Σάββατο, 29 Σεπτεμβρίου 2012

ΑΥΤΟΚΑΘΟΡΙΣΜΌΣ..





Η μετατροπή της διατομικής εξουσιαστικής σχέσης σε σχέση διοίκησης, δεν είναι προϊον της θέλησης και της δύναμης απόφασης και εντολής, αλλά η "διοίκηση" παραμένει εντός τους όταν αυτές (η ''εντολή" και η "απόφαση") δημιουργηθούν.
Η χειραγώγηση της ζωής, το διοικητικό "θέτειν", στην κοινότητα αλλά και στους "εκτός" κοινότητας, σκοπούς, δεν είναι ένα πράγμα που επικάθειται απλά πάνω στην παραγωγική ζωή της και την καθημερινότητά της, αλλά ένα ουσιαστικό στοιχείο της αν αυτή ορίζεται σε ένα οντολογικό πλαίσιο διαίρεσης και ιεραρχίας. Η διαίρεση της κοινότητας σε είδη παραγωγών και η ιεραρχική οργάνωσή της, σε συνάφεια με αυτήν την οριζόντια διαίρεση και κάποιες ειδικές μορφές της, δεν είναι -όπως είπα πριν όσον αφορά την διοίκηση- ξεχωριστή κατάσταση από την διεργασία της απόφασης και εντολής. 
Η "εντολή" και η "απόφαση" ως ξενωτικές διοικητικές διεργασίες δεν είναι ούτε η αιτία, ούτε το αποτέλεσμα της κοινωνικής διαίρεσης και ιεραρχίας, αλλά ένα εγγενές στοιχείο της που ερείδεται σε μια κοινή με την παραγωγική διαίρεση αιτία. Αυτή δεν έχει να κάνει με κάποια μορφή "έλλειψης", ούτε με τον χαμηλό βαθμό ανάπτυξης της παραγωγής, ούτε με την βαναυσότητα ή τη βία, αλλά με την διεργασία κατασκευής της κοινωνικής διάνοιας, μιας κατάστασης που δεν ορίζεται ούτε ως παραγωγή, ούτε ως δημιουργία, αν και τις περιέχει..
Όποιος δεν θέτει σαν άμεσο θέμα την συνολική αναίρεση της ξένωσης της κοινωνικής διεύθυνσης σε διοίκηση, και την αντικατάστασή της απο τους θεσμούς της  αυτοκαθοριζόμενης κοινωνικής ολότητας, επικαλούμενος τις ιδιαίτερες συνθήκες "ανωριμότητας" ενός τέτοιου "θέματος", είναι απλά υποστηρικτής της ταξικής κοινωνίας. Τελεία και παύλα.. 





Ι.Τζανάκος   

Πέμπτη, 27 Σεπτεμβρίου 2012

Τέλος-Αρχή..




Μπορεί να αισθάνεσαι κούραση όταν έχεις φτάσει στην αρχή μιας νέας προσπάθειας, που ξέρεις ότι έχει όλες τις προϋποθέσεις μιας ολοκληρωμένης συντέλεσης, και να παραμείνεις εκεί για πάντα, σε μια ενατένιση του αχανούς ορίζοντα που ανοίγεται. Ικανοποιημένος που ξέμπλεξες τα υφάδια μιας φαύλης πλοκής των ουσιών της ζωής και της σκέψης της, να παραμείνεις εκεί, σκαλίζοντας ίσως ένα ημερολόγιο διορθώσεων.
Αξίζει άραγε να επιστρέψεις σε αυτό τον κόσμο των ατέρμονων υφάνσεων του λάθους, εξηγώντας τες όλες μία μία σε όποιον θέλει να τις ξε-μπλέξει;
Ή μήπως είναι αληθινά πιο χρήσιμο να κατασκευάσεις έναν νέο κόσμο, έτοιμο να τον έχεις για τα παιδιά που θα έρθουν να δούν τον κόσμο από την αρχή;
Και τα δύο..


Ι.Τζανάκος

Απ-αισιοδοξία..





Η πολιτική οργάνωση και τάξη φαίνεται πως είναι σύστοιχη με την τεχνολογική δύναμη της κοινωνικής διάνοιας, και αυτός είναι ο διττός πυρήνας των κοινωνικών διεργασιών ανεξάρτητα από το είδος κοινωνίας που αναφέρονται και εδράζονται αυτές. Πολλοί απο τους "κριτικούς" προς αυτή την δομή είναι οι ίδιοι, ειδικά αν κατέχουν θέση σε ένα σύστημα εξουσίας κυρίαρχο ή διωκόμενο, μάστορες της κοινωνικής τεχνικής και όλων των προπαγανδιστικών και κυνικών μεθόδων που περιέχει αυτή, πέρα από τους καθαρά "παραγωγικούς" όρους της. Η τερατώδης ηθικολογική φλούδα που καλύπτει αυτό τον πραγματικό κόσμο είναι θρυμματισμένη απο όλους, αλλά διατηρείται για να έχει αυτός ο θαυμαστός κόσμος και έναν κώδικα διατομικής συνύπαρξης. Φυσικά υπάρχουν δυνάμεις που υπερβαίνουν πολύ εύκολα κάθε κώδικα, για να "βιώσουν" και να επιβάλλουν τον κώδικα της "αμεσότητας" της κυριαρχικής τους βλέψης. Τότε αντί να αναδυθεί απλά ένας ωμός μόνον Λόγος της κυριαρχίας, υπάρχει συνύφανση με ένα κεντρικό ιδεολόγημα, συνήθως όμως αντίστοιχο με την πρακτική ωμότητα. Οι προειδοποιήσεις όλων αυτών είναι κάτι που πρέπει να λαμβάνεται σοβαρά από τους "ακροατές" τους, και σημαίνουν την πρόσκληση συμμετοχής στο όργιο ή την απειλή να μετατραπείς σε γεύμα του. 
Η πολιτική οργάνωση και τάξη φαίνεται πως είναι πάντα σύστοιχη με την εξοντωτική δύναμη της κοινωνικής διάνοιας, και αυτός είναι ο διττός πυρήνας που δεν αρκεί να αποστρέφεσαι, αλλά να επιδιώκεις να εξανθρωπίσεις, ή αν δεν μπορείς ή δεν έχεις τις δυνάμεις είναι αυτός ο διττός πυρήνας που πρέπει να αποφύγεις, ότι και να λένε οι προπαγανδιστές, όσο και να ουρλιάζουν οι σκύλοι.
Σε τελική ανάλυση, όπως λέγαν παλιά, ο θάνατός σου δεν θα απασχολήσει κανέναν σκύλο, και η απόσυρση σου απο τα σκυλολόγια που περιπολούν στους δρόμους και τους δημόσιους χώρους δεν είναι παρά μια μορφή θανάτου, αφού ένας άνθρωπος είναι άνθρωπος μόνον σε αυτά τα κατειλλημένα μέρη. Αν δεν μπορείς να δώσεις την μάχη, ας πεθάνεις για όλους αυτούς, ας είσαι ένα νεκρό αίνιγμα που κανείς δεν θα μπορέσει να του δώσει ένα σήμα, ούτε κανείς θα μπορέσει να του πάρει το σώμα. 
Κατηγοριοποιήσεις αλλού όμως, σε όσους προλάβαν ήδη, με το αχυρένιο τους μυαλό...





Ι.Τζανάκος

Τετάρτη, 26 Σεπτεμβρίου 2012

Άρσεις..





Η άμεση διαμεσολάβηση της (πρώτης) αμεσότητας που συντελείται στο εγελιανό σύστημα, σίγουρα και είναι και ακούγεται σαν ένα παράδοξο. Όσο πιο άμεση είναι η αναίρεση της αμεσότητας τόσο μικρότερη είναι η δύναμή της στο "σώμα" όλου του συστήματος. Υπάρχει πάντα ένα στοιχείο αμεσότητας που αναιρείται, αλλά, και αυτό είναι το σημαντικό, η αμεσότητα βασιλεύει και στο τέλος της διεργασίας των διαμεσολαβήσεων, όπως ακριβώς είδαμε την "υπόσταση" να επανέρχεται ως "ζώσα υπόσταση" αμέσως μετά την αναίρεσή της απο το "υποκείμενο". Για την ακρίβεια το απόλυτο πνεύμα είναι (και) ένα άμεσο, και το υποκείμενο είναι (και) μιά υπόσταση. Αυτό όμως που μπορεί να προκαλέσει τον ενθουσιασμό όλων των "αριστερών ανθρωπολόγων" είναι αυτό που κατά την γνώμη μου σήμερα χωλαίνει στον εγελιανισμό, όπως χωλαίνει και η "συγκεκριμενοποίηση" της ολότητας/καθολικότητας.
Η αμεσότητα δεν είναι αναγκαίο να παραμείνει ως προσδιορισμός. 
Η διαμεσολάβηση ως προσδιορισμός περιέχει, ωστόσο, ενδογενώς την αμεσότητα που διαμεσολαβεί κριτικά  και αναιρεί πρακτικά ως αμεσότητα. Πιθανόν λοιπόν σε έναν ζωντανό εγελιανισμό σήμερα  να είναι απαραίτητο να αντικατασταθεί και ο όρος "διαμεσολάβηση". Να διαμεσολαβηθεί και η αμεσότητα και η διαμεσολάβησή της απο την αυτο-διαμεσολάβηση, την άπειρη μέσευση των όντων απο τα άλλα όντα, την σχεσιακότητα ως την ουσία τόσο της ουσίας όσο και των υποστατικών μορφών της. 
Η "αναίρεση της αναίρεσης" όπως έχει ήδη συντελεσθεί ως αντενεργός φιλοσοφία της "υπόστασης", να αντικατασταθεί από την αληθινή αναίρεση, έναν όρο ευγένειας του ανθρώπινου που δεν αναγνωρίζει και στο πιό ευτελές το δικαίωμα της αμεσότητας.





Ι.Τζανάκος 

Εγελιανές Ολότητες..




Το εγελιανό σύστημα δεν έχει ως όρο του μόνον μία τελική Ολότητα αλλά βρίθει Ολοτήτων σε διαμόρφωση πρός την τελική Ολότητα, και αυτές οι Ολότητες δεν είναι απλά ρευστά όντα, ένα είδος καθαρά μεταβατικών οντοτήτων, που συγκροτούν μια μη στερεοποιημένη πολλαπλότητα. Είναι προφανές πως όλες οι μεταβατικές Ολότητες του Εγέλου είναι στιγμές πρός την τελική Ολότητα, αλλά δεν είναι σε τέτοιο βαθμό μεταβατικές που να είναι οντολογικά ανάλογες της αρχικής αμεσότητας, που στερείται ουσιαστικά της οντολογικής μορφής της οντικότητας. Δεν πρέπει να εκπλήσσει το γεγονός πως ο Έγελος δημιουργεί μια σειρά απο μεταβατικές στιγμές αναίρεσης του προσδιορισμού της αμεσότητας. Ή θα επιτελούνταν μιά άμεση καθολική αναίρεση της αμεσότητας ή η αμεσότητα θα αναιρούνταν μεν αρχικά άμεσα αλλά έπειτα με μια σειρά απο διαμεσολαβήσεις. Η αναγκαιότητα είναι να επιτευχθεί "εξαίφνης" στην αρχή η αφομοίωση της αμεσότητας, αλλά στα πλαίσια μιας όχι και τόσο γρήγορης διεργασίας να ολοκληρωθεί η αναίρεσή της, που περιέχει ως διεργασία όχι απλά την υποτιθέμενη πορεία μιας μοναδικής Ολότητας αλλά την ύπαρξη της σε υποστατωμένες μορφές της. Η ίδια η Ολότητα στην ανάδυσή της έχει υποστατώσεις, είναι μια σειρά-πολλαπλότητα απο Ολότητες που γίγνεται αυτή, γιγνόμενες αυτές: η Ολότητα ως αναδυόμενη τελική Ολότητα.



  
Ι.Τζανάκος 

Η αναζητούμενη Ολότητα..





