Αυτοκαθορισμός

Αυτοκαθορισμός

Παρασκευή, 30 Μαΐου 2014

Απόλυτο..



Είναι αδύνατη η επανάληψη της αλήθειας υπό τους όρους της συνεχούς διαπραγμάτευσής της ακόμα και όταν έχει επιτευχθεί ένα είδος επιστροφής που "οδηγεί" σε κάτι που να την θυμίζει. Αλλά για να το ισχυριστεί αυτό κανείς, όπως εγώ εδώ τώρα, θα πρέπει να ισχυρίζεται άμεσα ή έμμεσα πως την γνωρίζει ή πως την εκπροσωπεί στον κόσμο αυτό. Γιατί αλλιώς με τι κριτήρια θα μπορούσε κανείς να κρίνει την επιστροφή, την επανάληψη, ή ό,τι άλλο "της αλήθειας'', αν δεν συμμετείχε σε αυτήν καθοριστικά; Η συμμετοχή του αυτή αποκτά έναν ιδιάζοντα χαρακτήρα από τη στιγμή που έχει λεχθεί ότι αυτή είναι απούσα. Είναι φυσικά εύκολο πιά να κρυφτείς στην ψευδο-αλήθεια της μη-αλήθειας και να γίνεις ιεραπόστολος της ισοσθένειας των λόγων και της οντολογικής απουσίας της οποιασδήποτε αλήθειας σε αυτό τον κόσμο ή σε οποιονδήποτε κόσμο. Δεν θα απέδιδα σε αυτή την στάση κανέναν τιμητικό ή περιφρονητικό χαρακτηρισμό από αυτούς που αποδίδουν όσοι ανακαλύπτουν στα πάντα την Ιστορία και ακουμπούν πάνω της την λύση των προβλημάτων της δικής τους αιώρησης σε ανεπίλυτες αντινομίες της σκέψης και της δράσης τους. Δεν χρειάζεται κάποιος να επιλύσει όπως και δήποτε τις αντινομίες που τον διαπερνούν λες και υπάρχει κάποιος ουράνιος κριτής που θα τον εγκαλέσει γι'αυτές και θα του ζητήσει τον Λόγο όπως ζητούν οι γονείς από τον γαμπρό της κόρης τους όταν αυτός την ταλαιπωρεί και δεν της χαρίζει την ελεύθερη ζωή που τους υποσχέθηκε όταν την δίνανε σε αυτόν. Είναι αρκετό να ζητήσεις την αλήθεια της ζωής των οικείων και των αδερφών σου που ανήκουν στον ίδιο κόσμο που χάνεται ή αναδύεται μέσα απο την φρίκη της ταξικής κοινωνίας χωρίς να υπάρχει καμία ελπίδα να μιλήσει ή να ενδιαφερθεί κανείς γι'αυτούς. Γιατί όσο περνάει ο λιγοστός καιρός μου και όσο στενεύει ο δρόμος της ζωής μου αντικρύζω την ανυπαρξία αυτών των ανθρώπων στο στερέωμα του Λόγου και την αδυναμία των ισχυρών υποστηρικτών τους να τους δούνε όπως βλέπουν ένα πρόσωπο που τους ενδιαφέρει ζωτικά. Γιατί όσο και να είναι προτιμότερη η μία ή η άλλη έκφραση της αλήθειας αυτών των προσώπων που χάνονται σαν τους σκύλους μέσα στον όλεθρο της αρρώστειας, της ανώνυμης και απρόσωπης εξαφάνισης, αυτό που δεν εκφράζεται είναι η εσώτατη αλήθεια που συνέχει τον κόσμο τους, η οποία δεν είναι άλλη από την δυνατότητά τους να είναι όλος ο κόσμος που τους τον έχουν αρνηθεί και τον έχουν χάσει και με δική τους ευθύνη. Σε αυτό τον όλεθρο δεν έχει κανένας τον λόγο ούτε κανείς έχει κάποια προνομιακή θέση για να δικαιώσει τους, αυτούς που δεν έχουν βλέμμα ούτε κανένα βλέμμα δεν υπάρχει γι'αυτούς που να μην είναι το εκπορνευτικό αντίτιμο της αθλιότητάς τους και αυτών που την εικονίζουν στην ψευδή τους αλήθεια. Επιστρέφοντας λοιπόν ξανά στην αναζήτηση της επιστροφής αναγνωρίζουμε την πικρία της αλήθειας μόνο σε ένα σώμα που δεν μπορεί να έχει αντίτιμο, σε ένα πρόσωπο που δεν εικονίζεται σε βλέμματα αγέρωχα ή φιλάνθρωπα που θέλουν να είναι όλα χωρίς να είναι ωστόσο η λύση και το λύτρο. Και η λύση είναι τόσο κοντά όσο θέλουμε να αντικρύσουμε την αλήθεια, και η αλήθεια είναι τόσο κοντά όσο το χέρι της σκέψης μας είναι το πρώτο λύτρο και ο πρώτος θάνατος όλων αυτών που έχουν αλυσοδέσει τη λαϊκή ζωή σε ψεύτικες ελπίδες και πολέμους για την πραγματοποίησή τους. Αλλά, θα πει κανείς ποιές είναι οι ψεύτικες ελπίδες; Τι είναι το ψέμμα τελικά που μας καταδιώκει και ποιός είναι αυτός ο ρυθμός που ρυθμίζει την αθλιότητα της ζωής αυτής;
Είναι ο ''καπιταλισμός"; είναι το κράτος; Γιατί να έχει κανείς αντίρρηση για να πει κάτι τέτοιο; Γιατί υπάρχει τόση δυσκολία να υψώσει κάποιος ξανά τη σημαία με το κόκκινο αστέρι; Μήπως του φταίνε οι προδοσίες και τα αδειάσματα των ''άλλων"; Αλλά όλα αυτά δεν έχουν κανένα νόημα αν σε ενδιαφέρει η αλήθεια και η αλήθεια είναι πως μόνοι μας παραδίνουμε τα μέσα της πρώτης μας πραγματικής ύπαρξης σε κάποια οντότητα απομακρυσμένη από εμάς τους ίδιους. Αλλά είναι αλήθεια πως υπάρχει ένας ολόκληρος κόσμος που ενισχύει αυτή την ανάθεση και αυτό το "υπερβατικό" ψεύδος που ντύνεται όλα τα ιδεολογικά ρούχα για να κρύψει την φτωχή του υπόσταση. Ποιά είναι όμως αυτή η υπόσταση, ήτοι ποιός είναι ο Λόγος που κάνει τον κόσμο ανίκανο να συναντήσει τον εαυτό του σε μια πρώτη κίνηση άρνησης της αθλιότητας; Υπάρχει ευθύνη των ανθρώπων που είναι επιφορτισμένοι με την αλήθεια τουλάχιστον του κοινωνικού εαυτού τους; Γιατί να ανακαλύπτουν "όλοι" (που δεν είναι όλοι) έναν οποιονδήποτε λόγο για να μη δουν το προφανές του αρχικού; για να μη δουν το πρώτο μιας άπειρης σειράς πράξεων ελευθερίας που όμως έχουν ως αρχή τους αυτό το πρώτο; Είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς πως η αρχή για τον οποιονδήποτε Λόγο της αλήθειας είναι η αλήθεια της άρνησης του ιμπεριαλιστικού καπιταλισμού; τελικά είναι δύσκολο, όσο δύσκολο είναι να παραδεχτεί ότι η ζωή του είναι ένα απόλυτο σημείο ενός απόλυτου περιέχοντος που αν δεν καταστραφεί δεν θα γίνει τίποτα. Δεν είναι ίσως καθόλου απαραίτητο να ορθώσεις ένα απόλυτα περιεκτικό Λόγο θέσης για αυτά που πρόκειται να γίνουν ή πρέπει να γίνουν ή μάλλον δεν πρέπει να θέτεις τέτοια προβλήματα αν δεν χωνέψεις το απλό και ωμό δεδομένο πως τίποτε δεν θα καταλάβεις αν δεν επιστρέψεις στην μοναδική αλήθεια που σε λαμβάνει στα σοβαρά, και η οποία έχει όνομα και σύμβολα και μια ανθρώπινη ιστορία όπως των ανθρώπων σου που χάνονται στις ανοησίες της ατομικής ιδιοκτησίας.





Ι.Τζανάκος 

Πέμπτη, 29 Μαΐου 2014

Η αδυνατότητα εφαρμογής του γκραμσιανού κριτηρίου σήμερα..


Σύμφωνα με το γκραμσιανό ιστορικο-πολιτικό κριτήριο μια τάξη ηγείται αν εξουσιάζει-άρχει (σ)την κοινωνία με δύο τρόπους: τον διευθυντικό και τον κυρίαρχο.  Μια τάξη είναι διευθυντική σε σχέση με τις σύμμαχες τάξεις και κυρίαρχη σε σχέση με τις αντίπαλες. Μια τάξη θεωρείται πως είναι διευθυντική πριν πάρει την εξουσία. Όταν πάρει την εξουσία γίνεται κυρίαρχη, αλλά εξακολουθεί να είναι διευθυντική, εξακολουθεί δηλαδή να διατηρεί την ηγεμονική της θέση σε ένα συμμαχικό ταξικό μπλόκ. Μέχρι εδώ όμως το γκραμσιανό κριτήριο μπορεί να "χρησιμοποιηθεί" ως γενικός και αφηρημένος κανόνας για να αναλύσει και ηνιοχήσει "κάποιος" τόσο την αστική πολιτική θεωρία και πρακτική όσο και την πολιτική θεωρία και πρακτική που έχει σαν σκοπό της την δημιουργία μιας μετα-καπιταλιστικής κοινωνίας.
Διευκρινίζω κάποια στοιχεία με δύο παρατηρήσεις, για να υποστηρίξω την αδυνατότητα εφαρμογής του γκραμσιανού ιστορικο-πολιτικού κριτηρίου ακόμα και όταν εννοείται όπως είναι και όχι όπως το κακομεταχειρίζονται οι ευρω"κομμουνιστές":

1) Το γενικό κριτήριο από μόνο του σήμερα εκφράζει κυρίως την αστική πολιτική ηνιόχηση, συνήθως από την αστική αριστερά, εφόσον σε αυτό δεν εμβάλλεται το κριτήριο της ειδικής μορφής της σχέσης πολιτικής διεύθυνσης και πολιτικής κυριαρχίας κατά την κατάκτηση και άσκηση της εξουσίας από τις αντικαπιταλιστικές κοινωνικές δυνάμεις (επαναστατικοποιημένη μισθωτή εργασία, επαναστατικοποιημένοι μικροαστοί κ.λ.π). Αυτή η ειδική μορφή έχει σήμερα επιταθεί ως κανόνας της γενικής πολιτικής μορφής της εργατικής τάξης. Θα αναφερθούμε αρχικά ωστόσο ακόμα στην γενική μορφή όπως συμπλέκεται με την ειδική μορφή: Στον νέο τύπο εξουσίας που εκδηλώνεται από τις αντικαπιταλιστικές δυνάμεις δεν μπορεί να προϋπάρξει ένα σταθερό σύστημα πολιτικής διεύθυνσης ενός συμμαχικού μπλόκ ακόμα και κατά την ιστορική φάση της μετάβασης από την φεουδαρχία στον καπιταλισμό. Πάμε τώρα στην σχέση γενικής και ειδικής μορφή σήμερα: Στον νέο τύπο εξουσίας που "εκδηλώνεται" από τις αντικαπιταλιστικές δυνάμεις δεν μπορεί να προϋπάρξει ένα σταθερό σύστημα πολιτικής διεύθυνσης ενός συμμαχικού μπλόκ γιατί: πρώτον οι κοινωνικοπολιτικές δυνάμεις που συγκροτούν δυνητικά ένα αντικαπιταλιστικό μπλόκ είναι κατά κύριο λόγο ανταγωνιστικές ως προς τον στρατηγικό σκοπό λόγω της συνεχούς αναπαραγωγής (σήμερα) κυρίως νέων "μεσαίων" στρωμάτων που είναι οργανικά συνδεόμενα με το μονοπωλιακό κεφάλαιο, και δεύτερον και κυριότερον γιατί σήμερα είναι αδύνατη κάθε μορφή σταθερής πολιτικής διεύθυνσης γενικά ακόμα και εντός ενός μονοταξικού μπλοκ διεκδίκησης της εξουσίας αν μιλάμε από την σκοπιά μιας αντικαπιταλιστικής δύναμης (αναφέρομαι στην έννοια της πολιτικής διεύθυνσης όπως ορίζεται σε ένα πλαίσιο ευρύτερο από αυτό που αναφέρεται στην σχέση συμμαχικών τάξεων). Το τελευταίο ας το διερμηνεύσουμε περαιτέρω με την δεύτερη παρατήρησή μας:
2)  Η ύπαρξη ενός σχετικά σταθερού συστήματος πολιτικής διεύθυνσης αναφέρονταν κυρίως σε κοινωνικο-ιστορικές συνθήκες μετάβασης από προκαπιταλιστικές σε καπιταλιστικές κοινωνίες. Αν όμως ακόμα υποθέσουμε πως δεν μας δεσμεύει αυτή η αναφορά και πως ισχύουν περίπου τα ίδια πράγματα όσον αφορά την συγκρότηση του επαναστατικού μετώπου θα έπρεπε να θυμηθούμε πως ακόμα και αυτό το σχετικά σταθερό μπλόκ των συμμαχικών κοινωνικών δυνάμεων είχε μια αιφνίδια εμφάνιση και μια εξίσου σύντομη χρονική ύπαρξη σε σχέση με το ζήτημα της μετατροπής της συμμαχίας σε εδραιωμένη εξουσιαστική μορφή που είχε (ή δεν είχε) συντρίψει την κυρίαρχη αστική εξουσία. 
Αυτά που ονειρεύονται οι υποστηρικτές μετώπων και ευρύτερων συμμαχιών αφορούσαν ακόμα και στην μεταβατική εποχή που δεν είχαμε ενταχθεί πλήρως στην ιμπεριαλιστική εποχή κοινωνικο-ιστορικές ταξικές ισορροπίες βραχύβιου και έντονα αντιφατικού χαρακτήρα. 
Σήμερα αντιθέτως έχει παγιωθεί η ολοκλήρωση του ιμπεριαλιστικού σταδίου της παγκόσμιας αστικής κοινωνίας και οι κοινωνικές τάξεις που διαπαλεύουν εντός αυτού του ιστορικού πλαισίου δεν μπορούν να συγκροτήσουν καμμία αντικαπιταλιστική συμμαχία παρά μόνον στα ειδικά πλαίσια της επιθυμούμενης ή νομοτελειακής προλεταριοποίησης τού ενός σκέλους της συμμαχίας (τα "μεσαία" στρώματα, ή την μισθωτή μικροαστική τάξη). 




Ποιές είναι οι πολιτικές συνέπειες αυτής της εδραιωμένης κατάστασης στο σήμερα;
α) Δεν μπορεί να υπάρξει πολιτική συνεχών συμμαχιών, άρα δεν έχει εφαρμογή πλέον ακόμα και ο γενικός κανόνας της (δέουσας) διευθυντικής δομής κατά Γκράμσι.
β) Ακόμα και εντός ενός μονοταξικού μπλόκ διεκδίκησης της εξουσίας, στο οποίο ισχύει συμπληρωματικά η έννοια-κατάσταση της συμμαχίας με την άμεση μετατροπή της σε κομμουνιστική συμμαχία, άρα σε άμεσα αιρόμενη διάκριση των συμμαχικών τάξεων, είναι αρκετά δύσκολη η διατήρηση του πολιτικού σχηματισμού που την συγκροτεί. Κατά κάποιο τρόπο η αιφνίδια και βραχύβια υπόσταση της δυαδικότητας της εξουσίας επεκτείνεται και στην ίδια την συγκρότηση του επαναστατικού κόμματος. 
Δεν είναι δυνατόν κατά την γνώμη μου να υπάρξει διάρκεια στην εργατική παράταξη εντός "νόμιμων" καπιταλιστικών πλαισίων πολιτικής ύπαρξης. Δεν συζητάμε πλέον για την δυνατότητα εφαρμογής του γκραμσιανού ιστορικο-πολιτικού κριτηρίου, ακόμα και αν εννοείται πραγματικά, αλλά ούτε κάν για την δυνατότητα κανονικής επιβίωσης ενός νόμιμου κομμουνιστικού κόμματος σε συνθήκες μόνιμου, δομικά καθορισμένου, ιμπεριαλιστικού φασισμού με δημοκρατική μορφή. Κάποια στιγμή θα εφαρμοστεί το απόλυτο κριτήριο της αστικής ιμπεριαλιστικής κυριαρχίας, είμαι σίγουρος.











Ι.Τζανάκος

Κάποιες οριοθετήσεις..




