Παρασκευή, 31 Ιανουαρίου 2014

Λαϊκή αναθεμελίωση..




 Η σημασία των λέξεων και των πράξεων έχει παραβιαστεί στις θεμελιακές τους ουσίες, και η στρέβλωση που έχει καταλάβει τα πάντα που έχουν σχέση με τον Λόγο δεν είναι πιά ένα φαινόμενο του σπουδαστηρίου, μιά ασθένεια που αφορά κάποιους εγγράμματους, ό,τι και να σημαίνει αυτή η λέξη. Έτσι η λέξη και η πράξη που σημαίνεται ως "λαϊκός αγώνας" μπορεί να αναφέρεται σε μικρούς δυνάστες του λαού που θέλουν να υπερασπιστούν τον κακομοίρικο μικρόσκοσμό τους και τα μικροσυμφέροντά τους σε βάρος της κοινωνικής ύπαρξης, και κόκκινες παντιέρες να είναι τα σύμβολα της διατήρησης ενός άθλιου παρελθόντος διαφθοράς και βολέματος. Βέβαια η κάθε νέα κατάσταση που φέρνει το άθλιο κοινωνικό σύστημα της μισθωτής εργασίας, με την ιδιωτική ή κρατική μορφή του, δεν έχει σε τίποτα να ζηλέψει σε αθλιότητα σε σχέση με την "παλαιά" μορφή του, αν μιλάμε για την ουσία της κάθε μορφής και όχι για τις ιδιαίτερες μορφές της ίδιας και απαράλλαχτης μορφής. Έτσι οι υπερασπιστές του κάθε φορά "παλαιού" δείχνουν το  κάθε φορά "νέο" και οι υπερασπιστές του κάθε φορά "νέου" δείχνουν το κάθε φορά "παλαιό", αλλά όλοι, μα όλοι, δεν λένε κουβέντα για την μισθωτή δουλεία, είτε αυτή ενδύεται την ιδιαίτερη μορφή του κράτους αφέντη ή της "ελεύθερης αγοράς" (του πλήρως απελευθερωμένου μπουρδέλου ανταλλαγής εμπορευμάτων και εμπορευματοποίησης των πάντων). Αν κάποτε αυτός ο "διάλογος" έδινε κάποια πνοή στις οικονομικές και πολιτικές θεωρίες της υποδούλωσης και της κατά παραχώρηση ύπαρξης, σήμερα είναι η βασιλική οδός για την αλλοίωση κάθε Λόγου.
Αν δεν αναλάβουν οι άμεσοι παραγωγοί, εργάτες φτωχοί αγρότες και μικροαστοί, την άμεση διάθεση της ζωής τους, αν δεν προβούν στην δημιουργία της συλλογικής αυτοδιάθεσης και αυτοδιεύθυνσης των εθνικών και κοινωνικών υποθέσεων , αν δεν υπάρξει άμεση αυτοδιοίκηση και αυτοδιαχείριση της παραγωγής και κοινωνικής αναπαραγωγής από τους άμεσους παραγωγούς, αν δεν σπάσουν ταυτόχρονα τα δεσμά του κράτους και της "ελεύθερης" ανταλλαγής των προϊόντων της εργασίας (και όχι μόνον του κράτους ή μόνον του αστικού κράτους, αλλά κάθε κράτους, ή μόνον της ελεύθερης ανταλλαγής των προϊόντων της εργασίας), αν δεν κυριαρχήσει η κοινωνία, το έθνος, επί του κάθε "αυτόνομου κράτους" και κάθε αυτονόμησης της "οικονομίας" , ούτε η ζωή θα αποκτήσει ποτέ Λόγο και Λογική ούτε η Λογική θα αποκτήσει ποτέ ζωή.

















Ι.Τζανάκος

Πέμπτη, 30 Ιανουαρίου 2014

Η ληστεία..




Δε ξέρω πόσο σπουδαίος φιλελεύθερος ή μαρξιστής οικονομολόγος πρέπει να είσαι για να καταλάβεις πως το μεγαλύτερο μέρος του πλούτου που παράχθηκε στην Ελλάδα τα τελευταία 50 χρόνια, από έλληνες και ξένους μισθωτούς εργαζόμενους και μικροαστούς, έχει κεφαλαιοποιηθεί, χρηματοποιηθεί, και μεταφερθεί σε ξένες τράπεζες. Ή μάλλον, δεν ξέρω πόσο εσωστρεφής και θεωρητικίζων πρέπει να είσαι για να μην καταλάβεις την εξωστρεφή (προς το εξωτερικό της χώρας και από το εξωτερικό της χώρας) ληστεία και προδοσία που έχει διαπραχθεί από την άρχουσα μεγαλοαστική τάξη, αλλά και από ένα μεγάλο μέρος της μεσαίας τάξης. 
Αν τώρα αυτό το πράμα είναι "ιμπεριαλιστική" χώρα, μόνο και μόνο γιατί κάτι σχετικά ανάλογο συμβαίνει και με τους κεφαλαιοκράτες των "καθαρά" ιμπεριαλιστικών χωρών, τότε πραγματικά δεν ξέρουμε που πατάμε. 
Η φαινομενικά αφανής εκροή τεράστιων χρηματικών κεφαλαίων προς τράπεζες-κρύπτες του εξωτερικού δεν αποκαλύπτεται φυσικά με στατιστικές, πίνακες, εξισώσεις και θεωρίες για την συσσώρευση και άλλα, αλλά με μάτια αυτιά πληροφορίες, γενικά κάποια σχέση με τη "πιάτσα''. Ο τόπος έχει βουίξει, και όλοι (πλήν των θεωρητικών και των ιδεολόγων της θεωρίας) έχουν μάθει για αυτές τις τράπεζες-κρύπτες και τις οφ-σορ εταιρείες. Μιλάμε ίσως (στο χρονικό διάστημα των 50 ετών) γιά δύο ή τρία τρίσ/ρια, άρα μιλάμε όχι μόνο για εκμετάλλευση της εργασίας αλλά και υπερ-εθνική αλλοτρίωση του προϊόντος που παρήγαγε όλο αυτό το διάστημα. Πράγματα πρωτοφανή για ανθρώπους που τρέφονται με "θεωρητικά" σχήματα, πράγματα δύσκολα για όσους θέλουν να μιλήσουν για κρατικοποίηση, απαλλοτρίωση-κοινωνικοποίηση, εργατικό έλεγχο των μέσων παραγωγής και των φυσικών πόρων, χωρίς να μιλάνε για επανεθνικοποίηση της οικονομίας και της κοινωνίας, μέσω δασμολογικών και άλλων οικονομικών απαγορεύσεων ως προς την κίνηση του χρήματος και των οικονομικών συναλλαγών, χωρίς δηλαδή να μιλάνε γιά πλήρη ρήξη με τους διεθνείς οικονομικούς οργανισμούς. Όπως είναι σοφιστεία να μιλάει κανείς εναντίον της επιβολής ξανά εθνικού νομίσματος, με την πρόφαση της δήθεν μη σοσιαλιστικής επάρκειας του μέτρου αυτού, έτσι είναι επίσης σοφιστεία να μιλάει κανείς για την μη σοσιαλιστική επάρκεια αυτών των μέτρων, λές και ο σοσιαλισμός σε χώρες υπόδουλες και αλλοτριωμένες από το διεθνές κύκλωμα του χρήματος μπορεί να είναι κάτι που δεν θα είναι αναγκαία και αυτά τα μέτρα. Είναι σαν να λές πως ο σοσιαλισμός δεν μπορεί να υπάρχει αν δεν έχει σκελετό και το να μιλάει κανείς για χέρια, πόδια, αποπροσανατολίζει τη συζήτηση για τον σκελέτο!
Ωραία επάρκεια Λογικής..



 





Ι.Τζανάκος

Τρίτη, 28 Ιανουαρίου 2014

Δημοκρατισμός: ουτοπία ή πραγματική ουσία;




Οι χαώδεις μετατοπίσεις στο οικονομικό και "γεω-πολιτικό" (γεω-πολικό λέω εγώ) επίπεδο, οι μαζικές οικονομικές και οικολογικές καταστροφές, οι ιμπεριαλιστικοί πόλεμοι, οι εθνοτικοί πόλεμοι, η εξαθλίωση των λαών, η αποξένωση και εξαχρείωση των ατόμων, η πολιτισμική παρακμή, η λήθη της ύπαρξης, το κενό, η απογοήτευση από τις ανθρωπιστικές αξίες μέσα στον όλεθρο της χυδαίας πραγμάτωσής τους, ο θάνατος των δημοκρατικών αξιών...Όλα αυτά που φέρνει ο καπιταλισμός και ο οικονομισμός τής ανάπτυξης με κάθε τίμημα, δεν αντιμετωπίζονται ούτε με φοβέρες και αναδιπλώσεις σε κάποιον μαρξιστικό ιδεολογικό πυρήνα, ούτε με ευχολόγια και δημοκρατικές-εθνικές ή δημοκρατικές-οικουμενικές ιδεολογίες (αριστερές αστικές ιδεολογίες). Όλα αυτά απλά δεν αντιμετωπίζονται παρά μόνον με την ενεργοποίηση των λαών και των ατόμων, με την συγκρότηση ενός λαϊκού αντικαπιταλιστικού μετώπου. Αλλά και αυτό το λαϊκό μέτωπο δεν υφίσταται όπως το φαντάζονται οι κάθε λογής δημοκράτες, ούτε έχει καμμία σχέση με τα "λαϊκά μέτωπα" που συγκροτήθηκαν με ατυχή τρόπο για την αντιμετώπιση του φασισμού. Το πραγματικό λαϊκό μέτωπο, το αντικαπιταλιστικό λαϊκό δημοκρατικό μέτωπο θα σήμαινε μιά ενεργοποίηση των λαϊκών τάξεων, και των ξεχωριστών ατόμων που ζητάνε ένα άλλο μη-αστικό νόημα στη ζωή τους, που είναι σχεδόν αδιανόητη στις σημερινές συνθήκες. Αυτό που είναι αδιανόητο είναι αυτό που σήμερα χρειαζόμαστε. Η ενεργοποίηση ενός νέου δημοκρατισμού, η αναζωογόνηση ενός νέου ηθικού, πολιτικού και οικονομικού Λόγου, η ανανεωμένη ιδεολογία του εργαζόμενου λαού, είναι αυτό που ορθώνεται σήμερα ως το αδιανόητο, το ουτοπικό, αλλά στην πραγματικότητα είναι η ουσία του πραγματικού, η μόνη πραγματικότητα που θα έδινε ορμή στην σαπισμένη κοινωνία που φυλακίζεται από τα δεσμά του καπιταλισμού και του οικονομισμού..




Ι.Τζανάκος

Δευτέρα, 27 Ιανουαρίου 2014

Μπαντιουικός απολογισμός..




