Αυτοκαθορισμός

Αυτοκαθορισμός

Πέμπτη, 28 Φεβρουαρίου 2013

Πριν και πέρα από τις αξιοθετικές στρατηγικές / μέρος 8ον




Στον Καντ, ο θεωρητικός Λόγος και η θεωρητική "χρήση" του Λόγου συμπλέκονται με την (καθαρή) γνωστική ικανότητα που αναιρεί τον εαυτό της ως (καθαυτή) καθαρή ικανότητα ή αναιρεί τον εαυτό της ως απόλυτο ον (μη-εξαρτημένο) υπερβαίνοντας τα όρια της. 
Ο πρακτικός Λόγος και η πρακτική χρήση του Λόγου συμπλέκονται με την καθοριστική αρχή της θέλησης η οποία είναι:

"...μιά ικανότητα είτε να δημιουργεί αντικείμενα που αντιστοιχούν στις παραστάσεις είτε πάντως να αυτοκαθορίζεται, ώστε να παράγει τα αντικείμενα αυτά ( είτε είναι επαρκής η φυσική ικανότητα για τούτο είτε όχι) δηλαδή να καθορίζει την αιτιότητά της". 
[Κριτική του πρακτικού Λόγου, Εισαγωγή, σελ.29].

Ο Λόγος, κατά τον Καντ, επαρκεί για τον καθορισμό της θέλησης πάντα υπό τον καθορισμό του Λόγου, όπου όμως ως Λόγος εννοείται ένα όν που δεν είναι περιορισμένο στον έναν τροπισμό του, την θεωρησιακότητα, αλλά την περιέχει στην ευρύτερη μορφή που περιέχει και την τροπικότητα της θέλησης. 
Η εσωτερική στον Λόγο αρχή της ελευθερίας εκφράζει, με έναν εξαρτημένο ως προς την γενική οντότητα του Λόγου τρόπο, την ενότητα των δύο θεμελιακών τρόπων του Λόγου.
Έχουμε λοιπόν να κάνουμε με δύο θεμελιακές τροπικότητες του Λόγου, και μια εξαρτημένη εκφράζουσα τροπικότητα, όπου όμως καθορισμένη και καθοριστική είναι η υπεροχή της θέλησης. Η υπεροχή της τροπικότητας της θέλησης είναι καθορισμένη από την εγγύτητά της με τις ιδέες. 
Πρέπει εδώ να ξεκαθαρίσουμε ότι αυτή η εγγύτητα δεν αφορά κάποια μορφή θεωρησιακότητας, παρά μόνον σε ότι έχει να κάνει την γενική σχέση όλων με όλα στα πλαίσια ενός συστήματος
Κάνουμε αυτή την διευκρίνηση γιατί το σημείο "ιδέες-ιδέα" μας ωθεί πάντα σε μια εικόνα θεωρησιακότητας. Βέβαια εδω δεν αποκλείεται κάποια  μορφή θέασης ή βλέμματος, αλλά αυτό θα το διευκρινήσουμε αλλού. 
Η ελευθερία αποτελεί μια έννοια της αιτιότητας, όπως και η αυτονομία, όπου όμως και στους δύο καθορισμούς αυτούς υφίσταται, ως συγκροτητικός τους όρος, ένας αλληλοκαθορισμός της αρχικότητας και της νομοτέλειας που θα έκανε έναν μετανεωτερικό "αυτονομιστή" ή "ελευθεριακό" να φρίττει. 
[Ο Νόμος της αιτιότητας βάσει της ελευθερίας, ο.π, σελ.31].
Ο νόμος της αιτιότητας τής θεμελιωμένης στην ελευθερία είναι ο νόμος μιας έννοιας της αιτιότητας
Πέρα από την υπόθεση της θεμελίωσης της έννοιας της αιτιότητας στην ίδια την έννοια της ελευθερίας, που αποτελεί ούτως την πρότερη ουσιακά κατηγορία έννοια της αιτιότητας που δια της πρακτικής χρήσης της προσδίδει στην αιτιότητα γενικά την απόλυτη (μη εξαρτημένη) σημασία της αιτιότητας, ποιά μπορεί να είναι μιά έννοια αυτής της έννοιας;
Η ελευθερία ως προυπάρχουσα οντότητα, ως ουσία της καθαρά Λογικής θέλησης, εννοείται ως αποτέλεσμα μιας αυτο-ανάκλασης της αρχής της αιτιότητας
Η έννοια της αυτο-ανάκλασης δεν σημαίνει έναν μονοσήμαντο ετεροκαθορισμό της ελευθερίας από έναν διευρυμένο οντολογικό καθορισμό της αιτιότητας, αλλά δεν τον αποκλείει διόλου. 
Η αυταιτιότητα δεν είναι απλά αιτιότητα, αλλά είναι αιτιότητα παραταύτα
Η ικανότητα-δυνατότητα να δημιουργείς αντικείμενα που αντιστοιχούν στις παραστάσεις, είτε να αυτοκαθορίζεσαι, ως πηγή των αντικειμένων της παράστασης μπορεί να σημαίνει έναν καθορισμό που είναι καθαυτός. 
Η θέληση καθορίζοντας την αιτιότητα ως αιτιότητά της παράγεται ως έννοια που εννοιολογεί την αιτιότητα γενικά, την στιγματίζει, αλλά σε αυτόν τον καθοριστικό προσδιορισμό στιγματίζεται και αυτή ως βούληση από την αιτιότητα γενικά και όχι μόνον από την ειδική αιτιότητα που αντιστοιχεί σε αυτήν. 
Η επιθυμητική ικανότητα συμπλέκεται με αυτούς τους καθορισμούς της ενότητας "θέληση-αιτιότητα", αλλά συμπλέκεται ως υπαγόμενο στοιχείο. 
Η υπαγωγή αυτή όμως, όπως θα δούμε, δεν είναι μια παραδοσιακού τύπου υπαγωγή ενός "κατώτερου" από ένα "ανώτερο" στοιχείο.
Ας δούμε όμως,  συνοπτικά, τους συμπλεκτικούς προσδιορισμούς που αφορούν το "υπάγον" στοιχείο, το στοιχείο που προσδιορίσαμε ως την ενότητα "θέληση-αιτιότητα", σε σχέση με το "υπαγόμενο" στοιχείο:


Οι πρακτικές αρχές [σελ.35, ο.π] θεωρούνται προτάσεις που περιέχουν έναν καθολικό προσδιορισμό της θέλησης, οι οποίες υπάγουν τους πρακτικούς κανόνες διαιρούμενες σε υποκειμενικούς ή γνώμονες. 
Αναφέρονται ως έγκυροι μόνον για την υποκειμενικότητα, αν όμως ( ο όρος τους) αναγνωρίζεται ως έγκυρος για την θέληση κάθε όντος "είναι" αντικειμενικοί ή πρακτικοί νόμοι. 
Η πηγή της πρακτικώς επαρκούς  αναγκαιότητας για κάθε ον του καθολικού καθορισμού, που είναι ούτως ένα πλέγμα που υπερβαίνει την αφηρημένη καθολικότητα, είναι ο λεγόμενος "καθαρός Λόγος". 
Το υποκείμενο κατά τον Καντ εγκλείεται εννοιακά στο "επιθυμητικό'', το οποίο όμως διαιρούμενο και αυτό σε ανώτερο και κατώτερο επιθυμητικό συγκροτείται με ιδιαίτερο τρόπο, [σελ.36, ο.π] κατά τρόπο που περιέχει έναν καθορισμό πολλαπλότητας όσον αφορά την ρύθμιση του γενικού πλαισίου που είναι ο κανόνας. 
Εδώ όμως πρέπει να τονίσουμε πως για τον Καντ το ιεραρχικό σύνολο των επιμέρους προσδιορισμών του επιθυμητικού ή, άλλως, υποκειμένου, ή ακόμα ακόμα το σύνολο των ιεραρχικά ταξινομημένων (υπο-)διαιρέσεών του, δεν καθιστά την εύρεση του (καθαρά) πρακτικού κανόνα μιάν απλή υπόθεση εντοπισμού στο ιεραρχικώς ανώτερο, ή ακόμα και κατώτερο, στοιχείο
Αυτό φαίνεται στο γεγονός πως ο εντοπισμός της προστακτικής ή Λογο-επιτακτικής και αντικειμενικής διάστασης του Λόγου που αφορά την λειτουργική σχέση του Λόγου με την θέληση, όταν αυτή καθορίζεται εντελώς από τον Λόγο, δεν διασφαλίζει την αναγκαία πληρότητά της όσον αφορά την πρακτική ζωή, τον κόσμο της πολλαπλότητας. Από την άλλη, και αυτό είναι η άλλη άκρη της προστακτικής όταν είναι κατηγορική και όχι μόνον υποθετική, η επιτακτικότητα του πρακτικού Λόγου δεν εξαρτά την οντότητά της από τους όποιους εξωτερικούς προσδιορισμούς ακόμα κι αν αυτοί λαμβάνουν και Λογικό και πρακτικό και συντακτικό χαρακτήρα που αφορά γενικά συμφέροντα. 
Τα συντάγματα για τον καθαρό πρακτικό Λόγο, ακόμα και όταν είναι κανονιστικά εκφρασμένος; Τίποτα!
Η νομοθεσία του Λόγου γενικά απαιτεί αυτός να προϋποθέτει μόνον τον εαυτό του [ σελ.39, ο.π ], με την έννοια πως αυτό δεν συμβαίνει κατά την θεωρητική του χρήση, ενώ ταυτόχρονα ή προτερόχρονα οφείλει να συμβαίνει κατά την πρακτική χρήση του. 
Όταν ο Καντ κρίνει τους "ουσιακούς πρακτικούς κανόνες" ως θέτοντες τον καθοριστικό Λόγο της θέλησης  στο "κατώτερο επιθυμητικό" (τελική κρίση που ακολουθεί την ανάλυση των θεωρημάτων 1, και 2) λαμβάνει μια θέση που εννοεί καθαυτή το "επιθυμητικό" ως υφιστάμενη  μορφή της πολλαπλότητας αλλά και ως υφιστάμενη άρνησή της εφόσον η ίδια η πολλαπλότητα υπάγεται, αν και πολλαπλότητα, στο έν του Λόγου: 
Αυτό το εν δεν μπορεί να αρθεί ως πραγματικότερη πραγματικότητα της αιτιακότητας όταν εγκολπώνει την πολλαπλότητα της επιθυμίας, ακόμα κι αν αυτή θεωρείται πιά μια πραγματική οντότητα που διαμεσολαβεί αναγκαία, ίσως μάλιστα  απόλυτα αναγκαία, την ύπαρξη της αιτιότητας στον πραγματικό κόσμο. 
Η ύψωση του επιθυμητικού στον ανώτερο ιεραρχικό πυρήνα δεν αφήνει περιθώρια για καμμία υποχώρηση στις κλίσεις ενός "πολλαπλού" επιθυμητικού, ακόμα κι αν, ή μάλλον ειδικά όταν, αυτές οι κλίσεις μετατρέπονται σε ένα σύστημα κλίσεων,  σε ένα σύστημα παραληρητικών εξακοντίσεων της κλίσης σε μορφή κόσμου: 

" Ο Λόγος, μόνον εφόσον καθορίζει αιτιακά αφ'εαυτού την θέληση (δεν είναι στην υπηρεσία των κλίσεων) είναι ένα αληθινό ανώτερο επιθυμητικό, στο οποίο υποτάσσεται το παθολογικώς καθορίσιμο επιθυμητικό, και διαφέρει από τούτο πραγματικώς και μάλιστα ειδικώς έτσι, ώστε ακόμα και η ελάχιστη ανάμειξη των παρορμήσεων, των κλίσεων, να ζημιώνει τη δύναμη και την υπεροχή του Λόγου, όπως και το ελάχιστο εμπειρικό στοιχείο, ως όρος σε μια μαθηματική απόδειξη, υποβιβάζει και καταστρέφει την αξία και τη δύναμή της." [σελ.43, ο.π].






Ι.Τζανάκος 
(στους ώμους ενός γίγαντα..) 

Τετάρτη, 27 Φεβρουαρίου 2013

Πόλεμος και παραγωγή / ένα πρώτο σχεδίασμα..




