Αυτοκαθορισμός

Αυτοκαθορισμός

Πέμπτη, 27 Φεβρουαρίου 2014

Φαινομενολογία...




Η απόλυτη εξωτερικότητα που δημιουργείται από την κοινωνική/ιστορική δημιουργία τής εξωτερικότητας διακρίνεται από εκείνη την εξωτερικότητα των δεδομένων που αυτοπαράγεται ως απόλυτη χωρίς να μπορεί η ανθρώπινη κοινωνία να την διαμεσολαβήσει. Η σύγχυση που υπάρχει στον "φιλοσοφικό υλισμό" σε σχέση με αυτούς τους προσδιορισμούς έχει να κάνει με την ταύτιση των δύο μορφών εξωτερικότητας από την σκοπιά της μη-ανθρωπίνως διαμεσολαβημένης εξωτερικότητας και είναι ανάλογη με την σύγχυση που υπάρχει στον παραδοσιακό ("ιδεαλιστικό") χώρο που πράττει το συμμετρικά αντίθετο θεωρώντας ως μοναδική εξωτερικότητα αυτή που παράγεται από το υποκείμενο, την ιστορία, ή την κοινωνία ως (ιστορική ή μη-ιστορική) υποκειμενικότητα.
Το όλο πρόβλημα περιπλέκεται από την συνύφανση-σχέση όλων αυτών των θεωρητικών εποπτειών με το πραγματικό, κοινωνικο-πρακτικό, θέμα της συνύφανσης-σχέσης των δύο προσδιορισμών της εξωτερικότητας.
Παρ'όλα αυτά η θεωρία είναι υποχρεωμένη να προχωρήσει σε μια συγκεκριμένη θεματοποίηση του προβλήματος. Εγώ επιλέγω να ακολουθήσω μια θεματοποίηση δεσμευμένη από την "διάσταση" της εμφάνισης, ήτοι της υπερβατολογικής συγκρότησης της εξωτερικότητας, που παρουσιάζει επίσης το πεδίο της εξωτερικότητας και ως ένα πεδίο φαινομενολογικής συγκρότησης της επιστήμης και του Λόγου κατά την μετάβαση από το οιωνεί προ-επιστημονικό και προ-Λογικό στο επιστημονικό και Λογικό στοιχείο. Αυτή η επιλογή δεν είναι ορθό να "καταχωρηθεί" ως αντεπιστημονική ή εν γένει μη-επιστημονική, αλλά ως σκεπτική ως προς την δυνατότητα στερέωσης των ως άνω πλευρών του ανθρώπινου ως αυτόνομων και ιδιο-ενελισσόμενων δράσεων. Θέλω να πω πως η γένεση των νοητικών μορφών είναι η διαρκής θεμελίωσή τους ως ούτως ή άλλως αναγκαία θεμελιακή θεμελίωσή τους στον ανθρώπινο κόσμο (ή κόσμους). Εξάλλου όλα παραδίδονται σε ένα μηδέν της εκκίνησης. Κανείς δεν γεννιέται έτοιμος.









Ι.Τζανάκος   

Τετάρτη, 26 Φεβρουαρίου 2014

Αυτονομημένες οντότητες..




Το πράγμα που τίθεται ενώπιον της γνώσης ως εσωτερικά ταυτό με αυτήν υφίσταται ως αποτέλεσμα της έλλογης κάθαρσης της "συνείδησης-εμφάνισης" και σημαίνει την άμεση μετατροπή της μέσω αυτής της κάθαρσης σε πνεύμα-νου που αίρει-αφομοιώνει την συνείδηση εντός του ως ανηρημένη στιγμή που απωθείται ως ξεχωριστή οντότητα. Αυτό είναι μιά συμπυκνωμένη εκδοχή της εγελιανής μετάβασης από την "Φαινομενολογία του Πνεύματος" στην "Επιστήμη της Λογικής" που παρουσιάζει ως τελικό θεωρητικό προϊόν της το Είναι και την ανώτερη μορφή του, την Έννοια
Αυτό όμως που είναι προϋπόθεση αυτής της μετάβασης τής ίδιας είναι η πρότερη μετάβαση της συνείδησης στην απωθημένη της άρνηση, το εξωτερικό της ον. 
Το εξωτερικό ον της συνείδησης κατά την καντιανή (κοινή) οπτική της εποχής του Εγέλου είναι το μη-χρονικό υλικό δεδομένο της εμπειρίας, ή ο χώρος. Ο Έγελος μετατρέπει αυτή την ειδική δεδομενικότητα σε ένα γενικότερο ουσιαστικό πλαίσιο υποδοχής της συνείδησης. Η συνείδηση δεν έχει απλά απέναντί του ένα σύστημα δεδομενικότητας, έστω ειδικού τύπου, αλλά ένα σύστημα δεδομενικότητας που αποτελεί σημείο συνάντησης και συμπλοκής κοινωνικών και βιοτικών δεδομένων που δεν θα ήταν δυνατόν να εκφρασθούν σε ένα αμιγώς Λογοκρατικό ή "αντίθετο" εμπειριστικό πλαίσιο. 
Η φαινομενολογία δεν αποτελεί ένα σύστημα προπαίδευσης της Λογικής, ακόμα κι αν αυτό είναι ο τελικός σκοπός του Εγέλου. Μέσω της φαινομενολογίας λαμβάνεται ένας έλλογος τρόπος συνείδησης-εμφάνισης του απαγορευμένου για τον Λόγο πραγματικού όλου που συντίθεται από γεγονότα, συμβάντα, και καταστάσεις που διακινδυνεύουν την κοινωνική υπόστασή του και την λογική συνοχή που την διασφαλίζει. 
Ο εγελιανός Λόγος υποκαθιστά και ανα-δημιουργεί την εσωτερικότητα της συνείδησης όπως σχηματίσθηκε από τον προαιώνιο μεταφυσικό Λόγο (Φιλοσοφικό και Θεολογικό) αλλά υπό την καθοριστική συν-κυριαρχία του νεωτερικού Λόγου της εξωτερικής δεδομενικότητας, με ό,τι αυτή σημαίνει σε ένα εύρος πολιτικών, θεσμικών και τεχνικο-παραγωγικών περιεχομένων. 
Οι αντι-τιθέμενες οντότητες της εσωτερικότητας και της εξωτερικότητας ενώνονται μέσω της εξωτερικοποίησης της εσωτερικότητας. 
Η αλλοτρίωση της εσωτερικότητας, η πραγματική άρνηση που έχει συμβεί στον ανθρώπινο κόσμο, είναι μια νεωτερική παραγωγική πράξη μεγάλης ισχύος που αντιστοιχείται εκ των υστέρων με την νοητική πράξη αντανάκλασής της (το εγελιανό σύστημα) στην φαινομενολογία. Η υπόθεση πως αυτή η μεταγενέστερη αντανάκλαση έχει προϋποθετικό ρόλο δημιούργησε μεν ένα σημαντικό σύστημα Λογικής αλλά σημαίνει επίσης μιάν άλλη νοητική-κανονιστική μορφή που αντανακλά την νεώτερη απώθηση, αυτήν που ορίζεται στο πλαίσιο της αυτονόμησης του Λόγου, των θεσμών και της τεχνικο-Επιστήμης (ως των θεμελιακών πυρήνων του νεώτερου συστήματος) των νεώτερων δηλαδή αυτο-επιθυμούμενων-ως-αυτογεννώμενων οντοτήτων. 
Το γεγονός είναι πως ναι μεν αυτές οι αυτο-επιθυμούμενες-ως-αυτογεννώμενες οντότητες μορφοποιούν κανονιστικά έναν πραγματικό κόσμο (την πραγματική ολότητα ενός ανταγωνιστικού κόσμου) που παλαιότερα υπάγονταν σε μια κυριαρχική ιεραρχική σειρά αλλά αυτές είναι τώρα το ίδιο το ανταγωνιστικό πλαίσιο, ένα καρκίνωμα που προστέθηκε σε όλη την προαιώνια παθογένεια του ανταγωνιστικού κόσμου. Το καρκίνωμα δεν μπορεί να θεραπεύσει όλο τον οργανισμό επειδή πειθαρχεί τις άλλες παθήσεις. Ο Λόγος ως καθαρή Λογική ενός ανταγωνιστικού κόσμου που παράγεται ως Λόγος του είναι ακόμα ένα μέρος της πραγματικής-καταστροφικής ολότητας.



Ι.Τζανάκος  

Ο Έγελος σε ένα απο-συστημικό πλαίσιο / Μη-συστημική..




