Τρίτη, 31 Ιανουαρίου 2012

Ξένωση..

Μέσα στην εργασία περιέχεται ο σκοπός της, μέσα στην ολότητά της περιέχεται η αρνητική της θέση..
Μέσα στην κυριαρχία δεν περιέχεται παρά μόνον ένας σκοπός, να θέσει στην εργασία άλλους σκοπούς απο την ίδια.
Ο σκοπός της κυριαρχίας ωστόσο, για επέκταση, αφαιρετικοποίηση, και τεχνικοποίηση της εργασίας παρήχθη ιστορικά ως ένας εργασιακός σκοπός υπαγμένος στην κυριαρχία, έγινε εσωτερικός σκοπός της εργασιακής ουσίας. Η πρόκληση αυτή που λέγεται καπιταλισμός δεν μπορεί να απαντηθεί μόνον με την αναγωγή του επεκτατικού σκοπού στην προηγούμενη ουσία της εργασίας. Η εργασία πρέπει να ανα-οικειοποιηθεί όχι μόνον τους όρους της ως γενικό όν αλλά και τους όρους της κυριαρχίας ως μετα-τελικής εργασίας καθιστώντας τους εμμενώς τελικούς σε αυτήν.
 
Η ξένωση του υπαγμένου στην ξένωση υποκειμένου, δεν ξεπερνιέται με την αναζήτηση ενός ολικού όντος που δεν έχει τάχα τον ξενωτικό προσδιορισμό. Θα μπορούσε κανείς να πεί, πως υπάρχει μια μορφή ολότητας που ανα-καλύπτεται μέσω της ξένωσης, αλλά συνήθως αυτή η ολότητα προ-εννοείται, είναι η γνωστή "διαλεκτική" τελική "συμφιλιωτική" ολότητα που υπερασπίζονται όλοι οι απόβλητοι της υπάρχουσας, είτε θεωρώντας ότι υφίσταται ως σύστημα αποτελεσμάτων αρνησιακών θέσεων, είτε ως σύστημα αποτελεσμάτων καθαρών αρνήσεων. 
Η προ-εννόηση με βάση την τελικότητα ως διπλή τελικότητα, ως τελικότητα/μετα-τελικότητα παραμένει ως βραχνάς.
Ωστόσο η ξένωση είναι ο μόνος όρος που σε βγάζει απο την αυταπάτη, το μόνο "στοιχείο" που εγγυάται μία μόνιμη επαγρύπνηση απέναντι στις αφομοιωτικές δυνάμεις της ίδιας της ξενωτικής διεργασίας, όταν στρεβλώνεται αναγκαία ή μη σε ταξικά ξενωτική διεργασία. Ακούγεται παράδοξο.
Υποθέτουμε πως η κοινωνική ξένωση είναι η εσωτερικότερη και βαθύτερη διεργασία κάθε ταξικής-κυριαρχικής κοινωνίας.
Η κοινότητα των ανθρώπων, απο τη "στιγμή" που διασπάται σε κυρίαρχη και υποτελή τάξη, είναι μια απο-ξενωμένη κοινότητα, ένα πλήθος απο αλληλο-υπονομευόμενα κοινωνικά σύνολα και άτομα. Οι ίδιοι αυτοί σκύλοι που κατασπαράζουν τους υποτελείς , είναι αυτοί που "πρώτα" έχουν υπάρξει σε μια διαδικασία ξένωσης ως το αίτιο και το αποτέλεσμά της. Οι "αφέντες" είναι πάντα αυτοί που απομακρύνονται απο την παραγωγική κοινότητα, ως το "εξαιρετικό", το "εξέχον", το απόλυτα άλλο.