Ο τρόπος με τον οποίο κανείς ερμηνεύει την υφιστάμενη κοινωνική πραγματικότητα καθορίζεται από ένα σύνολο προθέσεων που αφορούν την αποδοχή ή την άρνησή της. 
Αν σκοπός μιας ανάλυσης είναι να αναγνωρίσει και να βοηθήσει την ανάπτυξη της προθεσιακής άρνησης αυτής τής υφιστάμενης πραγματικότητας το θέμα που ανακύπτει είναι να ορίσει εκείνα τα κριτήρια που είναι απαραίτητα για να διακριθούν  οι πραγματικές από τις ψευδείς αρνήσεις.
Όσοι αποδέχονται ανοιχτά την υφιστάμενη κοινωνική πραγματικότητα και προτείνουν επίσης ξεκάθαρα αυτή ή την άλλη βελτίωσή της δεν είναι δύσκολο να αναγνωριστούν ως μη-συμμετέχοντες στο δράμα της αρνησιακής πρόθεσης, θεώρησης και (ίσως) πράξης. Η δεδομένη ανθρώπινη ανάγκη να αρνηθεί κανείς μια πραγματικότητα που είναι αναμφισβήτητα ζοφερή όταν ο άνθρωπος έχει ξεκαθαρίσει μέσα του την αποδοχή της ως έχει συνήθως λαμβάνει την μορφή μιας μεταφυσικής αναζήτησης: "Αυτός ο κόσμος θα είναι πάντα έτσι", άρα μόνον ένας "άλλος" κόσμος επέκεινα "αυτού του κόσμου" μπορεί να ικανοποιήσει την ανάγκη για έναν αληθινό και ειρηνικό κόσμο. Στην περίπτωση αυτή ο προσδιορισμός "αυτός ο κόσμος" σημαίνει ο κάθε δυνατός να υπάρξει υλικός, πραγματικός κόσμος, και όχι μόνον ο συγκεκριμένος κόσμος της κοινωνικο-οικονομικής πραγματικότητας. Γι'αυτήν την αντίληψη λοιπόν ο "κάθε κόσμος" θα είναι ζοφερός και η ανάγκη για το μη-ζοφερόν, η ελπίδα για έναν ειρηνικό κόσμο αδερφοσύνης και αλληλεγγύης προσανατολίζεται στο επέκεινα του πραγματικού κόσμου.
[Σημείωση: Δεν θεωρώ πως ο κάθε ένας συμμέτοχος σε αυτή την αντίληψη είναι οπωσδήποτε ένας συντηρητικός άνθρωπος που δεν μπορεί να συμμετέχει σε κοινωνικούς αγώνες που σαν σκοπό τους έχουν την ανατροπή της εκμεταλλευτικής κοινωνίας κ.λ.π. Υπάρχουν ατομικές και συλλογικές περιπτώσεις "α-κοσμισμού" που όχι μόνον συντονίστηκαν αλλά και συντονίζονται με τις ανατρεπτικές προθέσεις ή απλά συνυπάρχουν μαζί τους ακόμη και μέσα στο ίδιο άτομο. Ας κοιτάξει κανείς μέσα του και ας αποφασίσει αν έχει καταστρέψει πλήρως την απογοήτευσή του από τις δυνατότητες του "κόσμου" και ας πείσει τον εαυτό του ότι "ένας άλλος κόσμος είναι εφικτός". Θα έχει ξεπεράσει την αλλοτρίωση που φέρει η μεταφυσική πριν ακόμα ξεπεραστεί η ίδια η κοινωνική αλλοτρίωση που παράγει την αλλοτρίωση της μεταφυσικής. Θα ήθελα μόνον να τον εκθέσω σε κοινή θέα αναγγέλοντας την έλευση του απόλυτου "μη-μεταφυσικού ανθρώπου" και καταθέτοντας επιτέλους τα όπλα της Φιλοσοφίας που στέκει επιφυλακτική τόσο απέναντι στην μεταφυσική όσο και στην υλιστική αντιμεταφυσική. Από την σκοπιά μου μιλώντας είμαι τόσο σίγουρος πως ο κόσμος δεν θα γίνει ποτέ τόσο ελεύθερος και ευχάριστος όσο θα ήθελαν οι αντιμεταφυσικοί υλιστές ώστε να είμαι πάντα έτοιμος να συζητήσω με αυτούς και τους "άλλους" (τους μεταφυσικούς) το ζήτημα της γενικής μας δυσθυμίας για το γεγονός πως συνεχίζουμε να ζούμε μέσα σε έναν κόσμο που πιθανόν δεν θα γίνει ποτέ τόσο σημαντικός όσο θα θέλαμε].
Η ενεργός συνείδηση του κόσμου ωστόσο δεν στέκει πολύ στο θέμα του κόσμου, αλλά σκαλίζει σε κάθε στιγμή της σκαριφήματα αντιμετώπισης των πολλών προβλημάτων που φέρνει μαζί του ως ανθρώπινος-κοινωνικός κόσμος. 
Είναι αναπόφευκτο να περιέλθει (ως συνείδηση) σε μια κατάσταση προθεσιακής άρνησης προσανατολισμένης πλέον στο "εμμενές" πεδίο της κοινωνίας, ήτοι στις οικονομικές και πολιτικές σχέσεις, στους θεσμούς που διέπουν την κοινωνία, τα πολιτισμικά μορφώματα κ.ο.κ . 
Κατά κάποιον τρόπο η ενεργός συνείδηση όλων των ανθρώπων έλκεται νομοτελειακά από ένα είδος άρνησης της υφιστάμενης πραγματικότητας όσο αυτή η πραγματικότητα παραμένει εμμενώς ζοφερή. Ακόμα κι αν κάποιος είναι λοιπόν υποστηρικτής της υφιστάμενης ζοφερής τάξης πραγμάτων θα ελχθεί από ένα νοητικό-αντιληπτικό σύστημα που θα έχει ως εσωτερικό σκοπό την μεταρρυθμιστική αλλαγή της. 
Προϊόν όλων αυτών των εσωτερικών αναδεύσεων της μορφής εκείνης της ενεργού συνείδησης που σχετίζεται με την αποδοχή του "πεπρωμένου" των υφιστάμενων ζοφερών κοινωνικών σχέσεων (παραγωγής, πολιτικής κ.λ.π) είναι ο μεταρρυθμιστικός "Λόγος". 
Κάθε τάξη και κάθε άνθρωπος που είναι ταγμένος στην παραγωγή και αναπαραγωγή ενός υφιστάμενου ζοφερού πλαισίου ζωής (εν προκειμένω στην εποχή μας τού μονοπωλιακού καπιταλισμού, της τεχνοκρατίας και του ολοκληρωτικού κράτους ) σχηματίζει ένα σύστημα μεταμόρφωσης της ίδιας μορφής, ανα-περιεχομενοποίησης του ίδιου περιεχομένου και αναθέσμισης των ίδιων πάγιων θεσμών.
Ποιοί είναι όμως όλοι αυτοί που το πράττουν αυτό; Εννοώ, ποιοί "χώροι" το πράττουν αυτό. Και αντίστροφα, ποιοί είναι όλοι αυτοί που πράττουν το αντίθετο;
Είναι προφανές πως όταν μιλάμε για τον δεξιό συντηρητικό χώρο η άρνηση δεν μπορεί να ξεχωρίσει από την αποδοχή του υφιστάμενου κοινωνικού κόσμου, και αυτό μάλιστα διατυμπανίζεται; Δεν είμαι καθόλου σίγουρος πως η δεξιά έχει απεμπολήσει τον κοινωνικό ριζοσπαστισμό εν γένει ως μέθοδο δράσης και "άρνησης-αποδοχής" του συστήματος. Μέσα στα σπλάχνα της φωλιάζει πάντα ένας άκαμπτος και ανυποχώρητος εθνικισμός που στοχεύει σε μια ιδιαίτερη μορφή κρατικο-μονοπωλιακού καπιταλισμού σε πολεμική φάση. Ο πραγματικός ολοκληρωτισμός, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, οι μαζικές εξοντώσεις πληθυσμών, μειονοτήτων κ.λ.π είναι στοιχεία εγγεγραμμένα σε κάθε δεξιό πολιτικό χώρο. Φυσικά δεν αποκλείεται σε αυτές τις καταστροφικές πρακτικές να "προσχωρήσουν" και άνθρωποι με άλλη "πολιτική καταγωγή", είτε ως ενεργοί πλέον ακρο-δεξιοί είτε ως παρακολουθήματα μιας δεξιάς-φασιστικής δικτατορίας. Στον χώρο του "κέντρου" συνωθούνται εκείνες οι πολιτικές δυνάμεις που είναι ταγμένες σε δημοκρατικές μορφές εξυπηρέτησης των μονοπωλιακών συμφερόντων, και αυτός ο χώρος συμπεριλαμβάνει από κεντρο-αριστερά μέχρι αριστερά κόμματα. 
Εδώ υπάρχει μια πιό μπερδεμένη σχέση με τον κοινωνικό ριζοσπαστισμό και μεταρρυθμισμό. Το κέντρο αποτελεί ένα πραγματικό εργαστήριο βελτίωσης και ολοκλήρωσης του αστικού συστήματος και τα αποτελέσματα των πειραμάτων του είναι σε μεγάλο βαθμό αυτά που οικειοποιείται και η δεξιά. 
Η μίμηση του κομμουνισμού, η μίμηση της εργατικής ιδεολογίας, η δημιουργία κοινωνικών δομών ενσωμάτωσης της αποξενωμένης εργασίας στο πλέγμα κυριαρχίας του (μονοπωλιακού) κεφάλαιου είναι πρωταρχικά προϊόντα του κέντρου (και όχι μόνον της αριστερής σοσιαλδημοκρατικής του πτέρυγας) που μιμείται έπειτα η άκρα δεξιά. Όλα αυτά συμβαίνουν βέβαια, όπως με εκνευριστικό τρόπο (γουστάρω) μας τονίζουν οι παραδοσιακοί κομμουνιστές, ανάλογα με την βούληση της αστικής τάξης σε σχέση με την εξαπάτηση και κυριάρχηση του μισθωτού εργαζόμενου πλήθους. Ας πούμε τώρα πως επειδή αυτός ο χώρος είναι "κάπου" συνοριακός ως προς τις ανατρεπτικές αντικαπιταλιστικές δυνάμεις είναι απαράιτητο να υπάρξει ένα είδος απόλυτου διαχωρισμού που να διαφυλάττει τον αντικαπιταλιστικό πόλο. Είναι αυτό εφικτό με απόλυτο τρόπο όπως προείπαμε; Νομίζω πως αυτό δεν είναι εφικτό, αν είναι ορθό να το επιδιώξουμε, παρά με έναν και μοναδικό τρόπο που έχει να κάνει με την αναβίωση αυτού που όρισαν κάποτε ως "αριστερισμό". Ο αριστερισμός, και δεν εννοούμε φυσικά τα αριστερά εξαπτέρυγα κομμάτων όπως ο Συριζα (και σε άλλα, σε άλλες χώρες) θέτει, όπως και ο αναρχισμός, το αίτημα μιας πλήρους και ενεργής εξόδου απο κάθε συμμετοχή στους υφιστάμενους (καθολικούς) κοινωνικούς θεσμούς. Αυτό έχει τιμήματα. Δεν σας κρύβω πως μέχρι πρότινος δεν είχα ξεκαθαρίσει την δική μου θέση ως προς την μία ή άλλη κοινωνικο-πολιτική δύναμη της ιστορικής αριστεράς, παρά την διαχρονική (για όσους με ξέρουν καλά) συμπάθειά μου στο κομμουνιστικό κόμμα της χώρας μου (το "σταλινικό"). Δεν είχα ποτέ αυταπάτες όσον αφορά τον ρόλο κομμάτων όπως ο συριζα κ.λ.π, αν και κάποια περίοδο είναι αλήθεια τα πράγματα φαίνονταν και ήταν ίδια (κομμουνιστές, συνασπισμός, αριστεριστές, όλα μέσα σε μια αστικο-μεταρρυθμιστική σούπα). Από αυτή την έννοια δεν ισχυρίζομαι πως ήμουν ποτέ σίγουρος για το τι είναι όλα αυτά, και φυσικά δεν ήμουν πάντα στην "αριστερότερη" πλευρά της κοινωνικής ζωής. Δεν ισχυρίζομαι λοιπόν πως είμαι τώρα αυτό που ήμουν πάντα. Τώρα όμως είμαι σίγουρος πως δεν υπάρχει άλλος δρόμος, και το λέω αυτό γιατί -δυστυχώς- αυτός ο δρόμος θα επιβληθεί από τους εχθρούς.. 





      



Ι.Τζανάκος

Τρίτη, 27 Μαΐου 2014

Μια ιστορία με πολλές πτυχές: παλαιό και νέο Κομμουνιστικό Κόμμα Ιταλίας - P.C.I



Δεν γνωρίζω λεπτομέρειες για την απαγόρευση καθόδου στις ευρω-εκλογές του μάλλον νεοσύστατου κομμουνιστικού κόμματος Ιταλίας που εμφορείται μάλλον από συγγενείς προς το Κ.Κ.Ε ιδέες. Αυτό το τελευταίο το υποθέτω από την συνεργασία του Κ.Κ.Ε με το "νέο" P.C.I σε διεθνές επίπεδο. Δεν γνωρίζω τις επεξεργασίες και το ιδεολογικό προφίλ του νέου κομμουνιστικού κόμματος και θα ήθελα από τους φίλους Αντ. και Μιχ. να συνεισφέρουν με τις γνώσεις τους για το κόμμα αυτό, ειδικά καλώ τον φίλο Μιχ. να "τρέξει" στις όποιες σελίδες στο νετ κ.λ.π αφού γνωρίζει καλά την ιταλική σκηνή. Είμαι σίγουρος πως τα στελέχη του νέου P.C.I είναι πιστά στελέχη του παλαιού P.C.I που μάλλον εμφορούνταν πάντα από λενινιστικής-"σταλινικής" απόχρωσης ιδέες και τα οποία έμειναν ωστόσο για πολύ καιρό πιστά στην κομματική πειθαρχία, ίσως και κατά την τελική φάση της ταξικής προδοσίας που επιτέλεσε με ιδιαίτερο ζήλο η ευρωκομμουνιστική-ευρωχαφιέδικη ηγεσία του μεταπολεμικού P.C.I, η οποία συμπεριλάμβανε και την αποποίηση του τίτλου-επιθετικού προσδιορισμού "κομμουνιστικό".
ΜΙΑ ΣΗΜΑΝΤΙΚΉ ΛΕΠΤΟΜΈΡΕΙΑ είναι πως το ευρω-ιμπεριαλιστικό ευρω-χαφιέδικο "Δημοκρατικό κόμμα" που διαδέχτηκε το πτώμα P.C.I που είχε ως τον γνωστότερο γενικό γραμματέα του τον γενικό εισαγγελέα του αστικού ρεφορμισμού Ε.Μπερλιγκουέρ μάλλον κράτησε -με άφταστη προβλεπτική κουτοπονηριά- το σφυροδρέπανο και τον λογότυπο του P.C.I για να αποτρέψει μέσω νομικής απαγόρευσης την επανάκαμψη ενός νέου P.C.I με τα ΊΔΙΑ σύμβολα και τον ΊΔΙΟ λογότυπο. Αν συμβαίνει αυτό τότε είναι προφανές τι θα σήμαινε η ήττα των "σταλινικών" στην εσωκομματική πάλη που υπήρξε στο Κ.Κ.Ε μετά την πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού. Οι "ανανεωτικοί" θα κράταγαν τον τίτλο και τον λογότυπο του Κ.Κ.Ε και ακόμα κι αν έκλειναν το κόμμα και άλλαζαν όνομα θα απαγόρευαν στους όποιους "σταλινικούς" να ξαναπάρουν τα σύμβολα και τον τίτλο πίσω επαναφέροντάς τα στο πραγματικό ιστορικό τους πλαίσιο. Οι "ανανεωτικοί" και οι παλιοί ευρωκομμουνιστές οι γνωστοί "αριστεροί" ευρω-ενωσιακοί και αμερικανόφιλοι (νατοϊκοί) ατλαντιστές του κκε-εσ, συναποτέλεσαν και συναποτελούν τον αθλιότερο πολιτικό χώρο της "αριστεράς" με τον τίτλο ΣΥ.ΡΙ.ΖΑ. Το ερώτημα βέβαια προς τους εξαπατημένους κομμουνιστές του παλαιού P.C.I και τους κομμουνιστές του Κ.Κ.Ε είναι το εξής: από πού βγήκανε αυτά τα μπουμπούκια;
Ναι, οι παραπλανημένοι του ιταλικού ή του ελληνικού αριστερισμού του τότε (γιατί σήμερα ως αριστερισμός εννοείται κάτι που αποτελεί ουρά του όποιου ΣΥ.ΡΙ.ΖΑ) δεν προσφέραν καμία προοπτική. Αλλά οι εισαγγελείς-ρουφιάνοι του ευρωκομμουνισμού δεν "άνθιζαν" τότε μέσα στους χώρους τους, που δέχτηκαν την μεγαλύτερη πολιτικο-ποινική δίωξη και την αθλιότερη συκοφάντηση, αλλά μέσα στους χώρους των κομμουνιστικών κομμάτων (φυσικά μετά την καταστολή τα μπουμπούκια της ταξικής προδοσίας άνθισαν και μέσα στον χώρο του κάποτε αριστερισμού)..











Ι.Τζανάκος 



Αναρωτήθηκα σήμερα
αν υπάρχει λόγος που μίσησαν τον Σπορέα..


Και τότε είδα τον θερισμό
σα να είναι ο θάνατός του..
Κι' η συγκομιδή της γης που ωρίμασε
ένα κοφτερό δρεπάνι που ρίχτηκε πάνω του..


Θα έλεγαν όλοι πως όλα τελείωσαν
με τον θυμό της θάλασσας 
που φιλοξένησε το Όνομά του
αν δεν ακούγονταν μια δυνατή φωνή
από μέσα της..







Ι.Τζανάκος

Δευτέρα, 26 Μαΐου 2014

Ο Π.Κονδύλης και η ελληνική ιμπεριαλιστική αστική τάξη...




Η επιφάνεια της μορφικής έκφρασης των υλικών σχέσεων παραγωγής όταν αυτές οι σχέσεις παραγωγής είναι καθορισμένες από την γενική νομοτέλεια της ατομικής (ή "ολιγαρχικής") ιδιοποίησης του παραγόμενου προϊόντος παρουσιάζεται ως σχέση ισχύος και επικράτησης μεταξύ ανεξάρτητων υποκειμένων. 
Αυτό που είναι η τελική κατάληξη και το παραγόμενο κοινωνικο-ιστορικό αποτέλεσμα των εκμεταλλευτικών σχέσεων παραγωγής και κατανομής-ιδιοποίησης παρουσιάζεται από τους κάθε λογής θεωρητικούς απολογητές της ταξικής-εκμεταλλευτικής κοινωνίας ως η γενεσιουργός αιτία κάθε κοινωνικού γεγονότος και ως η καθοριστική νομοτέλεια (περιεχομενικός προσδιορισμός ) της μορφοποίησής της. 
Η ύστερη αστική κοινωνία που σαπίζει νομοτελειακά μέσα στην αυτο-οριοθετημένη μορφικότητά της ανάγεται πλέον συνεχώς, πρακτικά και πρακτικο-θεωρητικά, στην (εξωτερική) μορφή αυτής τής μορφικότητας που σας προαναφέραμε, και αυτό λαμβάνει διάφορες μορφές που φαίνονται στους θεωρητικούς απολογητές της και στους "αφελείς" θηρευτές κάθε "ουδέτερης" θεωρίας και "φιλοσοφίας" ως η ουσία της αστικής αλλά και κάθε κοινωνίας. 
Η θεωρητική και φιλοσοφική παρακμή της αστικής κοινωνίας λαμβάνει και αυτή την μορφή που θα ονόμαζα γενικά νεο-κυνισμό και που θα μπορούσε να επίσης να περιγραφεί σχηματικά και κάπως μακρόσυρτα ως "υπαρξιακός και μηδενιστικός ντεσιζιονισμός (αποφασιοκρατία)".
Η θεμελίωση που προτείνει αυτή η νεο-κυνική φιλοσοφία περιέχει ως τελικό και αρχικό αίτιο της κοινωνίας του ανθρώπου την "αρχή" της ιδιαίτερης μορφής της επικράτησης μιας ταξικής ολιγαρχίας και μάλιστα στην εντελώς ιδιαίτερη μορφή της που είναι η "αρχή" της πολιτικής και στρατιωτικής επικράτησης της μονοπωλιακής-ιμπεριαλιστικής ολιγαρχίας. Πίσω από κάθε νεο-κυνική μηδενιστική θεωρία για την "ύπαρξη" και την "απόφαση", και πίσω από κάθε θεωρία για την "πολεμική φύση" των ανθρώπινων σχέσεων ανεξάρτητα από τις υλικές παραγωγικές σχέσεις, κρύβονται οι κοσμοθεωρητικές και φιλοσοφικές επιλογές των επιθετικότερων μονοπωλιακών ιμπεριαλιστικών ομάδων της αστικής τάξης. 
Η σχέση εκείνων των μερίδων της άρχουσας τάξης που νομοτελειακά "ολισθαίνουν" στην επιφάνεια των κυριαρχικών σχέσεων επικράτησης, λόγω της ιδιαίτερα αντιδραστικής θέσης τους στην ιστορική διεργασία των υλικών παραγωγικών σχέσεων κατά την μετάβαση της κοινωνίας στην αταξική της μορφή, (η σχέση τους λοιπόν..) με την θεωρητική μορφή είναι νομοτελειακά σχηματισμένη στα πλαίσια της δημιουργίας όλων αυτών των νεο-κυνικών θεωριών (της κυριαρχίας).
Μπορεί κανείς να χρησιμοποιήσει αυτή την θεωρητική μορφή της κοινωνικής-υλικής νομοτέλειας ως δείκτη για να βρεί "που βρισκόμαστε". Ας πούμε στην περίπτωσή μας, στην ελληνική αστική κοινωνία, η εμφάνιση και ολοκληρωμένη εκδήλωση αυτών των κοσμοθεωρητικών "επιλογών" παρουσιάστηκε μέσω της θεωρίας του Π.Κονδύλη. Σημαίνεται μέσω αυτής η μετάβαση της ελληνικής αστικής τάξης στο νέο γι'αυτήν ιστορικό επίπεδο της ιμπεριαλιστικής αστικής τάξης.
Τόσο απλά..