Δημιουργούμε συνεχώς εννοιολογικά σχήματα για να κατανοήσουμε τα φαινόμενα, αλλά τελικά συνήθως αποτυγχάνουμε, πάντα κάτι διαφεύγει. 
Όμως η καλύτερη λύση για την επαναφορά της ορθότητας των σχημάτων μας είναι οι αρνητικές εμπειρίες και οι διαψεύσεις των πιό αισιόδοξων σκέψεων μας, που περιβάλλονται από αυτά τα εννοιολογικά σχήματα, να γίνονται η βάση της σκέψης μας.
Αυτό δεν σημαίνει μια ολοκληρωτική εγκατάλειψή τους, αλλά μια πρός την αντίθετη κατεύθυνση μετατροπή τους.
Θα μιλήσω απευθείας:
Στο κλασικό εννοιολογικό σχήμα του μαρξισμού για την σχέση παραγωγικών δυνάμεων και παραγωγικών σχέσεων δεν απαντάμε με την πλήρη εγκατάλειψή του, αλλά με την μετατροπή του πρός το απαισιοδοξότερον. 
Τι θέλω να πω:
Οι παραγωγικές σχέσεις "εμποδίζουν" αλλά και "απελευθερώνουν" την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων μόνον στον ειδικά καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, και αυτός αναπροσαρμόζεται ως πρός την  ζεύξη "εμπόδισης" και "απελευθέρωσης" συνεχώς, μέσω πολέμων και καταστροφών της βασικής παραγωγικής δύναμης, της εργασιακής δύναμης.
Για την ακρίβεια, ο ειδικός καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής είναι, ως ο πιό ιδιαίτερος προσδιορισμός του ειδικά καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, αυτή η μορφή σχέσης που είναι συνεχής καταστροφή κάθε ολικής κοινωνικο-σχεσιακής, και παραγωγικής, πραγματικότητας, προς "απελευθέρωση" των  "παραγωγικών δυνάμεων".  
Η ολική κοινωνική σχέση περιέχει ως συνολικός υπεριστορικός καθορισμός κάθε μορφή δυνατής  ενότητας ιδιομορφίας και εξαίρεσης με την κοινότητα των ανθρώπινων ιδιοτήτων, ότι και να σημαίνει αυτό. Χωρίς   δηλαδή να αποκλείονται οι συνυπάρξεις αλλοτριωτικών (''παραδοσιακών") και  μη αλλοτριωτικών άμεσων όρων της ζωής.
Η καταστροφή της ολικής κοινωνικής σχέσης από την δύναμη της αφαίρεσης δεν είναι παρά η άρση κάθε πολυμορφίας που περιέχει ο κοινωνικός αυτοκαθορισμός, όποια έννοια κι αν λαμβάνει αυτή η πολυμορφία και ο κοινωνικός αυτοκαθορισμός. 
Είναι ο ιστορικός ρόλος της αφαίρεσης/δύναμης να κονιορτοποιήσει τους αντιδραστικούς προσδιορισμούς της κοινωνικής αυθορμησίας, αλλά κατά την επιτέλεση αυτού του ιστορικού ρόλου η αφαίρεση/δύναμη καταστρέφει και την ίδια την ανθρώπινη ουσία και την εξω-ανθρώπινη φύση. 
Κάθε νέα "σταθεροποίηση" των (παραγωγικών) κοινωνικών σχέσεων δεν είναι παρά το αμέσως επόμενο σημείο επίθεσης του νέου καταστροφικού κύκλου που πυροδοτεί η ακαθόριστη κοινωνικά παραγωγική δύναμη, που σημαίνεται ως αλλοτριωμένη ακριβώς γιατί είναι γενική δύναμη παραγωγής, παραγωγική δύναμη. 
Εννοείται, αν και δεν είναι αυτονόητο δεδομένο της σκέψης για το συγκεκριμένο σύστημα, πως η παραγωγική δύναμη ως κοινωνικά ακαθόριστη περιέχει και εκείνο το μέρος του "εποικοδομήματος" που είναι επίσης κοινωνικά ακαθόριστο, όπως λ.χ η  "ανάγκη", η "γενική ισχύς", η "δύναμη", η "κυριαρχία", η πολιτική ως εν-γένει προσδιορισμός κλπ.
Ό ίδιος ο καπιταλισμός κυρίως (και λιγότερο ο βιομηχανικός σοσιαλισμός - εννοώ αυτόν που ήταν σοσιαλισμός και όχι την σοσιαλδημοκρατία) δεν είναι παρά η (ιστορικά-)νομοτελειακά αποξενωμένη από την παραγωγική συνεργασία(-σχέση) "υλική και πνευματική" παραγωγή, που καθορίζει την παραγωγική συνεργασία (-σχέση) και κυρίως τον πόλο της ζωντανής εργασιακής δύναμης. 
Το κεφάλαιο είναι παραγωγική σχέση αντιπροσωπεύοντας την αλλοτριωμένη παραγωγή, την "παραγωγή" ως εν-γένει, συστοιχώντας παθητικά ως υποκείμενο τις υποκειμενικά ενεργητικές δυνάμεις της κοινωνικής δύναμης αφαίρεσης
Ο ανακλαστικός επανακαθορισμός της παραγωγής από το κεφάλαιο έπεται του καθορισμού της κοινωνικής σχέσης από την γενική παραγωγή, όπου αυτή ως καθορισμός υφίσταται μόνον ως ενεργητικός-αλλοτριωτικός  καθορισμός από ένα κοινωνικά ακαθόριστο απ-άνθρωπο ή "υπερ-άνθρωπο" όν-διαδικασία. 
Γι'αυτό και μπορούμε να πούμε πως το κεφάλαιο, αλλά και όλη η αστική κοινωνία που το εκφράζει, είναι ένα είδος έκφρασης της μη-σχέσης των ανθρώπων-ως -ανθρώπων σε μορφή σχέσης. 
Είναι η μη-σχέση ως σχέση, ένα αμετάβατο σε διαρκή μετάβαση, ένα αδιαμεσολάβητο σε διαρκή μεσολάβηση, χωρίς τέλος. 
Αλλά στην βάση αυτής της "σχέσης/μη-σχέσης" βρίσκεται η μη-σχέση που σημαίνει η μιμητική της φύσης απ-άνθρωπη και α-φύσικη συνάμα δύναμη: αυτή η μιμητική της φύσης δύναμη, εκετείνεται από την αφαιρετική σκέψη ως την τεχνική και την μηχανή, από τις εμπορευματο-χρηματικές ομοιώσεις των ιδιαίτερων παραγόμενων πραγμάτων (από ιδιαίτερες, επίσης, παραγωγές) ως την πολιτική δημοκρατία κλπ.
Ο ξενωτικός επανακαθορισμός της παραγωγής εν-γένει από το κεφάλαιο συμβαίνει ακριβώς γιατί η (υλική-πνευματική) παραγωγή υφίσταται ως ξενωμένη καθοριστικότητα, ως παραγωγή εν-γένει. 
Όπου ως παραγωγή εν-γένει μπορούμε να ορίσουμε την κυριαρχία του μη-ανθρώπινου μέσα στους όρους παραγωγής του ανθρώπινου. Αυτό δεν είναι λ.χ το "εργαλείο", αλλά η μίμηση του έμβιου, όπως λ.χ η "μηχανή". 
Δεν υπάρχει απελευθερωτική μηχανή, ούτε επιθυμητική ούτε ταξική. 
Υπάρχουν μόνον: α) μηχανές που δημιουργείς και ελέγχεις εργαλειακά ή β) τις δημιουργείς και σε δημιουργούν,  τις ελέγχεις και σε ελέγχουν, κάνοντάς σε μηχανή ή μέρος της μηχανής, αν είσαι (νεωτερικός) κυρίαρχος ("όλον" της μηχανής) ή (νεωτερικός) κυριαρχούμενος ("μέρος" της μηχανής), σε μια απόλυτα προσδιορισμένη από την κυριαρχία σχέση, την μηχανική σχέση, που είναι το ακραίο όριο της σχεσιακότητας της μη-σχέσης
Αν αυτό το όριο περικλείει και τις ανθρώπινες κοινωνικές σχέσεις δημιουργεί-παράγει μόνον κυριαρχία. 
Η μόνη μη κυριαρχική κοινωνική σχέση που υφίσταται με την διαμεσολάβηση των μη-σχεσιακών σχέσεων της μηχανής είναι η κοινωνική σχέση που υπάγει εργαλειακά την μηχανή
Φυσικά αυτό δεν σημαίνει πως υπάρχει ένας "παραγωγικός" ή "τεχνικός" υπερκαθορισμός των εμπορευματο-χρηματικών και ιδιωτικο-ιδιοκτησιακών σχέσων, αλλά πως η μόνη μορφή ανταλλαγής και κατανομής που συστοιχεί νομοτελειακά στην "γενική παραγωγή" είναι ακριβώς η καπιταλιστική.
Αυτός είναι και ο λόγος που η Σοβ.'Ενωση δεν μπόρεσε να κερδίσει τον καπιταλισμό, αν και ακολούθησε εξ'ανάγκης , λόγω του πολέμου που της έγινε από τότε που υπήρξε ακόμα και ως ιδέα, το γενικό παραγωγικό μοντέλο. 
Αυτό το μοντέλο είναι το έδαφος του καπιταλισμού και μόνον. Για κάθε άλλον ιστορικό παράγοντα αυτό το έδαφος είναι ένα ναρκοπέδιο, και κάποτε την πατάς την νάρκη, είτε αυτή είναι επενδυμένη με την μορφή της στρατιωτικής κινητοποίησης είτε με την μορφή της προσαρμογής στην "εμπορευματική μορφή". 
Θα έλεγα πως το ίδιο το επαναστατικό μαρξιστικό σχήμα σκέψης και δράσης είναι εξ'ανάγκης αρχικά προσαρμοσμένο στις ανάγκες της πολεμικής αντιπαράθεσης με τον καπιταλισμό, πράγμα που σημαίνει έμμεσα και άμεσα και προσαρμογή στον εχθρό: Δεν μπορείς να αντιμετωπίσεις, ειδικά στην εκκίνηση της ανταρσίας σου, έναν εχθρό εξοπλισμένο με όλες τις αποξενωμένες δυνάμεις της συνολικής ιστορίας και συ να είσαι αυτό που θα έπρεπε ιδανικά να είσαι. 
Αυτό βέβαια διαφέρει πολύ από την προσαρμογή των αποστατών. Για να το πω χωρίς περιστροφές: Οι σοσιαλδημοκράτες είναι αποστάτες, οι  λενινιστές και οι σταλινικοί δεν είναι. Η προσαρμογή των δύο αυτών ιστορικών δυνάμεων της μετα-γιακωβίνικης αριστεράς στον κανόνα του καπιταλισμού διαφέρει τόσο, όσο διαφέρει η προσαρμογή στην αρχαία Περσική αυτοκρατορία μιας πόρνης της Μιλήτου στο παλάτι του Δαρείου από την προσαρμογή του γνωστού στρατηλάτη στα ήθη της αυλής που κατέστρεψε όσο μπορούσε. 
Τώρα τι κάνουμε;
Νομίζω πως λόγω της απίστευτα καταστροφικής αυτονόμησης των βιομηχανικών και τεχνικών παραγωγικών δυνάμεων δεν τίθεται πιά καν θέμα προσαρμογής σε οποιαδήποτε αυτονομημένη παραγωγική δομή, ούτε μάλιστα από πολεμική σκοπιά (με την στενότερη και ευρύτερη έννοια του "πολεμικού" στοιχείου). 
Αυτό είναι και πολεμικό αιτούμενο, ήδη από την εποχή του μαοϊσμού, αν και δεν είμαι ιδιαίτερα ενήμερος για τις πρακτικές κυριάρχησης της "γενικής παραγωγής" τότε. Πιθανόν να είχαμε να κάνουμε τότε, και μάλλον είχαμε, με τις άτσαλες και πρωτόγονες δράσεις μιας αιφνίδιας και σύντομης επίγνωσης.
Όλες οι αριστερίστικες επιγνώσεις της αναγκαίας μη προσαρμογής στην παραγωγικίστικη βαρβαρότητα και τον βιομηχανικό όλεθρο πρέπει να αντιμετωπιστούν ανεξάρτητα από την στενή και φανατική τους όψη, που λαμβάνει ενίοτε τον χαρακτήρα ενός υστερικού και ανιστορικού αντι-σοβιετισμού (μιλώ ως συμμετέχων παλιότερα σε αυτό), και να γίνουν το πρακτικό όπλο μιας εμπλουτισμένης επίγνωσης, που αφορά και θα αφορά και την πάλη ενάντια στην πολεμοκαπηλεία και τους "ελευσόμενους" πολέμους για τους "πόρους" και τις "πρώτες ύλες". 
Εξάλλου όπως είπαμε ένας τέτοιος πόλεμος είναι σχεδόν αναπόφευκτος, ίσως πιο μακριά από ότι φαίνεται, στο Αιγαίο και την ανατολική Μεσόγειο. 
Πέρα όμως από τα συγκεκριμένα αυτά συμπεράσματα που έχουν να κάνουν με την αντιμετώπιση των "αιώνιων" μεγαλο-και μικρο-ιμπεριαλιστικών λύκων της "παραγωγικής ανάπτυξης" κατά την διάρκεια της αναπόφευκτης πολεμικής τους εξόρμησης, χρειάζεται επαναξιολόγηση της σχέσης των κοινωνικών δυνάμεων που θα συμμετέχουν στην αντίσταση.




Ι.Τζανάκος 

Σάββατο, 23 Φεβρουαρίου 2013

(Νομοτέλεια και ελευθερία) Πριν και πέρα από τις αξιοθετικές στρατηγικές../ μέρος 7ον.



