Δευτέρα, 31 Μαρτίου 2014

Τελειώνει..




Όπως σας έχω πει
ο χρόνος σας τελειώνει..
Ο δικός μου τέλειωσε ήδη
σε έναν κόσμο 
που'σεις είπατε
πως δεν υπήρξε ποτέ..
Κι'είχατε δίκιο..

Γιατί δεν υπήρξε ποτέ το φως,
αλλά θα υπάρξει όταν σαπίσουν όλες οι θάλασσες
έτσι δε λέτε;
Γιατί δεν υπήρξε ποτέ το φως,
αλλά θα υπάρξει όταν φτάσει το μαχαίρι στο κόκκαλο
έτσι δε λέτε;

Όπως σας έχω πει
ο χρόνος σας τελειώνει..
Ο δικός μου μόλις άρχισε
σε έναν κόσμο  
που σεις είπατε
πως δεν υπήρξε ποτέ..
Κι΄είχατε δίκιο..












Ι.Τζανάκος

Το τέλος..




Ο χρόνος που χρειάζεται για να αντιληφθεί κανείς πως ένας χρόνος τελειώνει είναι συνήθως στο σημείο όρασης του τέλους. Η κατάσταση της νεότητας έχει να κάνει με την απάρνηση αυτής της όρασης και την συνύφανση αυτής της απάρνησης με την ισχυρή βιολογική ορμή της πραγματικής νεότητας, πράγμα που σημαίνει, αν κανείς ακολουθήσει αυτή την ακολουθία της σκέψης με συνέπεια, πως η δυνατότητα της όρασης του τέλους προϋπάρχει της απάρνησής της. 
Η απάρνηση του τέλους συμβαίνει ήδη στην αρχή της ζωής, και είναι ένας όρος ψυχικής επιβίωσης ίσως και αναγκαίας ανοησίας, αλλά περιέχει ως μια τυπική στιγμή της καταστροφής της υποκειμενικής αλήθειας ένα πρότυπο "κοινωνικής" ορμής και γενικευμένης ανοησίας. 
Η αντίθετη ορμή, αυτή που περιέχει μέσα της την εικόνα της αρνητικής ολότητας της ζωής, παράγεται στη πραγματικότητα ως ένα διαλεκτικό ομοίωμα (αυτού του προτύπου) που συνυφαίνεται με ακόμα πιό ισχυρές επιδιώξεις "ζωής" και "θετικότητας". 
Η σκέψη καλείται στην στιγμή της να αποδιώξει κάθε ορμή (και κάθε υποκειμενική προθεσιακότητα) επιβίωσης, αν υπάρχει έστω ένα ίχνος ικανότητας να αντανακλασθεί η πραγματικότητα ως έχει και όχι ως ένα απροσδιόριστο "κάτι" που υπάρχει για να υπηρετεί την αυταπάτη της αιώνιας ζωής, ακόμη κι αν αυτή είναι αναγκαία ή αναπόφευκτη μορφή απάρνησης της οντολογικής αλήθειας του κόσμου. 
Θα μπορούσε όμως κανείς να ρωτήσει, γιατί αυτή η οντολογική αλήθεια προσδιορίζεται ως "τέλος", και γιατί είναι αναγκαίο να ορίζεται έτσι για να είναι η σκέψη ανεξάρτητη από τους κοινωνικο-βιολογικούς προσδιορισμούς και όχι το αντίθετο, να σημαίνει δηλαδή ένα είδος κύκλου που σημαίνει μια "νέα αρχή" κ.λ.π .
Η αποδοχή του τέλους ως οντολογικής αλήθειας του κόσμου δεν σημαίνει την αποδοχή του θανάτου, ή μιας οριακότητας που προσδιορίζει τα πάντα ως μέρη του θανάτου, ούτε είναι το αντίθετο της βιταλιστικής ή επικούρειας ανοησίας, αλλά πάνω από όλα σημαίνει την δια του Λόγου και της δικής του θερμότητας (η θερμότητα του πάγου, η φωτιά του πάγου) άρνηση ένταξης στην σκέψη εκείνων των εμβιωτικών αυτοκατοπτρίσεων που υποστηρίζουν την οχλαγωγία της ζωής που δεν θέλει ούτε επιθυμεί ούτε γνωρίζει το όριό της, το τέλος της, εντός της ίδιας της ζωής της, πριν ακόμη τεθεί το θέμα του θανάτου.
Σε αυτό το πλαίσιο είναι πραγματικά απαράδεκτη κάθε αναβίωση της "βιο-σοφίας'' και του (θεωρητικού) "πλουραλισμού" της "ζωής", αλλά και κάθε θανατολαγνικό (βιταλιστικό ή μη-) υπαρξιστικό ρεύμα, και κάθε προσπάθεια να υπερκεραστεί η γνώση της κριτικής που προκύπτει από την γνωσιολογική κριτική της "γνώσης", όποια μορφή κι αν λαμβάνει αυτή η ''γνώση" -εντός ή πέραν των ορίων του πεπερασμένου, ή μέσω του απείρου (ή της αλήθειας).















Ι.Τζανάκος

Κυριακή, 30 Μαρτίου 2014

Πρελούδιο αυτο-αντίφασης...



Σήμερα θα μιλήσω με έναν τρόπο που δεν με αφορά, θα κάνω τον διάβολο στον εαυτό μου, και θα ισχυριστώ πράγματα με τα οποία δεν συμφωνώ.



Η ζωή που κατηφορίζει στη φθορά έχει παραδίπλα της πάντα μιά μπάντα που παίζει παράφωνα σπουδαία τραγούδια. Η φθαρμένη μορφή δεν έχει πολλά δικαιώματα έτσι κι αλλιώς και ρέπει στην φθορά ακόμη περισσότερο με την συνοδεία των φιλάνθρωπων βλεμμάτων της παραφωνίας.
Αλλά ακόμα και τότε η καρδιά πάλλεται από το αιώνιο αν το θελήσει, και το αιώνιο είναι μόνο τότε εμφανές όταν παραγκωνίζει την επιθυμία της αιωνιότητας-αλήθειας και της αθανασίας-αλήθειας και την αιώνια παραφωνία της μεταφυσικής τους για επιθυμηθεί η γνώση πέραν των μεγάλων αποφάσεων και των υπέρτατων αξιών που κατανέμει η αλήθεια, μη κατανέμοντας λένε. Θνητός αθάνατος είναι τότε, την ώρα που η φθορά εμφανίζεται ως κυρίαρχος παίχτης, αυτός που γυρνάει και ακουμπάει πάντα στο αγκωνάρι της αμφιβολίας και σπέρνει το ζιζάνιο της γνώσης στην γόνιμη μήτρα της ύλης,  και σαν ένας αλήτης τής λεπτομέρειάς της προσδοκά να του ανοίξει το παράθυρο για μια σύντομη νύχτα χωρίς κανένα αιώνιο μέλλον παρεκτός ίσως μια ασήμαντη παραπομπή στον εκνευριστικά σχολαστικό κήπο της εγκυκλοπαίδειας. 
Αγαπώ την βοτανολογία, την εντομολογία, την γεωμετρία, την άλγεβρα και κάνω σπονδές στην τυρβώδη ροή. Αυτός ο υλισμός είναι στο όριο μεταξύ της γνώσης και της αλήθειας, αλλά είναι σαφές νομίζω πως παραμένει μέσα στο κάστρο της γνώσης, σημαίνοντας πέρα από τις κατακτητικές προθέσεις της συνείδησης την άσβεστη φλόγα της σοφιστικής ουσίας της επιστήμης. Θα ισχυριζόμουν ανενδοίαστα πως η φλόγα αυτή είναι μια γεροντική αρετή, και πως αντίθετα από ότι λέγεται η ορμή της αλήθειας και του απόλυτου ταιριάζουν σε νέους ανθρώπους. Γιατί άραγε δεν είναι δυνατή η ένωση της αλήθειας με αυτόν τον σχολαστικό κήπο; 
Και άραγε τα ζιζάνια που σκορπίζει η γνώση στα ιερά και σεπτά δώματα της αλήθειας είναι τόσο βλαπτικά για την ιδιαίτερη υπόστασή της; 
Θα ήταν εύκολο να υποθέσει κανείς πως η επαγγελματική θέση ή η ιδιοσυγκρασιακή "επιλογή" της επιστήμης βρίσκεται σε έναν άλλο τόπο, κάπως υποδεέστερο του τόπου της αλήθειας και αυτό δεν θα μπορούσε να υπερβληθεί με την γνωστή (εκ μέρους της γνωσιολογίας) μομφή προς τον απολυτοκρατισμό και την μεταφυσική της κατεξοχήν δραστηριότητας αληθείας που είναι η φιλοσοφία. Αλλά εδώ μιλάμε για την φθορά, μιλάμε για την αξιοπρέπεια της σωματικής οντότητας, άρα μιλάμε για τον αγώνα ενός ατόμου με την παραφωνία της καθοδικής πορείας του προς την αλήθεια του ορίου υπό τα εμβατήρια της αλήθειας και των αξιώσεών της, και η αλήθεια που σχηματίζει τότε, όταν αμφιβάλλει για την αιωνιότητα-αλήθεια, δεν είναι αλήθεια με την μεταφυσική αλλά μόνον με την επιστημονική έννοια. Τώρα θα μπορούσε κανείς να σταματήσει εδώ, και ίσως δεν θα υπήρχε κανένας λόγος να συνεχίσει ο διάλογος των κωφών, των τυφλών, για να διαχωρίσουν τις ενοχές και τις δόξες των ήλιων τους. Αλλά δεν υπάρχει λόγος να υποχωρήσει κανείς όσο διεκδικεί την γνώση. Οι προθέσεις του είναι όντως κατακτητικές, η οριακότητα που υπερασπίζει σημαίνει την επιθυμία ενσωμάτωσης του απόλυτου μέσα σε εκείνο το όριο που θα είναι η νέα οριακότητα. Η "φανταστική" πολεμική της γνώσης και της αλήθειας αποκτά λοιπόν πάντα ένα ενδιαφέρον περιεχόμενο, για να μην πω μάλιστα πολιτικό, εφόσον ο σχολαστικός εντομολόγος και βοτανολόγος μπορεί στην διαρκή συνέλευση των ανθρώπων (που είναι ανήκοντες σε τάξεις που παλεύουν κ.ο.κ) να αξιώσει ξαφνικά το δικαίωμα της αλήθειας με τον τρόπο της κατάεδικής του επιστήμης. Και τότε ίσως να δούμε την συνέλευση να προγκά αυτό τον σπασίκλα, να τον χλευάζει, να θέλει να τον εξορίσει ξανά στο ταπεινό του εργαστήριο όπου η συνέλευση θα απαιτήσει υπακοή, υποταγή και καλό θάνατο, αφού εξάλλου και αυτός τον θάνατο θέλει να νικήσει με τα όπλα του τα νεκρά, τον θάνατο -λένε- λατρεύει με την εμμονή του στά όρια, τις μεθόδους, τα εργαλεία, και όλα τα συμπράγκαλα. Και ως εκ του ασφαλούς -λένε- αυτός θα συνεχίσει να δουλεύει πάνω στο ανατομικό τραπέζι, τέμνοντας, και ενώνοντας άτεχνα, μέλη και όργανα, ενώ η ζωή του καθόλου εκ του ασφαλούς μπορεί να αναλωθεί στο τάδε η δείνα ασήμαντο -λένε- θέμα, στην τάδε ή δείνα ασήμαντη λεπτομέρεια μιας ελάχιστης δομής.
Τι εννοούν άραγε όσοι μιλάνε για αλήθεια πέραν των ορίων, και μάλιστα όταν αυτή δεν περικλείεται στο σώμα μιας περίληψης των ιδιαίτερων όντων, των ατόμων, των μικρών δομών, των θανάτων και των ζωών ξεχωριστών στοιχείων και ελάχιστων πτυχών; 
Πως φαντάζονται αυτή την τελετή στρέψης της σεπτής ουσίας τους στον ήλιο, που αφορά -λένε- όλο το σώμα αν δεν συμμετέχουν σε αυτήν όλοι οι άσημοι μοχλοί που το απαρτίζουν;






Ι.Τζανάκος  

Σάββατο, 29 Μαρτίου 2014

Η ερεβώδης σταθερότητα της ατομικής αστικής συνείδησης..