Ι.Τζανάκος

Κυριακή, 25 Μαΐου 2014

Μορφές εργασίας..




Η παραγωγή των ειδών της εργασίας δεν ταυτίζεται με την παραγωγή των ειδών (κλάδων) της παραγωγής. 
Τα διάφορα είδη της εργασίας σε γενικές γραμμές μπορεί να αντιστοιχίζονται γενικά με τα είδη (κλάδους) παραγωγής αλλά στην νεώτερη παραγωγική διεργασία έχουν και την δυνατότητα να είναι συντελεστές σε διαφορετικά είδη (κλάδους) παραγωγής (λ.χ ένας ηλεκτρολόγος μπορεί να είναι εργαζόμενος σε ένα υφαντουργικό εργοστάσιο, σε μια δημόσια υπηρεσία κ.λ.π. ). 
Από την άλλη ένα σύνολο από ειδικές εργασίες δεν βρίσκονται σε αυτή την θέση "κοινότητας" και ασκούνται ως δημιουργικές "τέχνες" ή επιστήμες λαμβάνοντας συνήθως έναν ιδιαίτερο ρόλο στην ιεραρχική δόμηση της κοινωνίας. Είναι αυτές οι ειδικές εργασίες "παραγωγικές"; τι σημασία έχει στις εργασίες αυτές ο όρος της παραγωγικότητας; 
Πριν ακόμη πάρουμε θέση για την παραγωγική ή μη παραγωγική υπόσταση αυτών των εργασιών θα έπρεπε να πάρουμε θέση για τον όρο "παραγωγική" και "μη-παραγωγική" εργασία και να προσδιορίσουμε την γενική και δια-χρονική σημασία του όρου αυτού σε συνάφεια προς την παραγωγή-δημιουργία του συνολικού κοινωνικού προϊόντος. 
Σύμφωνα με την λογική του ιστορικισμού, ανεξάρτητα αν αυτός είναι μαρξιστικός ή αστικός, η έννοια της παραγωγικής εργασίας σχετίζεται με την ιδιαίτερη κοινωνική μορφή της παραγωγής και τον παραγόμενο από αυτήν ειδικό της σκοπό. Η απροσδιοριστία που προκύπτει από την απολυτοποίηση τής (πάντα) ιδιαίτερης κοινωνικο-ιστορικής μορφής δεν μπορεί να αρθεί όσο δεν ορίζεται και καθορίζεται (πρακτικά και πρακτικο-θεωρητικά) η γενική ουσία τής παραγωγικής εργασίας. 
Ο λόγος για τον οποίο δεν είναι εφικτός αυτός ο ορισμός και καθορισμός της παραγωγικής εργασίας έχει να κάνει με την αδυναμία προσδιορισμού της έννοιας της παραγωγικής δύναμης σε συνάφεια προς την επιστημονική έννοια της δύναμης-ισχύος. 
Σε αυτό το αλλοτριωτικό πλαίσιο αυτή η αδυναμία ορισμού και καθορισμού αντανακλά την κυριαρχία μιας συγκεκριμένης υπο-κατηγορίας της μη-κοινής παραγωγικής εργασίας που αφορά την διοίκηση και την πολιτική διεύθυνση τής παραγωγικής ολότητας. 
Η δυσκολία να οριστεί και καθοριστεί αυτό το άκρως σημαντικό είδος παραγωγικής εργασίας έχει να κάνει με την δημιουργία της σε απόλυτη συνάφεια προς την αλλοτριωτική της λειτουργία σε μια ταξική κοινωνία. Αυτό σημαίνει πως δεν μπορεί να προσδιοριστεί ως γενική ουσία "έτσι απλά" αφού προκύπτει από την "αφαίρεσή" της από το σύνολο του εξαρτημένου εργαζόμενου πληθυσμού. 
Ένας γενικός και αφηρημένος προσδιορισμός της θα σήμαινε την πρακτικο-πολιτική και θεωρητική υποταγή στην γενική-ειδική της μορφή όπως ορίζεται σε κοινωνίες ταξικής εκμετάλλευσης και την ειδική-ειδική μορφή αυτής της γενικής-ειδικής μορφής που ανταποκρίνεται σε ένα πιό συγκεκριμένο είδος ταξικής κοινωνίας (λ.χ την αστική καπιταλιστική). Ο γενικός ορισμός αυτού του είδους της παραγωγικής εργασίας που όπως είπαμε αντιστοιχεί σε μια μη-κοινή (ακόμα) μορφή εργασίας μπορεί να πραγματοποιηθεί αν αφαιρέσουμε όλα τα στρεβλά χαρακτηριστικά που το επικαθορίζουν (ως είδος) λόγω της εμπλοκής του στην ταξική-ιεραρχική δόμηση της κοινωνίας. Το ερώτημα είναι βέβαια με ποιόν τρόπο θα μπορούσαμε να αποκόψουμε αυτά τα στρεβλά χαρακτηριστικά από την γενική ουσία χωρίς να προβούμε σε ένα είδος κοινωνικής "μεταφυσικής". Δεν ισχυρίζομαι φυσικά πως κατέχω το κλειδί της ορθής διαίρεσης που σας προανέφερα. Αυτό που θα μπορούσα να προτείνω κάπως πρόχειρα είναι να επιχειρήσουμε την διαίρεση αποκόπτοντας αρχικά (θεωρητικά) την μορφή ανάπτυξης ενός φαινομένου από το ουσιαστικό περιεχόμενό του. Μπορεί κανείς να θεμελιώσει θεωρητικά μια τέτοια "αποκοπή" αν υποθέσει πως αυτό συμβαίνει κατά πρώτον σε αντιστοιχία με την πρακτική αναντιστοιχία της μορφής και του ουσιαστικού περιεχομένου της παραγωγής-εργασίας που συμβαίνει στις ταξικές κοινωνίες και κατά δεύτερον σε αντιστοιχία προς την μόνιμη αντιστοιχία της μορφής και του περιεχομένου της παραγωγής-εργασίας που θα συμβαίνει στις αταξικές κοινωνίες. Σε αυτό το πλαίσιο ο ορισμός και ο καθορισμός της υπο-κατηγορίας της ειδικής μη-κοινής εργασίας ("τέχνης", επιστήμης) της πολιτικής διεύθυνσης και διοικητικής πράξης μπορεί να την παράξει (προ-νοητικά) ως δυνητικά κοινή, άρα κοινωνικοποιημένη, όπως δεν είναι ακόμα .







Ι.Τζανάκος

Παρακαταθήκες και μέλλον..



Είναι πραγματικά δύσκολο έως αδύνατο να προσδιορίσει κανείς σήμερα τους όρους και τις ειδικές συνθήκες ενός νικηφόρου λαϊκού πολέμου, και αυτό δεν αφορά την ύπαρξη ή μη-ύπαρξη μιας κομμουνιστικής πρωτοπορείας αφού κατά την ταπεινή μου άποψη αυτή θα κριθεί (αν είναι όντως αυτό που δηλώνει) μόνον κατά την δρομολόγηση του ίδιου του λαϊκού πολέμου. 
Αυτό που ίσως σας φαίνεται ως ένας κυκλικός συλλογισμός σημαίνει πως από την στιγμή που δεν τίθεται σήμερα από τους κοινωνικο-ιστορικούς όρους το ζήτημα της εκκίνησης του λαϊκού πολέμου δεν είναι δυνατόν να υπάρξει κρίση (με την έννοια του "κρίνειν") της ήδη υπάρχουσας κομμουνιστικής πρωτοπορείας. 
Πριν ακόμα σπεύσουν οι φίλοι και σύντροφοι να αποφασίσουν για την αδυναμία αυτής της πρωτοπορείας θα έλεγα να κρατήσουν τις απόλυτες επιφυλάξεις τους μακριά από την σκέψη σκεπτόμενοι την ιστορία της υπάρχουσας κομμουνιστικής πρωτοπορείας κατά τον μεσοπόλεμο. 
Ενώ φαίνονταν να υπάρχει μια υποχώρηση και ένας γραφειοκρατισμός της σταλινικής ηγεσίας αυτή ήταν που καθοδήγησε τον λαϊκό πόλεμο σχετικά επιτυχημένα. 
Ας μην χρησιμοποιηθεί ως επιχείρημα η αποτυχία της μετά το τέλος του β' παγκόσμιου αφού ήταν αποτέλεσμα μάλλον των ακραία δυσμενών συσχετισμών δύναμης για την επιτυχία της επανάστασης και όχι των όποιων λαθών της κατά την διάρκεια του ταξικού εμφύλιου. 
Να σκεφτόμαστε και να μην παθιαζόμαστε ενάντια στο (τότε, έστω) κ.κ.ε . 
Αντίθετα, οι όποιοι αντιπολιτεύομενοι (τροτσκιστές, λικβινταριστές) αλλά και η ήδη υπάρχουσα μετριοπαθής πτέρυγα του μετώπου που ενσωματώνονταν στο εαμ είχαν και έχουν τις περισσότερες αποτυχίες. 
Η σταλινική ηγεσία καθοδήγησε με συνέπεια τον λαϊκό πόλεμο και αυτό "πιστώνεται" προσωπικά κυρίως στον Ν.Ζαχαριάδη και τον Α.Βελουχιώτη, παρά τις αντιθέσεις τους και την υποκρυπτόμενη διαφορετική τους στρατηγική. 
Ας μην ξεχνάμε βέβαια πως όχι μόνον ο Ζαχαριάδης αλλά και ο Βελουχιώτης ήταν συνεπείς υποστηρικτές του πλειοψηφικού ρεύματος (του "σταλινισμού") μέσα στο τότε παγκόσμιο κομμουνιστικό κίνημα. 
Αυτή η συνεπής και διαλεκτική καθοδήγηση, το παράδειγμα της θυσίας και η έντιμη εμμονή στην μαρξιστική-κομμουνιστική θεωρία και πρακτική, παρά την ήττα, η οποία ήταν αποτέλεσμα όχι των όποιων λαθών αλλά του αρνητικού συσχετισμού δυνάμεων, είναι και τα αίτια της επιβίωσης του κκε παρά την σχεδόν ολοκληρωτική ήττα του κομμουνισμού παγκοσμίως. 
Το ζήτημα είναι πως ό,τι ήταν μέχρι ένα σχετικά ώριμο "αντικειμενικό σημείο" του ιμπεριαλιστικού καπιταλισμού εφικτό να ενσωματωθεί και χρησιμοποιηθεί από την μαρξιστική θεωρία και στρατηγική έχει σήμερα αλλάξει ριζικά. Σας είναι γνωστό πως δεν ισχυρίζομαι πως είμαι κατά κανέναν τρόπο μαρξιστής (λενινιστής) κ.ο.κ . 
Η απάρνηση από μέρους μου του μ-λ σχήματος όμως έχει να κάνει (θεωρώ) με την αδυναμία του μ-λ (και του μαρξισμού και μόνον..) να αντιμετωπίσει τις δυνάμεις του ύστερου υπερώριμου ιμπεριαλιστικού καπιταλισμού και τα ιστορικά καθήκοντα της επαναστατικής θεωρίας και πράξης. 
Βέβαια κάθε μη-μαρξιστική νεο-μαρξιστική ή "μετα-μαρξιστική" άποψη και θέαση συνήθως τάσσεται με το αντίθετο ιμπεριαλιστικό στρατόπεδο. 
Αλλά αυτό δεν σημαίνει τίποτα αν ο σκοπός μας είναι η αντικαπιταλιστική ανατροπή και η επικράτηση του λαϊκού-εργατικού κόσμου. 
Ένα σημαντικό σημείο των στρατηγικών μας αναζητήσεων είναι και το "θέμα" του λαϊκού πολέμου. 
Σήμερα ξεκαθαρίσαμε πως η μη-μαρξιστική τοποθέτηση δεν σημαίνει πως πρέπει να αμφισβητήσουμε μηδενιστικά τις ιστορικές παρακαταθήκες του λαϊκού στρατοπέδου. 
Απλά προχωράμε.  Για να προχωρήσουμε όμως δεν πρέπει να κολλήσουμε στην άθλια λάσπη του τρέχοντος χυδαίου "αντι-σταλινισμού". 
Να προχωρήσουμε σημαίνει πρώτα να υπερασπιστούμε την λενινιστική (και "σταλινική") παράδοση, τον μαρξισμό, και έπειτα να κάνουμε έμπρακτη και συγκεκριμένη θεωρητική κριτική τους και δημιουργία νέων θέσεων. 
Σε επόμενες δημοσιεύσεις μου θα πραγματοποιήσω μια πιο συγκεκριμένη σύνθεση των αντιρρητικών μου τοποθετήσεων.













Ι.Τζανάκος

Παρασκευή, 23 Μαΐου 2014

Τίποτα δεν θα γίνει. Δεν θα γίνει τίποτα..




Η συνεχής διάψευση των προσδοκιών των ανθρώπων που θέλουν να ονομάζουν "λαϊκούς" ή "απλούς" δεν φαίνεται να τροφοδοτεί εκείνες τις δυνάμεις που έχουν ως στρατηγικό τους σκοπό την δημιουργία μιας κοινωνίας χωρίς εκμετάλλευση, άρα μιας κοινωνίας που θα παρείχε τις δυνατότητες για μια λελογισμένη και πραγματική υλοποίηση αυτών των προσδοκιών.
Γιατί συμβαίνει αυτό;
Διαβάστε αλλού τους λόγους. Θα βρείτε πολλές σοφολογιώτατες αναλύσεις που μπορούν να ικανοποιήσουν την φιλομάθειά σας και τις διανοητικές και ψυχικές σας ανάγκες.
Εγώ θα σας πω το εξής: 
Δεν πρόκειται να γίνει τίποτα. Τίποτα δεν πρόκειται να γίνει.
Ή μάλλον πολλά πρόκειται να γίνουν αλλά δεν βλέπω να γίνεται κάτι που να δείχνει έναν ορίζοντα υλοποίησης των προαναφερθέντων σκοπών. 
Υπάρχουν αυτοί οι σκοποί; Υπάρχουν σε γενική, αφηρημένη, και απροσδιόριστη μορφή που συνοψίζεται σε δύο τρείς φράσεις που περιέχουν αλήθεια όπως αλήθεια περιέχει η φράση "η γη κινείται". Δεν πρόκειται για μικρή αλήθεια αν μάλιστα σκεφτεί κανείς πως οι περισσότεροι "πολίτες" πιστεύουν πως η "κοινωνική γη" είναι ακίνητη και πως όλο το σύμπαν περιστρέφεται γύρω από τις ιδέες της ατομικής ιδιοκτησίας, του ατομικού πλουτισμού κ.λ.π Αλλά είναι λίγα αυτά που κατέχονται ως αλήθεια με την έννοια που αναφέραμε, αν κατέχονται. Και επιπλέον τυχαίνει η αλήθεια που κατέχεται να αντλεί την όποια δύναμή της μόνον από την ανωτερότητά της απέναντι στην κοινωνική ανοησία και τον ανορθολογισμό που φανερώνει ο κοινωνικός "γεωκεντρισμός". Αυτή η αλήθεια είναι λίγη αν και μπορεί να κάνει τους κατόχους της να βαυκαλίζονται και να αυτο-επιβεβαιώνονται όσο αντιμετωπίζουν το προφανές της ανοησίας και του ψεύδους των (ιδεολογικών) αντιπάλων τους. 
Θα μου πείτε: άνθρωπέ μου τι θέλεις να μας πεις; Τι σχέση έχουν όλα αυτά με την δική σου αυθαίρετη εντύπωση ότι δεν θα γίνει τίποτα;
Ξέρω και γω; Δεν μπορώ να καταλάβω εγώ, είμαι πολύ μικρός και ασήμαντος για να ξέρω, δεν έχω τα διανοητικά μέσα για να θεμελιώσω την εντύπωσή μου, και έτσι αρκούμαι στις δικές μου "υποκειμενικές" εντυπώσεις που όμως θα επιβεβαιωθούν από τα πράγματα. Καλά όμως! Θα έπρεπε να συστηματοποιήσω αυτές τις εντυπώσεις και να εκθέσω τους λόγους που τις μορφοποιούν μήπως και ανακαλύψουν οι σοφολογιώτατοι κάτι από την "ψυχή" του κόσμου, μιας και μπορώ να ισχυριστώ πως γυρνάω τον κόσμο, ακούω τα πάντα, ρουφάω τα πάντα γύρω μου χωρίς ποτέ να υποκύπτω στις κυνικές και αχρείες φιλοσοφίες που ενστερνίζονται όσοι ισχυρίζονται λίγο ως πολύ ότι κάνουν αυτό το πράγμα. Αυτό κάνω αν δεν το έχετε καταλάβει και κάθε "φιλοσοφική" φράση που κατορθώνω μετά κόπου να γράψω εδώ είναι προϊόν αυτής της καταγραφής. Για να το πω κάπως απλούστερα. Δεν έχω κανέναν λόγο να συνεχίζω αυτή την μοναχική καταγραφή, ούτε νοιάζομαι να ελπίσω σε κάτι, ή σε κάποια αναλαμπή από τον ρημαγμένο κόσμο που κοιτάω στα μάτια. Το μόνο που έχω να πω είναι αυτό: δεν θα γίνει τίποτα. Τίποτα δεν θα γίνει, που νά'ναι της προκοπής όμως. Γιατί πολλά θα γίνουν και "εμείς" είμαστε εξοπλισμένοι με νεροπίστολα απέναντι σε έναν πανίσχυρο εχθρό. Ο λαός καταλαβαίνει από αντιπαράθεση. Επίσης καταλαβαίνει κάποιους πολύ συγκεκριμένους πολεμικούς κώδικες και κανόνες. Μπορεί κανείς να καταλάβει ότι δεν υπάρχει κανένας τρόπος να γνωρίσει αυτό τον (παγκόσμιο) λαό αν δεν τηρήσει τους κανόνες του λαϊκού πολέμου; Ξέρω και γω; τι να ξέρω εγώ; Εγώ δεν ξέρω τίποτα. Εσείς ξέρετε, και είστε και γνώστες ότι η γη κινείται. Και όντως κινείται. Θα σας ψηφίζω εις τους αιώνας των αιώνων, όταν δεν οργίζομαι από την ικανότητά σας να χάνετε όλες τις μάχες και όλοι μαζί στα προβατίσια βοσκοτόπια θα βελάζουμε "η γη κινείται, η γη κινείται" όσο οι λύκοι θα γρυλλίζουν " η γη είναι ακίνητη, η γη είναι ακίνητη". Παράξενες σκέψεις παραμονές ευ-ρώ-εκ-λο-γών.

Καληνύχτα..




Ι.Τζανάκος 

Ευθύνη-Ενοχή..




