Τετάρτη, 31 Ιουλίου 2013

Μοντέρνα (και μετα-μοντέρνα) συμπύκνωση της αλλοτρίωσης..



Η δυνατότητα να παραμένεις εντός ενός τεχνικού και πραγμοποιημένου κόσμου σκεπτόμενος τις "ανάγκες" σου και την "προσωπική" σου μοίρα, αλλά επίσης χωρίς να σκοπεύεις να υπερβείς το κόσμο αυτόν, παράγει καταστροφικές σκέψεις και πράξεις χωρίς καμμία αληθινή ανθρώπινη σημασία, περιορισμένες στο συγκεκριμένο αυτό Είναι που σε περικλείει, το οποίο όμως, συνήθως, περιορίζεται ακόμα περισσότερο από τον ''προσωπικό" τόνο που του προσδίδει ως Είναι μιαν ακόμα εντονότερη και σκληρότερη αλλοτρίωση και απ-ανθρωπιά
Θα ισχυριστούμε πως  είναι ακριβέστερο να πούμε πως αυτός ο ειδικός τόνος είναι που προσδίδει στην απανθρωπιά την ιδιότητα να είναι θεμελιακή ιδιότητα αυτού του Είναι. 
Το αλλοτριωμένο Είναι μιας κοινωνίας που δεν είναι ανθρώπινη μετασχηματίζεται σε σκληρότητα μέσα από την ανάδυση των προσωπικών της τόνων.
Γενικά, η περίκλειση σε έναν αλλοτριωμένο κόσμο σε συνδυασμό με μια εσωτερική στροφή των υποκειμένων, αλλά εντός αποκλειστικά αυτού του όποιου συγκεκριμένου κόσμου, είναι ο χρυσός κανόνας της βαθύτερης αθλιότητας, που δεν περιγράφεται επαρκώς με την σήμανσή της ως αθλιότητας του εγωτισμού.
Όταν το ίδιο το Όλον περιέχει τόσο την τεχνική μονοκρατορία στη παραγωγή και τη σκέψη όσο και την εσωφέρεια του υποκειμένου είναι ένα καταστροφικό Όλον, ένα θανατερό οντολογικό πλέγμα, που στην λαμπερή του τεχνική και "πραγματιστική" επιφάνεια αναδύει τις αρχαϊκότερες ωθήσεις μετατρέποντάς τες και αυτές σε τεχνικό μέσο κυριαρχίας της Κυριαρχίας και της ίδιας της αυτονομημένης τεχνικής.





Ι.Τζανάκος

Τρίτη, 30 Ιουλίου 2013

Το ό-πως-Είναι ως επιτακτικός θἀνατος..



Το ερώτημα "γιατί υπάρχει το ον και όχι το τίποτα", που έθεσε ο περίφημος Χάιντεγκερ, με έναν πολυπλοκότερο βέβαια τρόπο, δεν είναι α-νόητο, αλλά ένα προκλητικό ερώτημα σε όλους τους θετικιστές επιστήμονες που ασχολούνται μόνο με το "πως" του όντος.
Θα μπορούσε όμως κανείς να ξαναδεί τα πράγματα χωρίς να θέτει ένα ερώτημα αλλά το όπως-είναι τους ως ερώτημα. Πιθανόν αυτό ήταν και η ουσία του ερωτήματος του Χάιντεγκερ πέρα από την απορητική έναρξη, να θέσει το ό-πως-Είναι ως την ουσία του Είναι τους. Το ό-πως-Είναι περιέχει κάποτε τόσο την υπαρκτική όσο και την ουσιολογική πλευρά του όντος, αλλά και την ενότητα τού "για-τί" και του πως, όλων όμως στην αξεδιάλυτη ενότητά τους (όχι πάντα, σε αυτό το "κάποτε" που αναφέραμε).
Αυτή η  ενότητα είναι το προβληματικό σημείο στο ούτως τεθέν ερώτημα. Το ό-πως-Είναι του Είναι δεν είναι παρά μια αναμονή θανάτου του όντος, αφού το ό-πως-Είναι σήμερα εκτός απο αλυσοδεμένο σε διάφορες αλυσίδες (όπως το κοινωνικό σύστημα, τα κράτη, οι καταπιέσεις και οι ανάγκες) είναι και αλυσοδεμένο στην οντολογική εξαφάνιση που φέρουν αυτές οι αλυσίδες. 
Το ό-πως-Είναι δεν είναι τελικά πάντα ένα για-τί.
Το για-τί θα εδύνατο να ορθωθεί σε περιεχόμενο του ό-πως Είναι αν απεξαρτούσε την ουσία του από το κυρίαρχο-κυριαρχικό ό-πως, άρα τελικά από το ό-πως της ύπαρξης, που είναι πάντα θάνατος. Η ουσία της έννοιας-κατηγορίας "ύπαρξη" είναι πάντα θάνατος, και όταν αυτή αναβιβάζεται, με περίτεχνο και διαλεκτικό τρόπο, δια του ό-πως σε μέρος της ολότητας-σφαιρικότητας, θανατοποιεί το άπαν. Αυτό συμβαίνει, η υπαρκτικότητα ως θάνατος, με ιδιαίτερα ανησυχητική εμβέλεια, γιατί το ό-πως-Είναι είναι σαν κεντρική σημασία μια καθολική κυριαρχία της υπαρκτικότητας. 
Ακριβώς δε γιατί αυτή η "υπαρκτικότητα" ορίζεται σε ένα ολικό σύστημα καθορισμών. 
Ο χαιντεγκεριανισμός είναι μια ανώμαλη εγελιανοποίηση του αντι-εγελιανισμού. 
Οι ευθύνες της Δυτικής Φιλοσοφίας για την ύπαρξη αυτης της δυνατότητας είναι τερατώδεις και αφορούν φυσικά και τον ίδιο τον Έγελο, αλλά και τον Σπινόζα, με την υποστασιο-κεντρικότητα των εποπτειών τους (ακόμα και ο Έγελος υπέκυψε τελικά σε μια θεωρία του μετα-υποστασιακού υποστασιακού, της "ζώσας υπόστασης" που προκύπτει μετά την αναγγελία του Υποκειμένου).
Γι'αυτό μετά από μια θορυβώδη αναγγελία εκατοντάδων προφητο-ειδών σελίδων ο Χάιντεγκερ αναδεικνύει ως ουσία του υπαρκτικού Είναι του ανθρώπου το Είναι-προς θάνατον.
Όλη η αναμονή για την έννοια του χρόνου, για την νέα εμμενοκρατικά/μετα-φυσική έννοια του χρόνου, καταλήγει σε αυτό το θλιβερό αποτέλεσμα που είναι το προς-τον -θάνατο-Είναι.
Δεν θα ήμουν άδικος αν έλεγα πως αυτό είναι μια πρόσκληση σε μαζικές δολοφονίες, και αυτό δεν θα το έλεγα με την χρησιμοποίηση απο εμέ της πρόσκαιρης ή μη πολιτικής τοπο-θέτησης του κ.Μάρτιν απέναντι στο εξαμβλωματικότερο καθεστώς που εμφανιστηκε ποτέ στη γη, αλλά σαν συνέπεια της ειδικής θεώρησης, που ο ίδιος εγκαθιδρύει, της σχέσης  ανάμεσα: στο Είναι-του-ό-πως-Είναι και το πρός-θάνατον-είναι, ως το ό-πως-Είναι να είναι το Είναι του ολικού Είναι, ακόμα κι αν είναι ως ολικό Είναι (που εφαρμόζεται πάνω του το όπως-Είναι) ένα σφαιρικό Είναι. 
Αν το ό-πως του Είναι είναι το κεντρικό Είναι, του σφαιρικού κατά τα άλλα ολικού Είναι, το μόνο που μένει στο συνειδητοποιούντα "αυτό" είναι να αποφασίσει να το πράξει σαν απόφαση, αφού και το απλό "πως" δεν μπορεί εδώ (πιά) να επιτελέσει τον ρόλο της ενεργητικής λήθης (λ.χ εργασία ή επιστήμη) αλλά ούτε το για-τί  μπορεί εδώ (πιά) να αφαιρεί την πραγματικότητα από την πίεση της εμμένειάς της, δηλαδή από την επιτακτικότητα της πράξης, αφού δεν έχει εδώ (πιά) την πραγματικά κεντρική και προσωπική σημασία που είχε πάντα στην αληθινή μετα-φυσική. 
Η μόνη πράξη που απομένει σε ένα ον που δεν αφαιρείται από το "πως" αλλά και δεν παραμένει σε αυτό είναι ένα γυμνό "πως", ένα καθαρό και ,ταυτόχρονα ως καθαρό, ολικό ό-πως, δηλαδή ένας θάνατος δια γυμνών αποφάσεων. Θα ήταν πλεονασμός να πούμε ό,τι η ολικότητα σε ένα τέτοιο διανοητικό-ψυχικό περιβάλλον σκέψης απλά μαζικοποιεί την δολοφονική απόφαση.
Και επειδή το να αυτοκτονήσουν μαζικά οι Ναζί είναι μάλλον το λιγότερο πιθανόν το πιθανότερο είναι να ετερο-κτονήσουν κάθε τί που είναι το "ιδανικό" για αυτό τον σκοπό. Όχι πως αν ακούγανε τον προφήτη της καλύβας δεν θα αυτο-κτονούσαν γοργότερα, αλλά μάλλον τελικά επικράτησαν "ρεαλιστικότερες" σκέψεις.






Ι.Τζανάκος

Δευτέρα, 29 Ιουλίου 2013

Η αισθαντικότητα εξόριστη, στο αστικό σκουπιδαριό..