Η διάκριση ανάμεσα στο υποκείμενο και το αντικείμενο της γνώσης παράγεται μαζί με την παραγωγή των εννοιών-καταστάσεων που ονομάζονται αντιπαραθετικά "υποκείμενο" και "αντικείμενο". Θα με κατηγορούσατε άραγε ως "κουλτουραλιστή" ή "πολιτισμιολόγο" αν σας έλεγα πως μας είναι αδύνατη η πρόσβαση στην έρευνα τής παραγωγής τής -παραπάνω εκτεθείσας- διάκρισης, και των εννοιών-καταστάσεων που την συγκροτούν ως στοιχεία, αν δεν γνωρίζουμε σχολαστική-μεσαιωνική και λατινική Φιλοσοφία-Θεολογία;
Θα με άφηνε εντελώς αδιάφορο η προκατάληψή σας ως προς εμένα γιατί έτσι κι αλλιώς η συγκεκριμένη έρευνα αποτελεί για μένα ένα πολύ δύσκολο και απροσπέλαστο όνειρο, που γίνεται ακόμα δυσκολότερο όσο αναλογίζομαι πως είναι ένα όνειρο πολεμικού χαρακτήρα. Όπως ίσως έχετε καταλάβει η σχέση μου με τον δυτικό πολιτισμό έχει έναν σαφώς πολεμικό χαρακτήρα, οπότε για όλους εσάς που μάλλον τον θαυμάζετε, παρά τις "εκτροπές" του όπως ονομάζετε ανοιχτά ή υπορρήτως τα μνημειώδη καθολικά εγκλήματά του, ό,τι και να σας πω μάλλον θα προκαλέσει στην καλύτερη περίπτωση την συγκαταβατική σας συμπάθεια. 
Αυτό που μπορεί να κάνει ένας ιθαγενής όπως εγώ, που μέτρησε τη ζωή του στα όρια μιάς γειτονιάς, ενός χωριού ή μιάς μυθικής πατρίδας που ονομάστηκε με έναν ξερό γεωγραφικό τρόπο, και μάλιστα εκ των υστέρων, "Ανατολική Μεσόγειος", είναι να θέτει ιστορικά-θεωρητικά ερωτήματα χωρίς κανένα άμεσο πολιτικό ενδιαφέρον, που σίγουρα δεν έχουν να κάνουν με τίποτα που να αφορά υδρογονάνθρακες, πλουτοπαραγωγικές πηγές, δημοκρατικές ή άλλες εξουσίες και άλλα μέσα ευημερίας, ευμάρειας, ευτυχίας και αγαλλίασης. Αν τώρα τυχαίνει η απόσπασή μας από την παγίδα που στήνεται, μέσα στο δυσώδες (και κυριολεκτικά) πεδίο που συνδέει υλικά όνειρα και αφηρημένες ιδέες με βαθιές τρύπες γεμάτες πετρέλαιο, να είναι εφικτή ή ανέφικτη με έναν "ιστορικό ρομαντισμό" αυτό θα το δείξει η ζωή, που λέγανε κάποτε..
Αρκετά όμως σας ταλαιπώρησα με τους συναισθηματικούς μου προλόγους.  Θα μπω στο θέμα που μας ενδιαφέρει, για να τελειώσω κάποτε αυτή την μικρή εισαγωγή μου στην ερμηνεία τής "Επιστήμης της Λογικής'' του Εγέλου που διάρκεσε τις τελευταίες αναρτήσεις μου.
Μιλώντας όλο αυτό το τελευταίο διάστημα για ένα συγκεκριμένο απόσπασμα από την Επ.τ.Λ που αφορά στην σχέση ανάμεσα στην "Φαινομενολογία του Πνεύματος" και την "Επιστήμη της Λογικής" άφησα να ξετυλιχθεί η απογοήτευσή μου από τον αγαπημένο φιλοσοφικό δάσκαλο της νιότης μου (ο άλλος είναι ο Πλάτων που δεν με έχει απογοητεύσει, παρά τους κλονισμούς), χωρίς φυσικά να επιτρέψω στους βιαστικούς αναγνώστες των σημειωμάτων μου να πιστέψουν πως θα ήθελα να μεταχειριστώ τον Έγελο ως κάτι απόξενο ή πεθαμένο (πια).
Η βασική αρχή της αληθολογικής μανίας και απογοήτευσης είναι η  αναδρομή στις απαρχές της αυθεντικής νεότητας ή αιωνιότητας. Και όπως αναζητάμε την πρώτη κατάσταση πριν την φθορά έτσι αναζητάμε σε έναν συγγραφέα την πρώτη κατάσταση πριν το σύστημα. Το σύστημα είναι ο θάνατος της ορμής. Αυτό είναι η προσωπική μου θέση, θέση μη-προσωπική φυσικά. Αν υπάρχει Έγελος αυτός είναι το φάντασμα της "Φαινομενολογίας τ.π", και χαίρομαι πολύ που οι φίλοι μου οι ορθολογιστές επαναστάτες-εγελιανοί μαρξιστές δυσανασχετούν λίγο με την παρουσία της Φ.τ.Π στο εγελιανό σύστημα, όπως μάλιστα δυσανασχετούσε και ο Έγελος μεγαλώνοντας και καταλαμβάνοντας πιο σταθερές και έλλογες θέσεις. Αυτός ο ώριμος Έγελος θα είναι το αντικείμενο του δικού μας ώριμου μίσους, πράγμα όχι άσχετο με τις πρώτες σειρές αυτού του κειμένου. 
Ο Έγελος της Φ.τ.Π είναι ο Έγελος τής ανάδυσης-εμφάνισης τής συνείδησης τού διχασμού και τού ανοίκειου ως μορφών περιεχόντων την ίδια την ανάδυση-εμφάνιση-συνείδηση. 
Η σκέψη ως ένα ξένο του ξένου, ένα ανοίκειο του ανοίκειου, ως Λόγος της εμφάνισης της συνείδησης, έχει (για μένα) περισσότερη ουσία από την μεγαλειώδη επανάκαμψη τής υποστασιακής σκέψης της Λογικής, που δεν είναι εξάλλου και η λαμπρότερη αναλυτική Λογική τής ίδιας της Λογικής, παρά τις προσπάθειες που υπάρχουν
Αυτό δεν σημαίνει πως θα ήταν δυνατή καν μια επιθυμία αποκαθήλωσης της Επ.τ.Λογ. από το υψηλό βάθρο που την ετοποθέτησε η ίδια η ιστορία της σκέψης (και όχι μόνον), αλλά πως η ίδια η συνέχισή της είναι εφικτή μόνον μέσω της "ιδεαλιστικής" Φ.τ.Π, που δεν εκφράζει τίποτα άλλο από την ανεκπλήρωτη ακόμα επιθυμία ανασύστασης του καθολικού Λόγου σε ένα πραγματικά αποκαθαρμένο, από τις σκοτεινιές τής νεωτερικής και προ-νεωτερικής κυριαρχικής ζωής, πεδίο συνειδησιακής δράσης.
Για να το πω κάπως απλούστερα:
Δεν υπάρχει στην αρχή καμμία επιστήμη, ούτε κανένας αυτογεννώμενος Λόγος, παρά μόνον εμφάνιση
Και αυτή η αρχή που δεν είναι επιστήμη, ούτε καθαρός Λόγος, είναι και το τέλος κάθε ανθρώπινης ύπαρξης, όπως και η εγγύηση ακόμα και του ορθού Λόγου, αν σε αυτόν συμπεριλάβουμε -αν θέλετε- και κάθε τεχνική, νομική ή κανονιστική μορφή της κοινωνικής ζωής. Η μεταγενέστερη, και τυπικά καρτεσιανή-δυτική-, διάκριση ανάμεσα σε "υποκείμενα" και "αντικείμενα"  έχει την παραγωγική της αξία και εκφράζει όλο το θετικό και αρνητικό (με την κοινότοπη έννοιά τους) ενός κυριαρχικού πολιτισμού και μιας (οιωνεί) κυριαρχικής υλικο-παραγωγικής δομής, που έχει όμως την ιδιότητα να παραβλέπει (δομικά πάλι) το ζήτημα της πρωταρχικότητας των γενέσεων των κοινωνικο-πνευματικών μορφών. Πράγμα ιδανικό για μια συστημική, πράγμα ιδανικό για την κατεξοχήν συστημική, την δυτική συστημική. Αντίθετα, η υπαγωγή της συστημικής στην πρωταρχικότητα της σημασίας τής γένεσης και εμφάνισης των μορφών περιέχει μια ανοιχτωσιά που δεν συναντάται.
Πρέπει να ακολουθούμε την λογική της συγκυρίας σήμερα που μας το επιβάλλει αυτό, όχι γιατί είμαστε καιροσκόποι της κάθε συγκυρίας, αλλά γιατί αυτή είναι η τελική συγκυρία της ανθρωπότητας.




Ι.Τζανάκος   

Τρίτη, 25 Φεβρουαρίου 2014

Hegel και πραγματική ολότητα (2)


[Hegel/ Επιστήμη της Λογικής / Διδασκαλία περί του Είναι/ Πρώτο βιβλίο / Με τι πρέπει να γίνεται το ξεκίνημα της επιστήμης]
Μετάφραση: Δημήτρης Τζωρτζόπουλος.


''Η Λογική είναι η καθαρή επιστήμη, ήτοι η καθαρή Γνώση σε όλο το φάσμα της ανάπτυξής της. Αλλά σε εκείνο το αποτέλεσμα, αυτή η Ιδέα έφτασε να προσδιορισθεί ως η βεβαιότητα που έγινε αλήθεια, η βεβαιότητα που αφενός δεν στέκεται πλέον απέναντι και ενάντια στο αντικείμενο, αλλά το έχει εσωτερικεύσει, το γνωρίζει ως τον ίδιο τον εαυτό της, - και η οποία αφετέρου έχει αφήσει πίσω της τη Γνώση του εαυτού της ως εκείνου που θα είχε απέναντι και ενάντια το αντι-κειμενικό και δεν θα ήταν παρά η εκμηδένισή του, έχει εξωτερικευθεί-αποξενωθεί από τούτη την υποκειμενικότητα και έχει γίνει ένα με την εξωτερίκευση-αποξένωσή της..''




Πριν ακόμα αναφερθούμε στην σημασία της εξωτερίκευσης του καθολικού Λόγου και της αναδίπλωσής του στον εμπλουτισμένο ιστορικά πυρήνα του θα μιλήσουμε για την έννοια της ολότητας.
Η ολότητα ως έννοια που σημαίνει συμφιλίωση ετερογενών (ή ακόμα και συγκρουόμενων) πραγματικοτήτων κατάγεται άμεσα από νεώτερες αισθητικές θεωρίες αλλά εκτός από την εξέλιξή της που της έδωσε άλλη νοηματική τροπή προϋπήρξε στον ανθρώπινο στοχασμό κυρίως σε μιά σειρά μεταφυσικών (οντολογικών) εννοιών που είχαν μια οριακή ομοιότητα με αυτήν.
Γιατί όμως αυτή η συλλογή συγγενών εννοιών δεν οδηγήθηκε ποτέ στο ένα κύριο σημαίνον τής (έννοιας τής) ολότητας; Θα μπορούσαμε, ασκώντας ένα είδος νόμιμης ερμηνευτικής βίας, να πούμε πως αυτό δεν συνέβει γιατί δεν υπήρχε στην ίδια την πραγματικότητα εκείνη η ροπή-τάση που θα δικαιολογούσε ένα εννοιακό σύμπλεγμα αντανάκλασής της. Η κυκλικότητα της σχέσης μεταξύ της  "έννοιας"  και της "πραγματικότητας" πέρα από το να αποτελεί μια κοινοτοπία σημαίνει την ύπαρξη ενός κρίσιμου μεγέθους έντασης που την καθιστά ορατή ως κύριο σημαίνον.
Η ολότητα είναι ένα εφικτό/ανέφικτο αίτημα της νεώτερης εποχής, αλλά με τον συγκεκριμένο τρόπο που αφορά την συγκρότησή της (ως νεώτερης εποχής) σε αναφορά προς τον καθολικό Λόγο. Όμως τι μπορεί να σημαίνει αυτό εκτός από το προφανές που δημιουργείται από το νοηματικό αποτέλεσμα που ονομάζεται "καθολικός Λόγος"; Τίποτα δεν σημαίνει η έννοια καθολικός Λόγος αν δεν περιεχομενοποιηθεί από τις αντικειμενικές του ορίζουσες που αφορούν την πολυπλοκοποίηση των θεμελιακών δομών της κυριαρχίας και της παραγωγής αλλά και την διατήρησή τους εντός της διαχρονίας τους, παρά την πολυπλοκοποίηση.
Ό,τι θεωρείται ως συστατικό στοιχείο τής δομής αυτής, (που ονομάζεται "ολότητα" και) που είναι η απαντητική προς τα άνωθεν πολιτικο-διανοητική δομή, είναι στην πραγματικότητα αποτέλεσμα ενός βαθύτερου υποστρώματος τής πραγματικότητας που σχηματίζεται από την σχέση της διαχωρισμένης και κατασπαραγμένης ζωής με τους όρους συνεκτικοποίησης και μορφοποίησης παραταύτα της ζωής μέσω κανονιστικών και οριο-θετικών οδοποιήσεων. Η παραδοξότητα της νεωτερικής-αστικής όρθωσης του Λόγου σε καθολικό αίτημα προκαλείται ακριβώς από το γεγονός πως συμβαίνει σε αυτή την εποχή που χαρακτηρίζεται από την αποσπασματικότητα, το χαώδες και τον κατακερματισμό. Αν λ.χ ο πλατωνισμός φαίνονταν ως μια εμπνευσμένη αν και αρκετά υπερβολική απάντηση μιας αστικής δουλοκτητικής αριστοκρατίας στο χάος και τον κατακερματισμό της αστικής δουλοκτητικής δημοκρατίας ο καθολικός Λόγος του νεωτερικού αστού παρουσιάζεται ως ένα πραγματικό μέρος της ίδιας της κοινωνικής ιστορίας, ως ένας υλιστικός-έλλογος καθολικός τρόπος τής ίδιας τής κοινωνικής υλικότητας. Η καθολικότητα τού Λόγου παράγεται ως τεχνική δομή της κοινωνίας, ως εργαλείο της συνολικής αναπαραγωγής της.
Αν όμως αναφερθούμε στις ιστορικό-νοηματικές ετερότητες και όχι μόνον στις ιστορικο-υλικές ετερότητες όρθωσης του καθολικού Λόγου θα πρέπει να εξηγήσουμε λίγο παραπάνω την ειδική δομή του Λόγου. Μπορεί να υπάρχει μια πρώτη εξήγηση των ιστορικών ετεροτήτων και αναλογιών μεταξύ λ.χ του πλατωνισμού και του εγελιανισμού μέσω της διαφοράς των υλικών δομών γένεσής τους (ή παραγωγής κ.λ.π) αλλά αυτό δεν εξηγεί τους συγκεκριμένους τρόπους νοηματικής οργάνωσης των διαφορών και ομοιοτήτων. Είπαμε στην αρχή πως η έννοια της ολότητας παρουσιάζεται αρχικά σε αισθητικές θεωρήσεις. Θα μας έδινε περισσότερη σαφήνεια η γνώση πως οι αισθητικές θεωρήσεις που ανέδυσαν την έννοια της ολότητας (συμφιλίωσης) ήταν πλαισιωμένες από τον ριζοσπαστικό συντηρητισμό του (γερμανικού) ρομαντισμού. Αυτό σημαίνει πως υπάρχει μια αναλογική ομοιότητα με τον προ-νεωτερικό εκπρόσωπο του αιτήματος του καθολικού Λόγου, τον πλατωνισμό, όσον αφορά την κοινή τοποθέτησή τους στο πεδίο της συντηρητικής αντίδρασης. 
Η ριζική διαφορά που δεν εξηγείται με την ιστορικοποιημένη φιλολογική έρευνα, όσο βαθιά κι αν είναι, έγκειται στο παράδοξο γεγονός της τροπής της νεωτερικής εμφάνισης της απόλυτης καθολικότητας: Η ολότητα ως εκπρόσωπος του καθολικού Λόγου είναι αναδυόμενη αρχικά ως αισθητική-καλλιτεχνική ιδέα που προβάλλει σε ένα φόντο χριστιανικής (και μετα-χριστιανικής) σύγκρουσης με τον καθολικό Λόγο ως ορθό Λόγο. Δεν πρόκειται για ένα τυχαίο γεγονός. 
Ο κατακερματισμός του κόσμου όμως δεν εξετάζεται με την χριστιανική (μετα-χριστιανική) του έννοια παρά μόνον συγκυριακά. 
Ο χριστιανισμός της ρομαντικής αντίδρασης είναι το αντιδραστικό εφαλτήριο ανακάλυψης της ολότητας. Η μετέπειτα επαναστατική ιδέα της ολότητας ανακαλύπτεται στο κατεξοχήν ξένο προς την επανάσταση πεδίο, όπως και η σκληρότερη και βαθύτερη κριτική του ανερχόμενου κόσμου αναδύεται στον απελπισμένο τόπο της απερχόμενης παλαιάς κοινωνικής τάξης. 
Το ισχυρότερο δηλητήριο για την αστική κοινωνία δεν δημιουργείται στα "αριστερά" του γιακωβινισμού αλλά στα ηφαιστειακά και ταυτόχρονα βαλτώδη νερά που διαπλέει η ριζοσπαστική νεολαία του ρομαντισμού ("Ορμή και Θύελλα") που ωστόσο είναι διαποτισμένη από έναν αιρετικοποιημένο καντιανό Λόγο. Η εικόνα του σπαραγμού, το αποκαλυψιακό τοπίο της δημιουργίας-καταστροφής, ο ναρκισσισμός του Εγώ, είναι τα εργαστήρια όπου ο καντιανός Λόγος της ολοκληρωτικής εξάλειψης της ενότητας μετατρέπεται σε απόλυτη επιθυμία ανασύστασής της υπό τους όρους της συνετελεσθείσας καταστροφής. Πως μετά από όλα αυτά τα "σκοτεινά" ξεπηδά η αναζήτηση της υπερ-επιστήμης τής εγελιανής ''Λογικής"; Το θέμα δεν είναι φιλολογικής ή ιστορικό-φιλοσοφικής "φύσεως". Η σειρά των νοηματικών αλληλουχιών και γενέσεων δεν είναι τυχαία, και σημαδεύει μετέπειτα όλη την ιστορία του έλλογου καθορισμού της ανθρώπινης δράσης με έναν τρόπο που την καθιστά τυχαία ως την ιδιογραφική ιστορία γένεσης που περιγράψαμε. Δεν έχει σημασία ο "ρομαντισμός", η σχέση του ρομαντικού παλλογισμού, παν-εν-θεϊσμού και ανορθολογισμού κ.λ.π αλλά η ουσία της νοηματικής γένεσης ανεξάρτητα από τις ειδικές ιστορικές συνθήκες γένεσης του νοήματος. 
Και αυτό που οι αισθητικές μορφοποιήσεις αποκαλύπτουν συνήθως εναργέστερα ως σημαντικότερο είναι ο σπαραγμός, ο κατακερματισμός, η θανατερή "ζωή" τής ανθρώπινης ζωής εντός της κυριαρχίας-Κυριότητας. Η ολότητα της θεωρίας αγωνίζεται να υπερβεί την φαινομενολογία ακριβώς γιατί είναι πλέον αδύνατον να υπάρξει Θεωρία, καθολική Θέαση και αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η θεωρία μεταμορφώνεται σε τεχνική του κράτους, σε "λογικό" μηχανισμό. Όταν η Θεωρία-Θέαση οδοποιούσε κάθε κανονιστική μορφοποίηση του σπαραγμού της ζωής από το Ύψος τής ανώτερης ιεραρχικής θέσης τού κυρίαρχου ο μύθος της μπορούσε να συνυπάρχει χωρίς εσωτερικές διαταραχές με κάθε χρήση της. Οι μεγάλες ιστορικές συγκρούσεις της Φιλοσοφίας με την Θεολογία έληξαν τελικά αισίως όσο περιορίζονταν στο ζήτημα τής συμβασιλείας. Όταν όμως ο καθολικός Λόγος κατέρρευσε μέσα στον οντολογικό κατακερματισμό της νεώτερης αστικής ζωής το αίτημά του όπως απορρέει από την ανθρώπινη φύση ορθώθηκε ακόμα μεγαλύτερο. Το αίτημα είναι αίτημα απόλυτης κυριαρχίας και ολικής ανασύστασης. Αυτό το αίτημα δεν μπορεί να σταθεί χωρίς την δημιουργία ενός διαλεκτικού μύθου. Ο καθολικός Λόγος χάθηκε μέσα στον κόσμο. Αυτό που ο Έγελος περιγράφει ως εξωτερίκευση του πυρηνικού Λόγου δεν αναφέρεται στο προ-νεωτερικό παρελθόν. Όποιος εγελιανός προσπάθησε να ακολουθήσει το σχήμα της εξωτερίκευσης-αλλοτρίωσης ως ένα σχήμα που ερμηνεύει ορθά την ιστορία του στοχασμού και της κοινωνικής αντίληψης από τις απαρχές ως το αστικό παρόν, αν δεν προέβη σε μια ρομαντική εκτροπή του, σίγουρα θα έχει βρεθεί σε δύσκολη θέση. Εξάλλου είναι γνωστό σε όλους, πλην των περισσότερων μαρξιστών ίσως (πλήν Μπαντιού), ότι η ιστορία της Φιλοσοφίας κατά Έγελον είναι μία από τις πιο ανυπόληπτες. Αυτό που εμπνέει το γενικό ιστορικό σχήμα εγελιανής ιστορίας της φιλοσοφίας είναι ένα ειδικό ιστορικό σχήμα που στέκεται σε σταθμούς που αφορούν τα γεγονότα της καταστροφής και ανασύστασης του καθολικού Λόγου. Η φαινομενολογία και η Λογική του Εγέλου είναι τα θεμέλια της ιστορικής του έρευνας για την Φιλοσοφία που περιορίζεται σχεδόν με μονομανιακό τρόπο στις λίγες, αν και όντως φοβερά σημαντικές, έννοιες που αφορούν στο φοβερό γεγονός της καταστροφής και ανασύστασης του καθολικού Λόγου. Αυτή όμως η εικόνα δεν είναι παρά ένας ιδανικός δρόμος για την εμφάνιση-απόκρυψη τής πραγματικής ολότητας, αυτής της ολότητας που σχηματίζονταν και σχηματίζεται μέσα στον κατακερματισμό και τον θάνατο, χωρίς ποτέ -μέχρι την εμφάνιση του εγελιανού Λόγου- να έχει αποκτήσει έναν σαφή λογικό χαρακτήρα ως ανάγλυφο της ζωής (ίσως ο Ηράκλειτος να είναι ο μοναδικός στοχαστής, πριν τον Έγελο, που έκφρασε με έναν ποιητικό αν και επαρκώς λογικό τρόπο όλον αυτό τον πολεμικό σπαραγμό της πραγματικής ολότητας).