Η θεωρητική μεταβίβαση της ενότητας του όντος στην ιστορικότητα έχει αποκτήσει μια νέα μορφή, σε σχέση με την πρώτη της εμφάνιση στο εγελιανό σύστημα, και αφορά την συγκεκριμένη οριοθέτηση της σχέσης των καθέκαστων όλων των καθολικών προσδιορισμών με την ίδια τους την καθολικότητα, απο την "σκοπιά" πάλι της καθολικότητας ή των καθολικοτήτων.
Αυτό που εδώ φαίνεται ως αφηρημένη σκέψη  δεν είναι παρά η νέα μορφή ύπαρξης των αναδεδυμένων στην αστική εποχή καθολικοτήτων με τους υποστασιακούς όρους τους, και σημαίνει ένα καταστάλαγμα που ακόμα κι αν γίνει αντικείμενο μιας πιθανής αναίρεσης από την περιεκτική ολότητα που θα έλθει (αν δεν θέλουμε να αφανιστούμε), δεν θα πάψει να αποτελεί το διατηρημένο υπόβαθρο της ολοκληρωμένης περιεκτικής ολότητας. 
Η αφηρημένη μορφή αυτής της πρώτης περιεκτικής ολότητας που θα αποτελέσει το θεμέλιο-υπόβαθρο της ολοκληρωμένης περιεκτικής ολότητας, πρίν γίνει αντικείμενο αναίρεσης, είναι ανάγκη να γίνει κατανοητή και όσο και να φαίνεται αυτό που θα πω υπερβολικό, σεβαστή. Είναι όμως σεβαστή αυτή η πρώτη αφηρημένη ολότητα της ύστερης αστικής εποχής μας, αν δεν γίνει κατανοητή;
Συνήθως η εν-ότητα των καθολικών όντων χρησιμοποιείται απο τις όποιες καθεστωτικές αστικές δυνάμεις ως ένα παραδοσιακό όπλο απόκρυψης και πειθάρχησης των συγκρούσεων και των διχασμών της ίδιας της κοινωνίας. 
Από την άλλη, η διαμεσολάβηση της εν-ότητας από τις αρχές της "πολλαπλότητας" ή  με πιο συνηθισμένο λ.χ "μαρξιστικό" τρόπο  απο την αρχή της "αντίθεσης'', ενώ είναι μια ορθή και διαφωτισμένη θεωρητική ενέργεια που έχει να κάνει όχι μόνον με τις πολιτικές ή ταξικές προθέσεις και ανάγκες αλλά και με τις εξελίξεις στην μαθηματική και φυσική επιστήμη, είναι επίσης μια απάρνηση, ένας μερικές φορές εύκολος τρόπος να μην αναλάβει κανείς τις ευθύνες της εν-ότητας ή όλων των εν-οτήτων. 
Η ιστορία είναι μια διαρκής ευθύνη απέναντι σε αυτές τις εν-ότητες, και δεν υπάρχει δυστυχώς απέναντι στις βαραθρώδεις δυνατότητες της θεωρητικής και πολιτικής διαμεσολάβησής τους καμία εξασφάλιση. Έχεις να διαμεσολαβήσεις την ταξική, την παγκόσμια-οικουμενική αλλά και την εθνική εν-ότητα. Όσοι έχουν ξεκαθαρίσει τους λογαριασμούς τους με όλα αυτά τόσο γρήγορα, και με τόση σιγουριά, το έχουν κάνει όχι γιατί έχουν απαραίτητα "κακές" προθέσεις, αλλά γιατί έχουν άγνοια των όρων της διαλεκτικής της ύστερης εποχής. Δεν υπάρχει δε προνομιακότητα στα ατοπήματα και τα ολισθήματα απέναντι στα καθήκοντα. Μπορεί να υπάρχει μια φαύλη διαλεκτική, απο ανθρώπους που έχουν σαν σκοπό τους ακριβώς αυτό: να σταματήσουν την φαυλότητα ως ουσία της διαλεκτικής. Γιατί μην γελιόμαστε, η αποτυχία και η φαυλότητα των επιλογών βρίσκονται μερικές φορές περισσότερο εκεί που  προσεγγίζουμε την άρνησή τους, και όχι μόνον εκεί που είναι πάντα με σιγουριά η αποτυχία και η φαυλότητα.
Από τη σκοπιά μου θα πρότεινα να είμαστε ειδικά σήμερα ακόμα πιο επιφυλακτικοί απέναντι στην ιδεολογία της αμεσότητας και του συγκεκριμένου, ακόμα κι αν είναι εγγεγραμένη στην "φύση" μας η όρεξη του συγκεκριμένου.
Θα το επαναλάβω. Το "κακό" αφηρημένο σήμερα είναι το συγκεκριμένο, και αυτό δεν βρίσκεται μόνο στον αστικό πραγματισμό ή ακόμα και στον "αριστερό" ρεαλισμό των "κινημάτων", αλλά σχεδόν παντού.
Ο κόσμος αναζητά μιαν αληθινή ιδέα, να αλλάξει για πάντα τη ζωή του και να οικοδομήσει μια δίκαιη μη εκμεταλλευτική κοινωνία. Οι υποψήφιοι είναι πολλοί, αλλά και οι ύποπτοι..






Ι.Τζανάκος

Ιστορικότητα και επανάληψη..




Η απάρνηση της ιστορικότητας δεν εμφανίζεται σαν άρνησή της, αλλά μερικές φορές σαν μια αυθεντική ερμηνεία της ιστορίας. Η ίδια η ιστορική έρευνα συνήθως διενεργείται με την πρότερη δημιουργία των νοητικών και ιδεολογικών προϋποθέσεων ερμηνείας των ιστορικών δεδομένων. Αυτό όμως που πρέπει να επικαθορίζει την ιστορική έρευνα είναι η επίγνωση της ιστορικότητας ως οντολογικού στοιχείου των ίδιων αυτών καθαυτών των δεδομένων. Για την ακρίβεια, η ίδια η έννοια "δεδομένο" αμφισβητείται από την διεργασία την ίδια. Η ιστορικότητα ως προσδιορισμός των ίδιων καθαυτών των πραγμάτων έχει ορισθεί νοητικά ως οντολογική με την εμφάνιση του αστικού κόσμου. Όπως και η έννοια "παραγωγή" γενικά έχει εμφανιστεί μαζί με την εμφάνιση του αστικού κόσμου, ως συνέπεια της ανάδυσης όλων των μερικών καθορισμών της και της ποσοτικής της ανάπτυξης (δες την λαμπρή ανάλυση του Μάρξ στα Grundrisse..), έτσι και η καθολική ιστορία εμφανίζεται μαζί με τον αστικό κόσμο, ως συνέπεια των ίδιων νόμων της γενικής διαλεκτικής κίνησης. Όταν τεθεί το θέμα της σχέσης των οντολογικών και νοητικών προσδιορισμών θα πρέπει να είμαστε προσεκτικά όσον αφορά την σχέση τους. Τι εννοώ:
Ούτε υπάρχει ο γνωσιο-οντολογικός προσδιορισμός ως μια γενική και πάντα ισχύουσα "πραγματικότητα", ούτε είναι σε ισχύ αποκλειστικά στα πλαίσια της εποχής ανάδυσής του. Με λίγα λόγια, ούτε οι αυτονομημένες καθολικές κατηγορίες της "παραγωγής" ή της "καθολικής ιστορίας" είναι για πάντα ισχύουσες και απλά ανακαλύπτονται κατά την εποχή ανάδυσης της γνώσης τους, ούτε είναι ισχύουσες, ''υπαρκτές", μόνον κατά την διάρκεια της εποχής της (θεωρητικής τους) ανάδυσης. Η ταλάντευση σε αυτά τα "όρια" έχει προκαλέσει αρκετές θεωρητικές και πολιτικο-θεωρητικές διαμάχες. Η νεώτερη έρευνα ωστόσο έχει αναδείξει με σαφήνεια την ριζική "εποχικότητα" των ίδιων των όρων ως αμφισβητούμενων όχι μόνον σε σχέση με τον άξονα "παρελθόν-παρόν" αλλά ακόμα και σε σχέση με τον άξονα "παρόν-μέλλον". Τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει πως ακόμα κι αν οι γενικές έννοιες λ.χ "παραγωγή" η "ιστορία" αναδύθηκαν στον καπιταλισμό αυτό δεν σημαίνει πως θα συνεχίσουν να υφίστανται ως γενικοί προσδιορισμοί στο μέλλον. Με αυτή την έννοια η ίδια η παραγωγή και η ιστορικότητα ως καθαυτά και δι'εαυτά όντα θεωρούνται ως μεταβατικές καταστάσεις προς ένα περιεκτικότερο αλλά και διεσπαρμένο στα "μέρη" του όλον. Σε αυτό το ολιστικό μέλλον η ολότητα δεν υπερκαθορίζεται απο έναν βασικό συντελεστή, χωρίς αυτό να σημαίνει πως αυτός παύει να υπάρχει ως οντολογικό στοιχείο. Η ίδια η ύπαρξη όμως ενός πειθαρχημένου πιά απο το περιεκτικό όλον οντολογικού στοιχείου του δεν μπορεί να το διατηρήσει ως αυτοτελές στοιχείο ακόμα και με την ορο-λογική του σήμανση.
Αυτή η ανακάλυψη ωστόσο δεν αποτελεί μερικές παρά την αφορμή για ένα είδος φαντασιακής "επιστροφής" σε προηγούμενες γνωσιο-οντολογικές πραγματικότητες, όπως λ.χ η κριτική στον μαρξισμό και τον όποιο "παραγωγισμό" ή "ιστορικισμό" του που γίνεται η αφορμή για επιστροφή σε προ-μαρξιστικές αναλύσεις και ιδέες. Πίσω και απο αυτές τις φαντασιακές επιστροφές κρύβεται η απλή πρακτική επιλογή της απάρνησης της συζήτησης περί του προβλήματος των γενικών γνωσιο-οντολογικών όρων που ανέδυσε ο καπιταλισμός. Ας ξεκαθαρίσουμε εδώ κάτι σημαντικό:
Η μετάβαση σε μια κοινωνία όπου οι γενικοί όροι της ύπαρξής της διαμεσολαβούνται και αφομοιώνονται από τον ολικό προσδιορισμό, δεν είναι ένα άλμα στο κενό αλλά εκκινεί ακριβώς εντός αυτών των προσδιορισμών. Ας μην αναφερθούμε αναλυτικότερα στον γενικό προσδιορισμό της παραγωγής, αλλά μόνον σε σχέση με τον γενικό προσδιορισμό της ιστορικότητας, αν και είναι προφανέστερο του προφανούς ότι είναι και οι δύο όροι σημεία πραγματικοτήτων που συμπλέκονται άρρηκτα.
Η ιδιομορφία της γενικότητας του ιστοριακού προσδιορισμού έχει να κάνει με το σύνολο των επιμέρους προσδιορισμών της εκάστοτε ολότητας, εως αν αυτοί να αποτελούν πάντοτε μια αυτοτελή πραγματικότητα που πειθαρχείται απο την ιστορία. Η ιστορία μπορεί να θεωρείται ως μια υπερκαθορίζουσα επαναληπτικότητα, παρά την αυτονόητη ένταξη σε αυτήν της "διαφοράς" που εμφανίζεται στην διεργασία της επανάληψης. Ως εκ τούτου οι διαφορές των θεωρητικών για το σημαντικότερο και ουσιακότερο της "επανάληψης" ή της "διαφοράς" παρά το γεγονός πως εμφανίζουν τις διαφορές των θεωρητικών σε πολιτικό και θεωρητικό επίπεδο, αποκρύπτουν το θέμα της ιστορικότητας ως γενικού προσδιορισμού που είναι να αναιρεθεί. Έστω να τεθεί το θέμα. Η ίδια η κορυφαία εγελιανή εμφάνιση της ιστορικότητας ως έννοιας και προοπτικής δεν είναι δυνατόν να κατανοηθεί χωρίς την συμμετρική της αναίρεση στο εξω-ιστορικό ή υπερ-ιστορικό στοιχείο. Δεν υπάρχει εγελιανή "ιστορικότητα" και "χρονικότητα" χωρίς την συμμετρική άρνησή της σε ένα "υπερ-ιστορικό" και "α-χρονικό". Η διαφωτισμένη διαλεκτικοποίηση των υπερβατικών αυτών αρνητικά συμμετρικών όρων δεν αναιρεί την ίδια την αυθόρμητη γένεσή τους απο τα ίδια τα πράγματα. Φυσικά θα μπορούσε κανείς να μιλήσει για τα ρήγματα που δημιουργεί η ουτοπία, και να εντάξει αυτά τα συμμετρικά αρνητικά όντα της σκέψης/πράξης σε αυτήν. Δεν αρνούμαι τον σημαντικό χαρακτήρα της διατήρησης ενός ενεργού ουτοπισμού που αναγκαία σημαίνει και τον αγώνα ενάντια στον αντι-ουτοπισμό. Η προοπτική της αταξικής κοινωνίας, ακόμα και αν ενδύεται φθαρμένες μορφές είναι το διαλεκτικό αντίστοιχο της πραγματικής εικόνας του μέλλοντος, άρα είναι και εντός αυτών των φθαρμένων μορφών το ενεργό άφθαρτο. Το ζήτημα για μένα βρίσκεται και πέραν αυτών των θεμιτών εννοήσεων και εποπτειών της ιστορικότητας. Η ίδια η ιστορικότητα ως γενικός όρος είναι να ενταθεί σε όλο της το ρευστό περίβλημα, αλλά και εντός του σκληρού νεωτερικά υπερβατικού πυρήνα. Οι επαναλήψεις των κρατικών και παραγωγικών δομών και οι συνεχείς αναπαραγωγές των ίδιων, μα των ίδιων, κυριαρχήσεων των καταπνιγμένων εσωτερικών μορφών της κοινωνικής ουσίας, δεν είναι απλά ένα θεωρητικό ζήτημα. Η αναζήτηση πέραν της μνήμης και της λήθης εκείνης της οντολογικής πραγματικότητας του όλου που το παράγει ως ένα περιεκτικό και διεσπαρμένο στα μέρη του όλον, έχει τις συνέπειές της που δεν αφορούν μόνον την διαμεσολαβητική αρχή μιας έλλογης συνέπειας, που θα ενσωμάτωνε τις αρχές της διαφοράς ή της πολλαπλότητας στο διαμεσολαβημένο και ανηρημένο έν. Θα αναφέρω ένα παράδειγμα από την ιστορία της φιλοσοφίας. Η επαναφορά της οντολογίας του ''Ενός" απο την λαμπρή νεοπλατωνική σχολή, με τον πιό γνωστό και αρκετά "παρερμηνευμένο" τον Πλωτίνο, δεν είναι απλά το προϊον μιας συντηρητικής αναδίπλωσης στην Παρμενιδική έννοια του "Ενός'', αλλά ακριβώς αυτό: η επιστροφή στους πραγματικά ενωτικούς όρους της ιστορικής ολικής  ύπαρξης υπό τους όρους της ενότητας της με τα μέρη που προκάλεσε η ίδια η καταμέριση του ''Ενός", όπου το ''Εν" είναι η μυστικοποιημένη μορφή κάθε ολότητας. Άρα η χρήση κάθε γνωσιο-οντολογικής επιστροφής στα φιλοσοφικά θεμέλια, δεν μπορεί να αγνοεί την ερμηνευτική στροφή στο καθαρό Είναι, το ''Εν", ως αναγκαία -υπο τις ειδικές περιστάσεις της επιστροφής- στροφή ακριβώς σε αυτά που φαινομενικά έχουν αναιρεθεί λ.χ απο τον Έγελο στην "Λογική" του. Η άρνηση της οντολογικής (ιστορικής) ενότητας δεν είναι ο όρος της άρνησης της άρνησης της, παρά μόνον αν χτιστεί ξανά αυτό που είναι να γινει αντικείμενο τόσο της άρνησης, όσο και της άρνησης της άρνησης.





