Αυτοκαθορισμός

Αυτοκαθορισμός

Τετάρτη, 25 Ιουνίου 2014

Κριτικές παρατηρήσεις στο σημείωμα του Θ.Λιάπα για Σπινόζα / Φίχτε / Χέγκελ


"..Αρχικά μεταφράζουμε από την Wissenschaftslehre του 1794 απόσπασμα όπου ο Φίχτε κάνει κριτική στον Σπινόζα και  σχολιάζουμε ορισμένα ενδιαφέροντα σημεία. Κατόπιν παραθέτουμε την κριτική του Χέγκελ στον Σπινόζα.
Grundlage der gesamten Wissenschaftslehre
Ο Σπινόζα υπερέβη την πρότασή μας, όπως την δείξαμε παραπάνω. Δεν αρνείται την ενότητα της εμπειρικής συνείδησης, αλλά αρνείται τελείως την καθαρή συνείδηση. Σύμφωνα με αυτόν σχετίζεται ολόκληρη η σειρά των παραστάσεων ενός εμπειρικού υποκειμένου προς το μοναδικό καθαρό υποκείμενο, όπως μια μεμονωμένη παράσταση προς μια σειρά παραστάσεων. Στον Σπινόζα το Εγώ(αυτό το οποίο ονομάζει Εγώ του ή εγώ το ονομάζω δικό μου Εγώ) δεν υπάρχει κατ’ εξοχήν(απόλυτο) ,επειδή αυτό το ίδιο υπάρχει· αλλά επειδή κάτι άλλο υπάρχει.

Στον Σπινόζα το θεμέλιο ύπαρξης του Εγώ δεν βρίσκεται στην ίδια του την αυτοσχεσία(βλ. προηγούμενη ανάρτηση για Φιχτε-Ντεκαρτ) αλλά σε κάτι έξω από αυτό που είναι βεβαίως η υπόσταση.


 –Το Εγώ κατά τον Σπινόζα ναι μεν είναι για το Εγώ - Εγώ, αλλά αυτός ρωτά: τι θα ήταν αυτό για κάτι έξω από το Εγώ. Ένα τέτοιο «έξω από το Εγώ» θα ήταν επίσης ένα Εγώ, από το οποίο το τεθειμένο Εγώ (πχ. το δικό μου Εγώ) και άλλα δυνατά θέσιμα(setzbar) Εγώ θα ήταν τροποποιήσεις(Modifikationen). Ο Σπινόζα χωρίζει την καθαρή και την εμπειρική συνείδηση. Το πρώτο Εγώ το θέτει μέσα στο θεό, ο οποίος δεν έχει ποτέ συνείδηση του εαυτού του, επειδή η καθαρή συνείδηση δεν φθάνει ποτέ στην [εμπειρική] συνείδηση· το τελευταίο Εγώ το τοποθετεί στις επιμέρους τροποποιήσεις της θεότητας. Έτσι δομημένο έχει το σύστημά του αδιαμφισβήτα απόλυτη εσωτερική συνέπεια ,επειδή ο θεός βρίσκεται σε ένα πεδίο, στο οποίο ο λόγος δεν μπορεί να τον ακολουθήσει · αλλά έτσι το σύστημα είναι αθεμελίωτο, επειδή τι είναι αυτό που τον νομιμοποιεί, να ξεπεράσει την δοσμένη εντός της εμπειρικής συνείδησης καθαρή συνείδηση;