Η ύπαρξη μιας εξωτερικής προς την συνείδηση αντιφατικής πραγματικότητας μπορεί να αντιμετωπιστεί με πολλούς τρόπους. 
Στην προηγούμενη ανάλυσή μας αναφερθήκαμε σε έναν ειδικό τύπο αντιμετώπισης που σχετίζεται με μια προϋπάρχουσα επιθυμία ή απόφαση ταύτισης με αυτή την αντιφατική πραγματικότητα. 
Όπως ξεκαθαρίσαμε αυτή η επιθυμία και η απόφαση που την αποκρυσταλλώνει δεν είναι η ίδια προερχόμενη από τον "εαυτό" της αλλά εκφράζει την πολύπλοκη επίδραση και την καθοριστικότητα αντικειμενικών αναγκαιοτήτων και κοινωνικών (πολιτικών και ιδεολογικών) μηχανισμών. 
Αυτές οι γενικές παρατηρήσεις δεν αρκούν για να μιλήσουμε ολοκληρωμένα για την αντικειμενική θεμελίωση ενός ειδικού τύπου επιθυμίας-απόφασης αλλά για να ορίσουμε περιοριστικά το αντικείμενό μας, που είναι η μελέτη αυτής της επιθυμίας-απόφασης και των σκεπτικών της αποκρυσταλλώσεων, και να κρατήσουμε τις δέουσες επιφυλάξεις απέναντι και στην ίδια την εξέλιξη της άμεσης φαινομενολογικής έρευνας.
Η σκέψη έχει θεμελίωση και θεμελιωμένο
Όπως είπαμε, στην περίπτωση του ειδικού τύπου της προσαρμογής της σκέψης στο "αντιφατικό υπαρκτό" υπάρχει μια ασταθής στερεοποίησή της και μια εύθραυστη ενότητα που περιέχει εσωτερικές αντιφάσεις σε όλο το πεδίο έκφρασης και υποστασιοποίησης της ενότητας αυτής. 
Αντίφαση της θεμελίωσης και του θεμελιωμένου (1), αυτο-αντίφαση της θεμελίωσης και αυτο-αντίφαση του θεμελιωμένου (2), ταυτόχρονη γένεση και λειτουργία της καθολικής αντίφασης και της αυτο-αντίφασης των μερών που την συναπαρτίζουν ( 1 και 2, ή 2 και 1).
Το ερώτημα είναι, γιατί συμβαίνει αυτό;
Αν προσπαθούσαμε να απαντήσουμε στο ερώτημα αυτό δια των όρων του ερωτήματος θα υποκύπταμε σε έναν φιλοσοφικό μυστικισμό, που βέβαια δεν μας ενοχλεί γενικά, όπως ενοχλεί διάφορους φίλους που είναι ταγμένοι στον αγώνα για την επικράτηση της Λογικής σε κάθε εμφάνιση της πραγματικότητας, αλλά θεωρούμε πως είναι άγονος σε σχέση με την θέση και την λύση τέτοιων ερωτημάτων.
Το μόνο που θα μπορούμε να κάνουμε είναι να θέσουμε ένα ερευνητικό-φαινομενολογικό ερώτημα: 
Μήπως αυτή η γενικευμένη αντιφατικότητα που παρουσιάζεται σε αυτό τον ειδικό τύπο συνείδησης-σκέψης προέρχεται από την γενίκευση της αντιφατικότητας όπως αυτή περιέχεται στο αστικό-καπιταλιστικό σύστημα κοινωνικής οργάνωσης;
Πριν ακόμα σπεύσει κάποιος να ρωτήσει αν σε αυτή την αντιφατική πραγματικότητα συμπεριλαμβάνουμε αυτό τον ίδιο τον τύπο συνείδησης-σκέψης (επιθυμίας-απόφασης) που αναλύουμε θα απαντήσουμε πως όχι. 
Θεωρούμε πως σε ένα πρώτο επίπεδο αφαίρεσης πρέπει η συνείδηση να εξετάζεται ως αντανάκλαση της εξωτερικής προς αυτήν πραγματικότητας, και μάλιστα πριν ακόμα τεθεί το σημαντικό διαλεκτικό ζήτημα της αντενέργειάς της προς αυτή την εξωτερική πραγματικότητά της.
Θα ήταν λοιπόν χρήσιμο να θέσουμε το προηγούμενο ερώτημα με έναν ακόμα πιο εξειδικευμένο τρόπο: 
Η ύπαρξη μιας εύθραυστης και αυτο-αντιφατικής ατομικής συνείδησης εφόσον αποτελεί έναν γενικό κανόνα της αστικής-καπιταλιστικής κοινωνίας δεν σημαίνει άραγε πως αυτή η μορφή κοινωνίας είναι καθοριστικά παραγωγική προς μια τέτοια μορφή συνείδησης;
Ας προσέξουμε όχι μόνον την πιθανή συνεισφορά αυτού του ερωτήματος για την ερμηνεία και ανάλυση της ίδιας της "εύθραυστης" συνείδησης αλλά και την πιθανή συνεισφορά του στον προσδιορισμό της αστικής πραγματικότητας ως αντικειμενικής πραγματικότητας "παραγωγής εύθραυστων συνειδήσεων".
Ας ορίσουμε όμως κάπως περιγραφικά τι εννοούμε.
Ο αστισμός παράγει αντιφατικές συνειδήσεις, αυτή η αντιφατικότητα δεν είναι απόλυτη, με την ψυχο-νοητική έννοια του όρου, ούτε αποκλείει την στερεοποίηση των συνειδησιακών μορφών, αλλά αντίθετα τις παράγει ως διαρκώς δυνητικά ερεβώδεις πλήν σταθεροποιημένες μορφές, από τις οποίες πηγάζουν αισθητικές μορφές υψηλής περιεκτικότητας αλλά και τέρατα αντιδραστικής προσαρμογής σε "πολεμικές" συνθήκες ζωής..










Ι.Τζανάκος

Μια μορφή σκεπτικής ενότητας..




Όταν η δυνατότητα ενοποίησης της σκέψης πραγματοποιείται, και το σκεπτόμενο υποκείμενο καθορίζει την ολότητα της σκέψης του από την εύθραυστη κατηγορική και ψυχική ενότητα που σχηματίστηκε, δεν παρατηρούμε μόνον την δογματικότητα και το πάθος του υποκειμένου να υπάγει τα πάντα σε αυτή την ενότητα αλλά και διάφορα παραγωγικά αποτελέσματα. 
Όποιος έχει κάνει τους "λογαριασμούς" του σε αυτό το επίπεδο προκόβει περισσότερο από όποιον ταλαντεύεται σε διαρκείς αναρωτήσεις, μεταβιβάζει την αλήθεια του στην αντιφατική πραγματικότητα της ζωής και επιβεβαιώνει διαρκώς την ισχύ της ενιαίας μορφής της σκέψης του, αλλά αυτό συμβαίνει με διάφορους τρόπους.
Εδώ τώρα θα εξετάσουμε εκείνη την μορφή σκεπτικής ενότητας που στηρίζεται στην γενική αποδοχή μιας υφιστάμενης αντιφατικής πραγματικότητας και την ταυτότητα του σκεπτικού υποκειμένου με αυτήν:
Αν η ενωτική σκέψη του υποκειμένου βρίσκεται σε ταυτότητα προς την αντιφατική πραγματικότητα που βρίσκεται "έξω" από την συνείδησή του περιέχει μεγαλύτερο βαθμό αντιφάσεων και μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα πως αυτού του είδους η "σκεπτική ενότητα" συγκροτείται ως μια ισορροπία αντιφατικών δομικών (συγκροτητικών) στοιχείων. 
Το θεμέλιο και το θεμελιωμένο αυτής της σκέψης είναι σε διαρκή αντίφαση, αλλά και κάθε δομή και του θεμελίου και του θεμελιωμένου βρίσκεται σε διαρκή αυτο-αντίφαση
Όμως εδώ θα φτάναμε στο μισό της ανάλυσής μας αν δεν βλέπαμε πως η διαρκής αντίφαση ανάμεσα στο θεμέλιο και το θεμελιωμένο παράγεται σε άρρηκτη συνάφεια με την διάρκεια της αυτο-αντίφασης μέσα στον κάθε πόλο του ζεύγους "θεμέλιο-θεμελιωμένο". 
Η αυτο-αντίφαση των πόλων (ο κάθε πόλος ως αυτο-αντίφαση) παράγεται διαρκώς ως αποτέλεσμα της αντίφασης μεταξύ τους, την ίδια ακριβώς στιγμή που η αντίφαση μεταξύ των πόλων παράγεται διαρκώς ως αποτέλεσμα της αυτο-αντίφασής τους (του κάθε πόλου ως αυτο-αντίφαση) [Αυτή η πρόταση επιβάλλεται να διαβάζεται και αντίστροφα, παρ'όλο που αυτό φαίνεται ως αυτονόητο]. 
Είναι νομίζω αρκετά δύσκολο να εξετάσει κανείς την δομική συγχρονία των δύο αυτών πτυχών της σειράς που εμφανίσαμε. 
Συνήθως κανείς, αναλύοντας κανείς τέτοια αυτο-αντιφατικά συστήματα σκέψης και δράσης, στέκεται αποκλειστικά στην μορφή της αντίφασης ως αντίφασης θεμελίου-θεμελιωμένου όπου η αυτο-αντιφατικότητα του κάθε πόλου αυτής της αντίφασης παρουσιάζεται ως αποτέλεσμα της οντολογικά προηγούμενης αντίφασης θεμελίου-θεμελιωμένου. 
Σε αυτή την περίπτωση όμως κανείς δεν μπορεί να εξηγήσει πως θεμελιώθηκε αυτή η ίδια η "γενική" αντίφαση. Από την άλλη, ακόμη κι αν κανείς δεχτεί την συγχρονική δόμηση της αντίφασης θεμελίου-θεμελιωμένου με την αυτο-αντίφαση κάθε ενός από τους πόλους του διαλεκτικού ζεύγους "θεμέλιο-θεμελιωμένο" δεν σημαίνει πως βρήκε την φιλοσοφική λίθο ανάλυσης αυτής της διαλεκτικής κίνησης. 
Στην πραγματικότητα το εκρεμμές ερώτημα "πόθεν το όλον αυτό;" μπορεί να παρουσιαστεί ορθά ως ερώτημα με την αποδοχή της δομικής συγχρονίας που αναφέραμε, χωρίς η ορθή αυτή τοποθέτησή του να αποτελεί από μόνη της και την απάντησή του. Παραμένουμε εδώ.
Περισσότερες πτυχές του θέματος στην επόμενη ανάλυσή μας..




 
Ι.Τζανάκος 

Παρασκευή, 28 Μαρτίου 2014

Κατηγορικές δυνατότητες και περιορισμοί..