Στον Καντ οι ικανότητες του Λόγου δεν ορίζονται σε δύο απόλυτα διακριτές μορφές, την ανώτερη και την κατώτερη, αφού προυπάρχει μια τέμνουσα ιεραρχική διάκριση εντός του Λόγου (πρακτικός Λόγος και θεωρησιακός Λόγος), η οποία, λαμβάνοντας μια έντονα χασματώδη έκβαση κατά την διάρκεια της συνολικής διενέργειάς του, σχετικοποιεί τις όποιες άλλες ιεραρχικές διακρίσεις εντός του, κυρίαρχα αυτήν που αναφέραμε, και τις νοηματοδοτεί καθοριστικά.
Στην κορυφή του Λόγου είναι ο λεγόμενος "πρακτικός Λόγος" που αφορά τη μορφή της βούλησης-θέλησης που ταυτίζεται, ως καθοριζόμενη, με την καθολικότητα της απλής μορφής του νόμου. 
Ποιά είναι όμως η ουσία της βούλησης-θέλησης που σχετίζεται με την    (καθολική) απλή μορφή του νόμου,  πέρα από την ουσία που εμφαίνεται νοηματικά στον καθορισμό αυτό; 
Πριν απαντήσουμε καλό θα ήταν να ξεκαθαρίσουμε πως ο νόμος για τον οποίο μιλάει ο Κάντ, ή "απλή μορφή" του νόμου, δεν είναι ο αστικός συμβατικός νόμος, αλλά ούτε το οποιοδήποτε Σύνταγμα της "αστικής δημοκρατίας", αλλά είναι η γενική και απροϋπόθετη βούληση, η (ανθρώπινη) καθολικότητα, που είναι αδύνατον να οριστεί και να προσδιοριστεί χωρίς την αρχική μας παραμονή στον κόσμο της ιδεακής υπεραισθητότητας της ελευθερίας και την ύστερη παραμονή μας στη νομοθέτηση αυτού του κόσμου από τον πρακτικό νόμο.  
Το διευκρινίζω αυτό για να πάψει από την αρχή το νεο-αστικό σκύλεμα του Κάντ, και να ξαναθυμηθούν όλοι την λαιμητόμο, τους Γιακωβίνους, και τον Ρουσσώ. Ο νόμος στον οποίο αναφέρεται ο Κάντ είναι η καθολικότητα στην ανθρώπινη εμμένειά της που περικλείει (ο νόμος) ως υπερβατικό στοιχείο της αλλά και περικλείεται από αυτήν ως απόλυτα αναφερόμενο  σε αυτή την εμμένεια. Οι λέξεις και οι σημασίες έχουν σκουριάσει από την χρήση τους από τον αστισμό, είναι αλήθεια. Σε αυτό συμφωνώ με κάποιες ψυχές, αλλά εγώ θα τις σώσω στην Κιβωτό της επαναστατικής αλήθειας.
Ας προχωρήσουμε όμως, επαναλαμβάνοντας το ερώτημά μας: ποιά είναι η ουσία της βούλησης αυτής που περικλείεται  στην καθολικότητα μέσω της απλής μορφής του νόμου, που είναι το πρώτο κρυστάλλωμα της καθολικότητας;
Η ουσία της είναι η ελευθερία. Αλλά δεν θα αφήσουμε αυτή τη σημασία, όπως μας την παραδίδει ο Καντ, να ταλαιπωρείται από αυτούς που φαντάζονται την ελευθερία ως την ελευθερία τους να μην είναι όμοιοι, ίσοι, ταυτοί, ενωμένοι, με τους άλλους ανθρώπους. Θα σηκώσουμε, με την βοήθεια του Καντ, την ελευθερία από τον βούρκο που την έριξαν οι μεγαλοαστοί και μικροαστοί διάδοχοι και ανάξιοι κληρονόμοι της αστικής επανάστασης, αν και χρειάζεται να πω πως διάδοχοι και κληρονόμοι δεν μπορεί παρά να είναι ανάξιοι.
Αυτό που διαμεσολαβεί την ουσία της ελευθερίας, που ορίζεται αναγκαστικά στην αρχή ως "θεωρησιακή" οντότητα, είναι η άλλη μεταβατική μορφή της καθολικότητας του νόμου, η ηθική. Όπου όμως ηθική σημαίνει μόνον την υποταγή και απόλυτη καθόριση από τον πρακτικό Λόγο, ήτοι τον κόσμο της υποκειμενικής καθολικότητας, χωρίς την μεσολάβηση εκείνης της μορφής του εξωτερικού καταναγκασμού που σημαίνει αλλοτριωτική άρση της πρωτ-αιτιακής αλυσίδας του υποκειμενικού καθολικευτικού πράττειν. Σήμερα αυτό που λένε ελευθερία δεν είναι παρά αυτή η εμπόδιση. 
Αν θέλει κανείς να είναι εργαζόμενος και σχεδιαστής της ζωής του, θα εμποδιστεί. Αυτό λένε οι αστοί ελευθερία. Αν αντίθετα κανείς αναγκαστεί να είναι εργαζόμενος και σχεδιαστής της ζωής του, τότε γι'αυτούς θα είναι ανελεύθερος. Ελεύθερος είναι  για τους νεο-αστούς να είσαι σχεδιαστής της ζωής των άλλων και μόνον.
Ηθική σημαίνει εδώ, στον Καντ, καθήκον απέναντι στην απλή και απόλυτη ολότητα του υποκειμενικά καθολικού, δεν σημαίνει την γενική ξεχώριση και ξένωση από την καθολικότητα, και αυτός ο καταναγκασμός που κρίνεται ως λανθασμένος είναι εκείνος που εμποδίζει τον καταναγκασμό από την υποκειμενική καθολικότητα. 
Αυτός ο καταναγκασμός από την υποκειμενική καθολικότητα δίνει την δυνατότητα να είσαι το αίτιο, να είσαι το αρχικό αίτιο, αλλά δεν παύει να είναι από μιά σκοπιά καταναγκασμός.
Γι'αυτό και ο Καντ, και η θεωρία του, δεν έχει σχέση με τις τυπικές "αυθορμησιακές" έννοιες του ηθικού, ή τις ελευθεριακές παραλλαγές της, που φαντάζονται μια εύκολη και καλόβολη ένωση του ανθρώπινου πράττειν με την καθολικότητα, αν δήθεν εκλείψει η καταναγκαστικότητα, αλλά είναι -αντίθετα- αυτός που πάντα δηλώνει ανοιχτά το δυσβάστακτο και (αυτο-)καταναγκαστικό, για το "άτομο", του ηθικού και πολιτικού καθήκοντος να είσαι το αρχικό αίτιο των πραγμάτων. 
Η ελευθερία, και η ηθική ως βασική της μορφή, είναι ήδη, πριν το διατυπώσει με διαύγεια ο Χέγκελ, η ενσυνείδητη νομοτέλεια, όπου όμως η νομοτέλεια δεν είναι το γαλήνιο ποτάμι που πάνω του θα κυλάνε κάποτε τα καλοαρμοσμένα καραβάκια των ελευθεριακών μικροαστών. 
Θα έλεγα, κάνοντας μια αναδρομική κατασκευή, πως ο Καντ προ-προτάσσει στον Χέγκελ την βουλητική μορφή της συνείδησης. Η ελεύθερη υποκειμενικότητα είναι η ενσυνείδητη αναγκαιότητα, αλλά και ως ενσυνείδητη αναγκαιότητα είναι "πρώτα" η βουλόμενη την γενική βούληση οντότητα, η βουλόμενη αναγκαιότητα.   
Όμως, ας το διευκρινίσουμε απλούστερα, αν και οι προηγούμενες διατύπωσεις μας δεν θα έπρεπε να αφήνουν αμφιβολίες: δεν αίρεται γενικά ο εξωτερικός καταναγκασμός, αλλά ο εξωτερικός καταναγκασμός που μας εμποδίζει να καταναγκαζόμαστε από την υποκειμενική καθολικότητα.
Ο ηθικός νόμος είναι αυτός που καθορίζει την βούληση ως ελεύθερη, αλλά αν καθαρίσουμε και δω την αστική σκουριά θα λέγαμε: αυτός ο "ηθικός νόμος" είναι ο ιδεακός νόμος ως επιμέρους πρακτικός νόμος, άρα ως ανηρημένος, όσον αφορά την "ιδεαλιστικότητα", μορφικός νόμος της γενικής βούλησης, ή απλά το υποκειμενοποιημένο σημείο-σημαίνον της πολιτικής καθολικότητας.  
Ο Κάντ δεν δανείζεται απλά την ιδεακότητα ως μορφικό προσδιορισμό που υπάρχει έτοιμος σε μια πλατωνική υπερβατική δεξαμενή
Η θεωρητική ιδέα της ελευθερίας έχει ήδη περιπέσει στην αντινομικότητα της θεωρησιακότητας, και ως τέτοια έχει περιοριστεί, πειθαρχηθεί, από τις ίδιες της τις αντινομίες, "αναμένοντας" την αντικειμενοποίησή της στο πεδίο της εμμένειας με έναν άλλο από τον "θεωρησιακό" (ιδεαλιστικό) τρόπο
Και γι'αυτό που λέμε υπάρχει αναφορά στον ίδιο τον Καντ. 
Η καθαρή μορφή του καθολικού νόμου είναι, πέρα από την άμεση "ηθική" της σήμανση, η πολιτική καθολικότητα ως απόλυτο που είναι να πραγματωθεί. Ως απλός νόμος. 
Ως νομοτέλεια. Αλλά έχει προηγηθεί, όπως είπαμε, η κριτική της θεωρησιακής ιδεακότητας. Δεν μπορεί να πραγματωθεί εντός του εννοιακού προσδιορισμού, αλλά επίσης συνεπαγωγικά ούτε εντός του όποιου, προηγηθέντος εντός του υπεραισθητού, ή επόμενου εντός του εμπειρικού, αυτοκαθορισμού. 
Η ελευθερία δεν αυτοκαθορίζεται ολικά, ο αυτοκαθορισμός δεν αυτοκαθορίζεται ολικά, ούτε ιδεακά ούτε εννοιακά.      
Πρέπει να υπάρξει σαν συνολική σχέση αλληλοκαθορισμών του αυτοκαθορίζοντος (ιδεακού) πεδίου με το εμμενές/υπερβατικό (βουλητικό) πεδίο της καθολικής υποκειμενικής πράξης.
Η ελευθερία ως ιδέα του εξακοντίζοντος (θεωρησιακού-ιδεαλιστικού) Λόγου έχει αποτύχει να υπάρξει στον πραγματικό κόσμο. Δεν μπορεί να υπάρξει ούτε σαν ανώτερη θεωρησιακή ιδέα που κατατροπώνει την εμπειρική υλικότητα ούτε σαν μια υπερβατολογική γενίκευση της εμπειρικής υλικότητας. Ο Κάντ δεν είναι πλατωνικός ιεραρχιστής της ιδέας, αλλά ούτε ένας δημοκράτης υλιστής του συρμού.
Η τραγική σχάση ανάμεσα στις πρωτομορφές του Λόγου, που τις παράγει ως δύο αυτάρκεις και ανταγωνιστικούς Λόγους: τον θεωρησιακό και πρακτικό Λόγο, οδηγείται με τον Κάντ στην ακραία συνέπειά της, με τελικό σκοπό την συγκροτητική ένωση. Η ελευθερία ως έννοια και πρακτική θέση εκφράζει το όριο και την αναίρεση αυτής της σχάσης.
Όμως αυτή η τελική ένωση διατηρεί την ανάγκη της ιεραρχίας, όπου όμως στην κορυφή της είναι ο πρακτικός Λόγος. Υπό αυτή την έννοια η αντιστροφή της παραδοσιακής ιεραρχίας ενώ φαίνεται να είναι σε πιό αρμόζουσα μορφή η αποθέωση της θεωρησιακότητας, της τεχνικής (της), ή η αποδοχή ενός εμπειρικού πράττειν, αντίθετα είναι η κυριαρχία της βούλησης, το πράττειν ως παραγωγικό συνπράττειν του εμμενούς πεδίου με το υπερβατικό. 
Η καθολικότητα ως αυτοκαθορισμένο Όλον δεν μπορεί να ερείδεται στον αυτοκαθορισμό γενικά ή την αυτονομία γενικά, αλλά στην πραγμάτωση του αυτοκαθορισμού εντός της νομοτέλειας του πρακτικού Λόγου.
Η έννοια της ελευθερίας δεν θεμελιώνεται στον ηθικό ή πολιτικό νόμο, αναπτύσσεται εντός της θεωρησιακότητας, αυτό είναι η αποδοχή της αυταιτιότητας του ανθρώπινου κόσμου ως κόσμου υπεραισθητών αυτοτήτων. Ως εκεί η αυτότητα είναι υπαρκτή υλικότητα. Η ελευθερία γεννιέται ιστορικά ως εσωτερική θεωρητική αναγκαιότητα, ακόμα κι αν είναι το όνειρο του σκλάβου ή του δεσμώτη και όχι μόνον το συμπέρασμα του αποδεσμευμένου σοφού της αρχαιότητας, που τυχαίνει να είναι ο ίδιος ο δεσμοφύλακας.
Χωρίς αυτή την υποστρωματική διεργασία δεν μπορεί να υπάρξει καν η ανάγκη της εφαρμογής του πρακτικού νόμου της γενικής βούλησης. Θα μπορούσε κανείς να διευκρινίσει εδώ πως αυτά όλα δεν διαχωρίζονται, έτσι όπως εκθέτονται στην φιλοσοφική τους μορφή. Όμως και η σχετική διάκριση δεν είναι απλά μια φιλοσοφική αφαίρεση. 
Η ελευθερία παράγεται ως θεωρησιακή έννοια και ανάγκη εντός αυτών των σπαραγμών της ταξικής πάλης, και σαν όνειρο του δεσμώτη και σαν έννοια του αποδεσμευμένου δεσμοφύλακα, αλλά το κυριότερο σαν το ακόμα πρακτικά απροσπέλαστο της κοινής τους ανθρώπινης ουσίας, μιας ουσίας όμως που δεν θα υπάρξει ποτέ παρά μόνον σαν ιδέα. 
 Τόσο η εννοιακή ελευθερία όσο και η περίφημη "αυτονομία" της βούλησης εντάσσονται σε αυτή την προεργασία της πρακτικής καθολικότητας της βούλησης. 
Αυτή είναι η απόλυτη πραγμάτωση και ολοκλήρωση της "ελευθερίας": μια καθολική βούληση αυταιτιότητας, ή η αυταιτιότητα της καθολικής βούλησης. Θα μπορούσαμε να πετάξουμε την αστική ελευθερία στα σκουπίδια, ακόμα και την φθαρμένη τη  λέξη την ίδια αν κατορθώναμε την πραγμάτωση αυτή. 
Μπορεί στους νεοκαντιανούς και τους αναρχίζοντες ή αναρχικούς να λάμπει ειδικά η "αυτονομία" ως το κορυφαίο άστρο της καντιανής τους ψυχής, και μάλιστα (στην τελευταία κατηγορία) να είναι το μυστικό  ιερό (κλεμμένο απο τον Κάντ) αντικείμενο, αλλά δυστυχώς για αυτούς ακόμα και αυτό εντάσσεται στην προεργασία του καθολικού, είναι ένα σημείο της υποταγής στην Κυριότητα του ανθρώπινου Λόγου, ενός ιεραρχικού και ακόμα σκληρότερου ως προς τις απαιτήσεις του απέναντι στο "άτομο" Λόγου. Αυτός που νομοθετεί επί της ελευθερίας είναι ο πρακτικός Λόγος, και όχι η ελευθερία η ίδια. 
Ο πρακτικός Λόγος ως το βουλητικό καθολικό όν, που είναι στο ύψος του κυρίαρχου, μπορεί να χρειάζεται το υλικό της νομοθεσίας του, και αυτό (η ελευθερία) να μην είναι ένα υλικό όπως τα άλλα, αλλά είναι ο νομοθέτης. Και η επιλογή να είσαι διάμεσος σε αυτή την γενική διαμεσολάβηση, η επιλογή σου να είσαι "ηθικός" ή "αυτόνομος" δεν είναι παρά η επιλογή σου να υπαχθείς στην νομοθεσία του καθολικού υποκειμενικού, η επιλογή σου ούτως ειπείν να μην είσαι παρά μόνον ένα με την καθολικότητα-νομοτέλεια του πρακτικού Λόγου. 
Αυτή σου η επιλογή σε καθορίζει ως προς τον φυσικό κόσμο σε μια ανώτερη αλλά και παραμένουσα εμμενή πρός αυτόν θέση, αλλά ανώτερη, που σε ελευθερώνει τελικά και από αυτόν.

Ελευθερία είναι η δύναμη "να αρχίζει κανείς από μόνος του μια κατάσταση, η αιτιότητα της οποίας δεν υπάγεται με την σειρά της-όπως στον φυσικό νόμο- σε μιαν άλλην αιτία που θα την προσδιόριζε ως προς τον χρόνο" [Κ.Κ.Λ, Διαλεκτική,  Λύση της κοσμολογικής ιδέας της Ολότητας της προέλευσης των κοσμικών γεγονότων από τις αιτίες τους] 





Ι.Τζανάκος 

     

Παρασκευή, 22 Φεβρουαρίου 2013

(Βούληση και επανάσταση) Πριν και πέρα από τις αξιοθετικές στρατηγικές../ μέρος 6ον.