Αυτοί οι ίδιοι ξενωνόμενοι, ταυτόχρονα ενεργοποιούν -νομοτελειακά- την διεργασία επαν-ενοποίησης. 
Η ίδια η εκμεταλλευτική διεργασία παραγωγής, είναι απόλυτα εξαρτημένη απο την διατήρηση -σε ταυτόχρονο και ταυτόχωρο επίπεδο- της ενότητας των ξενωτικών και επαν-ενοποιητικών όρων.
Η υποτελής τάξη, βρίσκεται σε ένα δίλλημα συνεχώς:
Να τραβήξει μια γραμμή διάκρισης πέρα απο κάθε επαν-ενοποίηση, δηλ. να δεχτεί την πρόκληση της κυρίαρχης όσον αφορά την ξένωση, οικειοποιούμενη την τόσο στην ταξική της όσο και στην γενική διαλεκτική της ύπαρξη, αποκαλύπτοντας ταυτόχρονα-ταυτόχωρα την υποκριτική και άθλια φύση της επαν-ενοποιητικής διεργασίας ; 
[Η ενότητα της ξένωσης, έχει τον ειδικό της ταξικό τρόπο ως διαδικασία επαν-ενοποίησης και μόνον και όχι ως καθολική ενότητα, που εγκολπώνει την ξένωση ως γενικό στοιχείο-στιγμή σε κάθε στιγμή της διεργασίας, και όχι μόνον στο τέλος, όπως η επαν-ενοποίηση.
Η επαν-ενοποίηση είναι η ανάπηρη ανθρωπολογικά ενότητα της ξένωσης με το "εν" της, μια παραγωγική σχάση: Το "παραγωγικόν" ως παραγωγή των κατακερματισμένων -υποκείμενο/αντικείμενο- όρων παραγωγής. Οι κατακερματισμένοι όροι παραγωγής ως το ''παραγωγικόν''.]
Η μήπως να πολεμά συνέχεια στο επίπεδο της ενότητας, εγκαλώντας την κυρίαρχη για την ασυνέπειά της όσον αφορά τους όρους ενότητας της κοινότητας ;
Η δική μου επιλογή, είναι δεμένη με την πρώτη στάση. 
Θεωρώ πως η εύρεση της αληθινής ολότητας, μιά αληθινά επίκαιρη,"ιστορικά" διαμεσολαβημένη, εγελιανή και μαρξική στάση, διέρχεται μέσα απο την όξυνση της ξενωτικής διεργασίας εντός της ίδιας της τάξης, αλλά και στο επίπεδο της δεδομένης ολότητας.
Αυτό όμως είναι διαφορετικό, αν παραμένουμε στον επιδιωκόμενο σκοπό της ολικότητας.
Η δια της ξένωσης πρακτική οδοποίηση προς την ολότητα, αρνείται πρακτικά τόσο την ολότητα ως τελικο διαλεκτικό όν της ξένωσης, όσο και την ξένωση ως τελικό διαλεκτικό όν αυτής "εδώ" της ολότητας, αλλά και κάθε ολότητας.  Η τελική/μετα-τελικη ολότητα είναι πάντα και με κάθε τρόπο ταξική. Εξ'ου και ο πόθος, ανορθόλογος αλλά τίμιος της επαναστατημένης εργασίας να συντρίψει μέσα στην αμεσότητα της εξουσίας της κάθε μετα-τελική τελικότητα, κάθε κρατικό-ακόμα και γιακωβίνικο-ολισμό. Το ανορθόλογο της λατρείας της αμεσότητας, κρύβει τον λογικό πυρήνα της επιθυμίας για μια κοινωνική ολότητα που περιέχει εντός της την τελικότητα της, χωρίς μετα-τελικούς/τελικούς ολικους προσδιορισμούς. Η κριτική της άμεσης εργατικής δημοκρατίας απο τους λενινιστές είναι κριτική απο την σκοπιά της μετα-τελικής/τελικής ολότητας, είναι μια κακοήθης κριτική που θεμελιώνεται στην κριτική του ανορθόλογου της "αμεσο-αντιληψιακής" μορφής μιας καθημερινής φιλοσοφίας που περιέχει ωστόσο την ορθολογική αναζήτηση μιας αναπαλλοτρίωτης κοινωνικής ολότητας απο την θέση ανθρώπων-εργατών ή διανοητών- που αρνούνται κάθε μετα-τελικότητα, και αρνούνται να αρνηθούν την δική τους τελικότητα, προς ώφελος μιας άλλης περιέχουσας τελικότητας-μετατελικότητας-ολότητας, αν δεν περιέχεται ήδη απο την αρχή στην τελικότητα της  δικής τους εργασίας.