Η ενότητα των κατηγορικών προσδιορισμών εντός του κατηγορούντος υποκειμένου μπορεί να αμφισβητηθεί στην βάση της πολλαπλότητάς τους και της "ελεύθερης" αντιφατικότητάς τους, ακόμη κι'αν είναι δυνατόν να παρατεθούν σε μια ενότητα-σειρά αν και σε διαρκή αναφορά προς ένα εξίσου πολλαπλο-ειδές και αντιφατικό αντικείμενο. 
Δηλαδή, ακόμη κι'αν υπάρχει η δυνατότητα να στερεοποιηθεί η ενότητα των κατηγορικών προσδιορισμών (που ευρίσκονται εντός του υποκειμένου ως μια διαρκής λειτουργία κατηγόρησης του αντικειμένου) σε σχέση με την αναφορικότητά τους προς "αυτό" το αντιφατικό αντικείμενο, κλονίζεται όσον αφορά την ίδια της την συνοχή και την ουσιαστική της υπόσταση.
Αυτό ακριβώς ωστόσο δεν οδηγεί γενικά το υποκείμενο σε ένα σκεπτικό ή ψυχικό χάος ή σε μια διαρκή αυτο-αντίφαση αλλά το οδηγεί σε μια σειρά αποφάσεων που επιβάλλονται από τις ανάγκες της "ημερήσιας ζωής", όπως αυτές όμως διαμεσολαβούνται από διάφορους αντικειμενικούς παράγοντες που δεν είναι ξένοι σε ευρύτερες μορφοποιήσεις τους από διάφορους ιδεολογικούς και πολιτικούς κοινωνικούς μηχανισμούς
Αυτές οι αποφάσεις αφορούν την εσωτερική συγκρότηση κάποιων θεμελιακών αξιών και ιεραρχήσεων στην σκέψη που λειτουργούν ως ένα γενικό φίλτρο της αντίληψης των γεγονότων και κυρίως αποτελούν πηγή εκφοράς κατηγορικών προσδιορισμών μέσω της αρχικής θεμελίωσης δομών "επιλογής" τους από το γενικό κοίτασμα της κατηγορικής δυνατότητας που είναι λίγο ως πολύ αρκετά διευρυμένο ακόμη και στην εσωτερική δυνατότητα σκέψης ενός ήδη μορφοποιημένου "σκέπτεσθαι"..






Ι.Τζανάκος 

Πέμπτη, 27 Μαρτίου 2014

Το σκαρί της αλήθειας..


                                                   
                                                                 

Η εισβολή της αλήθειας εντός του χάωδους κόσμου της πολλαπλότητας παραμένει ένα εξόχως σημαντικό γεγονός, ακόμα κι αν είναι η αλήθεια που αντιπροσωπεύει την καθολικότητα ή το Εν από την θέση του ενός ανθρώπου. Αυτό είναι κάτι πολύ διαφορετικό από την τετριμμένη έννοια της προσωπικής αλήθειας εφόσον η αλήθεια αυτή που ισχυριζόμαστε πως υφίσταται ως προερχόμενη από την ταυτότητα του Εν-ός με το μοναδικό πρόσωπο, το εν-ικό του προσώπου, δεν είναι οντολογικά διακρινόμενη από την αλήθεια που είναι μαζικό κοινωνικό κτήμα. 
Στην πραγματικότητα δεν υπάρχει καμμία διάκριση, ούτε κάποια δεδομένη ή δυνητική σύγκρουση μεταξύ των δύο μορφών υποστασιοποίησης αυτής της αλήθειας αλλά μιά άλλη παράδοξη δυνητικότητα που έχει να κάνει με την πιθανότητα η μία αλήθεια, η περιεκτική ταυτότητα του κόσμου να περιορίζεται (παροδικά;) σε ένα άτομο ή μια δράκα ατόμων που θαλασσοδέρνεται μέσα σε έναν ωκεανό ακατανοησίας.
Τότε η σημασία της εισβολής της αλήθειας αυτής λαμβάνει πραγματικά μια τραγική μορφή, που δεν έχει να κάνει με την ισχύη των υπερτέρων δυνάμεων, την έκβαση της συγκυριακής ιστορικής μάχης των "ολίγων", αλλά με την βαθιά επίγνωση τής (τετριμμένα εκφρασμένης ως) "μοναχικότητάς'' τους απέναντι σε αυτές τις υπέρτερες δυνάμεις, η οποία όμως είναι στερεωμένη στην αλήθεια, την πίστη, την σιγουριά πως αυτές οι υπέρτερες δυνάμεις είναι οικείες δυνάμεις στο μέλλον.
Όλη αυτή η φουρτουνιασμένη θάλασσα που κινδυνεύει να πνίξει αυτούς τους αγωνιστές και την αλήθεια τους με έναν ιδιότροπο και ασήμαντο τρόπο, και για την ίδια και για αυτούς, είναι η ίδια η θάλασσα που θα φιλοξενήσει το φως που αυτοί ως φωτοδότες θα χύσουν μέσα της. 
Αυτό το μικρό και τρεμάμενο φως που σιγοκαίει κάτω από τεράστια κύματα είναι ο Ήλιος του μέλλοντος.
Αλλά αυτό δεν αλλάζει την κρισιμότητα της μάχης, ούτε δίνει στους μαχητές κάποια παρηγοριά, αφού αυτό που παίζεται σε αυτή την άκρη του απείρου χάους θα είναι αυτό που πάντα θα παίζεται όταν η αλήθεια θα εισβάλει στον κόσμο.
Το σκαρί αυτό που θαλασσοδέρνεται δεν αναζητά μια στεριά, ένα έδαφος, ένα νησί έστω, για να περατωθεί το "ταξίδι" και φιλήσυχοι οι ναύτες να γίνουν βασιλιάδες ή αγρότες. Οι ναύτες είναι καταδικασμένοι να βυθίζονται και να αναδύονται μαζί του μέχρι η θάλασσα να γίνει ένα με το φως, και πάντα ανήσυχη και επικίνδυνη να είναι πια ένας τόπος ανθρώπινης ζωής.
Ζωή μέσα στα νερά. Σταθερότητα και ανήσυχη κίνηση μέσα σε μια ροή που δεν καταστρέφει, δεν βυθίζει τα ανθρώπινα σκαριά, αυτή είναι η ελευθερία της αλήθειας που χύθηκε σαν φως στον κόσμο, όχι απλά για να τον παγώσει ή τον στερεοποιήσει αλλά για να τον κάνει τόπο διαρκούς υποδοχής του Εν-ός, ή για να το πω ξεκάθαρα για να κάνει την ανθρώπινη ζωή μιά ροή που δεν καταστρέφει την ενότητα του ανθρώπου. Αν τώρα επιτευχθεί αυτός ο αρχικά "μοναχικός" σκοπός και στο τέλος η θάλασσα της ζωής βυθίσει αυτό το "μοναχικό" σκαρί στην ειρηνική της αγκαλιά είναι ένα άλλο πράγμα..









Ι.Τζανάκος

Πινελιά..




Πως δημιουργήθηκαν στην ιστορική κοινωνία οι τάξεις των εκμεταλλευτών και κυριάρχων και των εκμεταλλευομένων και κυριαρχούμενων;
Η έννοια της δημιουργίας της κυρίαρχης εκμεταλλευτικής ομάδας σημαίνει την ταυτόχρονη γένεση της εκμετάλλευσης και της κυριαρχίας.
Η αλήθεια βρίσκεται μέσα στην αντιπαράθεση μαρξιστών αναρχικών και πάνω από αυτή την αντιπαράθεση που έληξε παροδικά με την νίκη των μαρξιστών και συνεχίστηκε με την εκδίκηση της ιστορίας που χρησιμοποίησαν εξίσου οι αναρχικοί και οι θεωρητικοί (και ενίοτε πρακτικοί) σύμμαχοί τους στην αστική τάξη, που πότε ανεμίζει τη σημαία της αντι-κυριαρχίας πότε  κυριαρχεί με τον ωμότερο τρόπο, πότε αναπαύεται στην οντολογικά "προστατευμένη" ζώνη της δικής της εσωτερικής ζωής. Αυτή η τελευταία "εσωτερική" ζωή της αστικής τάξης θυμίζει ενίοτε έναν παρηκμασμένο παράδεισο συντελεσμένων οικονομικών και πολιτισμικών μορφοποιήσεων και κάποτε ένα πεδίο ανηλεών οικονομικών, πολιτικών και προσωπικών μαχών.
Στο μεταξύ η ζωή των "μαζών" συνεχίζει απαράλλακτη στις βασικές της παραμέτρους και απομακρυσμένη από τις διάφορες θεωρίες..




Ι.Τζανάκος 

Δευτέρα, 24 Μαρτίου 2014

Ο αναμενόμενος και ο μη αναμενόμενος δίκαιος κόσμος..



Με την απορία θα μείνω τελικά αν έχει κάποια σημασία η αναμονή του δικαίου εντός του ίδιου του αιτούντος την δικαιοσύνη ή αν αυτός που αναμένεται ως το δίκαιο μέσα στο ον δεν αναμένει ο ίδιος τίποτα άλλο από την δική του εμφάνιση στο ον που αναμένεται από το ίδιο το ον.
Αν αυτός που αναμένεται δεν αναμένει τίποτα πως θα συνεχίσει να υπάρχει σε έναν κόσμο αδικίας όντας παρών στο παρόν της; 
Και αν δεν αναμένει τίποτα πως μπορεί να ξέρει πως είναι αυτός που αναμένεται και όχι μια κατάσταση ειρηνικής λήθης;
Η αναμονή της δικαιοσύνης όπως και να ορίζεται δημιουργεί ορίζοντες με την ελπίδα της κατάργησης του ζεύγους "δίκαιο-μη δίκαιο", και δεν υπάρχει καμμία άλλη κατάσταση που να ορίζει την πραγματική ύπαρξή της στον κόσμο από την κατάσταση εκείνη που δεν θα την είχε ανάγκη.
Και αν αυτή η διαλεκτική ορίσει το ίδιο το παρόν καταστρέφει κάθε ορίζοντα αυτάρκειας και σημασίας σε κάθε νόημα δικαίου, ακόμη κι αν αυτό δεν ορίζεται σε κανένα "νομικό" πλαίσιο.
Η αναγγελία της του δικαίου είναι καταρρέουσα μέσα στον αρνητικό της πόλο και η οντότητά της είναι εξαρτημένη από την εκμηδένισή της μέσα στην λυτρωτική πραγμάτωσή της.
Όπως ο κόσμος που θα εξάλειφε κάθε ασχήμια δεν θα ήταν όμορφος γιατί θα ήταν μόνον όμορφος έτσι και ο κόσμος που θα εξάλειφε κάθε αδικία δεν θα ήταν δίκαιος γιατί θα ήταν μόνον δίκαιος.
Αλλά ο κόσμος σκέφτεται αυτό τον κόσμο εντατικά ως όμορφο απαρνούμενος το καθήκον να τον ζήσει ως άσχημο και επιθυμεί αυτό τον κόσμο εντατικά ως δίκαιο απαρνούμενος το καθήκον να τον ζήσει ως άδικο, και αυτές οι συγγενείς απαρνήσεις σημαίνουν ίσως πως μπορεί να απαιτήσει πριν την διαλεκτική προ-κατάργηση των πόλων μέσα στην καθαρή και ψυχρή νόηση την πυρακτωμένη αποδοχή του γεγονότος του αγώνα χωρίς την εγγύηση της τελικής νίκης που θα εγκαθίδρυε την ειρήνη και την ομόνοια ήδη στην μορφή της αναγγελίας τους.












Ι.Τζανάκος

Κυριακή, 23 Μαρτίου 2014

Όροι και προϋποθέσεις ενός ερμητικού Λόγου..