Αυτό που αποτελεί τον βασικό λόγο για την σχετική ταλάντευση του Μπαντιού απέναντι στο αίτημα για εγκατάλειψη της Ευρ.Ένωσης απο μέρους μας είναι το ενδεχόμενο αυτή (η εγκατάλειψη) να συνοδευτεί από ένα είδος πρόσδεσης στο "έθνος-κράτος", αλλά ακόμα και από ανάπτυξη "αντιδραστικών" πολιτικών και ιδεολογικών θέσεων που θα αφορούν την αποχώρησή μας. Νομίζω εκεί βρίσκονται τα όρια της "ευρωπαϊκής" (και "φιλο-ευρωπαϊκής") διανόησης και αποκαλύπτονται οι βαθείς άξονες της εσωτερίκευσης της δυτικής κυριαρχίας από μέρους της. Όλο το κακό είναι μέσα στο "έθνος-κράτος" λοιπόν των περιφερειακών χωρών. Πολύ παράδοξα, αλλά όχι φαινομενικά, σε πλήρη αντιστοιχία μεταξύ τους, τα "αντι-εθνικιστικά" ιδεολογήματα όμως εντός και εκτός των τειχών. Φυσικά και υφίσταται ενδεχόμενο "εθνικιστικής'' απόκλισης κάθε ρήξης με την ευρωπαϊκή ένωση. Ας το δούνε αυτό και οι αμιγώς μη-ευρωπαϊστές που ανοίγουν και αυτοί διπλό μέτωπο προς τον "αριστερό σωβινισμό" και τον ιμπεριαλισμό, και δεν εννοώ την κριτική ή πολεμική τους σε εκείνους τους "αριστερούς εθνικιστές" που συνωθούνται στους διάφορους ετερόκλητους μεταξύ τους αστικούς μηχανισμούς. Μιλάω για την γενική απάρνηση του ''έθνους-κράτους'' που τους οδηγεί θέλουν δε θέλουν, στην καλύτερη περίπτωση, σε μπαντιουικά συμπεράσματα. Τα όρια αυτά θα σπάσουν σίγουρα, είτε ο λαός κάποτε πάρει αντιδραστική ή προοδευτική στροφή, πράγμα για το οποίο θα είναι υπεύθυνη (για το πρόσημο) και η εθνική αστική τάξη (μικροαστική ή μεγαλομεσαία αστική). Τα όρια θα σπάσουν κάποτε, αν όχι τώρα, και ο λαός θα συσπειρωθεί σε κάποια μορφή "έθνους-κράτους", για να πετάξει στη θάλασσα τους δυτικούς ιμπεριαλιστές και τους Φράγκους-Γερμανούς εν γένει. Μέχρι να το κάνει αυτό, και ως πρόθεση, θα ψηφίζει ή θα ανέχεται συριζα..









Ι.Τζανάκος

Κυριακή, 26 Ιανουαρίου 2014

Οι κίνδυνοι της λατρείας της Δύσης (Ευρώπης)..




Οι αυταπάτες που μοιράζονται για το ευρωπαϊκό μέλλον δεν έχουν ιδιαίτερη επιτυχία τώρα τελευταία, αλλά δεν είναι και εντελώς αποτυχημένη η διανομή αυτή. Και οι αυταπάτες αυτές είχαν και έχουν ακόμα έναν μισο-ορθολογικό χαρακτήρα, βγαλμένες θαρρείς από τα εγχειρίδια της αστικής οικονομικής. Κάποιες επενδύσεις θα έρθουνε, κάποιες διανομές θα γίνουνε, κάποιες ολοκληρώσεις θα ολοκληρώσουν περαιτέρω την ήδη ολοκληρωμένη ολοκλήρωση της ευρωπαϊκής ζώνης. Βλέπω μάλιστα "δίπλα" μας την ουκρανική δεξιά (φιλελεύθερη, φιλελευθερο-φασιστική και φασιστική) να έχει κινήσει μάζες για να ενταχθεί η χώρα της Ουκρανίας στην δυτικο-ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, που ολοκληρώνεται και θα ολοκληρώνεται μέχρι να μη μείνει τίποτα όρθιο από πραγματική εθνική αυτονομία. Βέβαια θα πει κανείς πως αυτό δεν το πίστεψε κανείς από όλους αυτούς που ριγούν με τις σημαίες και τα λάβαρα του έθνους τους. Και οι Ουκρανοί (ακρο-)δεξιοί έχουν να μιλήσουν για τα κατορθώματα των "προγόνων" τους στον Β' παγκόσμιο πόλεμο, στον αντι-σοβιετικό, αντισημιτικό, "αντι-ρωσικό" αγώνα. Ποιά εθνική αυτονομία; Αυτό που τους μέλλει είναι να υπαχθούν σε κάποιο Ράϊχ επιτέλους. Να γίνουν οι καλοί γείτονες και αδερφοί της Πολωνίας, να ξανασηκώσουν τα φασιστικά λάβαρα, και να συμμετέχουν στην περικύκλωση της νέας Ρωσίας, στον νέο ψυχρό πόλεμο που ετοιμάζεται από τα πράγματα και τους Κυρίους τους. Οι Ρώσοι νεο-ιμπεριαλιστές καλά να πάθουνε κι αυτοί. Η Κυριαρχία τους είναι πολύ ασταθής και άρχισαν να φουσκώνουν ανοήτως πολύ νωρίς, ενώ η μάχη η φωτιά και ο πόλεμος θα είναι μέσα στο "χωράφι" τους. Αναρωτιέμαι, και οι σοβιετικοί τέτοια μπουμπούκια τα είχανε μέσα τους; Θα πει κανείς όλα έγιναν μετά την "αντεπανάσταση". Πολύ αμφιβάλλω. Κάτι θα υπήρχε και θάβονταν κάτω από στρώματα ωραιοποίησης και λογοκρισίας. Αλλά ας μη χαθούμε. Ας επανέλθουμε στο γεγονός της μισο-ορθολογικής ελπίδας: Σε τι ελπίζουν όλοι, μα όλοι οι "πολίτες" και υποψήφιοι "πολίτες" της Ευρ.Ένωσης, που είναι κατά πλειοψηφίαν ανήκοντες στις λαϊκές τάξεις, ακόμα και οι δικοί μας που καταστρέφονται συνέχεια, αλλά μυαλό "δεν βάζουν"; Ελπίζουν σε ένα αδιευκρίνιστο ρεύμα κεφαλαιακής συσσώρευσης και παραγωγής διανεμόμενων καταναλωτικών αγαθών, και προσεύχονται σε αυτό (που θα έρθει). Υπάρχει περίπτωση οι φρούδες ελπίδες τους, που είναι εξόχως προσωποποιημένες, να γίνουν μισο-πράξη;
Υπάρχει δηλαδή περίπτωση ο μισο-ορθολογισμός της αόριστης αναμονής ενσωμάτωσης σε μια νέα αστική διεργασία παραγωγής να δικαιωθεί και να γίνει μισο-πράξη; Γιατί για ολική επιβεβαίωση δεν τίθεται θέμα. Το κάρο έχει κολλήσει για τα καλά. Δεν μπορώ να απαντήσω τόσο γρήγορα, αλλά νομίζω πως όχι. Νομίζω. Ποιά είναι μετά από όλα αυτά η στάση των (αυτο- και έτερο-) εξαπατημένων χαχόλων; Μα φυσικά να ψάξουν ενόχους για την μη-υλοποίηση της ανόητης μισο-ορθολογικής προσδοκίας τους. Και ποιοί είναι αυτοί οι "ένοχοι"; Μα φυσικά κάποιοι ξένοι, ή έξω από το ιερό ευρωπαϊκό ''έδαφος". Οπότε, ακόμα κι αν είναι δεδομένη η ανοησία της επιλογής ή μη-επιλογής της "δυτικότητας'' ή "δυτικο-ευρωπαϊκότητας'' σε σχέση με το ερώτημα της αστικής ή μη-αστικής οργάνωσης της κοινωνίας (άντε να το πεις αυτό στους Ουκρανούς "διαδηλωτές") δεν είναι καθόλου δεδομένη η επιλογή ενός τρόπου σκέψης και βίωσης που δεν θα υποτάσσεται στην μεταφυσικοποιημένη "ευρωπαϊκότητα-δυτικότητα". Είναι φυσικά και πολιτικά και φιλοσοφικά επικίνδυνο να κάνει κανείς έναν "μεταφυσικό αντι-οριενταλισμό" ήτοι έναν "αντι-οριενταλιστικό οριενταλισμό", αλλά είναι αναπόφευκτο επίσης. Με κάθε επιφύλαξη και με σοβαρό τρόπο και χωρίς να δομεί συμμαχίες με τις μη-δυτικές αστικές-ιμπεριαλιστικές τάξεις. Αλλά έτσι που έρχονται τα πράγματα δεν γίνεται να μην κάνεις και αυτό τον πολιτιστικό πόλεμο..
Εγώ είμαι και εμπαθής άνθρωπος..











Ι.Τζανάκος

Μη θρήνος..



Η ζωή ανθοφορεί όπως λένε
και φεύγει σπέρνοντας
Τον θάνατο αντικρυστά κοιτώντας
με τραγούδια και πνιχτές φωνές
με περιφρόνηση και θλίψη..
Μα σαν σταθεί
η ζωή
στον Ένα
στον μοναδικό Άνθρωπο
που έπεσε για πάντα
με απορίες ανθρώπινες τον στεφανώνει..
Τον κρίνει 
σα να ήταν 
Αυτός που κράτησε
Αυτός που ανέβηκε όλες τις κορφές
ή κύλησε στους βούρκους του λάθους..
Η ευθύνη και η δόξα της
Το χρέος και η ντροπή του
στεφανώνουν για πάντα το σημείο που χάραξε
λες και δε θα χαθεί για πάντα και τούτο
λες και κι έχει κάποια σημασία πιά..
Πολλές φορές ήθελα να σπάσω αυτή τη τελετή
και να πω με οργή αληθινή θαρρώ
Άφησέ τον ζωή
να χαθεί στη λήθη 
και στα κρύα νερά
Άφησέ τον
να περπατήσει 
χωρίς να μπορεί να μιλήσει..
Σε βουβά μονοπάτια
σιωπή να συναντά σιωπή
και η πλάση όλη να ανοίγει τον δρόμο του
σε μιάν ολάκερη παράκληση σιωπής..
Ένοχοι και αθώοι να μην είναι πουθενά
ελπίδες και πάθη συντριμμένες πέτρες
χαλίκια που τραγουδάνε τα πόδια του..
Άφησέ τον
να πάει εκεί που ήταν παιδί
και ξεδιψούσε
και πέταγε με φτερά γερά στο μέλλον
και οι φίλοι του όλοι να γελάνε
φωτιές να συναντούν φωτιές
και η πλάση όλη να αγκαλιάζει τον πόθο του
σε μιάν ολάκερη λιτανεία χαράς..
Ένοχοι και αθώοι να μην είναι πουθενά
ελπίδες και πάθη συντριμμένες καρδιές
χώμα που το πατάνε τα πόδια του..






Ι.Τζανάκος 

Μπαντιουικών νέων συνέχεια..



Τελικά ο φιλόσοφος (Α.Μπαντιού) δεν μίλησε για το "μεγάλο ριζοσπαστικό κίνημα αλλαγής της Ευρώπης" και αφού πιέστηκε, λες και είναι ο γενικός γραμματέας του κινήματος εν γένει, "κάλεσε" τους ανυπόμονους ερωτώντες ("τι να κάνουμε τώρα;") να οργανώσουν μιά μεγάλη διαδήλωση για την ακύρωση του χρέους. Το αυτονόητο δηλαδή είπε ο άνθρωπος, και κουβέντα για τη πρεμούρα ολωνώνε. Πληροφορήθηκα μάλιστα πως υπάρχει και ένα είδος κοψίματός του από τα δαιμόνια (λέμε τώρα) συριζαίικα μπλόγκς, μιας και αυτά που είπε θα μπορούσαν βέβαια να φιλοξενηθούν με μια ευρύτερη αριστερή ματιά (μεταναστευτικό) αλλά είναι απαράδεκτα από την ευρωενωσιακή ματιά της ευρωενωσιακής αριστεράς. Άντε να φτάσουμε σε ηλικία τέτοια, και νά'μαστε και φράγκοι, και να μην γλύφουμε κανέναν, όπως δεν έγλυψε κανέναν ο γερομαοϊκός! Θα είναι κατόρθωμα όντως.




Ι.Τζανάκος

Σάββατο, 25 Ιανουαρίου 2014

Μικρό όνειρο..