Η εντεινόμενη αναζήτηση της ελάχιστης διαφοράς ανάμεσα στην δυνατότητα του λεκτικού αγγίγματος του όντως Είναι και την περίκλεισή του με αυτό το άγγιγμα , ίσως να φαίνεται μιά αρκετά σχολαστική δραστηριότητα, για ένα άγγιγμα.
Συνήθως τα αγγίγματα και την αισθαντικότητα οι πολίτες της αστικής δημοκρατίας την αφήνουν στις "αισθήσεις".
Δεν έχει να κάνει τίποτα όμως ο Λόγος ως άγγιγμα με τις αισθήσεις όλων αυτών των μισο-πολιτισμένων φαντασμένων που αφού ισοπεδώσουν, εξοντώσουν, διαλύσουν, εξαλείψουν, εκχρηματίσουν, πουλήσουν, πουληθούν, αναζητούν στο τέλος την αισθητηριακή τους δικαίωση.
Γιατί, για δικαίωση μη αισθητηριακή δεν έχουν κάν τα μούτρα να μιλήσουν μέσα τους, οι αχρείοι..
Όμως όπως ξέρουμε πιά, όλες οι λέξεις κινδυνεύουν να είναι μυστικές αν είναι αληθινές. Πρέπει να τις εγκαταλείπουμε λίγο μετά την κάθαρσή τους, γιατί στην διάρκειά τους παραμονεύει η μαζική χρήση τους, σήμερα.
Πως να μιλήσουμε λοιπόν για την αφή ως δύναμη γνώσης και να μην γραπωθούμε αμέσως από τους γνωστούς βρυκόλακες που διακινούν τις ρεκλάμες;
Δεν μπορούμε να μιλήσουμε, γιατί μιλήσαμε ήδη πολύ..
Ούτε να ανασκεύασουμε μπορούμε τις λέξεις όπως το άγγιγμα, αν δεν περιοριστούμε ξανά και ξανά μέσα στην πιό παλαιϊκή γλώσσα. Δεν είναι αυτή γλώσσα ανακαλυπτόμενη στα αρχαία λεξικά, ούτε στα νέα αρχαία που ο κύριος από τον Μέλανα Δρυμό δημιούργησε μεταξύ δύο γενοκτονιών, αναγγέλλοντας την δεύτερη.
Αυτή η γλώσσα υφίσταται ως η αντίθεση στους εξομολογητικούς και αισθαντικούς τόνους που σχηματίζουν το γνωστό εκείνο πρελούδιο της αιωνιότητας που λέγεται μοντέρνο, ακόμα κι αν αυτοί οι τόνοι φαίνονται, ή μάλλον μόνον φαίνονται να φαίνονται, ό,τι είναι "σκληροί", "αντρίκιοι", αβυσσαλέοι.
Ας πούμε, φαίνονται να φαίνονται πως είναι υπερ-άνθρωποι, φαίνονται να φαίνονται πως είναι μετα-άνθρωποι, και μόνον φαίνονται, αφού είναι κι αυτοί εξομολογητικοί. Αισθαντικοί τόνοι ενός πρελούδιου της αιωνιότητας, που έμαθε να μας μιλάει και να λέει εγώ. Εγώ που δεν είναι εγώ, μη-εγώ, άλλο, και παρ-άλλο, και κάθε παραξενιά της φύσης του εγώ. 
Γιατί, αυτοί οι τόνοι δεν ταιριάζουν πιά ούτε στην έρημο που αναγγέλλουν συνέχεια, λές και ομοιάζει με την ένδοξη έρημο που γέννησε τόσα αρνητικά θεάματα, αληθινά. 
Είναι παράκαιροι όπως η σημερινή έρημος που δεν είναι παρά ένα σκουπιδαριό από απόβλητα της ταξικής ιστορίας. Αλλά το παράκαιρο αυτό είναι ένα καλό συμπλήρωμα και μόνον. Τι θα μπορούσε να είναι το παράκαιρο  ως έρημος που έχει μετατραπεί σε σκουπιδαριό; Ένα πρόσκαιρο, ξεδιάντροπα απομακρυσμένο..










Ι.Τζανάκος

Κυριακή, 28 Ιουλίου 2013

Το αιώνιο ως μη-σχέση του..


Τι είναι το αιώνιο;
Ρωτήστε το..



Ο διάλογός μας με το αιώνιο δεν σημαίνει πως εισερχόμεθα εμείς σε αυτό αλλά πως αυτό εισέρχεται σε εμάς, είναι παρόν σε εμάς. Σχετιζόμαστε με αυτό όντας αυτό μη σχετιζόμενο με εμάς.
Το αιώνιο ως παρόν σε εμάς δεν είναι παρουσία ούτε σχετίζεται με εμάς, αφού το αιώνιο δεν έχει παρουσία ούτε σχετίζεται με ό,τι άλλο. 
Αυτή η παροντικότητα δεν παρουσιά-ζεται και δεν σχετίζεται, αλλά είναι παροντική σε ένα (άλλο) ον και δημιουργεί σχέτιση από την πλευρά αυτού του άλλου όντος.
Η παροντικότητα της παροντικότητας του αιώνιου είναι μόνον παροντική. Δεν υπάρχει δηλαδή ένα είδος παροντικής παρουσίας του αιώνιου αλλά μόνον παροντικότητά του.
Η παροντικότητα του όντος που είναι το "αιώνιο" δεν παρουσιάζεται και δεν σχετίζεται απο την πλευρά του με το άλλο ον αλλά σημαίνει πως το "αιώνιο" είναι παρόν εντός του και το οδηγεί στην σχέτισή του (του άλλου όντος) με αυτό. 
Μπορεί να είναι το ον αυτό που ονόμασαν θεό, αλλά δεν είναι θεός γιατί ο θεός είναι μια καθολική σχέση, με αμφοτερόπλευρο τον συσχετισμό, όση κι αν είναι η διαφορά δύναμης ή η ιεραρχική "ανωτερότητά" του στην σχέση του με το "δημιούργημά" του.
Δεν θέλω να ορίσω το περιβάλλον αυτό ον ως καθολικά περιβαλλόμενο σημειακά, αφού αν και "περιβαλλόμενο" σημειακά απο εμάς δεν μπορεί να περιβληθεί παρά μόνον με την άρνηση, αποφατικά, εφόσον είναι το περιβάλλον ον που δεν περιβάλλεται παρά μόνον ως απόλυτα περιβάλλον τα πάντα. Ό,τι σημαίνεται ως "περιβάλλον τα πάντα" δεν μπορεί να έχει καθολική σήμανση, δεν μπορεί να είναι σημειακά προσδιορισμένο με έναν προσδιορισμό που με τη σειρά του θα το περιβάλλει συγκροτώντας το εσωτερικά. 
Η περιβάλλουσα  σήμανση τού "περιβάλλοντος τα πάντα" όντος  είναι μόνον περιβάλλουσα, χρησιμοποιώντας δε το εγγύτερο, στα πράγματα που περιέχει, αρνητικό πρός αυτά, στοιχείο.  
Αυτό το στοιχείο είναι ο χρόνος και η ικανότητά του να λειτουργεί όχι μόνον απλά, όπως είναι ως "φυσικός" χρόνος, αλλά και δια της αλλοιώσεώς του.
Ο χρόνος στη πραγματικότητα μπορεί να είναι απλά, σε σχέση με το αιώνιο, ο  τόπος εργασίας τού ιδανικού ομοίωματός του και όχι κάτι οντολογικά ταυτόν με αυτό (ως αιώνιο καθαυτό) μόνον και μόνον γιατί είναι ένα σημείο που μπορούν τα περιεχόμενα σε αυτό πράγματα (στο "αιώνιο") να συναντηθούν με το αιώνιο.
Δεν μπορεί λοιπόν παρά να είναι , το "αιώνιο", ελλειπτικά σημαινόμενο  ως χρόνος , ως ένας χρόνος που σημαίνεται ως ένας απροσδιόριστος χρόνος από έναν προσδιορισμένο. 
Ο προσδιορισμένος ούτως χρόνος φέρε-ται όμως προς τον απροσδιόριστο ή είναι αυτή η μοναδική πρός τον απροσδιόριστο χρόνο φορά (-φέρεια) και τίποτα άλλο .  Αυτός ο εξαρτημένος από το αιώνιο σημειακός χρόνος είναι μεν μια παρουσία, αλλά μια παρουσία εξαλειπτόμενη από το αιώνιο, μια παρουσία που είναι μόνον αυτή η εξάλειψη.
Αυτό που ως χρόνος σημαίνει το αιώνιο είναι η αποτύπωση της είσδυσης του αιώνιου στο ον που το σημαίνει και όχι ένα σημείο που θα σήμαινε μιά ύπαρξη όπως όλες τις άλλες υπάρξεις που σημαίνουν τα σημεία. Είναι μεν σημείο αλλά ως ένα άνοιγμα.
Ἐνα άνοιγμα όμως που είναι ως ον (και σημείο) μόνον αυτό το άνοιγμα. Όμως αυτό το άνοιγμα πρέπει πάντα να σημαίνεται ως το εγγύτερο θετικό-αρνητικό αυτού στο οποίο ανοίγεται. 
Το ά-χρονο είναι το χρονικό σημείο που πληρεί αυτή την ιδιότητα, εφόσον περιέχει τόσο την περατότητα που είναι αναγκαία σε έναν προσδιορισμό όσο και την αοριστότητα που είναι αναγκαία σε έναν αποφατικό μη-προσδιορισμό που επιτελεί τον ρόλο της σημασίας ενός όντος χωρίς δυνατότητα προσδιορισμού που προσδιορίζει όμως αυτό που "προσδιορίζει" και το ίδιο, χωρίς να αναφέρεται ή να είναι ουσιακά αναφερομενο σε αυτόν τον προσδιορισμό (το ά-χρονο δηλαδή προσδιορίζει κάπως το αιώνιο χωρίς όμως να το συγκροτεί εσωτερικά, είναι το αιώνιο από μια εξωτερική προς αυτό σκοπιά, αλλά και ως κάτι ομοιάζον). Το ά-χρονο ως το σημειακό ομοίωμα του αιώνιου, είναι η σημειακή ένωση του αιώνιου με το μη-αιώνιο που περιέχει την δυνατότητα ως σημείο να αγγίξει το αιώνιο, να το περικλείσει  ως απερίκλειστο σε μια αιφνίδια κατηγόρηση.
Ούτως, γίνεται ακόμα μια φορά ορατή, στο πεδίο της σήμανσης,  η μονοσημαντότητα της σχέτισης, το απόλυτο του μοναδικού προσανατολισμού της μη-αιωνιότητας στην αιωνιότητα, όταν η μη-αιωνιότητα σχετίζεται με την αιωνιότητα. Αν το άγγιγμα, από εμάς, αυτού του αδιάφορου όντος θα μπορούσε να το περικλείσει σημειακά, περιέχοντάς το, εγκλείοντάς το, συστήνοντάς το ως ον, αυτό είναι μιά άλλη υπόθεση..





Ι.Τζανάκος
 

Χρόνος..




Υπάρχει μια πηγή των αναπαραστάσεων που δεν αφορούν το προφανές, υπάρχουν λέξεις που δεν θα ειπωθούν ποτέ όσο περιοριζόμαστε από την ανάγκη της προφάνειας.
Αυτή η πηγή δίνει νερό σε όλους τους στοχαστές, τους προφήτες και τους άθεους, που μας εμφανίζουν τόσα θαύματα στο λαλίστατο στόμα τους. Αυτές οι λέξεις βρίσκονται στον τόπο εκείνο που δεν σημαίνει την ίδια την ύπαρξη των πραγμάτων ως υπαρκτών.




Το ουσιώδες νόημα των πραγμάτων δεν είναι η ίδια η ύπαρξή τους, ούτε η "ατομική" ούτε η "καθολική". 
Δεν γνωρίζω αν μπορούμε να μιλάμε για νόημα εδώ πέρα, αλλά για κάτι που δεν αφορά τις διαμάχες και τους συμβιβασμούς που φωλιάζουν σε όλα τα νοήματα. Σαν λίθοι που έχουν μέσα τους απολιθώματα της ανθρώπινης ζωής και των συγκρούσεών της, οι σημασίες ορθώνουν αυτά τα νοήματα σε λέξεις πλατειές όσο είναι η έκταση των βιωμάτων που εναποτέθηκαν σε αυτές, και αυτός που τις χρησιμοποιεί γιά να χτίσει το οικοδόμημά του δε γνωρίζει πως η κτίση του έχει συντελεσθεί ήδη στα ίδια τα πέτρινα στοιχεία της.





Μέσα στους λίθους της οικοδομής όμως δεν είναι μόνον αυτό που απολιθώθηκε υπαρκτό αλλά μυριάδες ενέργειες που αυτό ήταν, ζωντανό, και χωρίς σκοπό, στον αγώνα της παρουσίας του στον κόσμο
Και ο κόσμος μια σειρά από μυριάδες ενέργειες που ξεπήδησαν από την καταστροφή, τη ειρηνική ή βίαιη φθορά των προηγούμενων οικοδομημάτων, που με τη σειρά τους...