Η ζωή υφίσταται και ακολουθεί τους κανόνες της εμμένειας, όπως αυτή ορίζεται ως διαρκής ενέργεια παραμονής ενός όντος στον εαυτό του.
Μπορεί φυσικά να αμφισβητήσει έναν τέτοιο ορισμό αναφερόμενος στις ειδικές νομοτέλειες ανάδυσης και ανάπτυξης της έμβιας ύλης που παράγουν μια πολύ συγκεκριμένη μορφή του γενικού κανόνα της εμμένειας.
Όμως ακόμη κι έτσι μπορεί κανείς να θεωρήσει την εμμένεια ως τον μορφολογικό-φαινομενολογικό καθορισμό της έμβιας ύλης που έχουμε το φιλοσοφικό δικαίωμα να τον θέσουμε ως πρωταρχικό σε σχέση με τους άλλους υλικούς ή "γενετικούς-υλικούς" όρους της.
Η φιλοσοφία είναι πλέον ένα επικίνδυνο παιχνίδι οντολογικού αυτοκατοπτρισμού της εμβιότητας που χωρίς να αντίκειται στον επιστημονικό υλισμό αναδύει την υποκειμενική δυνατότητα αυτού του οντολογικού αυτοκατοπτρισμού. 
Ακόμα όμως κι αν αυτή η υποκειμενική δυνατότητα δεν εκφραστεί φιλοσοφικά θα υπάρξει πάντα ως ανάγκη που εκπληρούται με την εμφάνισή της. 
Η επιλογή αφορά την μορφή του αυτοκατοπτρισμού και η παραμονή στον επιστημονικό υλισμό με άρνηση της δυνατότητάς του δεν κάνει τίποτα άλλο από την δημιουργία "κενής" θέσης που θα καλυφθεί άμεσα από μια μη έλλογα καθορισμένη μορφή του.
Η υπερβατολογική συγκρότηση της πραγματικότητας είναι μια από τις στιγμές πραγμάτωσης αυτής της αυτοκατοπτριστικής αναγκαιότητας-ανάγκης και αφορά την ακόμα πιο συγκεκριμένη ειδική μορφή της εντός του νεωτερικού ("δυτικού") πολιτισμού.
Ποιοί είναι όμως οι ορίζοντες αυτής της ψυχο-νοητικής πράξης; Ποιές είναι οι δομές που καθορίζουν τις ειδικές μορφές της;
Θα ήταν αδύνατον να καταγράψουμε εδώ όλους τους ορίζοντες που ανοίγονται από την πράξη του αυτοκατοπτρισμού, και μάλιστα να αξιολογήσουμε αυτούς τους ορίζοντες με βάση την τάδε ή δείνα αξιακή ιεράρχησή τους. 
Αυτό δεν σημαίνει πως είναι αδύνατη μια όραση της αντικειμενικής δόμησης τόσο της διεργασίας γένεσης των οριζόντων της αυτοκατόπτρισης όσο και της αξιακής ιεραρχίας που συγκροτείται "μεταξύ" τους, αλλά πως ο στοχασμός περιχαράσσει την αυθυπαρξία τους σε σχέση προς όλες τις δομές της γενικής "υλικότητας" του αντικειμενικού φυσικού κόσμου.
Αυτό που μπορούμε να ιχνογραφήσουμε ίσως αφορά την ασυμμετρία, ή ακόμα και την αντίθεση που υποκρύπτει η αυθυπαρξία της εσωτερικότητας του υποκειμένου σε διαφορά προς την οποιαδήποτε εκφρασμένη δράση του.
Η διαφορά αυτή δεν περιέχεται μόνον στο επίπεδο του γενικού σχηματισμού του ενδιάθετου Λόγου ή της εσωτερικής (μονολογικής) υποστασιοποίησης της γλώσσας αλλά στο επίπεδο της οντολογικής ασυμβατότητας της ύπαρξης απέναντι σε κάθε κόσμο, φυσικό ή ανθρώπινο.
Η ερημία της υποστασιακής ζωής δημιουργεί έναν ριζικό ορίζοντα οντολογικής δυστυχίας που δεν μπορεί να καλύψει κανένας (κοινωνικός) τρόπος οργάνωσης του κόσμου ή των κόσμων, αλλά αυτή η δυστυχία μπορεί να είναι επίσης το λίπασμα για την γονιμοποίηση όλων των άνυδρων κοινωνικών γαιών, εφόσον εντός της ερημίας αυτής δεν αυτο-ορώνται ποτέ οι μοναχικοί περίπατοι της μικροαστικής μελαγχολίας αλλά  σχηματίζονται τα εκρηκτικά υλικά της αντίθεσης προς τον κάθε κόσμο. 
Και η αντίθεση προς κάθε κόσμο, ο ενεργητικός και πάντα απαισιόδοξος μηδενισμός και σκεπτικισμός του οντολογικού σολιψισμού, είναι το καλύτερο εκρηκτικό υλικό ακόμα και μιας έλλογα (ή κοινωνικο-ιστορικά έλλογα) καθορισμένης αντίθεσης πρός έναν συγκεκριμένο κόσμο. 
Απομένει βέβαια να ορίσει κανείς τον "αληθινό" σκεπτικισμό. Εγώ ας πούμε σήμερα έχω αναπτύξει την εμμονή πως δεν μπορεί να υπάρξει ένας οποιοσδήποτε φιλελεύθερος ή "δεξιός" σκεπτικισμός όπως αυτός που αναπτύχθηκε στα όρια της κριτικής του μαρξιστικού "οράματος''.
Αυτοί οι σκεπτικισμοί είναι κάλπικοι, αν μη τι άλλο γιατί θεμελιώνονται στην κυριαρχία του παρόντος που ζούμε, είναι τόσο προβλέψιμα ενταγμένοι στην αστική ιδεολογία που το μόνο που κατορθώνουν είναι να εξευτελίζουν ακόμα και τις δικές της νοητικές-ιστορικές επιτεύξεις.
Ας μην μιλήσουμε άλλο γι'αυτό. Ας παραμείνουμε στο πεδίο αυτής που θεωρούμε πραγματική ερημία του κόσμου. 
Είναι πλέον σχεδόν αόρατη ακόμα και ως ουσιαστική έννοια της δυστυχίας του υποκειμένου αφού έχει μορφοποιηθεί σε στάση, πόζα, τρόπο καθημερινής υπεκφυγής της μοίρας. 
Η αδυνατότητα της εσωτερικής όρασης της ύπαρξης παράγεται σήμερα ακριβώς μέσα στην μαζικοποίηση του Λόγου της ιδιαιτερότητας που σημαίνει ακριβώς τον θάνατο της ιδιαιτερότητας μέσα στην γενική της διακήρυξη. 
Και ο ερμητικός Λόγος που κάποτε φιλοξενούσε την αγωνία και την τρέλλα της ιδιοσωματικής και ιδιοψυχικής πτυχής του όντος παράγεται ούτως ως η διαφημισμένη εξομολόγηση της μικροαστικής ναρκισσιστικής προσωπικότητας. 
Σχεδόν ακαριαία σχηματίζεται η ανάγκη μιας νέας πτύχωσης του ερμητισμού, ο  ερμητικός Λόγος του υποκειμένου αναζητιέται σε όποια εσχατιά έχει παραμείνει εσχατιά, κάτι σαν ξεχασμένος τόπος της αληθινής σιωπής. 
Και αυτός ο ξεχασμένος τόπος που μπορεί η παραμένουσα ακόμα ενεργός αυτοκατόπτριση της ζωής να διεκδικήσει την ερημική πραγματικότητά της δεν μπορεί παρά να έχει τα χαρακτηριστικά μιας εξωτερικότητας προς τον κυρίαρχο κόσμο, αρκεί βέβαια και αυτή η αναζήτηση του τόπου που θα αντιστοιχούσε στα ρήματά της να μην είναι ένα ακόμα σκηνικό του παρηκμασμένου δυτικού εγωϊσμού, αρκεί δηλαδή να μην ξεπέσουμε σε κάποια μορφή εξωτισμού.








Ι.Τζανάκος   
 
  

Ιστορία και δουλική ύπαρξη..



Αν κατορθώνει κάτι ο άνθρωπος τελειώνοντας αιφνίδια είναι να μην περιφέρεται σαν φάντασμα σε έναν κόσμο που είναι θεμελιωμένος στην αδικία και την καταστροφή. 
Η μη-ύπαρξη απολαμβάνει την σιωπή του τίποτα και σημαίνει το όριο της καταστροφής δια της επίτευξής της, χωρίς αυτό να σημαίνει την επίσπευσή της.
Χαρτογραφώντας τον κόσμο μέσα στο διαρκώς δοξολογούμενο παρόν του δεν θα συναντήσεις φαντάσματα και αδιόρατες παρουσίες, παρά τις προσπάθειες των παρόντων -για να μην πω ζώντων- να δούνε κάτι. 
Ας είναι οι ζώντες αφηγητές, δυνατοί αφηγητές. Στο τέλος θα δούνε μόνον τον εαυτό τους και τα προβλήματα του καιρού τους και ίσως, ίσως, ένα ίχνος που δεν είναι όμως λυχνάρι να σε οδηγήσει στο σκοτάδι του συντελεσμένου για να μπορέσεις να το ανασημάνεις, και έτσι κατά πως λένε να το αναστήσεις και να το αποκαταστήσεις αν είναι "κακό", εξευτελιστικό για τον άνθρωπο.
Ίσως μια εντονότερη εντύπωση και θέαση της επικινδυνότητας του παρόντος θα σε οδηγούσε καλύτερα στην αποκατάσταση αυτή, και ένα είδος εγρήγορσης για τη ζωή των οικείων οικείων και ανοίκειων οικείων σου θα σου δώριζε κάποια στιγμή εποπτείας του λάθους των όντων, της ανοησίας τους, της αθλιότητάς τους όπως ήτανε και όπως παρήγαγαν την εξόντωση, τον εξευτελιστικό θάνατο, την αδικία προς τον άνθρωπο. 
Δια μέσω των κοινών συνθηκών οράς το επαχθές συντελεσμένο, οργιζόμενος για την μοίρα που σου επιφυλάσσεται και κάνοντας ίσως μια σπονδή στην μνήμη των άγνωστων συμπασχόντων του παρελθόντος. Αυτή η μνήμη του σκλάβου οδηγεί σε έναν σκληρότερο αγώνα του, τον εξοπλίζει με ένα υπερ-ατομικό και μη-παροντικό παροντικό ταξικό μίσος, αφού λειτουργεί ως επισήμανση της διάρκειας και της δύναμης της καταπίεσης και του αίσχους.
Όμως η ζωή του σκλάβου είναι αναλώσιμη
Ο αγώνας του στιγματίζεται από την κατάρα της ήττας, από την υπόνοια της διαρκούς αποτυχίας, εφόσον ή ίδια η δομική συγκρότηση της δουλικότητας είναι συνυφασμένη με την ήττα και την διαρκή αποτυχία, πράγμα που δεν θεραπεύεται με την αλήθεια της μη-ευθύνης (ή μη-απόλυτης ευθύνης) του σκλάβου για την γέννηση και τον θάνατό του μέσα τους ως νομοτελειακού γεγονότος.
Η άρνησή μου να δεχτώ τελικά τον ιστορικό υλισμό έχει να κάνει με αυτό που θεωρώ ως άρνησή του να δεχτεί την βαρύτητα αυτών των όρων της ύπαρξης του σκλάβου, όχι για να υποκύψει σε μια μοιρολατρία αλλά για να πάψει να ιστορικοποιεί την αναγκαιότητα της σκλάβωσης των σκλάβων και να υποτιμά την σημασία της βαρύτητας του συντελεσμένου
Είναι προφανές πως ο ιστορικός υλισμός έχει δίκιο σε σχεδόν όλες τις γενικές εποπτείες του τού κοινωνικο-ιστορικού γίγνεσθαι, και δεν έχω να προσθέσω πολλά εδώ από την άποψη της γενικότητας, αλλά οι φορείς του θα κατανοούσαν καλύτερα την κρισιμότητα της κατάστασης αν συνειδητοποιούσαν την μη-προοδευτικότητα της ιστορίας, την κυκλικότητά της σε καθοριστικά ζητήματα της ανθρώπινης ύπαρξης, και τον ρόλο τους στο σπάσιμο του κύκλου, τον τετριμμένα λεγόμενο ηθικό τους ρόλο στην αναβίβαση της ύπαρξης και την αποκατάσταση του όντος, χωρίς να καταφεύγουν σε καταφύγια "κοινωνικά" καθορισμένων α-συνεχειών.
Θα μπορούσα να τους κάνω να καταλάβουν αυτή την κρισιμότητα και να τους ταρακουνήσω λιγάκι αν τους μίλαγα για κάτι πιό αγαπημένο τους:
Το μέλλον.
Πόσες φορές αλήθεια θα παρουσιάζεται και θα ξαναπαρουσιάζεται η ευκαιρία να αλλάξει τροχιά η ιστορία;
Άπειρες;
Η ερώτηση αυτή για όποιον κατανόησε το κείμενο αυτό δεν είναι γριφώδης. 