Χθές έπεσε νωρίς. Ο ήχος της βροχής βοήθησε τον ύπνο που απλώθηκε παντού. Στη σκέψη, στις αισθήσεις, στα πράγματα που τον περικλείανε όλη τη μέρα. Αγκάλιασε όλα τα πράγματα και αυτά άρχισαν να λένε την ιστορία τους χωρίς να ακούνε πιά τον κόσμο. Μόνα τους σε παραμιλητό, όλα μαζί σχημάτιζαν έναν ψίθυρο που μεγάλωνε το χάσμα με τον κόσμο που έφευγε, με τα φλογισμένα μάτια του να χάνονται στο δρόμο και τα τραγούδια του να ακούγονται όλο και λιγότερο καθώς απομακρύνονταν. Δε θυμάται πιά τίποτα από αυτό τον κόσμο και αυτός δεν θέλει να θυμάται τον αποστάτη του μέσα στο κουκούλι της αποστασίας που του ετοίμασε μ'επιμέλεια. 
Ο κόσμος τα ετοιμάζει όλα, κι αυτά ακόμα τα κουκούλια που κρύβει κάτω απ'όλα τα πολυσύχναστα μέρη της ζωής. Πεθαίνουν πολλοί μέσα στη σιωπή. Όλοι. Και έπειτα ανθοφορία άσκοπη, αιώνες τώρα. Αιώνες; σχεδόν πάντα. Αλλά ο ύπνος είναι νόμιμος θάνατος. Δε κρύβεται.
Δίπλα σου κάποιος ξαπλώνει. Χαμένος τη μέρα βυθίζεται στην νόμιμη αποστασία του ύπνου και η επιτήρηση χαμηλώνει τα φώτα της. Αυτόματα από εικόνες σχηματίζουν αψίδες κάτω από τις οποίες περνάει ο αποστάτης της μέρας και βλέπει ό,τι θέλει ή ότι του ζητάνε να θέλει. Κάποτε περνάει αυτές τις αψίδες, και λίγες φορές στη ζωή του δε βλέπει μόνον. Τον βλέπουν μάτια. Μάτια που δουλεύουν καρβουνιασμένα. Διαπεραστικές σκέψεις που είναι αλλωνώνε. Ποιοι είναι αυτοί που ήρθαν τόσο γρήγορα; Πρώτη φορά πέρασε τόσο γρήγορα τις αψίδες και βρέθηκε μέσα σε όλους αυτούς. Ποιοί είναι; Από που έρχονται; Δε θυμάται να μπορεί να στήσει άλλο ερώτημα μέσα του, κι αυτό ακόμα ήταν ένα θολό κάτι που έβγαινε από τους πόρους του ονείρου. Τίποτα σαφές. Δε θυμάται τίποτα άλλο από αυτά τα πρόσωπα. Μόνο πως υπήρχαν. Ούτε χαρακτηριστικά, ούτε τίποτα να έχει ειπωθεί. Θυμάται όμως πως ήθελε να σπάσει τα τοιχώματα του ονείρου. Να βρεθεί έξω. Όσο περνάει ο καιρός θυμάται όλα τα όνειρα στα οποία ήθελε να βγεί έξω. Εφιάλτες ή γλυκά όνειρα που τον υπέβαλλαν στην αλήθεια τους. Ήταν εκεί κι΄όταν ξύπναγε ιδρωμένος πάντα κράταγε χρονικό σ'ένα σημειωματάριο. Το πέταξε ένα απόγευμα όταν σκέφτηκε πως τα όνειρα δεν έχουν καμμία σημασία. Αν είναι να θυμάται θα θυμάται. Όπως, αν είναι να ζει θα ζει. Τίποτα άλλο δεν είχε σημασία πιά. Ο χρόνος να περνάει και να ετοιμάζεται κι αυτός όπως ο κόσμος. Θα έφτιαχνε με τα χέρια του την αξιοπρέπειά του. Με την πέννα του τη σπασμένη. Και κάποτε θα έκλαιγε κι αυτός. Δε μπόρεσε να βγει έξω απο κει. Τα μάτια δούλευαν μέσα στο κρανίο συνέχεια. Έσκαβαν σπηλιές, άνοιγαν πηγάδια, έσπαγαν πόρτες για πάντα σφαλισμένες. Δεν θυμόταν τίποτα άλλο απ' αυτές τις ενέργειες, απ'αυτές τις παραβιάσεις. Θ'ανοίξω τα μάτια μου, είπε, και θα αφήσω τα περιστέρια να φύγουν. Αυτά θα τελειώσουν και γω θα συνεχίσω να ετοιμάζομαι. Θα έρθει η στιγμή και θα είμαι έτοιμος. Πρέπει ν'ανοίξω τα μάτια. Και τα άνοιξε. 
 
 
 
 
 
 
Ι.Τζανάκος 

Παρασκευή, 24 Ιανουαρίου 2014

Η επίσκεψη του Α.Μπαντιού και διάφορες παρενέργειες..



Μόλις ενημερώθηκα για την επίσκεψη του Α.Μπαντιού στην Αθήνα άρχισα να σκέφτομαι σοβαρά να βγω από τη τρύπα μου και να πάω να δω τον σπουδαίο Φιλόσοφο και πολιτικό στοχαστή, χωρίς βέβαια να φαντάζομαι πως μέσα στο "πατείς με σε πατώ σε" που θα επικρατήσει θα μπορούσα να υφαρπάξω κάποια απάντηση σε κάποια ερώτηση που πιθανόν θα του έκανα.
Από τη πρώτη στιγμή υποψιάστηκα πως οι προσκαλώντες θα είναι συριζαίοι. Ποιοί άλλοι έχουν επαφές με σημαντικούς διανοούμενους στο διεθνές περιβάλλον εκτός από συριζαίους; Δεν μιλάω για τον "παραδοσιακό" αστικό χώρο αλλά για τον "αριστερό" χώρο. Έπεσα μέσα, αν και υπάρχει το προηγούμενο με τον Βεργέτη που είναι ο μεταφραστής του Μπαντιού και γνωστός για την συριζαϊκή του κατάσταση (γρίπππης; επαφής; πως αλλιώς να το πω το συριζαίικο που είναι και δεν είναι συριζαίικο; Το λέω κατάσταση και καθαρίζω). Δεν θα πιάσω αμέσως τον Μπαντιού, που δεν είναι και υποχρεωμένος να κάνει άμεση πολιτική στην Ελλάδα αν και θα έπρεπε να ξέρει τα πάθη και τα μίση μέσα στο κίνημα εδώ. Μιλάμε εδώ για μεγάλα πάθη. Μίση και πάθη και αγάπες πρωτοφανείς για τα ''ευρωπαϊκά" δεδομένα, πράγμα καλό για μάς και όχι για τους ευρωπαίους κινηματίες, κινηματίες φιλοσόφους κ.λ.π που κοιμούνται μάλλον σε γλυκό ύπνο ευγένειας και σεβασμού στις μεταξύ τους δηλητηριασμένες σχέσεις. Ας περιμένουμε βέβαια τι θα πεί. Μπορεί να φτύσει πολλούς (και από τους προσκαλώντες) και αυτοί να μείνουν μόνο σε όσα αφορούν τους αλλούς, μπορεί να κάνει άνοιγμα στον συριζα, μπορεί να μιλήσει επι του θεωρητικού. Θα δούμε. Αυτό που είναι σίγουρο  πως θα επακολουθήσει είναι σελίδα στην Αυγή και ίσως κάποιο δηλητηριώδες αρθρίδιο στον Ριζοσπάστη. Η Ανταρσύα θα πάρει μάλλον ουδέτερη, σημειολογικά, θέση σε σχέση με την "κατάκτηση" του στοχαστή από τους συριζαίους παγαπόντες κατακτητές.
Όλο αυτό το πράγμα με χαλάει πολύ. Πρώτα από όλα με χαλάνε οι συριζαίοι και επιβεβαιώνεται η υποψία μου (τι υποψία; σίγουρο είναι) πως εκτός από κακομέτριοι ευρωδιανοούμενοι και συλλέκτες πολυτίμων λίθων απο την Εσπερία είναι και βίσματα ευρωπαϊκά, βίσματα ολκής. Σίχαμα πιά. Τους ζητώ συγγνώμη, μιας και είχα και έχω κάποιες καλές προσωπικές σχέσεις με συριζαίους εργαζόμενους συνδικαλιστές στο ικα, που μου φέρθηκαν ντόμπρα σε μια δύσκολη φάση (όταν με κυνήγαγαν οι δεξιοί το 2007), αλλά θα το πω: Είναι ποντικομαμμές μεγάλες και δικτυωμένοι και κοινωνιστές του αισχίστου είδους. Μπγάβο τα παιντιά, μπγάβο. Αυτό δεν είναι πασόκ, είναι μεγαλύτερα μουτράκια τελικά, αν όχι στα προσωπικά-οικονομικά (θα δούμε) σίγουρα στην καρριέρα. Έχουν πήξει τα πανεπιστήμια με δαύτους. Δεν είχα ποτέ ακαδημαϊκές φιλοδοξίες, αλλά τόσο προσβλητικούς απέναντί μου, σε συζητήσεις "θεωρητικού" επιπέδου, δεν έχω ματαξαναδεί. Μα το θεό! Με τους κνίτες λίγα τα λόγια, αλλά ντόμπρες εξηγήσεις. Είμασταν αντίπαλοι, και δαύτοι είχαν τόσο πρωτόγονη σχέση με την θεωρία (τότε) που απλά δεν το συνεχίζαμε. Άσε που είχα διαπιστώσει πως σε μερικά θέματα ο απλός (όχι απλοϊκός) υλισμός τους άφηνε ποιητικά περιθώρια στις μεταξύ μας σχέσεις (κλασική σχέση μεταξύ "ρομαντικών" που είναι σε αντίθετα στρατόπεδα).
Οι συριζαίοι πάνοπλοι: μεταπτυχιακά, διδακτορικά, επαφές, επαφές, και όλα γλυκούτσικα, "ερωτικά". Τότε ήταν και η εποχή του "αντιεθνικισμού", και οι διάφορες εθνιστικές μου "εμμονές" ήταν το διαβατήριο για πλήρη αποκλεισμό. Άς τα να πάνε στο διάλο. Τώρα, και με τους κνίτες δεν τα συζητάω αυτά, έχουν και να ξεσαβουρώσουν "εθνο-φράξιες" κακοσπορίτικες, που ώρα για τέτοια. Αλλά ας γυρίσω στον Μπαντιού. Τι έχουμε να ακούσουμε από την Αυγή και τα μπλόγκς, συριζαίικα και κκε-δικα! χαμός.
Εγώ θα πω το εξής, άσχετο αν και σχετικό για τους ευαίσθητους: Είμαι ανατολικομεσόγειος, Έλλην, νεοπλατωνίζων, και κάποτε και κομμουνιστής. Δε μας παρατάτε λέω γω ούλοι; φράγκοι και φραγκολεβαντίνοι;

(Μπαντιού θα διαβάζω. Είναι απ'τους καλούς Φράγκους)











Ι.Τζανάκος

Πέμπτη, 23 Ιανουαρίου 2014

Μικρό διήγημα..

Αφιερωμένο στον Θείο μου Παναγιώτη Τζανάκο και τις αναμνήσεις του απ'το χωριό μας..