Ι.Τζανάκος 

Hegel και πραγματική ολότητα (1)





[Hegel/ Επιστήμη της Λογικής / Διδασκαλία περί του Είναι/ Πρώτο βιβλίο / Με τι πρέπει να γίνεται το ξεκίνημα της επιστήμης]
Μετάφραση: Δημήτρης Τζωρτζόπουλος.



''Η Λογική είναι η καθαρή επιστήμη, ήτοι η καθαρή Γνώση σε όλο το φάσμα της ανάπτυξής της. Αλλά σε εκείνο το αποτέλεσμα, αυτή η Ιδέα έφτασε να προσδιορισθεί ως η βεβαιότητα που έγινε αλήθεια, η βεβαιότητα που αφενός δεν στέκεται πλέον απέναντι και ενάντια στο αντικείμενο, αλλά το έχει εσωτερικεύσει, το γνωρίζει ως τον ίδιο τον εαυτό της, - και η οποία αφετέρου έχει αφήσει πίσω της τη Γνώση του εαυτού της ως εκείνου που θα είχε απέναντι και ενάντια το αντι-κειμενικό και δεν θα ήταν παρά η εκμηδένισή του, έχει εξωτερικευθεί-αποξενωθεί από τούτη την υποκειμενικότητα και έχει γίνει ένα με την εξωτερίκευση-αποξένωσή της..''


Η αναζήτηση της βεβαιότητας της γνώσης, εδώ, δεν αποτελεί έναν ψυχολογικό ή πολιτισμικό όρο που διαπερνά ή καθορίζει την γνωσιακή διεργασία αλλά έναν βασικό γνωσιακό όρο που επιθυμείται να καθορίζει όλο το φάσμα της κοινωνικής μορφής όπως αυτή εννοείται να περιέχει και την ίδια την γνωσιακή διεργασία. 
Πριν ακόμα ασχοληθούμε με τον αναδιπλασιασμό που εκφράζεται στο γεγονός πως η γνωσιακή διεργασία ως καθορισμός είναι τόσο μέρος της κοινωνικής μορφής όσο και επιδραστικό αίτιο όλων των άλλων στοιχείων της κοινωνικής μορφής θα έπρεπε να αναρωτηθούμε για την έννοια της βεβαιότητας σε σχέση με τον πραγματικό κόσμο ως ολότητα. 
Και ο πραγματικός κόσμος ως ολότητα δεν περιέχεται αναγκαστικά στην σχέση της κοινωνικής μορφής (ή του συστήματος) με τα έκδηλα μέσα ή σκοπούς που την αφορούν αλλά και με τους μη έκδηλους σκοπούς και μέσα που την αφορούν. Όταν μιλάμε για μη έκδηλους σκοπούς και μέσα δεν μιλάμε για τις σχετικά προφανείς αποκρύψεις που περιέχει λ.χ ένα ταξικό κοινωνικό σύστημα σε σχέση με την εξυπηρέτηση συγκεκριμένων ταξικών συμφερόντων κ.λ.π, αλλά για εκείνες τις βαθύτερες δομές των πρωταρχικών αρνητικών θεμελιώσεων που συγκροτούν "αντίστροφα" ένα σύστημα κατά την συντακτική του μορφοποίηση. Αυτές οι αρχικές πρωταρχικές αρνήσεις του "πραγματικού" ή μάλλον κάποιων θεμελιακών δυνατοτήτων του που εκρέουν από τα πράγματα δεν είναι άσχετες προς τις ταξικές δομές, το αντίθετο είναι η ουσία τους αν νοηθεί στο επίπεδο του αιτιακού πλέγματος που συγκροτεί κάθε "πραγματικό" ως συγκεκριμένη (ταξική ή άλλη) γενική-ειδική μορφή (σύστημα).
Το μη έκδηλο της σημαίνουσας ή δημιουργικής δομής όμως δεν είναι δυνατόν να εννοηθεί ως αυτονόητο σε σχέση με την καθολική πραγματικότητα ακριβώς λόγω της δυνατότητας που περιέχει η ίδια η συγκεκριμένη πραγματικότητα να μην εκφράζει όλες τις δυνατότητες της καθολικής πραγματικότητας. 
Η ταξική κοινωνία είναι μιά μορφή της πραγματικότητας που σημαίνει ακριβώς ένα τέτοιο πετσόκομα της καθολικής πραγματικότητας όχι μόνον, κύριως όχι μόνον, ως αποτέλεσμα της ταξικής δομής αλλά ως αίτιό της: Η ταξική κοινωνία είναι, για να το πω έτσι, αυτό καθαυτό το πετσόκομα του καθολικού. 
Σε αυτό το μη έκδηλο πλαίσιο κάθε μη καθολικότητα παράγεται ως το βαθύτερο αίτιο της ταξικής μονομέρειας των εκμεταλλεύτριων τάξεων, ως η ρίζα της ίδιας της ύπαρξης της εκμεταλλευτικής κοινωνίας.
Ποιά είναι τώρα η σχέση αυτού του μη έκδηλου κόσμου των αιτιακών συμπλεγμάτων με την έννοια του καθολικού Λόγου της Λογικής;
Σύμφωνα με την συμμετρική έννοια της ολικής πραγματικότητας η ταξική κοινωνία δεν είναι παρά μια τροπή ή εκ-τροπή μιας αρχικής περιεχομενικής ενότητας που υπάρχει ούτως ή άλλως ως συμμετρική ή αρραγής οντότητα, που μάλλον "χρησιμοποιείται" στον βαθμό που σημαίνει μιαν έλλειψη ή ένα υστέρημά της ή μιαν έλλειψη ή ένα υστέρημά στην σχέση της με την κοινωνική μορφή. Όμως η ολική πραγματικότητα μπορεί να σημαίνει ένα διαρκές πρόβλημα ή ένα βίαιο χάσμα που δεν είναι απλά το αποτέλεσμα αυτής της έλλειψης αλλά η ρίζα της, ή ακόμα ακόμα η σκληρή της θεμελίωση στην βία. 
Ο Λόγος που ενώνει το ολικό πραγματικό με την κοινωνική μορφή περιεχομενοποιεί την μορφή (ή το σύστημα) και την καθιστά ουσιαστικά το πρότυπο μιας υποτιθέμενης αρραγούς ενότητας-ταυτότητας. Ο καθολικός Λόγος ως το εσωτερικό της ανθρώπινης ουσίας εκτείνεται στην ολότητα του πραγματικού. Αλλά στην πραγματικότητα η ολότητα του πραγματικού μπορεί να περιεχομενοποιείται και ως η δυνατότητα να είναι ο κόσμος της μη δυνατότητας, ο κόσμος της καταστροφής της δυνατότητας, και το σύμπαν του διαρκούς διχασμού ανάμεσα στην εσωτερικότητα και την εξωτερικότητά της σαν να είναι κάτι στον κόσμο δεδομένο ως καταστροφή. Η αναζήτηση της αυτοβεβαιότητας του καθολικού Λόγου λοιπόν, σε αυτό τον κόσμο της κατασπάραξης κάθε συνοχής και ακεραιότητας της κοινωνικής και προσωπικής ζωής που παράγεται ως ταξικός εκμεταλλευτικός κόσμος, δεν είναι παρά η εμφάνιση και απόκρυψη της φαινομενολογικής του αυτάρκειας, ή απλούστερα της φαινομενολογικής του καθήλωσης στην ίδια την φαινομενολογία. Τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει πως σε έναν κόσμο που η φαινομενολογία είναι το μοναδικό κατόρθωμα ενότητας υποκείμενου πράγματος η αυτο-ανάπτυξη της Λογικής εκφράζει την επιθυμία της απόκρυψης του καθαρού γεγονότος πως το ζήτημα της βεβαιότητας και της έλλογης θεμελίωσης τού οποιουδήποτε κόσμου δεν είναι ούτε ήταν ποτέ το ζήτημα, είτε σε έναν κόσμο που δεν έχει κανέναν τρόπο να την συντελέσει είτε σε έναν κόσμο που θα την συντελέσει απλά ως ένα οποιοδήποτε μέρος της μορφικής-περιεχομενικής του ενότητας.
Η μετάβαση στην μη-αντικειμενότροπη αυτοβεβαίωση του Λόγου, η εμφάνιση μιας εσωτερικότητας που δομεί το τέλος της ως τελικό θρίαμβο της εσωτερικότητας μετά από την ολική της εξωτερίκευση είναι μεν αντανάκλαση της αρχικής άρνησης των δυνατοτήτων του ανθρώπου "για να.." ορθωθεί έστω η κυρίαρχη εσωτερικότητα ως παραγωγική-δημιουργική, αλλά από την άλλη είναι και η έκφραση τής καταστροφικής εμμένειας μιας ολότητας που είναι ακόμα και τώρα, στο υποτιθέμενο αφηρημένο πλαίσιο του αστισμού, διαποτισμένη από την βία και την καταστροφή που επιφέρει ο κοινωνικός διαχωρισμός..