Ι.Τζανάκος   

Οντολογική αποκατάσταση..(2)




Ο ιστορικός κόσμος μπορεί να αναπαρασταθεί και παρουσιαστεί ως συνεχής, και αυτό μπορεί να συμβεί ακόμα κι αν δεν θεωρηθεί ως ενιαίο σώμα αλλά ως μια ροή με χασματώδεις α-συνέχειες.
Γιατί όμως λέμε πως υπάρχει μια τέτοια δυνατότητα αφού οι αναπαραστάσεις και οι παρουσιάσεις του ιστορικού κόσμου πλέον βρίθουν από θεωρητικές παρουσίες της "ροϊκότητας'' και της "α-συνέχειας";
Στο περιθώριο της κοινωνικής ιστοριογραφίας και εν γένει του ιστορικισμού εμφανίζεται η προσωπική ιστορία ως απροσδιόριστη α-συνέχεια του ιστορικού κόσμου, πράγμα που αναδύθηκε κυρίως δια της φιλοσοφίας και της λογοτεχνίας -όταν αναδύθηκε.
Η διακοπή της προσωπικής υπόστασης, αυτό που κοινοτόπως ονομάζουμε θάνατο, εξετάζεται πλέον και από την σκοπιά της ίδιας καθαυτής της προσωπικής υπόστασης και όχι μόνον εντός της γενικής χαρτογραφίας του "ιστορικό-κοινωνικού" καθορισμού που συνεχίζει να αυτο-παράγεται ως έκφραση της γενικής μεταφυσικής των ζώντων, όσο παραμένουν φυσικά ζώντες!
Ο ίδιος όμως ο ιστορικός κόσμος δεν υφίσταται πέραν των προσωπικών υποστασιοποιήσεών του, άρα δεν είναι δυνατόν να εκφραστεί ουσιακά αν δεν τοπολογηθεί και από την σκοπιά της μοίρας της προσωπικής υπόστασης.
Η προσωπική υπόσταση ως όψη περιέχει έναν αρνητικό αυτοκαθορισμό της ιστορικότητας. Υπάρχει ένα είδος συντριβής της όψης αυτής από την πλευρά της γνωσιακής περιεχομενικότητας, ήτοι όχι από την σκοπιά της συνέχειας της μνήμης-ταυτότητας αλλά από την σκοπιά της ενεργούς συνείδησης του υποκειμένου κατά την εξέλιξή της στο "Διαρκές και το Διασαφές του Γίγνεσθαι".
Ένας σκοτωμένος, ηττημένος ή απλά αποβιώσας αγωνιστής της δικαιοσύνης, πριν ακόμα αυτή πραγματωθεί ή μη-πραγματωθεί ή πραγματωθεί μερικά δημιουργεί το σημείο-τομή του ιδανικού της δικαιοσύνης διά και προς την άφατη δυνητικότητά του και αντίθετα προς την επαληθευσιμότητα ή διαψευσιμότητά του στο υπαρκτό του κόσμου. Αυτό μπορεί να νοηθεί ταυτοχρόνως με την καταστροφικότερη ή δημιουργικότερη έννοια, εφόσον η μορφή του αδικαίωτου ή η μορφή του δικαιωμένου καταρρέει στο μη-συμβαίνον. Η αρνητική ιδανικότητα του προσώπου κλίνει ούτως προς την θέση του αδικαίωτου, του άσκοπου, του α-νόητου, εφόσον η υποτιθέμενη συνέχεια του ιστορικού κόσμου δεν έχει ούτε θα έχει ποτέ σημασία για την οπτική του μη-συμβαίνοντος στο προσωπικό υποκείμενο. Αυτό δεν σημαίνεται, όπως ίσως θα ήθελαν να πιστεύουν πολλοί  φίλοι, με την έννοια πως είναι άδικη η παρουσία ενός ορθού όντος σε μια συμβαντικότητα αδικίας -θανατερής μάλιστα, πράγμα που θα μας έκανε αποδέκτες εύλογων επικούρειων ή μαρξικών αντιρρήσεων, αλλά πως είναι α-νόητη και άσκοπη η ίδια η συμβαντικότητα της ζωής όσο είναι ένα επισυμβάν του καταστροφικού και άδικου συμβάντος. Έχει νόημα να καταλάβουμε δηλαδή πως η συσσώρευση καταστροφικής απάνθρωπης συμβαντικότητας κηλιδώνει την ουσία του όντος και αποτελεί παρακαταθήκη ιστορικής επιβάρυνσης του ανθρώπινου βλέμματος, παρεκτός κι αν θεωρούμε πως η ελευθεριακή, ή αταξική ή δημοκρατική ή όπως αλλιώς θέλετε πείτε το, κοινωνία θα είναι ένα φωτεινό μνήμα λήθης του υπάρξαντος αθλίου κόσμου.
Πολύ αισιόδοξους βρίσκω τους φίλους που ορθώνουν πήλινα τείχη έναντι της "οντολογίας του κακού", ή αυτούς που εμπιστεύονται τις δυνάμεις του αεί επερχόμενου νέου και πανάγαθου αταξικού μέλλοντος, και δυστυχώς θα τους στεναχωρήσω από την σκοπιά της επίγνωσης της βαρύτητας του παρελθόντος και αυτού του ίδιου του κακού που το διαπερνάει ως ήδη ενεργό και μη-οριοθετημένο παρόν του εδώ υπάρχοντος κόσμου.
Ακριβώς επειδή ο άνθρωπος, και εννοώ ο κάθε τύπος δημιουργικού ανθρώπου, έχει επιδείξει την ανοητότερη αισιοδοξία έναντι αυτών των ενδο-ιστορικών δυνάμεων της απάλειψης και της απάρνησης της προσωπικής υπόστασης, για αυτό έχω κάθε λόγο να ανησυχώ για την κάθε αισιοδοξιαρχική θρησκευτικότητα είτε αυτή κρύπτεται εντός ιστορικό-υλιστικών εποπτειών είτε αυτή εκδηλώνεται ανοιχτά με την υπεράσπιση των ''λογικών-φωτεινών'' πολιτισμών κ.λ.π
Από την σκοπιά του λεπτολόγου νομιναλισμού της υπόστασης, που είναι από την ζωντανή και όχι νεκροφιλική σκοπιά το "μισό" της ζωής, δεν προσδοκάται λοιπόν καμμία εκ των υστέρων δικαίωση αλλά ένας άλλος χάρτης της ζωής, το δικαίωμα της προσωπικής καταγραφής της αδικίας που υπέστησαν όσοι υπέστησαν την αιώνια ατιμία της εκάστοτε εξουσίας (και αντ-εξουσίας) και έχουν κάθε λόγο να θεωρούν πως θα την υποστούν, όσο επικρατεί η λογική του "ατόμου-μαύρου" σημείου της ολικής ζωής.
Υπό αυτή την έννοια η λατρεία της ζωής και της ιστορικής διαλεκτικής (μαρξισμός), του υποτιθέμενου φωτός ("ελληνο-λάτρες" και αφελείς "διαφωτιστές"), η πρόταξη ''θετικών" προτύπων "ψύχραιμης" σκέψης (νεο-θετικιστές), η κριτική της ''σκοτεινιάς" και της νέκρας του "κόσμου της εξουσίας" (αναρχο-αριστερίστικος ή φασιστικός βιταλισμός) δεν είναι για μένα παρά η πιθανή αναγγελία μαζικών θανάτων.
Με λίγα λόγια για μένα όλοι είναι ύποπτοι εξομωσίας προς τον άνθρωπο, τον συγκεκριμένο άνθρωπο..
Και ας μην παρεξηγούνται εύκολα..










Ι.Τζανάκος   

Σάββατο, 22 Μαρτίου 2014

Οντολογική αποκατάσταση..(1)




Έχει κανείς άραγε σκεφτεί την ουσία του ιστορικού κόσμου από την σκοπιά της διακοπής μιας προσωπικής υπόστασης;
Πολλοί έχουν σκεφτεί τον ιστορικό κόσμο ενόσω η προσωπική υπόσταση είναι παρούσα και ενεργή μέσα στην ζωή, και αναγκαστικά περιέχεται στον ιστορικό κόσμο.
Ο ιστορικός κόσμος παρουσιάζεται έτσι ως ένας συνεχής κόσμος που συναπαρτίζεται από τους ζώντες που με τον ένα ή άλλο τρόπο συμμετέχουν στο δράμα ή την τραγωδία του ιστορικού κόσμου, ακόμη κι αν είναι με την τυπική έννοια κομπάρσοι. Ας δούμε τις οπτικές του ιστορικού κόσμου από την σκοπιά αυτής της συνέχειας.




Συνήθως ως κομπάρσοι του ιστορικού κόσμου παρουσιάζονται όσοι έλαβαν μέρος σε αυτόν από την θέση του εκτελεστικού οργάνου των σχεδίων των κυρίαρχων της έννομης βίας και των αφεντικών της παραγωγής.
Η κριτική της εκμετάλλευσης και αλλοτρίωσης των "ταπεινών" ανθρώπων της (χειρωνακτικής κυρίως) εργασίας στην εκμεταλλευτική-κυριαρχική κοινωνία έχει αναδύσει καίρια την σημασία της ψευδούς φαινομενικότητας της νοηματοδότησης της ζωής αυτών των ανθρώπων ως ασήμαντων
Ο ιστορικός κόσμος της ανθρώπινης ύπαρξης δεν σχηματίσθηκε χωρίς την δουλειά-δουλεία όλων αυτών των "ασήμαντων" ανθρώπων.  
Η κριτική του ταξικού ψεύδους των εκμεταλλευτών που παρουσιάζουν τον ιστορικό κόσμο ως δημιούργημα μόνον του εαυτού τους το κατακρήμνισε με την αποκάλυψη της ψευδούς φαινομενικότητας αυτού του νοήματος του ιστορικού κόσμου ως δημιουργήματος των μη-χειρωνακτικά εργαζόμενων Κυρίων.
Αυτή η αποκαλυπτική εμφάνιση της κεκρυμμένης αλήθειας του κυριαρχικά εμφανιζόμενου ιστορικού κόσμου ήταν πέρα από μιά θεωρία με τις πρακτικές της συνέπειες στο παρόν ένα είδος υπαρκτικής αποκατάστασης των οντολογικά συκοφαντημένων ως ασήμαντων άμεσων παραγωγών. 
Θα ήταν βέβαια λάθος να μην αναγνωρίσουμε πως αυτή η αποκατάσταση των συκοφαντημένων δούλων ήταν έργο όχι μόνον των μαρξιστών και των αναρχικών-ουτοπικών σοσιαλιστών αλλά και της ίδιας της αστικής κοινωνίας που αναβίβασε την ηθική και οντολογική αξία της (χειρωνακτικής) εργασίας σε ένα επίπεδο που δεν είχε μέχρι τότε ποτέ, αν εξαιρέσει κανείς την χριστιανική και ισλαμική επαναξιολόγηση της εργασίας ενάντια στο αριστοκρατικό δουλοκτητικό πρότυπο κυριαρχίας. 
Η αστική κοινωνία αναβίβασε επίσης την ηθική και οντολογική αξία της προσωπικής υπόστασης σε ένα επίπεδο που δεν είχε μέχρι τότε ποτέ, αν εξαιρέσει πάλι κανείς την χριστιανική και ισλαμική επαναξιολόγηση της ξέχωρης προσωπικότητας ενάντια στο αριστοκρατικό δουλοκτητικό πρότυπο κοινοτικής κυριαρχίας.