Μιά από τις θεμελιακότερες λειτουργίες αυτής της διεργασίας που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε ως υποκειμενοποίηση είναι η ανάληψη και απόδοση της ηθικής και διοικητικής (πολιτικής) ευθύνης. 
Η ευθύνη έχει πολλές πλευρές και πτυχές και θεωρείται πως έχει μια βασική αμφίδρομη κατεύθυνση που οδηγεί από ένα ατομικό υποκείμενο σε κάποιο συλλογικό και αντίστροφα (χωρίς απόλυτη χρονική σειρά). 
Το αμφίδρομον της λειτουργίας της ευθύνης δεν μπορεί να αποχωριστεί όμως από μιά άλλη διεργασία υποκειμενοποίησης που αφορά την πιθανή απόδοση ενοχής. 
Συνήθως η απόδοση ευθύνης σηματοδοτείται με την αντίστοιχη απόδοση ενοχής. 
Τότε γίνεται εμφανής η δυσκολία να σχηματιστεί μια ευκρινής εικόνα του τι είναι "ευθύνη" εφόσον η ενοχή που πέφτει στους ώμους ενός ατόμου δεν μπορεί να διαχωριστεί από την ευθύνη που σχηματίστηκε κατά κύριο λόγο με την συνύφανση της δράσης του με κάποιο συλλογικό υποκείμενο που συνήθως προϋπήρχε του ατόμου και στο οποίο αυτό είναι τις περισσότερες φορές υποχρεωμένο να συμμετέχει ακόμα και για να επιβιώσει. 
Είναι αδύνατον να κατανοήσουμε την έννοια και την κατάσταση που λέγεται "ευθύνη" χωρίς να προσδιορίσουμε την αρνητική της σημασία μέσω της ατομικής δράσης, αλλά από την άλλη είναι αδύνατον να περιοριστούμε σε αυτή την δράση λες και τάχα μπορεί να σταθεί έστω και μια μέρα χωρίς την εμπλοκή σε ένα συλλογικό σώμα. 
Όμως εδώ τα πράγματα αρχίζουν πραγματικά να μπερδεύονται εφόσον η ίδια η συνύφανση που προαναφέραμε μπορεί να λειτουργήσει σαν απενοχοποιητική κολυμβήθρα του Σιλωάμ. Βρισκόμαστε λοιπόν σε ένα τοπολογικό προσδιορισμό της ανθρώπινης ύπαρξης που είναι αρκετά ευεπίφορος για να ανθίσουν διαλεκτικές, επιχειρηματολογίες, σοφιστείες, και πολλαπλοί προσδιορισμοί που έχουν ωστόσο την εγγραφή μιας τελικής ή επιτελεστικής κατάληξης. 
Είναι αναπόφευκτο ακόμα και οι πιό σύνθετες και εκλεπτυσμένες οριοθετήσεις της "ευθύνης-ενοχής" σε σχέση με την ατομικότητα ή την συλλογικότητά της να καταλήξουν κάπου, και αυτό το κάπου έχει έναν "ατομικό" χαρακτήρα.
Το όλο σχήμα της σκέψης καταλήγει σε ένα "οφείλεις". Αλλά τότε έχουμε να αντιμετωπίσουμε ως "άτομα" και εμείς μιά ιδιαίτερα "ενοχοποιητική" εκδοχή του πλέγματος "ευθύνη-ενοχή". 
Δεν γνωρίζω αν είναι αυτό ιδιαίτερα παραγωγικό από την σκοπιά μιας θεωρίας και μιας πρακτικής που σαν σκοπό της θέτει την απαλλαγή των ανθρώπων από τα βάρη καταναγκαστικών επιταγών και εντολών. 
Δεν ισχυρίζομαι βέβαια πως είναι δυνατόν να υπάρξει έστω και στοιχειώδης συγκρότηση του υποκειμένου χωρίς να υπάρχει ένα είδος πλέγματος όπως αυτό που προαναφέραμε, άρα χωρίς και ένα είδος υπ-ευθυνότητας του συγκροτούμενου υποκειμένου σε σχέση μάλιστα και με ένα ξεκάθαρο νομικό σύστημα εξωτερικών καταναγκασμών. 
Όμως υποτίθεται πως το θέμα είναι να αλλάξει η ισορροπία της κειμενικής υπόστασης αυτού του πλέγματος. Η θρησκευτική και εθνοτική παιδεία μαζί με τον θεματοφύλακα της ατομικής ιδιοκτησίας που είναι η οικογένεια (όπως την έχουμε γνωρίσει στις ταξικές κοινωνίες) έχουν δημιουργήσει μια απέραντη στρατιά από ενοχικούς και ταυτόχρονα ανεύθυνους ανθρώπους. 
Είναι παράδοξο να το βλέπουμε και ακόμη πιο παράδοξο να προσπαθούμε να το εντάξουμε αυτό στο σχήμα που προαναφέραμε. Υποτίθεται πως η ένταξη των ατόμων στην ιδιαίτερα ενοχοποιητική εκδοχή του πλέγματος "ευθύνη-ενοχή" θα τους καθιστούσε αν μη τι άλλο πειθαρχημένα όργανα μιας τάξης πραγμάτων που έχει ως προϋπόθεσή της την πειθαρχικά ελεγχόμενη και πειθαρχικά κατεσταλμένη συμπεριφορά. Αντίθετα όμως με τα δεδομένα της θεωρησιακής εκδοχής της θεωρίας τα άτομα (στις ταξικές, καταπιεστικές κοινωνίες) εκδηλώνουν έναν αυτο-αντιφατικό δυϊσμό. 
Είναι ταυτόχρονα (κατασταλτικά) πειθαρχημένα και αχρεία άτομα. 'Εχει συμβεί καταστολή των ορμών τους και ταυτόχρονα αυτές μπορούν να  εκδηλωθούν με τον πιο αχαλίνωτο και αλλοτριωμένο τρόπο. Έχουν εσωτερικεύσει όλες τις ενοχές του κόσμου και ταυτόχρονα θεωρούν και αισθάνονται πως αποτελούν το Αθώον. 
Είναι αρκετά προφανές το γεγονός πως αυτή η συνειδησιακή και ψυχική σύνθεση που μόλις περιγράψαμε αντανακλά την παραγωγική δομή μιας ταξικής κοινωνίας, και πως η ιδιαίτερη μορφή της ταξικής κοινωνίας δημιουργεί και ιδιαίτερες μορφές αυτής. Έτσι σήμερα μπορούμε να ισχυριστούμε φουκωϊκά πως έχουμε μια αστική "κοινωνία ελέγχου" που έχει αντικαταστήσει την "πειθαρχική" αστική κοινωνία κ.λ.π 
Αυτό που δεν έχει διευκρινιστεί είναι πως θα αφαιρεθεί συγκεκριμένα όλο αυτό το βάρος και όλη αυτή η σκαρταδούρα από τις συνειδήσεις των ανθρώπων χωρίς να προτάσσεται ως εναλλακτική ηθική (προς την αστική ηθική της "ευθύνης") μόνον μια γενική κοινωνικοποιημένη συνείδηση που θα αντιστοιχεί σε μια γενική κοινωνικοποιημένη κοινωνία και οικονομία, χωρίς να (προ-)καθοριστεί όπως θα έπρεπε, έστω σχηματικά, η συγκεκριμένη μορφή τόσο τής κοινωνικοποιημένης οικονομίας όσο και τής κοινωνικοποιημένης (ηθικής) συνείδησης. 
Θεωρώ πως η αδυναμία πρόταξης ενός συγκεκριμένου κοινωνικοποιητικού μοντέλου είναι σύμμετρη και στις δύο εκφάνσεις της πραγματικότητας, δηλαδή την υλική παραγωγή και την συνείδηση.











Ι.Τζανάκος      

Τρίτη, 20 Μαΐου 2014

Ψήφος..



Η φανέρωση της ουσίας του κόσμου δεν είναι το προϊόν μιας άμεσης αντανάκλασής της στην ανθρώπινη συνείδηση αλλά προϋποθέτει θεωρητικές και πραξιακές διαμεσολαβήσεις που περιέχουν τον σωματικό και διανοητικό μόχθο και την συντελεσθείσα εργασία και δημιουργία μυριάδων ανθρώπων. Αυτή και μόνο η διαπίστωση αρκεί για να κάνει έναν άνθρωπο να στοχαστεί αλλά η ίδια η κίνηση της καθημερινής ζωής εμποδίζει την ολοκλήρωση του αναπόφευκτου στοχασμού αφού αυτή η ίδια η πραγματικότητα που περιέχει ως απόλυτο καθορισμό της την συντελεσθείσα και συντελούμενη διαμόρφωσή της είναι σήμερα θαρρείς αλυσοδεμένη από μια ροϊκότητα λήθης. 
Είναι παράδοξο να διαπιστώνεις πως η λήθη και το αλυσόδεμα που είναι και σημαίνει αυτή δεν προσδιορίζεται σήμερα ως ακινησία αλλά ως ακαθόριστη και απροσδιόριστη κίνηση:
Η πραγματικότητα ως φυλακή της ουσίας μέσα σε μια επιδερμική φαινομενικότητα που δεν την φανερώνει εκφράζοντάς την σε μια σχετικά σταθερή μορφή αλλά την αποκρύπτει δημιουργώντας μια διαρκή και ατελεύτητη ολίσθηση σε ένα εικονικό τίποτα. 
Είναι περισσότερο αναγκαίο σήμερα ο άνθρωπος να επιστρέψει στις πηγές της ύπαρξής του χωρίς να παρασύρεται από αυτή την επιδερμική φαινομενικότητα που έχει ντυθεί τη μορφή τής ατελεύτητης κίνησης και μιας διεργασίας χωρίς ουσιαστικό υπόβαθρο. Η ζωή είναι ένα χαρούμενο παιχνίδι ενός παιδιού μόνον αν αυτό το παιδί πατάει στο σταθερό έδαφος της κοινής κοσμικής ουσίας του ανθρώπινου, και αυτό το σταθερό έδαφος δεν είναι άλλο από τον μόχθο της εργασίας και της δημιουργίας. Μόνον τότε μπορεί κανείς να αντικρύσει την μαγική ουσία του κόσμου όταν τον έχει δουλέψει με όλα τα διαθέσιμα μέσα του κορμιού και της σκέψης του, και μόνον τότε μπορεί κανείς να χαθεί στον ορίζοντα της άσκοπης αλήθειας όταν έχει ζυμωθεί με τον πόνο της μορφοποίησης αυτού του κόσμου.
Αλλά σήμερα το μόνο που έχει μείνει διαθέσιμο στα χέρια της πλειονότητας του εργαζόμενου πληθυσμού είναι ένας εφιάλτης από υπολογισμένες θυσίες και η προοπτική της αλληλοσφαγής και του μαζικού αλληλο-εξανδραποδισμού. Γιατί ο μοναδικός τρόπος να εκφραστεί η αντίθεση σε αυτό τον κόσμο ως μια νόμιμη αντίθεση, δηλαδή ως μια μη πραγματική αντίθεση, είναι να στραφεί ο αδερφός ενάντια στον αδερφό, το ένα έθνος ενάντια στο άλλο, ο ένας τόπος ενάντια σε έναν άλλο. Και ας μη  νομίζει κανείς πως αυτή η "αντίθεση" περιορίζεται στον "εθνοτικό" προσανατολισμό της παγίδας αυτής αλλά σε όλο το μήκος και το πλάτος των τοπικών προσδιορισμών. Ήδη οι "χώρες" δεν είναι αυτό που "σκόπευαν" μάταια να γίνουν αλλά ένα διάστημα που περιέχει άπειρες και απροσπέλαστες αποστάσεις και οι τόποι τους τα εδάφη των μικρονοϊκών αναδιπλώσεων των κυνηγημένων σε μια φανταστική πατρίδα. Η έκταση που χωρίζει τα άτομα που απαρτίζουν συνειδητά ή ασύνειδα το καπιταλιστικό σύστημα συνεχώς μεγαλώνει και μπαζώνεται με νοσηρές ιδέες ετερότητας που εργαλειοποιούνται από τους ενεργούς φορείς του χωρίς κανείς να γνωρίζει τις ακριβείς συνέπειες αυτής της εργαλειοποίησης. Και με αυτό τον ίδιο τρόπο (σε ένα "ανώτερο" επίπεδο) έχουν σχηματιστεί όλες οι παρατάξεις του ανορθολογικού ορθολογισμού και του αμιγούς (επιστημονικού-εκσυγχρονιστικού) ορθολογισμού που αντιπαλεύουν σαν να είναι αδύνατον να υπάρξει ένα συνθετικό σχήμα σκέψης και δράσης που να εκφράζει και να ικανοποιεί τις ουσιαστικές ανάγκες του μοχθούντος ανθρώπου. Συνεχώς πυροδοτούνται εξωπραγματικές αντιθέσεις και ανοίκειες αναζητήσεις που παραπέμπουν τα αιτήματα για μια αληθινή ζωή στην επιλογή του ενός ή του άλλου μοντέλου ορθολογικής διαχείρισης του υφιστάμενου αστικού κόσμου με δεδομένη την λήθη της ενεργού ουσίας του κοινωνικού κόσμου που είναι η εργασία και χωρίς φυσικά να πραγματοποιείται η αναγκαία αναγωγή σε αυτή την ουσία. Αυτή η λήθη έχει λάβει δε και θεωρητική μορφή ή σέρνεται σαν "απλή" κουβεντούλα μέσα στο πλήθος όλων αυτών που έχουν επιφορτιστεί με το καθήκον να κουβαλήσουν όλους στην πλάτη τους εργαζόμενοι στις πληκτικότερες και κουραστικές εργασίες. 
Λαμβάνοντας υπόψιν και μόνον τα προηγούμενα χωρίς να επεκταθούμε στα ζητήματα που αφορούν την κριτική καταδίκη της δυτικής-ιμπεριαλιστικής αθλιότητας που θα μπορούσε να αποτελέσει έναν ακόμα λόγο για να αποφασίσει κανείς, και χωρίς να έχω την παραμικρή πρόθεση να ασχοληθώ με τις διάφορες μικρονοϊκές αντιπαραθέσεις που συμβαίνουν συνήθως σε όλους τους χώρους προτείνω στους φίλους να περιορίσουν αυστηρά την ψήφο τους στα ψηφοδέλτια του κ.κ.ε και της ανταρσύα, εφόσον είναι οι μοναδικοί χώροι που παίρνουν στα σοβαρά την σημασία της ενεργού ουσίας του ανθρώπινου κόσμου.









Ι.Τζανάκος

Κυριακή, 18 Μαΐου 2014

Big bang Το πρώτο δευτερόλεπτο

Η ΙΔΙΟΦΥΙΑ ΤΟΥ ΔΑΡΒΙΝΟΥ(ΚΕΦ.3)greek subs 5/5

Η ΙΔΙΟΦΥΙΑ ΤΟΥ ΔΑΡΒΙΝΟΥ(ΚΕΦ.3)greek subs 4/5

Η ΙΔΙΟΦΥΙΑ ΤΟΥ ΔΑΡΒΙΝΟΥ(ΚΕΦ.3)greek subs 3/5

Η ΙΔΙΟΦΥΙΑ ΤΟΥ ΔΑΡΒΙΝΟΥ(ΚΕΦ.3)greek subs 2/5

Η ΙΔΙΟΦΥΙΑ ΤΟΥ ΔΑΡΒΙΝΟΥ(ΚΕΦ.3)greek subs 1/5

Στα άδυτα του εγκεφάλου της συνείδησης & της σκέψης

Ο Μπέρτραντ Ράσελ για το Θεό (1959) - [Ελληνικοί Υπότιτλοι]

Σάββατο, 17 Μαΐου 2014

Βασικές δημοσιεύσεις από physicsgg..


physicsgg

 

Ένα τούβλο είναι ουσιώδες αντικείμενο;


Posted on 31/07/2013
 
Ο Richard Feynman θέτει φιλοσοφικά ερωτήματα..

Στο Scientific American δημοσιεύθηκε πριν από λίγες ημέρες ένα ενδιαφέρον άρθρο με τίτλο Feynman on Biology της Christina Agapakis. Και δεν θα μπορούσε βέβαια να μην αναφέρεται στις εμπειρίες που περιγράφει o Feynman, από την σύντομη ενασχόλησή του με την Βιολογία, στο βιβλίο του “Σίγουρα θα αστειεύεστε κύριε Φάϊνμαν“. 
Την εποχή που ο Feynman εκπονούσε την διδακτορική του διατριβή στο Πανεπιστήμιο του Πρίνστον, σε κάποια στιγμή, αποφάσισε να συναναστρέφεται με φοιτητές άλλων τμημάτων για να “μάθει τι κάνει ο υπόλοιπος κόσμος”.
 Έτσι του δόθηκε ευκαιρία να ασχοληθεί και με την Βιολογία – παρακολουθώντας παραδόσεις, εκτελώντας πειράματα, να δώσει μια σχετική διάλεξη στο τμήμα Βιολογίας του Harvard και να γράψει επιστημονικές εργασίες, που προκάλεσαν μάλιστα και το ενδιαφέρον του Watson, ο οποίος μάλιστα του πρότεινε συνεργασία! (Οι Watson και Crick μόλις είχαν ανακαλύψει την διπλή έλικα του DNA).
Τα παραπάνω περιγράφονται στο κεφάλαιο με τίτλο “Ο χάρτης της γάτας”. Όμως, στο ίδιο κεφάλαιο, περιγράφει επίσης και την αλληλεπίδρασή του με τον τομέα της Φιλοσοφίας. Που μπορεί να είναι πολύ μικρότερης διάρκειας σε σχέση με την Βιολογία, αλλά είναι περισσότερο διασκεδαστική …
Ιδού λοιπόν πως περιγράφει ο ίδιος τις “φιλοσοφικές” εντυπώσεις του:
«…. Στην τραπεζαρία του Πρίνστον συνηθιζόταν οι φοιτητές να κάθονται κατά τμήματα.
Καθόμουν λοιπόν με τους φυσικούς, αλλά κάποια στιγμή σκέφτηκα ότι καλό θα ήταν να μάθω τι κάνει και ο υπόλοιπος κόσμος.
Έτσι αποφάσισα να κάθομαι ανά μία ή δυο εβδομάδες και με κάποιο άλλο τμήμα.
Όταν κάθισα με τους φοιτητές της φιλοσοφικής, άκουσα να συζητούν πολύ σοβαρά για ένα βιβλίο του Whitehead με τίτλο “Process and Reality” (Διεργασία και πραγματικότητα).
Χρησιμοποιούσαν δυσνόητες λέξεις με έναν αστείο τρόπο, και δύσκολα μπορούσα να καταλάβω τι έλεγαν.
Δεν ήθελα, βέβαια, να διακόπτω τη συζήτησή τους και να ζητώ να μου εξηγήσουν τι εννοούσαν, αν και τις ελάχιστες φορές που το έκανα δεν βοήθησε καθόλου, αφού δεν κατάφερα να μπω στο πνεύμα τους.
Τελικά με κάλεσαν στο σεμινάριό τους.
Υπήρχε προγραμματισμένη εβδομαδιαία συνάντηση, όπου συζητούσαν ένα νέο κεφάλαιο από το βιβλίο.
Κάποιος έκανε την παρουσίαση, και ακολουθούσε συζήτηση.
Πήγα στο σεμινάριο έχοντας υποσχεθεί στον εαυτό μου να κρατήσω το στόμα μου κλειστό, αφού δεν ήξερα τίποτα σχετικά με το θέμα.
Θα έκανα τον τουρίστα.
Η συμπεριφορά μου ήταν τυπική, απίστευτα τυπική.
Πράγματι, για αρκετή ώρα κάθισα χωρίς να πω λέξη – πράγμα σχεδόν απίστευτο για μένα, αλλά αληθινό.!
Ένας φοιτητής αναφέρθηκε στο υπό συζήτηση κεφάλαιο.
Σε αυτό ο συγγραφέας χρησιμοποιούσε τις λέξεις “ουσιώδες αντικείμενο” με έναν εξεζητημένο τεχνικό τρόπο, τον οποίο προφανώς είχε εξηγήσει προηγουμένως, αλλά εγώ δεν μπορούσα να καταλάβω.
Έπειτα από μια μεγάλη συζήτηση περί “ουσιώδους αντικειμένου”, ο καθηγητής που συντόνιζε το σεμινάριο διατύπωσε κάποιες διευκρινήσεις, σχεδιάζοντας συγχρόνως στον πίνακα κάτι που έμοιαζε με κεραυνούς, και πρόσθεσε: Κύριε Feynman, θα λέγατε ότι ένα ηλεκτρόνιο είναι “ουσιώδες αντικείμενο”;
Λοιπόν, είχα μπλέξει!  Παραδέχτηκα ότι δεν είχα διαβάσει το βιβλίο, οπότε δεν ήξερα τι εννοούσε ο συγγραφέας με τη φράση αυτή.
Εξήγησα ότι είχα πάει μόνο για να παρακολουθήσω.
“Αλλά” πρόσθεσα “θα προσπαθήσω να απατήσω στην ερώτηση του κυρίου καθηγητή αν εσείς πρώτα απαντήσετε σε μια δική μου ερώτηση, ώστε να αντιληφθώ καλύτερα τι σημαίνει ουσιώδες αντικείμενο. Ένα τούβλο είναι ουσιώδες αντικείμενο;”.
Ήθελα να εξακριβώσω εάν πίστευαν ότι κάτι θεωρητικά υπαρκτό είναι ουσιώδες αντικείμενο.
Το ηλεκτρόνιο είναι μια θεωρητική οντότητα, αλλά τόσο χρήσιμο στην κατανόηση του τρόπου με τον οποίο λειτουργεί η φύση ώστε το θεωρούμε σχεδόν πραγματικό.
Ήθελα λοιπόν να τους κάνω να καταλάβουν τι είναι η θεωρία χρησιμοποιώντας την αναλογία·  στη συνέχεια θα τους ρωτούσα “Πιστεύετε πως το εσωτερικό του τούβλου είναι ουσιώδες αντικείμενο;” και θα επισήμαινα ότι κανείς δεν έχει δει την εσωτερική του δομή, διότι ακόμη κι αν σπάσεις ένα τούβλο, βλέπεις πάντα μόνο μια επιφάνεια.
Το ότι έχει εσωτερική δομή είναι μια θεωρία που μας βοηθάει να καταλαβαίνουμε τη φύση των πραγμάτων καλύτερα, όπως συμβαίνει και με τα ηλεκτρόνια. Έτσι, άρχισα ρωτώντας: “Το τούβλο είναι ένα ουσιώδες αντικείμενο;”