Υπάρχει ωστόσο αυτό που μεσολαβεί όλες τις μεσολαβήσεις και δεν είναι δυνατόν να αναβλύζει από την ίδια την μεσολάβηση εντός και διά των καταστροφών, αλλά είναι η διαμεσολάβηση όλων των διαμεσολαβήσεων, χωρίς καμία παρουσία να παρουσιάζεται εντός του, ούτε το ίδιο να είναι ποτέ μια παρουσία. 
Αν η όρθωση πάνω και πέρα από το συνεχές των οντικοτήτων και των παρουσιών δεν είναι μόνον άρνησή τους, αν η άρνηση δεν είναι ο αν-ύπαρκτος κρίκος που αναζητούμε, τότε που είναι η αιτία της απόσπασής μας από την διαδοχή των οικοδομήσεων και των καταστροφών, των ενεργειών και των απολιθώσεών τους;





Υπάρχει μια πηγή των διαμεσολαβήσεων που "αρνείται" πεισματικά να ορισθεί μέσα στα όρια του περατού και του απέραντου, αποσπάται από το υπαρκτό και την ουσία του, την παρουσία και την απουσία, τον θεϊσμό και τον αθεϊσμό των λαλίστατων. Δεν είναι ένα άφατο ούτε ένα λεκτόν, δεν είναι ά-λογο ούτε έλλογο, δεν είναι ένα Είναι ούτε ένα μη-Είναι, δεν είναι κάτι ούτε το μηδέν
Η αναβλύζουσα δύναμη της ζωής περιέχεται μέσα στην δική του ανάβλυση, αλλά δεν είναι κάτι πάνω ή πέρα από τη ζωή, ούτε φυσικά μια ζωή ή υπερ-ζωή. Δεν είναι ένα μοναδιαίο Εν ούτε πολλά, δηλαδή, ούτε ένα Εν που είναι μοναδικό ούτε ένα μοναδικό των πολλών.





Ο χρόνος που αναπαρίσταται και εννοιολογείται, ο χρόνος που βιώνεται, ακόμα και σαν "άλλος" χρόνος, είναι η διάρκεια της συνέχειας, η επιμονή της συνέχειας να είναι χρόνος και του χρόνου να είναι συνέχεια, το αιώνιο παρόν του αιώνιου που σε διαρκή παροντικότητα τέμνει το συνεχές του χώρου, αλλά δεν είναι αυτό που είναι η πηγή του, η ώθηση της κίνησής του πρός τον χώρο, αφού το αίτιο της κίνησης του χρόνου στον χώρο δεν είναι η κίνηση του χρόνου στον χώρο. 
Ο χρόνος είναι ο αιώνας αν σημαίνει την παραμονή του στο Εν που είναι. Ο χρόνος είναι ούτως το ά-χρονο της παραμονής του στην απουσία κάθε παρουσίας του. Ο χρόνος είναι τότε ένα κενό που αναφλέγεται, που αναβλύζει, εντός του εαυτού του χωρίς να σημαίνει τίποτα άλλο από την ταυτότητα με τον εαυτό του.  
Ο χρόνος τότε δεν εκτυλίσσεται ούτε εντός του εαυτού του ούτε εκτός του εαυτού του, ή μάλλον είναι ως εαυτός ένα μη-εντός ένα μη-εκτός αλλά μόνον χρόνος, δηλαδή το αιώνιο.






Η σχέση με αυτό τον χρόνο, τον χρόνο που δεν σημαίνεται αλλά μόνον περιβάλλεται σημειακά ως αυτό που μας περιβάλλει μη-σημειακά, είναι η πηγή..












Ι.Τζανάκος

Σάββατο, 27 Ιουλίου 2013

Το φοβερό Όνομα..



Η αποδιάρθρωση των δεσμών του κοινωνικού δύναται να παράγει τις ευστοχότερες εξεικονίσεις και εννοιολογήσεις του, όντως, αλλά δεν μπορεί να παράγει κάποια έννοια του κοινωνικού που ακολουθεί ως αναιρόν το ήδη αποδιαρθρωμένο, παροδικά ή μόνιμα, κοινωνικό,  παρεκτός κι αν σε αυτό το άλλο κοινωνικό περιέχονται ως κωδικές εγγραφές οι μνήμες αυτής της προηγούμενης αποδιάρθρωσης.

Όμως, μπορεί να πεί κανείς πως υπάρχει ταξική κοινωνία που έχει καθ'ολοκληρίαν εξαλείψει τα αιτιακά συμπλέγματα (μέρος των οποίων είναι και αυτό που ονομάζουμε αποτέλεσμα) που προκάλεσαν κάθε ειδική μορφή αποδιάρθρωσης;
Η ίδια η λειτουργία της κωδικής εγγραφής είναι στις ταξικές κοινωνίες δομημένη ως εγγραφή μιάς παλινδρόμησης τόσο στις "παλαιότερες" της κάθε μίας από αυτές, όσο είναι επίσης (ταυτόχρονα) δομημένη ως εγγραφή της ίδιας της ιδιάζουσας κωδίκωσής της ως παλινδρομικής εις'εαυτόν. 
Και αυτό το τελευταίο σημαίνει πως η αστική κοινωνία, ως η νεώτερη ταξική κοινωνία, περιέχει μερικώς αναιρεμένα τα "στοιχεία" των προηγούμενων κοινωνιών, αλλά επίσης και τον εαυτό της ως ειδική κωδίκωση που είναι (όχι μόνον) και αεί μερικότητα αυτής της αναίρεσης. Η αντιδραστικότητα των πρώτων συμβιβασμών της με την απολυταρχία και την αυταρχική θέσμιση είναι εγγενής στις αστικές αξιοθετήσεις, είναι εγγενής στην λατρεία της "ελευθερίας", της "δημοκρατίας", της "ισότητας".
Αλλά εκτός από αυτή την εγγενή αντιδραστικότητα που φωλιάζει σε κάθε παραλήρημα για το πολιτειακό "μεγαλείο" της η αστική κοινωνία είναι ως ιδιάζων καθαρός κώδικας (ως καπιταλιστικός κώδικας) μιά εγγραφή που σημαίνει την δική της, ξεχωριστή, θανατοπολιτική. 
Όπου, συγκεντρωμένη και αυτοκαθορισμένη (αστική μόνον;) πολιτική, δημοκρατική ή μη-, σημαίνει μαζικός θάνατος. Η "συμμετοχή" των παλινορθωτικών στοιχείων, της δουλείας και της απολυταρχίας, σε αυτό το μείγμα που περιέχει τόσο την "καθαρή" καπιταλιστική όσο και την "παλινορθωτική" πολιτική μορφή, δεν πρέπει ούτε να υποτιμάται ούτε να υπερτιμάται
Η ελευθερο-ισότητα και η δημοκρατο-θέσμιση είναι και χωρίς τις ειδικές τους παλινδρομικές σημανσεις από μόνες τους αξίες που μπορούν να θανατώσουν εκατομμύρια ανθρώπους, το δημοκρατικό-ιμπεριαλιστικό κράτος είναι, ακόμα και ως κεκαθαρμένο από τις απολυταρχικές  αναβιώσεις ένα κράτος μαζικής δολοφονίας. Η δημοκρατία είναι ως αυταξία, πιθανόν, ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης, ένας ολοκληρωτικός πόλεμος, ένα παγκόσμιο ή παγκοσμιο-ποιητικό σύστημα οικονομικής εξόντωσης πληθυσμών, ακόμα και αν είχε τις "αγαθότερες" καστοριαδικές εγγραφές εντός του.  
Η δημοκρατία και η ελευθερία ως αυταξίες είναι ίσως τα παραπάνω, στην καθαρή τους καπιταλιστική μορφή, μιά μορφή που (περιέχοντας πάλι όλες τις μερικές αναιρέσεις) έχει μέσα της ένα δικό της μη αναιρούμενο (ποτέ!) στοιχείο που είναι εφιαλτικότερο: την πολιτική ως συγκέντρωση και μέτρο της εμβιότητας, το καθολικό κράτος. 



Η καθαρή σύνοψη της ιστορίας που είναι αυτό το καθολικό -δημοκρατικό, αστικό- κράτος μπορεί να είναι το τέλος της ανθρωπότητας. Και αυτή η σύνοψη αδιαφορεί για τις εκτροπές τής δημοκρατίας αφού η δημοκρατία είναι αυτή η εκτροπή από την κοινωνία που αν ορθωθεί σε κανόνα περιέχει ήδη την "ολοκληρωτική" εκτροπή της. 
Ο εσωτερικός εαυτός του λεγόμενου νεωτερικού "ολοκληρωτισμού" είναι η δημοκρατία ως εκτροπή του πολιτικού στοιχείου του κοινωνικού αυτοκαθορισμού, και ως εαυτός η δημοκρατία είναι ήδη εντός τού εκτροπισμού της ως η αιτία του εκτροπισμού της σε "ολοκληρωτισμό".