Ι.Τζανάκος          

Δευτέρα, 24 Φεβρουαρίου 2014

Απορητική υποσημείωση..




Η διττή θεμελίωση μιας γενικής-ειδικής κοινωνικής μορφής (συστήματος) την παράγει ως μια διαρκώς αναφερόμενη στην θεμελίωση μορφή.
Η θεμελίωση αυτών των μορφών σημαίνει συνεχώς ένα εξωτερικό αίτιο που διατηρείται ως εξωτερικό ακριβώς λόγω της διττότητάς του, που δεν είναι τίποτα άλλο από έκφραση του ζεύγους Πράγματος και ανθρώπινης ματαίωσης.
Όλα τα περίφημα θεμέλια και όλα τα μεγασυστήματα στηρίζονται ακόμα σε αυτή την απλή δομή που σημαίνει την αποτυχία του ανθρώπου (παραγωγού) να ορίσει την κοινωνική μορφή (και αυτό που την παράγει ως θεμέλιο) ως ενιαία κατάσταση και μορφή. Αν υπήρχε ενότητα κοινωνικής μορφής και θεμελίωσής της αυτό θα σήμαινε πως ο άνθρωπος είναι συμφιλιωμένος με την δυνατότητα του Πράγματος. 
Η ματαίωση της πιθανής ενότητας ανάμεσα στις αντικειμενικές και τις υποκειμενικές δομές της παραγωγής και αναπαραγωγής της ζωής είναι και το περιεχόμενο της εξίσου περίφημης νομοτέλειας που καθορίζει την ουσία τής αθλιότητάς της καθοριζόμενη από την αθλιότητα τής ουσίας της.
Γι'αυτό εξάλλου όποιος αντιλαμβάνεται τον άνθρωπο δεν μπορεί από ένα σημείο και πέρα να μιλάει για νομοτέλειες, και μάλιστα για "λογικές" νομοτέλειες. Η νομοτέλεια ως αναγκαία φαινομενολογική στιγμή της λογικής νομοτέλειας που ταυτίζεται με τον εαυτό της, που δεν είναι άλλη από την κοινωνική μορφή που ταυτίζεται με την έλλογη θεμελίωσή της, παράγεται έτσι ως ο μύθος της εποχής του ορθού Λόγου. Γιατί αλλιώς πως θα δικαιολογούνταν η καταστροφή της εξωτερίκευσης-αποξένωσης της κοινωνικής μορφής που σημαίνει την διάκριση υποκειμένου αντικειμένου μέσω ακριβώς μιας άλλης ακόμα απώθησης (αυτής της απώθησης που ονομάσθηκε Λογική) αυτού του "προηγούμενου" στην λήθη της αποξένωσης; 
Θα δούμε αυτή την διάσταση στο επόμενο σχόλιό μας στην εγελιανή Λογική.












Ι.Τζανάκος

 

Σάββατο, 22 Φεβρουαρίου 2014

Hegel / Αλληλο-προϋποθετικότητα και θεμελίωση..



Θα ξαναπιάσουμε ένα μέρος του αποσπάσματος από την "Επιστήμη της Λογικής" του Εγέλου που αναδημοσιεύσαμε, για να διευκρινίσουμε περαιτέρω την άποψή μας για την σχέση της φαινομενολογικής με την "αμιγώς" λογική διεργασία του Λόγου. Ξεκινάμε λοιπόν πάλι με το κείμενο:




[Hegel/ Επιστήμη της Λογικής / Διδασκαλία περί του Είναι/ Πρώτο βιβλίο / Με τι πρέπει να γίνεται το ξεκίνημα της επιστήμης]
Μετάφραση: Δημήτρης Τζωρτζόπουλος.




"Αλλά σε ό,τι αφορά την επιστημονική συζήτηση, το ζήτημα εδώ [στην "Επιστήμη της Λογικής"] σχετίζεται με κάθε λογική πρόταση, στην οποία λαμβάνουν χώρα οι προσδιορισμοί της αμεσότητας και της διαμεσολάβησης, συνακόλουθα δε η συζήτηση της αντίθεσης και της αλήθειας τους. Στο μέτρο που τούτη η αντίθεση, στην αναφορά της προς το νοείν, τη Γνώση, το γνωρίζειν, προσλαμβάνει το πιό συγκεκριμένο σχήμα μιας άμεσης ή διαμεσολαβημένης Γνώσης, εναπόκειται στην Επιστήμη της Λογικής να εξετάσει τη φύση του γνωρίζειν εν γένει, ενώ με την πιό συγκεκριμένη του μορφή ασχολείται η επιστήμη του πνεύματος [σημείωση Δημ.Τζωρτζόπουλου: Εδώ ο Χέγκελ έχει κατά νού τη φιλοσοφία του υποκειμενικού πνεύματος στην Εγκυκλοπαίδεια (1830) && 387-482] και η "Φαινομενολογία του πνεύματος". Αλλά το να θέλει κανείς να διαυγάζει ήδη τη φύση του γνωρίζειν πριν από την επιστήμη, είναι σαν να υποστηρίζει πως αυτή η φύση πρέπει να συζητείται έξω από την επιστήμη, έξω από την επιστήμη δεν μπορεί να πραγματοποιείται, τουλάχιστον όχι με τον επιστημονικό τρόπο, που μας ενδιαφέρει αποκλειστικά εδώ.
Το ξεκίνημα είναι λογικό, όταν πρόκειται να γίνεται μέσα στο στοιχείο του ελεύθερου και διεαυτό όντος [=αυτόνομου] νοείν, μέσα στην καθαρή Γνώση. Έτσι, αυτό είναι διαμεσολαβημένο από το γεγονός ότι η καθαρή Γνώση είναι η έσχατη, η απόλυτη αλήθεια της συνείδησης. Στην εισαγωγή αναφέραμε ότι η "Φαινομενολογία του πνεύματος" είναι η επιστήμη της συνείδησης, η παρουσίασή της, ότι η συνείδηση έχει την έννοια της επιστήμης, δηλαδή την καθαρή Γνώση, για αποτέλεσμα. Στην αναλογία αυτή, η Λογική έχει για προϋπόθεσή της την επιστήμη του εμφανιζόμενου πνεύματος, η οποία περιλαμβάνει και φέρνει στο φως την αναγκαιότητα και επομένως την αποδεδειγμένη αλήθεια της σκοπιάς που εκφράζει η καθαρή Γνώση, και της διαμεσολάβησής της εν γένει. Σε τούτη την επιστήμη του εμφανιζόμενου πνεύματος, το ξεκίνημα γίνεται από την εμπειρική, αισθητηριακή συνείδηση, και τούτη εδώ είναι η αυθεντική άμεση Γνώση. Κάθε άλλη μορφή συνείδησης, όπως η πίστη σε θεϊκές αλήθειες, μια εσωτερική εμπειρία, μιά Γνώση μέσα από εσωτερική αποκάλυψη κ.λ.π αποδεικνύεται, με πρόχειρη σκέψη, πολύ ακατάλληλη για να εισάγεται ως άμεση Γνώση. Στο έργο που μνημονεύσαμε πιό πάνω [ΦτΠ], η άμεση συνείδηση είναι επίσης το Πρώτο και το Άμεσο μέσα στην επιστήμη, συνεπώς η προϋπόθεση, στη Λογική όμως, η προϋπόθεση είναι εκείνο που είχε αποδειχθεί ως το αποτέλεσμα εκείνης [της φαινομενολογικής] θεώρησης, -δηλαδή η Ιδέα ως καθαρή Γνώση. Η Λογική είναι η καθαρή επιστήμη, ήτοι η καθαρή Γνώση σε όλο το φάσμα της ανάπτυξής της. Αλλά σε εκείνο το αποτέλεσμα, αυτή η Ιδέα έφτασε να προσδιορισθεί ως η βεβαιότητα που έγινε αλήθεια, η βεβαιότητα που αφενός δεν στέκεται πλέον απέναντι και ενάντια στο αντικείμενο, αλλά το έχει εσωτερικεύσει, το γνωρίζει ως τον ίδιο τον εαυτό της, - και η οποία αφετέρου έχει αφήσει πίσω της τη Γνώση του εαυτού της ως εκείνου που θα είχε απέναντι και ενάντια το αντι-κειμενικό και δεν θα ήταν παρά η εκμηδένισή του, έχει εξωτερικευθεί-αποξενωθεί από τούτη την υποκειμενικότητα και έχει γίνει ένα με την εξωτερίκευση-αποξένωσή της.

Τώρα, εκκινώντας απ'αυτό τον προσδιορισμό της καθαρής Γνώσης, δεν πρέπει να κάνουμε τίποτε άλλο, προκειμένου να παραμένει το ξεκίνημα εμμενές στην επιστήμη αυτής της Γνώσης, παρά να εξετάζουμε ή μάλλον, θέτοντας κατά μέρος κάθε άλλο λογισμό και γνώμη, να αποδεχόμαστε απλώς ό,τι υπάρχει ενώπιόν μας.

Η καθαρή Γνώση, καθότι συναγμένη μέσα σε τούτη την ενότητα, έχει αναιρέσει κάθε αναφορά σε ένα Άλλο και στη διαμεσολάβηση, είναι αυτό που στερείται τη διαφορά, τούτο το στερημένο-διαφοράς παύει έτσι το ίδιο να είναι Γνώση, αυτό που έχουμε ενώπιόν μας είναι μόνο μια απλή αμεσότητα.."