Είχε καταλάβει την ατιμία της πνευμονίας. Δεν έπρεπε να ξαναρρωστήσει. Όταν έπαιρνε το δρόμο ξανά, για να κατέβει από το χωριό και να πάει στη πόλη του τόπου του, τυλίγονταν με ένα βαρύ παλτό, έβαζε τις χοντρές μάλλινες κάλτσες, και άκουγε τα προσεκτικά λόγια των μεγαλύτερων για τους κινδύνους που έχει το κάθε μικρό παγωμένο αεράκι αν σε βρεί ακάλυπτο και ιδρωμένο από τη κούραση του δρόμου. Σταμάταγε συχνά και μάσαγε τα παξιμάδια του, έπινε νερό σε κάθε πηγή ακόμα κι αν δεν δίψαγε, μιλούσε σε κάθε πλάσμα που του άνοιγε τη κουβέντα, χωρίς να ξεχάσει να το χαιρετήσει. Έπρεπε να πηγαινοέρχεται συνέχεια, αν και όχι τόσο συχνά, στη πόλη. Είχαν πάψει να φοβούνται οι διαβάτες των μονοπατιών τους ληστές. Πέρσι, πριν ακόμα αρρωστήσει, τους είχαν πιάσει όλους, τους είχαν κρεμάσει σκοτωμένους πάνω σε μικρές σιδερένιες πόρτες περιφέροντας τα νεκρά σώματά τους σε όλα τα χωρία, με μιά μικρή ταμπελίτσα πάνω τους πού'λεγε "αυτά παθαίνουν οι εχθροί της πατρίδας" και άλλα τέτοια. Αυτός δεν φοβότανε τους ληστές. Είχε συναντήσει πολλές φορές μερικούς από δαύτους και είχε συνφάγει , ειδικά αν ήταν νύχτα και δεν τους έβλεπε κανείς. Ποτέ δεν άνοιξε κουβέντα μαζί τους. Με κανέναν δεν άνοιγε κουβέντα εδώ και χρόνια, από τότε που πέθανε το μοναδικό του παιδί. Είχε κάθε λόγο να μη μιλάει με κανέναν στο χωριό και κανείς δεν τον παρεξηγούσε από τότε που χάθηκε στη μαυρίλα του πένθους. Και πριν δεν μίλαγε πολύ. Σχεδόν καθόλου. Αλλά κι οι κατσαπλιάδες σα να ξέρανε και δε του μίλαγαν, άνθρωποι κι αυτοί ξένοι, ίσως να ένιωθαν πως έχουν κάτι κοινό μαζί του. Όταν κάτι γίνονταν κακό, όλοι ένιωθαν κάτι να τους δένει μαζί του. Τυλίγοντας το παλτό του πιο σφιχτά σκέφτηκε πως δε τον νοιάζει τίποτα από όλα αυτά, μα μήτε και λυπήθκε με τους θανάτους αυτούς που τον έφερναν κοντά με τους άλλους σχωριανούς και τού'διναν λίγη ψίχα χρόνου ακόμα να μη νοιάζεται για κανέναν. Τη μέρα που φέρανε το νεκρό σώμα ενός από τους κατσαπλιάδες δε βγήκε καθόλου απ'το παγωμένο σπίτι. Είχε την δικαιολογία της αρρώστειας του παιδιού. Κανείς δε νοιάστηκε πάλι. Τέλος πάντων. Τη μέρα που ξεκίνησε ξανά οι ακτίνες του πρωϊνού ήλιου πέφτανε όπως πάντα, σα βέλη στη καρδιά του. Κακό ξύπνημα έχει όποιος συναντά τον Ήλιο αν έχει τη καρδιά του στο πρόσωπο απλωμένη. Τα βέλη του φωτός διαπερνούν τα πιό προστατευμένα πρόσωπα,  τα ανοιχτά πρόσωπα, τα πρόσωπα του πένθους, τα σπάνε κομμάτια. Πόσο θα ήθελε να μη ξημερώνει ποτέ, να μένει μέσα στο σπίτι του αναδεύοντας τα ξύλα της φωτιάς, αν γίνονταν να έμενε κάπου μόνος του, μακριά απ'το χωριό. Αλλά έπρεπε να βγαίνει κάθε τόσο, να φεύγει και να ξαναγυρνά, να κάνει κάτι. Και ο ήλιος τον περίμενε όπως δε περίμενε κανέναν. Θά'πρεπε να τον καλοδεχτεί, να ανοίξει το παλτό, ν'αφήσει τις ακτίνες να χαιδέψουν το στήθος του, αλλά αυτό δε γίνεται. Έπεφτε πάνω του και τον έσπαγε, τον έκαιγε όπως ο εχθρός τα σπαρτά. Θα περπατήσει χωρίς ούτε μια σκέψη παραπάνω. Να μην αρρωστήσει ξανά. Να πεθάνει γέρος σαν την ελιά. Δυνατός σα πέτρα. Κάθε ώρα που κατέβαινε δε θυμόταν και ξέραινε τις σκέψεις μέχρι που έμοιαζαν μικρά κουκούτσια για φύτεμα. Είχε φυτέψει πολλά σε μέρη που δε ξαναπέρασε ποτέ. Δεν ήθελε να ξαναπερνά όπου σκέψεις. Έτσι κι'αλλιώς έρχονται ξανά και ξανά. Σα τις ακτίνες του Ήλιου, από ψηλά. Δεν έρχονται, ξεπροβάλανε πάλι όταν υψώνει το κεφάλι. Το ύψωσε για να δει που είναι. Μέσα στο πυκνότερο σημείο του δάσους έπρεπε να κοιτά κάποτε ψηλά, αν και δε βλέπει κανείς τίποτα εκεί ψηλά ακόμα κι αν είναι χαμένος. Γιατί κοιτάω ψηλά; σκέφτηκε..γιατί το κάνω; αφού δε βοηθά σε τίποτα και καίγομαι πάλι. Το άλλο που φοβάται όταν τριγυρνά στα μονοπάτια είναι τις μυρωδιές. Κάποιοι του είπαν πως σαπίζουν ακόμα πολλά πτώματα στις άκρες των μονοπατιών, και καλά θα κάνει να περνάει από τα γνωστότερα που έχουν καθαριστεί. Γιά όλα φρόντισε η χωροφυλακή. Και να μη φρόντισε υπάρχουνε ύαινες. Έχουν πληθύνει τώρα τελευταία, παρ'όλο που τα πτώματα σχεδόν τελείωσαν. Κάποιοι λένε πως τα πτώματα δε τελειώνουν, και δεν είναι μόνο οι κατσαπλιάδες που αφανίζονται. Αυτοί αφανίστηκαν για τα καλά. Είναι κι άλλοι. Πάντα είναι κι άλλοι. Με σκέψεις πάλι να μη σκέφτεται άλλο, έφτασε στο ένα αγαπημένο του σημείο. Εκεί που δε φαίνεται το χωριό ούτε στην άκρη του ορίζοντα. Παράξενο. Δε θέλει να φύγει όταν φεύγει μα όταν φεύγει θέλει να μην υπάρχει πίσω τίποτα από αυτό που άφησε. Μα θα ξαναγυρίσει. Κι όταν ξαναγυρνά δε θέλει να ζει το δρόμο μέχρι να δεί ξανά το χωριό του στον ορίζοντα. Αυτό είναι το δεύτερο αγαπημένο σημείο. Λίγο παρακείθε το ένα από το άλλο. Πολύ κοντά. Αλλά δεν είναι το ίδιο. Κι όταν από το ένα φτάνει στο άλλο άλλα είναι τα αισθήματα. Σα φεύγει και περνά από το σημείο που λιγοδείχνει το ορμητήριό του νιώθει το βαρύ πλάκωμα του αποχαιρετισμού και τρέχει, τρέχει μπρός, προς το πρώτο σημείο της αγάπης. Σα γυρνά και περνά από το σημείο αυτό, που' ναι το πιό κοντά στον ορίζοντα, το ξεπερνά με πυρετώδικη αδιαφορία και τρέχει, τρέχει μπρος, προς το σημείο που λιγοδείχνει, και βουρκώνει. Μα τώρα προχωρά, προχωρά στη σιωπή του ταξιδιού, με όλες αυτές τις ενοχλήσεις να του ζαλίζουν το μυαλό. Πως θα βρεί ένα νέο δρόμο, πως θα απόφύγει τις συναντήσεις. Γιατί αν συναντήσει θα μιλήσει. Θα σταθεί. Θα φτιάξει μια πατρίδα από ψωμοτύρι και κρασί, θα γελάσει και θα κλάψει. Και δε θέλει. Θέλει μόνο μια φορά να γίνεται αυτό, ή το πολύ δυό. Οι πολλές συναντήσεις του θυμίζουν τα βιβλία του πατέρα του. Χαμένος όπως ήταν στο ένα και τ'άλλο βιβλίο σκόρπαγε τη ζωή του σε ξένες έγνοιες, ώσπου μια μέρα τα χάρισε στη βιβλιοθήκη της κοινότητας. Ήταν δάσκαλος ο πατέρας και καλός δάσκαλος. Τον αγαπούσαν όλα τα χωριά, ο παππάς τον λάτρευε. Μόνο η μάνα γκρίνιαζε που και που για τα λίγα λεφτά και τις πνευμονίες που άρπαζε δω και κει με τις τόσες περιοδίες για "θέματα του τόπου". Ίσως από κει να άρπαξε η οικογένεια αυτή την ευαισθησία με τα πνεμόνια. Η μάνα γκρίνιαζε αν και έφτιαχνε πάντα τα πράγματα τρυφερά. Διάβαζε μόνο τη γραφή. Τη ήξερε απ΄έξω αν και με λάθη πολλά. Ο πατέρας τη διόρθωνε τρυφερά. Δε γίνονταν τέτοια πράγματα στα χωριά, μόνο σε αυτούς γίνονταν. Κακό το ριζικό τους να έχουνε τέτοια κουσούρια. Μια φορά που διάβαινε συνάντησε έναν μαύρο καλόγερο και του το έχωσε καλά στο μυαλό αυτό. "Τον φάγανε τα άθεα τα βιβλία τον πατέρα σου, καταραμένος έγινε". Δεν είχε τέτοια πράγματα ο πατέρας μου, σκέφτηκε, μόνον βιβλία για το θεό. Αλλά μάλλον ο μαυροκαλόγερος όλα το ίδιο τα βλέπει. Προχωρώντας είχε τόσα να αποφύγει. Ύαινες, μαυροκαλόγερους, και ψυχρούς αγέρηδες. Δε πρέπει να αρρωστήσω ξανά, είπε. Κουράστηκε να σκέφτεται. Κάθε φορά σκέφτονταν και κάτι παραπάνω. Ένα νέο εμπόδιο. Ίσως θά' πρεπε να πάρει το συντομότερο δρόμο για τη δημοσιά. Τόσο καιρό έγινε αυτός ο καινούργιος δρόμος αλλά ήταν τόσο άσχημος που τον απέφευγε. Ή σκόνη ή λάσπη. Ακόμα δεν είχε ανοίξει γραμμή για κτελ. Έμαθε πως θα ανοίξει του χρόνου. 
Ο δρόμος θα συντομέψει πολύ. Μισή μέρα με τα πόδια, λίγες ώρες με το λεωφορείο. Μέχρι τότε ποιός ζεί, ποιός πεθαίνει. Θα κοιμηθεί λίγο νωρίς σήμερα, αν τρέξει λίγο και φτάσει στη πόλη λίγο πριν βραδιάσει. Όταν ο Ήλιος πέφτει θα ήθελε να πιεί το καφεδάκι του στον θειό που τον περιμένει, πριν ξαπλώσει κι αλλάξει. Να δει τη πτώση αυτού του γίγαντα νικητής, και τις φουσκάλες του καφέ να ιριδίζουν στο μωβ της πτώσης. Να ήταν όλα καλά. Πόσο καλά θα ήταν τα πράγματα αν ήταν καλά. Να ζούσαν όλοι και αυτός να κοίταγε μόνον δουλεύοντας. Να πέθαινε κάποτε χωρίς κουβέντα περιτριγυρισμένος από σκληρά πρόσωπα έγνοιας. Αυτά τα πρόσωπα που δεν τα διαπερνάει καμμία ακτίνα. Αυτά που απλώνουν χέρια, σε σηκώνουν, σε σκεπάζουν και σε κρύβουν βαθιά στον εαυτό σου. Θυμάται μια μέρα με τι έκπληξη κοίταγαν κάτι πρωτευουσιάνοι αυτά τα πρόσωπα όταν τους έμπασαν σε ένα σπίτι που αρρώσταινε. Νόμισαν στην αρχή πως κανείς δε νοιάζονταν. Έτοιμοι θαρρείς να επιπλήξουν τους αγροίκους για τη σκληρότητά τους. Αλλά τους πρόλαβε το βήξιμο του γέρου. Όλοι σώπαιναν και δούλευαν εντατικά γιά κάθε πνοή του. Ο δικός τους γέρος ήταν σε ένα λευκό σπίτι, με καθαρά σεντόνια και γλυκύτατους νοσηλευτές. Αναρωτιέται πότε θα συναντήσει κανέναν από δαύτους. Δεν είδε ποτέ κανένα να περνά. Τούς έβλεπε μόνο τα καλοκαίρια στη πόλη να κάνουν φασαρία και να χαρίζουν ευτυχισμένα χαμόγελα. Μόνο αυτό θυμάται και το απέφευγε σα το διάολο. Αλλά τώρα που δεν είναι και καλά τα πράγματα δε θυμόταν ούτε αυτό. Ήταν εύκολο να είσαι δυστυχισμένος τελικά. Περπατάς και περπατάς ώσπου να σπάσεις για τα καλά. Γι'αυτό είπε να περπατά κάπου κάπου. Μπορεί και να έπαιρνε μαζί του και αυτές τις ακτίνες που τον ταλαιπωρούν. Να τις βύθιζε ξανά στη γη μαζί του, εκεί κάτου. Πως να είναι η γη ακόμα πιό κάτου απ'το πόδι του; όχι δε σκέφτονταν το θάνατο τότε, αλλά την ανάσταση μέσα στη γη. Μιά ρίζα που θα φύτρωνε μέσα στη γη με μιά χούφτα αρπαγμένες ακτίνες, για πάντα. Όλα αυτά για πάντα χωμένα στη ζέστη της και στα ρέματα που την ποτίζουν από μέσα της. Δε θα χώνονταν τίποτα εκεί μέσα. Ούτε θα τρύπωνε ο θάνατος ξανά. Και θα έβλεπε αυτά που ήθελαν να ιδωθούν. Πολλές φορές σκάλιζε το χώμα. Κάποτε με μανία αν στέκονταν κάτω από κανά πλατάνι, κουρασμένος από το δρόμο. Μιά φορά ένας περαστικός νόμισε πως ψάχνει κάτι. Δε τον διάψευσε, να μη τον κάνει πιο υποψιάρη. Ναι του'πε. Ψάχνω ένα δακτυλίδι που έχασα κάποτε κάπου δω. Μήπως τό'δες πουθενά; Και τότε ο άλλος ησύχασε. Τι να πεις σ'ανθρώπους που ψάχουν και ψάχουν θησαυρούς; τι να τους πεις; πως ψάχεις ρίζα και νερό; χυμούς και φωτιά φυλαγμένη μέσα στη ζωή; θα σε περάσουν για λωλό. Ψάχτε λοιπόν χρυσάφι και θα βρείτε ό,τι βρείτε. Εγώ φεύγω, τού'πε. Αν βρείς κάτι κράτα το. Στο χαρίζω. Και τότε έφυγε. Κι αυτό το θυμάται. Σα πολλά μαζεύτκαν, είπε. Σα πολλά..
Και συνέχισε..