Ο πρακτικός Λόγος, στον Κάντ, αναφέρεται κυρίαρχα στην θέληση και τις ιδέες. Αυτό θα ήταν από μόνο του αρκετό για να διαφωτίσει όλους τους ηθικιστές ερμηνευτές του, αλλά κυρίως τους παραπλανημένους απαρνητές της φιλοσοφικής επανάστασης που δημιούργησε με τα υλικά της λαιμητόμου.
Ο Λόγος στον Κάντ είναι το υπέρτατο Ον, αλλά είναι συγκροτημένο και εντός ιδιοτήτων που μέχρι τότε ήταν εξόριστες στην (κατώτερη) επιθυμητική στοιβάδα της πλατωνικής αλλά και αριστοτελικής ιεραρχίας, ακόμα και στους νεωτερικούς Φιλοσόφους που αμφισβητούσαν την παραδοσιακή μεταφυσική
Η εξέλιξη της αστικής επανάστασης ραγδαία σε μεταρρύθμιση και αντίδραση συσκότισε και στρέβλωσε τα ίδια τα υλικά της μετατρέποντάς τα σε υλικά της δικής της μορφής της αντίδρασης. 
Η αστική τάξη ήδη από την εποχή της εκτέλεσης του Ροβεσπιέρου απαρνήθηκε τον επαναστατικό εαυτό της, αυτή είναι η τομή, ακόμα κι αν το επαναστατικό πνεύμα αιωρήθηκε έναν αιώνα περίπου στους τόπους του ανολοκλήρωτου αιτήματος, μέχρι το σημείο τελικής τομής και τελικής καθήλωσης, το 1848.  
Δεν θα αναφερθώ εδώ αναλυτικότερα στις συνέπειες αυτής της απότομης αλλά και παραμένουσας μέχρι τώρα διπλής τομής.
Εξετάζουμε πολλές φορές τις ριζοσπαστικές φιλοσοφίες που αναδύθηκαν με το πρώτο, αλλά όχι πρόωρο, ξύπνημα της έλλογης προσωπικότητας, υπό το πρίσμα του ύστερου αυτονόητου που αυτό διατηρεί ως απείκασμα, στο δικό του και καταληκτικό τέλος, όπως διατηρεί μια επιθυμία τον εαυτό της ακόμα και όταν έχει στερηθεί κάθε δυνατότητα πραγμάτωσης, μεθυσμένη πιά από την ίδια της την αδυναμία.
Όμως η πραγματική ερμηνεία δεν μπορεί να σταθεί στα άδοξα τέλη, ούτε ο θερσιτισμός ενός άρρωστου αριστερού Ρομαντισμού είναι το αντίδοτο για την πραγματικά άθλια κατάσταση που είναι το ανεκπλήρωτο αυτό, αφού ειδικά αυτό σημαίνει κάτι το απόλυτα αντίθετο σε κάθε αποκομμένη   και παράδοξη επιθυμία. 
Η ανάδυση της σύντομης αστικής επανάστασης, και η ορμητική είσοδος των εργαζόμενων μαζών στο κέντρο της ιστορίας, ένα πράγμα αναδύουν μαζί τους με απόλυτο μέτρο και απαίτηση: την Κυριαρχία του πραγματικού ανθρώπου πάνω σε κάθε ατομικό και ιδιάζον υποκείμενο, την επικράτηση της έλλογης κοινωνικής ουσίας πάνω σε κάθε ελεεινό προσωποκεντρισμό και κάθε  δεσποτεία του "εξαιρετικού" και "διαφορετικού".
Δεν υπάρχει σημαντικότερος θάνατος αυτής της προαιώνιας παράδοσης από την ανάδυση στο ανώτατο σημείο του ηγέτη της ζωής, του Λόγου, όλων αυτών των ανθρώπινων ιδιοτήτων που εξορίζονταν μυριάδες χρόνια στο σωματοποιητικό σύστημα της κυριαρχίας των "εξαιρετικών" και "διαφορετικών" προσώπων.
Υπό αυτή την έννοια η καθαρή μορφή αυτής της μέχρι τότε "μη-καθαρότητας", η ανώτερη ικανότητα, η Βούληση, μπορεί να μην έχει οδηγηθεί ακόμα στην διαλεκτική της άρση, στην ολική της αφομοίωση στο κοινωνικό υποκείμενο, αλλά περιέχει εξ'αρχής το ισχυρότερο σημείο της ενάρετης κατάβασης και καταστροφής του αποξενωμένου Λόγου.
Σύμφωνα με την τυπική ανάγνωση του καντιανού σχήματος, η Βούληση μπορεί να υπερέχει της γνώσης, αλλά έτσι αρετοποιημένη που φαντάζει στα χέρια των νεο-καντιανών, που αυτό φαίνεται να συμβαίνει διότι εκφράζει την αντίθετη πρός την γνώση ροπή και τάση πρός τον εσωτερικό Λόγο.
Όμως η μη υποταγή του πρακτικού Λόγου, της Βούλησης, στην εμπειρική δεδομενικότητα που αποτελεί το αρμόζον αντικείμενο του θεωρησιακού Λόγου, δεν συμβαίνει όπως  συμβαίνει μια αναδίπλωση στο εσωτερικό που παραμένει ή πρέπει να παραμείνει μετά την κατακρήμνιση της "αρχαίας" Αρετής, αλλά συμβαίνει αφού πρώτα έχει επιτελεστεί η κατακρήμνιση της ίδιας της επιθυμίας στην γενική δύναμη του Λόγου. Και η γενική δύναμη του Λόγου δεν είναι φυσικά ούτε θεωρία, αλλά ούτε και ένα αξιακό πράττειν στηριγμένο στα ερείσματα του δεδομένου. 
Η δύναμη του Λόγου, ως θεωρησιακού, να πειθαρχεί τα εμπειρικά δεδομένα της ύλης και να πειθαρχείται ο ίδιος από την νομοτελειακή του πρόσδεση, αν είναι ορθά προσανατολισμένος, στην πειθαρχία και μόνον των δεδομένων της ύλης, είναι απόλυτα σύστοιχη και συγκροτημένη πάνω στην δύναμή του (του Λόγου), ως  πρακτικού, να είναι ο ίδιος το δεδομένο της πράξης του ως ενεργητική ύλη ενός έλλογου υποκειμένου.
Με αυτή την έννοια η αναβίβαση και αποξένωση από την εμπειρία της ύλης δεν είναι παρά η αναβίβαση και αποξένωση μιας ύλης από την άλλη ύλη, την ύλη που δεν αρκεί να μορφοποιηθεί, νομοθετηθεί, αλλά πρέπει να υποταχθεί στον γενικό ανθρώπινο προσδιορισμό. Θα μπορούσα να πω, θαρρετά, στον εργαζόμενο, βουλόμενο, ιδεολογικοποιημένο άνθρωπο. 
Ας δούμε τώρα πως είναι συγκεκριμένα ανώτερος υλιστής ο Κάντ. Μας λέει:

"Όλες οι πρακτικές αρχές, που προϋποθέτουν ένα αντικείμενο (ύλη) του επιθυμητικού ως καθοριστικό λόγο της θέλησης, είναι στο σύνολό τους εμπειρικές και δεν μπορούν να παράσχουν πρακτικούς νόμους
(Κ.Π.Λ, Η αναλυτική του καθαρού πρακτικού Λόγου, κεφάλαιο πρώτο: περί των αρχών του καθαρού πρακτικού Λόγου, Θεώρημα 1).

Μιλώντας παρακάτω για την αναγκαιότητα των μορφολογικών όρων ακόμα και για την ίδια την ύπαρξη της διάκρισης ανώτερης επιθυμητικής ικανότητας με την κατώτερη επιθυμητική ικανότητα, κρίνει αρνητικά και την θεώρηση που θέλγεται γενικά από την υποτιθέμενη ανωτερότητα των παραστάσεων που έλκουν την καταγωγή τους από την διάνοια, σε (ψευδο-)αντίθεση με αυτές που προέρχονται από την αίσθηση. 
Ο καντιανός μορφικός προσδιορισμός εδώ δεν είναι ένας διανοητικός, ούτε καν γενικός νοητικός προσδιορισμός. Γι΄αυτό και όταν μας μιλά  αργότερα [ Θεώρημα 3, ο.π] για απόσπαση από την ύλη της πρακτικής αρχής, μας μιλά για τον μορφικό προσδιορισμό της θέλησης ως δίοδο προς την καθολική νομοθεσία, την πραγματική καθολικότητα της θέλησης, μας μιλά λοιπόν για την πραγματικότητα που είναι ανώτερη πραγματικότητα, την θέληση, που εγώ θα την ονόμαζα ανώτερη υλικότητα, που υποτάσσει τον κόσμο της επιθυμίας, καθιστώντας τον ανώτερη επιθυμητική ικανότητα. Αλλά εδώ ακόμα και η ανώτερη επιθυμητική ικανότητα δεν είναι το αίτιο του εαυτού της, αυτό θα έπρεπε κανείς να το ξέρει, ειδικά αν ήταν Φιλόσοφος μεγάλης εμβέλειας, αλλά κάνει πως δεν το ξέρει [ G.Deleuze], όταν, στην σημαντική ερμηνεία του τού  καντιανού έργου, αποκρύπτει το δοσμένο της καθολικότητας στην ανώτερη επιθυμητική ικανότητα. Λέει λοιπόν, σε μια ροή που αποκρύπτει, ο σημαντικός ερμηνευτής και Φιλόσοφος του αριστερισμού : 

"Η επιθυμητική ικανότητα είναι λοιπόν ανώτερη, και η πρακτική σύνθεση που της αντιστοιχεί είναι προεμπειρική, όταν η βούληση δεν καθορίζεται πλέον από την ηδονή αλλά από την απλή μορφή του νόμου. Τότε πλέον, η επιθυμητική ικανότητα δεν ανακαλύπτει τον νόμο της εκτός της, σε μιάν ύλη ή σε ένα αντικείμενο, αλλά εντός της: τότε λέγεται αυτόνομη"..

Όχι, δεν ανακαλύπτει καμμία επιθυμητική ικανότητα, ούτε στον Κάντ ούτε στον Κόσμο όλο, τον νόμο της εντός της, ή μάλλον τον ανακαλύπτει  εντός της όταν ο Νόμος του κυρίαρχου ανθρώπου, το σημείο της γενικής θέλησης, τον βάζει εντός της. 
Και αυτό το σημείο που εισδύει στην επιθυμητική ικανότητα, είναι το αίτιο της αναβίβασής της σε ανώτερη, όσο είναι δεκτική στην διείσδυση αυτή και όσο την επιδιώκει. 
Η ικανότητα της επιθυμίας να είναι αίτιο των παραστάσεων της μέσω αυτών των ίδιων των παραστάσεων, όπως μας το λέει ο ίδιος ο Κάντ, έχει έναν ειδικό περιορισμό στον πρακτικό Λόγο (πολιτικό, ηθικό κλπ), που αφορά την μορφικότητά της ως δοτή από τον καθαρό Νόμο του κυρίαρχου ανθρώπου, την Βούληση, ή απλούστερα, ακόμα, για σήμερα: από την λαιμητόμο που έκοψε και θα ξανακόψει τα κεφάλια των αφεντάδων.


(συνεχίζεται...με την επαν-οικειοποίηση της κατηγορικής προσταγής..) 





Ι.Τζανάκος 

Πέμπτη, 21 Φεβρουαρίου 2013

(Πρόσεξε απρόσεκτε αναγνώστη!) Πριν και πέρα από τις αξιοθετικές στρατηγικές../ μέρος 5ον



Ήδη στον πρόλογο της Κριτικής του πρακτικού Λόγου (Κ.Π.Λ) ο Κάντ εξηγεί την ουσία όλου του συστήματός του, αναφερόμενος στον τίτλο του έργου του αυτού. Θα μπορούσε  λέει κανείς να αναρωτηθεί γιατί αυτό δεν τιτλοφορείται Κριτική του καθαρού πρακτικού Λόγου σε λεκτική και νοηματική συμμετρία με την Κριτική του καθαρού Λόγου. 
Όμως δεν υπάρχει συμμετρία ανάμεσα στις δύο Κριτικές γιατί ο λεγόμενος καθαρός Λόγος, που κρίνεται στην Κριτική του καθαρού Λόγου, δεν είναι ο Λόγος στην Ολότητά του, αλλά ο καθαρώς θεωρητικός (Spekulativen) Λόγος που δύναται να εξακοντίζει τον εαυτό του, ή μάλλον ο Λόγος-τροπισμός που ως "καθαρώς", μόνον, θεωρητικός, δύναται να εξακοντίζει τον εαυτό του πέραν εαυτού, ενώ ο πρακτικός Λόγος είναι, αν είναι όντως πρακτικός, περιορισμένος αφ'εαυτού στον εαυτό του, η πραγμάτωσή του είναι εντός των ορίων του, παρ'όλο που δεν πρέπει να ξεχνάμε την εντός των διαβαθμίσεών του, πέραν των εσωτερικών ορίων αυτών των διαβαθμίσεων, μετακίνησή του. 
(Η εξακόντιση που περιέχει ως δυνατότητα ο καθαρώς θεωρητικός Λόγος έχει και δημιουργικά και αλλοτριωτικά χαρακτηριστικά. Δεν πρέπει να συγχέεται εύκολα με την εγγενή στην Νόηση  "υπερβατικότητα" πρός τα όρια της "αυτο-χρήσης" της, όταν έχει συγκεκριμένη μορφή αποκρυστάλλωσης σε ικανότητα. Αυτή η αναιρετική της ιδιο-ουσίας της ικανότητας ικανότητα είναι θα λέγαμε το αντίθετο!).
Εδω πρέπει να αναφέρουμε την ανατριχιαστικά απόλυτα ακριβή έκφραση του ίδιου του Κάντ, όταν μιλάει για την διάκριση των δύο τροπισμών του Λόγου. Χρησιμοποιεί την έκφραση "καθαρώς" για να σημάνει τόσο την απόλυτη διάκριση του θεωρητικού Λόγου ως τροπισμού του Λόγου από τον πρακτικό Λόγο, όσο και την απόλυτη κοινότητα εντός της ιδιότητας της θεωρησιακότητας, οπού όμως αυτή η κοινότητα δεν σημαίνει ταυτο-ταυτότητα. Μια απλή κατηγορούσα έκφραση όπως το "καθαρώς" σε διάκριση προς το ευκολότερο "καθαρός", σε σχέση με την θεωρησιακότητα, σημαίνει την ενότητα εκείνη ανάμεσα στους τροπισμούς του ενός Όντος, του Λόγου, που δεν μπορεί να οριστεί σε μια απλή διαίρεση όπως αυτή που θα μπορούσε να υπάρχει ανάμεσα στο "καθαρός Λόγος" και το "πρακτικός Λόγος".
Ο πρακτικός Λόγος δεν είναι μη-θεωρητικός, όπως και ο καθαρός θεωρητικός Λόγος δεν είναι μη πρακτικός παρά μόνον αν είναι μόνον θεωρητικός, δηλαδή "καθαρώς" θεωρητικός Λόγος, αν και ακόμα τότε μπορεί να είναι με έναν εμμεσότερο τρόπο πρακτικός όταν περιορίζεται μόνον στην παραγωγή κατηγοριακών εστιών-σημείων για την διάνοια, χωρίς όμως να διενεργείται άμεση (συγκροτητική) πραγμάτωση-χρήση τους (απο τον "ίδιο"..).
Προσέξτε απρόσεκτοι αναγνώστες!
Όταν διαβάζετε Κάντ και Μάρξ να ξέρετε ότι ούτε μία Λέξη δεν είναι ριγμένη τυχαία. Μιλάμε για την νομοτέλεια που αποφάσισε να μιλήσει, δεν μιλάμε για ανθρώπους.
Αλλά ας προσπαθήσουμε να μην πέσουμε από τον ώμο του Γίγαντα.
Δεν έχουμε να κάνουμε επίσης, αν αυτό νομίσατε,  ούτε με μια "διαλεκτική" του "συμμετρικά ασύμμετρου", σαν αυτές που συνηθίζουν να κάνουν σοφιστές των αριστερίστικων συνελεύσεων, κάτι σαν "πρακτική θεωρία" που είναι "θεωρητική πράξη" και τανάπαλιν.
Η ύπαρξη της "καθαρώς" θεωρητικής Λόγικοτητας είναι όπως και αυτή της πρακτικής Λογικότητας, ύπαρξη μιας τροπικότητας ενός περιέχοντος ανώτερου στοιχείου. 
Ο πρακτικός Λόγος όμως, για να συνεχίσει η έκπληξή σας, δεν είναι ως τροπισμός στο ίδιο επίπεδο ιεραρχικής ανωτερότητας όπως ο "καθαρώς θεωρητικός Λόγος", αλλά είναι εγγύς του ανώτερου στοιχείου. Ο ''πρακτικός" Λόγος του Κάντ, αν υπάρχει, σχετίζεται με τις Ιδέες. Η ανωτερότητα σχετίζεται με την πρακτικότητα, και σε αυτό διαμεσολαβεί όπως θα δούμε αργότερα η ιδεακή και η βουλητική οντότητα. Το ανώτατο στοιχείο όμως, πριν ακόμα προσδιοριστεί σχεσιακά με τις βαθμίδες της Ιδέας και της Θέλησης-Βούλησης, έχει ως το εγγύτερό του ίδιον την Πράξη.
Ας δούμε λοιπόν πως, από την Αρχή του κειμένου, μέσω μιας έμμεσης απορίας, ορίζεται αυτό το ύψος:

"ΓΙΑ ΠΟΙΟΝ ΛΌΓΟ η Κριτική τούτη δεν τιτλοφορείται Κριτική του καθαρού πρακτικού Λόγου, αλλά απλώς του πρακτικού Λόγου εν γένει, μολονότι ο παραλληλισμός του με τον καθαρώς θεωρητικό (Spekulativen) Λόγο φαίνεται να επιβάλλει το πρώτο, το επεξηγεί επαρκώς η παρούσα πραγματεία. Οφείλει απλώς να αποδείξει ότι υπάρχει  καθαρός πρακτικός Λόγος και ελέγχει από την άποψη τούτη ολόκληρη την πρακτική του ικανότητα. Εάν επιτύχει σε τούτο, τότε δεν χρειάζεται να ελέγξει την ίδια την καθαρή ικανότητα, για να δεί μήπως, με μόνο τον ισχυρισμό μιάς τέτοιας ικανότητας, ο Λόγος υπερακοντίζει τον εαυτό του (όπως συμβαίνει μάλλον με τον καθαρώς θεωρητικό Λόγο). Διότι, εάν είναι πράγματι ως καθαρός Λόγος πρακτικός, τότε αποδεικνύει την πραγματικότητα την δική του και των εννοιών του εμπράκτως, και όλη η σοφιστεία εναντίον της δυνατότητας να είναι πρακτικός είναι μάταιη.." (Κ.Π.Λ μεταφρ. Κ.Ανδρουλιδάκης).

Όπως βλέπουμε, και θα δούμε αργότερα, ο καθαρώς θεωρητικός Λόγος είναι πιθανόν (αυτή είναι ή μιά πιθανότητα, η άλλη πιθανότητα είναι η ορθή του πραγμάτωση) ένας απονομιμοποιημένος ισχυρισμός που παράγει αυταπάτη και ψευδοπροβλήματα βασισμένος στην "κακή χρήση", την αλλοτριωμένη πραγμάτωση, της καθαρής ικανότητάς του, που είναι προορισμένη, για να το πω θαρρετά, να μην είναι "καθαρή". Ο Θεωρητικός Λόγος, όταν είναι καθαρώς θεωρητικός Λόγος μπορεί να έχει ορθή χρήση-πραγμάτωση μόνον σε μια πορεία πρός το πολλαπλό-φαινομενικό-υλικό, ως παραγωγή κατηγοριακών εστιών που είναι μέσα παραγωγής της διανοίας, αυτής της άμεσης νοητικής αναφοράς στο υλικό υπόστρωμα. Όταν "κάτι", όχι ο ίδιος ο καθαρώς θεωρητικός Λόγος,  χρησιμοποιεί την ικανότητα υπερακόντισης άμεσα προς τα πράγματα, χωρίς την διαμεσολάβηση της διανοίας, τότε παράγεται κακή μεταφυσική, μεταφυσική, αυταπάτη, και εξαπάτηση. (Όπως θα δούμε βέβαια, και η μη ορθή πραγμάτωση δεν είναι απόλυτα μη παραγωγική-δημιουργική ως πρός την ορθότητα, αφού δια της διαλεκτικής αντινομικότητας που παράγει η θεωρησιακότητα οικοδομείται η αρνησιακή βάση της διαλεκτικής...) 
Αλλά και όταν η υπερακόντιση χρησιμοποιείται για να εξαφανιστεί η εξωτερική πραγματικότητα στην οποία αναφερόμαστε, και αναφέρεται νομοτελειακά και ο Λόγος και η διάνοια, έχουμε επίσης το ίδιο αποτέλεσμα. 
Ο πρακτικός Λόγος, αν είναι υπαρκτός, και όταν είναι υπαρκτός, δεν είναι δυνατόν να χρησιμοποιηθεί πρός αυτή την εξακόντιση, απλά γιατί είναι φύσει, ή μάλλον λειτουργικά, εγγύτερος προς την καθαρή ικανότητα του Λόγου, ή, για να το πω πάλι "προκλητικότερα" υλιστικά, επειδή είναι λιγότερο θεωρητικός-θεωρησιακός. 
Ο Κάντ ορίζει, όπως θα δούμε και στο μέλλον, το ανώτατο στοιχείο, αλλά και τα μέσα του: τις Ιδέες και την βούληση, όπως θα ορίζαμε μια γενικότερη ενεργότερη και υλικότερη ,από τα φαινόμενα που είναι να νομοθετηθούν, Ύλη. 
Δεν ενώνει την θεωρησιακή (τεχνική ούτως ειπείν) Ύλη με την ενεργό Ύλη της Βούλησης και της Ιδέας, ούτε υποτάσσει αυτήν σε αυτά ή το γενικότατο Γένος που αυτά σημαίνουν, αλλά τα ορίζει το καθένα ως έναν από τους δύο πόλους, σε ένα συγκροτημένο παιχνίδι που δημιουργεί την ανθρώπινη κυριαρχία.

(συνεχίζεται..) 




Ι.Τζανάκος

Τετάρτη, 20 Φεβρουαρίου 2013

Πριν και πέρα από τις αξιοθετικές στρατηγικές../ μέρος 4ον




Ίσως η βάση των στερεοτύπων που υπάρχουν για την καντιανή θεώρηση να έχει ιστορικο-πολιτικές ρίζες, που να είναι σημαντικότερες από την έποψη της ίδιας καθαυτής της ιστορικο-πολιτικής πραγματικότητας. Θα μπορούσε κανείς να περιοριστεί στις ρίζες αυτής της λανθασμένης θεώρησης της καντιανής θεώρησης και να αποδεχτεί την συντελεσμένη σημασιοδότηση χωρίς περαιτέρω αναλύσεις. 
Όμως, η καντιανή θεώρηση περιέχει έννοιες και νοητικές δομές που είναι θεμελιακές και γι'αυτούς που κρίνουν, έστω στηριγμένοι σε λάθος νοητική βάση, άρα η ανακατασκευή της καντιανής θεώρησης αποκτά μια ολοένα μεγαλύτερη σημασία και γι'αυτούς τους ίδιους. 
Σε μια εποχή της σκέψης που όλοι φτάνουμε να ανατρέχουμε ακόμα και σε απαρχές που δεν έχουν και την κοινότερη βάση με το παρόν μας, η επιστροφή στο θεμέλιο του καντιανού Λόγου δεν φαντάζει απλά αλλά είναι νόμιμη από πολιτική και φιλοσοφική σκοπιά, όπως άλλωστε νόμιμη είναι και η (ήδη νομιμοποιημένη) επιστροφή στον εγελιανό Λόγο.
Ας δούμε όμως ένα σημαντικό ζήτημα που αφορά τις παρερμηνείες που έχουμε ήδη εξετάσει. 
Σύμφωνα με την κυρίαρχη (ψευδο-)αντίληψη για τον Καντ αυτός είναι θεμελιακά οριοθετημένος εντός μιας κοσμοθέασης που περιέχει και περιέχεται στην γνωσιακή οριακότητα
Η θέση του Κάντ όμως δεν είναι απλά οριοθετημένη από την οριοθέτηση της γνωσιακότητας, ακόμα κι αν προβεί κανείς στο γνωστό σόφισμα που ορίζει το όριο δια της υπέρβασής του κλπ.
Η καντιανή φιλοσοφική και πολιτική οριοθέτηση είναι συγκεκριμένη και έχει δύο βασικές διαστάσεις, που συνήθως αγνοούνται, στην ενότητά τους, και έχουν να κάνουν με οντοθετικές (θέτειν) πρακτικές για την Νόηση, ή της Νόησης της ίδιας όταν αυτοκαθορίζεται πειθαρχημένα:
α) Η ερώτηση που προέρχεται από το δίκαιο και αφορά την οριοθέτηση με βάση έναν γενικό νοητικό καταναγκαστικό κανόνα, το "quid juris?" εντός της νόησης [τι δικαιούμαστε να γνωρίζουμε, άρα τι μπορούμε να γνωρίσουμε], εντάσσεται στην ευρύτερη πειθαρχία του Jubere (κελεύειν) όπως αυτή όμως (η πειθαρχία) εννοείται σε ένα πλαίσιο κατάβασης πρός το πειθαρχούμενο. 
Η νοητική πειθαρχία εννοείται όχι μόνον ως πειθαρχία του πειθαρχούμενου (απο το "ανώτερο" νοητικό στοιχείο) από το πειθαρχούν στοιχείο, αλλά και το αντίθετο, ως πειθάρχηση του πειθαρχούντος στοιχείου στο πειθαρχούμενο.
β) Η πειθάρχηση ως αλληλοπειθάρχηση πειθαρχούντος και πειθαρχούμενου στοιχείου σημαίνει επίσης, ταυτόχρονα, την έννοια της νομιμότητας χρήσης των ξεχωριστών ικανοτήτων της νόησης και του Λόγου (μη-ταυτά)  (αισθητηριακή και εννοιακή, αλλά και ριζικότερα Λογική ικανότητα) στα πλαίσια μιας καταβαίνουσας υπέρβασης του νοητικού-λειτουργικού ορίου μέσα στο οποίο κινείται η κάθε ξεχωριστή (νοητικο-λογική) ικανότητα.
Ο Κάντ δεν θεωρεί πως η παραμονή μιάς ικανότητας στον εαυτό της αποτελεί το ορθό (κανονιστικό) πλαίσιο εφαρμογής της, πραγμάτωσής της. 
Πρέπει, κατ'αυτόν, να μεταβιβάζει την ενέργειά της, την "δύναμή" της, στο άλλο -θεωρούμενο ως "κατώτερο"- πεδίο της νόησης, ως το σημείο μάλιστα να εξέλθει τελικά ο Λόγος στο σύνολό του, μέσω ειδικά της διάνοιας, στο εξω-νοητικό στοιχείο, το φαινόμενο-πολλαπλότητα. Θα έλεγα μάλιστα απλά και ξάστερα, πως αυτή η πειθαρχημένη κατάβαση αφορά την υλική πραγματικότητα. 
Τα νέα είναι καλά, ο Καντ είναι υλιστής.
Μπορεί σε αυτή την κατάβαση να υπάρχουν συγκεκριμένες οντολογικές δομές παραμονής στο μορφικό προσδιορισμό, με θεμελιακότερο θαρρώ τον προσδιορισμό των "καθαρών εποπτειών"          (όπως αναλύσαμε σε άλλη ανάρτηση), αλλά η νομοτέλεια της     ενάρετης κατάβασης στο πολλαπλό είναι δεδομένη. 
Το "ανώτερο" οφείλει να νομοθετεί το "κατώτερο" οντολογικό στοχείο, αν όμως δεχτεί την "ανωτερότητα" του "κατώτερου" ως προς την πραγματική λειτουργία του. Λογίζεται η διάνοια("κατώτερο") για τον Λόγο(''ανώτερο"), και διανοείται η εμπειρία("κατώτερο") για την διάνοια("ανώτερο"). 
Το ουσιαστικό όριο της σκέψης, όπως βέβαια αυτή μερίζεται στις συγκεκριμένες της λειτουργίες, δεν είναι αυτό που αφορά τις λειτουργίες ως καθαυτές αλλά το αντίθετο: η μεταβίβαση σε αυτές, από το ανώτερο λειτουργικό στοιχείο, ενός νόμου που δεν έχουν, αλλά μόνον αυτές, απόλυτα μόνον αυτές, μπορούν να λειτουργήσουν, είναι το ουσιαστικό όριο του "ανώτερου" στοιχείου. Αυτό είναι το μόνο όριο. Είναι ο υλισμός, ως νομοτέλεια της αληθινής σκέψης. 
Πως αποδεικνύεται αυτό;
Η μη νόμιμη χρήση (πραγμάτωση) της διανοητικής, υπερβατολογικής ικανότητας (που διενεργείται δηλ. από την διάνοια), όπως και η μη νόμιμη χρήση (πραγμάτωση) της καθαυτό Λόγικής, υπερβατικής, ικανότητας, δεν έχει να κάνει γενικά με την υπέρβαση των ορίων που αφορούν τις ιδιότητες αυτών των ικανοτήτων, αλλά ακριβώς το αντίθετο, την μη υπέρβαση (αυτών) των ιδιο-ουσιακών ορίων. Υπάρχει ένα ουσιαστικό όριο, που αντίκειται οντολογικά στο "ανώτερο", ιδιο-ουσιακό, όριο.
Γι'αυτό και το υπερβατολογικό υποκείμενο, αυτό το εννοιακό φάντασμα που κατασκεύασαν οι νεο-καντιανοί και δεν υπάρχει στον ίδιο τον Καντ, ή (ορθότερα) η διάνοια, παραβιάζει την φιλοσοφική πειθαρχία που εγκαθιστά ο Καντ ακριβώς όταν κάνει υπερβατολογική χρήση (πραγμάτωση) της "υπερβατολογικότητάς" της. Παράβαση είναι εδώ να μη μένεις στα ουσιαστικά όρια σου, που είναι να  ακριβώς αυτο: να νομοθετείς αλλά να μην επιτάσσεις, και σημαίνει (η παράβαση) να επιτάσσεις μετατρέποντας την νομοθετική σου ικανότητα σε κυριαρχική μορφοποιητική.  
Το ορθό όριο είναι να μεταβαίνεις "κάτω" και μάλιστα να "εκχωρείς" τις ιδιότητες στην ικανότητα που είναι επιφορτισμένη να μορφοποιεί το υλικό "σου". 
Η διάνοια (το "υπερβατολογικό")  οφείλει ως νομοθετική ικανότητα να έχει εμπειρική και όχι υπερβατολογική χρήση.  
Το ίδιο ισχύει και για τον (υπερβατικό) Λόγο, που στέκει "ψηλότερα" από την διάνοια. Αυτός παραβιάζει την φιλοσοφική πειθαρχία, που εγκαθιστά ο Καντ, ακριβώς όταν κάνει υπερβατική χρήση (πραγμάτωση) του εαυτού του, εξαναγκάζοντας την διάνοια να υπερβεί τα όριά της.
Αλλά ας τονίσουμε εδώ αυτή την συγκλονιστική ιδιομορφία της υπερβατικής παράβασης, όπως την εννοεί ο Καντ. 
Η διάνοια, η πρακτική γνωσιακή δράση, το αδέρφι της ύλης, παρεκτρέπεται από την δύναμη της υπερβατικότητας.
 Ή για να το πω σε αυτή την πικρή, την σκληρή, και αληθινή γλώσσα του μαρξισμού (όταν δεν είναι το φύλο συκής των νεο-αστών): η συγκεκριμένη γνωσιακή πράξη υποτάσσεται νομοτελειακά στο κέλευσμα του υπερβατικού ταξικού Λόγου των εκμεταλλευτών που υπαγορεύει στους φορείς της (της διάνοιας) να υπερβούν τα όριά της και να παράξουν ιδεολογία, μεταφυσικές αλλοιώσεις της πρακτικής γνώσης.
(Κ.Κ.Λ, Διαλεκτική, " Περί της υπερβατολογικής επίφασης").
Τόσοι αιώνες πέρασαν από τότε που ο Κάντ κατέβασε τον Θεό και τους θεούς από κει πάνω, και οι αστοί διανοούμενοι επιμένουν να υποτάσσονται σε αυτή την υποταγή. Και θα επιμένουν. 
Το πρόβλημα που θέτει ο Κάντ, είναι μιά αναίρεση απο μόνο του της υπερβατικής λαθο-λογίας στην οποία αρέσκονται οι απολογητές της (νεωτερικής) αστικής ιστορίας. Γι'αυτόν τον νηφάλιο στοχαστή, το θέμα είναι ακριβώς ενταγμένο σε μια νομοτελειακή, δομική, σύζευξη, που αφορά την αυταπάτη και το ψευδοπρόβλημα που γεννάει συνέχεια η θεολογία και η μεταφυσική. Η αυταπάτη είναι βέβαια το σύστοιχο της εξαπάτησης, και το ψευδοπρόβλημα το σύστοιχο της κυριάρχησης της σκέψης από τα εγγενώς άλυτα προβλήματα της μεταφυσικής.
Γι'αυτό είναι μέγιστο φιλοσοφικό και πολιτικό λάθος, άρα γνωσιο-ιστορικό λάθος, να θεωρεί κανείς τον Καντ ως Φιλόσοφο της (αστικής) οριακότητας, έναν δηλαδή νομικιστή και αγνωστικιστή θετικιστή της "αξιολογίας" ή της "γνώσης". Φυσικά αυτή η εικόνα του καντιανού έργου εξυπηρετεί τόσο τους νεο-αστούς ρεφορμιστές (και σοσιαλδημοκράτες) που τον χρησιμοποίησαν ως φιλοσοφικό όπλο απέναντι στον "δογματισμό", όσο και τους ίδιους τους δογματικούς κάθε είδους που τον εξόρισαν ξανά, και τον εξορίζουν συνέχεια, στον τόπο αυτό που τον εξόρισαν οι νεο-αστοί.