Ας τα δούμε πάλι, πιό συγκεκριμένα:
Αν και είναι λόγου χάριν προφανές πως έχει καταστραφεί η δουλεία και η δουλοκτησία ως προσδιορίζον αιτιακό σύμπλεγμα που σημαίνεται στην μορφή της δουλείας και της δουλοκτησίας ως απόλυτου κοινωνικού κανόνα-νομοτέλειας ( ως δηλαδή "δουλοκτητικού τρόπου παραγωγής") την ίδια στιγμή σε αυτό τον "φιλελεύθερο" και "δημοκρατικό" κόσμο επιβιώνει σε ελάχιστες μονάδες, χωρίς να αναφερθούμε καθόλου στην μεταφορική χρήση του όρου ("δουλέμποροι μεταναστών") που όμως και αυτή απηχεί μια επιβίωση της δουλείας-δουλοκτησίας. Όμως υπάρχει πέρα από τον προσδιορισμό του "τρόπου παραγωγής" ο καθαρός προσδιορισμός της παραγωγής της ζωής ως κοινωνικής παραγωγής, προσδιορισμός που μπορεί να λάβει άμεσα πολιτικό χαρακτήρα, με την έννοια πως το πολιτικό "αυτονομείται". Το πολιτικό "αυτονομείται" σημαίνει μαζικός θάνατος, οικονομικός ή στρατιωτικός, για τα συμφέροντα της ιμπεριαλιστικής δράκας των μονοπωλίων, είτε αυτό είναι σημείο της επιθετικής της πολιτικής ή σημείο της υποταγής των καθεστωτικών αριστερών.
Η κυριολεκτική σημασία όμως  της δουλείας, η υπηκοότητα και η κυριαρχία ως αυτο-κυριαρχία επιβιώνει επίσης ως κατεξοχήν δύναμη στον αυτοκαθορισμό ως πολιτικό αυτοκαθορισμό, στην πολιτική ως θεμελιακή δύναμη, στο πολιτικό στοιχείο ως οντολογικό στοιχείο κλπ.
Αυτό είναι το σκάνδαλο του καπιταλισμού και των νεωτερικών κοινωνιών, ό,τι δηλαδή είναι ανίκανες να αποκτήσουν απόλυτες κωδικές εγγραφές που αποκλείουν τις άθλιες κωδικές εγγραφές των προ-καπιταλιστικών και προ-νεωτερικών κοινωνιών, πράγμα που σημαίνει πως σε αυτές (τις αστικές κοινωνίες) δεν πληρούται ο όρος της γνώσης ως αποτελέσματος της αποδιάρθρωσης που αυτές ως κοινωνίες δημιούργησαν στο προηγούμενο κοινωνικό (σύστημα), αν με τον όρο γνώση εννοούμε την αλήθεια.
Με αυτή την έννοια η διεργασία κατονόμασης της παλαιάς φεουδαλικής λ.χ κοινωνίας και της νέας αστικής μέσω του ρήγματος που η αστική προκάλεσε με την άνοδό της ή η ίδια συντελέσθηκε ως σύστημα ονοματοδότησης μέσα στο ρήγμα της προηγούμενης είναι με τη σειρά της μια διεργασία με εγγεγραμμένο το παλινορθωτικά ελλειπτικό στοιχείο, είτε αυτό σημαίνει την ανώμαλη αναβίωση των προ-νεωτερικών αξιών είτε την ολοκληρωτική αναγωγή της κοινωνίας στην παράδοξη δουλοκτησία του κράτους ή υπερ-κράτους. Και την ονομάζουμε παράδοξη γιατί είναι κάτι λιγότερο από δουλοκτησία αλλά και κάτι περισσότερο από μια μεταφορική της μεταβίβαση στον μοντέρνο κόσμο. 
Αυτό σημαίνει πως όλες οι περίφημες αξίες της "ελευθερίας", της "ισότητας", της ''δημοκρατίας", δεν είναι απλά ένα ελλειπτικό που είναι να καλυφθεί ή ένα ανολοκλήρωτο που πρέπει να ολοκληρωθεί αλλά ένα "φύσει" και "θέσει'' ελλειπτικό και ανολοκλήρωτο που δεν θα ολοκληρωθεί η καλυφθεί ποτέ. 
Μα πως; είναι αυτές οι "κατονομάσεις-αξίες" εγκλωβισμένες στην παλινορθωτική λειτουργία πρός κάποια δουλεία; Μπορεί κανείς να το πεί και έτσι, και τώρα όχι μόνον με την έννοια πως η δουλεία επιβιώνει νομοτελειακά (αν και περιθωριακά) στην κυριολεκτική της μορφή, αλλά με την ουσιώδη μεταφορική έννοια πως οι αξίες της αυτάρκους και αυτοθεσμιζόμενης πολιτικής δεν μπορεί παρά να σημαίνουν την κυριαρχία, την υποταγή, τον θάνατο, τον εξανδραποδισμό. Ή πιό συγκεκριμένα, την κυριαρχία, την υποταγή, τον θάνατο, τον εξανδραποδισμό της άμεσης εργασίας, είτε με τα κράτη έκτακτης ανάγκης γενικά, ή με τα κράτη έκτακτης ανάγκης που οργανώνουν την εργασία ως εργασία υπαγόμενη στο αυτονομημένο πολιτικό, ονομαζόμενο ως "πολιτικό στοιχείο". Όπου, ο ελιγμός που ισχυρίζεται πως το "πολιτικό στοιχείο" είναι κάτι "ελεύθερο" από το Κράτος μπορεί να επιστραφεί σε αυτούς που τον πραγματοποιούν με την επισήμανση από μέρους μας πως αυτό σημαίνει το παραπάνω:δηλαδή την ευπλαστότερη και εφιαλτικότερη υπαγωγή της άμεσης εργασίας στην οντολογική απορρόφησή της από έναν εφιαλτικό οντολογικοποιημένο κυρίαρχο. Το ναζιστικό "κράτος" είναι το αυτονομημένο πολιτικό, το "πολιτικό στοιχείο", και ως τέτοιο είναι "ολοκληρωτικό", ενώ το σταλινικό κράτος παραμένει εντός των ορίων της κρατικής (ρεαλιστικής) πολιτικής της ένοπλης δημοκρατίας, χωρίς να αποφεύγει ωστόσο πλήρως του προσδιορισμού του ως οντολογικοποιημένου κράτους του "πολιτικού στοιχείου" (ενός αμυνόμενου κομμουνιστικού λαού! μαλάκες αντισταλινικοί) . Αυτό φαίνεται και από το γεγονός πως το ναζιστικό κράτος οργανώνεται ως τελετουργία αυτού του "στοιχείου", ως λατρεία του πολιτικού μύθου, εργάζεται ως ένα υπερμοντέρνο και ταυτόχρονα παλινορθωτικό εξάμβλωμα, ολοκληρώνοντας όλες τις κωδικές εγγραφές του αστισμού εντός της πραγματικής ειδικής του, ή θα έλεγα ειδικότερης του, εγγραφής που είναι η με κάθε τρόπο οντολογική απορρόφηση της άμεσης εργασίας.
Η ελευθερο-ισότητα και η δημοκρατο-θέσμιση, εντός ενός τέτοιου πραγματικά υπαρκτού και όχι "φαντασμένου" αξιοθετικού Είναι, είναι οι περιεκτικές μορφές μιας αεί ανολοκλήρωτης ελευθερίας και μιας αεί ανολοκλήρωτης δημοκρατίας που όσο αυτο-θεωρούνται ως αξίες, όχι μόνον αυτο-βαυκαλίζονται ως έννοιες και αυτοκαθορίζονται ως σημειακά όντα, αλλά παράγουν οργανωμένο θάνατο. 
Η δημο-κρατία και η ελευθερία ως αυταξίες μπορεί να σημαίνουν την ολική, αν και παράδοξη, αναβίωση, στην ιμπεριαλιστική εποχή, της δουλείας ως ειδικής ("μοντέρνας") κοινωνικής μορφής τής θανατοπολιτικής υπαγωγής της άμεσης εργασίας.  
Είναι αυτονόητο πως η μη δημοκρατική πολιτική, ως αυταξία, σημαίνει ακριβώς το ίδιο, αλλά ακριβώς..
Υπάρχει λοιπόν, από την πλευρά της εργαζόμενης ζωής, η ανάγκη μιας ολικότερης κατονόμασης που δεν προκύπτει από την μέχρι σήμερα ρήξη των κοινωνικών δεσμών, ακόμα κι αν αυτή η διάρρηξη και η κατονόμαση που την ακολουθεί αφορούν  την αιρετική μορφή των προηγούμενων (αστικών) μορφών ρήξης (και γνώσης που προκύπτει από την ρήξη), και όλοι γνωρίζουν που αναφέρομαι
Διότι, η ονοματοδοτική διεργασία αν και είναι πάντα σημαίνουσα την (εννοιακή ή άλλη) γνώση που προκύπτει από την ρήξη δεν είναι πάντα (μέχρι σήμερα ποτέ) σημαίνουσα την καθολική γνώση. Όπου καθολική γνώση θα σήμαινε βέβαια κατ'ουσίαν την καθολική πράξη που κάποτε είχε ένα όνομα που προκαλούσε το ρίγος στις μάζες των εργατών και τη φρίκη στις δράκες των αντιπάλων τους. 
Το όνομα μπορεί να παραμείνει το ίδιο, μιας και οι αστοί πάντα σφυροδρέπανα θα φαντάζονται στους εφιάλτες τους και κομμουνιστές θα τους ονομάζουν όλους αυτούς ( ή αναρχικούς είναι αλήθεια) αλλά η ουσία του ονόματος θα είναι φοβερότερη, ίσως και η πραγματική του ουσία, αφού η αποδιάρθρωση που θα προκαλέσει την ανα-ονοματοδότηση σίγουρα θα είναι εφιαλτικότερη, αφορώντας την ίδια την ύπαρξη της ζωής σε κολασμένους τόπους που θα φλέγονται από τους πολέμους και την οικονομική και περιβαλλοντική καταστροφή..











Ι.Τζανάκος

Παρασκευή, 26 Ιουλίου 2013

Απάρνηση..



Η σημασία των διάφορων παραδόσεων που συγκροτούν το παρελθοντικό στοιχείο της πολιτικής θεωρίας έχει αναλυθεί, άλλοτε ψύχραιμα και χωρίς οντολογικοποιήσεις άλλοτε με έναν πραγματικά φαντασμένο τρόπο, άπειρες φορές. Θα ήταν μάλλον μεγάλη η έπαρση αν κάποιος ήθελε να παρουσιάσει κάτι ριζικά νέο όσον αφορά την ανάλυση και θεματοποίηση της σημασίας της παράδοσης της πολιτικής θεωρίας, είτε αυτή περιορίζεται ως έννοια στην καθαυτό πολιτική θεωρία είτε αυτή περιλαμβάνει μια σειρά συντελεστών.
Αυτό που θα είχε ίσως σημασία θα ήταν να βγούμε έξω από την πολιτική ως κάτι το σταθερό και διαχρονικά προσδιορισμένο, χωρίς ωστόσο να περιφερθούμε πάλι με αυτό τον γνωστό μη-συνειδητό αμφιθυμικό τρόπο που περιφέρονται όλοι οι απαρνητές της πολιτικής, από όποια σκοπιά κι αν σημαίνουν αυτή την απάρνηση, όποιους σκοπούς κι αν έχουν, το ξέρουν δε το ξέρουν.
Πως να το πράξουμε αυτό; Ας δούμε πρώτα αυτούς που δεν τους αφορά το πρόβλημα..
Υπάρχει ένας αμφιθυμικός και απαρνητικός τρόπος που συναντιέται κυρίως σε όλους αυτούς που φαντάζονται έναν κόσμο χωρίς κρατική εξουσία, είτε αυτό ως γεγονός προκύπτει από την ταυτόχρονη κατάργηση των τάξεων και του κράτους είτε είναι στοιχείο μιας περιπλοκότερης διεργασίας που αφορά την διαλεκτική παραγωγικών δυνάμεων και παραγωγικών σχέσεων όπως εκφράζεται και αντανακλάται στην πάλη των τάξεων. 
Η πολιτική σε όλη αυτή την παράδοση (πλέον), όσο και να αναπτύσσονται διάφορες ετερόδοξες εκδοχές της, παράγεται μάλλον ως μια παρακείμενη κατάσταση που όσο τείνουμε στον σκοπό της α-ταξικότητας α-κρατικότητας θα τείνει και αυτή στην εξαφάνισή της. Η εικόνα μιας απελευθερωμένης από τις έγνοιες της σύγκρουσης ανθρωπότητας είναι η εικόνα αυτής της μορφής απάρνησης της πολιτικής.
Δεν θα αναφερθώ στην αντι-πολιτική και τον αντι-κρατικισμό του φιλελευθερισμού, συντηρητικού και "κεντρώου", απλά γιατί θεωρώ πως αφορά κυρίως μιάν ειδική αστική τακτική της πρωταρχικής συσσώρευσης του κεφαλαίου (με κάθε δολοφονικό τρόπο) και όχι την στρατηγική ύπαρξη της αστικής τάξης που είναι και θα παραμείνει και κρατικά και πολιτικά μορφοποιημένη. Κάποια μείγματα φιλελευθερισμού και "αναρχισμού" μου προκαλούν απλά θυμηδία. 
Βλέπουμε λοιπόν πως η βασική μορφή στρατηγικής απάρνησης της πολιτικής συναντιέται στον αριστερό και αναρχικό χώρο. Είναι βέβαια αστείο να το λέει κανείς αυτό, όχι γιατί γελοιοποιείται ο ίδιος αλλά γιατί οι αριστεροί και οι αναρχικοί κάθε είδους αφιερώνουν συνήθως όλη τους τη ζωή στην πολιτική. Την αφιερώνουν όμως; και τι πολιτική είναι αυτή που επιθυμείται ως καταργημένη "κάποτε", όταν λήξει αυτό το καταραμένο πράγμα που λέγεται σύγκρουση; Η πολιτική που παράγεται σε αυτό τον χώρο είναι μια μη-πολιτική που όταν αναγκαστεί να γίνει πολιτική έχει δύο δρόμους: ή να σημαίνει την προσαρμογή στον αστισμό, με "αριστερό" η "αντι-αυταρχικό" πρόσημο, ή την ολική στράτευση σε μιαν ιδέα και πρακτική δράση εξαφάνισης του κοινωνικού διαχωρισμού σε τάξεις που αποτελούν, κατά την παράδοση αυτή, την ουσία του κράτους και της πολιτικής. Οι διάφορες μορφές που παίρνει αυτή η ολική στράτευση δεν μας ενδιαφέρουν εδώ. Αυτό που μας ενδιαφέρει είναι πως όλοι οι ιδεολόγοι αυτής της παράδοσης αναγκάζονται τελικά να κάνουν πολιτική. Και μάλιστα πολιτική με την "κλασσικότερη" έννοια, αφού η ίδια η στράτευση επιτάσσει την προσαρμογή στους κανόνες της πολιτικής χειραγώγησης, στα γενικότερα και τα μυχιότερα σημεία της κοινωνικής και "ατομικής" ύπαρξης. Γνωρίζω πως αυτά που λέω εκνευρίζουν πολλούς φίλους και μη (ή εχθρο-φίλους), αλλά αυτά λέει η ιστορία πρός το παρόν. Αν στεναχωρούνται ας μη με διαβάζουν επιτέλους, για να ησυχάσω και γω από το "μάτι" τους. 
Η ίδια η ιδέα της στράτευσης λοιπόν είναι η εισχώρηση του αγωνιστή σε ένα σκληρό πυρήνα πολιτικής χειραγώγησης και σημαίνει την δημιουργία, ακόμα και στο μικρότερο βαθμό ποσοτικής ύπαρξης, ενός κράτους. Όχι μόνον η πολιτική αλλά και το κράτος είναι εδώ. Ένα κράτος με τα όλα του: δικαστήρια και ενόχους, φίλους και εχθρούς, πληροφοριοδότες, μηχανισμούς, ιδεολογία, κανόνες ιεραρχίας, τιμωρίες, αποκλεισμούς, ψεύδη και στρεβλώσεις της σκέψης, αλλά και σκοπός, ιερότητα, πειθαρχία, ήθος, αφιέρωση, θάρρος κ.α άλλες τερατώδεις αρετές.
Πολλές φορές αναρωτιέμαι, τι δουλειά έχω με όλα τούτα; Μα είναι προφανές πως επειδή ζώ σε αυτό τον κόσμο, όπου το πάνω χέρι το έχουν οι αστοί και τα τσιράκια τους, προστρέχω και γω στον άλλο Λεβιάθαν, τον δικό μου (ή έτσι πιστευόμενο απο εμέ και τους άλλους ομοιοπαθείς εργαζόμενους) Λεβιάθαν.
Το πρόβλημα είναι πως η κατανόηση του πολιτικού και κρατικού φαινομένου, από τη σκοπιά της πραγματικά απόλυτης απάρνησης που φέρει η φιλοσοφία  (ειδικά η φιλοσοφία που δεν εκμαυλίζεται από ελπίδες) θεωρείται ως αυτό το πάντα (δικό) κράτος αλλά άθλιο κράτος, ακόμα και στην προπλασματική μορφή του (που είναι μερικές φορές πιό άθλια δυστυχώς από την ολοκληρωμένη μορφή του). Κατά κάποιο τρόπο η στράτευση στην αλήθεια είναι αλήθεια πως σε φέρνει σε μεγάλους μπελάδες. Η απάρνηση της πολιτικής, και όχι μόνον της "δημοκρατικής", είναι το τίμημα για την αλήθεια. Αλλά, και εδώ είναι το παράδοξο, αυτή η αλήθεια είναι επίσης μια πολιτική αλήθεια..