Ι.Τζανάκος

Τετάρτη, 22 Ιανουαρίου 2014

επιστολή στο πουθενά


Καθώς κάθονταν πάνω στη πέτρα του, σκέφτηκε να γράψει ένα γράμμα, σε όλους αυτούς που δεν θα τον άκουγαν σίγουρα, μα σίγουρα!.."και αυτά τα γράμματα είναι τα καλύτερα" σκέφτηκε. Ξεκίνησε λοιπόν, με τον παλιό του τρόπο..





"..Η πορεία των συλλογισμών ενός ανθρώπου διακόπτεται από βουλήσεις που είναι σαν να έρχονται από ένα σκοτεινό πηγάδι. Κομμάτια λάβας, πίδακες από κρύο νερό, ατμοί με δηλητήρια, δεν μπορούν να πάρουν άλλο όνομα από το όνομα της βούλησης, ή να ειπωθούν σαν να είναι μνήμη. Αλλά τίποτα από όλα αυτά δεν είναι ακριβή, το μόνο που καταφέρνουμε να πούμε είναι πως δεν γίνεται να σκεφτόμαστε μόνο. Κάτι άλλο συμβαίνει. Και αυτό είναι μέσα μας. Το ξέρω, δεν είναι κάτι όμορφο να μιλάει κανείς για ένα "εσωτερικό", αλλά αυτή είναι η υπέρτατη ελευθερία του ανθρώπου, να διεκδικεί αυτό το έστω ψέμμα τού μέσα του κόσμου.
Και αυτός ο κόσμος είναι βαφτισμένος με όλα τα ονόματα που δεν αρμόζουν, θά'λεγε κανείς πως η κάθε ερμηνεία, πρώτα πρώτα η ερμηνεία που περιέχει το όνομα από μόνο του, είναι ένα ψεύτισμα.
Θέλεις να μιλήσεις για αυτό το ηφαίστειο και το μόνο που κάνεις είναι να λες λίγα, άσχετα, ακαθόριστα πράγματα. 
Και αν επιστρέφεις στη σιωπή, όπως ίσως αρμόζει, πάλι πιέζεσαι να πείς κάτι, όχι αναγκαία σε ανθρώπους. Ίσως σε πουλιά, σε δέντρα, στο τίποτα με το μεγάλο όνομα του Κυρίου. Αλλά δεν είναι μόνο αυτό που σε τρώει. Σε τρώει η αδικία, το ψέμμα, τα μεγάλα λόγια, οι μεγάλες υποσχέσεις, οι μεγάλες ιδέες, που κλείνουν αυτό το βαθύ πηγάδι, για τί άραγε; μα για να σε αφήσουν ελεύθερο να πιστέψεις σε κάτι λογικό, σε αυτή τη ζωή.
Κάτι πιό ελεύθερο ίσως, κάτι πιό αρμονικό ίσως, από αυτή εδωνά τη ζωή, αλλά τελικά κάτι που είναι σε αυτή τη ζωή. Και αυτή η ζωή δεν έχει πηγάδια, δεν έχει πηγές, δεν έχει δέντρα, δεν έχει τρέλλα. Έχει καπιταλισμό, έχει μαρξισμό, έχει φασισμό, έχει κι άλλα επίσης εδωνά διεκδικητικά. Πάρε λοιπόν το φορτίο σου, και προχώρα, σου λένε. Αν μείνει κάτι από την όμορφη κακή σου βούληση, αυτή που σε σέρνει στο κάτω, στο μέσα, στο πουθενά...αν μείνει κάτι στις μνήμες, και το πάθος να αφήνεις το πάθος να κάψει τα πάντα, δεν μπορείς να δεχτείς κανένα από αυτά τα ονόματα, πόσο μάλλον που είναι τόσο φανερά, τόσο φωτεινά, μα τόσο φωτεινά, για το τι είναι. Δεν υπάρχει τίποτα το αδιευκρίνιστο ακόμα και στο πιό ασυνάρτητο παραλήρημα του ιδεολόγου. Και οι βουλήσεις είναι καθαρές σκέψεις, ας είναι χαλασμένες και σκουληκιασμένες. Αλλά εδώ δεν άντεξες να αφήσεις τα δικά σου ονόματα να κυριέψουν τη κακή τη ψυχή σου, πως άφησες τόσο ξεκάθαρες ιδέες να την κάνουν τόσο προβατίσια; Ξέχασες να θυμάσαι, ξέχασες να σπαράσσεσαι. Ήρθε η ώρα να θυμηθείς, ήρθε η ώρα να γίνεις άρνηση, ήρθε η ώρα να ακολουθήσεις πάλι τις παλιές σου μνησικακίες. Μη πιστέψεις κανέναν αν τον δείς να κρατά το σκήπτρο των μεγάλων ονομάτων. Μη τον αποδιώξεις, αλλά μη τον πιστέψεις ποτέ. Αιώνιος αγρότης, τώρα πιά που δεν έχει μείνει από τη φάρα μας τίποτα, ειδικά τώρα..Εμπιστέψου μόνο την φωτιά και την όμορφη κακή σου βούληση.."


Γύρισε τη πλάτη του ξανά στους ήλιους, και τώρα ήξερε πως θα είναι αληθινά μόνος...













Ι.Τζανάκος

Ασθένεια..




Παρακολούθησα σήμερα ένα πρόγραμμα για την αναδρομική αύξηση ή μείωση των μισθών, για θέσεις και οργανογράμματα, κλίμακες, κατηγορίες, και ξέρασα ένα δηλητήριο που έφτυσα στο πεζοδρόμιο έξω από το σπίτι μου. Θεραπεύτηκα. Περπατώντας και ιδρώνοντας μέσα στο σπίτι με μια ίωση μιάς βδομάδας, πυρετούς και ξάπλες αναγκαστικές, είδα αρκετή τηλεόραση και ήπια κιλά από χυμούς και τσάγια, χωρίς να διαβάζω και πολύ. Μόνο έγραψα και γω στον πυρετό ό,τι μου κατέβαινε. Πιθανόν η αλήθεια του καθενός να είναι ένας πυρετός και μια αρρώστεια που σε κάνει σώμα θές δε θές. Γειά σου αρρώστεια, έχε γειά!
 
 
 
 
 
Ι.Τζανάκος

Δευτέρα, 20 Ιανουαρίου 2014

Το μέλλον δεν κρύβει αναγκαία σοσιαλιστικές διεξόδους..



Κάποιοι λόγοι για τους οποίους θεωρώ πως δεν υπάρχουν και πολλές ελπίδες ανασυγκρότησης του αγώνα, υπο αυτό το καθεστώς ιδεολογικού ταξικού πολέμου.



Η παραγωγή μιας μορφής παραγωγικής δύναμης, ή εργασιακής δύναμης -που είναι το ίδιο πράγμα αλλά ουσιαστικότερο, συγκροτεί ήδη το πλαίσιο της ανα-παραγωγής της.
Η ειδική μορφή των παραγωγικών-εργασιακών δυνάμεων επιτάσσει και την μορφοποίηση ενός είδους αναπαραγωγής της που έχει να κάνει όχι μόνον με την "συντήρηση" και ''επαν-εμφάνιση" αυτής της ειδικής μορφής αλλά και την ευρύτερη δυναμική της όπως αναφέρεται στο συνολικό κοινωνικό σύστημα το οποίο συγκροτεί την γενική-ειδική μορφή των παραγωγικών δυνάμεων. 
Η κοινωνικοποίηση της νέας παραγωγικής-εργασιακής δύναμης δεν οδηγεί σε υπέρβαση της γενικής-ειδικής μορφής, που είναι το κοινωνικό σύστημα ως συνάρθρωση τρόπων παραγωγής σε έναν, αλλά οπωσδήποτε σε σημαντική τροποποίησή του και εμβάθυνσή του που έχει να κάνει και με την ανα-παραγωγική διεργασία της γενικότερης εργασιακής δύναμης. 
Οι κατά καιρούς (συναρθρωμένοι πάντα σε έναν) τρόποι παραγωγής δεν είναι τίποτε άλλο από μορφές της κοινωνικής εργασίας, ακόμα κι'αν στηρίζονται στην εκμεταλλευτική και ξενωτική "χρήση" τής θεμελιακότερης μορφής της που είναι η άμεση εργασία-παραγωγή. 
Η ανάπτυξη νέων μορφών εκμετάλλευσης τής άμεσης εργασίας που έχουν να κάνουν με την ολοένα καταστροφικότερη υπαγωγή της στην αφαίρεση της "κοινωνίας" , (στον καπιταλισμό: στην παραγωγή ως εν-γένει προσδιορισμό), δεν σημαίνει την μη-παραγωγικότητα ή μη-αναπαραγωγικότητά τους σε σχέση με την άμεση εργασία-παραγωγή αλλά τουναντίον την εμβάθυνσή τους σε σχέση με την γενική-ειδική μορφή της παραγωγής, την ολοένα μεγαλύτερη πρόσδεση της άμεσης εργασίας-παραγωγής στην αλυσίδα τής γενικής-ειδικής μορφής.
Η κορύφωση της ενοποίησης των παραγωγικών δυνάμεων με τον προσδιορισμό της παραγωγικής σχέσης τους σημαίνει πολλές φορές μια εφιαλτική μεταφορά του πεδίου της υλικότητας τής εργασίας στον τόπο της υπαρκτικής εξαφάνισης. 
Δεν έχει τόσο σημασία τότε η ρητορική και η πολεμική εναντίον της "οικονομικής" εκμετάλλευσης όσο η ανάδειξη του παράλογου και της αναρχίας που εκφράζει ο τρόπος παραγωγής που επικρατεί. 
Εξάλλου η έννοια-πραγματικότητα της σχετικής εκμετάλλευσης ( λ.χ δια της σχετικής υπεραξίας), που απορρέει από την αλλαγή των όρων συσχετισμού της αντικειμενικότητας με την υποκειμενικότητα της παραγωγικής διεργασίας, (θα) είναι κάτι που δεν θα απασχολήσει κανέναν και καλώς δεν θα τον απασχολήσει, αφού η αναζήτηση για μια νέα υλική κοινωνικότητα και μια νέα μορφή της εργασίας-παραγωγής θα περάσει μέσα από την αναζήτηση για τους σκοπούς και την (νέα) πειθαρχία τής παραγωγής και όχι από την επιμέτρηση του βαθμού της εκμετάλλευσης που περιέχει (ως μορφή) στην συγκεκριμένη στιγμή. Ο εγκλωβισμός στην "αντι-παρασιτική" "αντι-εκμεταλλευτική" και "αντι-αντιπαραγωγική" ρητορική δείχνει τότε τα δόντια του, και ο κάθε ένας δημαγωγός των κυρίαρχων τάξεων μπορεί να κάνει χωραφάκι του κάθε αριστερή ή κομμουνιστική ρητορική που ξεπέφτει χωρίς να το ξέρει σε έναν "περί δικαίου" Λόγο.
 