Ι.Τζανάκος 

Τρίτη, 19 Φεβρουαρίου 2013

Πριν και πέρα από τις αξιοθετικές στρατηγικές.../μέρος 3ον



Παρουσιάζοντας ο Kant ως παράδοξη την μέθοδό του όσον αφορά τον "πρακτικό Λόγο" ορίζει την έννοια του [ηθικού] καλού και κακού με έναν ολοκληρωμένο ως προς την αρνητικότητά του και ταυτόχρονα μη ολοκληρωμένο ως προς την αρνησιακή θετικότητά του εννοιολογικό προσδιορισμό του εντοπισμού τους. 
[ Μιλώ για μη ολοκληρωμένη αρνησιακή θετικότητα γιατί η αρνησιακή εννοιολόγηση αυτών των θεμελιακών και κοινότοπων ηθικών προσδιορισμών θα μπορούσε  να σήμαινε "καθαρή" άρνηση, άρα μια ανεστραμμένη θετικότητα, και αυτό γιατί "κάτι" που οντολογεί ως "καθαρά" αρνητικό δεν μπορεί παρά να είναι απλά αρνητικό, ένας αφηρημένος θετικός προσδιορισμός του αρνητικού. 
Όπως όμως ξέρουμε απο τον Hegel τέτοιου είδους "καθαρές" και αδιαμεσολάβητες                (αποφατικές)αρνήσεις δεν είναι παρά θετικοί προσδιορισμοί, εντός της κενότητάς τους. 
Αν δηλαδή δεν υπάρχουν όροι συγκρότησης μιας πρακτικής θεωρητικής ενότητας με την ενότητα των όρων του "θετικού" με το "αρνητικό" που υφίσταται σε κάθε πραγματικότητα, αυτό είναι  που οδηγεί στην κατάρρευση στο "θετικό", όπως καταρρέει μια καθαρή και κενή (άρα θεωρησιακή και μόνον) άρνηση ενός καθορισμένου όντος στην πλήρη αποδοχή της "θετικότητάς" του. Η απόλυτη άρνηση είναι ο προάγγελος μιας απόλυτης κατάφασης,  όπως λ.χ ο απόλυτος εξεγερτισμός είναι -σήμερα- ο προάγγελος της απόλυτης υποταγής στην εξουσία.
Αυτό που ίσως δεν ξέρουμε είναι πως ούτε ο Kant δεν υποκύπτει στον αποφατικό αρνητισμό, δηλαδή σε έναν "θετικισμό" της άρνησης].
Τι μας λέει λοιπόν ο Kant; 
(Κριτική του πρακτικού Λόγου, μεταφρ. Ανδρουλιδάκης, σελ.96)
"Και εδώ είναι ο τόπος να εξηγήσουμε το παράδοξο της μεθόδου σε μια κριτική του πρακτικού Λόγου: ότι δηλαδή η έννοια του [ηθικού] καλού και του κακού δεν μπορεί να προσδιοριστεί πριν τον ηθικό νόμο (στον οποίο μάλιστα θα έπρεπε κατά τα φαινόμενα να τεθεί ως θεμέλιο), αλλά μόνο(όπως συμβαίνει και εδώ) σύμφωνα με αυτόν και μέσω αυτού". 
Αρνούμενος το είδος εκείνο της εννοιολόγησης της ηθικής οντότητας που θεμελιώνεται στην πρότερη εννοιολόγηση των χαρακτηριστικών ή ιδιοτήτων που απαρτίζουν το καλό και το κακό, ορίζει αρχικά ή γενικά (άρα μη ολοκληρωμένα) την ηθική "οντότητα" (και το καλό και κακό ως στοιχεία της) σε σχέση με τον συστημικό καθορισμό της . Εντός αυτού του συστημικού καθορισμού του ηθικού πράττειν δεν παράγεται απλά μια οντολογική περιοχή που περιέχει ως τόπος τα "σημεία" καλό-κακό, αλλά ένα σύστημα που τα παράγει ως σημεία της ίδιας της παραγωγής του ως γενικού τρόπου [αυτό είναι ένα είδος ταυτολογίας με την έννοια του συστήματος].
Ο Kant πραγματοποιεί μια συνολική ιστορική κριτική των θεωριών για την ηθική. Ουσιαστικά σε αυτό το πυκνό απόσπασμα που μεταφέραμε συνοψίζεται η κριτική όλων των θεωρήσεων για την ηθική που έχουν προηγηθεί και αναγγέλεται η ανάπτυξη της μη ηθικολογικής ηθικής που ο ίδιος ο Kant θέλει να θεμελιώσει. Ίσως δεν υπάρχει μεγαλύτερη παρεξήγηση από την ηθικολογική ερμηνεία της καντιανής (ηθικής) θεωρίας, παρά μόνον μια ίση σε παρερμηνευτικότητα που τον παρουσιάζει ως "αγνωστικιστή".
Πρέπει εδώ να διευκρινίσουμε την σημασία της θετικής αναφοράς του Kant στους στωϊκούς. Αν και αναφέρεται στην ορθότητα της στάσης τους να αρνούνται να προσδώσουν στο "φυσικό" κακό (Übel) την ιδιότητα του ηθικού κακού (Böse), δεν ταυτίζεται, στο σύνολο της θεώρησής του, με την στωϊκή ηθική θεωρία, πράγμα που μπορεί βέβαια να αποδειχτεί με μια ειδικότερη μελέτη αλλά -και αυτό έχει την μεγαλύτερη σημασία- κυρίως διά της αναδείξεως εκείνης της οντότητας που απουσιάζει ως στοιχείο από τις στωϊκές θεωρήσεις: αυτό που θα μπορούσαμε να ορίσουμε ως βουλητική οντότητα.
(ο Kant θα διαφωνούσε ίσως με την έκφραση "βουλητική οντότητα", για λόγους που δεν είναι εύκολο να αναλύσουμε εδώ, αλλά ας το κρατήσουν αυτό οι αναγνώστες για να μην αναμείξουν την ερμηνεία μου με το ίδιο το καντιανό θεώρημα για την βούληση).
Ο Kant διαχωρίζεται θεμελιακά από τις προηγούμενες θεωρήσεις για την ηθική ακόμα και όταν αυτές προσεγγίζουν την (συγκροτούμενη) δική του. 
Οι στωϊκοί φαίνεται να συμπίπτουν με τον Kant εφόσον αρνούνται τον ετεροκαθορισμό των ηθικών ιδιοτήτων από τις "φυσικές" (φυσικοποιημένες) έννοιες του καλού και του κακού, αναφερόμενοι σε έναν νομολογικό υπεραισθητό καθορισμό τους, όμως ο Kant φροντίζει να διευκρινίσει πως αν και απορρίπτει τους αισθητικούς ή φυσικούς προσδιορισμούς αυτό δεν σημαίνει πως αποδέχεται τους συμμετρικά "αντίθετους" οντολογικούς προσδιορισμούς.
Κάθε προκαθορισμός του ηθικού η αξιακού στοιχείου πριν τον βουλητικό και αμιγώς νομολογικό (ταυτόχρονα) προσδιορισμό κρίνεται ως άστοχος και μάλιστα γενικά καθορισμένος από εμπειρικούς όρους που είναι με αυτόν τον τρόπο (λανθασμένα) αναγκαίοι για την ίδια τη συγκρότηση του αντικειμένου τους, είτε αυτό είναι το "ύψιστο αγαθό" (όχι όλων) των αρχαίων είτε το "φυσικό αγαθό" (όχι όλων) των νεωτέρων (σελ.98). Η κοινή λανθασμένη ρυθμιστική αρχή των αρχαίων και των νεωτέρων εμπειριστών της αξιολογίας είναι ο ετεροκαθορισμός τους από το εξωτερικό αντικείμενο της ηθικής, το "αγαθό", είτε αυτό είναι το ύψιστο αγαθό, είτε το αγαθό της αισθητηριακής εμπειρίας (ένα μισο-υπερβατοποιημένο εμπόρευμα λ.χ όπως η οικογενειακή ηθική μέσα στο μπουρδέλο των αστικο-εμπορευματικών σχέσεων).
Μάλιστα ο Kant κρίνει την αντίληψη των αρχαίων ως μιά μορφή ανυπόκριτης φανέρωσης του λάθους, που αν και είναι κοινό με το λάθος των νεώτερων (σελ.98) δεν αποκρύπτεται. Η κρίση του Kant για την αρχαία αντίληψη ως ανυπόκριτης φανερώνει την μοναδικότητά του ως νεωτερικού Φιλοσόφου, αλλά και την ιδιαίτερη σημασία του ως πρόδρομου και θεμελιωτή της βαθύτερης ιστοριακής αναδρομικής ανασυγκρότησης τόσο του φιλοσοφικού Λόγου αλλά και της ανθρώπινης πράξης, που ο Hegel θα έφτανε στο κορυφαίο σημείο της.  Η θεμελιακή σημασία της υποκειμενικότητας όπως αυτή όμως προσδιορίζεται όχι μόνον ως κατοπτριστικά γνωσιακό σημείο αλλά και ως περιέχον και περιεχόμενο σημείο του βουλητικο-νομολογικού συστήματος δεν είναι απλά ανακάλυψη του Kant, αλλά ένα ύψιστο συμπύκνωμα της κάθε νεώτερης πολιτικής και συνάμα επιστημονικής Κυριαρχίας. Με αυτή την έννοια το καντιανό έργο δεν έχει τίποτα να κάνει με τις νεο-καντιανές ιδιαιτεροποιήσεις που αγνοούν την θεμελιακή αυτή πτυχή του, αν και είναι γεγονός πως η συστολή του Kant, και οι πουριτανικές ρίζες του δώσαν κατά καιρούς την ευκαιρία για τέτοιες ερμηνείες. Ας προσέξουν όμως κάποιοι την δυναμική μιας θεώρησης που πρώτη φορά αναδύει και ορθώνει την Βούληση σε τέτοιο ύψος..

(συνεχίζεται..) 