Αυτό που επιδιώκει ο Έγελος ως προφάνεια του Λόγου του είναι να θεωρηθεί η εκκίνηση της Λογικής ως λογική, χωρίς να υπάρχει καν ετερότητα και υπαρκτική αντίφαση μεταξύ των θεμελιακών δομών που την συναπαρτίζουν ως μορφής του Λόγου, όπως κάθε μορφή του Λόγου.
Έτσι, η πορεία της φαινομενολογικής συγκρότησης του Λόγου, εντός της Επ.τ.Λογ. απεικονίζεται ως προ-ανηρημένη, αν και απόλυτη προϋπόθεση αυτού που είναι το αναιρόν στοιχείο.
Δεν πρόκειται να χαθώ στον λαβύρινθο της αναρώτησης για το πως κάτι που έχει αναιρέσει κάτι άλλο το έχει ως απόλυτη προϋπόθεσή του, και αυτό δεν θα το κάνω επίσης χρησιμοποιώντας έναν τυπικό υλιστικό τρόπο. 
Ανέφερα σε προηγούμενο σημείο πως η αναίρεση της φαινομενολογικής ανάγκης ομοιάζει με την αναίρεση της υλικής (λ.χ) σωματοποιημένης ανάγκης προς την κατεύθυνση του Λογοκεντρισμού, για να διευκολύνω την αναλογική κατανόηση του κειμένου (υπό την δική μου ερμηνεία), αλλά ελπίζω να μην δεσμεύτηκε η φαντασία σας από αυτή την αναλογία.
Η αναίρεση που επιδιώκεται της φαινομενολογικής συγκρότησης του Λόγου, και μάλιστα μιας φαινομενολογικής συγκρότησης που διαφοροποιείται επαρκώς από την ("εμπειριστική") καντιανή υπερβατολογία-φαινομενολογία, είναι μια αναίρεση που στοχεύει στις ρίζες τής ανάγκης που αναιρεί. Είναι δηλαδή συστημικά απαιτητέο από τον Έγελο να ξεριζωθεί η φαινομενολογική ρίζα και να αντικατασταθεί-αφομοιωθεί από την Λογική ως αυτογεννώμενη Λογική. 
Ανεβαίνοντας τη σκάλα της υπερβατολογικής φαινομενολογίας επιχειρεί να την πετάξει, ή επιστρέφοντας στην ρίζα επιχειρεί να την ξεριζώσει. Αυτή είναι όμως μια συστημική ανάγκη που αποκαλύπτει ακριβώς αυτό που είναι αδύνατον να υλοποιηθεί χωρίς ίσως μια μεταστροφή που θα ήταν εμφανώς αυτοκριτική. Πράγμα αδύνατον για έναν Φιλόσοφο, και ειδικά για έναν μεγάλο Φιλόσοφο, ούτως ή άλλως.
Το ζήτημα της ερμηνευτικής του εγελιανού Λόγου πρέπει να αναμετρηθεί με αυτή την συστημική βία, ειδικά όταν αναφερόμαστε σε νεωτερικούς Λόγους που έχουν το χαρακτηριστικό γνώρισμα της ακαμψίας του λογικού μηχανισμού, του συστήματος. Και είναι αναγκαία η δική μας ερμηνευτική βία ακριβώς για να αποκατασταθεί το μεγαλείο της εγελιανής διαλεκτικής και όχι για να κριθεί απλώς αποδομητικά, άλλη μια φορά, όπως συνηθίζεται.
Αν και ο Έγελος παρουσιάζει ξεκάθαρα τη πρόθεσή του να αμφισβητήσει την ενδογένεια της μετάβασης από τον προ-επιστημονικό στον επιστημονικό τρόπο υποστασιοποίησης τού Λόγου είναι αναγκασμένος να δεχτεί την μερική έστω ενδογένειά του. Υπάρχει μια προφανής παραδοχή του προφανούς: Η επιστήμη της εμφάνισης (του πνεύματος) είναι ένα υπαρκτό σημείο της διαλεκτικής του Λόγου που απεικονίζεται ως διαφορετικό από την καθολική διαλεκτική τής Λογικής σε σχέση με τον έσχατο προσδιορισμό τού ίδιου του Λόγου (ακόμα και στην φαινομενολογική του πλευρά) από την κυριαρχία της καθαρής Γνώσης:
"Το ξεκίνημα είναι λογικό [στην Επ.τ.Λογ.], όταν πρόκειται να γίνεται μέσα στο στοιχείο του ελεύθερου και διεαυτό όντος [=αυτόνομου] νοείν, μέσα στην καθαρή Γνώση. 
Έτσι, αυτό είναι διαμεσολαβημένο από το γεγονός ότι η καθαρή Γνώση είναι η έσχατη, η απόλυτη αλήθεια της συνείδησης.."

Η αντίφαση ανάμεσα στην συγκρότηση της φαινομενολογικής πορείας και στην αυτογένεση της Λογικής εντός του εαυτού της δεν αφορά μόνον στην ένταξη τής έννοιας τής απόλυτης προϋποθετικότητας της φαινομενολογίας προς την "καθαρή" Λογική υπό το καθεστώς της απόλυτης προϋποθετικότητας της ίδιας της "καθαρής" Λογικής προς την φαινομενολογική πορεία, αλλά κυρίως (αφορά) στην ίδια την έννοια της συνύπαρξης των δύο αυτών δομών του Λόγου κατά την συγχρονική τους ύπαρξη. 
Το γριφώδες πρόβλημα των δύο απόλυτων προϋποθετικοτήτων που ιχνογραφήσαμε πριν από λίγο μπορεί να εξετασθεί καλύτερα αν η θεώρησή του γίνει από την σκοπιά της συσχέτισης των δύο υποσυστημάτων που είναι η Φ.τ.Π και η Επ.τ.Λογ. εντός του ενός συστήματος (του γενικού εγελιανού Λόγου). 
Τα βασικά μέρη ενός συστήματος λειτουργούν συγχρονικά χωρίς την δυνατότητα να λειτουργήσει το ένα ή το άλλο ως θεμέλιο. 
Θεωρώ πως η θεμελίωση έχει λειτουργική σημασία μόνο κατά την ίδρυση ενός συστήματος ή εντός των ιδιαίτερων υποσυστημικών "μερών'' του, άρα πως εφόσον μιλάμε για το συνολικό σύστημα αυτό το ίδιο το συνολικό σύστημα είναι το θεμέλιο ή το "αποτέλεσμα" του θεμελίου-(θεμελίωσης) και όχι το ένα μέρος θεμέλιο-(θεμελίωση) του άλλου. Η δομή συνύπαρξης των δύο μερών-υποσυστημάτων είναι μία όψη αυτής της καθολικής θεμελίωσης που πρέπει να εξετασθεί ολικά εντός των μερών και μερικά εντός του όλου. Η δυνατότητα να υπάρξει γεφύρωση της φαινομενολογικής αναγκαιότητας με την αναγκαιότητα αυτο-γένεσης της Λογικής λαμβάνει λοιπόν μιάν ακόμα τροπή που δεν έχει να κάνει μόνον με την αναγκαιότητα να νοηθεί η φαινομενολογία ως το προ-στάδιο της αυτο-γένεσης αυτής, που μάλιστα μπορεί κανείς ως αυτο-γένεση να την θεωρήσει και εντελώς αυτάρκη. Αντίθετα από αυτό που θα ήθελε ο Έγελος και οι εγελιανοί η παρουσία της φαινομενολογίας είναι διαρκής ως το συστημικό χάσμα και ταυτόχρονα το συστημικό συνεκτικόν (ως χάσμα), αν την εντάξουμε στην συγχρονικότητα της λειτουργίας του εγελιανού συστήματος ως όλου, πράγμα που δύναται επίσης να ερμηνεύσει και την (αντι-)κατοπτριστική αλληλο-προϋποθετικότητα των δύο βασικών δομών του (υπο-συστημάτων του: Φ.τ.Π και Επ.τ.Λογ). Η άρνησή μας να εντάξουμε την αλληλο-προϋποθετικότητα της φαινομενολογικής με την (καθαρά) λογική πορεία του Λόγου σε μια διαλεκτική του θεμελίου-(θεμελίωσης) και η πρότασή μας να οριοθετηθεί και ερμηνευθεί σε ένα πλαίσιο συστημικής συγχρονίας σχηματίζει ένα λογικότερο πλαίσιο ερμηνείας της συνολικής σημασίας του, εφόσον έτσι απλά η αλληλο-προϋποθετικότητα εδράζεται σε μια συστημική συγχρονική λειτουργία. Είναι σημαντικό ωστόσο να αναλύουμε συνέχεια τους λόγους για τους οποίους ένα μεγάλο Φιλοσοφικό ή Πολιτικο-Φιλοσοφικό σύστημα πρέπει -σε αυτή την συγχρονικότητα ή ακόμα βαθύτερα σε αυτή την διττή του θεμελίωση (που προϋπάρχει των επιμέρους προϋποθετικοτήτων)- να παράγεται αναγκαία ως ψεύδος ή άρρητη προϋπόθεση σκοτεινιάς..




Συνέχεια επί του τελευταίου ερωτήματος στην επόμενη ανάρτηση..



Ι.Τζανάκος 

   

Παρασκευή, 21 Φεβρουαρίου 2014

Hegel / Η τελική διττότητα (της επιστημονικής εκκίνησης) και η τραυματική αρχή..




Η απόδοση της αμεσότητας ενός αντικειμένου που παρουσιάζεται αντίκρυ στην απόλυτη Γνώση ως απλά ένα αντικείμενό της δεν είναι εύκολο να κατανοηθεί από τον κοινό νού ως μέρος και αποτέλεσμα μιας κοπιώδους διαλεκτικής διεργασίας.
Αυτό που φαίνεται ωστόσο να παρουσιάζεται ως αντικείμενο της προφάνειας της ζωής, ένα αντικείμενο εδώ και ένα αντικείμενο εκεί, ένα πράγμα εδώ και ένα πράγμα εκεί, μιά ιδιότητα εδώ και μιά ιδιότητα εκεί, δεν συγκροτεί το αντικείμενο της διαλεκτικής γνώσης που είναι το πράγμα αυτό τούτο της Γνώσης που υπάρχει ενώπιόν μας αποκαθαρμένο κάθε διαμεσολάβησης και κάθε άλλου προσδιορισμού. Μόνον αυτή η γυμνή ενωπιότητα περιέχει την δυνατότητα ενός τρόπου ανάπτυξης της σκέψης σε όλη της την πληρότητα και όλο της το εύρος που παρουσιάζεται να υπερβαίνει την αρχική φαινομενολογική εκκίνηση που είναι περιπεπλεγμένη δια των μορφών της σχέσης της αναδυόμενης γνώσης με την ίδια την γνώση ως τελικό σημείο. 
Θα ήταν λάθος να θεωρήσουμε πως αυτό το τελικό σημείο αποτελεί το αρχικό σημείο της "αμιγώς" λογικής διεργασίας που αναπτύσσεται στην Επ.τ.Λογ. Στην πραγματικότητα το τελικό σημείο της Φ.τ.Π είναι το ένα μέρος του διττού σημείου που αποτελείται τόσο από το τελικό σημείο της Φ.τ.Π όσο και από το τελικό σημείο (εκκίνησης) της Ε.τ.Λογ. Θα έπρεπε εδώ μάλιστα να ξαναθυμίσουμε το παράδοξο προφανές του εγελιανού συστήματος που είναι πως το τελικό σημείο, απόλυτο (παγκόσμιο) Πνεύμα ή Ιδέα, είναι το πρότερο κάθε περίπλοκης διαλεκτικής διεργασίας, πράγμα που εξάλλου δημιουργεί την λανθασμένη εντύπωση πως η Ε.τ.Λογ. είναι η απόλυτη προϋπόθεση όλου του συστήματος. Όμως ο Έγελος ξεκαθαρίζει πως η απόλυτη προϋπόθεση είναι η επιστήμη της εμφάνισης, η φαινομενολογία. Απόλυτη προϋπόθεση στην πραγματικότητα δεν υπάρχει παρά μόνον όπως υπάρχει λ.χ η ανάγκη να υπερβαθεί η υλική ανάγκη. Υπάρχει δηλαδή όπως υπάρχει η ανάγκη της κριτικής των δεδομένων αντιλήψεων της άμεσης συνείδησης όπως σχηματίζεται μέσα στην ρίψη της βιο-ψυχικής οντότητας στο γίγνεσθαι ενός διαχωρισμένου κόσμου.
Η διαίρεση του κόσμου σε υποκείμενο και αντικείμενο, σε εγώ και μη-εγώ, σε κοινωνία και άτομο, σε κυρίαρχο και κυριαρχούμενο κ.λ.π πρέπει να μετασχηματισθεί σε εσωτερική σχέση ανάμεσα στην Γνωστική (απόλυτη) οντότητα και στο αντικείμενο ενώπιόν της που δεν είναι ωστόσο, στο τελικό σημείο της διεργασίας (άρα ουσιωδώς, στο αρχικό), ένα αντι-κείμενο, ένα Άλλο. Διερχόμενη η βιο-ψυχική οντότητα μέσα από τις φαινομενολογικές διαμεσολαβήσεις της Αλλό-τητας ολοκληρώνεται σε ένα τελικό σημείο που σχηματίζει μαζί με το τελικό σημείο που ολοκληρώνει την Ε.τ.Λογ την διττή σημειακή οντότητα (που είναι και το τελικό σημείο εκκίνησής της), το απόλυτο τέλος. Το γεγονός πως το τέλος της Φ.τ.Π μπορεί να εννοηθεί ως η αρχή της Ε.τ.Λογ. έχει να κάνει με την διαρκή παρουσία του τραύματος ή του φόνου που ενυπάρχει σε κάθε σύστημα ως το διαρκώς εξελισσόμενο ενέργημα της καθάρσεώς του. Αλλά για αυτό θα επανέλθουμε αμέσως δια μιας ερωτήσεως: Μπορούμε εξ'αυτών που είπαμε να υποθέσουμε πως όπως υπάρχει η τελική σημειακή διττότητα (ενός κοινού, αν και διπλού, σημείου) υπάρχει και μια αρχική σημειακή διττότητα (ενός κοινού, αν και διπλού, σημείου);
Θα έλεγα πως αυτή η υπόθεση παρερμηνεύει την ασυμμετρία και την εσωτερική α-συνέχεια του εγελιανού συστήματος, όπως και κάθε συστήματος, που είναι η εσωτερικά απόλυτη προϋπόθεση της δικής του αυθυπαρξίας. Θέλω να πω πως ο "υλισμός'' του κάθε μεγάλου συστήματος έγκειται σε αυτή την ασυμμετρία-α-συνέχεια και φυσικά αναφέρεται στον εκφρασμένο εκπρόσωπό της που στην συγκεκριμένη περίπτωση φαίνεται πως είναι η "Φαινομενολογία του Πνεύματος''. Η λαμπρότητα της λογικής-διαλεκτικής ανάλυσης βρίσκεται μέσα σε αυτό το έργο απλά γιατί αυτό το έργο περιέχει τόσο τον οντολογικό διχασμό της πραγματικότητας που εκφράζει όσο και τον εσωτερικό οντολογικό διχασμό του εγελιανού συστήματος όπως αυτό σχηματίζεται ως τελικό διττό σημείο. Η διαρκής διττότητα του όλου-συστήματος σημαίνει την επανάληψη του μοναδικού τραύματος-διχασμού. Η επανάληψη του τραύματος-διχασμού μεταφέρει το Ον του διχασμού σε μια παροντική διττότητα που αποκαλύπτει και καλύπτει ταυτόχρονα την πηγή της..