Άντε να πάμε και σε καμιά πορεία τώρα..








Ι.Τζανάκος


Κυριακή, 23 Σεπτεμβρίου 2012

Βασική φαινομενολογία.





Η έννοια "φαινομενικότητα" ως όρος της φιλοσοφίας δεν είναι εύκολο να διαχωρισθεί απο την διάκριση που εμβάλλει στην σκέψη, την "ουσία" ως το υποστήριγμα αλλά και ως την αληθινή πραγματικότητα του φαινομένου, παρ'όλο που η "φαινομενικότητα" έχει με σαφήνεια πλέον ορισθεί, σε σχέση με το υποστήριγμά της, ως εκδήλωση της "ουσίας" και όχι ως κάτι διαφορετικό απο αυτήν, στο οντολογικό επίπεδο. 
Θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει πως η αναζήτηση της ουσίας είναι το πρωτεύον που ιεραρχεί την σειρά ουσία-φαινόμενο ως σειρά που ακολουθεί μετά την εναρκτήρια σκέψη "περί της ουσίας". Έτσι η σειρά θεωρήθηκε συχνά ως η εξής: σκέψη περί της ουσίας, και σκέψη για την ουσία/φαινόμενο. Όμως η ίδια η αναζήτηση της ουσίας προϋποθέτει αρχικά την σκεπτικότητα ως προς αυτό που είναι έμπροσθέν μας, το φαινόμενο στις "αισθήσεις" και τις ημερήσιες πρακτικές σκέψεις μας. Το πρώτο λοιπόν που εξετάζεται είναι ένα φαινόμενο μαζί με την αμφιβολία περί της σταθερότητας, της αξίας, και της αλήθειας του. Θα ήταν λάθος να τοποθετήσουμε πάλι στην αρχή μια ουσία, απλά ορίζοντας τώρα αυτήν την ουσία ως το "φαινόμενο", αν δεν συμπλέξουμε την ανακάλυψη του φαινομένου μαζί με την αμφιβολία περί της αξίας και αλήθειας του, και έπειτα να προσδιορισθεί η εμφάνιση του όρου της "ουσίας". Η "ουσία" πιθανόν να είναι η αρχή της σκέψης της σε σχέση με τους γλωσσικούς όρους της, αλλά η σκέψη στις θεμελιωτικές της πράξεις εμφανίζει την σκέψη των όρων της μετά απο την (κοινωνική) σκεπτική διεργασία. Δεν είμαι καθόλου σίγουρος πως η σκέψη ταυτίζεται ως εμφάνιση με την γλώσσα της, έστω στους ορο-λογικούς της προσδιορισμούς, χωρίς αυτό να σημαίνει την αποδοχή ένος εξω-γλωσσικού τρόπου σκέψης. Ούτε το "προ-γλωσσικό" ούτε το "α-γλωσσικό" είναι απαραίτητο εδώ, εφόσον μιλάμε πάντα για "σκέψη-γλώσσα", αλλά με την αποδοχή της ασυγχρονικότητας των επιπέδων οργάνωσής τους. Η πρωτογενής σκέψη, που δεν έχει ακόμα τοποθετήσει τα σημεία της, χρησιμοποιεί την "παλαιά γλώσσα'' που της είναι διαθέσιμη, χωρίς καν αρχικά να τίθεται ζήτημα "διαθεσιμότητας-χρησιμότητας". Όταν είναι εμφανές πως δεν αρκεί ο γλωσσικός κόσμος των "όρων" δημιουργείται νέα ορο-λογική γλώσσα, και αυτό είναι κατασκευή γλώσσας, αλλά όχι κατασκευή της γλώσσας δια της γλώσσας, αλλά κατασκευή της γλώσσας δια της σκέψης. Θα πεί κανείς πως ακόμα και αυτή η κατασκευή είναι μια ενδογλωσσική διεργασία, και δεν θα διαφωνήσω. Αλλά άλλο είναι να είσαι συνυφασμένος με τα μπλεγμένα υφάδια που θέλεις να ξεμπλέξεις υφαίνοντας άλλα, και άλλο είναι να είσαι συνυφασμένος με τα μπλεγμένα υφάδια που δεν θέλεις να ξεμπλέξεις.
Οι αρχικές ωστόσο φιλοσοφικές έννοιες και κατηγορίες, είναι ακόμα πιο μπλεγμένες με μια μεγάλη αποδέσμευση απο τα υφάδια της γλώσσας που μέσα της γεννήθηκαν. 
Η διαφορά της "επιστήμης" από την φιλοσοφία έγκειται στο γεγονός της βιαιότερης γένεσης της φιλοσοφίας σε σχέση με τη γλώσσα, και αυτός είναι ο εξωτερικός μορφικός λόγος που η φιλοσοφία είναι πάντα αμφιβάλλουσα, πολύ περισσότερο απο αμφισβητούσα, για τον υφιστάμενο κόσμο. 
Ο υφιστάμενος κόσμος βιώνεται ως υφιστάμενος, ακόμα και στις πιό ριζικές αμφισβητήσεις για την αξία του, ως περίκλειστος γλωσσικά κόσμος, ή ως κόσμος πάντα γλωσσικά περίκλειστος, χωρίς να υπάρχει απαραίτητα ούτε η στοιχειώδης ιδέα για την "γλωσσικότητα". Μιλάμε για την λειτουργία της γλώσσας ως δεσμού με το υπαρκτό ως μόνον υπαρκτό. 
Η γλώσσα εκτός απο την ροϊκότητα και την πολυσημία της που της έδωσε την αίγλη της μη αναφορικότητας, έχει (δυστυχώς για τους γλωσσοκεντριστές) την μόνιμη ιδιότητα της μη αντίστασης σε αυτήν την ροϊκότητα-μη αναφορικότητα. 
Η "δογματικότητα" και ο μη ροϊκος χαρακτήρας της φιλοσοφικής γλώσσας είναι ο αντικαθεστωτικός της χαρακτήρας, όταν το καθεστώς είναι η ροϊκότητα και η μη αναφορικότητα των σημείων.
Η αμφιβολία της φιλοσοφίας είναι ριζικότερη ακόμα και απο αυτήν ακόμα της θρησκείας, που ορθώνοντας την αφήγηση ενός πραγματικά άλλου φαινομενικού κόσμου στην πραγματικότητα τον ουσιοποιεί ως έναν άλλο (φαινομενικό) κόσμο, όπου η ουσία είναι η εκδήλωση της (γλωσσικής) φαινομενικότητας που έχει καθιδρυθεί. Αλλά ας αφήσουμε την θρησκεία στους θρησκειολόγους, όπου της άξιζε να καταπέσει ηττημένη, μετά απο τόσα ψέματα. 
Αυτό που μας ενδιαφέρει είναι να δούμε τι είναι αυτή η ουσία, που τόσο βασάνισε τους φιλοσοφούντες και τόσο γρήγορα έγινε αντικείμενο της ανθρωπολογικής σκέψης, των ριζοσπαστισμών κάθε μορφής, των προσευχών και των ευχών όλων των κοινωνικών αναμορφωτών, χωρίς να γίνει ποτέ αντικείμενο σεβαστό παρά απο τους ίδιους τους αφοσιωμένους φιλοσόφους. Αυτό που κρατάμε εδώ, σαν αρχή, είναι πως η ουσία καθιδρύεται μαζί και έπειτα απο την "αρνητική" καθίδρυση του φαινομένου και της αμφιβολίας για αυτό. Η φαινομενολογία του Εγέλου είναι η μόνη νεωτερική, καθαρά φιλοσοφική, φαινομενολογία που μπορεί να "δεχθεί" έναν τέτοιο συνεπή αρνησιακό φαινομενολογικό αυτο-καθορισμό.






Ι.Τζανάκος

Σάββατο, 22 Σεπτεμβρίου 2012

Ολοήμερη επίσκεψη σε Νοσοκομείο..





Η επίσκεψη σε ένα νοσοκομείο μπορεί να είναι μια πολύ καλή προσγείωση, με την έννοια της πρόσκρουσης φυσικά, και όχι της ομαλής προσγείωσης στον συννεφένιο κόσμο των καλομαθημένων παιδιών. Έχω συνηθίσει κάθε μέρα πιά να αντικρύζω την ασθένεια και τον ηρωϊκό αγώνα των ανθρώπων για τη ζωή τους, την αξιοπρέπειά τους, την αγάπη για μια ακόμα ανάσα, την αγωνία τους, στις υγειονομικές επιτροπές που δουλεύω. Δεν κλονίζομαι πιά εύκολα, αλλά το αντίθετο με ενθαρρύνουν όλοι τους, ειδικά οι ηλικιωμένοι με την υπομονή τους, το χιούμορ τους και την αντοχή τους. Συγγενείς, κάποια λόγια του αγώνα, αγκαλιές, αλλά και ξεχεσίματα γεμάτα τρυφερότητα (μιλάω για τα κυριολεκτικά ξεχεσίματα..) .  Το σώμα απελευθερωμένο απο τον καθωσπρεπισμό. Και οι υγειονομικοί, γιατροί, νοσοκόμες-οι, σταθεροί στις δουλειές τους, με δύναμη. Ένα νοσοκομείο τη μέρα για τα καλομαθημένα παρακαλώ...δεν το λέω με χαιρεκακία, αλλά θεωρώ την δυσανεξία στους νοσοκομειακούς χώρους κακό σημάδι. Θα πρότεινα στα νεούδια που ψάχνουν για ταίρι, αντί να τραβιούνται στους χώρους της ''κουλτούρας" μόνον και σε ανερμάτιστες ''μαζώξεις"  "αντιεξουσιαστώνδενξέρωτιμουγίνεταιμανα", να τραβήξουν τα υποψήφια ταίρια σε κανένα ασθενή συγγενή...Μη μου αρχίσετε τώρα, τα περί γεροντισμού και τα πάρω κωλόπαιδα μαμάκια..άντε γαμώ το μαμακιστάν μου τώρα..




Ι.Τζανάκος

Τετάρτη, 19 Σεπτεμβρίου 2012

Το Αφηρημένο Συγκεκριμένο...




Σύνοψη των προηγούμενων πολιτικο-θεωρητικών αναρτήσεων
Η διεργασία της καθορισμένης άρνησης, η συντέλεση της άρσης των διεργασιών που περιείχαν και περιέχουν: α) την γενική μορφή της καθυπόταξης στην κυρίαρχη ολιγαρχία και β) -στο διαρκές μετά την ίδρυση του καπιταλισμού- την αποπεριεχομενοποίηση της εργασίας σε απογυμνωμένη υπόσταση ("ζωντανή εργασία"/''εργασιακή δύναμη"  ως εμπόρευμα ή  ως δεσμευμένη υπόσταση από το κράτος), δεν ολοκληρώθηκε ως διεργασία καθορισμένης άρνησης, ούτε καν στο επίπεδο μιας μερικότητας που θα σήμαινε την θετική ύπαρξη στοιχείων άρσης, αλλά περιορίστηκε στην γνωσιακή, αρνητικά γνωσιακή της μορφή: Γνωρίζουμε τι δεν είναι ο δρόμος πρός το συγκεκριμένο του αφηρημένου ιδεώδους.
Ας δούμε τώρα, με συντομία, τους θεωρησιακούς όρους:
Η αναίρεση αναιρέθηκε, δεν καταστράφηκε απλά σε ένα χάος απο ερείπια απογοητεύσεων, παρά μόνον για όσους θέλησαν να το δούν "έτσι''.
Η αναίρεση της αναίρεσης είναι διττή ως πρός την "θετικότητά" της. 
Η ίδια η αναίρεση της αναίρεσης σημαίνεται ήδη απο την ίδια την "θετική''-πραγματική βάση της άρνησης που έχει γίνει το γενικό αντικείμενο της άρνησης. Ο  ίδιος ο ιδρυτής της νέας διαλεκτικής, ο Έγελος, δεν μπορεί να αποκρύψει, στο φως μιας νέας κριτικής προερχόμενης απο το ίδια τα πράγματα, το γεγονός της ξένωσης, άρα της ''θετικότητας", των ακραίων όρων που ενώνει στην άρνηση της άρνησής τους. 
Η ίδια η άρνηση, το χάσμα περατού-απείρου, από την μιά, υπάρχουν ως υφιστάμενα πριν ακόμα χωνευθούν στο γίγνεσθαι της άρσης, αλλά και το άμεσα "υφιστάμενο", απο την άλλη, που είναι αρνημένο απο την πρώτη στιγμή του ορισμού του ως καθέκαστο, υφίσταται πάντα πριν γίνει αντικείμενο άρνησης αλλά και αναίρεσης.
Η "θετικότητα" υπάρχει στο ρητό και άρρητο, στον Έγελο, "υφίστασθαι" τόσο της άρνησης ως καθαρού όντος που είναι να γίνει αρνημένο, όσο και στο "υφίστασθαι" του άμεσα υπαρκτού, καθέκαστου, "υφιστάμενου" πράγματος. 
Η αποτυχία μιας ολοκληρωμένης άρσης/άρνησης παρουσιάζεται εμφανώς, όπως ήταν πάντα όμως, ως αναπόφευκτο αποτέλεσμα της διατήρησης της  "θετικής" υποστασιακότητας των ακραίων όρων, αλλά και ως αποτέλεσμα της αναπόφευκτης διατήρησης τους ως "θετικών" υποστάσεων, ή υποστατώσεων των ακέραιων "ακραίων'' υποστάσεων, μέσα στο σώμα της "άρνησης της άρνησης".  Δεν υπάρχει απλά μια διατήρηση των ακραία "θετικών" οντολογικών όρων, αλλά μιά επικαθοριστική τους δράση μέσα στο εγελιανό αλλά και στο συγκεκριμένο μαρξιστικό ή "μαρξιστικό" σύστημα.
Δεν είναι καθόλου τυχαίο πως στο κείμενο της υπαρκτικότητας της κατάστασης, που σημαίνεται ως το θετικό σύνολο της νέας κατάστασης που προήλθε απο την καθορισμένη άρνηση, η υπόσταση είναι το συγκεκριμένο νοηματικό και πρακτικό πλαίσιο: "Ζώσα Υπόσταση" λέει ο Έγελος. Όλες οι αντενεργές εξελίξεις στην Φιλοσοφία, που σημαίνονται με τον πιό ξεκάθαρο τρόπο στην Φιλοσοφία του Χαίντεγκερ, έχουν ήδη προαναγγελθεί στους όρους της Φιλοσοφίας του Έγελου. Αλλά και οι μαρξιστικές, μεταμαρξιστικές και αντιμαρξιστικές υποστασιοποιήσεις, μέσα στο αριστερό θεωρητικό κίνημα κάθε είδους, το ίδιο δείχνουν.
Αλλά και η ίδια η ιστορική πραγματικότητα, μακριά απο τα εργαστήρια των φιλοσοφικών και πολιτικών εννοιών, έχει διαβεί το κατώφλι της αντενεργού υποστασιοποίησης πολύ πριν αυτό γίνει εμφανές, πάνω στον σωρό των ερειπίων, των ερειπίων της νέας φετιχοποίησης που λέγονταν και ακόμα λέγεται "συγκεκριμένο".
Το παράδοξο είναι εδώ πως η εγελιανή στάση του παρόντος δεν μπορεί μεν να είναι εγελιανή, αλλά με τον όρο του "μη" εγελιανού μπορεί κανείς να σημαίνει κάθε φορά κάτι εντελώς αντίθετο με το άλλον αντεραστή εγελιανό μη-εγελιανό στοχαστή. 
Για μένα ισχύει:
 Το συγκεκριμένο είναι το αφηρημένο του τώρα.
[Αυτό θα είναι αντικείμενο μιας αναλυτικότερης  ανάρτησης, με συγκεκριμένες αναφορές σε εγελιανά κείμενα]
Μόνον με την αναίρεση εκείνων των όρων που προκαθορίζουν την αναίρεση ως αφηρημένη, "θετική",  στους ακραίους, και υπόρρητους μερικές φορές, οντολογικούς της όρους, μπορεί να  επανευρεθεί το συγκεκριμένο συγκεκριμένο, πέρα απο την φυλακή της υποστασιοποίησης.