Ι.Τζανάκος 

Δευτέρα, 18 Φεβρουαρίου 2013

Πριν και πέρα από τις αξιοθετικές στρατηγικές../ μέρος 2ον




Κατά τον Kant κανένα αντικείμενο δεν μπορεί να μας είναι δεδομένο με άλλον τρόπο παρά μόνο μέσω της αισθητικότητας, αλλά επίσης κάθε νοητική ενέργεια αναφέρεται σε αυτή την δεδομενική αντικειμενικότητα, άρα στην αισθητικότητα, ακόμα κι αν δεν συγκροτείται άμεσα σε σχέση με αυτήν παρά έμμεσα, μέσω ορισμένων γνωρισμάτων. Μιλάμε δηλαδή για σχέση αναφοράς και της εννοιακής (έμμεσης) νόησης προς την αντικειμενικότητα-αισθητικότητα-δεδομενικότητα, αν και οφείλουμε να τονίσουμε εδώ πως ο Kant διαμεσολαβεί αυτή τη σχέση αναφοράς με μιά άρρητη γνωσιο-δεοντολογική προστακτική που αντιστοιχεί στην κατηγορική προσταγή.
Το αποτέλεσμα της επενέργειας ενός αντικειμένου στην παραστατική μας ικανότητα, εφόσον ορίζουμε την παραστατική ικανότητα στο πλαίσιο της παράστασης ως συμφωνία η αντιστοιχία με το αντικείμενο, είναι το αίσθημα  (ή αίσθηση)(Empfindung).
Η ειδική μορφή της εποπτείας που αναφέρεται στο αντικείμενο μέσω του αισθήματος είναι εμπειρική εποπτεία.
Η φαινομενικότητα, το φαινόμενο, το απροσδιόριστο του αισθητηριακού εποπτεύειν, αν και συγκροτείται σε σχέση αλληλονοηματοδότησης (αναγκαίας) με την εμπειρική εποπτεία δεν περιορίζεται σε αυτό το νοηματικό αντικαθρέπτισμα:
 Αισθητηριακότητας-εμπειρικου ή εποπτεύειν-φαινομένου. 
Η φαινομενικότητα έχει και μορφή, μορφή που εκφεύγει του προσδιορισμού της εμπειρικής εποπτείας. [Κριτική του Καθαρού Λόγου-σελ.106].
Το φαινόμενο άρα είναι και ακαθόριστο αλλά και συντεταγμένο, μορφοποιημένο. 
Ήδη, εφόσον έχει συντελεστεί από το μορφοποιείν. Τι σημαίνει όμως αυτό;
Ο αρχικός θεμελιακός συντακτικός Λόγος του Kant ήδη από την αρχή του κειμένου εντάσσει στο εποπτεύειν, ως λειτουργικό του όρο, τη μορφή.
Αυτό στο οποίο "μέσα" τα αισθήματα μπορούν να συνταχθούν δεν είναι ως είναι αίσθημα, άρα ούτε εμπερικό όν. Αυτή η "καθαρή" μορφή δεν είναι εμπερική οντότητα , ή πολλαπλότητα: "Η καθαρή μορφή αυτή αισθητικότητας μπορεί και αυτή να ονομαστεί καθαρή εποπτεία". Όταν αφαιρούνται όλοι οι προσδιορισμοί, τόσο οι νοητικοί όσο και αισθητηριακοί, από την παράσταση ενός σώματος, παραμένει ωστόσο κάτι. Αυτό είναι ένα a-priori όμως που δεν ανήκει στην έννοια [σελ.107]. Η "Υπερβατολογική Αισθητική" μέσα στην Κ.Κ.Λ του Kant (δεν πρέπει να συγχέουμε τον όρο Αισθητική με αυτό που εννοούμε σήμερα ως Αισθητική) είναι το όνομα της διερώτησης περί αυτών των a-priori αισθητικών μορφών. Αυτό που διαφεύγει στους αναγνώστες ή λόγιους πολίτες που ασχολούνται με την πολιτική και τον στοχασμό είναι πως στον Kant υπάρχει μια μορφή που αφορά μόνον την αισθητικότητα που όμως αν και δεν είναι αισθητικότητα καθαυτή δεν είναι έννοια.
Αφού πρώτα καθάρουμε την αισθητικότητα από κάθε τι που νοεί η διάνοια μέσω των εννοιών της, έπειτα θα αφαιρέσουμε ότι ανήκει στο αίσθημα, το "άμορφο" φαινόμενο, και θα οδηγηθούμε στις δύο καθαρές εποπτείες, τον χώρο και τον χρόνο, οι οποίες αποτελούν και την προϋπόθεση κάθε ύπαρξης νοητικής εξωτερικότητας (Χώρος) και κάθε ύπαρξης κίνησης και μεταβολής (Χρόνος). 
Τόσο στον χώρο όσο και στον χρόνο δεν υπάρχει αποδοχή κάποιας καθαυτής αντικειμενικότητας ή λογικής αντικειμενικότητας (έννοια). Έχει ιδιαίτερη σημασία εδώ να τονίσουμε την πρωτοκαθεδρία του Χρόνου.
" Ο χρόνος είναι ο a-priori ειδολογικός όρος όλων γενικά των φαινομένων. Ο χώρος καθ'όσον αποτελεί την καθαρή μορφή όλων των εξωτερικών εποπτειών, περιορίζεται ως όρος a-priori μόνον στα εξωτερικά φαινόμενα. Αντίθετα, επειδή όλες οι παραστάσεις είτε έχουν ως αντικείμενο εξωτερικά πράγματα είτε όχι ανήκουν αυτές καθαυτές ως προσδιορισμοί του πνεύματος στην εσωτερική κατάσταση, και επειδή η εσωτερική κατάσταση υπάγεται στον ειδολογικό  όρο τής εσωτερικής εποπτείας, άρα στον χρόνο, γι'αυτό ο χρόνος αποτελεί a-priori όρο όλων γενικά των φαινομένων και μάλιστα τον άμεσο όρο των εσωτερικών (δηλαδή των ψυχών μας) και ακριβώς γι'αυτό έμμεσα και των εξωτερικών φαινομένων" [σελ.125-126].
Εδώ ανακύπτουν πολλά ζητήματα. 
Η κατάταξη των χωρο-χρονικών "πραγματικοτήτων" στο υπερβατολογικό υποκείμενο, ακόμα και εάν αυτό συγκροτείται στο πεδίο μιας (δευτερογενούς) εποπτικότητας [σελ.148](εφόσον η ανθρώπινη εποπτικότητα είναι δευτερογενής από την φύση της) δημιουργεί ερωτήματα όσον αφορά την σχέση παθητικότητας-δεκτικότητας-αισθητηριακότητας με την διανοητική ενεργητικότητα.
Εάν ο χωρο-χρόνος δεν ανήκει ούτε στην ά-μορφη αισθητηριακότητα ή πολλαπλότητα που επενεργεί στην παθητική δεκτικότητα άμεσα ούτε στην ιδεακή-λογική ή διανοητική-εννοιακή ενεργητικότητα, και είναι το μεταβατικό ακριβώς στοιχείο ως σύνθετο ον (παθητικότητας και ενεργητικότητας) από ποιό στοιχείο συνέχεται; Από το ενεργητικό ή παθητικό;
Εφόσον μιλάμε όμως για μορφοποίηση τότε μάλλον υπερέχει το ενεργητικό στοιχείο. 
Όμως εάν υπερέχει το ενεργητικό στοιχείο τότε πως είναι δυνατόν να υπάρχει ενεργητικό στοιχείο στον γενικά έστω εννοούμενο τόπο της αισθητηριακότητας; Δεν "νοθεύεται" έτσι η διάκριση εποπτείας, έννοιας; 
Γενικότερα δεν αμφισβητείται εσωτερικά ή υποδεκτική νοητική ικανότητα της "εποπτείας" ως υποδεκτική-παθητική; 
Η προσπάθεια ενοποίησης εποπτείας και αισθητηριακότητας ή έννοιας και διάνοιας, η προσδοκώμενη συνάντηση, ίσως να χρειάζεται πέρα από την συνθέτουσα φαντασία έναν a-priori μηχανισμό εντός της αίσθησης, έναν παγιοποιημένο μεταβατισμό, ακόμα και αν αυτή η παγιότητα αφορά έναν ρευστοποιητικό μηχανισμό, όπως αυτόν του χρόνου.
Τόσο η φαντασία, που είναι στον ενδιάμεσο χώρο μεταξύ της εννοιακής διάνοιας και του εμπειρικού εποπτεύειν, όσο και η προϋποθετική δομή μορφοποίησης του εποπτεύειν(υπερβατολογική με ειδική λειτουργική δράση μορφοποίησης της αισθητηριακής διάστασης), κατέχονται από αυτό τον προσδιορισμό της μεταβατικότητας.
Όμως ενώ η φαντασία ως έννοια δεν αποκρυσταλλώνεται σε πάγια εννοιακή μορφή, η προϋποθετική μορφή-δομή της αισθητηριακής ενέργειας, οι a-priori καθαρές εποπτείες του χώρου και του χρόνου αποκρυσταλλώνονται: 
Ο "σχηματισμός", που είναι  η φαντασία είναι ένας καθαυτός κινησιακός-μεταβατικός προσδιορισμός, ενώ οι καθαρές a-priori εποπτείες όσο και να δηλώνουν ως έννοιες κινησιακότητα-μεταβατικότητα, την ίδια στιγμή εκφράζουν ως πάγιες μια ακινησία, μιαν μη μεταβασιακή μορφικότητα.
Αυτό υποδηλώνει την δυνατότητα η πιό κρίσιμη "στιγμή" της μετάβασης να είναι εδώ, γι'αυτό και η μυστικοποίηση της συστημικής καντιανής σκέψης στρέφεται ακριβώς εδώ. Πού στηρίζεται όμως μια ευρύτερη συγκρότηση αυτής της συστημικότητας;
Νομίζω πως ο άρρητος-υπόρρητος τρόπος ενοποίησης δεν στηρίζεται απλά σε μιά απλή παρείσδυση του ορθολογικού στοιχείου στην εποπτεία. Υποθέτω πως ο πιό ισχυρός τρόπος ενοποίησης των ριζικών ετεροτήτων νόησης-αισθητηριακού "είναι", είναι στηριγμένος σε ρευστές έννοιες, ομοιωματικού χαρακτήρα, που διατρέχουν όλο το σύστημα και λειτουργούν ως καθολικές αρχές συστηματοποίησης.
Μπορούμε να υποθέσουμε πως η βασική έννοια συστηματοποίησης είναι η έννοια της ανα-παράστασης. Ισχυρό στοιχείο γι'αυτή την υπόθεση αποτελεί το γεγονός πως αυτή η έννοια παρέχει (αναλυτικά) την δυνατότητα συγκρότησης εντός της του αισθητηριακού και εννοιακού στοιχείου της νόησης και μάλιστα με έναν τρόπο που διατηρείται η αισθητηριακή οντότητα σε ισχυρή θέση. 
Η παράσταση (Vorstellung) είναι ταυτόχρονα αισθητηριακός και εννοιακός προσδιορισμός, και αυτό στηρίζεται κυρίως σε ιστορικο-πολιτικούς και ιστορικο-πολιτισμικούς όρους. Αυτή η ιδιότυπη στον καντιανισμό αντιπροσώπευση του αισθητικο-εμπειρικού προσδιορισμού εντός των νοητικών προσδιορισμών έχει περισσότερη ιστορική εγκλειστικότητα από όλη μαζί την εμπειριοκρατική φιλοσοφία. 
Η αισθητηριακότητα αναδιπλασιασμένη και εγκατεστημένη στο πεδίο του κυρίαρχου Λόγου, χωρίς να τον αποκαθηλώνει (τον Λόγο ως κυρίαρχο) τον παράγει ως εν μέρει παθητική-υποδεκτική αρχή. Οι έννοιες παράγονται ούτως και ως παθητικότητες έναντι της ύλης. Αυτή είναι η υπόθεσή μας: η ενοποίηση αισθητηριακών και νοητικο-εννοιακών προσδιορισμών πρίν ακόμα συμβεί στην δομή της φαντασίας και την δομή των "καθαρών a-priori εποπτειών" (που προηγούνται της φαντασίας), έχει υπόρρητα πραγματοποιηθεί εντός της έννοιας-κατάστασης της παράστασης. Αν κανείς θέλει να υπερβεί την παραστασιακή και ανα-παραστασιακή φιλοσοφία (ή μάλλον βάση της φιλοσοφίας) θα πρέπει να προσέξει μήπως καταργήσει μια βασική ρίζα του ζωντανού του υλισμού, ενός θεμελιακά ζωντανού μέσα στο νεωτερικό σύστημα.





Ι.Τζανάκος 

Σάββατο, 16 Φεβρουαρίου 2013

Πριν και πέρα από τις "αξιοθετικές" στρατηγικές των "εδώ" σκλάβων../ μέρος 1ον

Γύρισα νωρίτερα..