Ι.Τζανάκος

Το α-συνεχές στον χρόνο...




Η δημιουργία ενός ρήγματος στο χρονικό συνεχές της κοινωνικής ολότητας είναι στοιχείο μιας ευρύτερης διεργασίας που μπορεί να έχει θεμελιώδεις αιτίες που δεν αναφέρονται καν στο ίδιο το στοιχείο της α-συνέχειας. Η α-συνέχεια είναι πιθανόν ένα "χαμηλότερης" οντολογικής θέσης-αξίας στοιχείο της διεργασίας της ρήξης του χρονικού συνεχούς. 
Πριν όμως ακόμα ορίσουμε τα μη-χρονικά στοιχεία της ρήξης του χρονικού συνεχούς θα μπορούσαμε να ορίσουμε τα καθεαυτά χρονικά στοιχεία που αποτελούν το "αίτιό" τους. 
Εφόσον αποκλείσαμε το στοιχείο της α-συνέχειας γενικά το αποκλείσαμε και ειδικά, σε αναφορά με το ίδιο το χρονικό περιεχόμενο του χρόνου ως συνεχούς. Άρα το ερώτημα θα μπορούσε να είναι: ποιά είναι εκείνη η μορφή της χρονικής συνέχειας που αποτελεί το "αίτιο" ή το σύμπλεγμα "αιτίων" της δημιουργίας ρήξης στο χρονικό συνεχές της κοινωνικής ολότητας;
Η μέχρι τώρα κριτική στο χρονικό συνεχές, ή μάλλον στις θεωρήσεις του, στέκεται κυρίως στην κριτική του νεωτερικού χρόνου ως μιας ειδικής μορφής του συνεχούς που "καλύπτει", αποκρύπτει την δυνατότητα της ρήξης του. Η εμφάνιση της α-συνέχειας είναι λίγο ως πολύ, σε αυτές τις θεωρήσεις, ένα "θαύμα" που προκύπτει από την εισβολή κυρίως εμμενών στοιχείων που υπερβατικοποιούνται με την μέθοδο της εν-ικοποίησής τους, ήτοι της αναγωγής τής ουσίας του υπαρκτού στο υπαρκτικό πλαίσιό της που είναι πάντα δομημένο ως "μοναδικό". Αυτή είναι μια γενική κριτική μορφή της νεωτερικής μεταφυσικής για τον χρόνο, πού όσο αναδύεται ως κριτική μορφή τόσο βυθίζεται στο κρινόμενο στοιχείο.




Ι.Τζανάκος

Πέμπτη, 25 Ιουλίου 2013

Απλά..



Πολύ κακώς έκανα, πριν την ανάρτηση για το Ι.Κ.Α, πολιτικού περιεχομένου ανάρτηση που σχετίζεται με την έννοια της ολότητας. Διαπίστωσα πάλι πως το βασικό πρόβλημα των εννοιών και των καταστάσεων που αυτές ορίζουν είναι πως υπάρχουν ακόμα ως έννοιες και καταστάσεις. Όλο το παρελθόν, σε τυμπανιαία σήψη, έχει κατακαθίσει μέσα στο μυαλό μας με κάθε δυνατό τρόπο. Το μόνο που μας σώζει πλέον είναι η μη-έννοια, η μη-πολιτειολογία, η μη-ονοματολογία, η μη-ύπαρξη και η μη-ουσία, μέχρι να ξεχαστεί όλο αυτό που κατακάθεται πάνω μας σα σκόνη και ομίχλη και εμποδίζει τη σκέψη μας και τη δράση μας, όταν ειδικά μιλάμε για διαπιστωμένα τίμιους και συνεπείς στη ζωή τους ανθρώπους.
Να ξαναπιάσουμε τα πράγματα από την αρχή, να μηδενίσουμε όλες τις βεβαιότητες, χρησιμοποιώντας τις προϋπάρχουσες έννοιες αξίες σαν να είναι τσάπες και σφυριά, και όχι σαν να είναι τίποτα αυθύπαρκτα πράγματα. Μια πλήρης και απόλυτα ακομπλάριστη εργαλειακή αντίληψη των ιδέων, αξιών κλπ. Με έχει κουράσει αφάνταστα η ανάγκη συνεχών διευκρινίσεων. Μόνο μια θα κάνω. Είναι όλα αυτά που σας εν-θουσιάζουν νεκρά. Υπάρχουν μόνον άνθρωποι που εργάζονται, χωρισμένοι σε δύο βασικές τάξεις, και υπάρχει η ανάγκη κατάργησης αυτής της διπολικής ολότητας και αντικατάστασης από μια μονιστική α-ταξική ολότητα,  που θα έχει όμως μεγαλύτερο πλούτο στοιχειακών προσδιορισμών και θα εκπληρώνει τις όποιες ανολοκλήρωτες αξίες όπως η ελευθερία και η δημοκρατία (που έχουν οριστεί, λειψά και ιστορικά μονοδιάστατα, ως "πολιτεύματα''), αλλά και άλλες που ίσως δεν γνωρίζουμε καν πως υπάρχουν.  Και πολλά λέω..


Ι.Τζανάκος
 

Κυριακή, 21 Ιουλίου 2013

Ο άπειρος κόσμος, ένα ψεύδος;




Μεταφέρω ένα απόσπασμα απο το έργο του Ζ.Ντελέζ " Κινηματογράφος" που αναδημοσίευσε το μπλόγκ Die Bestimmung des Menschen, με τις υπογραμμίσεις του Γ.Ευσταθίου.