Ι.Τζανάκος

Φαύλοι διαχωρισμοί και φαύλες ενοποιήσεις / Φαύλος κύκλος.






Η ικανότητα παραγωγής ενός υποκειμένου, συλλογικού ή ατομικού, δεν πρέπει να λαμβάνεται ως ένα υπερ-ιστορικό δεδομένο, όχι μόνον απο τη σκοπιά της παραγωγής και αναπαραγωγής της ικανότητας καθαυτής, αλλά και σαν κοινωνικός εξαναγκασμός να είναι αυτή η ικανότητα και το υποκείμενο που την φέρει μια οντότητα ξενωμένη απο την ίδια την άμεση παραγωγική διεργασία, αλλά και από την συνολική διεργασία της κοινωνικής παραγωγής. 
Για την ακρίβεια, η συνολική διεργασία της παραγωγής είναι ως ξεχωριστή απο τα υποκείμενα της άμεσης παραγωγής, ο όρος της ξένωσης καθαυτός: η "αφηρημένη" κοινωνική αναπαραγωγή είναι συνυφασμένη με την ''αφηρημένη" κοινωνική παραγωγή, ως όροι της ξένωσης και ως η ίδια η διεργασία της ξένωσης. 
Είναι λυπηρό να βλέπει κανείς "μαρξιστές" να ορίζουν ως μιά υπεριστορική οντότητα την "εργασιακή" ή "εργατική" δύναμη, και να προβαίνουν σε μαθηματικοποιήσεις προσμέτρησής της, ακόμα και εντός του μοντέλου τους του "σοσιαλισμού-κομμουνισμού", λές και σε μιά τέτοια κοινωνία θα υπάρχει καν ο ξενωτικός όρος της "εργασιακής-εργατικής δύναμης".
Οι ατέρμονες συζητήσεις για τον τρόπο μισθιακής αμοιβής των παραγωγών στον σοσιαλισμό-κομμουνισμό, οι σχολαστικές διαφοροποιήσεις για το είδος της σχέσης αφηρημένης-συγκεκριμένης, απλής-σύνθετης εργασίας, τον ρόλο της διαφοροποίησης πνευματικής-χειρωνακτικής εργασίας, γίνονται με αποδοχή των δεδομένων αυτών όρων της ταξικής, και ειδικά της καπιταλιστικής και γραφειοκρατικής, κοινωνίας, χωρίς να γίνεται ποτέ η υπόθεση πως οι όροι αυτοί, και της υλικής και της διανοητικής πραγματικότητας, πρέπει και θα καταργηθούν αν έχουμε την τύχη να περάσουμε ακόμα και σε ένα πρόπλασμα της αταξικής κοινωνίας. 
Φυσικά, δεν είναι καθόλου μα καθόλου σίγουρο πως θα καταργηθούν γενικά οι διαχωρισμοί, αλλά ο συγκεκριμένος ουσιαστικός τροπισμός τους, που όμως δεν είναι άσχετος με την ίδια την ύπαρξη των όρων όπως τους ξέρουμε σαν έννοιες και πραγματικότητες. Αυτό σημαίνει, πως τόσο η αριστερίστικη υπερ-ουτοπία για μια άμεση κατάργηση όλων των διαχωρισμών, όσο και ο γραφειοκρατικός "ρεαλισμός" μιας απλής ανα-κατανεμητικής ανατοπο-θέτησής τους, δεν είναι παρά οι δύο πόλοι ενός αδιεξόδου που αναπαράγεται με την αντίθεσή τους. Ούτε θα πάψει ένα είδος διαχωρισμών, ούτε θα γίνει μια ψευδο-ριζική μετατροπή τους, εγγυημένη απο την "εργατική εξουσία'', αν μιλάμε για εργατική εξουσία που οδεύει πραγματικά σε μια αταξική κοινωνία. 
Ούτε ο ουτοπισμός ούτε ο ρεαλισμός σημαίνουν κάτι για όποιους θέλουν την αταξική κοινωνία, άρα ούτε ο αντι-ουτοπισμός ούτε ο αντι-ρεαλισμός. Ας τα βρούν μεταξύ τους, αριστεριστές και γραφειοκράτες. Η ζωή είναι μεγάλη, τα χρόνια περνάνε, και όλα τα σαρώνει ο χρόνος της αλήθειας. Στο τέλος όλοι θα υποκύψουν στην αναγκαιότητά της..  








Ι.Τζανάκος

Κυριακή, 16 Σεπτεμβρίου 2012

Build Your Castles / Tunisian Communist Party ...

Χέγκελ-Σπινόζα / 3ο μέρος (προσωρινό τέλος)





" Στην έννοια του Απόλυτου και στην σχέση της ανασκόπησης πρός το ίδιο, έτσι όπως αυτό έχει παρασταθεί εδώ, αντιστοιχεί ή έννοια της σπινοζικής υπόστασης. Ο Σπινοζισμός είναι μια ελλιπής φιλοσοφία ως προς το οτι μέσα εδώ η ανασκόπηση [αυτοστοχασμός] και το πολλαπλό της προσδιορίζειν είναι ένα εξωτερικό νοείν-Η υπόσταση αυτού του συστήματος είναι Μία υπόσταση, μιά άτμητη ολότητα, δεν υπάρχει καμία προσδιοριστικότητα [καθορισμός], η οποία δεν θα περιέχονταν και δεν θα διαλύονταν μέσα στο Απόλυτο και είναι σημαντικό οτι κάθε τι, που εμφανίζεται θολά στη φυσική παράσταση ή στην προσδιορίζουσα  διάνοια ως αυθύπαρκτο, μέσα στην αναγκαία  έννοια είναι εντελώς υποβιβασμένο σε ένα σκέτο τεθειμένο-Είναι. Η προσδιοριστικότητα[καθορισμός] είναι άρνηση-είναι η απόλυτη αρχή της σπινοζικής φιλοσοφίας, αυτή η αληθινή και απλή ιδέα θεμελιώνει την απόλυτη ενότητα της υπόστασης. Αλλά ο Σπινόζα στέκεται στην άρνηση ως ποιότητα η προσδιοριστικότητα, δεν προχωρεί της ίδιας της ως απόλυτης, δηλαδή ως άρνησης που αρνείται τον εαυτό της, έτσι η υπόστασή του η ίδια δεν περιέχει την απόλυτη μορφή, και το γνωρίζειν την ίδιας δεν είναι ένα εμμενές γνωρίζειν. Βέβαια η υπόσταση είναι απόλυτη ενότητα  της νόησης και του Είναι ή της έκτασης, αυτή περιέχει δηλ. την ίδια τη νόηση, αλλά μόνο στην ενότητά της με την έκταση, δηλ όχι χωριζόμενη απο την έκταση, γενικώς όχι ως προσδιοριστική και μορφοποιητική δραστηριότητα, ούτε ακόμα ως κίνηση που επιστρέφει στον εαυτό της και ξεκινά απο τον εαυτό της. Οι συνέπειες  που προκύπτουν από εδώ είναι διττής φύσης: εν μέρει, η υπόσταση στερείται της προσωπικότητας-ένα μειονέκτημα, το οποίο αποτέλεσε την κύρια αιτία της εχθρότητας απέναντι στο σπινοζικό σύστημα, εν μέρει, το γνωρίζειν είναι εξωτερική ανασκόπηση, η οποία δεν συλλαμβάνει εννοιακά και δεν αντλεί από την υπόσταση εκείνο, το οποίο εμφανίζεται ως πεπερασμένο, την προσδιοριστικότητα του κατηγορούμενου και τον τρόπο, καθώς και τον ίδιο τον εαυτό της εν γένει, αλλά είναι ενεργός ως μια εξωτερική διάνοια, επωμίζεται τους προσδιορισμούς ως δεδομένους και τους ανάγει στο Απόλυτο, αλλά δεν συνάγει απο τούτο το ξεκίνημά τους..'' ( Επιστήμη της Λογικής'' Χέγκελ, μετάφραση Δ.Τζωρτζόπουλος, "Η διδασκαλία περί της ουσίας" μέρος 3: Η πραγματικότητα).



 [Η συγκεκριμένη ανάλυση εδώ, όπως και η συνέχειά της, είναι το εξωτερικό νοητικό πλαίσιο, ας ενταχθεί όμως σε ένα ευρύτερο ερμηνευτικό σχήμα, που είναι εφικτό αν μελετήσουμε την γενική θεώρηση στην ανάλυσή του για την (Απόλυτη) "Σχέση της υπόστασιακότητας". Ας συνεχίσουμε με την απαραίτητη αυτή συμπλήρωση την ερμηνεία μας σε σχέση με την γενική θεώρηση αυτή.]



Η απόλυτη αναγκαιότητα είναι απόλυτη σχέση της  υποστασιακότητας, όχι ως Είναι ως τέτοιο, αλλά στην υποστασιακή τινότητά του, το υποστασιακά καθορισμένο του, που είναι η απόλυτη αυτοδιαμεσολάβηση του, ορισμένη στο επίπεδο της σχέσης του ίδιου με κάθε καθέκαστο εντός του.
Η κίνηση-εμφάνειας που σημαίνει αυτή η πτυχή της απολυτότητας, ορίζεται περαιτέρω με τον ειδικότερα γενικό, αλλά συγκεκριμενοποιό προσδιορισμό του ''Συμβεβηκότος", ο οποίος αναφέρεται σε μια δυνητική συμβαντολογική μοναδικότητα της ουσίας, που βρίσκεται ακόμα στο αρχικό, αλλά όχι μη αναστοχασμένο σημείο της.
Η αρχική έννοια της υποστάσεως αναφέρεται ακόμα στην ελάχιστα ενεργή κίνηση της διαφοράς εντός της ταυτότητας της υπόστασης, και σε μια οντολογική διεργασία παρέλευσης-εξαφάνισης και έλευσης-εμφάνισης.
Αυτή η οντολογική διεργασία, μπορεί να αναφέρεται σε συνεχώς αναπαραγόμενες νοητικές δομές, αλλά ίσως και να ερείδεται στην ιστορική διαδικασία του σκέπτεσθαι, με τις συγκεκριμένες μορφές της εντός του πρώτου σταδίου εμφάνισης της υποστασιακότητας λ.χ με τον Στωϊκισμό ή τον Χριστιανισμό.
Σε αυτό το στάδιο ακόμα η ολότητα είναι η ολότητα της εμφάνειας του συμβεβηκότος, και το συμβεβηκός ως ροή αναφέρεται σε μια παραστασιακή ροή χωρίς ιδιαίτερη μορφικότητα.