Μέχρις εδώ μπορούμε να επιλέξουμε "καλώς" ή "κακώς" όποιο πρότυπο μας αφορά, ακόμα και να ανεχτούμε την ρομαντική παράκρουση όσων θέλουν να εξιδανικεύσουν την ωμή κυριαρχική θεώρηση του ιστορικού κόσμου φέρνοντας στο φως της ιστορίας μιαν οπτική που θα ασημαντοποιούσε πάλι την εργασιακή ουσία και την προσωπική υπόσταση της ανθρωπότητας.
Είναι συνηθισμένη η διεργασία ασημαντοποίησης για τον εργαζόμενο άνθρωπο
Πάλι κάποιοι αφέντες θα προτάσσουν την "δημιουργική" τους ουσία, πάλι κάποιοι "εξεγερμένοι" ενάντια στην εργασία θα προτάσσουν την ποταπότητα της εργασίας, όλοι εξέχουσες δημιουργικές προσωπικότητες που υπερβαίνουν την προσωπική αξιοπρέπεια ως γενικό αίτημα βάσει του νέου οράματος αυτοπραγμάτωσης εις βάρος κάποιων άλλων κορόϊδων, συνήθως ποπολάρων.  
Η "κατάργηση της εργασίας" είναι το νέο δουλοκτητικό όραμά τους, ένα αυθεντικό σοσιαλ-φασιστικό και αναρχο-φασιστικό όραμα.
Δεν θα ασχοληθώ με όλους αυτούς, στην προσπάθειά μου να φαντασθώ ένα είδος οντολογικής αποκατάστασης του εργαζόμενου σκλάβου. Αυτό ας το ξεκαθαρίσουμε από τώρα..
Ακολουθεί, στην επόμενη ανάρτηση, μια πρώτη απάντηση στο αρχικό μας ερώτημα, αφού ξεκαθαρίσαμε κάποια βασικά πράγματα..







Ι.Τζανάκος

Πέμπτη, 20 Μαρτίου 2014

Η οικονομική αθλιότητα της κάθε κεντρικής ή δημόσιας αρχής..



'Ισως σας φανεί παράξενη αυτή η ανάρτηση σε σχέση με τις προηγούμενες. Αυτό δεν είναι θέμα συζήτησης ωστόσο, αν δεν σπεύσετε να σκεφτείτε τις συνέπειες της ίδιας της συγκεκριμένης πραγματικότητας που μας περιβάλλει. Οι αναρχισμοί, μαρξισμοί, φιλελευθερισμοί και γενικά αφαιρετισμοί δεν με αφορούν αν δεν απαντούν σε συγκεκριμένα ερωτήματα της συγκεκριμένης πραγματικότητας, έστω με τρέλλα ή απελπισία, πάντως καλύτερα με ευθεία έλλογη αντιμετώπιση.
Μπορείτε να αντιμετωπίσετε την πραγματικότητα-ερώτημα; Εμπρός λοιπόν, απαντήστε!





Η συγκεκριμένη ανικανότητα του οποιουδήποτε κράτους ή δημόσιου τομέα ή κεντρικής δημόσιας αρχής στην οικονομική δραστηριότητα δυστυχώς δεν μετριέται και δεν καταπολεμιέται με καμμία άμεση ποινή που να προέρχεται από την άμεση αντανάκλαση  της συγκεκριμένης αστοχίας της οργάνωσης αυτής (κεντρικής, κρατικής κ.λ.π). Αυτό δεν συμβαίνει επειδή η δυνατότητα των δημόσιων μηχανισμών ελέγχου και πειθάρχησης της οργάνωσης της δημόσιας οικονομικής δραστηριότητας και των αποτελεσμάτων της είναι "τεχνικά" περιορισμένη αλλά γιατί ακόμα και μιά δρακόντεια και σύγχρονη πειθαρχική και ελεγκτική αρχή μέσα στην κεντρική δημόσια αρχή δεν μπορεί να ελέγξει άμεσα τις αστοχίες και να απαντήσει άμεσα σε αυτές κυρίως λόγω της έλλειψης αρνητικού κινήτρου συμφέροντος. Δηλαδή, ακόμα κι αν υπάρχουν πλέον οι τεχνικές δυνατότητες άμεσης εποπτείας και ελέγχου των δημόσιων οικονομικών δραστηριοτήτων και "μετέπειτα" διαταγής-ποινής για την επανόρθωση της βλάβης-αστοχίας, ή ακόμα ακόμα τον κολασμό της αδιαφορίας των επιφορτισμένων "δημόσιων" εργαζόμενων και υπαλλήλων, οι πειθαρχικοί φορείς που είναι εντεταλμένοι με αυτό τον έλεγχο και την ευθύνη του πειθαρχικού κολασμού δεν κινδυνεύουν οι ίδιοι με την άμεση και πρακτική "ποινή" που προκαλείται από την επίπτωση των αποτελεσμάτων της αστοχίας-παράλειψης-αδιαφορίας. 
Υπάρχει φυσικά η νομική και τεχνική δυνατότητα να δημιουργηθεί ένα είδος προκαταβολικής ευθύνης για την μη έγκαιρη πειθάρχηση και έλεγχο των υπαγόμενων διοικητικών και οικονομικών βαθμίδων, άρα (υπάρχει) η δυνατότητα μιας πραγματικής και ολοκληρωμένης (κανονιστικά και τεχνικά) μετακύλισης των ευθυνών της δημόσιας διοίκησης της άμεσης δημόσιας παραγωγικής διαδικασίας σε αυτά τα ανώτερα κλιμάκια. 
Όμως αυτό δεν μπορεί να σμικρύνει το μέγεθος της μη αντανακλαστικότητας της διοικητικής "ποινής" σε εκείνο τον βαθμό που θα μπορούσε να εξομοιωθεί με την "ποινή" και την αντανακλαστικότητα που προκαλείται "από τα πράγματα" σε αυτούς που έχουν την ευθύνη της διοίκησης και της άμεσης εργασίας μιας μη-δημόσιας οικονομικής μονάδας.  
Η μη άμεση επίδραση (ή μη-αντανακλαστικότητα) των αστοχιών της δημόσιας παραγωγικής αρχής αλλά και των δημόσιων παραγωγικών μονάδων στους επιφορτιζόμενους με το έργο τους προκύπτει από την τεράστια απόσταση που υπάρχει αναγκαστικά-δομικά ανάμεσα στους ουσιαστικά επιφορτίζοντες και τους επιφορτιζόμενους του δημόσιου παραγωγικού έργου, αφού ακόμα και αν υποθέσουμε πως οι επιφορτίζοντες είναι μέλη μιας α-ταξικής σοσιαλιστικής κοινωνίας [που έχουν την αξιοπρέπεια και την ανεξαρτησία που έχει υποθετικά ένας ελεύθερος άνθρωπος έναντι ενός παραγωγικού συνεταίρου του (όπως μια σοσιαλιστική παραγωγική δημόσια αρχή)] δεν μπορούν να "αντιμετωπίσουν" την εσωτερική συγκρότηση του δημόσιου παραγωγικού εργαλείου σε ενιαία βάση.
Ο κεντρικός έλεγχος της δημόσιας (παραγωγικής) αρχής μέσα στην συγκρότησή της δεν μπορεί να είναι μιά άμεση δραστηριότητα, όπως λόγου χάριν είναι άμεση η δραστηριότητα ελέγχου ενός κλάδου παραγωγής από έναν άλλο (συνεργαζόμενο) κλάδο της παραγωγής, είτε αυτό συμβαίνει μέσω της αγοράς είτε μέσω της πολιτικής δράσης. 
Η σκαρταδούρα της δημόσιας παραγωγικής αρχής δεν μπορεί να εξεταστεί δυναμικά-μερικά όπως λόγου χάριν το "λάθος" ενός κλάδου που παράγει χάλυβα θα ελεγχθεί άμεσα από τον οικοδομικό κλάδο ("τι είναι αυτά τα σαπάκια που μας δώσατε;"). 
Ο οικονομικός έλεγχος(-πειθάρχηση) περιέχει δύναμη αν γίνεται από άμεσα ελέγχοντες την "φύση-υφή" ενός προϊόντος με σκοπό την άμεση μη-παράλειψη των όποιων αστοχιών ή ελαττωμάτων στην ίδια την παραγωγική διεργασία και το αποτέλεσμά της, όπως γίνεται μόνον μεταξύ κλάδων (εργαζόμενων και διοικητών της παραγωγής, είτε οι τελευταίοι είναι εκμεταλλευτές είτε απλά διευθύνοντες την παραγωγή) που ουσιαστικά συνεργάζονται ως άμεσοι (συν-)παραγωγοί του ίδιου τελικού έργου, όπως οι κλάδοι που προαναφέραμε. 
Το κράτος-δημόσια αρχή δεν έχει κανέναν άμεσο συνεταίρο-κριτή στην παραγωγή πέραν "όλων" γενικά, τρέφεται από μια φρικτή αφαίρεση και τρέφει αυτή την φρικτή αφαίρεση, διαφεύγοντας επιδέξια και βίαια κάθε ελέγχου στο έργο του
Μόνον πολύ μεγάλοι συνεργάτες του δημοσίου όπως δρακόντεια κομμουνιστικά κόμματα, καπιταλιστές ή γενικά μεγάλες συγκεντρώσεις οικονομικής και πολιτικής δύναμης έχουν κατορθώσει να ποδηγετήσουν την αφαιρετική αθλιότητα της δημόσιας αρχής στο παραγωγικό επίπεδο. 
Το δυστύχημα μερικών, όπως οι κομμουνιστές, είναι να πέσουν ''θύμα" δημοσιο-υπαλληλικών ραδιουργιών. Η "αντισταλινική" μεταρρύθμιση στην Σοβ.Ένωση είναι μια τέτοια περίπτωση, όπου μια νευρώδης και τρομαχτική διοίκηση, στην οποία δεν θα ήθελε κανείς τρυφηλός γραφειοκράτης του δημοσίου να υπηρετεί, όταν έχασε το κεντρικό-αυταρχικό της λαϊκό κέντρο μετατράπηκε  γοργά σε έναν δημοσιο-υπαλληλικό βάλτο. Η ενιαία δημόσια ιδιοκτησία βέβαια ήταν το δυνητικό έδαφος μιας τέτοιας εξέλιξης.
Πέρα όμως από τους δομικούς-ιστορικά διαρκείς περιορισμούς μιας δυνατότητας άμεσου ελέγχου ("ποινής") της δημόσιας οικονομικής δραστηριότητας υπάρχει και η γνωστή, ας μου επιτραπεί η έκφραση, παπατζιλίδικη ικανότητα των ανώτερων (αλλά και των κατώτερων) πειθαρχικών κλιμακίων του κάθε δημοσίου να αρνούνται την ευθύνη των αποτελεσμάτων της δικής τους κακοδιοίκησης και ανευθυνότητας, ακόμα και αν η ευθύνη τους έχει περιχαραχθεί στα αυστηρά πλαίσια που προαναφέραμε.
Οι συνέπειες μιας τέτοιας διαρκούς αθλιότητας στην κάθε κεντρική δημόσια διοίκηση είναι γνωστές σε όλα τα χαμηλόβαθμα διοικητικά στελέχη των δημόσιων οργανισμών και στους άμεσους δημόσιους παραγωγούς, αλλά τις τελευταίες δεκαετίες έχει επεκταθεί και στον συνήθως άμεσα αντανακλαστικό ιδιωτικό-καπιταλιστικό τομέα που είχε ως μοναδικό (και όντως πραγματικό) καμάρι του αυτή την άμεση αντανακλαστικότητα και ιδιαίτερα την "ποινική" ("εμείς πληρώνουμε τα λάθη μας'').
Τίποτα, μα τίποτα, μα τίποτα στον κόσμο δεν θα με κάνει να αλλάξω τις προηγούμενες διαπιστώσεις μου, τις οποίες έχω παράξει όχι μόνο με νόηση-μελέτη αλλά και πόνο, και να με κάνει να εμπιστευτώ χωρίς ισχυρές διασφαλίσεις την οποιαδήποτε, μα την οποιαδήποτε κεντρική-κρατική ή δημόσια διοίκηση στην οικονομία, ακόμα κι αν έχω σοβαρούς λόγους να πιστεύω πως το μέλλον της ανθρωπότητας περνάει μέσα από την κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής και τον κεντρικό σχεδιασμό της.
Την αντίφαση αυτή που διαπιστώνετε με όλα αυτά που σας λέω δεν θα την επιλύσουμε με μαγικά μαντζούνια, ούτε με την επίκληση αυτής καθαυτής της κοινωνικοποίησης, ούτε φυσικά με την (αντίθετη) επίκληση της αγοράς ή της άμεσης δημοκρατίας, χωρίς την συγκεκριμένη απάντηση στα συγκεκριμένα ερωτήματα-θέματα που αναφέραμε.
Είμαι πολύ μεγάλος πιά για να καταπίνω παπάντζες...