" Σύμφωνα με τη διαιρετότητα της ύλης, τα μέρη εισάγονται σε ποικίλα σύνολα, που υποδιαιρούνται ακατάπαυστα σε υποσύνολα ή αποτελούν τα ίδια υποσύνολα ενός ευρύτερου συνόλου, επ'άπειρον. Γι'αυτό το το λόγο, η ύλη ορίζεται από την τάση να συγκροτεί κλειστά συστήματα και ταυτόχρονα από τη μη ολοκλήρωση αυτής της τάσης. Αν και κλειστό, κάθε σύστημα έχει τη δυνατότητα να επικοινωνεί. Πάντοτε υπάρχει ένα νήμα που συνδέει ένα ποτήρι ζαχαρούχο νερό με το ηλιακό σύστημα και οποιοδήποτε σύνολο με ένα ευρύτερο σύνολο. Αυτή είναι η πρώτη σημασία εκείνου που αποκαλούμε εκτός πεδίου: όταν καδράρεται ένα σύνολο, και επομένως γίνεται ορατό, πάντα υπάρχει ένα σύνολο μεγαλύτερό του ή ένα άλλο σύνολο που μαζί με το πρώτο σχηματίζει ένα ευρύτερο σύνολο και μπορεί με τη σειρά του να γίνει ορατό, με την προϋπόθεση να γεννά ένα νέο εκτός πεδίου κτλ. Το σύνολο όλων αυτών των συνόλων συνθέτει μια ομοιογενή συνέχεια, ένα σύμπαν ή ένα κυριολεκτικά απεριόριστο επίπεδο ύλης. Βέβαια, επ'ουδενί δεν αποτελεί ένα ''όλον'', παρότι αυτό το επίπεδο ή τα μεγεθυνόμενα σύνολα βρίσκονται αναγκαστικά σε έμμεση σχέση με το όλον. Είναι γνωστό ότι, αν πραγματευθούμε το σύνολο όλων αυτών των συνόλων ως όλον, οδηγούμαστε σε ανυπέρβλητες αντιφάσεις (σ.σ αναφέρεται βασικά στα παράδοξα του Ράσελ). Όχι επειδή η έννοια του όλου στερείται νοήματος, αλλά γιατί αφενός το όλον δεν είναι σύνολο και αφετέρου δεν αποτελείται από μέρη. Είναι μάλλον εκείνο που εμποδίζει την περίκλειση κάθε συνόλου, όσο μεγάλο κι αν είναι, αναγκάζοντάς το να προεκταθεί σε ένα μεγαλύτερο σύνολο. Συνεπώς, το όλον είναι σαν ένα νήμα που διασχίζει τα σύνολα και δίνει στο καθένα τη δυνατότητα να επικοινωνεί με το άλλο επ'άπειρον, δυνατότητα που υποχρεωτικά γίνεται πράξη. Έτσι, το όλον είναι το Ανοιχτό και αναφέρεται περισσότερο στο χρόνο ή και στο πνεύμα παρά στην ύλη και στο χώρο. Όποια λοιπόν και αν είναι η σχέση των συνόλων, δεν πρέπει να συγχέουμε την προέκταση των μεν στα δε με το άνοιγμα του όλου που διατρέχει το καθένα. Ένα κλειστό σύστημα ποτέ δεν είναι απόλυτα κλειστό. Αφενός συνδέεται μέσα στο χώρο με άλλα συστήματα χάρη σε ένα νήμα, λιγότερο ή περισσότερο ''λεπτό'', αφετέρου εντάσσεται ή επανεντάσσεται σε ένα όλον, που του μεταδίδει μια διάρκεια κατά μήκος του νήματος. Επομένως, ίσως δεν αρκεί να διακρίνουμε, όπως ο Νοέλ Μπερτς, έναν συγκεκριμένο χώρο και τον φαντασιακό χώρο του εκτός πεδίου, θεωρώντας ότι ο φαντασιακός γίνεται συγκεκριμένος όταν περάσει κι αυτός σε ένα πεδίο, όταν δηλαδή πάψει να είναι εκτός πεδίου. Το εκτός πεδίο, καθ'εαυτό ή ως τέτοιο, έχει δύο πτυχές, διαφορετικές στη φύση τους: μία σχετική, μέσω της οποίας ένα κλειστό σύστημα στο χώρο παραπέμπει σε ένα σύνολο που δεν βλέπουμε, και που μπορεί με τη σειρά του να γίνει ορατό, ελεύθερο να δημιουργήσει ένα νέο μη ορατό σύνολο, επ'άπειρον. Και μία απόλυτη, χάρη στην οποία το κλειστό σύστημα ανοίγεται σε μια διάρκεια εμμενή στο όλον του σύμπαντος, που πλέον δεν είναι σύνολο και δεν ανήκει στην τάξη του ορατού. Τα αποκαδραρίσματα, που δεν δικαιολογούνται ''πραγματολογικά'', παραπέμπουν ακριβώς σ'αυτή τη δεύτερη πτυχή ως λόγο ύπαρξης.
   Στην πρώτη περίπτωση, το εκτός πεδίο δηλώνει κάτι που υπάρχει αλλού, δίπλα ή γύρω. Στη δεύτερη, μαρτυρεί μια πιο ανησυχητική παρουσία, για την οποία πλέον δεν μπορούμε καν να πούμε ότι υπάρχει, αλλά περισσότερο ότι ''επιμένει'' ή ''επιζεί'', ένα ριζικότερο Αλλού, πέρα από τον ομοιογενή χώρο και χρόνο. Πιθανότητα, οι δύο πτυχές του εκτός πεδίου αναμειγνύονται συνεχώς. Αλλά, όταν θεωρούμε μια καδραρισμένη εικόνα ως κλειστό σύστημα, μπορούμε να πούμε ότι η μία πτυχή υπερισχύει της άλλης, ανάλογα με τη φύση του ''νήματος''. Όσο πιο χοντρό είναι το νήμα που συνδέει το ορατό σύνολο με άλλα σύνολα μη ορατά, τόσο καλύτερο το εκτός πεδίου εκπληρώνει την πρώτη του λειτουργία, δηλαδή να προσθέτει χώρο στο χώρο. Όταν όμως το νήμα είναι πολύ λεπτό, δεν αρκείται να ενισχύει το κλείσιμο του κάδρου ή να αποκλείσει τη σχέση του με το έξω. Βέβαια δεν είναι δυνατό να εξασφαλίζει πλήρη απομόνωση του σχετικά κλειστού συστήματος. Αλλά όσο πιο λεπτό είναι, όσο περισσότερο η διάρκεια κατεβαίνει από ψηλά προς το σύστημα σαν αράχνη, τόσο καλύτερα το εκτός πεδίου εκπληρώνει τη δεύτερη λειτουργία του, να εισάγει δηλαδή υπερχωρικά και πνευματικά στοιχεία στο σύστημα που ποτέ δεν είναι εντελώς κλειστό".



Οφείλουμε να πούμε πως η βασική μας διαφωνία αφορά την άρνηση του Ντελέζ να ορίσει σαν το σύμπαν ως όλον, πράγμα όμως κατανοητό από την προ-εννόηση που ακολουθώντας και αυτός σημαίνει το σύμπαν, και το όλον, ως άπειρο. Ο Ντελέζ πλησιάζει το εκδιωχθέν από τον εμμενοκρατισμό στοιχείο, αλλά δεν το εγγίζει, τελευταία στιγμή.
Αν προσπαθήσει κανείς να ορίσει το Άπειρο με μαθηματικές μεθόδους και μόνον είναι σίγουρο πως θα υποκύψει στα γνωστά παράδοξα που ανέδειξε ο Μ.Ράσσελ και πραγματεύτηκε ουσιαστικά ο Γκέντελ. 
Όμως το αχαλίνωτο του μαθηματικού Απείρου δεν είναι αναγκαία σύστοιχο της μεγαλοσύνης του Σύμπαντος Κόσμου, και συγγνώμη για την κάπως υπερβολική έκφραση. 
Η απειρία είναι μια κατασκευή που αναφέρεται σε μια δυνατότητα όπως όλες οι δυνατότητες που περιέχονται στα μαθηματικά, πολλές από τις οποίες είναι ή θα είναι για πάντα ανέφικτες και μη-πραγματικές. 
Η μόνη έννοια ενός άπειρου σύμπαντος που μπορεί να αντιστοιχηθεί στο (μαθηματικό) άπειρο με πραγματικές αξιώσεις επιβίωσης είναι η χρονική έννοια του απείρου σύμπαντος, αν φυσικά υποθέσουμε πως όντως ο κόσμος θα είναι ατελεύτητος, παντοτινός, οπότε τα "χρόνια" που θα μετράει δεν θα τελειώνουν ποτέ (τόσο απλά; ναι).
Βέβαια ο Ντελέζ αφήνει ανοιχτή μια τέτοια έννοια του απείρου, αλλά δεν το διευκρινίζει επαρκώς σε σχέση με την έννοια της ύλης και του συστήματος, ή των συστημάτων της, παρά μόνον σχέση με την διαλεκτική τους, ως διαλεκτική ανοίγματος και ολοποίησης σε αναφορά με ένα άλλο νέο περιέχον σύστημα ή μια άλλη περιέχουσα υλικότητα (θα έλεγα πως αυτή είναι η "υλομορφική" διάσταση) ή σαν μια διαλεκτική που αφορά την "άμεση" αναφορικότητα των υλών και των συστημάτων πρός το καθολικό στοιχείο του Σύμπαντος.
Επειδή έχει δεχθεί την αλυσίδα που έχουν βάλει στην ολότητα, αλυσίδα που είναι το άπειρο, δεν μπορεί να αποδώσει στο πιθανότερο υπερ-ον που είναι το σύμπαν την έννοια της ολότητας, ή υπερ-ολότητας εφόσον μιλάμε για την ολότητα των ολοτήτων, γιατί θα ήταν αναγκασμένος να υποκύψει στα παράδοξα που έχουμε προαναφέρει. 
Έτσι αναγκάζεται να  πεί: 

"Το σύνολο όλων αυτών των συνόλων συνθέτει μια ομοιογενή συνέχεια, ένα σύμπαν ή ένα κυριολεκτικά απεριόριστο επίπεδο ύλης. Βέβαια, επ'ουδενί δεν αποτελεί ένα ''όλον'', παρότι αυτό το επίπεδο ή τα μεγεθυνόμενα σύνολα βρίσκονται αναγκαστικά σε έμμεση σχέση με το όλον."

Αν όμως αφαιρέσουμε από την ύλη (και τα συστήματά της) την δυνατότητα του απεριόριστου, θα δούμε πως αυτή στο σύνολό της δεν είναι απροσδιόριστη ως ολότητα.
Η συμπαντική ολότητα των ολοτήτων υφίσταται, και δεν υποκύπτει σε κανένα παράδοξο, απλά γιατί δεν είναι άπειρη, όπως επίσης η ύλη, στο στοιχειακό μικρο-επίπεδο, δεν φαίνεται πως υπο-διαιρείται επ'άπειρον. Και εν πάσει περιπτώσει, ακόμα κι αν υποθέσουμε πως υπάρχει ένα είδος απειρίας, για μας χρονικής, αυτό δεν αφορά την δυνατότητα ενός καθολικού υλικού χωρικού τόπου που πιθανότερο είναι να μην "ενδιαφέρεται" για την απειρία που περιέχει ύλες και συστήματα, αλλά για την δυνατότητα ενός υλικού χρονικού τόπου που "ενδιαφέρεται" για αυτές τις ύλες και τα συστήματά τους από την "σκοπιά" της αντίθεσης. Το όλον σύμπαν, ως μια άπειρη χρονική δύναμη επανάληψης του εαυτού του και των νομοτελειών του (ίσως με εντροπική τάση) και ως θηριώδης δύναμη διάρκειας πρός το απέραντο μέλλον της παρουσίας του, περικλείει αντιθετικά τις ολότητες των υλών, ειδικά αν μιλάμε για έμβια συστήματα, και τα έμβια συστήματα εσωτερικεύουν αυτή την απειλητική περίκλειση με τις υπερβασιολογικές  παράστασεις του συμπαντικού χρόνου. 
Η εσωτερίκευση αυτή είναι εξίσου σημαντική ως προς την κοινωνικο-πολιτισμική και υποκειμενική της σημασία όσο είναι σημαντικές και οι εσωτερικεύσεις των "επίγειων" αντιθέσεων που αφορούν διανθρώπινες αντιθέσεις ή την αντίθεση του ανθρώπου συνολικά με την περιβάλλουσα φύση της γης.
Η "εισβολή" του απείρου στην πραγματικότητα αφορά την νοηματική, φαντασιακή και ιδεολογική σύμμειξη αυτής της μεγάλης αναπαράστασης του μεγάλου κόσμου με τις αναγκαιότητες ενός "γήινου" κόσμου που αφορούν την διάλυση, καταστροφή, και χειραγώγηση κάθε "αναχρονιστικής" συστημικής κλειστότητας και κάθε σχετικά εσωστρεφούς κοινότητας ανθρώπων.
Αν σας έλεγα πως αγαπώ αυτές τις εσωστρεφείς κοινότητες θα σας προκαλούσε αυτό έκπληξη;
Σε τελική ανάλυση, αυτές οι κοινότητες όταν σχημάτιζαν αναπαραστάσεις για  τον μεγάλο Κόσμο δεν έπεφταν και δεν πέφτουν σε τέτοια φιλοσοφικά, και επιστημονικά ακόμα, λάθη. (Μη σπεύσουν κάποιοι να μιλήσουν με χλευασμό για αυτές τις εσωστρεφείς κοινότητες γιατί μπορεί να ανήκουν σε μια απ'αυτές!)
Δεν είναι αυτό παράδοξο;  
Για μένα όχι...