Ι.Τζανάκος     

Πέμπτη, 20 Φεβρουαρίου 2014

Hegel / Τα δύο αντικείμενα-άμεσα..




Όταν ο Έγελος θέτει στην "Επιστήμη της Λογικής" το ζήτημα του ξεκινήματος (Anfang) της επιστήμης έχει ήδη προηγηθεί η πραγμάτευση της μορφής εκείνης του ξεκινήματος που σχετίζεται με την συνείδηση ως υπάρχουσα μέσα στον πραγματικό (υλικό και διανοητικό) κόσμο πέρα από την (κατά Έγελο) μη υπαρκτή διάκριση/διαίρεση διαμεσολάβησης και αμεσότητας. 
Η "Φαινομενολογία του πνεύματος" σηματοδοτεί την άρση της διάκρισης/διαίρεσης μεταξύ διαμεσολάβησης και αμεσότητας από την σκοπιά μιας πλευράς του υπαρκτού που θα ήταν λάθος να ονομάζαμε πλευρά της ατομικής συνείδησης. Ας ακολουθήσουμε τον λόγο του ίδιου του Εγέλου, για να εξηγήσουμε συνοπτικά τι θέλουμε να πούμε:


Hegel/ Επιστήμη της Λογικής / Διδασκαλία περί του Είναι/ Πρώτο βιβλίο / Με τι πρέπει να γίνεται το ξεκίνημα της επιστήμης; )
Μετάφραση: Δημήτρης Τζωρτζόπουλος.


"Εδώ [ στην "Επιστήμη της Λογικής"] έχουμε μόνο να εξετάσουμε πως εμφανίζεται το λογικό ξεκίνημα, αμφότερες οι πλευρές, από τις οποίες μπορεί το εν λόγω ξεκίνημα να ληφθεί, έχουν κατονομαστεί ήδη, δηλαδή είτε ως αποτέλεσμα με τον τρόπο της διαμεσολάβησης είτε ως αυθεντικό ξεκίνημα με άμεσο τρόπο. Σε τούτη τη θέση δεν συντρέχει λόγος να συζητήσουμε το τόσο σπουδαίο στην [φιλοσοφική] παιδεία (Bildung) της εποχής, ως φαίνεται, ερώτημα, κατά πόσο η Γνώση της αλήθειας είναι μιά άμεση Γνώση που ξεκινά απόλυτα, μιά πίστη, ή απεναντίας μιά διαμεσολαβημένη Γνώση. Στο μέτρο που το ζήτημα επιτρέπει μια προκαταρτική θεώρηση, αυτή έχει ήδη γίνει αλλού [Σημείωση Hegel: στο βιβλίο μου "Εγκυκλοπαίδεια των φιλοσοφικών επιστημών", 3η  έκδοση (1830) στην προκαταρτική έννοια (Vorbegriff) & 61 κ.εξ.].
Απο εκείνη μπορούμε να αναφέρουμε μόνο ότι τίποτα δεν υπάρχει [ Σημείωση δική μου: τίποτα με την κοινότοπη και όχι διαλεκτική έννοια, όπως ξεκαθαρίζει και ο Δ.Τζωρτζόπουλος στην δική του σημείωση], τίποτα στον ουρανό ή στη φύση ή στο πνεύμα ή οπουδήποτε αλλού, που να μην περιέχει εξίσου την αμεσότητα και τη διαμεσολάβηση, έτσι ώστε αυτοί οι δύο προσδιορισμοί να αποκαλύπτονται ότι είναι αχώριστοι και αδιάσπαστοι και εκείνη η αντίθεση ανάμεσά τους ένα μηδενικό [ με την κοινότοπη έννοια].  Αλλά σε ό,τι αφορά την επιστημονική συζήτηση, το ζήτημα εδώ σχετίζεται με κάθε λογική πρόταση, στην οποία λαμβάνουν χώρα οι προσδιορισμοί της αμεσότητας και της διαμεσολάβησης, συνακόλουθα δε η συζήτηση της αντίθεσης και της αλήθειας τους. Στο μέτρο που τούτη η αντίθεση, στην αναφορά της προς το νοείν, τη Γνώση, το γνωρίζειν, προσλαμβάνει το πιό συγκεκριμένο σχήμα μιας άμεσης ή διαμεσολαβημένης Γνώσης, εναπόκειται στην Επιστήμη της Λογικής να εξετάσει τη φύση του γνωρίζειν εν γένει, ενώ με την πιό συγκεκριμένη του μορφή ασχολείται η επιστήμη του πνεύματος [σημείωση Δημ.Τζωρτζόπουλου: Εδώ ο Χέγκελ έχει κατά νού τη φιλοσοφία του υποκειμενικού πνεύματος στην Εγκυκλοπαίδεια (1830) && 387-482] και η "Φαινομενολογία του πνεύματος". Αλλά το να θέλει κανείς να διαυγάζει ήδη τη φύση του γνωρίζειν πριν από την επιστήμη, είναι σαν να υποστηρίζει πως αυτή η φύση πρέπει να συζητείται έξω από την επιστήμη, έξω από την επιστήμη δεν μπορεί να πραγματοποιείται, τουλάχιστον όχι με τον επιστημονικό τρόπο, που μας ενδιαφέρει αποκλειστικά εδώ.
Το ξεκίνημα είναι λογικό, όταν πρόκειται να γίνεται μέσα στο στοιχείο του ελεύθερου και διεαυτό όντος [=αυτόνομου] νοείν, μέσα στην καθαρή Γνώση. Έτσι, αυτό είναι διαμεσολαβημένο από το γεγονός ότι η καθαρή Γνώση είναι η έσχατη, η απόλυτη αλήθεια της συνείδησης. Στην εισαγωγή αναφέραμε ότι η "Φαινομενολογία του πνεύματος" είναι η επιστήμη της συνείδησης, η παρουσίασή της, ότι η συνείδηση έχει την έννοια της επιστήμης, δηλαδή την καθαρή Γνώση, για αποτέλεσμα. Στην αναλογία αυτή, η Λογική έχει για προϋπόθεσή της την επιστήμη του εμφανιζόμενου πνεύματος, η οποία περιλαμβάνει και φέρνει στο φως την αναγκαιότητα και επομένως την αποδεδειγμένη αλήθεια της σκοπιάς που εκφράζει η καθαρή Γνώση, και της διαμεσολάβησής της εν γένει. Σε τούτη την επιστήμη του εμφανιζόμενου πνεύματος, το ξεκίνημα γίνεται από την εμπειρική, αισθητηριακή συνείδηση, και τούτη εδώ είναι η αυθεντική άμεση Γνώση. Κάθε άλλη μορφή συνείδησης, όπως η πίστη σε θεϊκές αλήθειες, μια εσωτερική εμπειρία, μιά Γνώση μέσα από εσωτερική αποκάλυψη κ.λ.π αποδεικνύεται, με πρόχειρη σκέψη, πολύ ακατάλληλη για να εισάγεται ως άμεση Γνώση. Στο έργο που μνημονεύσαμε πιό πάνω [ΦτΠ], η άμεση συνείδηση είναι επίσης το Πρώτο και το Άμεσο μέσα στην επιστήμη, συνεπώς η προϋπόθεση, στη Λογική όμως, η προϋπόθεση είναι εκείνο που είχε αποδειχθεί ως το αποτέλεσμα εκείνης [της φαινομενολογικής] θεώρησης, -δηλαδή η Ιδέα ως καθαρή Γνώση. Η Λογική είναι η καθαρή επιστήμη, ήτοι η καθαρή Γνώση σε όλο το φάσμα της ανάπτυξής της. Αλλά σε εκείνο το αποτέλεσμα, αυτή η Ιδέα έφτασε να προσδιορισθεί ως η βεβαιότητα που έγινε αλήθεια, η βεβαιότητα που αφενός δεν στέκεται πλέον απέναντι και ενάντια στο αντικείμενο, αλλά το έχει εσωτερικεύσει, το γνωρίζει ως τον ίδιο τον εαυτό της, - και η οποία αφετέρου έχει αφήσει πίσω της τη Γνώση του εαυτού της ως εκείνου που θα είχε απέναντι και ενάντια το αντι-κειμενικό και δεν θα ήταν παρά η εκμηδένισή του, έχει εξωτερικευθεί-αποξενωθεί από τούτη την υποκειμενικότητα και έχει γίνει ένα με την εξωτερίκευση-αποξένωσή της.
Τώρα, εκκινώντας απ'αυτό τον προσδιορισμό της καθαρής Γνώσης, δεν πρέπει να κάνουμε τίποτε άλλο, προκειμένου να παραμένει το ξεκίνημα εμμενές στην επιστήμη αυτής της Γνώσης, παρά να εξετάζουμε ή μάλλον, θέτοντας κατά μέρος κάθε άλλο λογισμό και γνώμη, να αποδεχόμαστε απλώς ό,τι υπάρχει ενώπιόν μας.
Η καθαρή Γνώση, καθότι συναγμένη μέσα σε τούτη την ενότητα, έχει αναιρέσει κάθε αναφορά σε ένα Άλλο και στη διαμεσολάβηση, είναι αυτό που στερείται τη διαφορά, τούτο το στερημένο-διαφοράς παύει έτσι το ίδιο να είναι Γνώση, αυτό που έχουμε ενώπιόν μας είναι μόνο μια απλή αμεσότητα. 
Η απλή αμεσότητα είναι η ίδια μιά έκφραση ανασκόπησης (ανάκλασης) και αναφέρεται στη διαφορά από το διαμεσολαβημένο. Στην αληθινή έκφραση επομένως, αυτή η απλή αμεσότητα είναι το καθαρό Είναι. Ακριβώς όπως η καθαρή Γνώση δεν προορίζεται να σημαίνει τίποτα άλλο από τη Γνώση ως τέτοια, εντελώς αφηρημένα, έτσι και το καθαρό Είναι δεν προορίζεται να σημαίνει τίποτα άλλο από το Είναι εν γένει. Είναι, και τίποτα άλλο, χωρίς οποιοδήποτε άλλο προσδιορισμό και πλήρωση. Εδώ το ξεκίνημα γίνεται με το Είναι, αυτό παρουσιάζεται να αναδύεται από διαμεσολάβηση και μάλιστα από εκείνη, η οποία συνάμα αναιρεί τον ίδιο τον εαυτό της, η προϋπόθεση είναι η καθαρή Γνώση ως αποτέλεσμα της πεπερασμένης Γνώσης της συνείδησης. Αλλά, εάν δεν πρέπει να τίθεται καμιά προϋπόθεση, εαν το ίδιο το ξεκίνημα πρέπει να λαμβάνεται άμεσα, τότε το ξεκίνημα αυτό προσδιορίζεται μόνο από το γεγονός ότι η καθαρή Γνώση μέλλει να είναι το ξεκίνημα της Λογικής, του νοείν ως τέτοιου. Δεν υπάρχει παρά η απόφαση, την οποία μπορεί κανείς να την θεωρεί και ως μια αυθαιρεσία, δηλαδή να εξετάζει κανείς το νοείν ως τέτοιο. Το ξεκίνημα εδώ, αφηρημένο ξεκίνημα, έτσι δεν μπορεί να προϋποθέτει τίποτα, δεν πρέπει να διαμεσολαβείται από τίποτα ούτε να έχει ένα θεμέλιο, το ίδιο θα έπρεπε μάλλον να είναι θεμέλιο ολόκληρης της επιστήμης. Όθεν πρέπει απλά και καθαρά να είναι ένα άμεσο ή μάλλον μόνο αυτό τούτο το άμεσο. Ακριβώς όπως αυτό δεν μπορεί να έχει έναν προσδιορισμό απέναντι σε ένα άλλο, έτσι και δεν μπορεί να περιέχει εντός εαυτού οποιοδήποτε περιεχόμενο, διότι τέτοια πράγματα θα ήταν διαφοροποίηση και αναφορά διαφορετικών στοιχείων του ενός προς το άλλο, ως εκ τούτου μια διαμεσολάβηση. Το ξεκίνημα είναι συνεπως το καθαρό Είναι..."