Ι.Τζανάκος   

Τετάρτη, 19 Μαρτίου 2014

Το στραβό μου άπειρο / από το απαριθμήσιμο στο μη-απαριθμήσιμο της γραφής..




Η στραβή κατανόηση κάθε νέου μαθηματικού παιχνιδιού που πέφτει μέσα στον στραβό εαυτό μου λαμβάνει την μορφή ενός μυστικιστικού ταξικού παραληρήματος καταστροφής.
Έτσι η στραβή κατανόηση της έννοιας των μη απαριθμήσιμων άπειρων συνόλων με οδήγησε σήμερα στο όραμα μιας γραφής που θα αυτοσβήνεται μέσα στον άπειρο εαυτό της χωρίς να μπορεί κανείς να την διασώσει από το σβήσιμό της.
Αυτή η γραφή θα είναι η γραφή της καταστροφής της και έτσι η γραφή της απόλυτης καταστροφής όλων των εσωτερικών απαριθμήσεων του Λόγου της και του Λόγου γενικά.
Αν κάθε μονάδα Λόγου μιας τέτοιας γραφής επιχειρεί από μόνη της την μετάβαση από την αρίθμηση του απείρου των ερμηνειών και των χρήσεών της στην μη αριθμησιμότητα των ερμηνειών της και των χρήσεων της θα έχει επιτύχει την πλήρη καταστροφή του κόσμου που είναι μέσα του, ίσως και του κόσμου όπως και να είναι, και θα σβήνει μέσα στην φωτιά της καταστροφής ήδη από την αναγγελία της στον κόσμο. 
Αν όμως το επιτύχει αυτό στ'αλήθεια πως θα είναι αυτός ο Λόγος αυτής της γραφής;
Πως είναι αυτή η γραφή του κόσμου εφικτή άραγε; 
Μήπως είναι εφικτή με τα σοφίσματα των μετα-μαντρόσκυλων του μετα-ορθού μετά-;
Νομίσανε άραγε κάποιοι πως ένας απλά αυτοκαταστρεφόμενος Λόγος ή μια απλά αυτοκαταστρεφόμενη γραφή θα είναι μη-απαριθμήσιμη;
Αστεία πράγματα..
Η γραφή που θα πήδαγε στην φωτιά της καταστροφής θα γίνονταν πραγματικά μη-απαριθμήσιμη, και θα πήδαγε στην φωτιά της καταστροφής αν κάθε μονάδα της ανήγγειλε την καταστροφή της στην άλλη μονάδα που την ακολουθεί στο κατόπι, και ξανά στην άλλη μονάδα που ακολουθεί την μονάδα που κατέστρεψε την προηγούμενη και επ'άπειρον, ως μια πυρκαγιά που τρέφεται από την καύση του εαυτού της αφού όμως κάποιος έχει πρώτα πυρπολήσει τα μεγάλα ονόματα, τους ακέραιους ή ακόμα αρχεγονότερα τους φυσικούς αριθμούς του Λόγου που αποτελούν τα βαρειά λιθάρια της γραφής και δεν αποτελούν ένα μη απαριθμήσιμο σύνολο.  
Η πράξη της καταστροφής και της αυτοκαταστροφής του Λόγου είναι ένας μεταφυσικός μη-μαθηματικός τρόπος μετάβασης από τα απαριθμήσιμα άπειρα σύνολα της γραφής στα μη-απαριθμήσιμα άπειρα σύνολα της γραφής μέσω μιας πυρκαγιάς των απαριθμήσιμων απείρων συνόλων της  και της απαρίθμησης που αυτή περιέχει ως απαριθμήσιμη σε μια μεγάλη λυτρωτική φωτιά.
Αν ξεκινήσει κανείς από τα λιθάρια των φυσικών αριθμών της γραφής μπορεί να καταλάβει πως στην γραφή του ανθρώπινου Λόγου δεν γίνεται μετάβαση στο μη-απαριθμήσιμο άπειρο χωρίς την έμπυρη παραμονή στο απαριθμήσιμο άπειρο.
Η βεβιασμένη μετάβαση του Λόγου στο Άλλο του έχει την μορφή του παγερού θανάτου της μεταφυσικής στο βαθύ άπειρο της μη-απαριθμήσιμης απειρίας. 
Σβήνοντας ο άπειρος απαριθμήσιμος Λόγος μέσα στην φωτιά του μη-απαριθμήσιμου απείρου χωρίς να έχει προκαλέσει ό ίδιος την έμπυρη καταστροφή του παράγεται ως ο παγερός θάνατος του πάγου όταν συναντά την φωτιά στο ηφαίστειο κάτω του.
Σβήνοντας ο άπειρος απαριθμήσιμος Λόγος μέσα στην δική του φωτιά, αυτήν που προκάλεσε ο ίδιος στον εαυτό του, παράγεται ως ο έμπυρος θάνατος ενός παγερού που αναφλέχθηκε και ενώθηκε μέσα στην ανάφλεξή του και την πρώϊμη καταστροφή του με την μη-απαριθμησιμότητα του μη-απαριθμήσιμου απείρου.
Αυτή η αυτο-ανάφλεξη δεν είναι ένα "μετά" της γραφής, αλλά μια έμπυρη αυτοκατάρρευση, ο αυτοαναφλεγόμενος Λόγος δεν αποδομείται ή αυτο-αποδομείται αλλά αυτοεξορίζεται στην στρέβλωση που προκαλεί η θερμότητα, η πύκνωση, η πέτρωση, η απορρόφηση του όντος, η υπερμεταφυσική της μεταφυσικής, ο Λόγος της καταστροφής ως καταστροφή των πάντων που περιέχονται μέσα σε αυτό τον κόσμο πριν ακόμα τεθεί θέμα νέου κόσμου-Λόγου, η λέξη σφυρί, η λέξη άπαν, η λέξη Λόγος ως Λόγος, το νόημα του σώματος της λέξης, η λέξη σώμα, το σώμα ως λέξη, η λέξη κόλαση του ταξικού εχθρού, και άλλα, αρκεί να δημιουργούνται σε μια συνεχή ροή-ακολουθία ΦΩΤΙΆΣ..





Ι.Τζανάκος

Υλισμός και υπερβατολογική-φαινομενολογική μέθοδος..




Η δυνατότητα της ανθρώπινης γνώσης περικλείει μορφές ύπαρξης του κόσμου που δεν περιορίζονται στην δομή της ύλης-ενέργειας, αν και είναι εξίσου ορθό να πούμε πως η γνώση της ύλης-ενέργειας είναι σήμερα προϋπόθεση της γνώσης γενικά. 
Τα ερωτήματα και οι απαντήσεις που προκύπτουν από την επιστημονική έρευνα της ύλης-ενέργειας δεν βρίσκονται σε κάποια οντολογική αντιπαράθεση με τα ερωτήματα που αφορούν την μορφολογία του κόσμου αλλά τα τελευταία δεν περιορίζονται στην επιστημονική γνώση της ύλης-ενέργειας. 
Η υπερβατολογική συγκρότηση των δυνατοτήτων της ανθρώπινης γνώσης σημαίνει την μεταβίβαση της διττής έννοιας-κατάστασης "αναγκαιότητα-καθολικότητα" σε κάθε παρουσιαζόμενο στην συνείδηση ον. 
Η εξόριση της οντικότητας, ήτοι ακόμα και όλων των "λεπτομερειών" που σημαίνει η "εξωτερική" μορφολογία, δεν είναι αποδεκτή αν κανείς ακολουθήσει την λογική της υπερβατολογικής συγκρότησης του ανθρώπινου υποκειμένου που σημαίνει την αναγκαιότητα πρόσδωσης καθολικότητας και αναγκαιότητας σε κάθε παρουσιαζόμενο ον. 
Αυτό οδηγεί στην παραγόμενη αναγκαιότητα της δημιουργίας συστημάτων νοηματικής οργάνωσης όλης της πραγματικότητας ως συστήματος ένωσης όλων των δομών της, ακόμα κι αν ως δομή εννοείται και συμπεριλαμβάνεται στο σύστημα ένωσης και μια "τυχαία" μορφή. 
Η ενότητα που παράγεται από την συνεπή ακολούθηση της υπερβατολογικής συγκρότησης του ανθρώπινου υποκειμένου διαταράσσει την αναγκαστική πρόσδεση του στοχασμού στην υλο-ενεργειακή αναγκαιότητα-καθολικότητα, εφόσον ένα σύστημα που συνεχίζει να παραμένει αναφερόμενο (εσωτερικά) στην αναγκαιότητα και την καθολικότητα των "εξωτερικών" μορφών (και ιδιο-μορφιών) τους προσδίδει έναν βαθμό ποσοτικής και ποιοτικής καθοριστικότητας και σχετικής αυθυπαρξίας που θα ήταν απαράδεκτος σε ένα σύστημα που θα δομούνταν αποκλειστικά στην αναφορικότητα στην υλο-ενέργεια.
Φυσικά υπάρχει πάντα ένα είδος αλληλοδιείσδυσης των θεωριών-συστημάτων, και ειδικά σήμερα έχουν γίνει σοβαρές έρευνες από την σκοπιά "αιρετικών" επιστημών (θεωρία του χάους, θεωρία των δικτύων κ.λ.π) που εντάσσουν την θέαση της ιδιο-μορφίας της μορφής και της δομής της στην γενική υλιστική επιστήμη την ίδια στιγμή που εντάσσουν (μερικά) την γενική υλιστική επιστήμη στην σχετική αυθυπαρξία αυτών των (ιδιο-)μορφολογικών δομών. 
Όμως σε αυτές τις περιπτώσεις η γενική θεωρία του επιστημονικού υλισμού παραμένει αλώβητη εφόσον η ανάπτυξη των μορφικών ιδιαιτεροτήτων (ή της μορφής ως σχετικά αυθύπαρκτης ιδιαιτερότητας) δεν θεωρείται πως διαταράσσει τα θεμέλια (ή το θεμέλιο) της γενικής νομοτέλειας που διέπει και καθορίζει τις ειδικές νομοτέλειες και επί της ουσίας την κοσμική ολότητα.
Το θέμα δεν είναι να δημιουργήσουμε μια τελική οριοθέτηση αρμοδιοτήτων, ούτε να θέσουμε ως απόλυτη θεωρητική προϋπόθεση την άρση των ορίων που διαφοροποιούν την υπερβατολογική θέαση-θέση και τον επιστημονικό υλισμό (ρεαλισμό), αλλά να δεχτούμε την ετερότητα των χώρων-τόπων τους εντός ακόμα και των αλληλο-επικαλύψεων των θεμάτων τους.
 
 
 
 
 
Ι.Τζανάκος

Τρίτη, 18 Μαρτίου 2014

Καταστροφή..