Θυμίζουμε το σύστημα του Σπινόζα συγκροτείται σε 3 επίπεδα: Υπόσταση ή θεός, κατηγορήματα(έκταση, σκέψη) και τρόποι. Ο θεός είναι η καθαρή συνείδηση και η εμπειρική συνείδηση αποτελεί τροποποίηση αυτής της υπόστασης, άρα ένας τρόπος ύπαρξης της υπόστασης, ο οποίος αντλεί την οντολογική νομιμοποίησή του από την υπόσταση, στην οποία όλα ανάγκονται. Ο Φίχτε πάντως σε μία προσπάθεια να φέρει στα δικά του μέτρα το σπινοζικό σύστημα λέει ότι το «εξω από το (εμπειρικό) Εγώ» είναι και αυτό το ίδιο Εγώ. Άρα ότι η σπινοζική υπόσταση είναι Εγώ. Εφόσον πάντως η υπόσταση είναι ο θεός, θα μπορούσε να έχει κάποια βάση αυτή η ερμηνεία. Λέει επίσης ο Φίχτε ότι θεός του Σπινόζα δεν έχει ποτε συνείδηση του εαυτού, επειδή δεν φθάνει ποτέ στην εμπειρική συνείδηση. Η πρόταση αυτή είναι δύσκολο να ερμηνευθεί και θα επιχειρήσουμε να την εξηγήσουμε στη συνέχεια μέσα από την κριτική του Χέγκελ στον Σπινόζα.

Ο θεός είναι κάτι υπεραισθητό για το οποίο οι εποπτείες και οι αισθήσεις δεν μπορούν να μας πουν τίποτα. Αυτό κάνει το σύστημα του Σπινόζα εσωτερικά συνεπές, επειδή ουσιαστικά ανάγει το θεμέλιο της εμπειρικής συνείδησης στην καθαρή συνείδηση του θεού, της υπόστασης, η οποία δεν μπορεί να επιβεβαιωθεί ή να αναιρεθεί εμπειρικά και άρα από προ-κριτική μεταφυσική σκοπιά το σύστημα του Σπινόζα βρίσκεται στο απυρόβλητο της κριτικής.

 --Αυτό που τον κινεί στο σύστημά του, μπορεί να παρουσιασθεί ως εξής: είναι η αναγκαία επιδίωξη, να φέρει την ανώτερη ενότητα στην ανθρώπινη γνώση. Αυτή η ενότητα υπάρχει μέσα στο σύστημά του· και το λάθος έγκειται απλώς στο ότι αυτός πίστευε ότι εξήγαγε το συμπέρασμά του από θεωρητικά έλλογα θεμέλια(theoretischen Vernunftgründen) ,ενώ όμως απλά κινήθηκε από μια πρακτικη ανάγκη, ότι πίστευε δηλ. ότι συγκρότησε κάτι πραγματικά δεδομένο(υπάρχον, Gegebenes) ,διότι έθεσε ως προμετωπίδα ένα ιδεατό(Ideal) ,το οποίο δεν μπορούμε ποτέ να προσεγγίσουμε. Την ανώτερή του ενότητα θα συναντήσουμε εμείς πάλι στην Wissenschaftslehre· αλλά όχι ως κάτι ,το οποίο είναι, αλλά ως κάτι το οποίο πρέπει(δεον είναι, soll ) να παραχθεί δια ημών, και οχι μπορεί[να παραχθεί δια ημών]. –Επισημαίνω ακόμα ,ότι αν κανείς υπερβεί το Εγώ είμαι, αναγκαία τότε εισέρχεται στον σπινοζισμό [...] και ότι υπάρχουν μόνο δύο συνεπή συστήματα: το κριτικό, το οποίο αναγνωρίζει αυτά τα όρια και το σπινοζικό, το οποίο τα υπερπηδά.