 
 
 
 
 
 
Ι.Τζανάκος

Τελευταίες παρατηρήσεις για την ανα-παραγωγική εργασία..




Η εργασία που χρησιμοποιήθηκε για την παραγωγή μιας ορισμένης αξίας χρήσης αν εντάσσεται άμεσα στο κεφάλαιο είναι άμεσα παραγωγική εργασία και αν εντάσσεται έμμεσα στο κεφάλαιο έμμεσα παραγωγική εργασία, ανεξάρτητα αν η αξία χρήσης είναι μια άμεσα ή έμμεσα αναπαραγωγική αξία χρήσης. Επομένως μπορεί μια έμμεσα αναπαραγωγική αξία χρήσης να είναι άμεσο καπιταλιστικό εμπόρευμα, δηλαδή ένα εμπόρευμα για την παραγωγή του οποίου καταναλώθηκε άμεση παραγωγική εργασία (εργασία ενταγμένη στην άμεση καπιταλιστική διεργασία της παραγωγής, δηλαδή εργασία που προέκυψε μετά από πώληση της εργασιακής της δύναμης), και μια άμεσα αναπαραγωγική αξία χρήσης να είναι έμμεσο καπιταλιστικό εμπόρευμα, δηλαδή ένα εμπόρευμα, για την παραγωγή του οποίου καταναλώθηκε έμμεση παραγωγική εργασία (εργασία μη-ενταγμένη στην άμεση καπιταλιστική διεργασία της παραγωγής, δηλαδή εργασία που δεν προέκυψε μετά από πώληση της εργασιακής της δύναμης). 
Ότι λ.χ παράγεται από έναν αυτόνομο παραγωγό που είναι ιδιοκτήτης του μέσου παραγωγής και δεν χρησιμοποιεί ξένη εργασιακή δύναμη, και χρησιμοποιείται για να αναπαραχθεί εργασιακή δύναμη, είναι μια άμεση αναπαραγωγική αξία χρήσης, όχι όμως και άμεσο καπιταλιστικό εμπόρευμα αφού δεν είναι προϊόν μιας άμεσης καπιταλιστικής διεργασίας παραγωγής, αλλά αποτελεί, στην περίπτωση αυτή, θαρρώ, ένα έμμεσο καπιταλιστικό εμπόρευμα από την στιγμή που η αξία χρήσης του εισέρχεται στην αναπαραγωγή της εργασιακής δύναμης. 
Η εργασία που χρησιμοποιήθηκε για την παραγωγή του είναι αναπαραγωγική εργασία, και είναι έμμεσα και παραγωγική.

















Ι.Τζανάκος





Σάββατο, 18 Ιανουαρίου 2014

Η ανα-παραγωγική εργασία και αξία χρήσης..



Tα μέσα παραγωγής και οι εργασιακές δυνάμεις αποτελούν σχεδόν πάντα μέσα παραγωγής αναπαραγωγικών αξιών χρήσης, αξιών χρήσης δηλαδή που εντάσσονται στην αναπαραγωγή της εργασιακής δύναμης. 
Κατά ένα σημαντικό μέρος των θεωρητικών οικονομολόγων ένα μέρος τους εντάσσεται στην παραγωγή τομέων της διεργασίας παραγωγής, στους οποίους παράγονται υποτίθεται μη-αναπαραγωγικές αξίες χρήσης, αλλά αυτό επίσης μπορεί να αμφισβητηθεί ως γενική απόφανση, εφόσον οι λεγόμενες μη-αναπαραγωγικές αξίες χρήσης και η εργασία παραγωγής τους μπορούν να  είναι το είδος αυτό της παραγωγής που θα ενταχθεί στο μέλλον στην αναπαραγωγή της εργασιακής δύναμης, στα πλαίσια πάντα της ειδικής κοινωνικής μορφής εντός της οποίας "ενεργοποιούνται" (ως μέσα κατανάλωσης και κίνητρα της παραγωγής, από την στιγμή που δεν ικανοποιούν απλά μιά "ανάγκη" αλλά πρώτα πρώτα την παράγουν) (δημιουργούν) 
Αυτά τα μέσα παραγωγής και οι εργασιακές δυνάμεις καταναλώνονται παραγωγικά και περιέχουν την δυνητικότητα της παραγωγής τους ως αναπαραγωγικών εργασιακών διεργασιών και αποτελεσμάτων (αξιών χρήσης). 
Αυτά τα μέσα παραγωγής και αυτές οι εργασιακές δυνάμεις τελικά αναπαράγονται, διότι οι αξίες χρήσης, στη μορφή των οποίων υλοποιείται η κατανάλωσή τους (η "εργασία" τους), δεν είναι μη-αναπαραγωγικές με την έννοια της απόλυτης αντίθεσης προς την εργασιακή-παραγωγικής δυνητικότητας αλλά μη-αναπαραγωγικές με την έννοια πως δεν είναι μόνον αναπαραγωγικές. 
Η αναπαραγωγικότητα αυτών των αξιών χρήσης φαίνεται εντελώς ανύπαρκτη ως "οντότητα" στον βαθμό που εξετάζεται και παρουσιάζεται στην άμεση χρονική της αντιστοιχία με την υπάρχουσα υλικότητα της παραγωγικής σχέσης και παραγωγικής δύναμης. 
Ακόμα περισσότερο φαίνεται να εξαφανίζεται "ορθά" η αναπαραγωγικότητα των αξιών χρήσης (και της εργασίας-παραγωγής τους) όταν αναφερόμαστε λ.χ στα μέσα καταστροφής (οπλικά συστήματα, όπλα, τεχνικές καταστροφής), αλλά σε ένα όχι και τόσο οριακό επίπεδο η πολεμική τεχνική εισέρχεται και αυτή στην αναπαραγωγή της εργασιακής δύναμης μέσω της παραγωγής τής εργασιακής δύναμης ως περιεχομένου μιας καταστροφικής κοινωνικής μορφής ή μιας κοινωνικής μορφής σε καταστροφική φάση. 
Αυτό που φαίνεται ως η μεταφορική χρήση της αναλυτικής γλώσσας όταν αναγκάζεται να αγγίξει τα οριακά πεδία του κοινωνικού πολέμου είναι στην πραγματικότητα, αν μιλάμε σε ένα εμμενές επίπεδο της κοινωνικής μορφής η παραγωγικότερη και αναπαραγωγικότερη έκφρασή της. 
Μιλώντας λ.χ για μη-αναπαραγωγικότητα ή ακόμα ακόμα παρασιτικότητα της πολεμικής βιομηχανίας αγνοούμε την δημιουργική δύναμη της καταστροφής όταν ορθώνεται σε κοινωνική παραγωγή.
Η κοινωνική παραγωγή διασπάται μόνον φαινομενικά σε δυο τομείς: τον αναπαραγωγικό και το μη αναπαραγωγικό τομέα. Έτσι κι αλλιώς τα μέσα παραγωγής και οι εργασιακές δυνάμεις που εντάσσονται στον υποτιθέμενο μη -αναπαραγωγικό τομέα, παράγονται στον (υποτιθέμενο μοναδικό ως) αναπαραγωγικό τομέα.







Ι.Τζανάκος

Πέμπτη, 16 Ιανουαρίου 2014

Παραγωγή και ανα-παραγωγή της εργασιακής δύναμης...



Η εργασιακή δύναμη αποτελεί μια πραγματική και νοητική αφαίρεση που προκύπτει από την διαίρεση που φέρνει ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής μεταξύ της υποκειμενικής δυνητικότητας της εργασίας, όπως εκφράζεται μέσα από ένα σύνολο εργασιακών "ικανοτήτων" που ορθώνονται ξέχωρες από την εργασιακή διεργασία, και της ίδιας της εργασιακής διεργασίας.
Η παραγωγή της υποκειμενικής δυνητικότητας αυτής, που περιγράφεται με συντομία ως ένα σύνολο εργασιακών ικανοτήτων, δεν προκύπτει μόνον μέσα από την παραγωγική κατανάλωση κάποιων διαθέσιμων υλικών και διανοητικών μέσων αλλά μέσα και από την παραγωγική κατανάλωση αυτών των μέσων αλλά και την μακραίωνη ιστορικά παραγωγική διαδικασία παραγωγής τους. 
Λ.χ η ικανότητα να ζυμώνεις ψωμί δεν είναι προϊόν μόνον της παραγωγής της ικανότητάς σου να στέκεσαι στα πόδια σου έχοντας καταναλώσει τις ανάλογες θερμίδες, ούτε μόνον της ικανότητάς σου να χρησιμοποιείς τα χέρια σου με κατάλληλο τρόπο ως προς την ζύμωση της ζύμης, ή της ικανότητάς σου να βάζεις τη ζύμη να ψηθεί στο κατάλληλο χρονικό διάστημα στον φούρνο (ικανότητες που αποκτώνται με την εκμάθηση), αλλά (είναι προϊόν) και της παραγωγικής διαδικασίας της ίδιας της ικανότητας.
Η παραγωγή της ικανότητας να ζυμώνεις, να χτίζεις, να καλλιεργείς κ.λ.π είναι προϊόν της κοινωνικής ιστορίας παραγωγής τής κάθε εργασιακής-παραγωγικής ικανότητας.
Πιστεύει στ'αλήθεια κάποιος μαρξιστής ή αστός οικονομολόγος, πολιτικός κ.λ.π ό,τι η παραγωγή της ικανότητας να παράγεις ένα συγκεκριμένο προϊόν είναι προϊόν μόνον της παραγωγικής κατανάλωσης των μέσων κατανάλωσης (και "εκπαίδευσης") που είναι επαρκή για την αναπαραγωγή της;
Νομίζω πως η ταύτιση της διεργασίας αναπαραγωγής της εργασιακής ικανότητας με την διεργασία της παραγωγής της είναι ένα από τα ολισθηρότερα "οικονομολογικά" ατοπήματα αστών, μαρξιστών και άλλων. Ακόμα και ο φανατικός αντιμαρξιστής Καστοριάδης, στην κριτική του προς την μαρξική θεωρία της αναπαραγωγής της εργασιακής δύναμης, στάθηκε μόνον στην (σχετική) αδυναμία ποσοτικού προσδιορισμού του ορίου της αναπαραγωγής και όχι στην προφανή διάκριση ανάμεσα στην έννοια της "παραγωγής" και της "αναπαραγωγής" της εργασιακής δύναμης. [Το λάθος του φανατικού αντιμαρξιστή προκύπτει από την δική του προσπάθεια να απο-ιστορικοποιήσει την έννοια της παραγωγικής διεργασίας. Δεν θα ασχοληθούμε περαιτέρω εδώ με τα λάθη του κυρίου αυτού..]. Στην πραγματικότητα αυτή η διαίρεση/διάκριση που προκαλεί η αστική κοινωνία μεσα στην παραγωγική διεργασία, αλλά και οι διάφορες συμπληρωματικές -αλλά όχι δευτερεύουσες- διαιρέσεις/διακρίσεις μέσα στα ίδια τα "αποτελέσματα" της διαίρεσης/διάκρισης, όπως αυτή ανάμεσα στην παραγωγή και αναπαραγωγή της εργασιακής δύναμης, είναι διαρθρωτικά στοιχεία της (της αστικής κοινωνίας).