Η δυσκολία που αντιμετωπίζει κάθε αναγνώστης του εγελιανού Λόγου περιπλέκεται ακόμα περισσότερο λόγω της δυσκολίας κατανόησης της ύπαρξης μιας διπλής αμεσότητας που φαίνεται να παρουσιάζεται στην σειρά της έκθεσής του (του εγελιανού Λόγου) όπως παρουσιάζεται εμφανώς -ως διπλή σειρά- σε δύο διαφορετικά έργα, την "Φαινομενολογία του πνεύματος'' και την "Επιστήμη της Λογικής''.
Η ενότητα του εγελιανού Λόγου κινδυνεύει από την ίδια την ύπαρξη της σειράς των δύο αυτών έργων έτσι όπως δομούνται εσωτερικά όχι μόνον ως δύο μορφές ενός μοναδικού Λόγου. Η λύση που ακολουθούν οι εγελιανοί και ο ίδιος ο Έγελος είναι η έμμεση στον Έγελο και άμεση στους εγελιανούς πρόκριση της πρωτοκαθεδρίας της ΕτΛ έναντι της ΦτΠ. 'Όμως η ενότητα των δύο αμεσοτήτων περιέχει ένα μη-ταυτοτικό στοιχείο αρκετά προφανές για να παραβλεφθεί. Η ΕτΛ ξεκινάει αφού πρώτα έχει ετοιμαστεί το έδαφος της από την ΦτΠ, και μάλιστα με έναν τρόπο που δεν δικαιολογεί το επιχείρημα περί διαφοράς ως προς την λογική προτερότητα: ότι η ΕτΛ είναι λογικά πρότερη δεν θα ήθελα να το συζητήσω αν δεν σταθούμε σε αυτό που το συγκεκριμένο απόσπασμα που παραθέσαμε κάνει κάτι παραπάνω από προφανές. Η ανάβαση από την εμπειρική-αισθητηριακή συνείδηση προς την βεβαιότητα του αντικειμενικού Λόγου της -που έχει μέσα του ανηρημένους τους καθαρά υποκειμενικούς και καθαρά αντικεικενικούς προσδιορισμούς- δεν είναι βέβαια μια άνοδος από κάποιες απροσδιόριστες "αισθήσεις'' προς τον "Λόγο" αλλά αφορά την υπερβατολογική συγκρότηση του εμπειρικού δεδομένου σε μια εξέλιξη προς την καθαρή μορφή του αντικειμένου-Χ. Η διαφορά της καντιανής προς την εγελιανή υπερβατολογική συγκρότηση της αντικειμενικότητας είναι σημαντική γιατί η εγελιανή δεν περιέχει αξιολογικούς προσδιορισμούς που διαπερνούν το σώμα της υπερβατολογίας της 1ης κριτικής (Κ.Κ.Λ), αν και αυτό πράττεται με την αφομοίωση του Λογο-κεντρισμού της δεύτερης κριτικής (Κ.Π.Λ) αλλά και της τρίτης κριτικής (Κ.Κ.Δ). Αυτό που αφορά τον Έγελο είναι η Γνώση. Απο εκεί προέρχεται και η διατυμπανιζόμενη -από τους νεοκαντιανούς αλλά και μη-καντιανούς αντι-εγελιανούς- θεωρησιακότητα και "αμετροέπεια" του Εγελιανού Λόγου. Γιά τον Έγελο υπάρχει μόνον Γνώση. Το σχέδιό του περιέχει Κάντ και βαθύτερα Πλάτωνα στο πεδίο και μόνον της σχέσης Γνώσης και Δύναμης, όπου το απώτατο θεμέλιο είναι η Γνώση και το αντικείμενό της, στην ΦτΠ το υπερβατολογικό και στην ΕτΛ το καθαρό αντικείμενο<ταυτόν>Γνώση.
Είναι αυτά τα αντικείμενα-άμεσα των δύο έργων ταυτά;
Συνέχεια στο επόμενο..



Ι.Τζανάκος

Δευτέρα, 17 Φεβρουαρίου 2014

Υπερβασιακή στρέβλωση..



Επιστρέφουμε στην κανονική νοητική ζωή μας, που έλκεται από τις υπέροχες στρεβλώσεις του Λόγου...





Η συγκρότηση ενός άλλου είδους αγαθού-ωφέλιμου πέρα από την συγκεκριμένη-ειδική υπερβασιακή στρέβλωση των σχέσεων κυριαρχίας που σχηματίζεται στο σημείο που η ζωή στις συγκεκριμένες-ειδικές συνθήκες δεν υπόκειται στην κυριαρχία, δεν μπορεί να προέλθει από την αποκάλυψη της (υποτιθέμενης) ψευδότητας αυτής της στρέβλωσης ως μέρος της γενικής υπερβασιακής στρέβλωσης ή την ανατροπή της αξιακής ιεραρχίας που σημαίνεται γενικά ως στρέβλωση. 
Η υπερβασιακή στρέβλωση δεν αποτελεί τον γενικό τρόπο της κυριαρχίας ως αφαίρεσης, ως απρόσωπου προσώπου της ή ως άφατου ονόματός της, αλλά έναν γενικό τρόπο που κυμαίνεται πάντα στα όρια της κυριαρχίας και της μη-κυριαρχίας και εξειδικεύεται (συγκεκριμενοποιείται) είτε ως μορφή της κυριαρχίας είτε ως μορφή της μη-κυριαρχίας, αν και είναι προφανές πως διατηρείται στην πρώτη μορφή η υπόσταση της μη-κυριαρχίας και στην δεύτερη εναλλακτική η υπόσταση της κυριαρχίας.
Η υπερβασιακή στρέβλωση ως κατάσταση της βιοψυχικής οντότητας δεν είναι γενικά ένα προϊόν της "αλλοτρίωσής" της σε μια "εξιδανικευτική αφαίρεση" της κυριαρχίας παρά μόνον σε μία εξειδικευμένη εκδοχή τής στρέβλωσης που σημαίνει-εκφράζει ως υπερβασιακή στρέβλωση. Το γεγονός πως αυτή η ειδική μορφή στρέβλωσης παρουσιάζεται ως η ουσία της υπερβασιακής στρέβλωσης χρησιμοποιείται ως το επίχειρημα για την δημιουργία αντιπαράθεσης πρός την υπερβασιακότητα ως στρέβλωση ή την στρέβλωση ως κάτι το αντίθετο προς την (υποτιθέμενα) ορθή μη-στρεβλή υπερβασιακότητα. 
Σε αυτές τις δύο μορφές αντιπαράθεσης που εφορμούν από εντελώς διαφορετικές εκκινήσεις διακρίνεται ωστόσο η κοινή ρίζα που δεν είναι άλλη από την κριτική της "στρέβλωσης" από την πλευρά μιας κάποιας μορφής "ορθότητας". Έτσι με έναν αληθινά παράξενο τρόπο ενώνεται η φωνή του συνηθισμένου ιδεαλιστή με την φωνή του συνηθισμένου βιταλιστή που αν και βρίσκονται σε εντελώς διαφορετικές φιλοσοφικές θέσεις συμφωνούν ως προς την υπεράσπιση μιας κάποιου είδους ορθότητας. 
Η παραξενιά της κοινότητας αυτής γίνεται ακόμα πιό παράξενη αν σκεφτεί κανείς πως ακόμα και στα υπο-στρατόπεδά της μπορεί κανείς να βρεί εντελώς διαφορετικούς ανθρώπους. Ας πούμε, κάτω από τον όρο "βιταλιστής" στεγάζονται συνήθως τόσο ανορθολογιστές κανονιστικοί Φιλόσοφοι όπως ο Μπερξόν, κατά κάποιον ειδικό τρόπο οι μαρξιστές, την ίδια στιγμή που κάποιοι μπερξονιστές και μαρξιστές (αλλά με διαφορετικό κάθε φορά τρόπο) δεν παύουν να αξιώνουν με επάρκεια την στράτευσή τους στο κανονιστικό ("αντι-στρεβλωτικό") ορθολογισμό.
 
 
[Όπως βλέπουμε οι κατηγοριοποιήσεις στην Φιλοσοφία δεν είναι και τόσο εύκολες. Αυτό που θέλουν όλοι οι φιλοσοφούντες είναι να προσθέσουν ένα ακόμα διευκρινιστικό μπέρδεμα σε όλο αυτό το χάος για να κάνουν τον μη-φιλοσοφικό νου να απελπιστεί ακόμα περισσότερο και να ασχοληθεί επιτέλους μόνον με την πολιτική και την εξουσία. Στην ταπεινή -φιλοσοφικά- χώρα μας ελπίζουμε με όλες τις ψυχικές δυνάμεις που μας έχουν απομείνει να συμβεί κάτι τέτοιο με τους πολιτικούς φιλοσόφους της "ανανεωτικής" αριστεράς. Θα είναι πραγματικά μεγάλος ο κρότος της πτώσης τους στους θώκους των υπουργείων, πολύ μεγαλύτερος από τον κρότο που ακούσαμε μετά την κατάληψη των πανεπιστημιακών θώκων, που εξάλλου δεν φαίνονται στο κοινό και τους ίδιους τόσο εξευτελιστικοί όσο οι υπουργικοί..]
 

Η δυνατότητα να εννοηθεί η στρέβλωση που φέρνει η συνείδηση σε κάθε ενθαδικότητα (υπό τις οποιεσδήποτε συνθήκες συγκρότησης τής πραγματικότητας τής σχέσης τους) ως ένας απόλυτος όρος του ανθρώπινου αγαθού-ωφέλους δημιουργεί διάφορα φιλοσοφικά προβλήματα που έχουν κάνουν με την συγκρότηση του ίδιου του φιλοσοφικού Λόγου σε συνθήκες κυριαρχίας της νεωτερικότητας, ήτοι σε συνθήκες νοητικής κυριαρχίας τού εμμενούς στοχασμού και της εμμενούς διαλεκτικής
Η αποδοχή τής υπερβασιακής πρακτικής, ωστόσο, ως αναγκαίας στρέβλωσης του υπαρκτού και ως γενικής αρχής που υπάγει τις ορθολογικές πρακτικές στην δική της αρχή, δεν σημαίνει απαραίτητα την επιστροφή απλά σε έναν υπερβατισμό του παρελθόντος, σε ένα είδος θεολογίας που θα κοίταγε λ.χ στην θωμιστική ή την αρχαιο-ελληνική οντολογία.
Η αποδοχή της υπερβασιακότητας ως στρέβλωσης είναι ενταγμένη ούτως ή άλλως σε μια προβληματική που δεν θα μπορούσε να υπάρχει χωρίς την νεωτερικότητα.
Σε αυτό το γενικό πλαίσιο επιστρέφουμε στις μελέτες μας που εγκαταλείψαμε παροδικά λόγω ανόητων πολιτικών παθών..
Ακολουθούν αναρτήσεις για τον Έγελο..
 
 
 
 
 
Ι.Τζανάκος

Κυριακή, 16 Φεβρουαρίου 2014

Η κυριότητα του Κυρίου..


Ανάρτηση εμπνευσμένη από την "ύλη" τού Μπλόγκ τού Αθανάσιου Δρατζίδη "Ανωτάτη Σχολή Κακών Τεχνών" (θα την βρείτε στα λίνκ που έχω κάτω από τις αναρτήσεις)..





