως λεβεντιάς  που εμφανίζεται σε επιθετικότητα και στην ωμή ορμή για την απόκτηση χρημάτων, γής, και  δύναμης. Ελέγχεται απο μιά, πιο ιδεαλιστική, πολιτική έννοια , την έννοια του "Pietas",  την οποία κατέχει ένας άνθρωπος που βρίσκεται ηθικά σε υψηλή  θέση. Υπάρχει και η αντίθεση ανάμεσα σε Virtus και ambitio.  Η Virtus θεωρείται ως ένα θετικό χαρακτηριστικό, αν και η ambitio μόνη της δεν είναι κατ 'ανάγκη αρνητικό χαρακτηριστικό, αλλά συχνά συνδέεται με αρνητικές μεθόδους, όπως η δωροδοκία. Μέρος της Virtus, στη σφαίρα της πολιτικής, ήταν να αντιμετωπίσει κανείς δίκαια κάθε πτυχή της ζωής κάποιου, ειδικά στην πολιτική και τις κρατικές υποθέσεις.
     Η Virtus, παρ'ολαυτά για τη Ρωμαϊκή ζωή , δεν έχει την ίδια χροιά, όπως η χριστιανική «αρετή». Αλλά όπως η ελληνική Ανδρεία, έχει  την πρωταρχική σημασία του όρου «ενεργεί σαν ένας άνθρωπος» (vir) (δες στην Αναγέννηση: καλλιτεχνική αξία), και για τους Ρωμαίους, αυτό σήμαινε πρώτα απ 'όλα "ενεργεί σαν ένας γενναίος άνδρας σε στρατιωτικά θέματα". Η Virtus έπρεπε να αναζητηθεί στο πλαίσιο των «εκκρεμών πράξεων» (egregia facinora), και οι γενναίες πράξεις ήταν τα επιτεύγματα που έφερναν Gloria («φήμη»). Η Gloria συνδέθηκε με δύο ιδέες: Fama («τι σκέφτονται οι άνθρωποι από σας») και Dignitas («κανείς στέκεται στην κοινότητα»). Ο αγώνας για τη αρετή στη Ρώμη ήταν πάνω απ 'όλα ένας αγώνας για δημόσια αξιώματα (honos), δεδομένου ότι ήταν αγώνας  μέσα από ανταγωνισμούς σε στρατιωτικές και σε διοικητικές θέσεις. 'Ενας άνθρωπος θα μπορούσε να δείξει την  καλύτερη λεβεντιά του, μέσω της στρατιωτικής επίτευξης, η οποία τη σειρά της θα καλλιεργήσει τη φήμη και θα φέρει ψήφους. Ήταν το καθήκον κάθε αριστοκράτη και επίδοξου αριστοκράτη να διατηρηθεί η Dignitas που η οικογένειά του είχε ήδη πετύχει και να επεκταθεί στο μεγαλύτερο δυνατό βαθμό, χάρη στην αύξηση των πολιτικών επιτυχιών και των στρατιωτικων νικών. Το σύστημα αυτό οδήγησε σε μια ισχυρή εσωτερικευμένη ώθηση στη ρωμαϊκή κοινωνία να συμμετέχει το άτομο σε μια συνεχή στρατιωτική επέκταση και κατάκτηση ανά πάσα στιγμή.
    (Ενώ σε πολλούς πολιτισμούς η αρετή της λεβεντιάς θεωρείται επίσης ως -εν μέρει- σεξουαλική, στον ρωμαϊκό κόσμο  η Virtus  δεν έχει σεξουαλική χροιά.)




    Χρονικό  της αρχής ενός ταξικού εμφύλιου θεμελιωμένου στον αυταρχικό λαικισμό-Η γένεση του καισαρισμού


     
    Οι πόλεμοι στην Αφρική και την Ασία προκάλεσαν αλλαγές στην ρωμαική κοινωνία, αλλά το πολίτευμα παρέμενε άθικτο. Η Ρώμη παρέμενε στις αρχές του 3 μ.χ αιώνα, μια πόλη-κράτος που διοικούνταν απο την αριστοκρατική τάξη, μέσω της Συγκλήτου, η οποία απαρτίζονταν κυρίως απο Πατρικίους, δηλ. απο μεγαλογαιοκτήμονες, αλλά και απο ανερχόμενους πληβείους και αστούς αλλά και ένα μικρό ποσοστό της Ιταλικής αριστοκρατίας. Τη δυνατότητα εισόδου στην συγκλητική ελίτ την καθόριζε η ιστορία της οικογένειας και σπανίως οι εξαιρετικές ικανότητες.Στις αρχές του 2 μ.χ αιώνα η λαικοφυλετική συνέλευση των πληβείων (comitia tributa) ενώθηκε με έναν αδιευκρίνιστο και περίπλοκο τρόπο με την λοχίτιδα συνέλευση του ρωμαικού δήμου(comitia centuriata), δημιουργώντας έναν νέο τύπο λαικής συνέλευσης. Οι δήμαρχοι ωστόσο, οι παραδοσιακοί ηγέτες των πληβείων (tribuni plebis) δεν έπαιζαν κάποιον αυτόνομο ρόλο στην πολιτική ζωή. Ανήκαν στην nobilitas, ακόμα και ως μέλη της Συγκλήτου. Η Σύγκλητος καθόριζε την εξωτερική πολιτική, τα δημόσια οικονομικά, και διηύθηνε  με αποκλειστικό τρόπο την Δικαστική εξουσία. Οι ένορκοι ήταν μόνον συγκλητικοί, και στο δικαστικό συμβούλιο προήδρευε ένας Πραίτωρ.