Σε αυτό το σημείο παρουσιάζεται η κριτική του Φίχτε. Αυτό που μας δίδαξε ο Καντ με τις Κριτικές του είναι ότι ο θεωρητικός λόγος δεν μπορεί να υπερβεί τα όρια της αισθητικότητας και άρα μπορούμε να κάνουμε λόγο μόνο για τα φαινόμενα. Λέει ο Καντ στο δεύτερο πρόλογο της Κριτ. Καθ. Λόγου: «Δεν μπορώ λοιπόν ούτε καν να δεχθώ το Θεό, την ελευθερία και την αθανασία, για να ανταποκριθώ στην αναγκαία πρακτική χρήση του λόγου, αν δεν κόψω συγχρόνως από τον καθαρό θεωρητικό(spekulative) λόγο την έπαρση των υπέρμετρων άμεσων εποπτειών του. Γιατί, για να φθάσει ο λόγος σε αυτές, πρέπει να χρησιμοποιήσει τέτοιες θεμελιώδεις αρχές που στην πραγματικότητα δεν εκτείνονται παρά μόνο σε αντικείμενα δυνατής εμπειρίας· άμα όμως αυτές εφαρμοστούν σε κάτι που δεν μπορεί να είναι αντικείμενο της εμπειρίας, τότε το μεταμορφώνουν κάθε φορά πραγματικά σε φαινόμενο και έτσι καθιστούν αδύνατη κάθε πρακτική διεύρυνση του καθαρού λόγου. Έπρεπε λοιπόν να καταργήσω τη γνώση ,για να κερδίσω τόπο για την πίστη·και τούτο γιατί ο δογματισμός της Μεταφυσικής, δηλ. η προκατάληψη, ότι τάχα μπορεί κανένας να προκόψει στην επιστήμη αυτής χωρίς Κριτική του καθαρού λόγου, είναι η πραγματική πηγή κάθε απιστίας που αντιστρατεύεται την Ηθική και που είναι η ίδια πάντα πολύ δογματική(ΒΧΧΧ)

Το υποκείμενο το μόνο που μπορεί να κατορθώσει χωρίς την συνδρομή της αισθητικότητας είναι να αναγνωρίσει ότι το ίδιο υπάρχει. Επαναλαμβάνω ένα απόσπασμα από τον Καντ ,που είχα παραθέσει και στην προηγούμενη ανάρτηση: Στην παρ. 25 της παραγωγής λέει ο Καντ: «αντίθετα έχω συνείδηση εγώ σε μένα του εαυτού στην υπερβατολογική σύνθεση του πολλαπλού των παραστάσεων εν γένει, άρα στην συνθετική πρωταρχική ενότητα της κατάληψης, όχι του πως μου φαίνομαι, ούτε του πως εγώ είμαι αυτός καθ’ εαυτός, αλλά μονάχα ότι είμαι. Αυτή η παράσταση είναι μια νόηση(Denken), όχι μια εποπτεία». Ο Σπινόζα λοιπόν μιλάει για την υπερεμπειρική υπόσταση νομίζοντας ότι θεμελιώνει τους ισχυρισμούς στον θεωρητικό λόγο ,στην πραγματικότητα ωθείται από μια πρακτική ανάγκη στο να συγκροτήσει ένα σύστημα όπου το ιδεατό, καθότι υπεραισθητό ,δεν μπορεί ποτέ να προσεγγισθεί θεωρητικά, παρά μόνο πρακτικά.