 Ι.Τζανάκος

Η ύλη ως εσωτερικότητα..







(Σκέψεις πάνω στα αποσπάσματα από το έργο του Gilles Deleuze, Κινηματογράφος (1) που αναδημοσίευσε το μπλογκ Die Bestimmung des Menschen. Καλή είναι μια περιδιάβαση στο ίδιο το κείμενο που μας προσέφερε με γενναιοδωρία η δυναμική του συντροφιά)








Αν μιλάς για αυτό που είναι ανάμεσα στην φωτεινή πηγή (ή την αντιληπτική σχηματοποίηση του φωτός) και το φως των όντων υποθέτεις ήδη κάτι που καταργεί την εμφάνεια ως στιγμή, αφού τα όντα έχουν δύναμη φωτός και αποκτούν ούτως την δύναμη να φαίνονται χωρίς την διαμεσολάβηση της υπερβατολογικής τους ανάδυσης. 
Όπου, υπερβατολογική ανάδυση είναι η εμ-φάνεια, η εσωτερικότητα της εμφάνισης. 
Η ανάδυση αποτελεί μια από τις αγαπημένες έννοιες των νέων βιολόγων, και αφορά "ποιοτικά προσδιορισμένες δομές" που προκύπτουν απο την προηγούμενη υλική κατάσταση χωρίς να ανάγονται σε αυτήν ως αυτή να είχε εντός της την εντελέχειά τους (υπάρχουν και πιό αυστηροί ορισμοί, αναζητήστε τους).
Στο κείμενο του Ζ.Ντελέζ αμφισβητείται διαλεκτικά και  με ενάργεια, με την βοήθεια του μεγάλου φιλοσόφου Α.Μπερξόν, η ριζικότητα της αναδυσιακότητας, πάνω στην βάση πραγματικά ριψοκίνδυνων, αλλά και ερεθιστικών, ισχυρισμών  για την ύπαρξη συνείδησης ή "εικονικής ουσίας" (δική μου ονομασία) μέσα στην (φαινομενικά;) αν-όργανη ύλη. 
Δεν θα εξετάσω το ορθόν αυτών των ισχυρισμών, που σίγουρα δεν είναι προιόν απλά της φαντασίας αλλά κριτικά διαμεσολαβημένες εννοήσεις επιστημονικών και φιλοσοφικών υποθέσεων και ερευνών.
Θα σταθώ συνοπτικά στο θέμα "εμφάνιση". 
Η εμ-φάνιση, όπως είπαμε προϋποθέτει την εσωτερικότητα που διαμεσολαβεί το  φαινόμενο και το συγκροτεί ως φαινόμενο, και ως εξ'αυτού καθορίζει την φάνεια, την καθαρή φαινομενικότητα, από την ύπαρξη αυτής της εσωτερικότητας. 
Η υπερβατολογική συγκρότηση του φαινομένου δεν είναι όμως προσδιορισμένη μόνον από μια γενική εσωτερικότητα, αλλά από εκείνο το είδος της εσωτερικότητας που εκπέμπει ως σημείο το φως ή εκπέμπει το φως ως σημείο συγκρότησής της αλλά και εμφάνισης των πραγμάτων, που ως τότε παραμένουν "σκοτεινά". 
Αυτό είναι το πρώτο μη-προφανές που εμφανίζεται στην ντελεζιανή, και μπερξονική, ανάδειξη της φαινομενολογίας, για να κριθεί έπειτα υπο το "φως" της έννοιας της ύλης ως "φωτεινής". 
Αν η ύλη είναι "φωτεινή", ένα είδος ύλης-εικόνας, δεν μπορεί να "φωτιστεί" από την φωτεινότητα της υπερβατολογικής ( ή απλά εσωτερικής) οντότητας, παρά μόνον το αντίθετο να μεταστοιχειωθεί από ένα είδος διάθλασης (απόσταση ερεθίσματος-δράσης), που έχει μάλιστα ως λειτουργική της βάση την ποιότητα του ''μαύρου'', αυτού που είναι δηλαδή αυτό το υλικό "σκότος" που είναι απαραίτητο για την παραγωγική της ανάσχεση (αυτή είναι η συνείδηση). 
Η ύλη-εικόνα-φώς χωρίς την διαμεσολάβηση αυτού του "σκότους" διαχέεται παντού. Όταν μεσολαβεί η συνείδηση, ως το μαύρο υπόβαθρο αυτής της αναγκαίας "αντίστασης" ή απλά "απόστασης", αυτή η διάχυση περιορίζεται και έχουμε την (δεδομενη ως) επιλεκτική αντίληψη, που δεν είναι ίδιον μόνον του ανθρώπου αλλά το έμβιο συνολικά, ακόμα και στο μεταιχμιακό "προ-βιωτικό" πεδίο κλπ. 
Περισσότερες λεπτομέρειες, για τις διαβαθμίσεις όλων αυτών στο ίδιο το κείμενο παρακαλώ, αναγνώστη.
Να παρατηρήσουμε καταρχάς πως για τον Έγελο η σκοτεινότητα [ή το μισοσκόταδο που είναι η (φαινομενολογική) συνείδηση] θεωρείται δεδομένη. Στις παρατηρήσεις που κάνει ο ίδιος ο Έγελος στα πρώτα μέρη της "Διδασκαλίας περί του Είναι" ( απο την Επιστήμη της Λογικής] αναφέρεται στην σχέση φωτός και σκότους ως αλληλοκαθοριστικής, αν μιλάμε για την αλήθεια ή το ελλόγως θεώμενο είναι. Στις αναρτήσεις μου που επίκεινται ακόμα θα αναφερθώ λεπτομερειακότερα στην "φωτο-σκοταδο-λογία" του Εγέλου.  
Άλλη μια φορά θα πούμε: όλα τα έπιασε το τέρας (και τότε που δεν υπήρχε κινηματογράφος).
Σημειώνω πάλι, πως το σκότος ως δημιουργική δύναμη, στον Έγελο  , που αν και δεν ήταν μεσαιωνιστής ούτε ρομαντικός δεν ήταν σίγουρα ιδεολόγος της "ανανεωτικής αριστεράς", συνδέονταν άρρηκτα και ξεκάθαρα με το μη-Είναι, το Μηδέν, την άρνηση.
Το έλλογο και η ανάδυση της φαινομενικότητας που το θεμελιώνει-υποστηρίζει δεν είναι μια φωταψία της συνείδησης, ούτε το πράγμα είναι επίσης ένα σκοτεινό αντικείμενο που φωτίζεται από αυτή τη φωταψία. Ο πόνος και το σκότος του Αρνητικού αποτελούν συστατικά στοιχεία της ανάδυσης του έλλογου, και επίσης το προιόν του είναι λουσμένο, όπως λέει, σε ένα ημίφως. 
Το ερώτημά μας όμως δεν έχει να κάνει τόσο με αυτή τη μανία των Γάλλων στοχαστών να ακούνε τον Έγελο, να τον ξεζουμίζουν, αλλά και να τον "ξεχνάνε" κάπως παραπλανητικά στις αναφορές τους. Αφορά την δυνατότητα να υφίσταται μη φαινομενολογική συγκρότηση του φαινομένου, ως φαινομένου που δεν αποκαλύπτεται ποτέ αν δεν περάσει από το δίχτυ της αντίληψης αλλά πάντως μπορεί να και να (προ-)υπάρξει χωρίς κανένα δίχτυ που να το συλλέγει, είτε αυτό το δίχτυ είναι η αντίληψη είτε άλλες μορφές ανάκλασης πιο κοντά στην εμ-φάνεια.
Νομίζω πως αν μιλάμε για το φαινόμενο η φάνεια αν δεν είναι πάντα υποκειμενική (δηλαδή εμ-φάνεια) δεν μπορεί να μην είναι "εσωτερικότητα". Τι θέλω να πω, προαναγγέλοντας λόγω της εισβολής του κειμένου του Ντελέζ:
Θέλω να ισχυριστώ πως αν και το φαινόμενο είναι δυνατόν να μην είναι δομικά εμ-φανές, υποκειμενικό -έστω αναδρομικά, είναι εσωτερικά σχηματισμένο. Και αυτός ο σχηματισμός διαφεύγει της "φωτεινότητας" ή της "σκοτεινότητας" της υλικότητάς του. Η ύλη του φαινομένου, το φαινόμενο ως υλικότητα ή ακόμα και εικόνα ορίζεται σε έναν εσωτερικό στον χρόνο χρόνο ή χρονικότητα.
Έχω αναφερθεί σε πρόσφατες αναρτήσεις μου στην δυνατότητα πρωτο-θεμελίωσης του α-προϋπόθετου με μια σειρά προσδιορισμών που συγκροτούν ένα "πεπερασμένο" αναλυτικό σύστημα προσδιορισμών. 
Ένας από αυτούς τους προσδιορισμούς αναφέρθηκε ως η υπερβασιακή χρονικότητα. 
Η υπερβασιακή χρονικότητα ορίζεται κατ'εμέ σε ένα "παραδοσιακό" πλαίσιο έντασης ανάμεσα στην ροϊκή χρονικότητα (για την οποία μιλάνε μάλλον οι Ντελέζ και Μπερξόν) και την αντι-χρονικότητα, την υπερ-χρονικότητα και μεγα-χρονικότητα, που εξέταζόμενη(-ες) ενέπνευσε(-αν) και παραπλάνησε(-αν) όλη την θεολογική και φιλοσοφική παράδοση. 
[Σημείωση: συμπληρώνοντας, με βάση την έννοια της "Διάρκειας" στον Μπερξόν, όπως μου υπενθύμισε ο Ευσταθίου, θα έλεγα πως η Διάρκεια είναι ως άρνηση του χρονικού συνεχούς ένα συμπύκνωμα/σύμπτωση παρόντος-παρελθόντος, αλλά ως συμπύκνωμα/σύμπτωση και άμεση αναπαράσταση που διακρίνεται από την άμεση παράσταση του χρόνου ως διαδοχής στιγμών είναι μεν διαφορετική από την καθαρή χρονική ροή αλλά αντιστοιχεί σε αυτήν, ενω η αντίληψη του χρόνου ως χώρου δεν αντιστοιχεί στην ροή. Από την άλλη, η διάρκεια, ως σύστημα αναπαράστασης που σπάει το χωρο-χρονικό συνεχές, δεν αντιστοιχεί σε κάτι ριζικά "έξω" από την χρονική ροή. Υπο μία έννοια μάλιστα μπορεί κανείς να πεί πως δεν αμφισβητείται ούτε καν το χωροχρονικό συνεχές, αλλά διατηρείται ως συνεχές με την κυριαρχία όμως του χρονικού του συντελεστή]
Αυτή η αντι-χρονικότητα υπερ-χρονικότητα είναι εσωτερικότητα. Πιθανόν είναι αδύνατον να ολοκληρώσω την έρευνα της θεμελιακότητας που είναι το α-προϋπόθετο στο αναλυτικό πλαίσιο που επιθυμώ, αν και σας έχω δείξει τους πρώτους συλλογισμούς μου επ'αυτού. Αν το έπραττα αυτό θα έπρεπε να είναι αυτή η μορφή χρονικότητας το ίδιο "πράγμα" με τους άλλους όρους, όπως το Μηδέν ή ή άρνηση, εφόσον μιλάμε για αναλυτικό (υπο την καντιανή έννοια) και όχι συνθετικό πλαίσιο (πάλι υπο την καντιανή, αλλά και την εγελιανή έννοια). 
'Ομως είναι προφανές από τα προηγούμενα πως η ύλη ως φαινόμενο έχει και αυτά τα στοιχεία, συγκροτείται ως "σκοτεινή" ή μάλλον και ως "σκοτεινή", άρα περιέχει και αυτή την δυνατότητα εσωτερικότητας που οι Ντελέζ-Μπερξόν χαρίζουν έμμεσα μόνον στην αντίληψη-συνείδηση. Και το σκότος περιέχει άρνηση. Και η άρνηση είναι επίσης μια τροπή της ύλης...
Συνέχεια στον Έγελο.. 
