    Ωστόσο την βάση του απαράμιλλου στρατού της Ρώμης, βρίσκονταν πάντα οι μικρογαιοκτήμονες αγρότες της ρωμαικής υπάιθρου, αλλά και της υπαίθρου των συμμαχικών ιταλικών πόλεων. Σιγά σιγά δημιουργήθηκε μια εύπορη τάξη στρατιωτικών προμηθευτών και εργολάβων που δεν ανήκαν στην αριστοκρατία, αλλά και μεγαλοεπενδυτών γής που ανήκαν σε αυτήν, απλά νέμονταν λόγω θέσης τεράστια κεφάλαια και τεράστιες εκτάσεις γης,που είχαν αποκτηθεί απο το κράτος με ληστρικό ιμπεριαλιστικό τρόπο.
    Την ίδια εποχή έχουμε μια σημαντική διείσδυση στοιχείων του Ελληνικού πολιτισμού, και φυσικά δημοκρατικών ιδεών.
    Μέσα στην άρχουσα αριστοκρατία, και την φιλελληνική επαναστατική-μεταρρυθμιστική διανόηση, δημιουργήθηκε ένα ισχυρό ρεύμα φιλολαικών και δημοκρατιστικών ιδεών. 
    Ένας απ'αυτούς, ο Τιβέριος Σεμπρώνιος Γράκχος, μορφωμένος, έντιμος, φιλόδοξος πατριώτης, προερχόμενος απο πληβείους μεγαλοαριστοκράτης, καταγόμενος όμως απο την πλευρά της μητρός του απο την "ευγενική" γενιά των Κορνηλίων Σκιπιώνων, άρχισε την σταδιοδρομία του με την συμμετοχή του στην ιμπεριαλιστική εκστρατεία ενάντια στην Καρχηδόνα υπο τις διαταγές του Σκιπίωνα Αιμιλιανού. Σε ηλικία 25 ετών συμμετείχε στην αποτυχημένη  ισπανική εκστρατεία του Οστίλιου Μανκίνου.
    Επιστρέφοντας στην Ρώμη συνδέθηκε με την μεταρρυθμιστική φατρία που σιγόκαιγε μέσα στην Σύγκλητο. Η βασική ορμή μεταρρύθμισης είχε  όπως πάντα να κάνει με την κατάσταση του στρατού και των λαικών τάξεων που τον απαρτίζανε. Πρότεινε λοιπόν, για να ενισχυθεί το αξιόμαχο του στρατού,  ριζοσπαστική αγροτική μεταρρύθμιση. Αυτή η μεταρρύθμιση θα μπορούσε να επιτευχθεί, μόνον αν έπαιρνε την μορφή νόμου ψηφιζόμενου απο την λαική συνέλευση που αποτελούσε το "σώμα" της Δημαρχίας. Έθεσε λοιπόν υποψηφιότητα, εκλέχθηκε, και ως Δήμαρχος ανακοίνωσε στην λαική συνέλευση το ριζοσπαστικό αγροτικό του πρόγραμμα, αναδιανομής της γής και οριοθέτησης ανωτέρου επιπέδου γαιοκτησίας.
    Η κοινωνία της Ρώμης και της υπαίθρου της χωρίστηκε αμέσως σε δύο παρατάξεις, την λαική που συσπείρωνε όλη τη φτωχολογιά και την αριστοκρατική που συσπείρωνε όλους τους πλούσιους-πλήν των μεταρρυθμιστών!.Παρά το βέτο ενός άλλου Δημάρχου-όργανου των αριστοκρατών, ο Τιβέριος Γράκχος παρέκαμψε την θεσμική απαγόρευση και μέσω της λαικής υποστήριξης εκδίωξε τον Δήμαρχο-όργανο των Συγκλητικών. Ο λαός ψήφισε τον νόμο, αφού πρώτα ψήφισε την αποπομπή του Δημάρχου των Συγκλητικών.  Όταν προσπάθησε να εφαρμόσει τον Νόμο, σε ένα ευρύτερο πλαίσιο μεταρρυθμίσεων, θέτοντας παρα την άτυπη απαγόρευση ξανά υποψηφιότητα, δολοφονήθηκε την ημέρα των εκλογών, έξω απο τον Ναό του Καπιτωλίου σε ένοπλη σύγκρουση οπαδών του με οπαδούς της Συγκλήτου.