Εδώ ας ξεκαθαρίσουμε λίγο ακόμα τους όρους "πραγματικό-μορφικό", με την παράθεση ακόμα ενός εγελιανού αποσπάσματος, πρίν εισδύσουμε ξανά στην βαθύτερη κριτική στον Σπινόζα (από την πλευρά του Εγέλου):

"Η πραγματικότητα είναι μορφική, στο βαθμό που ως πρώτη πραγματικότητα είναι μόνο άμεση, μη ανασκοπημένη (αναστοχασμένη), άρα μόνο μέσα σε τούτο τον μορφικό προσδιορισμό, αλλά όχι ως ολότητα της μορφής. Ως τέτοια, αυτή δεν είναι τίποτα άλλο περισσότερο απο ένα Είναι η Ύπαρξη εν γένει. Επειδή όμως η πραγματικότητα ουσιαστικά δεν είναι μια απλή άμεση ύπαρξη, αλλά υπάρχει ως μορφική ενότητα του Καθέκαστου-Είναι ή της εσωτερικότητας και της εξωτερικότητας, εμπεριέχει άμεσα το καθεαυτο-Είναι ή την δυνατότητα. Ότι είναι πραγματικό είναι δυνατό.." 
(Τρίτο μέρος "Η πραγματικότητα"/Επιστήμη της Λογικής/ μετφ. Δ.Τζωρτζόπουλος) 



Η μορφικότητα ως απόλυτος προσδιορισμός εμφανίζεται στο κοσμο-ιστορικής σημασίας σύστημα του Σπινόζα, και σημαίνει μια ριζική διαφοροποίηση στο επίπεδο της νοητικής διαμεσολάβησης, αλλά και στο οντολογικό επίπεδο σημαίνει ένα νέο σύνολο απο γνωσιο-οντολογικούς όρους, που αναφέρονται σε ένα πιό συγκεκριμένο βιοπολιτικό σχήμα. Ο Έγελος μιλάει ξεκάθαρα όπως είπαμε, για την διατήρηση της αδιαμεσολάβητης υποστασιακότητας στον Σπινόζα, και τον ανάγει εμμέσως στην σκέψη που ξεκινά από τα θεμέλια της Δύσεως, και αφορούν την υπαρκτικότητα του "υφίστασθαι'', (θεμέλια κατ'εμέ χριστιανο/ρωμαϊκα), αλλά φροντίζει, όπως είδαμε και στο παραπάνω απόσπασμα, αλλά και στα αποσπάσματα των προηγ.αν/σεων, να διαχωρίσει αυτά τα αρχικά θεμέλια απο τις νέες "εξελιξεις'', που το ίδιο το σπινοζικό σύστημα περιχαράσσει νοητικά.
Η απόλυτη μορφικότητα της "ροής των συμβεβηκότων", μας παραπέμπει αυθόρμητα στο νεωτερικό κράτος/κατάσταση, και τις νεωτερικές φόρμες υποστασιακότητας/ιδεολογίας, αν και θα έφερνα την αντίρρηση πως υποτιμούνται τα αρχέγονα θεμέλια ως προς την κοινότητά τους με αυτές τις φόρμες.
Κατά τον Έγελο, η υποστασιακότητα επικαθορίζει την οντολογική διεργασία της εμφάνισης/εξαφάνισης, ως μια καταστροφική δημιουργική δύναμη (δες προηγούμενη ανάρτηση), που στερεοποιεί συνάμα τους διαχωρισμούς των υποστάσεων, εμποδίζοντας κατ'αυτόν προσωρινά την έλευση της ζώσας υπόστασης, που αίρει τους υποστασιακούς διαχωρισμούς πράττοντας την ολοκλήρωση της υποστασιακότητας ακριβώς την στιγμή που αυτή καταργείται ως αυτόνομος μηχανισμός του υπαρκτού. 
Όπως βλέπουμε ο Έγελος ελπίζει να συμβεί αυτό που δεν συνέβει παρά μόνο ελλειπτικά και μόνον αργότερα στο εργατικό κίνημα, αλλά ταυτόχρονα δείχνει τον εγκλωβισμό του στο υποστασιακό υπαρκτό, παρασύροντας και τα απο αυτόν κρινόμενα θεωρητικά αντικείμενα στο δικό τους προϋπάρχον, τα οποία με την σειρά τους παρασύρουν  και τον Έγελο στο (αρχέγονο δυτικό) θεμέλιό τους.
Η δημιουργική δύναμη ως υπόσταση, ή η υπόσταση ως δημιουργική δύναμη, κατά τον Έγελο είναι η μετάθεση της δυνατότητας στο πραγματικό και η πτυχή της ως καταστροφική δύναμη είναι η μετάθεση του πραγματικού στο δυνατόν, την ίδια την υπόσταση. Αν κανείς θεωρεί αυτήν την διεργασία μετάθεσης, αφελώς, αγνοώντας την ορθή υποβάθμιση απο τον Έγελο της έννοιας της δημιουργίας, ως μια "θετική" διεργασία, ας αναλογισθεί σε τι ώμους εναποτίθεται πάλι, αν και αναμένοντας την "άρση", το καθήκον της κατασκευής του κόσμου. Η υπόσταση είναι ένας καθηλωτικός σταθμός πρίν την ολική κοινωνία-ένας οιωνεί μεταβατισμός στο γενολογικό- που δεν έχει ακόμα, παρά τις ελπίδες, αρθεί απο καμιά ζώσα υπόσταση.
Ποιά είναι τα στοιχεία της καθηλωτικής παραμονής σε αυτό το εμμενές/υπερβατικό;
" Αυτά είναι τα όντα ή κάτι που είναι για τον εαυτό του, υπάρχοντα πράγματα με ποικίλες ιδιότητες, ή σύνολα που απαρτίζονται απο μέρη, δυνάμεις που έχουν ανάγκη η μία να διεγείρει την άλλη και οι οποίες έχουν η μία την άλλη ως συνθήκη. Στο βαθμό που ένα συμβεβηκός φαίνεται να εξουσιάζει του άλλου, τότε αυτό είναι η ισχύς της υπόστασης, ή οποία περιλαμβάνει αμφότερα εντός της ως αρνητικότητα, αυτή συνεπάγεται μια άνιση αποτίμηση, προσδιορίζοντας το ένα ως συμβεβηκός που παύει να είναι και το άλλο με διαφορετικό περιεχόμενο και ως συμβεβηκός που έρχεται στο Είναι, ή εκείνο ως αυτό που μεταβαίνει στην δυνητικότητα, ετούτο ως το μεταβαίνον στην πραγματικότητα-διχάζεται αιωνίως μέσα στις διαφορές της μορφής και του περιεχομένου, και αιωνίως αποκαθαίρεται απο τούτη τη μονομέρεια, αλλά μέσα στην ίδια τούτη αποκάθαρση επαναπίπτει στον προσδιορισμό και στον διχασμό. Ένα συμβεβηκός εκδιώκει, λοιπόν, ένα άλλο μόνο και μόνο, επειδή το δικό του ιδιαίτερο υφίστασθαι είναι η ολότητα της μορφής και του ίδιου του περιεχομένου, μέσα στην οποία τούτο το συμβεβηκός όπως και το άλλο του αφανίζεται καλά. Εξαιτίας αυτής της άμεσης ταυτότητας και παρουσίας της υπόστασης μέσα στα συμβεβηκότα δεν είναι ακόμα καμιά ρεαλιστική [πραγματική ενεργά] διαφορά παρούσα..."
"..Η υποσταση στην πράξη δεν είναι παρά ως Εσωτερικό των συμβεβηκότων, και τα τελευταία τούτα είναι μόνο στην υπόσταση."


Και μόνον αυτές οι γραμμές ισχύουν όσο 50 χρόνια βιοπολιτικών αναλύσεων.


Τα συμβεβηκότα δεν είναι το εξαιρετικό εντός της συνέχειας, ή το ρήγμα που το κενό προκαλεί στο συνεχές, αλλά ούτε και απλά γεγονότα. Ορθώνονται σε ενότητα, ή φαινομενο-ενότητα, χωρίς εξ'αυτού να υποβαθμίζονται σε ψευδο-ενότητα ή ψευδο-ολότητα. 
Είναι ένας μέσος όρος του     οποίου οι άκρες υφίστανται ως το  ήδη ερχόμενο διαμεσολαβόν και το ήδη προηγούμενο αδιαμεσολάβητο.
Τα συμβεβηκότα είναι επίσης ένας σταθερός ομοιωματικός  αλλά και αναγκαστικός-νομοτελειακός λόγος της (νεωτερικής-καπιταλιστικής) εμφάνισης εξαφάνισης και της ανισοτιμίας στην σχέση των ανθρώπων- υποστάσεων, αλλά και η ίδια η εξαφάνιση και εμφάνισή τους στο κοινωνικο-οντολογικό επίπεδο.
Η εμφάνιση-εξαφάνιση, και η αλληλο-ώθηση με μια απόλυτη οργανική συμμετρία, σημαίνεται τελικά ως η ώθηση του ενός πόλου στην καθαρή και με μορφικό τρόπο περίκλειστη δυνητικότητα. Τα στρατόπεδα συγκέντρωσης των ναζί, είναι στρατόπεδα απολυτοποίησης της εργασιακής δυνητικότητας μέσα στην καπιταλιστική μορφή της.
Αλλά και η γαμημένη "ζωή" στον καπιταλισμό είναι αυτή η αλληλο-ώθηση στο διαρκές τίποτα αυτής της δυνητικότητας, υπο το  καθεστώς της αστικής δικτατορίας/δημοκρατίας..
Και πάνω από όλα, η μορφή του μεσσία/ηγέτη, ως η μοναδική μισο-ζώσα υπόσταση, την οποία δεν προέβλεψε, ούτε ήθελε ο Έγελος, πάντως προ-έβλεψε..



Ι.Τζανάκος





( προσωρινό τέλος....)
 


 Υστερόγραφο..
Μην ακούσω άλλο πιά για "δημοκρατικό σοσιαλισμό" και άλλα..