       



Σε ένα αφαιρετικό πλαίσιο:





Ανα-παραγωγικές και παραγωγικές διεργασίες τής παραγωγής τής εργασιακής δύναμης.

Άμεσα ανα-παραγωγικές είναι εκείνες οι αξίες χρήσης, οι όποιες εντάσσονται ξανά στην κοινωνική διεργασία παραγωγής ως μέρος της ανα-παραγωγής της εργασιακής δύναμης. 
Στη μορφή των άμεσων αναπαραγωγικών αξιών χρήσης παράγονται, όταν πρόκειται για τα μέσα παραγωγής, οι πραγμικές-αντικειμενικές συνθήκες των μέσων παραγωγής κοινωνικής παραγωγής που χρησιμοποιούνται στην παραγωγή μέσων συντήρησης και αναπαραγωγής της εργασιακής δύναμης, κι όταν πρόκειται για την "εργασιακή δύναμη", οι πραγμικές-αντικειμενικές συνθήκες τής εργασιακής δύναμης.
Το θέμα είναι πως οι "ανα-παραγωγικές αξίες χρήσης", όταν οι αξίες χρήσης παρουσιάζονται και εξετάζονται από την σκοπιά της αναπαραγωγικότητάς τους (πόσο ή με ποιό τρόπο συντελούν στην αναπαραγωγή της εργασιακής δύναμης), μπορούν να είναι μόνον άμεσες, ή "ισοδύναμα-αντίστροφα" οι άμεσες ανα-παραγωγικές αξίες χρήσης είναι οι μοναδικές ανα-παραγωγικές αξίες χρήσης. 
Οι ίδιες καθαυτές οι αξίες χρήσης που εμπεριέχουν τον ανα-παραγωγικό (=άμεσο) προσδιορισμό εμπεριέχουν τον προσδιορισμό που τους υπερβαίνει ως αναπαραγωγικό (=άμεσο) προσδιορισμό. 
Τα μέσα παραγωγής και οι εργασιακές δυνάμεις που εντάσσονται στην αναπαραγωγή της εργασιακής δύναμης, όταν  δηλαδή αυτά παρουσιάζονται και εξετάζονται από την σκοπιά της αναπαραγωγικότητάς τους (πόσο ή με ποιό τρόπο συντελούν στην αναπαραγωγή της εργασιακής δύναμης), μπορούμε να τα προσδιορίσουμε ως αναπαραγωγικές αξίες χρήσης, ως τις αξίες χρήσης δηλαδή οι όποιες εντάσσονται (άμεσα) στην αναπαραγωγή  και όχι στην παραγωγή του υποκειμενικού παράγοντα της κοινωνικής διεργασίας παραγωγής. Όσες αξίες χρήσης θεωρούνται  λανθασμένα ως "απόλυτα" μη αναπαραγωγικές, είναι αντίθετα (συνήθως) οι ίδιες οι αξίες χρήσης οι όποιες εισέρχονται και έμμεσα στη διαδικασία παραγωγής (και της εργασιακής δύναμης) ως προϊόντα της κοινωνικο-ιστορικά προσδιορισμένης παραγωγής της εργασιακής δύναμης . 
Αυτές οι αξίες χρήσης δεν καταναλώνονται έξω από την άμεση διαδικασία παραγωγής δηλαδή ως (απόλυτα) μη αναπαραγωγικές αξίες χρήσης αλλά καταναλώνονται εντός της ως: και αναπαραγωγικές και μη-αναπαραγωγικές αξίες χρήσης, όπου η "μη-αναπαραγωγικότητά" τους προσδιορίζεται θετικά ως το κοινωνικο-ιστορικό πλεόνασμα που υπερκαθορίζει την ίδια την αξία χρήσης ως κοινωνικο-ιστορικά παραγόμενη, αλλά και ως ανα-παραγόμενη στον βαθμό που έχει σχηματιστεί έξω από την άμεση παραγωγική κατανάλωσή της. ['Οταν δημιουργείται την ιστορική στιγμή πριν την εφαρμογή της στην άμεση παραγωγή δεν υπάρχει ακόμα καν ως ανα-παραγωγική αξία χρήσης].


















Ι.Τζανάκος




Κυριακή, 12 Ιανουαρίου 2014

Στενός δρόμος (2)




Δεν μπορούμε να ανατρέξουμε στο παρελθόν χωρίς τη υποψία πως το παροντοποιούμε με έναν τρόπο που το κάνει κάτι άλλο από αυτό που ήταν.
Περπατώντας σε έναν στενό δρόμο, περιτριγυρισμένος από πραγματικούς και δυνητικούς εχθρούς, σκέφτεσαι αναγκαστικά το παρόν περισσότερο και αν έχεις χρόνο το μέλλον. Το παρελθόν μπορεί να είναι η φανταστική δόξα όλου του κόσμου που περιβάλλει τον στενό σου δρόμο και να εισδύει μέσα στον ίδιο τον δρόμο σαν ένα είδος ιδεολογίας, αλλά η αλήθεια είναι πως αυτό που πραγματικά σε ενδιαφέρει είναι το παρόν και το μέλλον του. 
Η ιδεολογία των προ-νεωτερικών τάξεων παρουσιάζονταν και παρουσιάζεται (θεωρητικά) αλυσοδεμένη στο παρελθόν αλλά και τότε ο δρόμος των φτωχών δεν άφηνε περιθώρια να σκεφτείς το παρελθόν αληθινά. 
Η ζωή σε σπρώχνει με βία μπροστά, και κάποτε οι θρησκείες, οι φαντασιώσεις, τα ιδεολογικά ψέμματα, προσαρμόζονται στην ανάγκη αυτής της βίας και την μορφοποιούν ανάλογα με την ίδια την ανάγκη. Κανείς ταπεινός δεν έζησε ποτέ τη ζωή του αναστοχαζόμενος αληθινά το παρελθόν, δεν προλαβαίνει, και οι "εξουσίες" των πλουσίων μιας και απευθύνονται τελικά σε αυτούς τους κάνουν την "χάρη". 
Τους ετοιμάζουν ένα μύθο προσαρμοσμένο στις ανάγκες της στενάχωρης πορείας, και αυτός ο μύθος μια χαρά προσαρμοσμένος στην δημοκρατία κάθε υφής κάνει τον "λαό" και τον "ταπεινό" άνθρωπο ένα ιδανικό κορόϊδο της εξουσίας των εκμεταλλευτών. 
Γιατί, δεν είναι μόνο το απώτατο παρελθόν αυτό που ξεχνιέται και μορφοποιείται από τους εκμεταλλευτές αλλά το αμέσως προηγούμενο παρελθόν της πορείας τού εκμεταλλευόμενου εργαζόμενου ανθρώπου, το τελευταίο του βήμα, η χθεσινή εργασία του, που βρίσκεται τώρα απέναντί του με την μορφή τού προϊόντος. 
Ακόμα κι αν αυτό το προϊόν τής εργασίας αναφέρεται κάπως στην δική του, προσωπική συνεισφορά στο συλλογικό έργο όλων των συνοδοιπόρων της πορείας της ζωής και της παραγωγής, ακόμα και τότε παρουσιάζεται σαν ξένο και είναι ξένο όσο παρουσιάζεται και μέσα του σαν ξένο. 
Ο μύθος της κοινής πορείας τού πλήθους των εργαζόμενων συνοδοιπόρων στον στενό δρόμο της άμεσης παραγωγής υπερβαίνει την προσωπική πορεία του κάθε ενός από αυτούς, την ίδια στιγμή που υπερβαίνει την ίδια την συλλογική πορεία μέσα σε μια "πνευματική" φαντασμαγορία. 
Ο στενός δρόμος φαντάζει σαν ένα φωτεινό νεκρικό μονοπάτι που μέσα του εμφανίζονται ως δώρα προϊόντα των ίδιων αυτών που πεθαίνουν με τις χειρότερες συνθήκες πάνω του και αποκρυσταλλώνουν την εργασία τους ως θάνατο.
Γι΄αυτό και η αποκρυσταλλωμένη εργασία όλων, ακόμα και αυτών που δημιουργούν "πνευματικά" αγαθά, φαντάζει ως νεκρή, ως ένα δικαίωμα του θανάτου, ως ο θάνατος ο ίδιος, ένας θάνατος που υποκλέπτει την δόξα της αποκρυστάλλωσης παρουσιάζοντάς την ως νέκρα, ως θάνατο, ως γνώση, ως πνεύμα, ως ένα προγονικό μύθο της γνώσης, ως παρακαταθήκη νεκρών ήδη πριν αποθάνουν. 
Αυτός ο στενός δρόμος είναι σπαρμένος από θάνατο και πτώματα που στοιβάζονται θαρρείς μέσα στις αποκρυσταλλώσεις της εργασιακής εμπειρίας, αυτών που τον διαβαίνουν και αυτών που έρχονται από αλλού, από τις υποτιθέμενες πλατειές λεωφόρους της γνώσης. Γιατί, ακόμα κι αν χτίζεται καθημερινά, σε όλα τα αστικά πανεπιστήμια, τα "μοναχικά" μονοπάτια των Δρυμών, και τα ιδρύματα της γραφειοκρατικής σκέψης, ως κάτι που πιθανόν περιέχει θυσία, "υπέρβαση", "ανωτερότητα", μόνον πειθαρχία στους κανόνες, δεν παρουσιάζεται ποτέ ως κάτι που απορρέει και από την σύνοψη, την αποκρυστάλλωση, την μετουσίωση, της απτής εργασίας του άμεσου παραγωγού. Αυτού που συνεχίζει να πορεύεται, θα έλεγε κανείς σε αιώνια τιμωρία από τους θεούς, πάνω στον στενό δρόμο του..









Ι.Τζανάκος

Σάββατο, 11 Ιανουαρίου 2014

Στενός δρόμος (1)