Η ξένωση ως διαλεκτικός προσδιορισμός προσανατολίζεται στην ολότητα πέραν της ξένωσης και της μετα-τελικής ολότητάς της, με την υπόθεση της απόλυτης ξένωσης ως όρο μιας άλλης δικής της ολότητας ισοδύναμης πρός το απόλυτο της, ως απόλυτης ξένωσης.
Διατηρούμενη η απολυτότητα της ξένωσης, σε μνήμη και στάση, οξυμμένη η καχυποψία του λαού απέναντι σε κάθε κρατική ολότητα οδηγεί στην αληθινή κοινωνική ολότητα. 
Υπάρχει δε η ξένωση ως εμπειρικός δρόμος: Κάθε ξενωτική στάση απο έναν ταξικό-κυρίαρχο άλλον, ακόμα κι αν είναι προϊόν αυταπάτης ότι είναι κυρίαρχος, οξύνεται με την ξένωση μας προς αυτόν.
Η ενότητα μπορεί να είναι αληθινή, αν περιέχει ως διαρκή όρο της την συνεχή άρνηση κάθε άρνησης, και την υπαγωγή μας σε αυτήν την διεργασία ως "αξίας", και όχι μόνον την άρνηση της θέσης της τελικά/μετα-τελικά οροθετημένης ξένωσης και της δεδομένης ολότητας της. Για την ακρίβεια: η διαρκής επανάσταση της εμμενώς τελικής εργασίας είναι ο όρος  της διαρκούς επικράτησης της στο επίπεδο της όποιας μετα-τελικής τελικότητας.
Έτσι η απόλυτη άρνηση ανακαλύπτει την αληθινή ολότητα, αυτήν που είναι πρίν, μετά και κατά την διάρκεια κάθε ταξικής ξένωσης, χωρίς να αποκλείει τελικά την εγκόλπωση της ξένωσης ως αυτόνομης στιγμής κάθε διαλεκτικής διεργασίας. Το προλεταριάτο ως απόλυτη άρνηση υπάρχει μόνον ως το συνεπές όν της άρνησης, ως το ξενωτικό σφυρί της αλήθειας μέσα στη ξενωμένη ζωή, αν όμως ακολουθήσει την απόλυτη ξένωση που του εδόθη ως κατάρα απο τους κυρίαρχους. Υποθέτουμε πως μόνον οι ακτήμονες και απόβλητοι εργαζόμενοι είναι αυτό το όν που περιέχει την δυνατότητα της άρνησης και την δυνατότητα της αληθινής ολότητας. Αυτά δεν έχουν σχέση με τους εσωτερικούς προσδιορισμούς της ολότητας, τα "πολλά" της και το ''έν" της, αλλά με τους ολικούς προσδιορισμούς της, την αρνητικότητα και την θετικότητά της, την περιεκτική-εκφραστική της δύναμη που περιέχει το "έν' και τα "πολλά" ως στοιχεία της τάδε ή δείνα εκδοχής της. Δεν υπάρχει μάλιστα κανένας λόγος να θεωρήσουμε πως η οικειοποίηση απο μέρους των "απόβλητων" της ξενωτικής φύσης της ταξικής κοινωνίας θα αντικατασταθεί στο μέλλον, με την νίκη των δυνάμεων της απαλλοτριωμένης εργασίας, απο μια συμφιλιωτική ολότητα. Η ξένωση μπορεί να διατηρηθεί ως όρος της ελευθερίας και του αυτοκαθορισμού του παραγωγικού υποκειμένου, όπως άλλωστε το ίδιο μπορεί να συμβαίνει με την "αφαιρετική"-"αφηρημένη" κοινωνική-πνευματική εργασία.
Ο Χέγκελ με έναν αιρετικό τρόπο νικάει κάθε Μάρξ, ακόμα και νιτσεικά αναζωογονημένο..