Τα στοιχεία που συγκροτούν το προ-εμπειρικό στον Kant (το a-priori),  εφόσον αυτό καθορίζεται από τους εγγενείς σκοπούς του, είναι η αναγκαιότητα και η καθολικότητα. Η ολότητα-γενικότητα και η αναγκαιότητα δεν βρίσκονται εντός της εμπειρίας, δεν απορρέουν από την εμπειρία, όπως ήδη το έχει δείξει ο Hume. Όμως ο Hume ενώ είχε δει πως η γνώση προϋποθέτει υποκειμενικές, υπερβασιακές ως προς την εμπειρία, αρχές, τις προσδιόρισε λίγο ως πολύ στα όρια της ανθρώπινης "φύσης" ή της ψυχικής δομής του ανθρώπου κτλ..
Αντίθετα ο Kant θεώρησε, συνεχίζοντας ωστόσο την προβληματική του Hume, πως αυτές οι υπερβασιακές αρχές συγκροτούν και το "αντικείμενο" που παρουσιάζεται έμπροσθέν τους (εντός-εκτός) με τέτοιο τρόπο που αυτό να υπόκειται στις καθολικές διεργασίες που αυτές ενεργοποιούν στον χώρο της εμπειρικά προσανατολισμένης, αφηρημένης ωστόσο (εν αρχή), υποκειμενικής σκέψης. Αυτή η υποκειμενικότητα είναι η υπερβατολογική υποκειμενικότητα που αντιστοιχεί στην υπερβατολογική αντικειμενικότητα: 
α)του αντικειμένου της εμπειρικά προσανατολισμένης υποκειμενικότητας>Χ (γενικό αντικείμενο) 
β) του αντικειμένου ως πράγματος καθαυτού που δεν είναι παρά το αντικείμενο της υποκειμενικότητας, από την σκοπιά όμως της γενικότερης αντικειμενικής του θέσης (και όχι από την σκοπιά ενός υποτιθέμενου αγνώσιμου αντικειμένου, όπως θεωρούν ότι θεωρεί ο Kant, ο Marx, ο Nietzsche, αλλά εμφατικότερα διάφοροι τεμπέληδες επίγονοί τους που ανακαλύπτουν παντού όπου δεν είναι παρών ο πατέρας τους, και όχι μόνον στον Kant, ή τον σολιψισμό ή τον αγνωστικισμό..) .
Ο χώρος, ο τόπος, όπου συνυπάρχουν συμπλεκόμενα, αναγκαία, στην κίνηση της σκέψης, ο εμπειρικός προσανατολισμός και το αφηρημένο ονομάζεται, σε διάκριση προς τον καθαρό Λόγο, Διάνοια. Η Διάνοια, η κατεξοχήν αντιμεταφυσική κατασκευή του Kant, είναι ένας λειτουργικός τόπος, ένα σταθερό σημείο όπου διενεργούνται τόσο οι γενικότατες αρχές του Λόγου, όσο και οι δυνάμεις τους μορφοποίησης, εντός της αφηρημένης στατικότητας  τους αλλά και πρός το "άλλο" τους, τα δεδομένα της εμπειρίας.
Το πρόβλημα της υπαγωγής του αντικειμένου στην ανθρώπινη νόηση αλλά και δράση εν γένει, χωρίς να υιοθετηθεί ένα είδος υποκειμενικού ιδεαλισμού αλλά και χωρίς να η υπαγωγή να αναιρεθεί ως ενέργεια από την αποδοχή μιας μεταφυσικής αρχής παθητικότητας-δεκτικότητας, λύνεται στον Kant με την κατασκευή αυτού του μεταβατικού-μεταβαίνοντος τόπου, της Διανοίας. 
Η Διάνοια είναι η κίνηση των κατηγοριακών αρχών πρός το εμπειρικό όταν ήδη υπάρχει συμπλοκή κατηγοριακού-εμπειρικού, δεν είναι δηλαδή το κατηγοριακό που κινείται προς το εμπειρικό χωρίς ακόμα να το έχει συναντήσει. 
Από αυτή την συμπλοκή προκύπτει ενδογενώς η δυναμική των a-priori συνθετικών κρίσεων, το κατεξοχήν  ιδιαίτερο προϊόν της Διανοίας, εφόσον περιέχει τόσο την εμπειρία ( οι συνθετικές κρίσεις είναι κρίσεις που σε αντίθεση με τις αναλυτικές κρίσεις δεν αποκρυσταλλώνονται "αληθολογικά" αν δεν εξέλθεις του κατηγοριακού αυτο-προσδιορισμού με την υπόρρητη διαμεσολάβηση της εμπειρίας, αφού αν και παραμένεις κατά την διάρκεια της παραγωγής τους στο προ-εμπειρικό πεδίο αυτό παράγεται ως δημιουργικό ομοίωμα της πολλαπλότητας του "αισθητού", σε αντίθεση με τις αναλυτικές κρίσεις που για να αποκρυσταλλωθούν δεν χρειάζεται να εξέλθεις του κατηγοριακού αυτο-προσδιορισμού -όπως λ.χ το σώμα που περιέχει την "έκταση" εντός του.) όσο και τον προ-εμπειρικό προσδιορισμό.
Αυτό που παραμένει στον Λόγο είναι ωστόσο σημαντικό: η ανώτερη ρυθμιστικότητά του αποτελεί αποτελεί απόλυτο όρο λειτουργίας της Διάνοιας, η υπερβατική ενεργητικότητα της κατηγοριακότητας καθαυτής διατηρείται ως συγκροτησιακή ενέργεια κατασκευής ιδεατών σημείων-εστιών πέραν της εμπειρίας. Κρατά δηλαδή για τον εαυτό του ο Λόγος την απόλυτη Ολότητα, την δημιουργία των ενωτικότερων ενοτήτων πέραν ίσως των συνθετικών αλλά και των αναλυτικών ενοτήτων του κατηγοριακού πεδίου, όπως αυτές εννοούνται στην γνωσιο-εμπειρική τους λειτουργία-κατεύθυνση. Ο Λόγος όμως δεν νομοθετεί επί της ύλης των φαινομένων.
Ο Λόγος λέγει "σαν να" υπήρχε αρμονία, εν-ότητα, έχει μια αιωρούμενη ως προς την απόφανση προβληματική, είναι η προβληματικότητα της μεταφυσικής, που όμως πάλι χωρίς αυτήν ίσως να μην υπήρχε Διάνοια. Χωρίς τον Λόγο δεν θα υπήρχε Διάνοια, και γνωστική-πρακτική ικανότητα. Φυσικά ο Λόγος αν και αποσύρεται από την άμεση χρήση του στην γνωστική πράξη, παραμένει  ενεργός στα άλλα, μη γνωσιακά, ενδιαφέροντά του που αφορούν τις καθαρές μορφές της καθολικής Νομοθεσίας, ότι αφορά δηλαδή τον ηθικό Νόμο κτλ. Στο σημείο που είμαστε ίσως θα φαίνονταν πως αυτό δεν μας απασχολεί, και δεν μας απασχολεί, αν και θα έπρεπε να θυμόμαστε πως η παρουσία του Λόγου "εκεί" που δεν θα "έπρεπε" να είναι, στον χώρο δηλαδή των μορφοποιήσεων-νομοθετήσεων της (γνωσιακής) ύλης, έχει δημιουργήσει μια σειρά από επιφασιακές και αντινομικές νοητικές και νοητικο-πολιτικές μορφές ή και δευτερογενείς αρχές που ακόμα και δια της κριτικής άρνησής τους από τον εμπειρικό ή εμπειρικά ιστορικό Λόγο διατηρούν την προϋποθετική τους αυτοδυναμία. Αυτό το λέμε όχι από έναν μεταφυσικό σεβασμό πρός τον Λόγο, που ίσως τον αξίζει περισσότερο από ότι νομίζουν πολλοί, αλλά γιατί υπάρχει αλήθεια εδώ. Αντικειμενική αλήθεια, αν και σπαραγμένη από την μεταφυσική της εμμένεια πρός το μεταφυσικό.
Ας επιστρέψουμε όμως  σε ότι έχει σχέση με παραστάσεις που αφορούν αντικείμενα που περιορίζονται από τους εμπειρικο-αισθητηριακούς προσδιορισμούς.
Είδαμε λίγο ως πολύ σχηματικά την τοπολογία της Διάνοιας, την ρευστότητά της, την ορισμένη όμως στα σταθερά λειτουργικά πλαίσια της εμπειρικά προσανατολισμένης καθολικο-γενικευτικής σκέψης.
Μπορούμε τώρα να αναρωτηθούμε: εάν εντός της Διάνοιας υπάρχει ως φαίνεται η (λειτουργική έστω) διατήρηση της ενέργειας του "υπάγειν", της "παραδοσιακής" μεταφυσικής ενέργειας, με ταυτόχρονη όμως την αναγκαία πρόσδεση στον εμπειρικό στόχο, πως πραγματοποιείται η συνάντηση με την δεδομενικότητα που η εμπειρία γενικά αντιπροσωπεύει;
Πρέπει εδώ να σημειώσουμε πως ο Kant είναι απόλυτα αποφασισμένος να αφομοιώσει ως έχουν τα διδάγματα και τις μεθόδους της φυσικής επιστήμης και της εμπειριστικής φιλοσοφικής επανάστασης.
Μια βασική, θαρρώ, αρχή αυτών των "διδαγμάτων" είναι η δεδομενικότητα, και αυτό εκφράζεται δυνατά στον Kant με την ενοποίηση του δεδομενικού στοιχείου της αισθητηριακής ενέργειας με την ικανότητα της σκέψης να είναι (και) δεκτικότητα-παθητικότητα. 
Η αναμφισβήτητη υπεροχή του καντιανού έργου στην νεώτερη εποχή αφορά και αυτή την ενσωμάτωση του δεδομενικού στοιχείου, αφού κατορθώνεται (εντός του καντιανού έργου) τόσο να διατηρείται η απολύτως αναγκαία για την αυτοπροσδιοριστικότητα της σκέψης απόσπαση απο το αισθητηριακό στοιχείο όσο και να διατηρείται η απόλυτη δεδομενικότητα του αισθητηριακά (προσλαμβανόμενου) στοιχείου. Σε καμμία περίπτωση ο Kant δεν υποχωρεί σε μια φιλοσοφία που δεν αναγνωρίζει την εξωτερική δεδομενικότητα και την παθητική ικανότητα (δεκτικότητα) που της αντιστοιχεί. Μπορεί ο σκοπός του να είναι η διάσωση και ανάπτυξη του υπερ-εμπειρικού και ειδικά προ-εμπειρικού στοιχείου, αλλά αυτό δεν το κάνει με την παραγνώριση του δεδομενικού-εμπειρικού. Μπορεί ο σκοπός του να είναι να δείξει πως η Διάνοια, ή ο Λόγος γενικότερα καθορίζει νομοθετικά την φύση, όμως ταυτόχρονα με έναν ίσως πιο εμφανή και καθολικό τρόπο από τους εμπειριοκράτες τρόπο παρουσιάζει την Νόηση να υποδέχεται την φύση-δεδομενικότητα χωρίς να την νομοθετεί ή να την καθορίζει. Γι'αυτό και η Νόηση είναι εξ'αρχής ορισμένη ως διχοτομημένη-διχασμένη σε εποπτεία (Anschauung-Intuition) και έννοια. Οι πρώτες γραμμές ήδη της Κ.Κ.Λ ορίζουν την εποπτεία ως την ιδιάζουσα έκφραση της αισθητικότητας, τον τόπο της δεκτικότητας και της αμεσότητας. Η εποπτεία ως τρόπος άμεσης αναφοράς της γνώσης  σε αντικείμενα, που άλλωστε χρησιμεύει εν-τέλει και ως μέσο στο οποίο αποσκοπεί ως (τελικό) μέσο κάθε νοητική ενέργεια (εννοιακή ενέργεια), "συμβαίνει" εφόσον το αντικείμενο "προσ-βάλλει" το πνεύμα. Δεδομένο είναι το αντικείμενο μέσω της αισθητικότητας στον άνθρωπο.
Η εποπτεία δεν είναι, με την γενικότητα της έκφρασης αυτής, παρά μόνον εμπειρική-αισθητηριακή, υπάρχει όταν το αντικείμενο προσβάλλει κατά κάποιο τρόπο το πνεύμα μας. Η δεκτικότητα να προσλαμβάνουμε παραστάσεις ανάλογα με το πάσχειν του υποκειμένου από τα αντικείμενα ονομάζεται αισθητικότητα (Sinnlichkeit).
Ωστόσο το ερώτημα παραμένει και ορθώνεται ξανά μετατρεπόμενο: 
Πως πραγματοποιείται η συνάντηση του προ-εμπειρικού γενικού και αναγκαίου στοιχείου με την δεδομενικότητα; 
Η μελέτη ενός τέτοιου ερωτήματος μπορεί να χαθεί στους λαβυρινθώδεις διαδρόμους της καντιανής εννοιολόγησης εάν δεν αποφασίσουμε από την αρχή να ορίσουμε αυτό που θεωρούμε ως αδύνατον σε αυτή την συνάντηση, αναδιατυπώνοντας το ερώτημα: 
Πως επιδιώκεται εντός του εννοιολογικού συστήματος του Kant στην Κ.Κ.Λ αυτού του είδους η συνάντηση της ενέργειας (ιδέα-έννοια) με την παθητικότητα (εποπτεία-αισθητικότητα);  ή αλλιώς, πως επιδιώκεται εντός του εννοιολογικού συστήματος η ενότητα της υπερβατολογικότητας ως ενεργητικού (αυτό-)θέτειν της σκέψης με το υλικό περιεχόμενο της σκεπτικής μορφής;
Ή, πως επιδιώκεται να γίνει πραγματικό αυτό που η παραδοσιακή μεταφυσική θεώρησε ήδη πραγματικό αλλά με υπερβατικούς και όχι υπερβατολογικούς όρους; 
Δηλαδή, πως επιδιώκεται η ενότητα με όρους πραγματικής αντιστοιχίας "είναι"-αισθητού και "συνείδησης"; 
Πάντως αυτό δεν μπορεί να γίνει με την συνεχή επίκληση ενός νέου υπερβατικού παράγοντα χωρίς αυτός να είναι όντως πραγματικός, έστω με την έννοια της απουσίας που σημαίνει την δυνατότητα. Αυτό που απουσιάζει κατά κάποιο τρόπο, και όχι μόνον στον Kant, είναι η υλικότητα της συνάντησης, εκτός κι αν μιλάμε για επιθυμίες, και οι επιθυμίες δεν μετράνε εδώ καθόλου. Μόνον η προ-ύπαρξη των αντικειμενικών πραγματικοτήτων είναι αποδεκτή σε έναν υλισμό που δεν είναι υλισμός της επιθυμίας του να ειναι υλισμός.
Το υπερβατολογικό υποκείμενο είναι ένα γνωσιακό υποκείμενο που αυτοκαθορίζεται πέραν των εξωτερικών στοιχείων συγκρότησής του, από αδήριτους εσωτερικούς αυτοκαθορισμούς που αφορούν το αντικείμενο από την πλευρά της συγκρότησης του και τις δυνατότητες γνώσης και καθορισμού του, και δεν αφορούν όπως με περισσή ευκολία λένε οι νεοκαντιανοί της ελλαδικής μεταπολίτευσης-που πλησιάζουν στο καθαυτό τους αλλά δύσκολα θα το αγγίξουν χωρίς την συναίνεση της αστικής τάξης- αυτό που λέμε "αξίες", αλλά την ίδια την γνώση. 
Η εννοιολογία ή η σημειωτική είναι σε συνθήκες ρήξεων ένας προ-καθορισμός στρατηγικού χαρακτήρα, ειδικά αν δεν έχει υπάρξει, όπως "εδώ", καν στρατηγική σε κανένα επίπεδο, παρά μόνον αν αφορά την "αξιακή" πρόθεση, ήτοι τις πλεκτάνες, κατά κύριο λόγο των εδώ ("φιλοσοφικών") "ευρω-κεντρικών" ιερατείων, μα στα αλήθεια ιερατείων, αλλά όχι μόνον αυτών..




Ι.Τζανάκος   

Ιωάννης Τζανάκος - Ιστολόγια

  • 1 - Οι λέξεις δεν έχουν ένα δικό τους νόημα, και όμως μπορούν να χαρίσουν νόημα σε ό,τι υπάρχει χωρίς να μπορεί κάποιος να προσδιορίσει τι ακριβώς είναι αυτό ...
    Πριν από 2 ώρες
  • Franz Kafka - "Sie standen plötzlich da…" (II, 10) - "Sie standen plötzlich da…" (II, 10) *Sie standen plötzlich da, in einer Reihe, zehn. * *Sie waren fast alle gleich, hagere, dunkle, kahlrasierte Gesichter ...
    Πριν από 3 ώρες

Δρεπάνι

Δρεπάνι
Δρεπάνι..

Αρχειοθήκη ιστολογίου

Kurdistan

Nichts

Nichts

Πολιτική και Γεωπολιτική..

Στα όρια..

Ουρανός

Ουρανός

Ερμηνείες της ιστορίας..

Επιστημονικά και επιστημονικοφανή..