Αμέσως έπεσαν βροχή οι απαντήσεις. Ο πρώτος είπε: “Ένα τούβλο συγκεκριμένο, ως ξεχωριστό αντικείμενο μπορεί να θεωρηθεί ουσιώδες αντικείμενο κατά Whitehead”.
Ένας άλλος φώναξε: “Όχι, το καθένα χωριστά δεν είναι· η γενική μορφή που χαρακτηρίζει όλα τα τούβλα, η τουβλικότητα, είναι ουσιώδες αντικείμενο”.
Ο επόμενος είχε διαφορετική άποψη: “Η έννοια δεν βρίσκεται στα ίδια τα τούβλα αλλά στο μυαλό μας. Ουσιώδες αντικείμενο είναι η εικόνα που σχηματίζεται στο νου μας όταν σκεφτόμαστε ένα οποιοδήποτε τούβλο”.
Μετά σηκώθηκε άλλος, ύστερα κι άλλος, και πολλοί ακόμη, και σας ορκίζομαι ότι δεν είχα ξανακούσει τόσο πολυμήχανες και εφευρετικές απόψεις σχετικά με το πώς βλέπουμε ένα τούβλο.
Και ακριβώς όπως θα ταίριαζε σε κάθε ιστορία με φιλοσόφους, έτσι και αυτή έκλεισε μέσα στο απόλυτο χάος.
Σε όλες τις προηγούμενες συζητήσεις τους δεν είχαν καν αναρωτηθεί αν ένα τόσο απλό αντικείμενο – όσο το τούβλο – είναι ουσιώδες αντικείμενο …..»
Πηγή: Richard P. Feynman: “Σίγουρα θα αστειεύεστε κύριε Φάϊνμαν”, εκδόσεις κάτοπτρο





Ένα σύμπαν από το τίποτε


Posted on 06/03/2013



universe

Διαβάστε επίσης: Η δημιουργία του σύμπαντος από το απόλυτο τίποτα
Όταν λέμε ότι το σύμπαν δημιουργήθηκε από «τίποτε» σε πρώτη φάση θα μπορούσαμε να θεωρούμε ως τίποτε τον κενό χώρο. (…) ο κενός χώρος είναι πολύπλοκος. Μοιάζει με σούπα δυνάμει σωματιδίων που κοχλάζουν, και τα οποία δημιουργούνται σε χρονικά διαστήματα τόσο σύντομα ώστε δεν μπορούμε να τα δούμε άμεσα. Τα δυνάμει σωματίδια υποδηλώνουν μια βασική ιδιότητα των κβαντικών συστημάτων. Στην καρδιά της κβαντικής μηχανικής βρίσκεται ο κανόνας που λέει, πως όταν δεν υπάρχει παρατηρητής, τα πάντα μπορούν να γίνουν.
Τα συστήματα, δηλαδή, συνεχίζουν να εξελίσσονται, έστω και στιγμιαία, ανάμεσα σε όλες τις δυνατές καταστάσεις, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που δεν επιτρέπονταν. Αυτές οι «κβαντικές διακυμάνσεις» αποκαλύπτουν ένα βασικό χαρακτηριστικό του κβαντικού κόσμου: από το τίποτε μπορεί να παραχθεί κάτι.(…)
Ωστόσο αν λάβουμε υπόψη μας τη σύνθεση κβαντικής μηχανικής και γενικής σχετικότητας, μπορούμε να επεκτείνουμε το επιχείρημα για να υποστηρίξουμε την αναγκαστική δημιουργία του ίδιου του χώρου.(…) Η επέκταση της κβαντικής μηχανικής με σκοπό να συμπεριλάβουμε ένα τέτοιο ενδεχόμενο δεν είναι εύκολη υπόθεση, αλλά προς αυτή την κατεύθυνση κινείται ο φορμαλισμός που ανέπτυξε ο Richard Feynman, και οδήγησε στη σύγχρονη κατανόηση της προέλευσης των αντισωματιδίων. Οι μέθοδοι του Feynman εστιάζονται στο βασικό γεγονός, ότι τα κβαντομηχανικά συστήματα εξερευνούν όλες τις δυνατές διαδρομές, ακόμη κι εκείνες που κλασικά απαγορεύονται, καθώς εξελίσσονται στον χρόνο.
Για να το διερευνήσει, ο Feynman ανέπτυξε έναν «φορμαλισμό άθροισης διαδρομών». Σε αυτή τη μέθοδο, εξετάζουμε όλες τις δυνατές διαδρομές που μπορεί να ακολουθήσει ένα σωματίδιο μεταξύ δυο σημείων. Έπειτα, αποδίδουμε σε κάθε διαδρομή μια σταθμισμένη πιθανότητα, που βασίζεται σε καλά ορισμένες αρχές της κβαντικής μηχανικής και, στη συνέχεια, αθροίζουμε όλες τις διαδρομές ώστε να καταλήξουμε σε τελικές (πιθανοκρατικές) προβλέψεις για την κίνηση των σωματιδίων. Ο Stephen Hawking ήταν ένας από τους πρώτους επιστήμονες που αξιοποίησαν πλήρως την ιδέα, στην ανάπτυξη μιας κβαντομηχανικής θεωρίας του χωροχρόνου (την ένωση του τρισδιάστατου χώρου μας με τη μία διάσταση του χρόνου από την οποία προκύπτει ένα τετραδιάστατο ενοποιημένο χωροχρονικό σύστημα, όπως απαιτείται από την ειδική θεωρία της σχετικότητας του Einstein).
Η μέθοδος Feynman, εστιάζοντας σε όλες τις δυνατές διαδρομές, συνεπαγόταν αποτελέσματα ανεξάρτητα από τις συγκεκριμένες χωρικές και χρονικές τιμές που αποδίδει κάποιος σε κάθε σημείο της διαδρομής. Επειδή, σύμφωνα με τη σχετικότητα, διαφορετικοί παρατηρητές που βρίσκονται σε σχετική κίνηση μεταξύ τους μετρούν διαφορετικά τις αποστάσεις και τους χρόνους, συνεπώς αποδίδουν διαφορετικές τιμές σε κάθε σημείο του χώρου και του χρόνου, ένας φορμαλισμός ανεξάρτητος από τις διαφορετικές τιμές που αποδίδουν οι διαφορετικοί παρατηρητές σε κάθε σημείο στον χώρο και στον χρόνο, είναι ιδιαιτέρως χρήσιμος. Και είναι εξαιρετικά χρήσιμος στην περίπτωση της γενικής σχετικότητας, όπου ο προσδιορισμός των χωρικών και χρονικών σημείων γίνεται εντελώς αυθαίρετα και διαφορετικοί παρατηρητές σε διαφορετικά σημεία σε ένα βαρυτικό πεδίο μετρούν αποστάσεις και χρόνους διαφορετικά. Στη γενική σχετικότητα, όλα όσα προσδιορίζουν τελικά τη συμπεριφορά των συστημάτων είναι γεωμετρικές ποσότητες, όπως η καμπυλότητα, η οποία αποδεικνύεται ανεξάρτητη από όλες τις μεθόδους προσδιορισμού τιμών.
Η γενική σχετικότητα – από όσα τουλάχιστον γνωρίζουμε – δεν βρίσκεται σε πλήρη συμφωνία με την κβαντική μηχανική, συνεπώς δεν υπάρχει καμιά απολύτως ξεκάθαρη μέθοδος ορισμού της τεχνικής άθροισης διαδρομών του Feynman στο πλαίσιο της γενικής σχετικότητας. Γι’ αυτό πρέπει να κάνουμε κάποιες εικασίες με βάση την αληθοφάνειά τους και κατόπιν να ελέγχουμε το νόημα των αποτελεσμάτων. Αν, λοιπόν, θέλουμε να εξετάσουμε την κβαντική δυναμική του χώρου και του χρόνου, πρέπει να διερευνήσουμε κάθε ξεχωριστή «άθροιση διαδρομών», καθεμία από τις οποίες αντιστοιχεί σε μια διαφορετική γεωμετρία που μπορεί να υιοθετήσει ο χώρος κατά τα ενδιάμεσα στάδια οποιασδήποτε διαδικασίας, όταν κυριαρχεί η κβαντική απροσδιοριστία. Αυτό σημαίνει πως πρέπει να λάβουμε υπόψη χώρους σε αυθαιρέτως μεγάλο βαθμό καμπυλωμένους σε μικρές αποστάσεις και μικρά χρονικά διαστήματα (τόσο μικρές αποστάσεις και μικρά χρονικά διαστήματα (τόσο μικρές και τόσο σύντομα που δεν μπορούμε να τα μετρήσουμε, με αποτέλεσμα να κυριαρχεί η κβαντική παραδοξότητα). Αυτοί οι αλλόκοτοι σχηματισμοί δεν μπορούν να παρατηρηθούν από μεγάλου μεγέθους κλασικούς παρατηρητές, όπως είμαστε εμείς. Ας εξετάσουμε, όμως, κάποια ακόμη πιο αλλόκοτα ενδεχόμενα.
Θυμηθείτε ότι στην κβαντική θεωρία του ηλεκτρομαγνητισμού, σωματίδια μπορούν να εμφανίζονται αυθαιρέτως από τον κενό χώρο, αρκεί να εξαφανίζονται πάλι μέσα σε ένα χρονικό διάστημα που καθορίζεται από την αρχή της αβεβαιότητας. Μήπως, λοιπόν, και στην κβαντική άθροιση των δυνατών χωροχρονικών σχηματισμών του Feynman, θα έπρεπε να εξετάσουμε την πιθανότητα αυθόρμητης εμφάνισης και εξαφάνισης μικρών, πιθανώς συμπαγών χώρων; Γενικότερα, τι μπορούμε να πούμε για χώρους που ίσως διαθέτουν «τρύπες» ή «λαβές», σαν ντόνατς βουτηγμένα στον χωρόχρονο; Τα ερωτήματα παραμένουν ανοιχτά. Ωστόσο, αν δεν βρεθεί ένας καλός λόγος για να αποκλειστούν τέτοιοι σχηματισμοί από την κβαντομηχανική άθροιση που προσδιορίζει τις ιδιότητες του εξελισσόμενου Σύμπαντος – και μέχρι στιγμής δεν γνωρίζω κάποιον τέτοιο λόγο – τότε, στο πλαίσιο μιας γενικής αρχής που ισχύει οπουδήποτε στη φύση (δηλαδή, πως οτιδήποτε δεν απαγορεύεται από τους νόμους της φυσικής πρέπει στην πραγματικότητα να συμβεί), η εξέταση αυτών των ενδεχομένων φαντάζει άκρως λογική.
Όπως έχει τονίσει ο Stephen Hawking, μια κβαντική θεωρία της βαρύτητας επιτρέπει τη δημιουργία, έστω και στιγμιαίως, του ίδιου του χώρου εκεί που πριν δεν υπήρχε. Παρότι με το επιστημονικό έργο του δεν επιχειρούσε να πραγματευθεί το αίνιγμα του «κάτι από το τίποτε», η κβαντική βαρύτητα έρχεται να δώσει απάντηση σε αυτό ακριβώς το ερώτημα. Τα «δυνάμει» σύμπαντα – οι πιθανοί μικροί συμπαγείς χώροι που μπορούν να εμφανιστούν και να εξαφανιστούν σε χρονικές κλίμακες τόσο μικρές ώστε αδυνατούμε να τους μετρήσουμε άμεσα – είναι συναρπαστικές θεωρητικές δομές, ωστόσο δεν φαίνεται να εξηγούν πως μπορεί να προκύψει μακροπρόθεσμα κάτι από το τίποτε, περισσότερο απ’ όσο το εξηγούν τα δυνάμει σωματίδια που ενοικούν τον κατά τα άλλα κενό χώρο.
Δεν πρέπει βεβαίως να ξεχνάμε ότι ένα μη μηδενικό πραγματικό ηλεκτρικό πεδίο, παρατηρήσιμο σε μεγάλες αποστάσεις από το φορτισμένο σωματίδιο – πηγή του, μπορεί να προκύψει από τη σύμφωνη εκπομπή πολλών εν δυνάμει φωτονίων μηδενικής ενέργειας, από το φορτίο. Αυτό συμβαίνει επειδή η εκπομπή δυνάμει φωτονίων μηδενικής ενέργειας δεν παραβιάζει τη διατήρηση της ενέργειας. Συνεπώς, με βάση την αρχή της αβεβαιότητας του Heisenberg, η ύπαρξή τους δεν περιορίζεται σε πολύ μικρά χρονικά διαστήματα. (Θυμηθείτε, επίσης, ότι η αρχή της αβεβαιότητας του Heisenberg δηλώνει πως η αβεβαιότητα που χαρακτηρίζει τη μέτρηση της ενέργειας ενός σωματιδίου, και συνεπώς την πιθανότητα η ενέργειά του να αλλάξει ελαφρώς εξαιτίας της εκπομπής και της απορρόφησης δυνάμει φωτονίων, είναι αντιστρόφως ανάλογη προς τον χρόνο παρατήρησής του. Επομένως, τα δυνάμει σωματίδια μπορούν ουσιαστικά να αφαιρέσουν ατιμωρητί μηδενική ενέργεια – δηλαδή, μπορούν να υπάρξουν για αυθαιρέτως μεγάλα χρονικά διαστήματα και να διανύσουν αυθαιρέτως μεγάλες αποστάσεις, πριν απορροφηθούν … οδηγώντας έτσι στην πιθανή ύπαρξη αλληλεπιδράσεων μακράς εμβέλειας μεταξύ φορτισμένων σωματιδίων. Αν το φωτόνιο είχε μάζα, και επομένως έφερε μη μηδενική ενέργεια εξαιτίας μιας μάζας ηρεμίας, η αρχή της αβεβαιότητας του Heisenberg θα συνεπαγόταν ότι το ηλεκτρικό πεδίο θα είχε μικρή εμβέλεια, επειδή τα φωτόνια θα διαδίδονταν για μικρά μόνο χρονικά διαστήματα πριν απορροφηθούν ξανά).
Σύμφωνα με ένα παρόμοιο επιχείρημα, δεν αποκλείεται η ύπαρξη ενός σύμπαντος που θα μπορούσε να εμφανιστεί αυθορμήτως χωρίς να χρειάζεται να εξαφανιστεί αμέσως μετά, εξαιτίας των περιορισμών που θέτουν η αρχή της αβεβαιότητας και η διατήρηση της ενέργειας. Δηλαδή, ένα συμπαγές σύμπαν με μηδενική ολική ενέργεια.(…)
απόσπασμα από το βιβλίο του Lawrence M. Krauss: “ΕΝΑ ΣΥΜΠΑΝ ΑΠΟ ΤΟ ΤΙΠΟΤΕ”, μετάφραση: Νίκος Αποστολόπουλος - εκδόσεις Τραυλός





Τι συνέβη πριν από τη Μεγάλη Έκρηξη..