ΣΠΙΝΟΖΑ-ΧΕΓΚΕΛ

«Αυτές τις τρεις στιγμές δεν έπρεπε ο Σπινόζα να τις παραθέσει ως έννοιες ,αλλά να τις παράγει(deduzieren). Οι τρεις τελευταίοι προσδιορισμοί  είναι εξόχως σημαντικοί· αυτοί αντιστοιχούν σε αυτό που εμείς ορίζουμε ως καθολικό, μερικό και ενικό. Αλλά δεν πρέπει να εκλαμβάνουμε αυτούς τους προσδιορισμούς μορφικά αλλά στο συγκεκριμένο(konkret) ,αληθινό τους νόημα. Το συγκεκριμένα καθολικό είναι η υπόσταση· το συγκεκριμένα μερικό είναι το συγκεκριμένο γένος. Πατέρας και υιός είναι έτσι μερικά, κάθε ένα εκ των οποίων περιλαμβάνει ολόκληρη την φύση του θεού(μόνο υπό μία ιδιαίτερη μορφή). Ο Τρόπος είναι το ενικό, το πεπερασμένο ως τέτοιο, το οποίο συνδέεται εξωτερικά με το άλλο. Ο Σπινόζα παρουσιάζει μια φθίνουσα πορεία με τους Τρόπους να είναι το πλέον ενδεές. Η έλλειψη του Σπινόζα είναι, ότι αυτός συλλαμβάνει το τρίτο ως Τρόπο, ως κακή ενικότητα(schlechte Einzelheit). Η αληθινή ενικότητα, ατομικότητα, αληθινή υποκειμενικότητα δεν είναι μόνο απομάκρυνση από το καθολικό, το κατ’ εξοχήν προσδιορισμένο· αντίθετα το καθολικό είναι το δια εαυτό Είναι που αυτοπροσδιορίζεται. Το υποκειμενικό είναι έτσι εξίσου η επιστροφή στο καθολικό· το ενικό είναι το παρ’ εαυτό Είναι και έτσι είναι το καθολικό. Η επιστροφή στο καθολικό έγκειται στο ότι το ενικό είναι στον εαυτό του το καθολικό, αλλά σε αυτήν την επιστροφή δεν προέβη ο Σπινόζα. Η αρτηριοσκληρωτική υποστασιακότητα δεν είναι η άπειρη μορφή, αλλά η σκέψη στην οποία εξαφανίζεται η προσδιοριστικότητα»(Verlag Philipp Reclam, σελ. 305, στην ελλ. μτφ σελ. 979). Ο Σπινόζα στην πρόταση 15 του πρώτου βιβλίου λέει:  «Ό,τι είναι, είναι στον Θεό, και τίποτα δεν μπορεί να είναι ή να συλληφθεί χωρίς τον Θεό» και στην απόδειξη που ακολουθεί «...ενώ οι τρόποι (κατά τον Ορ. 5) δεν μπορούν ούτε να είναι ούτε να συλληφθούν χωρίς την υπόσταση· οπότε μόνο στη θεϊκή φύση μπορούν να είναι και μόνο μέσω αυτής να συλληφθούν». Η πρόταση αυτή είναι χαρακτηριστική τόσο από την σκοπιά της επιρροής του Σπινόζα στον Χέγκελ όσο και από την σκοπιά της κριτικής του δεύτερου στον πρώτο. Οι τρόποι ως το ατομικό δεν μπορούν να συλληφθούν παρά μέσω του καθολικού(υπόσταση), όμως δεν ισχύει και το αντίστροφο και άρα η υπόσταση(το καθολικό) μπορεί συλληφθεί δίχως τους τρόπους. Προς επίρρωση της εγελιανής κριτικής παραθέτουμε τον σπινοζικό ορισμό της υπόστασης: «Με τον όρο υπόσταση εννοώ αυτό που είναι στον εαυτό του και συλλαμβάνεται μέσω του εαυτού του». Έτσι η υπόσταση αποκόπτεται από το μερικό και ενικό και η μετάβαση σε αυτά είναι εξωτερική. Αυτά ακριβώς τα αποσπάσματα από την Ηθική επιβεβαιώνουν και την κριτική του Φίχτε ότι «Το πρώτο Εγώ το θέτει μέσα στο θεό, ο οποίος δεν έχει ποτέ συνείδηση του εαυτού του, επειδή η καθαρή συνείδηση δεν φθάνει ποτέ στην [εμπειρική] συνείδηση».

 Στο ίδιο κείμενο ο Χέγκελ επαινεί τον Σπινόζα για την causa sui φύση της υπόστασης και λέει ότι πρόκειται για θεωρησιακή σκέψη που όμως ο Σπινόζα δεν ανέπτυξε μένοντας σε μία άκαμπτη υπόσταση. Όσον αφορά τα κατηγορήματα λέει ναι μεν είναι προσδιοριστικότητα, αλλά ως ολότητα(Totalität). Η ολότητα στον Χέγκελ είναι χαρακτηριστικό του επιπέδου της έννοιας και περιλαμβάνει τόσο την καθολικότητα όσο και την ενικότητα. Ο ορισμός του Σπινόζα έχει ως εξής: «Με τον όρο κατηγόρημα εννοώ αυτό που αντιλαμβάνεται ο νους(στα λατινικά intellectus) στην υπόσταση σαν συνιστόν την ουσία της». Ο Χέγκελ αποδίδει το λατινικό intellectus με το γερμανικό Verstand, δηλ. διάνοια. Λέει λοιπόν «η διάνοια συλλαμβάνει , τα δύο κατηγορήματα, την σκέψη και την έκταση ως την ουσία της υπόστασης· η ουσία δεν είναι ανώτερη της υπόστασης, αλλά η υπόσταση είναι ουσία μόνο ως προς την εξέταση της διάνοιας. Αυτή η εξέταση είναι εξωτερική της υπόστασης· η υπόσταση μπορεί να εξετάζεται με δύο τρόπους, ως έκταση και σκέψη. Κάθε μια είναι ολότητα, ολόκληρο το περιεχόμενο της υπόστασης, αλλά μόνο εντός Μίας μορφής· ακριβώς γι’ αυτό είναι οι δύο πλευρές καθαυτές ταυτόσημες, εις άπειρον. Αυτή είναι η αληθινή ολοκλήρωση. Στα κατηγορήματα συλλαμβάνει η διάνοια την όλη υπόσταση. Αλλά που η υπόσταση μεταβαίνει στα κατηγορήματα ,δεν μας λέει»(ελλ. 978, πρωτ. 304). Άρα εδώ ο Χέγκελ μας λέει μπορούμε κατά τον Σπινόζα να συλλάβουμε την ουσία της υπόστασης μόνο όμως μέσω της διάνοιας και γι’ αυτό από τα άπειρα κατηγορήματα που μπορούν να αποδωθούν στην υπόσταση εμείς διαθέτουμε μόνο δύο.