Τόσα χρόνια παραμένοντας στον μάταιο αγώνα να ενωθεί η δύναμη του Κυρίου με την κατάργησή Του, η άνοδος στο Ύψος της θέασης που δημιουργεί την όψη των όντων από τα πάνω με την δύναμη της ρίζας που είναι θαμμένη στο χώμα, δεν έχω μεταβάλλει άποψη. Γοητεύομαι μόνον στην ιδέα να προσχωρήσω στην θέα που μου χαρίζει ως αντίδωρο ο Κύριος, και να μην νομίσετε πως αυτό είναι ένδειξη κάποιας υλικής ματαιοδοξίας ή κάποιας επιθυμίας να μετέχω φαντασιακά στην Δόξα και την Δύναμή Του.
Είμαι λαθραναγνώστης Του, και όσο τον μελετώ τόσο τον μισώ, όσο τον εξετάζω τόσο ετοιμάζω το φέρετρο που θα θαφτεί αιώνια στην αιωνιότητα της νέκρας Του. 
Όμως αυτό που με κρατά στην Κυριότητα δεν είναι αυτό που νομίζεται ως Κυριότητα από το πλήθος των ομοιοπαθών αδερφών μου, σκλάβων. Αυτό που με κρατά στην Κυριότητα είναι η πεποίθησή μου πως το Ύψος που έχει καταλάβει με τόση πανουργία και δική μας ανικανότητα και φόβο είναι φοβερότερο από αυτό που σχηματίζεται στην μικρή φαντασία όλων των θυμάτων και των ακολούθων Του, ίσως και πολλών από αυτούς που γοργοπέρασαν από διάφορους οικονομικούς και πολιτικούς θώκους που έχουν το έμβλημά Του. 
Γιατί ο Κύριος είναι ανώνυμο Όνομα, άφατη λέξη και πλήρες κενό, που αναδύεται σε όνειρα και ψιθύρους, σε γήπεδα και μαζικές παρουσίες των πιστών τού θεάματός Του (στο αυτί μου ηχούν τώρα οι φωνές των οπαδών του Πανιωνίου, που αλαλάζουν για μιά από τις ανόσιες ιδέες Του). Κάποτε κάποιοι παρανοημένοι αναρχικοί αριστεριστές, σαν τον Γ.Ντεμπόρ, νόμιζαν πως με νεροπίστολα και κάτι ξύλινα πιστόλια εγελιανά ή εγελιανίζοντα "μαρξιστικά" θα μπορούσαν να ερμηνεύσουν και καταπολεμήσουν την μαζική λατρεία και το μαζικό πάθος για την δύναμή Του και πως με την επαναφορά της προλεταριακής "ζωής" ή της προλεταριακής "ουσίας" θα έκαναν πόλεμο, και μάλιστα σκακιστικό-στρατηγικό, ενάντια στον Κύριο. Μάταια όνειρα, μάταιες ελπίδες. Ίσως το μόνο που φοβίζει τον Κύριο είναι η αντίδραση αυτού που όλα τα λαϊκά κτηνάρια θεωρούν νεκρό, δηλαδή της εξω-ανθρώπινης φύσης και μετέπειτα της ίδιας της ανθρώπινης φύσης. 
Τρελλά πράγματα για κομμουνιστές λογικεμένους. 
Αν συνεχίσει η γριά πόρνη Μεγάλη Βρεττανία να είναι ένας βάλτος από τις διαρκείς βροχοπτώσεις ο Κύριος φοβάται πιό πολύ από το αν η ΑΔΕΔΥ κάνει ολοήμερη απεργία (σώπα καλέ!). Ακόμα και τότε όμως ο Κύριος θα σκαρφιστεί λύση από το Ύψος που βρίσκεται και αυτό δεν θα είναι άλλη από την δημιουργία διάφορων εμφυλίων πολέμων μεταξύ ηλίθιων νεωτερικών ομάδων για την διατήρηση του αυτοκινήτου, των φυσικών και ενεργειακών πόρων ημών, του ενδόξου έθνους ημών, της ενδόξου θρησκείας και ιδεολογίας ημών, της πολυκατοικίας ημών, της όμορφης Πόλης και συνοικίας ημών, και όλα τα ημέτερα γενικά. Το Γενικό της καταστροφής θα το κρατήσει για τον εαυτό Του, θα το ασκήσει για τον εαυτό Του. Είναι δυνατόν να μην θέλεις να αφιερώσεις τη ζωή σου στην ακοή των μυστικών τού Κυρίου; Είναι δυνατόν να θεωρείς πως όλα αυτά τα κτηνάρια που νομίζουν πως ξέρουν τις βουλές και τα σχέδιά Του, τις δομές και τα όριά Του, θα καταλάβουν πόσο αδύναμα είναι μπροστά στο θυσιαστήριο που τους ετοιμάζει άλλη μιά φορά; Και πως θα ανέλθουν όλα αυτά τα αιώνια θύματα στο Ύψος από το οποίο ο Κύριος εποπτεύει τις δυνατότητες της εξουσίας Του;
Μήπως μιμούμενα Αυτόν; Μήπως αφομοιώνοντας τις τεχνικές μορφές της ύπαρξής Του; Μήπως ελπίζοντας επίσης να μιμηθούν τις μορφές της ίδιας της Κυριότητάς του επί της ύλης που Αυτός ο ίδιος δημιούργησε;
Την έχουμε βάψει σύν-τροφοι..














Ι.Τζανάκος

Σάββατο, 15 Φεβρουαρίου 2014

Στροφή / Αγαθό και ανάβαση..




Το να μιλάει κανείς για το καθήκον τής κατάβασης των αιώνιων ιδεών (διά του ανθρώπινου υποκειμένου) στο ενθάδε σημαίνει πως (κάποιος=αυτός ο ίδιος) έχει ήδη ανεβεί σε αυτές, έχει ενωθεί με αυτές, και θέτει το αίτημα της μεταβίβασής τους στο ενθάδε διά της κατάβασής τους μέσω αυτού του ίδιου ως φορέα τους, που τις λαμβάνει ως ενωμένος μαζί τους και τις φέρνει ως φορέας τους "εδώ κάτω". 
Αυτό επίσης προϋποθέτει πως ακόμα κι αν ήταν κάποια στιγμή ενωμένος με αυτές, καταβαίνοντας θα τις διατηρήσει άσβεστες και αλώβητες.
'Εχουμε λοιπόν δύο προϋποθέσεις για την οργάνωση και την συντέλεση της κατάβασης των αιώνιων ιδεών. 
Η δυσκολία της πράξης που σημαίνει  την ανθρώπινη ενσάρκωση της τελειότητας και της αιωνιότητας είναι ανάλογη με τις σκιές της πού'χουν γιομίσει τον κόσμο.
Εγώ θα έλεγα, ας επιθυμήσουμε, πέρα από τις αλυσίδες του υλισμού και της ματαιοδοξίας να γίνει η ύλη η υποδοχή του απόλυτου αγαθού, να βιώσουμε την ένωση μας με το απόλυτο αγαθό, την απροϋπόθετη και άμετρη δύναμη του αιώνιου, υποτάσσοντας την ύλη και τον αναγκαίο υλισμό, και ας μην θεωρούμε πως ήδη ανεβήκαμε εκεί που κάνει τόσο ψύχος και θερμότητα που κρουσταλλιάζουν τα σώματα και πυρακτώνεται μέχρι αποτεφρώσεως η ύπαρξη. 
Η ανάβαση είναι η μόνη δυνατότητα της ύπαρξης να ενωθεί με το απόλυτο αγαθό, και η κατάβαση, ξανά, στο ενθάδε δεν είναι υπαρκτή παρά μόνον ως σχέση μιάς διαρκώς παραμένουσας στο απόλυτο αγαθό ύπαρξης, αν έχει η ανάβαση συντελεστεί, με μιά διαρκώς παραμένουσα στην φθορά-χρονικότητα (μη-)ύπαρξη. 
Ο μύθος του πλατωνικού σπηλαίου έχει κι αυτή την ανάγνωση. 
Και η δυνατότητα της κάθε κοινωνίας, ή μιάς κοινωνικής οντότητας "μέσα" στην κοινωνία, να ανέβει στο απόλυτο είναι το μέτρο της ουσιαστικής της οντότητας. 
Η κατάβαση των αιώνιων ιδεών είναι αδύνατη ως κατάβαση των αιώνιων ιδεών και πριν ακόμα τεθεί ως αίτημα-καθήκον είναι αναγκαία ή ανάβαση σε αυτές.  Λες και έχουμε ανέβει και βιαζόμαστε να κατέβουμε! Μάλλον πλανηθήκαμε και νομίσαμε τον προθάλαμο της αιωνιότητας ως την αιωνιότητα την ίδια..
Από μόνο του είναι τόσο δύσκολο να φτάσουμε στο αιώνιο και να παραμείνουμε αιώνια στο αιώνιο, ώστε η δυσκολία είναι απόδειξη πως είναι αληθινό. Γιατί η μόνη απόδειξη πως κάτι είναι αληθινό είναι πως είναι το πιό δύσκολο..







Ι.Τζανάκος   

Παρασκευή, 14 Φεβρουαρίου 2014

Δημοκρατία-Ελευθερία..


(Αποφάσισα για λίγο να μιλάω όσο γίνεται πιό απλά)

Το αίτημα του σοσιαλισμού και της αταξικής κοινωνίας παραμένει και θα παραμείνει αφηρημένο όσο δεν γονιμοποιείται από τις αξίες της ελευθερίας και της δημοκρατίας που περιέχουν σε πρωταρχική ακόμα μορφή τις πανανθρώπινες αξίες της αδερφοσύνης, της ατομικής ελευθερίας, της κοινωνικής ελευθερίας και αλληλεγγύης, της ισότητας. Εκεί που πραγματικά αυτή η δημιουργική γονιμοποίηση του σοσιαλισμού γίνεται απόλυτα αναγκαία είναι στο πεδίο της συνάντησης και της αλληλο-αναγνώρισης των εθνών-λαών που έχουν διαπαιδαγωγηθεί στον εθνικισμό-ρατσισμό και τις ανορθολογικές και αντιδημοκρατικές ψευδο-αξίες της κοινωνικής πατριαρχίας. Δεν αρκεί να αμφισβητήσει κανείς το γενικό περιεχόμενο της ταξικής κοινωνίας, ούτε να χτίσει ένα ολόκληρο ιδεολογικό οικοδόμημα που να καταγγέλει την εκμετάλλευση που υφίστανται οι λαϊκές τάξεις από τους αφέντες του έθνους-κράτους. Όλα θα μείνουν στη μέση αν δεν ορθωθούν από τον λαό και τις πολιτικές φράξιες που τον υπερασπίζονται αληθινές δημοκρατικές και ελευθεριακές λαϊκές αξίες που θα έχουν αναγκαία μέσα τους το πανανθρώπινο στοιχείο.
Η δημοκρατία και η ελευθερία αν υψώνονται στο ύψος που αναλογεί σε ένα μόνο μέρος της ακεραιότητάς τους είναι το οξυγόνο της επικοινωνίας και της φιλίας των λαών.
Τι σημαίνει όμως ελευθερία και δημοκρατία σήμερα; Σε ποιό βαθμό διακρίνονται από όλα αυτά που καλύπτουν το περιεχόμενό τους χρησιμοποιώντας το ίδιο όνομα;
Θα προσπαθήσουμε αργότερα, όσο γίνεται πιό απλά, να  ορίσουμε το περιεχόμενο αυτών των εννοιών, και την σχέση τους με τον διεθνισμό που ακόμα αναζητείται..








Ι.Τζανάκος

Ιωάννης Τζανάκος - Ιστολόγια

  • 1 - Οι λέξεις δεν έχουν ένα δικό τους νόημα, και όμως μπορούν να χαρίσουν νόημα σε ό,τι υπάρχει χωρίς να μπορεί κάποιος να προσδιορίσει τι ακριβώς είναι αυτό ...
    Πριν από 2 ώρες
  • Franz Kafka - "Sie standen plötzlich da…" (II, 10) - "Sie standen plötzlich da…" (II, 10) *Sie standen plötzlich da, in einer Reihe, zehn. * *Sie waren fast alle gleich, hagere, dunkle, kahlrasierte Gesichter ...
    Πριν από 3 ώρες

Δρεπάνι

Δρεπάνι
Δρεπάνι..

Αρχειοθήκη ιστολογίου

Kurdistan

Nichts

Nichts

Πολιτική και Γεωπολιτική..

Στα όρια..

Ουρανός

Ουρανός

Ερμηνείες της ιστορίας..

Επιστημονικά και επιστημονικοφανή..