“Non est mundus factus in tempore, sed cum tempore” - Άγιος Αυγουστίνος, Η πολιτεία του Θεού,11,6
Λοιπόν, τι συνέβη πράγματι πριν από τη Μεγάλη Έκρηξη; Τα περισσότερα παιδιά σχολικής ηλικίας κάνουν τους γύρω τους να σαστίζουν όταν θέτουν τέτοια ερωτήματα. Συνήθως αρχίζουν με απορίες σχετικά με το αν ο χώρος «είναι απέραντος», ή ποια είναι η προέλευση των ανθρώπων, ή πως σχηματίστηκε ο πλανήτης Γη. Στο τέλος, η σειρά των ερωτήσεων φαίνεται να επιστρέφει πάντοτε στην απαρχή των πραγμάτων: τη Μεγάλη Έκρηξη. «Αλλά, τι την προκάλεσε;» Τα παιδιά μεγαλώνουν με μια διαισθητική αντίληψη περί αιτίου και αποτελέσματος. Δεν είναι δυνατόν τα γεγονότα στον φυσικό κόσμο «απλώς να συμβαίνουν» Κάτι προκαλεί τη πραγμάτωσή τους. Ακόμη κι όταν ο ταχυδακτυλουργός βγάζει με πειστικό τρόπο ένα λαγό από το καπέλο του, υποψιαζόμαστε ότι υπάρχει κάποιο τέχνασμα. Επομένως, θα μπορούσε άραγε ολόκληρο το σύμπαν απλά να παρουσιαστεί ξαφνικά, ως δια μαγείας, χωρίς κανέναν απολύτως ουσιαστικό λόγο;
Αυτές οι απλές απορίες της σχολικής ηλικίας έχουν βασανίσει άπειρες γενιές φιλοσόφων, επιστημόνων και θεολόγων. Πολλοί αντιπαρήλθαν το θέμα ως ένα ανεξιχνίαστο μυστήριο. Άλλοι προσπάθησαν να το απαλείψουν. Οι περισσότεροι όμως κατέληγαν σε μια φοβερή αμηχανία απλώς και μόνο που το σκέφτονταν.
Στην απλούστερη μορφή του, το πρόβλημα είναι το ακόλουθο: Εάν τίποτε δεν συμβαίνει χωρίς αιτία, τότε κάτι πρέπει να προκάλεσε και την εμφάνιση του σύμπαντος. Ωστόσο, τότε αντιμετωπίζουμε το αναπόφευκτο ερώτημα τι προκάλεσε αυτό το κάτι κ.ο.κ., σε μια επ’ άπειρον αναδρομή. Ορισμένοι διακηρύσσουν απλά ότι ο Θεός δημιούργησε το σύμπαν, αλλά τα παιδιά θέλουν πάντοτε να γνωρίζουν ποιος δημιούργησε τον Θεό, και τούτη η σειρά ερωτημάτων γίνεται δυσάρεστα ακανθώδης.
Ένας τακτικός ελιγμός συνίσταται στο να ισχυριστούμε ότι το σύμπαν δεν είχε αρχή, ότι υπάρχει αιώνια. Δυστυχώς, αυτή η φαινομενικά εύλογη ιδέα αποδεικνύεται εσφαλμένη, για πολλούς επιστημονικούς λόγους….. Πρέπει να επισημάνουμε ότι, αν υπάρχει άπειρη ποσότητα χρόνου, τότε οτιδήποτε μπορεί να συμβεί, αφού, εάν είναι πιθανό να συμβεί μια φυσική διεργασία με μια συγκεκριμένη μη μηδενική πιθανότητα – οσοδήποτε μικρή – τότε, εφόσον υπάρχει άπειρη ποσότητα χρόνου, η διεργασία πρέπει να πραγματοποιηθεί, με πιθανότητα ίση με τη μονάδα. Μέχρι σήμερα, το σύμπαν θα έπρεπε να έχει καταλήξει σε κάποιο είδος τελικής κατάστασης, προς την οποία έχουν εξελιχθεί όλες οι δυνατές φυσικές διεργασίες. Επιπλέον, δεν εξηγούμε την ύπαρξη του σύμπαντος υποστηρίζοντας ότι αυτό υπήρχε ανέκαθεν. Κάτι τέτοιο είναι μάλλον σαν αν λέμε ότι ουδείς συνέγραψε την Αγία Γραφή: απλώς αντιγράφηκε από παλαιότερες εκδόσεις. Πέρα απ’ όλα αυτά, υπάρχουν πολύ πειστικές ενδείξεις ότι το σύμπαν πράγματι εμφανίστηκε με μια Μεγάλη Έκρηξη, πριν από δεκαπέντε δισεκατομμύρια χρόνια περίπου. Τα αποτελέσματα αυτής της αρχέγονης έκρηξης είναι σαφώς ανιχνεύσιμα σήμερα – στο γεγονός ότι το σύμπαν συνεχίζει να διαστέλλεται και είναι γεμάτο από μια μεταλαμπή θερμικής ακτινοβολίας.
Ερχόμαστε λοιπόν αντιμέτωποι με το πρόβλημα του τι συνέβη πρωτύτερα ώστε να προκληθεί η Μεγάλη Έκρηξη. Οι δημοσιογράφοι αρέσκονται να θέτουν αυτό το ερώτημα με σαρκαστική διάθεση στους επιστήμονες, όταν οι τελευταίοι διαμαρτύρονται για τα χρηματικά ποσά που διατίθενται για την επιστημονική έρευνα. Ουσιαστικά, η απάντηση (κατά τη γνώμη μου) έχει δοθεί προ πολλού, από κάποιον Αυγουστίνο της Ιππώνος, έναν άγιο της Χριστιανικής Εκκλησίας που έζησε τον 5ο αιώνα. Εκείνες τις προεπιστημονικές εποχές, η κοσμολογία ήταν κλάδος της θεολογίας, και ο σαρκασμός δεν προερχόταν από δημοσιογράφους αλλά από ειδωλολάτρες: «Τι έκανε ο Θεός πριν δημιουργήσει το Σύμπαν;» ρωτούσαν. «Έφτιαχνε την Κόλαση για κάτι σαν κι εσάς!», ήταν η καθιερωμένη απάντηση.
Ο Αυγουστίνος, όμως, ήταν πιο οξύνους. Το σύμπαν, ισχυρίστηκε, «δεν δημιουργήθηκε εν χρόνω (in tempore), αλλά μετά του χρόνου(cum tempore)».
Με άλλα λόγια, η απαρχή του σύμπαντος – αυτό που ονομάζουμε Μεγάλη Έκρηξη – δεν ήταν απλά η ξαφνική εμφάνιση της ύλης σ’ ένα αιώνια προϋπάρχον κενό, αλλά η γέννηση του ίδιου του χρόνου. Ο χρόνος άρχισε μαζί με το σύμπαν. Δεν υπήρχε «πριν», δεν υπήρχε κάποιος ατέλειωτος ωκεανός χρόνου για έναν θεό, ή για μια φυσική διεργασία, ώστε να σπαταληθεί σε μια προετοιμασία άπειρης διάρκειας.
Είναι αξιοσημείωτο ότι η σύγχρονη επιστήμη έχει καταλήξει, λίγο ως πολύ, στο ίδιο συμπέρασμα με τον Αυγουστίνο, βασιζόμενη σε ότι γνωρίζουμε σήμερα σχετικά με τη φύση του χώρου, του χρόνου και της βαρύτητας. Ο Άλμπερτ Αϊνστάιν ήταν αυτός που μας δίδαξε ότι ο χρόνος και ο χώρος δεν αποτελούν απλώς μια αμετάβλητη σκηνή στην οποία εκτυλίσσεται το μεγάλο κοσμικό δράμα, αλλά έχουν και αυτοί το ρόλο τους – συμμετέχουν στο φυσικό σύμπαν. Ως φυσικές οντότητες, ο χρόνος και ο χώρος μπορούν να μεταβάλλονται – να υφίστανται παραμορφώσεις – εξαιτίας βαρυτικών διεργασιών. Η θεωρία της βαρύτητας προβλέπει ότι υπό τις ακραίες συνθήκες που κυριαρχούσαν στο πρώιμο σύμπαν ο χώρος και ο χρόνος μπορεί να ήταν τόσο παραμορφωμένοι, ώστε να υπήρχε ένα σύνορο, ή «ανωμαλία», στην οποία η παραμόρφωση του χωρόχρονου να ήταν άπειρη, και συνεπώς αδύνατη η «προέκταση» του χώρου και του χρόνου πέρα από αυτήν. Έτσι, η φυσική προβλέπει ότι ο χρόνος είναι πράγματι «φραγμένος» προς το παρελθόν, όπως ισχυρίστηκε ο Αυγουστίνος. Ο χρόνος δεν εκτείνεται σ’ ένα αιώνιο παρελθόν.

Εάν η Μεγάλη Έκρηξη ήταν αρχή του ίδιου του χρόνου, τότε κάθε συζήτηση περί του τι συνέβη πριν από τη Μεγάλη Έκρηξη, ή περί του τι την προκάλεσε – με τη συνήθη έννοια της φυσικής αιτιότητας – απλώς δεν έχει νόημα. Βέβαια, πολλά παιδιά, αλλά και ενήλικοι, θεωρούν ανεπαρκή αυτή την απάντηση. Αντιτείνοντας ότι πρέπει να υπάρχει κάτι περισσότερο από αυτό.
Πράγματι υπάρχει. Άλλωστε, γιατί θα έπρεπε ο χρόνος ξαφνικά να αρχίσει να κυλάει; Πως μπορεί να εξηγηθεί ένα τόσο μοναδικό γεγονός; Μέχρι πρόσφατα, φαινόταν ότι κάθε εξήγηση της αρχικής “ανωμαλίας”, η οποία αποτέλεσε την αρχή του χρόνου, θα έπρεπε να υπερβαίνει τα όρια της επιστήμης. Εντούτοις, όλα εξαρτώνται από το τι εννοούμε όταν λέμε “εξήγηση”. Όπως προανέφερα, όλα τα παιδιά αντιλαμβάνονται αρκετά καλά την έννοια του αιτίου και του αποτελέσματος, και συνήθως η εξήγηση ενός γεγονότος συνεπάγεται την ανεύρεση κάποιου πράγματος που το προκάλεσε. Ωστόσο, αποδεικνύεται ότι υπάρχουν φυσικά γεγονότα τα οποία δεν έχουν καλά ορισμένα αίτια, με τη συνήθη έννοια. Τα γεγονότα αυτά ανήκουν σ’ έναν παράξενο κλάδο της επιστημονικής έρευνας ο οποίος ονομάζεται κβαντική φυσική.
Τα κβαντικά γεγονότα συμβαίνουν κυρίως σε ατομικό επίπεδο. Δεν τα αντιλαμβανόμαστε με την άμεση εμπειρία της καθημερινής ζωής. Στην κλίμακα των ατόμων και των μορίων, καταργούνται οι συνήθεις κανόνες της κοινής λογικής περί αιτίου και αποτελέσματος. Ο κανόνας του νόμου αντικαθίσταται από ένα είδος αναρχίας ή χάους, και τα πράγματα συμβαίνουν αυθόρμητα – χωρίς ιδιαίτερο λόγο. Σωματίδια ύλης μπορούν απλά να εμφανιστούν ξαφνικά και απροειδοποίητα, και κατόπιν να εξαφανιστούν το ίδιο αιφνιδιαστικά. Επίσης, κάποιο σωματίδιο που βρίσκεται σ’ ένα σημείο μπορεί ξαφνικά να “υλοποιηθεί” σ’ ένα άλλο σημείο, ή να αντιστρέψει την κατεύθυνση της κίνησής του. Και πάλι, αυτά είναι πραγματικά φαινόμενα που συμβαίνουν σε ατομική κλίμακα και μπορούμε να τα παρατηρήσουμε μέσω πειραμάτων.
Μια χαρακτηριστική κβαντική διεργασία είναι η διάσπαση ενός ραδιενεργού πυρήνα. Εάν ρωτήσετε γιατί ένας δεδομένος πυρήνας διασπάται μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή και όχι κάποια άλλη, δεν θα πάρετε απάντηση. Το γεγονός “απλώς συνέβη” εκείνη τη στιγμή – αυτό είναι όλο. Δεν μπορείτε να προβλέψετε αυτά τα συμβάντα. Το μόνο που μπορείτε να κάνετε είναι να προσδιορίσετε την πιθανότητα – υπάρχει ορισμένη πιθανότητα να διασπαστεί ένας δεδομένος πυρήνας, ας πούμε, σε μια ώρα. Αυτή η απροσδιοριστία δεν είναι απλώς αποτέλεσμα του γεγονότος ότι αγνοούμε όλες τις μικρές δυνάμεις και επιδράσεις που συντελούν στη διάσπαση του πυρήνα. Είναι έμφυτη στην ίδια τη φύση, είναι ένα βασικό τμήμα της κβαντικής πραγματικότητας.
Το δίδαγμα της κβαντικής φυσικής είναι το εξής: Κάτι που “απλώς συμβαίνει”, δεν είναι ουσιαστικά απαραίτητο να παραβιάζει του νόμους της φυσικής. Η ξαφνική και απρόκλητη εμφάνιση ενός υποατομικού σωματιδίου – που είναι γεγονός το οποίο παρατηρείτε καθημερινά σε επιταχυντές σωματιδίων – στην αυθόρμητη και απρόκλητη εμφάνιση του σύμπαντος είναι ένα μεγάλο βήμα. Υπάρχει όμως ένα “παραθυράκι”. Εάν, όπως πιστεύουν οι αστρονόμοι, το αρχέγονο σύμπαν ήταν συμπιεσμένο σε πολύ μικρό μέγεθος, τότε τα κβαντικά φαινόμενα πρέπει να ήταν κάποτε σημαντικά σε κοσμική κλίμακα. Παρά το γεγονός ότι δεν γνωρίζουμε με βεβαιότητα τι ακριβώς συνέβη κατά την έναρξη, μπορούμε τουλάχιστον να αντιληφθούμε ότι δεν είναι απαραίτητο η εμφάνιση του σύμπαντος από το τίποτε να είναι παράνομη ή αφύσικη ή αντιεπιστημονική. Εν ολίγοις, δεν είναι απαραίτητο να επρόκειτο για ένα υπερφυσικό γεγονός.
Αναπόφευκτα, οι επιστήμονες δεν ικανοποιούνται αφήνοντας τα πράγματα ως έχουν. Θα θέλαμε να ερευνήσουμε εξονυχιστικά τις λεπτομέρειες αυτής της βαθύτατης έννοιας. Υπάρχει μάλιστα ένας ολόκληρος τομέας που είναι αφιερωμένος σ’ αυτήν και ονομάζεται κβαντική κοσμολογία. Δυο διάσημοι ειδικοί της κβαντικής κοσμολογίας, ο James Hartle και Stephen Hawking, είχαν μια έξυπνη ιδέα που ανάγεται στον Αϊνστάιν. Ο τελευταίος δεν ανακάλυψε μόνο ότι ο χώρος και ο χρόνος αποτελούν τμήμα του φυσικού σύμπαντος. Διαπίστωσε επίσης επίσης ότι συνδέονται στενότατα μεταξύ τους. Ουσιαστικά, ο χώρος και ο χρόνος, αυτοί καθ’ εαυτούς, δεν αποτελούν κατάλληλα ορισμένες έννοιες. Αντίθετα πρέπει να εργαστούμε με ένα ενοποιημένο “χωροχρονικό” συνεχές. Ο χώρος έχει τρεις διαστάσεις και ο χρόνος μια, άρα ο χωρόχρονος είναι ένα τετραδιαστατο συνεχές.
Ωστόσο, παρά τη σύνδεση του χώρου με το χρόνο, ο χώρος παραμένει χώρος και ο χρόνος παραμένει χρόνος σχεδόν σε όλες τις περιπτώσεις. Όποιες κι αν είναι οι παραμορφώσεις του χωροχρόνου τις οποίες μπορεί να προκαλέσει η βαρύτητα, ποτέ δεν μετατρέπουν το χώρο σε χρόνο ή το χρόνο σε χώρο. Εντούτοις, προκύπτει μια εξαίρεση όταν λαμβάνονται υπόψη τα κβαντικά φαινόμενα. Η κεφαλαιώδους σημασίας εγγενής απροσδιοριστία που διέπει τα κβαντικά συστήματα μπορεί επίσης να εφαρμοστεί και στο χωρόχρονο. Σ’ αυτή την περίπτωση, η απροσδιοριστία μπορεί κάτω από ειδικές συνθήκες  να επηρεάσει την ταυτότητα του χώρου και του χρόνου. Για ένα εξαιρετικά μικρό χρονικό διάστημα, είναι δυνατόν η ταυτότητα του χρόνου να συγχωνευτεί με την ταυτότητα του χώρου, και έτσι ο χρόνος να γίνει, ούτως ειπείν, χωροειδής – απλώς άλλη μια διάσταση του χώρου.
Η χωροποίηση του χρόνου δεν είναι κάτι που γίνεται αιφνίδια – είναι μια συνεχής διαδικασία. Αν τη δούμε αντίστροφα, ως τη χρονοποίηση του χώρου (μιας διάστασής του), συνεπάγεται ότι ο χρόνος μπορεί να αναδυθεί από το χώρο μέσω μιας συνεχούς διεργασίας. (Όταν λέω “συνεχής” εννοώ ότι ο χρονοειδής χαρακτήρας μιας διάστασης, αντίθετα με τον χωροειδή χαρακτήρα της, δεν έχει τη μορφή του “όλα ή τίποτα”. Υπάρχουν και ενδιάμεσες αποχρώσεις. Αυτός ο αόριστος ισχυρισμός μπορεί να διατυπωθεί με αρκετή σαφήνεια κατά μαθηματικό τρόπο.)
Η ουσία της ιδέας των Hartle και Hawking είναι ότι η Μεγάλη Έκρηξη δεν αποτέλεσε την αιφνίδια έναρξη του χρόνου σε κάποια μοναδική πρώτη στιγμή, αλλά την ταχύτατη πλην όμως συνεχή, ανάδυση του χρόνου από το χώρο. Σε ανθρώπινη χρονική κλίμακα, η Μεγάλη Έκρηξη ήταν ουσιαστικά μια ξαφνική έναρξη του χώρου, του χρόνου και της ύλης. Αν όμως κοιτάξετε από πάρα πολύ κοντά εκείνο το ελάχιστο πρώτο κλάσμα του δευτερολέπτου, θα διαπιστώσετε ότι η έναρξη δεν ήταν καθόλου ακριβής ούτε ξαφνική. Άρα, έχουμε μια θεωρία για την προέλευση του σύμπαντος η οποία φαίνεται να μας λέει δυο αντιφατικά πράγματα: Πρώτον, ο χρόνος δεν υπήρχε πάντοτε, και, δεύτερον, δεν υπήρξε κάποια πρώτη στιγμή του χρόνου. Τέτοιες είναι παραδοξότητες της κβαντικής φυσικής. Ακόμη κι όταν αναφέρονται οι παραπάνω λεπτομέρειες, πολλοί αισθάνονται εξαπατημένοι. Θέλουν να ρωτήσουν γιατί συνέβησαν αυτά τα παράξενα πράγματα, γιατί υπάρχει ειδικά αυτό το σύμπαν. Πιθανώς η επιστήμη αδυνατεί να απαντήσει σε τέτοια ερωτήματα. Η επιστήμη είναι ικανή να απαντάει στο πως, αλλά δεν είναι και τόσο ικανή να απαντάει στο γιατί. Μπορεί να μην υπάρχει γιατί. Είναι πολύ ανθρώπινο το να αναρωτιέται κανείς γιατί, αλλά ίσως δεν υπάρχει απάντηση, με ανθρώπινους όρους, σε τόσο βαθιά υπαρξιακά ερωτήματα. Ή ίσως υπάρχει, αλλά εξετάζουμε το πρόβλημα με εσφαλμένο τρόπο. Λοιπόν, δεν υποσχέθηκα να παράσχω απαντήσεις για τη ζωή, το σύμπαν, και τα πάντα, αλλά τουλάχιστον έδωσα μια εύλογη απάντηση στο ερώτημα με το οποίο άρχισα; Τι συνέβη πριν από τη Μεγάλη Έκρηξη; Η απάντηση είναι: Τίποτε.
Paul Davies, περιοδικό QUANTUM, Αύγουστος 1996 - fortunecity.com