Ι.Τζανάκος







                                                                               

  

                                                               




                                                                                                                      








Σάββατο, 20 Ιουλίου 2013

5 Σημεία αντι-δυτικής κριτικής...




1.
Να αποδείξεις ό,τι η υπερβατικότητα της νεώτερης εποχής είναι η εμμένεια. Να αποδείξεις δηλαδή ό,τι το εκείθεν αυτού του εντεύθεν είναι το εντεύθεν ριζοσπαστικοποιημένο μέχρι την καταστροφή του κόσμου, όλων των έμβιων όντων και όλων των ανθρώπινων κοινοτήτων που απέμειναν να χάσκουν αποσαρκωμένες από κάθε νόημα. Να αποδείξεις ό,τι τα ιερά τέρατα της "προοδευτικής" δια-νόησης, ο Σπινόζα και ο Νίτσε, είναι οι ιερείς αυτής της καταστροφικής διεργασίας. Να αποδείξεις ό,τι ακόμα και οι πρώτοι εξερευνητές της νεωτερικότητας όπως ο ιερός Αυγουστίνος, και ο Απόστολος Παύλος, ήταν οι πρώτοι καταστροφείς του Λόγου. Να αποδείξεις ό,τι ακόμα και ο Κάντ και ο Έγελος δεν μπόρεσαν να υπερβούν τον υποστασιο-κεντρισμό, την υπερβατικοποίηση της εμμένειας, την ειδωλολατρία της ατομικότητας, την θεοποίηση της στατικής ύλης. Πως να τα αποδείξεις όλα αυτά, πότε να τα αποδείξεις, γιατί να αποδείξεις;


2.
Υπάρχει γεωγραφία του πνεύματος, αλλά είναι σήμερα η γεωγραφία ενός ζωντανού πυρήνα και ενός τεράστιου νεκροταφείου που τον περιβάλλει. Ο ζωντανός πυρήνας είναι η Δύση, το νεκροταφείο όλος ο υπόλοιπος κόσμος, όχι με την έννοια απαραίτητα μιάς πολιτισμικής υποδούλωσης που αντιστοιχεί σε μιά οικονομική ή πολιτική υποδούλωση, αφού μια χώρα, μια πολιτισμική ζώνη, μπορεί να ανθεί οικονομικά και να αξιώνει ακόμα και παγκόσμια ισχύ. Ο θάνατος των μη δυτικών πολιτισμών μπορεί να συνοδεύεται από την οικονομική και πολιτική ανάπτυξη των λαών, σε καπιταλιστικά ή μη καπιταλιστικά πλαίσια, ή από οικονομική και πολιτική υποδούλωση. Όμως δεν παύει σε κάθε περίπτωση να είναι θάνατος.


3.
Η νίκη του δυτικού πολιτισμού είναι προιόν της βραδείας αρχικά και μετά αιφνίδιας διεργασίας εξ-ορθολογισμού και συστηματο-ποίησης όλων των πτυχών της ανθρώπινης ζωής. Δεν υφίσταται όμως αυτή η διεργασία αν δεν υπάρχει εντός της ένα βαθύτερο υποστρωμα διεργασιών που αφορούν την καθολική σημειακή επιπέδωση της ανθρώπινης ζωής. Δεν υφίσταται σήμερα απλά ένα άλλο είδος οικονομικής πρακτικής, ούτε μόνον μια κοινωνική σημασιακή μεταλλαγή, αλλά ένα είδος διανοητικού κράτους (Κάντ) ή εννοιακού κράτους (Χέγκελ) ή θεσμικού κράτους (Σπινόζα) που περικλείει ολικά όλες τις ανθρώπινες δραστηριότητες με αξίωση απόλυτης αποκλειστικότητας της νοητικής του κυριαρχίας [ ευχαριστώ τον φίλο Γ.Ευσταθιου για αυτή την κομψή και περιεκτική περιοδολόγηση].  Όμως πριν την τελική αυτή μορφή κράτους, προϋπάρχει το οντο-θεολογικό υπόβαθρο. Το δυτικό κράτος είναι το θεοκρατικό κράτος της εμμένειας, ένα κράτος όμως α-θεϊστικό για όλες τις άλλες κοινωνικές σημασιολογήσεις και υλικές συναρμογές της σημασίας, άσχετα αν είναι αναμεταξύ τους εντελώς διαφορετικές. Υπο αυτή την έννοια οι πιό προωθημένοι (αναδρομικά) εκφραστές του είναι ο Σπινόζα και ο Νίτσε. Αξιομνημόνευτη είναι η νοητική και ιδεολογική προ-παρουσία, σε αμιγή οντο-θεολογική μορφή, του ανόσιου αποστόλου, του Παύλου.



4.
Ο δυτικός πολιτισμός έχει επιτύχει την ταύτιση της ιδιαίτερης μορφής του με το γενικό του περιεχόμενο. Γι'αυτό είναι και ιδιαίτερα δύσκολο στους νεο-φώτιστους λαούς να αναπτύξουν την δική τους ιδιαίτερη αστική μορφή πολιτισμού, χωρίς να περάσουν από την δοκιμασία του μιμητισμού, της δουλοπρέπειας, της απώλειας ταυτότητας. Ακόμα και σήμερα όμως που έχει γίνει ειδική επεξεργασία των ειδικών μορφών η συνέχεια έχει διαρραγεί τόσο αναντίστρεπτα που τα αποτελέσματα της προσπάθειας είναι σχεδόν στα όρια του κωμικού η τραγελαφικού. Ακόμα και οι πιό ευφυείς στοχαστές της ιδιαιτερότητας, όσο αναπτύσσεται ο τέλειος εξανδραποδισμός του λαού από την δυτική κουλτούρα καταπίπτουν στην γελοιωδέστερη μορφή ιθαγενισμού ή ακόμα χειρότερα στην αισχρή κουλτούρα της ημι-ανεξάρτητης εθνικής αστικής τάξης. Στη χώρα μας μπορούμε απλά να δούμε την κατάντια των ποιητών της ιδιαιτερότητας, ακόμα και όταν αυτοί είναι γεμάτοι ταλέντο και χαρίσματα, και είναι αποστασιοποιημένοι από τον αφελή εθνικισμό, όπως ο Οδ.Ελύτης ο Γ.Σεφέρης και άλλοι. Χιλιάδες απελπισμένοι στίχοι έκφρασης της απώλειας της ''ψυχής του λαού", αρκετοί με πραγματικά αληθινό νόημα, γελοιοποιούνται με την πρώτη εμφάνιση του αθεράπευτου επαρχιωτισμού. Η μοίρα τους και ο νομπελισμός τους διακοσμούν τους αηδείς συλλογισμούς των τοπικών παρατηρητών της παγκόσμιας τάξης. Αλλά και όσοι αποσπάσθηκαν απ'την αρχή από αυτή την νομοτελειακά κωμικοτραγική προσπάθεια προσέτρεξαν με βιάση απ'ευθείας στην πηγή, την Δύση. Έτσι, από τον ευφυή βουκολισμό μετακινήθηκαν στις υπόγες ενός Τζόϋς χωρίς να μπορούν να φανταστούν πόσο α-δύνατο είναι να βιώσεις, όντας στην Μεσόγειο,  αυτό που βιώνει ένας Οδυσσέας κλεισμένος στους τέσσερις τοίχους και τον έναν δρόμο. Τά όρια ενός χώρου δεν υπερβαίνονται με την φαντασιακή μας ομοίωση με έναν άλλον, τόσο ισχυρό.



5.
Τι μπορεί να κάνει ο λογοτέχνης (τι αστείος όρος πιά!), η ο στοχαστής, που στέκεται κριτικά μπροστά σε αυτή την κυριαρχία της Δύσης, αν ανήκει στην "περιφέρεια" ή "ημι-περιφέρεια" αυτού του ήδη σχηματισμένου κόσμου; Ίσως τίποτα. Μπορεί ίσως να ανατρέξει στην ευρύτερη παράδοση των τόπων που γέννησαν και τον τόπο του, πέρα από τις γελοίες  εθνικές και θρησκευτικές προκαταλήψεις που μόνον χρήσιμες δεν είναι όταν είσαι ήδη μέσα στο νεκροταφείο αυτών των πολιτισμών. Χρειάζεται ταυτόχρονα ένας ριζικός αντι-εθνικισμός μαζί με τον ριζικότερο αντι-δυτικισμό. Η οπτική της διαφοράς αυτού του κόσμου από αυτό που θα μπορούσε να είναι διαμεσολαβείται και απο την δική μας προσπάθεια. Η ανάδυση λ.χ της ανατολικο-μεσογειακής, ελληνο-ιουδαϊκής και ελληνο-αραβικής,  φιλοσοφικής παράδοσης, της ανατολικής θεολογίας, ορθόδοξης και ισλαμικής,  δεν είναι απλά μια ιδιομορφία, αλλά ένα άλλο νόημα αυτού του ίδιου κόσμου, αν θέλει να αναζητήσει κάπου μια κριτική που να έρχεται από "έξω", χωρίς να υποκύπτει αυτή η κριτική στον ιθαγενισμό, τον οριενταλισμό κ.α





Αυτά τα πολύ λίγα...










Ι.Τζανάκος   










  

Ενδόγειος λύπη..





Δεν πιστέψαμε τίποτα πέρα από τη φωτιά
που κόχλαζε μέσα στις πέτρες..
Και τις φωνές σας ακούγοντας φεύγαμε..
Όσο πιό μέσα γίνεται..

Τα πετάγματα του σπουργίτη 
είχαν έναν λυγμό ελευθερίας
που ούτε καν νιώσατε σαν σας χαιρέταγε..
Όσο πιό μέσα γίνεται
μας σφύριξε γυρνώντας κάθε φορά..
Όσο πιό μακριά γίνεται..

Δεν πιστέψαμε τίποτα πέρα από τις πέτρες μας
που κόχλαζαν μέσα στη φωτιά..
Και τις λάμψεις κλείναμε σε κιούπια
να έχουμε κάτι να σας φιλέψουμε..
Όταν επιστρέψετε..
Τα σουρσίματα της νύχτας δεν είχαν τραγούδια
ούτε φαίνονταν να τυλίγουν τον χρόνο
που μας καταδίωκε αιώνες..
Αιώνες..
 
Άιντε !

Είπα να ξεκουραστώ σ'ένα δεντροκούφαρο μέσα
και γω
Και σας είδα να δακρύζετε λόγια κι'υποσχέσεις
τίμιες, δε λέω..
Αιώνες τώρα..
 
κι είπα
Όσο πιό μακριά γίνεται..
Δεν σας πιστέψαμε βλέπεις..
Μόνο τη φωτιά πιστέψαμε..





Ι.Τζανάκος 6/6/2013