Η εικόνα της επερχόμενης καταστροφής των πήλινων αγγείων του κόσμου είναι ολόκληρη αν δεις να αναβλύζει μέσα απ'αυτά η φωτιά της καταστροφής τους και μόνον, και δεις τα ίδια θρυμματιζόμενα να ενώνονται με την φωτιά που τα κατέστρεψε, και δεις τη φωτιά να σβήνει σε έναν αιώνιο πάγο, και δεις τη γραφή του κόσμου να σβήνεται κι'αυτή στη θάλασσα που περιβάλλει και λιώνει τον πάγο, και δεις τη θάλασσα να εξατμίζεται διασκορπιζόμενη στο άπειρο κενό, και δεις το κενό να πληρούται από το τίποτα, και δεις το τίποτα να συντρίβεται εντός του, και δεις το τελευταίο αυτό εντός να ανοίγεται σα κοιλιά σφαχτού, και δεις τον θάνατό του να σιωπά, και δεις τη σιωπή του να περιβάλλει για πάντα τον εαυτό της, και δεις αυτήν να περιβάλλεται από όλα όσα έκανε να χαθούν για πάντα, και δεις το τέλος του τέλους, και δεις την αρχή.
Μυρίζει φωτιά..





Ι.Τζανάκος

Άπειρο και επανάληψη..




Ο τρόπος με τον οποίο μεταμορφώνεται σήμερα η έννοια του απείρου εντός του κεντρικού πυρήνα του Λόγου, σε έννοια της άπειρης επανάληψης του ταυτού, δεν μπορεί να αφήσει ανεπηρέαστη την όποια αρχική σύλληψή του. 
Όμως διατηρείται πάντα αυτή η αρχική σύλληψη σε περιφερειακούς πυρήνες του Λόγου και ακόμα κι αν εξοριστεί μακριά από κάθε μορφή έλλογης πυρηνικότητας, ακόμα και περιφερειακής, θα αναδυθεί σε μια τυχαία ύπαρξη, στα περιθώρια της "ορθολογικής'' κοινωνίας που ευτυχώς δεν θα μπορέσει ποτέ να καταργήσει τα όποια περιθώρια αναδύονται δίπλα στα κεντρικά και περιφερειακά οικοδομήματά της (του Λόγου της..).
Αυτή η αρχική σύλληψη είναι η εννόηση της επανάληψης και της ταυτότητας ως στοιχείων της διαφοράς. 
Ότι επαναλαμβάνεται ως μόνον ταυτό δημιουργεί μια άπειρη σειρά του εαυτού του, και αυτό μπορεί να υπάρξει, σε ένα θεωρητικό επίπεδο, περίπου ως ένα σύνολο συνόλων, ένα υπερ-σύνολο όπου κάθε στοιχείο του κάθε συνόλου και του υπερ-συνόλου είναι όμοιο, και από αυτή την άποψη έτερο ή διαφορετικό μόνον από τη σκοπιά της θέσης του ή της ίδιας της υποστασιοποίησής του ως έννοια και πράξη μιας πεπερασμένης ή ατέρμονης επανάληψής του ως ομοίου. 
Η επανάληψη σημαίνει κυρίως επανάληψη του ομοίου-ταυτού και δημιουργία του ετέρου ως αντιτύπου του ομοίου. Η ίδια η επανάληψη θα μπορούσε να δημιουργήσει θεωρητικά τον κόσμο ως ένα (οντολογικά) απόλυτα ομοιογενές υλικό σύμπαν, όπου οι όποιες διαφορές και "ανωμαλίες" θα εξηγούνταν με την ίδια την διαρκή συνέχεια της επανάληψης η οποία θα μετασχηματίζονταν (γι'αυτό τον λόγο της εξήγησης) σε "αφηρημένο νόμο" ή "νομοτέλεια" για να εξηγήσει τον πραγματικό κόσμο που βρίθει διαφορών απ'τη σκοπιά αυτής της νομοτέλειας, ως απόκλιση, σημαντική ή ασήμαντη ιδιαιτερότητα, πάντως πάντα δευτερεύουσα υπόσταση, ήτοι μορφή με την έννοια που την λένε όσοι ενστερνίζονται αυτό το κοσμοείδωλο. Η αποδοχή, από την μαρξιστική κυρίως υλιστική σχολή, ενός είδους μετενέργειας ή "διαλεκτικής" (διαθλαστικής) επενέργειας της μορφής επί τής θεμελιακής-παραγωγικής υλικής ουσίας δεν τροποποιεί την ουσία του κοσμοειδώλου αυτού, που (όμως επίσης) δεν περιορίζεται στον φιλοσοφικό υλισμό.
Εδώ υπάρχει μια όντως παράξενη σχέση μιας θεωρίας που θεωρεί την έκταση-χώρο ή την υλική ουσία και την επανάληψη του ταυτού-ομοίου τους (στην πραγματικότητα του κοινού στοιχείου της άπειρης υλομορφικής πραγματικότητας) ως ουσία-νόμο του κόσμου με την άμεση ή έμμεση "καταδίκη" τής μορφής-εμφάνισης μόνο και μόνο εκ της θέσεώς της στον μη-τόπο της απόκλισης ή της εξαίρεσης του γενικού περιεχομένου, ακόμη κι αν αυτή η απόκλιση θεωρείται "δημιουργική" ή "διαλεκτική". 
Ωστόσο πρέπει μέσα στα υπο-στρατόπεδα της υλο-χωρο-κεντρικής σκέψης να δούμε πως η γνωσιο-οντολογική ηθικολογία του -κάπως ειλικρινέστερου στις ωμές επιδιώξεις του- υλισμού περιέχεται σε έναν βαθύτερο γεωμετρικό ιδεαλισμό, τον ιδεαλισμό της σημειακότητας και της μαθηματικής-τεχνικής διάνοιας. 
Αυτός είναι ο κόσμος που βλέπετε με τα μάτια σας για τους υποστηρικτές της σημειακής "νομοτέλειας-επανάληψης'', ένας όχι και τόσο πραγματικός κόσμος. Και αυτό το λένε χωρίς απαραίτητα να υποτιμούν την εξωτερική φαινομενικότητα του κόσμου ή την διαφορά που αυτή φαίνεται να περιέχει ήδη από την πρώτη ματιά. Κάθε καταδίκη δεν είναι απαραίτητα θανατική, υπάρχουν πολλές ποινές και φυσικά άδειες εξόδου.
Η απειρία όμως προϋπάρχει της επανάληψης και της ομοιότητας-ταυτότητας, αν θέλουμε να σεβαστούμε τον φαινόμενο κόσμο και όχι μόνον τις έννοιες της θεωρούμενης ως ουσίας του.
Σε κάθε στοχαστικό πρώτο βλέμμα στον κόσμο εντοπίζονται και ομοιότητες και διαφορές, χωρίς να επιδιώκεται μια απόλυτη ένωσή τους σε ένα γενικό είναι. Η πρώτη σκέψη του κόσμου, και δεν εννοώ μα τον ανύπαρκτο με αυτό που λέω τώρα αυτά που θα ονόμαζαν "πρώτη σκέψη" οι ψυχαναλυτές, δεν ιεραρχεί την διαφορά ως υπαγόμενη στην ταυτότητα-ομοιότητα. 
Η διαφορά παράγεται ούτως ως ένα εμπόδιο της ταυτότητας, μιά αυθύπαρκτη ποιότητα του κάθε όντος, είτε είναι χωρικά είτε είναι χρονικά σημειοποιημένο, που αγκυλώνει την συνέχεια του κόσμου σε κάθε σημείο του. 
Η άνοδος της ανθρωπότητας στην επιστήμη θέτει ούτως ή άλλως (και όχι μόνον στο πλαίσιο της καρτεσιανής ορθολογικότητας) αυτή την επίγνωση της διαφοροποιητικής α-συνέχειας σε κίνδυνο μιας και αυτό που κατορθώνεται είναι η υπαγωγή της διαφοράς σε κατώτερο οντολογικό επίπεδο με την υπαγωγή της στο αφομοιωτικό κοινό-νομικό στοιχείο της έλλογης-γεωμετρικής (ή μαθηματικής) αφαίρεσης.
Ο κοινός Λόγος περί της διαφοράς μετασχηματίζεται ούτως σε κοινό Λόγο περί της ετερότητας-διαφοράς, όπου αυτό που ορίζεται ως έτερο-διαφορετικό μπορεί να είναι πραγματικό κυρίως ως το ταυτό-όμοιο σε επανάληψη, δηλαδή ως ένα άλλο ταυτό-όμοιο που είναι ταυτό-όμοιο με το αρχικό ταυτό-όμοιο και διαφορετικό γιατί απλά είναι ένα "άλλο''. 
Αυτό που υποκριτικά εντάσσουν στην διαφορά και σημαίνουν ως ετερότητα οι ορθολογιστές και αρκετοί επιστήμονες είναι ένα ταυτό-όμοιο διπλασιασμένο, τριπλασιασμένο, ν-ιασμένο κ.λ.π. Μιλάμε για το σύνολο και το υπερ-σύνολο των στοιχείων ως να ήταν δυνατόν αυτό να αποτελείται μόνον από στοιχεία και δομές της επανάληψης, ήτοι από αριθμούς. 
Τα σύνολα βέβαια μπορούν να έχουν κάθε είδους στοιχεία εντός τους, αλλά αυτά τα στοιχεία δεν είναι νοητά-υπαρκτά χωρίς ένα είδος ουσιακής υπαγωγής τους στην επαναληπτική πράξη, μια πράξη ουσιαστικά "μαθηματική", αφού περιέχει ως απόλυτη προϋπόθεσή της την ταυτότητα-ομοιότητα του επαναλαμβανόμενου με το αποτέλεσμα της επανάληψης από την σκοπιά της ιδιότητας. 
Δεν προστίθενται, πολλαπλασιάζονται, αφαιρούνται, παρά μόνον πράγματα υπό την κοινή τους ιδιότητα. Στα σύνολα εντάσσονται όντα με μία τουλάχιστον κοινή ιδιότητα, και είναι στην πραγματικότητα μιά επανάληψη αυτής της ιδιότητας, αν και είναι δυνατόν να είναι μερικές φορές στοιχεία ακριβώς λόγω της συνύπαρξης της κοινής ιδιότητας με μη-κοινές ιδιότητες. 
Το σύνολο είναι στην τελευταία περίπτωση ένας εννοιολογικός πολλαπλασιασμός αυτής της κοινής ιδιότητας όταν αυτή δεν είναι το απόλυτο χαρακτηριστικό του κάθε στοιχείου.  
Μια σημαντική παραλλαγή της θεωρίας ταυτοτικής οντότητας σημαίνεται με την σήμανση αυτής της τελευταίας συνολιστικής ταυτότητας-ομοιότητας ως παραγωγικής διεργασίας της διαφοράς μέσω μιας ειδικής μορφής της επανάληψης τής ταυτότητας-ομοιότητας μέσω και των διαφορών των στοιχείων. Από αυτή τη σκοπιά η θεωρία των συνόλων είναι μια μερική νίκη (ξανά) της οντολογικής διαφοράς επί της (κλασικής) Λογικής, πέρα από την επαναφορά της οντολογικής έννοιας της πολλαπλότητας για την οποία θα αναφερθούμε κάποια άλλη στιγμή.
Αν θέλουμε να επιστρέψουμε στην πρωταρχική σκέψη του ανθρώπου για την διαφορά, που δεν έχει να κάνει με την θεωρία των συνόλων και τα σχετικά (για τα οποία θα κάνουμε μιαν άλλη, πιό συγκεκριμένη, ανάρτηση όταν είμαστε έτοιμοι) αλλά με την άμεση πρόσληψη της διαφοράς, θα πρέπει να γυρίσουμε σε έννοιες της διαφοράς που εντοπίζονται σε ζώνες του Λόγου που σήμερα θεωρούνται και είναι περιφερειακές σε αυτόν.






Ι.Τζανάκος