Καντ και σύγχρονη φυσική


Posted on 15/09/2011
1



Immanuel Kant
Το μέρος του έργου του Καντ που παρουσιάζει σπουδαιότητα για τη σύγχρονη φυσική, περιέχεται στην «Κριτική του καθαρού λόγου». Ο Καντ θέτει το ερώτημα, αν η γνώση μπορεί να βασίζεται μόνο στην εμπειρία ή αν μπορεί να προέρχεται κι από άλλες πηγές, και φθάνει στο συμπέρασμα, πως τουλάχιστο εν μέρει η γνώση μας προέρχεται «a priori» κι επομένως όχι από την εμπειρία. Γι αυτό κάνει διάκριση ανάμεσα στην εμπειρική γνώση και στη γνώση «a priori». Ταυτόχρονα κάνει διάκριση ανάμεσα στις αναλυτικές και συνθετικές προτάσεις. Οι αναλυτικές προτάσεις βγαίνουν απλώς από τη λογική, και η άρνησή τους θα οδηγούσε σε εσωτερικές αντιφάσεις. Οι προτάσεις, που δεν είναι αναλυτικές ονομάζονται συνθετικές.
Ποιο είναι κατά τον Καντ το κριτήριο για το ότι η γνώση είναι «a priori»; Ο Καντ συμφωνεί με τους εμπειριστές στο ότι όλες οι γνώσεις αρχίζουν με την εμπειρία. Προσθέτει όμως, πως δεν βγαίνουν εν τούτοις πάντα από την εμπειρία. Η εμπειρία μας μαθαίνει πως ένα ορισμένο πράγμα έχει για παράδειγμα αυτές και αυτές τις ιδιότητες, αλλά δεν μας μαθαίνει, πως δεν θα μπορούσε καθόλου να είναι αλλιώς. Όταν λοιπόν μια πρόταση, όπως λέει ο Καντ, τη σκεπτόμαστε πάντοτε ταυτόχρονα με την αναγκαιότητά της, δηλαδή όταν δεν μπορούμε να φανταστούμε το αντίθετό της, τότε αυτή οφείλει να είναι a priori……
Η εμπειρία δεν δίνει ποτέ στις κρίσεις μας απόλυτη γενικότητα. Η φράση π.χ. «Ο ήλιος ανατέλλει κάθε πρωί» σημαίνει, πως από το παρελθόν δεν γνωρίζουμε καμιάν εξαίρεση σ’ αυτόν τον κανόνα. Αν μια κρίση διατυπώνεται με απόλυτη γενικότητα, αν είναι αδύνατο να φανταστούμε μια εξαίρεση, τότε αυτή είναι υποχρεωτικά a priori. Ακόμα κι όταν ένα παιδί μαθαίνει να μετράει παίζοντας με μικρές μπάλες, δεν είναι υποχρεωμένο να ανατρέξει στην εμπειρία για να αντιληφθεί πως δυο και δυο κάνουν τέσσερα. Τέτοιες κρίσεις είναι αναλυτικές. Οι εμπειρικές γνώσεις από την άλλη μεριά είναι συνθετικές.
Γι’ αυτό ένα από τα κεντρικά ερωτήματα του Καντ είναι: «Είναι δυνατές οι συνθετικές κρίσεις a priori;». Ο Καντ προσπαθεί να το αποδείξει αυτό δίνοντας παραδείγματα, στα οποία τα παραπάνω κριτήρια φαίνονται να εκπληρώνονται. Ο χώρος και χρόνος είναι, όπως λέει, a priori μορφές της καθαρής εποπτείας.

Στην περίπτωση του χώρου δίνει τα παρακάτω μεταφυσικά επιχειρήματα: «1. Ο χώρος δεν είναι εμπειρική έννοια, που συνάγεται από εξωτερικές εμπειρίες. Γιατί, για να μπορούν συγκεκριμένα αισθήματα ν’ αναφερθούν σε κάτι έξω από μένα, πρέπει να υπάρχει ήδη σα βάση η αντίληψη του χώρου. 2. Ο χώρος είναι μια αναγκαία αντίληψη a priori, στην οποία βασίζονται όλες οι εξωτερικές εποπτείες. Δεν μπορεί ποτέ να φανταστεί κανείς πως δεν υπάρχει χώρος, αν και μπορούμε να φανταστούμε ότι δεν υπάρχει τίποτε μέσα στο χώρο. 3. Ο χώρος δεν είναι συμπερασματική ή, όπως λένε, γενική έννοια για οποιεσδήποτε σχέσεις των πραγμάτων, αλλά μια καθαρή εποπτεία. Γιατί κατ’ αρχή μόνον έναν ενιαίο χώρο μπορεί να φανταστεί κανείς, κι όταν μιλάει κανείς για πολλούς χώρους εννοεί μ’ αυτό μονάχα τμήματα ενός και του αυτού μοναδικού χώρου. 4. Ο χώρος νοείται σαν ένα άπειρο μέγεθος. Κατά μια έννοια δεν μπορεί να νοηθεί σαν να περιείχε μέσα της ένα ατελείωτο πλήθος παραστάσεων. Κι εν τούτοις ο χώρος νοείται έτσι. Συνεπώς η πρωταρχική ιδέα για το χώρο είναι εποπτεία και όχι έννοια»
Δεν θα συζητήσουμε εδώ αυτά τα επιχειρήματα. Αναφέρθηκαν εδώ μονάχα σαν παράδειγμα για το γενικό είδος των αποδείξεων, που προβάλλει ο Καντ για να αναγνωρίσει σαν δυνατές τις συνθετικές κρίσεις a priori.
Σ’ ότι αφορά τη φυσική, ο Καντ θεωρούσε όχι μόνο το χώρο και το χρόνο, αλλά και το νόμο της αιτιότητας και την έννοια της ουσίας σαν a priori.
Σ’ ότι αφορά τη φυσική, ο Καντ θεωρούσε όχι μόνο το χώρο και το χρόνο, αλλά και το νόμο της αιτιότητας και την έννοια της ουσίας a priori. Αργότερα προσπάθησε να συμπεριλάβει και το νόμο διατήρησης της ύλης, την ισότητα δράσης αντίδρασης, ακόμα και τον νόμο της βαρύτητας. Κανένας φυσικός δεν θα ήταν σήμερα πρόθυμος να ακολουθήσει εδώ τον Καντ, αν ο όρος “a priori” χρησιμοποιηθεί με το απόλυτο νόημα που της είχε δώσει ο Καντ. Στα μαθηματικά ο Καντ θεωρούσε την ευκλείδεια γεωμετρία ως a priori.
Προτού συγκρίνουμε τις αντιλήψεις αυτές του Καντ με τ’ αποτελέσματα της σύγχρονης φυσικής, πρέπει να αναφέρουμε ακόμα ένα κομμάτι του έργου του, στο οποίο θα χρειαστεί ν’ αναφερθούμε αργότερα. Και στην καντιανή φιλοσοφία επίσης ανέκυψε το δυσάρεστο ερώτημα, αν τα πράγματα «υπάρχουν πραγματικά», το οποίο κάποτε είχε δώσει, όπως είναι γνωστό, την αφορμή για την εμπειριοκρατική φιλοσοφία. Αλλά ο Καντ δεν ακολούθησε εδώ τη γραμμή του Μπέρκλεϋ και του Χιουμ, παρότι που λογικά αυτό θα ήταν συνεπές. Διατήρησε στη φιλοσοφία του την έννοια «πράγμα καθ΄εαυτό» και χαρακτήρισε μ’ αυτό μια αιτία της αίσθησης, που ήταν διάφορη από την αίσθηση. Με τον τρόπο αυτό διατήρησε μια κάποια σύνδεση με το ρεαλισμό.
Aν συγκρίνει κανείς τις αντιλήψεις του Καντ με τα αποτελέσματα της σύγχρονης φυσικής, τότε φαίνεται με την πρώτη ματιά σαν η κεντρική του έννοια των “συνθετικών κρίσεων a priori” να είχε καταστραφεί ολότελα από τις φυσικοπιστημονικές ανακαλύψεις του αιώνα μας.
Η θεωρία της σχετικότητας άλλαξε τις αντιλήψεις μας για τον χώρο και τον χρόνο, έφερε πραγματικά στο φως εντελώς καινούργια χαρακτηριστικά του χώρου και του χρόνου, από τα οποία δεν υπάρχει ούτε ίχνος στις a priori μορφές της καθαρής εποπτείας του Καντ. Ο νόμος της αιτιότητας δεν χρησιμοποιείται στη θεωρία των κβάντων ή εν πάσει περιπτώσει δεν χρησιμοποιείται με τον ίδιο τρόπο όπως στην κλασική φυσική, και ο νόμος της διατήρησης της ύλης δεν είναι πια σωστός για τα στοιχειώδη σωματίδια. Φυσικά ο Καντ δεν μπορούσε να προβλέψει τις νέες ανακαλύψεις. Αλλά επειδή ήταν πεπεισμένος, πως οι ιδέες του θ’ αποτελούσαν οπωσδήποτε τη βάση για κάθε μεταφυσική του μέλλοντος, που αυτοονομάζεται επιστημονική, είναι ενδιαφέρον να δούμε που υπήρξαν σφαλερά τα επιχειρήματά του.
Σαν παράδειγμα ας αναζητήσουμε το νόμο της αιτιότητας. Ο Καντ λέει: «Όταν πληροφορούμαστε πως κάτι συμβαίνει, προϋποθέτουμε κάθε φορά, πως κάτι προηγείται, στο οποίο αυτό ακολουθεί σύμφωνα με ένα νόμο». Αυτή είναι, όπως ισχυρίζεται ο Καντ, η βάση για κάθε επιστημονική εργασία. Γι αυτή τη συζήτηση, ελάχιστα ενδιαφέρει αν μπορούμε ή όχι να βρίσκουμε πάντα το προηγούμενο φαινόμενο απ’ το οποίο απορρέει το άλλο. Πραγματικά, το βρίσκουμε πολύ συχνά, μα κι αν ακόμα είναι αδύνατο, τίποτε δεν μπορεί να μας εμποδίσει να ρωτάμε τι θα μπορούσε να είναι αυτό το προηγούμενο συμβάν και να ψάχνουμε γι αυτό. Μ’ αυτό τον τρόπο ο νόμος της αιτιότητας ανάγεται απλώς στη μέθοδο της επιστημονικής έρευνας. Είναι ο όρος, που καθιστά δυνατή γενικά την επιστήμη. Επειδή πραγματικά εφαρμόζουμε αυτή τη μέθοδο, ο νόμος της αιτιότητας είναι a priori και δεν συνάγεται από την εμπειρία.
Είναι σωστό αυτό στην ατομική φυσική; Για παράδειγμα ένα άτομο ραδίου μπορεί να εκπέμψει ένα σωματίδιο άλφα. Ο χρόνος για την εκπομπή του σωματιδίου α δεν μπορεί να προβλεφθεί. Οι φυσικοί μπορούν από την εμπειρία τους να δηλώσουν μονάχα πως κατά μέσον όρο η εκπομπή θα συμβεί μέσα σε δυο χιλιάδες χρόνια περίπου. Όταν παρατηρείται η εκπομπή του σωματιδίου α, οι φυσικοί δεν ρωτάνε πια στην πραγματικότητα για ένα προηγούμενο συμβάν, το οποίο θα έπρεπε αναγκαστικά να συνεπάγεται την εκπομπή.
Λοιπόν, όταν παρατηρούμε την εκπομπή, δεν ζητάμε αποκλειστικά ένα προηγούμενο φαινόμενο απ’ το οποίο πρέπει να ακολουθεί η εκπομπή σύμφωνα με ένα κανόνα. Λογικά θα ήταν πέρα για πέρα δυνατό να ψάξουμε για ένα τέτοιο προηγούμενο συμβάν. Δεν χρειάζεται να αποθαρρυνθούμε απ’ το γεγονός, πως μέχρι τώρα δεν έχει βρεθεί. Αλλά γιατί λοιπόν έχει αλλάξει πραγματικά η επιστημονική μέθοδος απ’ τον καιρό του Καντ σ’ αυτό το πολύ θεμελιακό ερώτημα;……… Απόσπασμα από το βιβλίο του Werner Heisenberg, “Φυσική και Φιλοσοφία

Καντ και σύγχρονη φυσική (μέρος 2ο)

Posted on 18/09/2011
0

 
(Πρόκειται για ένα απόσπασμα από το βιβλίο του Werner Heisenberg, “Φυσική και Φιλοσοφία“)

….Όταν παρατηρούμε την εκπομπή ενός σωματιδίου άλφα από τον πυρήνα του ραδίου, δεν ζητάμε αποκλειστικά ένα προηγούμενο φαινόμενο απ’ το οποίο πρέπει να ακολουθεί η εκπομπή σύμφωνα με ένα κανόνα. Λογικά θα ήταν πέρα για πέρα δυνατό να ψάξουμε για ένα τέτοιο προηγούμενο συμβάν. Δεν χρειάζεται να αποθαρρυνθούμε απ’ το γεγονός, πως μέχρι τώρα δεν έχει βρεθεί. Αλλά γιατί λοιπόν έχει αλλάξει πραγματικά η επιστημονική μέθοδος απ’ τον καιρό του Καντ σ’ αυτό το πολύ θεμελιακό ερώτημα;…..
Στην ερώτηση αυτή μπορεί αν δώσει κανείς δυο δυνατές απαντήσεις.
Η πρώτη είναι: Με τις εμπειρίες, με τα πειράματα φθάσαμε στην πεποίθηση, πως οι νόμοι της θεωρίας των κβάντων είναι σωστοί. Κι αν είναι σωστοί, τότε ξέρουμε, πως δεν υπάρχει κανένα προηγούμενο συμβάν, στο οποίο θάπρεπε να οφείλεται αναγκαστικά η εκπομπή σε μια συγκεκριμένη στιγμή..
Η άλλη δυνατή απάντηση είναι: Γνωρίζουμε πραγματικά τις δυνάμεις στον ατομικό πυρήνα, που είναι υπεύθυνες για την εκπομπή του σωματιδίου α, αλλά η γνώση αυτή περιέχει την απροσδιοριστία, που προέρχεται από την αμοιβαία επίδραση του πυρήνα με τον υπόλοιπο κόσμο. Αν θέλουμε να ξέρουμε το λόγο, γιατί το σωματίδιο α εκπέμπεται σ’ αυτή τη συγκεκριμένη στιγμή, τότε θάπρεπε να ξέρουμε επιπρόσθετα τη μικροσκοπική κατάσταση ολόκληρου του κόσμου, στον οποίο ανήκουμε κι εμείς οι ίδιοι, κι αυτό σίγουρα είναι αδύνατο. Γι’ αυτό τα επιχειρήματα του Καντ για τον a priori χαρακτήρα του νόμου της αιτιότητας δεν μπορούν πια να εφαρμοστούν…..
Μια παρόμοια συζήτηση θα μπορούσε να κάνει κανείς σχετικά με τον a priori χαρακτήρα των εποπτικών μορφών χώρος και χρόνος. Το αποτέλεσμα θα ήταν το ίδιο. Οι a priori παραστάσεις, που ο Καντ θεωρούσε σαν μια αναμφισβήτητη αλήθεια, δεν περιέχονται στο επιστημονικό σύστημα της σύγχρονης φυσικής με την αρχική μορφή τους.
Ωστόσο αποτελούν με μια κάπως διαφορετική σημασία ένα ουσιώδες μέρος αυτού του συστήματος. Στη συζήτηση της ερμηνείας της Κοπεγχάγης για τη θεωρία των κβάντων τονίστηκε πως πρέπει να χρησιμοποιούμε τις κλασικές έννοιες για να περιγράψουμε τις πειραματικές διατάξεις μας ή γενικότερα για να μιλήσουμε για το τμήμα του κόσμου, που δεν ανήκει στο αντικείμενο του πειράματος. Η εφαρμογή των κλασικών αυτών εννοιών, συμπεριλαμβανομένου του χώρου, του χρόνου και του νόμου της αιτιότητας, είναι πραγματικά η προϋπόθεση για την παρατήρηση των ατομικών φαινομένων και μ’ αυτήν την έννοια μπορεί πέρα για πέρα να ονομαστεί a priori. Αυτό που δεν είχε προβλέψει ο Καντ ήταν η δυνατότητα, πως αυτές οι a priori έννοιες μπορεί μεν να είναι η προϋπόθεση για την επιστήμη και ταυτόχρονα ότι δεν έχουν παρά μια περιορισμένη σημασία εφαρμογής.
Όταν εκτελούμε ένα πείραμα, πρέπει να δεχθούμε μια αιτιολογική αλυσίδα από συμβάντα, που από το ατομικό φαινόμενο οδηγεί μέσα από τη συσκευή μας τελικά ως το μάτι του παρατηρητή.
Αν δεν προϋποθέσει κανείς αυτή την αιτιολογική αλυσίδα, δεν μπορεί να μάθει τίποτα για το ατομικό φαινόμενο. Δεν πρέπει όμως στην προκειμένη περίπτωση να ξεχνάμε, πως η κλασική φυσική κι ο νόμος της αιτιότητας κατέχουν ένα περιορισμένο τομέα εφαρμογής. ήταν το θεμελιακό παράδοξο της θεωρίας των κβάντων αυτό που δεν μπόρεσε να προβλέψει ο Καντ. Η σύγχρονη φυσική μετέβαλε την πρόταση του Καντ για τη δυνατότητα συνθετικών κρίσεων a priori από μια μεταφυσική σε μια πρακτική πρόταση. Οι συνθετικές κρίσεις a priori διατηρούν έτσι το χαρακτήρα μιας σχετικής αλήθειας.
Αν ξαναερμηνεύσει κανείς μ’ αυτό τον τρόπο το καντιανό a priori, δεν υπάρχει τότε κανένας λόγος να θεωρούμε σαν «δεδομένα» τις αντιλήψεις μάλλον παρά τα πράγματα.
Ακριβώς όπως στην κλασική φυσική μπορεί τώρα κανείς να μιλάει για τα γεγονότα, που δεν παρατηρούνται, με τον ίδιο τρόπο όπως και για κείνα, που παρατηρούνται. Ο πρακτικός ρεαλισμός είναι έτσι ένα φυσιολογικό συστατικό στοιχείο της νέας ερμηνείας.
Ο ισχυρισμός αυτός, όπως παρατήρησε ο φον Βαϊτζαίκερ, έχει την τυπική αναλογία του στο γεγονός, πως παρά τη χρήση των κλασικών εννοιών σ’ όλα τα πειράματα είναι πέρα για πέρα δυνατή μια μη κλασική συμπεριφορά των ατομικών αντικειμένων. Για τον ατομικό φυσικό το «καθ’ εαυτό πράγμα», αν χρησιμοποιεί καθόλου αυτήν την έννοια, είναι σε τελευταία ανάλυση μια μαθηματική δομή. Αλλά η δομή αυτή, σ’ αντίθεση με τον Καντ, συνάγεται έμμεσα από την εμπειρία. Σ’ αυτή την τροποποιημένη ερμηνεία το καντιανό a priori είναι έμμεσα συνδεμένο με την εμπειρία, εφόσον δημιουργήθηκε με την εξέλιξη της ανθρώπινης σκέψης σ’ ένα πολύ μακρινό παρελθόν.
Με την έννοια αυτού του επιχειρήματος ο βιολόγος Λόρεντς σύγκρινε τις a priori έννοιες με τους τρόπους συμπεριφοράς, που στα ζώα ο χώρος και ο χρόνος διαφέρουν απ’ αυτό που ο Καντ ονομάζει «καθαρές εποπτικές μορφές χώρος και χρόνος» μας. Οι εποπτικές αυτές μορφές μπορεί ν’ ανήκουν στο είδος άνθρωπος, αλλά όχι στον κόσμο ανεξάρτητα απ’ τον άνθρωπο. Όμως ίσως να καταλήξουμε σε υπερβολικά υποθετικές συζητήσεις, αν ακολουθήσουμε αυτό το βιολογικό σχόλιο της λέξης a priori. Αναφέρθηκε εδώ μόνο σαν ένα παράδειγμα για το πώς μπορεί ενδεχόμενα να ερμηνεύσει κανείς την έκφραση «σχετική αλήθεια» σε σχέση με το a priori του Καντ.\Η σύγχρονη φυσική χρησιμοποιήθηκε εδώ σαν ένα παράδειγμα – ή ίσως θα έπρεπε να πούμε καλύτερα σαν ένα μοντέλο – για να εξετάσουμε τα αποτελέσματα μερικών φιλοσοφικών συστημάτων, που φυσικά ήσαν επινοημένα για έναν πολύ πλατύ τομέα. Αυτό που μάθαμε κυρίως από τη φιλοσοφία του Καρτέσιου και του Καντ, μπορεί να διατυπωθεί ίσως με τον ακόλουθο τρόπο:
Όλες οι έννοιες και οι λέξεις, που σχηματίστηκαν στο παρελθόν με το αμοιβαίο παιχνίδι ανάμεσα στον κόσμο και σ’ εμάς τους ίδιους, δεν είναι ορισμένες με πραγματική σαφήνεια όσον αφορά τη σημασία τους. Μ’ αυτό εννοούμε:
δεν ξέρουμε ακριβώς, πόσο μπορούν να μας βοηθήσουν να βρούμε το δρόμο μας μέσα απ’ τον κόσμο. Συχνά ξέρουμε, πως μπορούν να εφαρμοστούν σε μια πολύ πλατειά περιοχή εσωτερικών και εξωτερικών εμπειριών, αλλά δεν ξέρουμε ποτέ με απόλυτη ακρίβεια που βρίσκονται τα όρια της εφαρμοστικότητάς τους. Αυτό ισχύει ακόμα και για τις πιο απλές και πιο γενικές έννοιες, όπως ύπαρξη ή χώρος ή χρόνος. Γι αυτό δεν θα είναι ποτέ δυνατό να φτάσουμε σε μιαν απόλυτη αλήθεια μονάχα με ορθολογική σκέψη.
Οι έννοιες μπορούν βέβαια να ορισθούν με σαφήνεια σε ότι αφορά τη σύνδεσή τους. Πραγματικά αυτό συμβαίνει, όταν οι έννοιες γίνονται τμήμα ενός συστήματος αξιωμάτων και ορισμών, που μπορεί να εκφράσει κανείς χωρίς αντιφάσεις σ’ ένα μαθηματικό σχήμα. Μια τέτοια ομάδα από συνδεδεμένες μεταξύ τους έννοιες είναι δυνατό να εφαρμοστεί σ΄ένα πλατύ πεδίο εμπειριών και μας βοηθάει τότε να βρούμε το δρόμο μας μέσα απ’ αυτό το πεδίο. Αλλά το όριο της εφαρμογής δεν θα είναι γενικά γνωστό, τουλάχιστον πλήρως. Κι αν ακόμα αντιλαμβανόμαστε, ότι η σημασία μιας έννοιας δεν προσδιορίζεται ποτέ με μια απόλυτη ακρίβεια, ορισμένες έννοιες αποτελούν ολοκληρωτικό μέρος των επιστημονικών μεθόδων, αφού παριστούν για την ώρα το τελικό αποτέλεσμα τ ης ανθρώπινης σκέψης στο παρελθόν, και μάλιστα σε ένα παρελθόν πολύ απομακρυσμένο. Ίσως μάλιστα έχουν κληρονομηθεί και με κάθε τρόπο είναι τα απαραίτητα όργανα στη σημερινή επιστημονική έρευνα. Με αυτή την έννοια μπορεί κανείς να τις ονομάσει πρακτικά a priori. Αλλά στο μέλλον, είναι δυνατόν, να ανακαλύψουμε περιορισμούς στην εφαρμογή τους.