    Η ταξική μάχη συνεχίστηκε με την ανάδειξη του νεώτερου αδελφού του Τιβέριου Γράκχου, του Γάιου Γράκχου. Ο Γαίος Γράκχος προσέθεσε αρκετά κρίσιμα νέα στοιχεία στον λαικό αγώνα, που θα έμελλε να προσδιορίσουν την υλική προγραμματική βάση του κόμματος των "λαικών", ακόμα και μετά τον βίαιο θάνατό του, πάλι απο οπαδούς της Συγκλήτου:
    α) Η παροχή κλήρων δεν περιοριζόταν στην Ιταλία. Ετίθετο ζήτημα διανομής των γαιών κατακτημένων περιοχών.
    β) Ζητούσε την παραχώρηση της Ρωμαικής υπηκοότητας στους Ιταλούς συμμάχους.
    γ) Ζήτησε και πέτυχε την συμμετοχή της τάξης των "Ιππέων" (μεγαλοαστών εμπόρων) στην σύνθεση των δικαστηρίων, συμμετοχή τους στην φορολογική εξουσία επι των επαρχιών, όπου μέχρι τότε έπαιζε έναν απλά διαμεσολαβητικό ρόλο ο Ρωμαίος Διοικητής.
    ε) Τρομαχτικά σημαντικός υπήρξε ο λαικός Νόμος για το φτηνό σιτάρι  "lex frumentaria". Σύμφωνα με αυτόν τον νόμο, το κράτος επέβαλλε την πώληση σταριού κάτω απο την τιμή της αγοράς. Το λαικό ον της κατά παραχώρησιν ανθρώπινης ύπαρξης, εις βάρος των υποτελών χωρών-περιφερειών, βρήκε μέσα στο λαικό κίνημα της Ρώμης την "αιώνια" βάση του.
    Ο Γάιος έχασε την εκλογική μάχη υποστηρίζοντας την απόκτηση υπηκοότητας απο τους Ιταλούς συμμάχους, ώσπου στο τέλος, χάνοντας και την υποστήριξη των "ιππέων", αυτοκτόνησε κατά την διάρκεια συμπλοκής την μέρα που ψηφίζονταν ο νόμος για την δημιουργία λαικών αποικιών, που πρότεινε ένας άλλος "λαικός" δήμαρχος. Η αντίδραση των αριστοκρατών, δεν έθιξε ωστόσο ορισμένους νόμους, όπως αυτον που αφορούσε τα σιτηρά αλλά και τα φοροσυλλεκτικά δικαιώματα των "ιππέων".
    Το σημαντικότερο κατά την εποχή του Γαίου Γράκχου, αλλά και την επόμενη περίοδο στο λαικό κόμμα, ήταν η αποκρυστάλλωση του λαικού-καισαρικού προγράμματος. 
    Το κόμμα των λαικών ήταν πιά μια καθαρά ιμπεριαλιστική φατρία, που σαν πολιτική της αιχμή είχε την επίθεση στην Σύκλητο, και σαν υλικό της "πρόγραμμα" είχε την απαίτηση αναδιανομής της ιμπεριαλιστικής λείας. Οι populares, σε αντίθεση με τους optimates διεκδικούσαν την συμμετοχή των μικρο-ιδιοκτητών αλλά και των απόλυτα εξαθλιωμένων προλεταρίων στην ιμπεριαλιστική λεία, εντάσσοντάς τους στην άνευ αρχών φατριαστική διαμάχη με τους ταξικούς εχθρούς, με όλες τις νέες τρομοκρατικές λαικίστικες και εξαχρειωτικές μεθόδους του ρωμαικού τραμπουκισμού και το αίσχος των "προγραφών"(σύγκρουση Μάριου-"λαικού-" και Σύλλα-"αριστοκρατικού"-). Σε μελλοντική ανάρτηση μας θα περιγράψουμε τις εξαχρειωτικές μεθόδους των λαικών, ίδιες με αυτές των αριστοκρατών, για να δούμε τι είναι ίσως αυτό το "κόμμα" του λαού, που απο τότε διαφαίνονταν στις αρχικές μορφές του. Η κορύφωση του φατριαστικού ταξικού πολέμου, ο Ιούλιος Κάισαρ, ο τυχοδιώκτης ηγέτης των populares που θεμελίωσε την Αυτοκρατορία, συνθέτοντας την λαική "αρετή" με την ιμπεριαλιστική ιεραρχία, ως η πρωτομορφή διαφόρων σημερινών τεράτων αξίζει μια εκετενέστερη περιγραφή. Η νέα πληβειο-αριστοκρατία της Αυτοκρατορίας, η λαική ιμπεριαλιστική και εθνικιστική αθλιότητα, είναι πάντα παρούσα στα θεμέλια της ''Δύσης"..



                          Ι.Τζανάκος 12/11/2011