Το γεγονός πάντως ότι στον Σπινόζα η διάνοια, το intellectus είναι ανθρώπινο και μέσω αυτού μπορούμε να συλλάβουμε την υπόσταση μόνο υπό δύο κατηγορήματα, δείχνει ότι ο Σπινόζα αναγνωρίζει έναν κόσμο της υπόστασης που ανήκει αναγκαστικά σε μια άλλου τύπου διάνοια, η οποία είναι μη-ανθρώπινη..."


Η ερμηνεία της έννοιας της υπόστασης έχει κεντρικό ρόλο στην νεώτερη φιλοσοφία. Η κεντρικότητα αυτή είναι αποτέλεσμα της ίδιας της πρακτικής σημασίας της υποστασιακότητας που σημαίνει τόσο την διανοητική όσο και την υλική πραγματικότητα σε αναφορά προς την συγκεκριμένη ενότητά τους ως καθολικών καθορισμών της συνολικής πραγματικότητας. 
Η επιλογή του γερμανικού ιδεαλισμού ως προς την ερμηνεία της έννοιας αυτής είναι σαφώς προσδιορισμένη από την κεντρικοποίηση του υποκειμενικού (νοητικού) καθορισμού της πραγματικότητας που επιχειρεί. 
Οι ερμηνευτικές δυσκολίες που δημιουργούνται από αυτή την επιλογή έχουν σχέση με την προκρούστεια πρακτική της ερμηνείας που επιχειρείται αφού η πρωτοφανής προσπάθεια νοητικοποίησης του όντος έχει μεν αυτοτελή θετικά αποτελέσματα άσχετα από την ερμηνευτική κακοποίηση όλης της υπόλοιπης φιλοσοφίας αλλά από την άλλη δημιουργεί έναν κακό οδηγό για την ερμηνεία καθαυτή της ίδιας της φιλοσοφίας που φυσικά απαρτίζεται τελικά κυρίως από τις φιλοσοφίες που δεν είναι "εγελιανές" ''καντιανές'' κ.λ.π
Στο θέμα που εξετάζεται εδώ η κακοποίηση είναι προφανής από την εξαφάνιση του οντολογικού προσδιορισμού από έναν φιλόσοφο (τον Σπινόζα) που ενώ έχει μεν καθορίσει ισχυρά την σκέψη του (όπως όλοι οι νεώτεροι φιλόσοφοι, και ειδικά οι καρτεσιανοί και μετα-καρτεσιανοί), από τον υποκειμενικό-νοητικό καθορισμό διατηρεί ωστόσο ζωντανό τον στοχασμό για την αντικειμενική πραγματικότητα ως εξω-υποκειμενικό ον. 
Η δυσκολία που δημιουργείται από την ταυτότητα της υποκειμενικής νόησης με το ον που είναι και το "κοινό σημείο" όλης της νεώτερης φιλοσοφίας έχει να κάνει με την απάλειψη ακριβώς των μη κοινών στοιχείων όταν εξετάζουμε τις φιλοσοφίες στο συγκεκριμένο τους περιεχόμενο. Όταν ο Χέγκελ αποδίδει το λατινικό intellectus με το γερμανικό Verstand, δηλ. διάνοια δεν πραγματοποιεί μιαν ερμηνεία στα πλαίσια μιας (έστω βίαιης) διαλεκτικής σχέσης με το ερμηνευόμενο αλλά έναν πολιτισμικό και πολιτικο-διανοητικό βιασμό χωρίς σεβασμό στο περιεχόμενο της σημασίας που ερμηνεύει. Αυτό δεν συμβαίνει λ.χ με τις ανάλογες ερμηνευτικές τροποποιήσεις που επιχειρεί ένας Ντεκάρτ στις σχολαστικές έννοιες χωρίς να λείπει από μέρους του η ερμηνευτική βία. Η έννοια που εξετάζουμε εδώ ως την μορφή υποκειμενικής σύλληψης (των) δύο θεμελιακών κατηγορημάτων (έκταση-νόηση) του όντος (της υπόστασης) που μπορούν να γίνουν αντικείμενα της υποκειμενικής σύλληψης δεν εκφράζει, στον Σπινόζα, την διανοητική μορφή της υπόστασης αλλά έναν τρόπο ένωσης, τον έλλογο, με εκείνα τα κατηγορήματα ενός άπειρου όντος που μπορεί να υποδεχθεί την ενωτική πράξη του υποκειμένου σε δύο μόνον  τροπισμούς. Αυτός ο περιορισμός στην "τριάδα" της σύλληψης (νόηση-έκταση-διάνοια) δεν αποτελεί ένα είδος ολικής συμπλοκής που περικλείει τα πάντα αλλά την ανθρώπινη μορφή της ολότητας που όμως δεν είναι εξ'αυτού (ως ανθρώπινη μορφή) ένα μονοδιάστατα απορρέον και "κατώτερο'' καθ'έκαστον (ενικόν). Σε καμμία περίπτωση δεν υπάρχει, όπως ισχυρίζεται ο Χέγκελ, εξωτερικότητα της εξέτασης του όντος (υπόστασης) : (Χέγκελ)"αλλά η υπόσταση είναι ουσία μόνο ως προς την εξέταση της διάνοιας. Αυτή η εξέταση είναι εξωτερική της υπόστασης· η υπόσταση μπορεί να εξετάζεται με δύο τρόπους, ως έκταση και σκέψη." Η υπόσταση (κατά τον Σπινόζα) είναι ουσία αφ'εαυτής και εκφράζεται σε ένα ισοδύναμο (αν και περιορισμένο) επίπεδο στην νόηση την έκταση και την ενδογενή σύλληψή τους από την "σκοπιά" της νοητικής τροπικότητας που δεν παράγεται επίσης ως κατώτερη μορφή της κατηγοριακά προσδιορισμένης υπόστασης αλλά απλά ως τρόπος, όπου τρόπος θεωρείται (επαναλαμβάνω) το περιορισμένο αλλά όχι  "κατώτερο" σημείο του όντος ως κατηγοριακού-νοητικού.  
Ο Θ.Λιάπας μας λέει: "Προς επίρρωση της εγελιανής κριτικής παραθέτουμε τον σπινοζικό ορισμό της υπόστασης: «Με τον όρο υπόσταση εννοώ αυτό που είναι στον εαυτό του και συλλαμβάνεται μέσω του εαυτού του». Έτσι η υπόσταση αποκόπτεται από το μερικό και ενικό και η μετάβαση σε αυτά είναι εξωτερική. Αυτά ακριβώς τα αποσπάσματα από την Ηθική επιβεβαιώνουν και την κριτική του Φίχτε ότι «Το πρώτο Εγώ το θέτει μέσα στο θεό, ο οποίος δεν έχει ποτέ συνείδηση του εαυτού του, επειδή η καθαρή συνείδηση δεν φθάνει ποτέ στην [εμπειρική] συνείδηση»" 
Η αυτο-σύλληψη της υπόστασης δεν σημαίνει, όπως ισχυρίζεται ο Θ.Λιάπας συνεχίζοντας την εγελιανή κριτική, μιαν αποκοπή του καθολικού (που αυτή σημαίνει) από το μερικό-ενικό αλλά την εμμενή καθολική ενότητα-ταυτότητα των θεμελιακών είδων του όντος δια της εσωτερικής (στην καθολικότητα) αρνητικότητάς τους. Η άρνηση είναι καθορισμός, όπως μας λέει ο ίδιος ο Σπινόζα εννοώντας θαρρώ την άρνηση ως διαμεσολάβηση των θεμελιακών (και μόνον) καθορισμών. 
Είναι εύλογο βέβαια να επισημάνει κανείς πως σε αυτούς τους θεμελιακούς καθορισμούς η (ατομική μάλλον) νόηση δεν θεωρείται ως παραγωγικό σημείο της όλης διεργασίας, άρα πως είναι και το "ενδεές" που δεν ορίζεται ως ικανό να μεταβεί αφ'εαυτό στον κατηγοριακό "κόσμο'' (της νόησης-έκτασης) και γι'αυτό εξάλλου ορίζεται ως "τρόπος" (όπου ο "τρόπος" θεωρείται από τους εγελιανούς ως μια ενδεής έκφραση τόσο της κλασικής τροπικότητας όσο και της ίδιας της οντολογικής πραγματικότητας). Όμως η τροπικότητα (και) στον Σπινόζα δεν απορρέει από ένα "ύψος", ούτε είναι σημείο μιας ιεραρχικής δομής αλλά υπάγεται σε ένα οριζόντιο επίπεδο μιας εκφραστικής ολότητας. Γι'αυτό εξάλλου ενώ τα κατηγορήματα είναι ολότητες δεν συγκροτούν ένα ξεχωριστό επίπεδο από την υπόσταση, οι έννοιες-κατηγορήματα είναι σημεία (όπως και οι τρόποι) της υποστασιακής υπερ-φύσης. 
Όσον αφορά την φιχτιανή ερμηνεία επιφυλασσόμαστε για μια μελλοντική ερμηνεία. Το μόνο που μπορώ να πω τώρα, προς το παρόν, είναι ότι συμφωνώ. Η σύλληψη της υποστασιακότητας ως μορφής του "εγώ" συνέχεται ομαλότερα με την παράδοση της έννοιας παρά την κριτική που ασκείται, και τυχαίνει να μας οδηγεί σε βαθύτερες οπτικές της από μια αρνητικότερη μάλιστα σκοπιά που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την ερμηνεία και της χεγκελιανής χρήσης της όταν ο Χέγκελ συγκροτεί την δική του "υποστασιακότητα" (και είναι τιμιότερος με τις έννοιες, αφού δεν μιλάει για τους άλλους).