Ένας στενός δρόμος μπορεί να περπατηθεί χωρίς να οδηγεί σε κάποιο τέλος, άσχετα αν αυτό το τέλος είναι ένας τοίχος σε κάποιο απόλυτο αδιέξοδο ή μιά πλατειά λεωφόρος. Ο στενός δρόμος μπορεί να είναι αιώνιος ή μακρόχρονος όσο μακροχρόνια είναι η πορεία της ανθρώπινης ζωής, χωρίς να φαίνεται στον ορίζοντα ένα τέλος. Ένας στενός δρόμος δεν είναι συνήθως μονοπάτι σε κάποιο δάσος στον Μέλανα Δρυμό ή στον Όλυμπο αλλά ένα στενοσόκακκο σε μια πόλη. 
Πάνω σε ένα βουνό ή σε μια ζούγκλα μπορείς να ανοίξεις εύκολα ή με δυσκολία έναν νέο δρόμο.
Δεν έχει νόημα να το κάνεις αυτό, μιας και ο προϋπάρχων δρόμος σε τέτοιες συνθήκες δεν δημιουργήθηκε τυχαία, αλλά μπορείς να το κάνεις ακόμα κι αν αυτό έχει άσχημες συνέπειες για σένα. Στον στένο δρόμο της πόλης δεν μπορείς να αλλάξεις τίποτα στην χάραξή του. Μπορείς να τον κλείσεις με ένα οδόφραγμα, μπορείς να τον κάνεις με κάθε άλλο τρόπο αδιέξοδο, θέλοντας να ανακόψεις την πορεία των αντίθετων δυνάμεων, μπορείς να ανασκάψεις ένα σημείο του, να τον γεμίσεις μικρά βάραθρα, αλλά δεν μπορείς να αλλάξεις την χάραξή του. Θα έρθει στιγμή που θα αναγκαστείς να συνεχίσεις να τον διαβαίνεις όσο μπορείς να συνεχίσεις ή να πάψεις αλλάζοντας δρόμο. Αυτοί οι στενοί δρόμοι δεν σου αφήνουν όμως την δυνατότητα να αλλάξεις δρόμο. 
Πάνω τους, μέσα στα όριά τους είναι κλεισμένη η ζωή του εργάτη. Για κάθε εργάτη υπάρχει ένας δρόμος προδιαγεγραμμένος από την γέννησή του. Είτε θέλει να παραμείνει στην τάξη του είτε να βγεί απ'αυτήν πρέπει να διαβεί αυτό τον στενό δρόμο. Υπάρχουν πολλές υποσχέσεις για το τέλος του είτε πάλι θέλει να παραμείνει στην τάξη του είτε πάλι θέλει να βγεί απ'αυτήν. Δεν μπορεί να αγνοήσει αυτό τον στενό δρόμο. Αν αφήσει την τάξη του θα είναι γιατί διέβη ήδη ένα μέρος αυτού του δρόμου. Ακόμα κι αν ανέβει τελικά στη θέση του υπαλλήλου, του επιστάτη, του προϊστάμενου, του διευθυντή, ή του αφεντικού, θα το έχει κάνει αν διαβεί ένα μέρος αυτού του δρόμου. Δεν ξέρει κανείς γρήγορα πως βλέπει ένας εργάτης ή ένας άνθρωπος από γενιά εργατών και φτωχών αγροτών την αλλαγή αυτή. Σαν προδοσία; Σαν θάνατο; Σαν καλυτέρεψη της ζωής; Ξέρει κανείς γρήγορα πως ο εργάτης, ο φτωχός, δεν θα ξεχάσει ποτέ αυτό τον στενό δρόμο ακόμα κι αν χαθεί στους δρόμους των μικροαστικών συνοικιών ή μέσα σε ένα γραφείο που ξεγελά την σκέψη του.
Θα παινεύει τον εαυτό του, θα εξακοντίζει την εμπειρία του στους άλλους υπνωτισμένους γραφιάδες και βολεμένους, και στο τέλος θα χάνεται στο αδιάφορο βλέμμα αυτών που γεννήθηκαν θαρρείς προϊστάμενοι, διευθυντές, αφεντικά. Αυτό που είναι το καμάρι της δυσκολίας του είναι γι'αυτούς ένα σημείο κακής ανατροφής, δείγμα ασυνεπούς χαρακτήρα. Τότε αυτός θα κλείσει το στόμα του, θα ξεχάσει, θα νιώσει την ενοχή της παλιάς του φτώχειας όπως δεν την ένιωσε ποτέ. Θα είναι ένας ολοκληρωμένος προδότης της τάξης του χωρίς να βρίσκεται εκεί κανείς που να του το ζητάει. 
Ο ίδιος ο εαυτός του θα είναι αυτός που θα ορθώσει ένα τείχος στην μνήμη, και ο δρόμος που άνοιξε πλατύς, ή έστω πλατύτερος από το στενοσόκκακο, θα κλείνει πάλι, θα περιορίζεται από το φάντασμα του παλιού του στενοσόκκακου, κάνοντας τη προδοσία ακόμα πιό οδυνηρή, αφού δεν θα γίνει ποτέ ολάκερη. Είναι όμως ολάκερη η ταξική προδοσία γιατί είναι λειψή. Κυνηγάει τον προδότη ο στενός δρόμος που διάβηκε, δεν ξέρει γιατί αλλά παραμένει ο δικός του δρόμος που σαν φάντασμα πλακώνει τον πλατύ του δρόμο και τον κάνει έναν αγώνα χωρίς τέλος. Αυτοί οι βασανισμένοι προδότες είναι που θέλουν να επιστρέψουν στον στενό δρόμο για να πάρουν κι άλλους, να κάνουν ακατοίκητο τον στενό δρόμο, να σώσουν κόσμο, να αποκαταστήσουν, να χτίσουν ιδρύματα, να στήσουν απόχες να ψαρέψουν κι άλλα πρόσωπα, μήπως και πάψει να τους βασανίζει η εικόνα που ανασύρει η μνήμη.
Αλλά αυτός ο δρόμος συνεχίσει να υπάρχει. Μυριάδες περπατούν πάνω του, ζούν με όλες τις πληγές και τη χαρά που υπάρχει μέσα τους, γιατί είναι άνθρωποι, γιατί είναι ταγμένοι και αυτοί να χαίρονται ξέρετε. Αλλά υπάρχουν και οδηγοί, υπάρχουν αυτοί που επιμένουν να περπατάνε πάνω στον στενό δρόμο, υπάρχει ελπίδα πως θα φτάσει όλο αυτό κάπου. Θα είναι αυτό το κάπου μιά απλωσιά; Θα είναι ένας κήπος; Θα είναι αυτό το κάπου η λήθη του στενού δρόμου; Πριν ακόμα σκεφτεί κανείς, από τους οδηγούς και τους πεζοπόρους, τι θα είναι αυτό το κάπου, κάποιοι λένε: Δεν ξέρω τι θα είναι ακριβώς αυτό το κάπου. Ξέρω τι είναι αυτό που ζούμε, ξέρουμε τι είναι αυτό που έχει κάνει αυτό τον δρόμο στενό και ανήλιαγο, και ξέρουμε πως πρέπει να τον ακολουθήσουμε ως το τέλος που μας ανήκει, περπατώντας όλο και πιό γρήγορα, όλοι μαζί χωρίς εξαίρεση, σπρώχνοντας τους ταξικούς προδότες έξω, χτίζοντας πάνω του, πάνω από όλα, την δική μας εξουσία. Και η εξουσία αυτή θα μπορούσε να είναι "τώρα". Ο δρόμος αυτός έχει στάσεις από πολλά ''τώρα", αλλά κανείς δεν σκέφτηκε πως χωρίς να ανοίξει ο δρόμος ή να φύγει κανείς από αυτόν θα μπορούσε να φτιάξει αυτό το "τώρα" που αρμόζει στον δρόμο που διαβαίνει χωρίς να περιμένει όλα τα άλλα, τα αδιάφορα, τα αλλότρια, που είναι σαν αντικατοπτρισμοί ενός άγνωστου μέλλοντος και ενός αδιευκρίνιστου παρελθόντος. 
Μπορεί το παρελθόν και το μέλλον να ενωθούν χωρίς να ορθώνεις έστω το ομοίωμα μιάς εξουσίας; Αλλά τι ομοίωμα είναι αυτό αν δεν είναι άμεσα μετατρέψιμο σε απόλυτη πραγματικότητα; Στον στενό αυτό δρόμο υπάρχουν πολλές παγίδες. Και ό,τι και να κάνεις δεν μπορείς να τις προβλέψεις. Εξτρεμισμός, λεγκαλισμός. Ποιός ξέρει ποιός έχει πέσει μέσα στην δική του παγίδα;
Ποιός ξέρει σίγουρα την αληθινή ιστορία αυτών που είπαν κάποιοι πως παγιδεύτηκαν στην δική τους παγίδα. Θα σας πω ένα πράγμα. Σε στενό δρόμο είμαστε, και μάλιστα με το στανιό. Αλλά έχουμε πεισμώσει. Και πιστεύω μόνο αυτούς που κάνουν αυτό τον στενό δρόμο ακόμα στενότερο. Αυτούς που τον ορίζουν όλο και πιό στενά, σε ένα σημείο.








Ι.Τζανάκος  

Τετάρτη, 8 Ιανουαρίου 2014

Εργατική ξένωση..




Το κίνημα που τελευταίο έθεσε με εναργέστερο τρόπο το ζήτημα της εργατικής ξένωσης προς την ολότητα της σύγχρονης καπιταλιστικής παραγωγικής διεργασίας, η ιταλική "εργατική αυτονομία", ήταν και αυτό που από την αρχή του μέχρι την παρακμή του βυθίστηκε στην χειρότερη εργατίστικη (ψευδο-)διαλεκτική των "παραγωγικών δυνάμεων". 
Θα χρειάζονταν μια ολόκληρη επισταμένη μελέτη για να δει κανείς εκείνα τα στοιχεία στην διαλεκτική αυτή που συνέδεσαν την επαναστατική προοπτική με την βουλησιαρχική αισιοδοξία που "απορρέει" από την υποτιθέμενη "ενδογενή" ποιοτική δυναμική των "παραγωγικών δυνάμεων" (της άμεσης εργασίας)(υποτιθέμενη προλεταριακή αυτοαξιοποίηση ως το ισοδύναμο αντίθετο της καπιταλιστικής αυτοαξιοποίησης). 
Το λάθος ήταν απλά επανάληψη της γνωστής αδυναμίας να εννοηθεί η παραγωγική διεργασία στην ολική της μορφή και στο πλαίσιο ακριβώς αυτό που η "αυτονομία" κλήθηκε να προσφέρει την δική της προλεταριακή συνεισφορά. Η θέση του προλεταριάτου, αλλά και ευρύτερα των φτωχών, στην νέωτερη καπιταλιστική διεργασία της παραγωγής προκαλείται και δημιουργείται ως ένα είδος τοπο-θέτησης εντός μιας εκμηδενιστικής ξένωσης  που είναι αδύνατον να αναιρεθεί χωρίς να διαταραχθεί το σύνολο της παραγωγικής διεργασίας όπως μάλιστα περιλαμβάνει και το "εποικοδόμημα" ως μέρος της. 
Η πραγματική εικόνα του Ιστορικού υλισμού στρεβλώνεται αν δεν υπάρχει συνεχής επίγνωση αυτής της εκμηδενιστικής ξένωσης, ακόμα κι αν είναι -όπως είναι θεμιτό- επιθυμητή και προκλητή μια αντιθετική πλήρωση αυτής ακόμα και στο πλαίσιο της αστικής κοινωνίας (και παραγωγής).
Ο Ιστορικός υλισμός ως η αυτόνομη θεωρία και μνήμη των λαϊκών τάξεων δεν μπορεί να σταθεί όρθιος αν δεν περιέχει εντός του την εικόνα αυτής της ξένωσης, εκκινώντας από το ιστορικό αστικό παρόν εξακτινούμενος τόσο στο λαϊκό παρελθόν όσο και στο αταξικό μέλλον. Πέρα όμως από αυτή την δι-ιστορική λειτουργία του ριζικού περιεχομένου του Ιστορικού υλισμού το πολιτικό αποτέλεσμα της πρακτικής λειτουργίας τού ριζικού περιεχομένου αυτού εμφαίνεται στην θεωρητικο-πρακτική διαλεκτική του κόμματος και της πολιτικής πρωτοπορείας. Η "ιστορικιστική" και ταυτόχρονα ''αντι-ιστορικιστική'' σύσταση τού Ιστορικού υλισμού, ο συγκερασμός της εμμενούς και της υπερβασιακής του πτυχής, συν-συγκροτείται στο σταυροδρόμι που συναντιέται η εργατική-λαϊκή ξένωση μέσα στον αστικό και προ-αστικό χρόνο με την ανάγκη πολιτικής και πολεμικής απάντησης σε αυτή την κατάσταση. Η απάντηση του λαού στην απόλυτη ξένωση που του επιβάλλεται, "διαχρονικά'' και στο κάθε παρόν, δεν είναι ούτε μια προδρομική υπέρβασή της (της ξένωσης) ούτε μια προσαρμογή σε υποτιθέμενες δυνάμεις αυτο-δημιουργίας/αυτο-παραγωγής (πράγματα που μπορεί να "ταυτίζονται"), αλλά είναι πολιτική ταξικού πολέμου και πόλεμος ταξικής πολιτικής. Η συνολική εποπτεία, έννοια, και πράξη του εξαφανισμένου και εκμηδενισμένου ολικού στοιχείου της παραγωγικής ολότητας είναι μια καθαρή μετάβαση μέσα στην και πάνω από..,πάνω από και μέσα στην πολιτική δομή της παραγωγής.
Ας είναι κατανοητό αυτό έστω ως ανάγκη. Δεν είναι ανάγκη αλλά σημείο προνομιακής εικόνας όλης της προγενέστερης ιστορίας, αλλά μπορεί τις περισσότερες φορές να εννοηθεί ως "ανάγκη" για να μην θεωρηθεί η πολιτική ως "αυτόνομο" στοιχείο.


Πολύ συμπυκνωμένα και επιγραμματικά..
Θα ακολουθήσουν έννοιες εικόνες..



Ι.Τζανάκος