Σάββατο, 15 Σεπτεμβρίου 2012

Χέγκελ-Σπινόζα / 2ο μέρος




"Η απόλυτη αναγκαιότητα είναι απόλυτη σχέση", στο πλαίσιο της απόλυτης διαμεσολάβησης του Είναι πρός τον εαυτό του ή "με τον ίδιο τον εαυτό του", και όχι στο πλαίσιο μιας προ-εννόησης του Είναι ανεξάρτητα απο κάθε προσδιορισμό. Στο στοιχειακό σημείο ακριβώς που είναι αναπόφευκτη η έναρξη του στοχασμού "με" το Είναι, δεν έχουμε να κάνουμε με μια συνηθισμένη αυτοδιαμεσολάβηση, όπως περίπου είναι γνωστή σαν άρνηση του Εγέλου να μιλήσει για το Είναι χωρίς προσδιορισμούς, αλλά έχουμε να κάνουμε με την πραγμάτευση του "διότι" του είναι, που ακολουθείται, αν προσέξετε το κείμενο που παρέθεσα στην προηγούμενη ανάρτηση, από την πραγμάτευση της Υπόστασης.
Η Υπόσταση, ως έσχατη ενότητα της ουσίας και του Είναι, είναι το Είναι μέσα σε κάθε Είναι. Προϋπάρχει η ουσία ως προσδιορισμός, που όπως είπαμε στην πρ.αναρτ.. εκφράζει την αναίρεση της απολυτότητας του αναιρείν. Διότι θα ήταν πολύ απλούστερο ο Έγελος να διέρχονταν της οντολογίας του Είναι, προσδιορίζοντας το Είναι και ως σχέση του Είναι μέσα σε κάθε Είναι. Με αυτό τον τρόπο απλά δεν θα αναγνώριζε την μερική αυτάρκεια του προσδιορισμού της Ουσίας ως Υποστάσεως, αν και θα μπορούσε να πραγματοποιήσει ένα είδος άρσεως (αναιρέσεως) αρκετά λογικής, μέσα στη έρημό της.
Όμως αυτό που απασχολεί κάθε Φιλόσοφο μετά τον Αριστοτέλη, αλλά και κάθε κοινωνία, θεσμό, επιστήμη, είναι πως ενώνεται το Γένος και το Καθέκαστον, στις συγκεκριμένες τους μορφές, ακόμα πιό απτά, πως ενώνεται το υπαρκτικό ον με την γενική του Ουσία. 
Για τον Έγελο όμως αυτό το Καθέκαστον, δεν μπορεί να συνεχίσει να είναι αντικείμενο του αυτοκαθορισμού η ετεροκαθορισμού του χωρίς την ενσωμάτωσή του ξανά στο καθολικό του Λόγου. Για να πραγματοποιήσει αυτήν την επανένωση δεν αρκεί όπως είπαμε να υπάγει το μέρος στο Όλον, ή να σύρει την Υπόσταση στην γενική Ουσία, αλλά να διαμεσολαβήσει την υποστασιακή διεργασία στην ύφανση της διεργασίας της υποκειμενικής αρχής. Η υποκειμενική αρχή στον Έγελο, δεν εκφράζει έτσι απλά ένα είδος υπερβατολογικής  γνωσιακής δράσης ή το σύνολο των προϋποθέσεων της εμπειρικής γνώσης, αλλά την Ολότητα των διεργασιών, και την Αλήθεια ως περιεχόμενο αυτής της Ολότητας. Σκοπός του είναι φυσικά να άρει, τόσο τις "αρχέγονες" τοπικότητες της υποστασιακότητας, όσο και την αναδυόμενη στην εποχή του εμμενοκρατική Φιλοσοφία, που απέκτησε τον πιο λαμπρό της εκπρόσωπο και προφήτη, στο πρόσωπο του Σπινόζα. 
Δεν έχουμε όμως να κάνουμε με έναν εριστικό Φιλόσοφο που "καταπολεμά" τις αναδυόμενες εκφράσεις της εμμενοκρατίας, αλλά  με έναν Φιλόσοφο που τις αντιμετωπίζει στην κοσμοιστορική τους σημασία και εμβέλεια.
Απο αυτήν την βάση, και απο την κοινή μετα-οντολογική βάση του νεώτερου πνεύματος, εκκινεί την κριτική του αφού πρώτα έχει προσδιορίσει με σαφήνεια πως αυτά που είναι να κριθούν είναι τα ίδια στοιχεία ανασκοπημένα εις εαυτόν, και αναστοχασμένα στο εύρος της οντολογικής τους και υπαρκτικής πληρότητας. 
Η άμεση πραγματικότητα της Υποστάσεως, αυτή η δεύτερη αμεσότητα και το  Απόλυτό της, το δεύτερο Απόλυτο, όπως τα ονομάζουν και οι ερμηνευτές, είναι ήδη σχηματισμένα στο διεαυτόν τους ως ανασκοπημένα-αυτοστοχασμένα.
Γι αυτό ο Έγελος λέει πως η Υπόσταση, δεν είναι ούτε "πίσω" απο το Φαινόμενο ή την Ύπαρξη, ούτε είναι μη ανασκοπημένη αλλά ήδη είναι "ένα υφίστασθαι που είναι καθεαυτό και διεαυτό". 
Αμέσως βέβαια σύρει την Υπόσταση σε αυτό που προαναγγέλει, στην σκεπτική διεργασία, ορίζοντάς την καταρχάς στο πλαίσιο της εμφάνειας, ή μάλλον της κίνησης της εμφάνειας, αλλά και ως τεθειμένο, οχι αυτοθέτον όν.
Ας προσέξουμε λίγο τις επανακάμψεις των όρων στα τέλη τους, και ας μην συνηθίζουμε να προσπερνάμε το βαθύ δάσος των λεπτών διακρίσεων των Φιλοσόφων, όπως προσπερνάμε συνήθως επαναπαυμένοι πως δεν πρόκειται να καταλάβουμε.
Ενώ λοιπόν ορίζει την Υπόσταση στον όρο της εμφάνειας, επανα-ορίζει την εμφάνεια, ορίζοντάς την ουσιαστικότερα, και με οντολογική κατηγόρηση εντός του όρου του ''Συμβεβηκότος''.   
Η αρχική έναρξη (μην σας φαίνεται άσκοπος διπλασιασμός)
της υποστασιακής διεργασίας ως διεργασίας της εμφάνειας, ανανοηματοδοτείται οντολογικά αρχόμενοι τώρα απο το Είναι, όπου όμως αυτό ορίζεται ακριβώς ως η ολότητα της Εμφάνειας, το Συμβεβηκός. 
Γιατί να μην αρχίσει κανείς απο το Συμβεβηκός και να το επικαθήσει τόσο στο Είναι, όσο και στην διεργασία της Εμφάνειας;
Πέρα απο το άγονον μιας τέτοιας εξωτερικής κατηγόρησης, θα μας διέφευγε το γεγονός πως αυτό που επιτυγχάνεται εδώ είναι η ένταξη της εμφάνειας και της τυχαιότητάς της σε ένα ανώτερης οντολογικής τάξης αντίστοιχο "δευτερεύον" στοιχείο, το στοιχείο του συμβαινόμενου της γενικής Ουσίας.
Τα συμβεβηκότα παραμένουν ως οντολογικά στοιχεία μέρη του γένους, ενώ η Εμφάνεια ως μοναχική ιδιότητα των εξωτερικών ή εσωτερικών (διανοητικών) αντικειμένων δεν έχει μια τέτοια αυτοτέλεια εν τη εξάρτησή της. Εν ολίγοις η εξάρτηση της Εμφάνειας απο το εμφαινόμενο είναι απαγορευτική ως προς την εγκυρότητά της, ενώ η εξάρτηση του Συμβεβηκότος απο το Γένος, όσο και αυτό να είναι ίδιον και μοναχικόν δεν είναι απαγορευτική ως προς την εγκυρότητα.
Εισερχόμεθα όμως έτσι στο βιοπολιτικό μέρος της κίνησης του στοχασμού του Εγέλου, με μια βιαιότητα που δεν εκπλήσσει βέβαια όποιον έχει συνηθίσει τον κωδικά του.
Ενώ λοιπόν βρισκόμασταν σε ένα λίγο πολυ φαινομενικά "καθαρό" φιλοσοφικό πεδίο, ανακαλύπτουμε πως ο Έγελος, έχοντας αφήσει αρχικά αιωρούμενη την απολυτότητα, εκεί ακριβώς που αυτή κατά τα κοινά σκεπτόμενα δεν είχε κανέναν λόγο να βρίσκεται, στην έναρξη του λόγου του αυτού, ενώ θα μπορούσε να είναι συμπερασμός στο τέλος, ξαφνικά μας εμφανίζει έναν προσδιορισμό που αρχίζει να λύνει το μυστήριο. Με βάση την αρχή της αμεσότητας, μας λέει,  είναι κανόνας η μετατροπή της δυνατότητας σε πραγματικότητα να είναι γοργή μεταστροφή του ενός στο άλλο, "το οποίο του είναι απλώς άλλο",  η ενότητα της δυνατότητας και της πραγματικότητας  νοείται στην "σφαίρα της γένεσης και της παρέλευσης" ως συμπτωματικότητα. Το συμβεβηκός λαμβάνει έναν αναγκαστικό χαρακτήρα, που εμφαίνεται στην μοίρα των άμεσων προσδιορισμών να βυθίζονται στα ταυτά αντίθετά τους, και η απολυτότητα λαμβάνει έτσι έναν πρώτο σκληρό, αν και ήρεμο χαρακτήρα (ο Έγελος μιλάει στην κυριολεξία για "ήρεμη ανάδυση'')..
Είναι παράδοξο, αλλά οι πρώτες μορφές της υποστασιακότητας σκιαγραφούνται μέσα στο πλαίσιο ενός ήρεμου πεπρωμένου της πρωταρχικής ταυτότητας, σε αδιαφορία προς την μορφή, αλλά και σε ήρεμη, χωρίς βία βύθιση στο Μηδέν. Η παραξενιά της εικόνας, θα επιταθεί σε όλους σας, αν σαν πω πως ο Έγελος μιλάει μάλλον για την προ-νεωτερική μορφή της κοινωνικής ατομικής Υπόστασης, όπου η σκληρότερη κοινωνική βία περιβάλλονταν, όσον αφορά τον Φιλοσοφικό Λόγο, απο τα ομοιώματα μιας γαλήνιας εξαφάνισης. Πάλι υποπτεύομαι, εδώ, τον καθοριστικό ρόλο της Στωϊκής κοσμοθέασης, όχι μόνον ως εννοιολογίας, αλλά και ως τρόπου ερμηνευτικής διέλευσης στην ιστορία των σχέσεων των κοσμοθεάσεων με την πραγματικότητα. Ωστόσο θα μπορούσε κανείς να δεί εδώ να επιβιώνει και η ήρεμα αναδυόμενη εικόνα ενός βίαιου προ-νεωτερικού κόσμου που ζεί εντός μιας διαρκώς αναπαραγόμενης διεργασίας γένεσης και παρέλευσης. Η υπόσταση σε έναν τέτοιο Κόσμο γεννιέται τουλάχιστον στο σκοτάδι μιας κρυμμένης ανενεργότητας : " Αυτή  η κίνηση του Συμβεβηκότος είναι η ενεργότητα της Υπόστασης που νοείται ως ήρεμη ανάδυση αυτής της ίδιας. Αυτή δεν είναι ενεργός ως προς Κάτι, αλλά μόνο ως προς τον εαυτό της ως απλό και απλό και στερούμενο αντίστασης στοιχείο".
Το άμορφο παραστασιακό σκέπτεσθαι είναι όπως λέει ο Χέγκελ η βάση αυτής της Υπόστασης. Η υπαρκτικότητα, το υφίστασθαι, αν και ανασκοπημένη διεαυτή και καθεαυτή αρχή, είναι μια σκοτεινή αρχή, βυθισμένη σε μια φαινομενοκεντρική αδράνεια της ενυπόστατου.
 (Χριστιανισμός, Στωϊκισμός. Καλή αρχή που λένε..)
Δεν απουσιάζει ο μορφικός προσδιορισμός, αλλά δεν επιτελεί έναν κεντρικό μορφοποιητικό ρόλο: " Η Υπόσταση ως ετούτη η ταυτότητα του κατ'εμφάνεια Είναι, είναι η ολότητα του όλου και περιλαμβάνει εντός εαυτού το συμβεβηκός, και το συμβεβηκός είναι το όλο της ίδιας της Υπόστασης.."
Όταν ο Έγελος εισδύει στην Σπινοζικά εννοούμενη Υπόσταση, τα πράγματα αγριέυουν..
Ο άλλος προσδιορισμός της Υπόστασης, περιέχει όπως μας λέει στην "ροή των Συμβεβηκότων''   την απόλυτη μορφική ενότητα του Συμβεβηκότος, "η Υπόσταση υπο την έννοια της απόλυτης Ισχύος"..
Απότομα πάλι, εντάσσεται στην ενότητα του Συμβεβηκότος, στο εννοιακο-οντολογικό δηλαδή ισοδύναμο της Εμφάνειας, άλλη μια απολυτότητα, η απολυτότητα της Μορφής, όπου δεν μειώνει την ισχύ της ήδη υπάρχουσας απολυτότητας, αλλά την ενισχύει, την καθιστά απόλυτα απόλυτη.
Έχουμε λοιπόν, με την έλευση της νεωτερικής "σπινοζικής" εμμένειας την εγκαθίδρυση  ενός μορφικού υπερκαθορίζοντος, και όχι την απελευθέρωση γενικά "δυνάμεων". Για την ακρίβεια, αν μελετήσετε καλά το κείμενο θα δείτε πως ακριβώς η μορφική απολυτότητα προκαλεί μια επανάκαμψη της Υπόστασης δια της πραγματικότητας (το λέει ακριβώς έτσι). Η μοναχική και αδρανής, αλλά και φαινομενικά αρχικά ακίνδυνη αρχή της Υπόστασης, μετατρέπεται σε κοσμική δημιουργική και θεμελιακότερα καταστροφική Δύναμη :
"Η Υπόσταση εκδηλώνεται με το περιεχόμενό της διαμέσου της πραγματικότητας, μέσα στην οποία μεταθέτει ως δημιουργική δύναμη το δυνατόν, και διαμέσου της δυνατότητας, μέσα στην οποία περιάγει, ως καταστροφική δύναμη το πραγματικό"..



Ι.Τζανάκος 



Συνεχίζεται..


Χέγκελ-Σπινόζα / 1ο μέρος







Η προϋπαρξη της αμεσότητας ως πτυχής του διαλεκτικού σχήματος σκέψης, που αντιστοιχεί σε μια πραγματική στιγμή της διεργασίας του πνεύματος, ακόμα κι αν αίρεται ως στιγμή στην διεργασία της διαμεσολάβησης, δεν αίρει την δέσμευση του Εγέλου στην τελικότητά της. Δεν υπάρχει φυσικά κάποια "αυτάρκης" οντότητα που θα ονομάζονταν αμεσότητα, αλλά τελικά υπάρχει ως μέρος της ολότητας, η οποία όπως ξέρουμε δεν μπορεί να νοηθεί ως ξέχωρη από τα μέρη της. Η ολότητα δεν είναι μόνον τα μέρη της, αλλά είναι τα μέρη της ως ολότητα. 
Η απόφαση του Εγέλου, απόφαση ιστορικά νομοτελειακή, να δεχθεί και να αφομοιώσει την τελικότητα της αμεσότητας στο ολικό, και όχι μόνον το καθολικό της διεργασίας, είχε μεγάλη σημασία στο θεωρητικό/κοσμοθεωρητικό επίπεδο.
Αν εποπτεύσουμε την Ιστορία του Δυτικο/ευρωπαϊκού σκέπτεσθαι, θα δούμε πως αυτή η απόφαση είναι άρρηκτα δεμένη με την πολιτική οντολογία της Δύσεως, αν και περιέχει στοιχεία που οδηγούν στην έξοδο απο αυτήν. Αυτά τα στοιχεία δεν αφορούν την αφομοιωτική άρση της Σπινοζικής Υποστάσεως, αλλά το εντελώς αντίθετο, την μερική καταστροφή της. Η μερική καταστροφή αυτή συμβαίνει όχι για να επιστρέψει απλά ο Έγελος στην αποκαθαρμένη, αλλά γι'αυτό και σκληρότερη σαν πυρήνα, οντολογία της Υποστάσεως. Από την άλλη δεν συμβαίνει ολοκληρωμένα όσο αυτός τελικά υποχωρεί στην υποστασιακή αρχή, έστω θέτοντας αυτήν ως στιγμή της διαλεκτικής διεργασίας, και μάλιστα ως αρχική στιγμή. 
Το "αρχικόν" στον Έγελο έχει μια διττή αξιολογική ιεραρχική σημασία.
Ότι είναι στην αρχή είναι τεθειμένο να υπερβληθεί, αλλά και να επανευρεθεί ολοκληρωμένο, αφού έχει τελειώσει η διεργασία. Αυτό του προσδίδει την σημασία του περιορισμένου, αλλά και του στοιχείου του τελικά προσδιορισμένου απεριόριστου (απείρου).
Ενώ όμως όλοι οι εγελιανοί στήριξαν την προσπάθειά τους σε αυτήν την επανεύρεση ως απελευθερωτική πράξη, εμείς θα αποκαλύψουμε εν καιρώ την περιοριστική της σημασία, την νέα πολιτικο/οντολογική αλυσίδα που χαλκεύεται με αυτήν την επανεύρεση.
Η νέα αλυσίδα αυτή έχει χαλκευτεί ήδη με το Φιλοσοφικό και πολιτικό Σκάνδαλο της εποχής πριν τον Διαφωτισμό, την εμφάνιση της Σπινοζικής διδασκαλίας, και θα χαλκευτεί ολοκληρωτικά με τα Φιλοσοφικά και πολιτικά σκάνδαλα , μετά την εμφάνιση της Εγελιανής διδασκαλίας. 
Και ενώ είναι προφανές πως αυτά τα σκάνδαλα δεν έχουν να κάνουν με τίποτα άλλο παρά με την εμμενοκρατική επανατοπο-θέτηση του Εμμενούς Υπερβατικού στην καρδιά ενός σκοτεινού Χριστιανικού/Ρωμαϊκού Κόσμου, απο την άλλη δεν είναι προφανές πως με αυτόν τον το τρόπο αποκτά αυτός ο Κυριαρχικός Κόσμος μια ριζική τροποποίηση της δυνατότητάς του να βεβηλώνει την ουσία του πραγματικού Κόσμου. 
Η κοσμο-ιστορική σημασία της Σπινοζικής Θέασης έχει να κάνει ακριβώς με αυτό: την ενοποίηση της Υπερβατικότητας με το πιο ριζοσπαστικά εννοημένο Εμμενές, χωρίς να αίρονται οι όροι Υπερβατικό/Εμμενές. Ο Έγελος στην  "Επιστήμη της Λογικής" (πρώτος τόμος/δεύτερο βιβλίο : Η διδασκαλία περί της ουσίας/ 3ο κεφάλαιο "Η σχέση της υποστασιακότητας" μεταφρ. Δ.Τζωρτζόπουλος σελ.366-370) μας λέει:

" Η απόλυτη αναγκαιότητα είναι απόλυτη σχέση, επειδή δεν είναι το Είναι ως τέτοιο, αλλά το Είναι, το οποίο είναι, επειδή είναι, το Είναι ως η απόλυτη διαμεσολάβηση του εαυτού του με τον ίδιο τον εαυτό του. Τούτο το Είναι είναι η Υπόσταση. Ως η έσχατη ενότητα της Ουσίας και του Είναι αυτή είναι το Είναι μέσα σε Κάθε Είναι. Δεν είναι ούτε το μη-ανασκοπημένο [ μη αυτοανακλώμενο-αυτοστοχαζόμενο] Άμεσο, ούτε επίσης κάτι Αφηρημένο που βρίσκεται πίσω απο την Ύπαρξη και το Φαινόμενο, αλλά η ίδια η Άμεση Πραγματικότητα, και Τούτη-εδώ ως Απόλυτο Ανασκοπημένο Είναι εντός Εαυτού, ως ένα ΥΦΙΣΤΑΣΘΑΙ που είναι Καθεαυτό και Διεαυτό. Η Υπόσταση, ως αυτή η ενότητα του Είναι και της ανασκόπησης [αυτοανάκλασης-αυτοστοχασμού] είναι ουσιαστικά η κίνηση εμφάνειας και το Τεθειμένο-Είναι τους. Η κίνηση-εμφάνειας είναι εκείνη που αναφέρεται στον εαυτό της, έτσι αυτή είναι, τούτο το Είναι είναι η Υπόσταση ως τέτοια. Αντίστροφα, αυτό το Είναι είναι μόνο το ταυτό με τον εαυτό του τεθειμένο-Είναι, άρα είναι η Ολότητα του Κατ'εμφάνεια Είναι, το ΣΥΜΒΕΒΗΚΟΣ. Ετούτη η κίνηση εμφάνειας είναι η ταυτότητα ως ταυτότητα της μορφής -η ενότητα της δυνατότητας και της πραγματικότητας. Αυτή είναι πρωτίστως, γίγνεσθαι, η συμπτωματικότητα που νοείται ως η σφαίρα της γένεσης και παρέλευσης, γιατί σύμφωνα με τον προσδιορισμό της αμεσότητας, ο σχετισμός της δυνατότητας και της πραγματικότητας, είναι άμεση μεταστροφή του ενός μέσα στο άλλο, έτσι όπως συλλαμβάνονται ως όντα, του καθενός μέσα σε εκείνο, το οποίο του είναι απλώς Άλλο. Αλλά, επειδή το Είναι είναι εμφάνεια, ο σχετισμός δυνατότητας και πραγματικότητας είναι επίσης ένας σχετισμός ταυτόσημων όρων, ή τέτοιων που εμφαίνεται ο ένας στον άλλο, είναι ανασκόπηση [αυτοανάκλαση]. Η κίνηση του Συμβεβηκότος, λοιπόν, παριστά σε κάθε ένα απο τα στάδιά της το εμφαίνεσθαι εντός αλλήλων των κατηγοριών του Είναι και των ανασκοπικών προσδιορισμών της Ουσίας. Το άμεσο Κάτι έχει ένα περιεχόμενο, η αμεσότητά του είναι συνάμα ανασκοπημένη [αυτοανακλασμένη] αδιαφορία προς την Μορφή. Αυτό το περιεχόμενο είναι προσδιορισμένο, και, εφόσον τούτο είναι προσδιοριστικότητα του Είναι, το Κάτι μεταβαίνει μέσα σε κάτι άλλο. Αλλά η ποιότητα είναι επίσης προσδιοριστικότητα της ανασκόπησης, ως τέτοια αυτή είναι αδιάφορη διαφορετικότητα. Αλλά τούτη-εδώ αναζωογονείται σε αντί-θεση και επανέρχεται στο Θεμέλιο, το οποίο είναι το Μηδέν, αλλά και ανασκόπηση-εντός-εαυτού. Η τελευταία αυτο-αναιρείται, η ίδια όμως είναι ανασκοπημένο Καθεαυτό-Είναι, ως τέτοια είναι δυνατότητα, και τούτο το Καθεαυτό-Είναι, στα πλαίσια της μετάβασής του που είναι εξίσου καλά ανασκόπηση [αυτοανάκλαση]-εντός-εαυτού, είναι το αναγκαίο πραγματικό.
Αυτή η κίνηση του Συμβεβηκότος είναι η ενεργότητα της Υπόστασης που νοείται ως ήρεμη ανάδυση αυτής της ίδιας. Αυτή δεν είναι ενεργός ως προς Κάτι, αλλά μόνο ως προς τον εαυτό της ως απλό και στερούμενο αντίστασης στοιχείο. Η αναίρεση ενός προϋποτεθειμένου είναι η εξαφανιζόμενη Εμφάνεια, είναι μόνο μέσα στην πράξη αναίρεσης του Άμεσου που τούτο το Άμεσο γίνεται αυτό το Ίδιο, ή που είναι εκείνο το Κατ'εμφάνεια Είναι, το ξεκίνημα απο τον ίδιο τον εαυτό είναι μόνο το θέτειν ετούτο τον Εαυτό, από τον οποίο γίνεται μόνο το ξεκίνημα. Η Υπόσταση, ως ετούτη η ταυτότητα του Κατ'εμφάνεια Είναι, είναι η Ολότητα του Όλου και περιλαμβάνει εντός εαυτού το Συμβεβηκός, και το Συμβεβηκός είναι το Όλο της ίδιας της Υπόστασης. Η διαφορά αυτής μέσα στην απλή ταυτότητα του Είναι και στην ροή των Συμβεβηκότων σε τούτη την ταυτότητα είναι μια μορφή του Κατ'εμφάνεια Είναι της. Εκείνο-Εκεί είναι η άμορφη Υπόσταση του παραστασιακού σκέπτεσθαι, για το οποίο η Εμφάνεια δεν έχει προσδιορισθεί ως Εμφάνεια, αλλά το οποίο προσκολλάται σε μια τέτοια απροσδιόριστη ταυτότητα σαν σε ένα Απόλυτο. [Μια ταυτότητα] η οποία δεν έχει καμιά Αλήθεια, [αλλά] είναι μόνο η προσδιοριστικότητα της Άμεσης πραγματικότητας ή εξίσου του καθεαυτό-Είναι  ή της Δυνατότητας-μορφικοί προσδιορισμοί οι οποίοι πέφτουν μέσα στο Συμβεβηκός.
Ο άλλος προσδιορισμός [της Υπόστασης], η ροή των Συμβεβηκότων, είναι η απόλυτη μορφική-ενότητα του Συμβεβηκότος, η Υπόσταση υπο την έννοια της απόλυτης Ισχύος.
Η παρέλευση του Συμβεβηκότος είναι κίνηση επανάκαμψης αυτού ως πραγματικότητας εντός εαυτού σαν εντός του καθεαυτό-Είναι του ή της δυνατότητάς του. Αλλά τούτο το καθεαυτό-Είναι του δεν είναι το ίδιο παρά ένα τεθειμένο-Είναι, συνεπώς είναι επίσης μια πραγματικότητα, και επειδή αυτοί οι προσδιορισμοί είναι εξίσου καλά προσδιορισμοί-περιεχομένου, αυτό το δυνατόν είναι επίσης, από την άποψη του περιεχομένου, ένα πραγματικό προσδιορισμένο διαφορετικά. Η Υπόσταση εκδηλώνεται με το περιεχόμενό της διαμέσου της πραγματικότητας, μέσα στην οποία μεταθέτει [=μεταποιεί (übersetzt)], ως Δημιουργός Δύναμη, το δυνατόν, και διαμέσου της δυνατότητας, μέσα στην οποία περιάγει, ως καταστροφική δύναμη, το πραγματικό. Αλλά αμφότερες είναι ταυτόσημες : Η Δημιουργία είναι Καταστροφή, η Καταστροφή είναι Δημιουργία, διότι το αρνητικό και το θετικό, η δυνατότητα και η πραγματικότητα, είναι απόλυτα συνενωμένες μέσα στην Υποστασιακή Αναγκαιότητα.
Τα συμβεβηκότα ως τέτοια, και τούτα είναι πλείστα, εφόσον η πλειονότητα είναι ένας απο τους προσδιορισμούς του Είναι-δεν έχουν καμιά ισχύ το ένα επί του άλλου. Αυτά είναι τα όντα ή κάτι που είναι για τον εαυτό του, υπάρχοντα πράγματα με ποικίλες ιδιότητες ή σύνολα που απαρτίζονται από μέρη, δυνάμεις που έχουν ανάγκη η μία να διεγείρει την άλλη και οι οποίε έχουν η μία την άλλη για συνθήκη. Στο βαθμό που ένα τέτοιο Συμβεβηκός φαίνεται να εξουσιάζει του άλλου, τότε αυτό είναι η Ισχύς της Υπόστασης, η οποία περιλαμβάνει αμφότερα εντός της/ως αρνητικότητα, αυτή συνεπάγεται μια άνιση αποτίμηση, προσδιορίζοντας το ένα ως Συμβεβηκός που παύει να είναι και το άλλο με διαφορετικό περιεχόμενο ως Συμβεβηκός που έρχεται στο είναι, ή εκείνο ως αυτό που μεταβαίνει στην δυνατότητά του, ετούτο ως το μεταβαίνον στην πραγματικότητα-διχάζεται αιωνίως μέσα στις διαφορές της Μορφής και του Περιεχομένου, και αιωνίως αποκαθαίρεται απο τούτη τη μονομέρεια, αλλά μέσα σε τούτη την αποκάθαρση επαναπίπτει στον προσδιορισμό και τον διχασμό. Ένα συμβεβηκός εκδιώκει, λοιπόν, ένα άλλο μόνο και μόνο, επειδή το δικό του ιδιαίτερο υφίστασθαι είναι αυτή η Ολότητα της Μορφής και του ίδιου του Περιεχομένου, μέσα στην οποία Ολότητα τούτο το Συμβεβηκός όπως και το άλλο του αφανίζεται εξίσου καλά.
Εξ αιτίας αυτής της άμεσης ταυτότητας και παρουσίας της Υπόστασης μέσα στα Συμβεβηκότα δεν είναι ακόμα καμιά ρεαλιστική διαφορά παρούσα. Μέσα σε τούτο τον πρώτο  προσδιορισμό η Υπόσταση δεν είναι ακόμα εκδηλωμένη σύμφωνα  με όλη την έννοιά της. Όταν η Υπόσταση, στην εννόηση της ως το αυτο-ταυτόσημο καθεαυτό και διεαυτό Είναι, διαφοροποιείται απο τούτη την ίδια ως ολότητα των συμβεβηκότων, τότε εκείνο που διαμεσολαβεί είναι αυτή [η Υπόσταση] ως Ισχύς. Τούτη-εδώ είναι η αναγκαιότητα , το σταθερό εμμένειν των Συμβεβηκότων μέσα στην αρνητικότητά τους και το απλό τους τεθειμένο-Είναι μέσα στο υποστασιακό τους Υφίστασθαι. Τούτος ο μέσος όρος είναι, λοιπόν,  ενότητα της ίδιας της υποστασιακότητας και του Συμβεβηκότος, και οι ακραίοι όροι της δεν έχουν κανένα ιδιαίτερο Υφίστασθαι. Η υποστασιακότητα, κατά ταύτα, είναι μόνο η σχέση που εξαφανίζεται άμεσα, αναφέρεται στον εαυτό της όχι σαν αρνητικό, [και],[ειλημμένη] ως η άμεση ενότητα της ισχύος με τον εαυτό της, είναι υπό την μορφή μόνο της ταυτότητάς της, όχι της αρνητικής της ουσίας/ δεν είναι παρά ένα στάδιο, δηλ, το αρνητικό ή η διαφορά που εξαφανίζεται απόλυτα, όχι το άλλο, το ταυτό.
Αυτό μπορούμε να το δούμε ως ακολούθως: Η Εμφάνεια ή το Συμβεβηκός είναι καθεαυτήν πράγματι Υπόσταση μέσω της ισχύος, αλλά δεν είναι έτσι τεθειμένη ως ετούτη η αυτο-ταυτή Εμφάνεια/έτσι η Υπόσταση έχει για μόρφωμά της (ή τεθειμένο-Είναι) μόνο το Συμβεβηκός, όχι τον ίδιο τον εαυτό της/ δεν είναι Υπόσταση ως Υπόσταση. Άρα η σχέση υποστασιακότητας, κατά πρώτον, είναι μόνο η Υπόσταση, με τέτοιο τρόπο που η τελευταία να αποκαλύπτεται ως μορφική ισχύς, της οποίας οι διαφορές δεν είναι υποστασιακές/ η Υπόσταση στη πράξη δεν είναι παρά ως Εσωτερικό των Συμβεβηκότων, και τα τελευταία τούτα είναι μόνο στην Υπόσταση. Με άλλα λόγια, τούτη η σχέση είναι μόνο η φαινομενική Ολότητα ως Γίγνεσθαι, αλλά αυτή είναι όχι λιγότερο ανασκόπηση/ το Συμβεβηκός το οποίο καθεαυτό είναι Υπόσταση, ακριβώς γι αυτό τον λόγο είναι τεθειμένο ως τέτοιο/ έτσι είναι προσδιορισμένο ως αυτο-αναφερόμενη αρνητικότητα, σε αντίθεση με τον εαυτό του που είναι προσδιορισμένος ως απλή αυτο-αναφερόμενη ταυτότητα με τον εαυτό/ και είναι διεαυτήν Ουσία, κραταιά Υπόσταση.  Τότε η υποστασιακή σχέση μεταβαίνει στη σχέση αιτιότητας.." (απο το αμέσως επόμενο υποκεφάλαιο "Η σχέση αιτιότητας" : " Η υπόσταση είναι ισχύς, και ισχύς ανασκοπημένη εντός εαυτού, η οποία δεν μεταβαίνει απλώς, αλλά θέτει τους προσδιορισμούς και τους διαφοροποιεί απο τον εαυτό της. Ως αυτο-σχετιζόμενη μέσα στο προσδιορίζειν της, η ίδια είναι εκείνη αυτό που θέτει ως αρνητικό και μετατρέπει σε τεθειμένο-Είναι. Ετούτο είναι, λοιπόν, εν γένει η ανηρημένη Υποστασιακότητα, το απλώς τεθειμένο, το αποτέλεσμα, αλλά η διεαυτήν ούσα Υπόσταση είναι η αιτία..")