Ι.Τζανάκος 31/1/2012

Σάββατο, 28 Ιανουαρίου 2012

Το Υποκείμενο ως Ολότητα..

Το υποκείμενο που ορίζει την κοινωνική ολότητα δεν διακρίνεται απο αυτήν. Μιλάμε για μια ταυτότητα που σημαίνει όχι μόνον τον αλληλοπροσδιορισμό των όρων της γενικής θέλησης και της ατομικής οντότητας, αλλά την κυριαρχία της μίας ή της άλλης κοινωνικής συλλογικότητας.
Η αναζήτηση της διάκρισης ανάμεσα στην ολότητα και τις εντός αυτής υλικές ή "πνευματικές" υποκειμενικότητες, μπορεί να έχει μόνον τεχνικό-συλλογιστικό χαρακτήρα, ενώ απο την άλλη αποκρύπτει τη σημασία της λειτουργίας της κυρίαρχης ομάδας, είτε αυτή είναι μια πολιτικο-οικονομική ομάδα είτε μια ηγετική ομάδα που αναφέρεται σε μιαν άλλη ομάδα.
Η κυρίαρχη ομάδα ταυτίζεται με την καθολική διάσταση της κοινωνίας, όχι μόνον ιδεολογικά αλλά και πρακτικά, με την συναίνεση της κοινωνίας ή σε φάση κρίσης αυτής της συναίνεσης.
Όσοι φαντάζονται πως μια πολιτικο-οικονομική ομάδα, φιλοδοξώντας να κυριαρχήσει "γιατί το δικαιούται", θα το επιτύχει εκ του δικαιώματος, λαθεύει ανοήτως και όχι μόνον κατά την διάρκεια της πράξης.
Η Ιστορία είναι το καμίνι αυτής της σχέσης των δρώντων.
Η Ιστορία γράφει τα βιβλία, όχι τα βιβλία την Ιστορία.
Η συζήτηση επι των θεμελίων των βιβλίων, δεν αντικαθιστά την διαλεκτική της Ιστορίας των ανθρώπων. 
Οι κοινωνικές σχέσεις των τάξεων, η πάλη τους, ο αγώνας των "συμφερόντων" και των "δικαιωμάτων", υπάγονται στην Ιστορική Ολότητα της κοινωνικής Ολότητας.
Η Ιστορική Ολότητα υπάγει την κοινωνική της Ολότητα..



Ι.Τζανάκος 28/1/2012

Παρασκευή, 6 Ιανουαρίου 2012

Σάρκα..



Άφησα τη πείνα να ορίσει τα μάτια σας
και γύρισα στον πραγματικό κόσμο των ορυκτών..
Δεν είδα εκεί τίποτα άλλο από σένα..
Δεν εξόρυξα τίποτα άλλο από την φθορά μας,
που κροταλίζει αδιάφορη για το μέλλον,
αν και είναι το μέλλον..









Ι.Τζανάκος  6/1/2012

Εμμενής Ρωμαϊσμός..

Η κατασκευή της διάκρισης του εμμενούς απο το υπερβατικό, είναι μια χριστιανική κατασκευή, που στρέβλωσε την ελληνο-ρωμαϊκή και κυρίως την ελληνική διαλεκτική του Κόσμου και της Δόξας του.
Ακόμα και η καταφατική στάση του Παύλου, ως άρνηση της διαλεκτικής, ή σχέσης απλά, ζωής-θανάτου, πέρα απο την εμμενή τους σημασία, προϋποθέτει την ήδη υπάρχουσα διάκριση της εμμένειας απο την υπερβατικότητα. Ο Παύλος τραβάει ως πρακτικός αντιμεταφυσικός το ραβδί πρός την εμμένεια και την καταφατικότητα του δεδομένου ως κόσμου, ή της ζωής εντός αυτής της δεδομενικότητας, αφού πρώτα έχει καθήσει με θράσος πάνω στο απο-ιεροποιημένο κομμάτι που έχει ήδη απομείνει μετά το ξέσκισμα που έχει συντελεστεί απο τον υστερο-ρωμαϊκό κόσμο και τους πιό συνεπείς εκφραστές του, τους χριστιανούς αδελφούς του. Τραβώντας την τάση αυτή στα άκρα, οδηγεί τον ρωμαϊσμό και τον υστερο-ρωμαϊσμό που έχει αρχίσει να μεταβαίνει σε μετα-ρωμαϊσμό, σε ξεκάθαρο μετα-ρωμαϊσμό.
Όμως ο υστερο-ρωμαϊσμός, και ο μετα-ρωμαϊσμος, ώριμος ή ανώριμος, δεν είναι σε σχέση με τον ελληνισμό λ.χ των νεοπλατωνικών παρά εκδοχές του "αιώνιου" αυτοκρατορικού ρωμαϊσμού. Ο Παύλος είναι ο παρτιζάνος της αυτοκρατορίας που έρχεται, και όχι ο ριζοσπάστης που αμφισβητεί απο την σκοπιά της οικουμενικότητας  την αυτοκρατορία, είναι ο ιερέας του ξεσκισμένου σε "εμμενές" και "υπερβατικό" απο-ιεροποιημένου Κόσμου, ο προφήτης της γεγονικότητας του "εδώ", με ή χωρίς την βάπτισή του σε "ιερό γεγονός"..
Κάθε κριτική του Ρωμαϊσμού, περνά σήμερα και απο την κριτική του Παυλικιανισμού..





Ι.Τζανάκος 6/1/2012