      

Ι.Τζανάκος

2 σχόλια:

  1. Σου άφησα σχόλιο εδώ http://bestimmung.blogspot.gr/2014/06/blog-post_24.html?showComment=1403719974411

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Θα τιμήσω το μπλόγκ σας ανταπαντώντας λοιπόν εκεί!

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Ιωάννης Τζανάκος - Ιστολόγια

  • μάτια - όταν η όψη τους χαθεί επιτέλους, δεν ξέρω άλλο να ζητήσω, θα έρθω να σε βρώ δεν θα μας ρωτήσει κανένας από που και πως φτάσαμε ούτε χρεία να'μαστε μόνοι...
    Πριν από 7 ώρες
  • Why Women Had Better Sex Under Socialism - The New York Times - Why Women Had Better Sex Under Socialism - The New York Times Photo A woman working at a collective farm near Moscow in 1955. Credit Mark Redkin/FotoSo...
    Πριν από 1 εβδομάδα

Δρεπάνι

Δρεπάνι
Δρεπάνι..

Αρχειοθήκη ιστολογίου

Kurdistan

Nichts

Nichts

Πολιτική και Γεωπολιτική..

Στα όρια..

Ουρανός

Ουρανός

Ερμηνείες της ιστορίας..

Επιστημονικά και επιστημονικοφανή..