 

Συνεχίζοντας ο Έγελος επανεμφανίζει την υποστασιακότητα ως διαμεσολαβημένη απο την αιτιακή αρχή, όπου ναι μεν αυτή κυριαχείται στο πεδίο της (κυριαρχείται η Υπόσταση), από την άλλη όμως προσδιορίζει την ίδια την κυριαρχική αρχή της αιτίας: Η αιτία, το "αρχέγονο μέσα στο αποτέλεσμα", ονομάζει στην κυριολεξία το Συμβεβηκός (που είναι το πεδίο του "αυτοπροσδιορισμού" της Υπόστασης) ως αποτέλεσμα, κάνει το Συμβεβηκός "δικό της", αλλά ταυτόχρονα μέσω αυτής της κίνησης καθίσταται και η ίδια (αν και στο επίπεδο της Υπόστασης-Συμβεβηκότος) Υπόσταση ή με κατηγορικό επιπρόσθετο προσδιορισμό "Σύνολη Υπόσταση": "....η αιτία είναι εκδηλωμένη μέσα στο αποτέλεσμα ως σύνολή Υπόσταση, δηλαδή ως ανασκοπημένη εντός εαυτού στην σφαίρα του ίδιου του τεθειμένου Είναι εν γένει.."



Το απόσπασμα από την "Επιστήμη της Λογικής" που σας παρέθεσα είναι ίσως μια αναλυτικότερη και εμβριθέστερη έκθεση, των όσων λέει ο Έγελος στην "Φαινομενολογία του Πνεύματος" για την έννοια της Υπόστασης, θέλοντας να αντικαταστήσει την αληθολογική διεργασία "μέσω" της Υπόστασης σε αληθολογική διεργασία "μέσω" του Υποκειμένου. 
Ποιά είναι όμως η τελική χρήση της Υπόστασης, αυτής της "δεύτερης" όπως λέγεται από τους ερμηνευτές του μορφής της αμεσότητας που πρέπει να υπερβληθεί/διαμεσολαβηθεί;
Ισχυρίζομαι πως ο Έγελος έχει συντελέσει μια σημαντική και μοναδική ακόμα επιτυχία στον χώρο της δυτικής γνωσιο-οντολογίας, αφού κατορθώνει να πλήξει την αμεσότητα, ώς προσδιορισμό, όχι μόνον στο πεδίο της γνώσης ως "καθαρής" γνώσης, αλλά και στο πεδίο της οντολογικής αξιοθέτησης. 
Αναγόμενος εμφανώς στην Πλατωνική διδασκαλία, αξιοποιεί την -απο την σκοπιά του Πλάτωνα- ιεραρχικοποίηση των όντων, σε σχέση και με την ίδια την δυνατότητά τους να είναι ολοκληρωμένα γνώσιμα αντικείμενα, χωρίς να υποπίπτει σε μια μορφή νεο-πλατωνισμού που δεν θα ήταν διαμεσολαβημένη απο τις πραγματικές-ιστορικές αλλά και πραγματικές-γνωσιοθεωρητικές αντιρρήσεις επί του Πλατωνικού εγχειρήματος, (που ξεκίνησαν με τον Αριστοτέλη, αλλά εδραιώθηκαν απλά απο την ίδια την πραγματικότητα!). 
Ως γνωστόν κάθε πλατωνική προσπάθεια, ήδη απο την εποχή του Πλωτίνου και του Πρόκλου-τους οποίους ο Έγελος εκτιμούσε βαθιά, αλλά και "αξιοποίησε"-, ήταν πάντα Πλατωνική προσπάθεια εντός της αποδοχής της σημασίας, της πραγματικότητας, και της αξίας του "Καθέκαστου", της υποστασιακής ή υποστασιοποιημένης Καθολικότητας. Σύμφωνα με κάθε Πλατωνικό ή Διαλεκτικό (ταυτόν) Φιλόσοφο ή ερευνητή, το Καθέκαστον, το "εδώ" υπαρκτικό, είναι υποστασιοποίηση του Καθολικού/Γένους, ενώ σύμφωνα με τους Αριστοτελιστές, αυτό, ακόμα κι αν είναι "κάποτε" ή "κάπως" υποστασιοποίηση του Καθολικού, είναι και μια αυτόνομη Υποστασιακή πραγματικότητα. 
Η ίδια η έννοια-λέξη "Υπόσταση", μαζί με την "Ουσία" (που δεν σημαίνει αυτό που λέμε στα νεοελληνικά γενικό, αλλά  και το καθέκαστο και το γενικό του καθέκαστου), είναι έννοιες-λέξεις που ανακαλύφθηκαν και σημασιοδοτήθηκαν απο τον ίδιο τον Αριστοτέλη. (Αλήθεια πόσοι υλιστές ξέρουν πως ο Αριστοτέλης είναι αυτός που ίδρυσε την φιλοσοφική κατηγορία της "Ύλης";).
Ο Έγελος υποβαθμίζει ξανά,με μια μεγάλη θεωρητική κίνηση, (που σίγουρα ξύπνησε τον Πλάτωνα απο τον βαθύ λήθαργό του στους αιώνες, και τον γέμισε ελπίδες), το Καθέκαστον,ορίζοντας αφομοιωτικά το πεδίο του ως το πεδίο της απόλυτης αναγκαιότητας μέσα στην σχέση του Είναι με το κάθε όν μέσα στο Είναι. Όμως προσέξτε..
Αυτή η θεωρητική κίνηση του Εγέλου είναι εύστοχη, και γι αυτό μεγάλη, ακριβώς γιατί περιέχει τον προσδιορισμό του καθέκαστου ως ανηρημένο.
Κάθε αληθής αναίρεση όμως δεν είναι μια διάγουσα ευτυχώς τον εαυτό της αναίρεση, αν δεν περιέχει όντως το ανηρημένο ως "κάτι" που περιεχομενοποιεί και το ίδιο το αναιρετικό στοιχείο. Το ανηρημένο δύναται να περιεχθεί μόνον και μόνον αν ως ανηρημένο διατηρεί μια αυτοτελή παρουσία, παρά και τις διαβεβαιώσεις του ίδιου του Εγέλου. Το ανηρημένο αίρει κάπως και το αναιρετικό στοιχείο, παρά το γεγονός πως ως ανηρημένο υπάγεται στο αναιρετικό. Η άρνηση της άρνησης (ή αναίρεση-άρσις) δεν μπορεί να σημαίνει μόνον αυτό που σημαίνει εμφανώς ως έννοια, αλλά σημαίνει και τον δικό της αναδιπλασιασμό: Μια αναίρεση (άρση) της αναίρεσης (άρσης). Η καθαρή άρνηση υποκαθίσταται απο ένα είδος άρνησης (την άρση) που εντάσσει και τα ''αρνημένα" στοιχεία στο ελευσόμενο νέο, αλλά αυτό μπορεί να το πράξει, αν αυτή (ή άρσις) εκτός απο την άρνηση αρνηθεί με τον τρόπο της τον εαυτό της.
Η παρουσία της αναίρεσης της αναίρεσης δηλώνεται ανοιχτά ως Ουσία, ως εκείνη η παρουσία της υπόστασης που θεμελιώνει την σχέση του Είναι με τα στοιχεία του, τα καθέκαστά του, σε έναν αρχέγονο τόπο τροπικού προσδιορισμού του Είναι, όπου δεν αμφισβητείται ούτε η μερικότητα του τροπισμού, αλλά ούτε και η ενδογένειά του στο Είναι.




Η Έσχατη ενότητα της Ουσίας με το Είναι, μας λέει ο Έγελος, ΑΥΤΗ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΕΙΝΑΙ ΜΕΣΑ ΣΕ ΚΑΘΕ ΕΙΝΑΙ, αυτή είναι η Ουσία/Υπόσταση, αυτό είναι, θα προσέθετα, το πρώτο Απόλυτο του Εγέλου, το ένα οντολογικό απόλυτο που διενεργεί ο ίδιος υφαίνοντας τη  θεωρία του, (μαζί με την "Άρνηση", που είναι το άλλο υπόρρητο Απόλυτό του). 
Πρέπει να σταθούμε ιδιαίτερα εδω στο γεγονός πως αυτό το  Απόλυτο, είναι ήδη ένα ανασκοπούμενο (αυτοανακλώμενο), και δεν ανήκει στην πρώτη Αμεσοτητα του Είναι, αν και παραμένει Αμεσότητα, και παραμένει Αμεσότητα, αν και παραμένει Ανασκοπούμενο Είναι.  Όμως εδω:
Βρισκόμαστε στα πρό-θυρα της ομοιωματικής υφής της Εγελιανής θεωρίας, εφόσον εδώ ο Έγελος αντιμετωπίζοντας τις Σπινοζικές διδασκαλίες, και μέσω αυτών όλη την αποκαθαρμένη Μεταφυσική της Δύσεως, απο καταβολής της, εισέρχεται σε έννοιες-καταστάσεις που εντάσσονται στο οριακό πεδίο της βιο-πολιτικής, απο-καλύπτοντας ακριβώς στα σημεία που απο-δέχεται στο Σπινοζικό Θεμέλιο, την κοινή τους αλυσίδα. Πρώτα απ'όλα όμως θα έπρεπε να ξεκαθαρίσουμε ότι για μας είναι εμφανές πως ο Έγελος υπερβαίνει δια παντός, όχι μόνον τον Σπινόζα και την  εμμενοκρατική του θεώρηση, αλλά αναδρομικά και κάθε εμμενοκρατική θεώρηση, στον βαθμό που αυτή αξιώνει με σοβαρότητα την γενική ισχύ σε όλο το Ιστορικό γίγνεσθαι.
Η ιεράρχηση της Υπόστασης στο επίπεδο του πρώτου Απόλυτου, η ονομασία της εντός του προσδιορισμού της κίνησης της Εμφάνειας, με τον κλασικό όρο του Συμβεβηκότος, μας δίνει το μέτρο της αξιοθέτησης του καθέκαστου μέσω αυτής. Και αυτή η αξιο-θέτηση δεν σημαίνει αποδοχή της αυτάρκειας της υπαρκτικής εμφάνειας, αλλά ούτε και απλή υποταγή της. Το Υφίστασθαι αντίθετα ορίζεται σε ένα  πεδίο εσωτερικά προσδιορισμένου αναγκασμού, όπου η αντί-θεση των καθέκαστων κάθε είδους, είτε αυτά είναι "υλικά", είτε αυτά είναι "διανοητικά", παράγεται ως εσωτερική ή σχετικά αυτάρκης. 
Υπάρχει πάντα βέβαια η δυνατότητα, θετική δυνατότητα, δια της γνωσιακής διεργασίας να υπερβληθεί η αναπαραγωγή, εις εαυτόν  και εις άπειρον, αυτής της υποστασιακής ξένωσης, όμως αυτή η ξένωση μπορεί να εννοηθεί και ως ο Κόσμος της διαρκούς και αδιέξοδης αναπαραγωγής της ξενώσεως των υποστασιακών οντοτήτων. 
Ο Έγελος παραμένει αρκετά σε αυτό το επίπεδο της αδιέξοδης αναπαραγωγής της υποστασιακής ετερότητας, ορίζοντας με σαφήνεια, αν και δίνει σε μάς άπειρες δυνατότητες ερμηνείας, το πολιτικο-διανοητικό πλαίσιο. Πριν ακόμα αρχίσει να κρίνει το αναβαθμισμένο ενορατικό πλαίσιο της Σπινοζικής διδασκαλίας (ξεκινά να κρίνει-αφομοιώνει τον Σπινόζα εκεί που μιλά για την δεύτερη έννοια της Υποστάσεως).



Ι.Τζανάκος


Συνεχίζεται...