Werner Heisenberg, “Φυσική και Φιλοσοφία




Η εξαφάνιση του χρόνου από τον Γκέντελ


Posted on 08/05/2011
0
O Immanuel Kant υποστήριζε την άποψη ότι η αλλαγή είναι μια αυταπάτη που οφείλεται στους ειδικούς μας ανθρώπινους τρόπους πρόσληψης. Συγκεκριμένα, στην Κριτική του Καθαρού Λόγου, ο Καντ δηλώνει: «Εκείνα τα συναισθήματα τα οποία παρουσιάζουμε στους εαυτούς μας ως αλλαγές, σε όντα με άλλες μορφές διαίσθησης θα προκαλούσαν μια πρόσληψη στην οποία η ιδέα του χρόνου, και συνεπώς και της αλλαγής, δε θα εμφανιζόταν καθόλου».

Το 1949 ο Kurt Gödel (Γκέντελ), προς τιμή των εβδομηκοστών γενεθλίων του Αϊνστάιν, παρουσίασε ένα άρθρο με λύσεις των εξισώσεων πεδίου του Αϊνστάιν στη ΓΘΣ. Οι λύσεις του παρήγαγαν θεωρητικά σύμπαντα στα οποία «δεν μπορούσε κανείς με τίποτε να υποθέσει αντικειμενική παρέλευση του χρόνου». Σ’ ένα τέτοιο κόσμο, ταξίδια στο χρόνο μέσα στο μέλλον ή στο παρελθόν είναι δυνατά με τον ίδιο ακριβώς τρόπο με τον οποίο μπορούμε να ταξιδεύουμε σε διαφορετικές διευθύνσεις στο χώρο. Στο σύμπαν του Γκέντελ, εγκαταλείπεται η διάκριση ανάμεσα σε νωρίτερα και αργότερα. Το ερώτημα είναι αν εάν μπορούμε, με βάση τα αποτελέσματα παρατηρήσεων, να αποκλείσουμε την πιθανότητα να είναι αυτό το μαθηματικά δυνατό σύμπαν υποψήφιο για το φυσικό σύμπαν……

Αν ο Αϊνστάιν μεταμόρφωσε το χρόνο σε χώρο, ο Γκέντελ πέτυχε κάτι ακόμα πιο μαγικό: τον εξαφάνισε. Έχοντας ήδη σείσει συθέμελα το μαθηματικό κόσμο με το θεώρημα της μη πληρότητας, τώρα ο Γκέντελ καταπιανόταν με τον Αϊνστάιν και τη σχετικότητα.
Τα μαθηματικά, η φυσική και η φιλοσοφία των ευρημάτων του Γκέντελ ήταν εντελώς καινούρια. Στους πιθανούς κόσμους που θα διέπονταν απ’ αυτές τις νέες κοσμολογικές λύσεις, (τα αποκαλούμενα περιστρεφόμενα ή σύμπαντα Γκέντελ), προέκυπτε πως η δομή του χωροχρόνου στρεβλώνεται ή καμπυλώνεται τόσο πολύ από την κατανομή της ύλης, ώστε δημιουργούνται χρονοειδείς διαδρομές με φορά προς το μέλλον, που αν τις ακολουθήσει ένα ταχύτατο διαστημόπλοιο – ο Γκέντελ είχε βρει ακριβώς την ταχύτητα και τα καύσιμα που θα απαιτούνταν, ξεχνώντας μόνο το φαγητό των κοσμοναυτών – μπορεί να εισέλθει σε οποιαδήποτε περιοχή του παρελθόντος, του παρόντος ή του μέλλοντος. Ο Γκέντελ, αυτός ο συνδυασμός Κάφκα και Αϊνστάιν, απέδειξε για πρώτη φορά στην ιστορία, χρησιμοποιώντας τις εξισώσεις της σχετικότητας, ότι τα ταξίδια στο χρόνο δεν ήταν μια φαντασίωση των φιλοσόφων αλλά μια επιστημονική πιθανότητα…..

Ο Γκέντελ έσπευσε να επισημάνει, πως, εάν μπορούμε να επισκεφτούμε το παρελθόν, αυτό σημαίνει ότι δεν έχει πραγματικά «παρέλθει». Όμως, ο χρόνος που δεν περνάει δεν είναι χρόνος….
Μελετώντας ξανά το περιστρεφόμενο σύμπαν Γκέντελ, ο Stephen Hawking (Χόκινγκ) ένιωσε την ανάγκη να εκφράσει τον θαυμασμό του. Τα αποτελέσματα του Γκέντελ (που δείχνουν πως το ταξίδι στο χρόνο συνάδει με τους νόμους της σχετικότητας), του φάνηκαν τόσο απειλητικά ώστε βάλθηκε να σκαρώσει ένα αντι-γκεντελιανό αίτημα. Εάν γίνει αποδεκτή η περίφημη «εικασία για την προστασία της χρονολογίας» του Χόκινγκ, τότε ακυρώνεται η συνεισφορά του Γκέντελ στην σχετικότητα. Ευρήματα σαν αυτά του Γκέντελ, ήταν κατά τον Χόκινγκ τόσο απαράδεκτα από φυσική άποψη ώστε πρότεινε μια ad hoc τροποποίηση των νόμων της φύσης που οδηγούσε στην απόρριψη του σύμπαντος Γκέντελ ως φυσικά δυνατού…
ΠΗΓΕΣ: 1) “ΕΝΑΣ ΚΟΣΜΟΣ ΔΙΧΩΣ ΧΡΟΝΟ”, Palle Yourgrau, εκδόσεις Τραυλός 2) “Γκέντελ, μια ζωή λογικής”, John L. Casti and Werner DePauli, εκδόσεις Liberal Books





Η δικτατορία της θερμοδυναμικής

Posted on 23/01/2014



Η εξίσωση της εντροπίας χαραγμένη στον τάφο του Ludwig Boltzmann στη Βιέννη
Η εξίσωση της εντροπίας είναι χαραγμένη στον τάφο του Ludwig Boltzmann στη Βιέννη
Ιωάννης Π. Ζώηςantifono.gr
Συνήθως οι επαναστάσεις είναι αμεθόδευτες. Σύμφωνα με την παραδοχή του ιδίου του Μαξ Πλανκ, του πρωταίτιου της κβαντικής επανάστασης, η εισαγωγή της υπόθεσης των κβάντα ήταν μια πράξη απόγνωσης επειδή η κλασσική φυσική δεν μπορούσε να ερμηνεύσει το φάσμα εκπομπής μέλανος σώματος.
Σπάνια στην ιστορία της επιστήμης μια επανάσταση είναι τόσο ανατρεπτική: Μέσα σε μια δεκαετία οι σιδερόφρακτοι νόμοι του Νεύτωνα κατέρρευσαν (για την ακρίβεια περιορίστηκαν) και η κλασική βεβαιότητα έδωσε τη θέση της στην πιθανοθεωρητική κβαντομηχανική ενώ παράλληλα η θεωρία σχετικότητας του Αϊνστάιν συσχέτιζε τον χώρο και τον χρόνο σε μια ενιαία οντότητα (αντικαθιστώντας τον απόλυτο χαρακτήρα της ταυτοχρονίας με το απόλυτο της ταχύτητας του φωτός). Καθολική αλλαγή σκηνικού.
Καθολική, χμ, όχι ακριβώς: Υπήρχε κάποιο κατάλοιπο της λεγόμενης κλασικής φυσικής που ούτε ο Πλανκ, ούτε ο Αϊνστάιν ούτε κανείς άλλος από τους συγχρόνους τους είχε την διάθεση ή την δυνατότητα να ανατρέψει. Ο μεγάλος Βρετανός αστροφυσικός Άρθουρ Έντιγκτον συνοψίζοντας έγραψε: «Εάν μια θεωρία αντιβαίνει στον δεύτερο θερμοδυναμικό νόμο δεν έχει καμία ελπίδα: θα υποστεί άμεση και ταπεινωτική κατάρρευση!»
Οι απαρχές της θερμοδυναμικής προέρχονται από την μελέτη της ροής της θερμότητας. Ο Γάλλος φυσικός και μηχανικός Σαντί Καρνό (απόφοιτος της περίφημης Εκόλ Πολυτεκνίκ του Παρισιού που τότε ήταν στρατιωτική σχολή, υπηρέτησε στον στρατό του Ναπολέοντα) διατύπωσε τον δεύτερο θερμοδυναμικό νόμο το 1824 (στο μνημειώδες πια έργο του “Réflexions sur la puissance motrice du feu et sur les machines propres à développer cette puissance”) για να δείξει ότι οι ατμομηχανές (που τότε προωθούσαν την βιομηχανική επανάσταση) δεν μπορεί ποτέ να είναι απόλυτα αποδοτικές: Πάντα κάποιο ποσό θερμότητας θα «δραπετεύει» στο ψυχρότερο περιβάλλον και δεν θα παράγει χρήσιμο έργο. Αυτή η διατύπωση αποτελεί μια έκφραση ενός γενικότερου νόμου: αν δεν γίνει κάτι να το σταματήσει, η φυσική ροή της θερμότητας είναι από το θερμότερο στο ψυχρότερο σώμα ώστε να εξισώσει την διαφορά θερμοκρασίας (αυτή η αρχή εξηγεί γιατί χρειάζεται «να κάνουμε κάτι»-κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας- για να διατηρούμε χαμηλή τη θερμοκρασία στο ψυγείο μας).
Μερικές δεκαετίες αργότερα ένας Γερμανός φυσικός, ο Ρούντολφ Κλαούζιους πήρε την σκυτάλη (ο Καρνό πέθανε σε ηλικία μόλις 36 ετών από χολέρα) και εξήγησε αυτά τα φαινόμενα ορίζοντας μια νέα έννοια που χαρακτηρίζει τον βαθμό αταξίας και την ονόμασε εντροπία. Υπό την νέα αυτή οπτική, το σύμπαν πάντα λειτουργεί με βάση διαδικασίες που οδηγούν σε αύξηση της ποσότητας αυτής.
Η αρχή της αύξησης της εντροπίας προβλέπει ένα ζοφερό μέλλον και για το ίδιο το σύμπαν ως σύνολο: τον θερμικό θάνατο. Η ενέργεια (θερμότητα) αποκτά μέγιστη εντροπία οπότε καμία χρήσιμη διαδικασία δεν επιτελείται πια. Η αρχή αυτή εγείρει βέβαια θεμελιώδη ερωτήματα αναφορικά με το άλλο άκρο της ιστορίας του σύμπαντος: Εάν η φύση προτιμά καταστάσεις μεγάλης εντροπίας, πώς και γιατί το σύμπαν ξεκίνησε με μια κατάσταση χαμηλής εντροπίας (πχ μπιγκ-μπανγκ)? Σαφής απάντηση δεν υπάρχει προς το παρόν (αν και υπάρχουν ενδιαφέρουσες προτάσεις που μερικές θα αναφέρουμε παρακάτω).
Εξαιτίας «άβολων» και ανεπιθύμητων ερωτήσεων σαν την παραπάνω, η ισχύς του δεύτερου θερμοδυναμικού νόμου ήταν σε καθεστώς αμφισβήτησης για μεγάλο χρονικό διάστημα. Η κατηγορία εναντίον του διατυπώθηκε με χτυπητή καθαρότητα το 1867 από τον περίφημο Βρετανό φυσικό Τζέιμς Κλαρκ Μάξγουελ (του πατέρα της- κλασικής- ηλεκτρομαγνητικής θεωρίας). Το πρόβλημα ήταν η ζωή των έμβιων όντων. Τα έμβια όντα επιδεικνύουν σκοπιμότητα: κάνουν πράγματα σε άλλα πράγματα-όντα για να βελτιώσουν το περιβάλλον που ζουν. Πιθανώς θα προσπαθήσουν να μειώσουν την εντροπία του περιβάλλοντός τους παραβιάζοντας τον δεύτερο νόμο.
Αυτό το ερώτημα ήταν πολύ ενοχλητικό για τους φυσικούς επιστήμονες. Ή κάτι αποτελεί φυσικό νόμο (με καθολική ισχύ) ή όχι (οπότε απλώς αποτελεί κάλυψη για κάτι βαθύτερο). Η απάντηση στο ερώτημα του Μάξγουελ σχετικά με τον λεγόμενο «δαίμονα της εντροπίας» (όπως έγινε αργότερα γνωστό) δόθηκε μόλις στα τέλη της δεκαετίας του 1970 από τον Αμερικανό φυσικό Τσαρλς Μπένετ που βασίστηκε στην εργασία του Ρολφ Λαντάουερ χρησιμοποιώντας την έννοια της εντροπίας της πληροφορίας του Κλωντ Σάνον: Ένα ευφυές ον μπορεί να μεταβάλει το περιβάλλον σε κατάσταση χαμηλότερης εντροπίας αλλά για να το κάνει αυτό πρώτα θα πρέπει να απομνημονεύσει πληροφορίες σχετικά με την αρχική διάταξη.
Αυτές οι πληροφορίες θα πρέπει κάπου να βρίσκονται «αποθηκευμένες». Όταν το ον «πεθάνει», οι πληροφορίες θα διοχετευθούν πίσω στο περιβάλλον οδηγώντας σε αύξηση της παγκόσμιας εντροπίας. Ο Μπένετ λοιπόν απέδειξε ότι η αύξηση της συνολικής εντροπίας που επέρχεται με την καταστροφή του όντος είναι τουλάχιστον ίση με την μείωση της εντροπίας που μπορεί να προκάλεσε το ον όσο ζούσε. Έτσι η ισχύς του δεύτερου νόμου επιβεβαιώθηκε αλλά με μια θεμελιώδη παραδοχή: ότι η πληροφορία είναι φυσική.
Πως όμως το παραπάνω εξηγεί ότι η θερμοδυναμική επιζεί της κβαντικής επανάστασης? Αφού τα κλασικά αντικείμενα συμπεριφέρονται πολύ διαφορετικά από τα κβαντικά, είναι λογικό να υποθέσουμε ότι το ίδιο συμβαίνει για την κλασική και την κβαντική πληροφορία. Και τελικά οι κβαντικοί υπολογιστές είναι εντυπωσιακά πιο ισχυροί από τους κλασικούς (τουλάχιστον σύμφωνα με την θεωρία).
Η εξήγηση λοιπόν είναι αρκετά «λεπτή» και βασίζεται στην σχέση εντροπίας και θεωρίας πιθανοτήτων. Η εξίσωση αυτή αποτελεί μια από τις πιο βαθιές και όμορφες εξισώσεις σε ολόκληρη την επιστήμη και βρίσκεται σκαλισμένη στον τάφο του Λούντβιχ Μπόλτζμαν στο κεντρικό νεκροταφείο της Βιέννης: S = klogW, το S συμβολίζει την μακροσκοπική εντροπία, το k είναι μια φυσική σταθερά που λέγεται σταθερά του Μπόλτζμαν και το W είναι η μικροσκοπική πιθανοθεωρητική ποσότητα: συμβολίζει το πλήθος των μικροκαταστάσεων που είναι συμβατές με μια δεδομένη μακροκατάσταση, δηλαδή εάν υποθέσουμε πως έχουμε μια ποσότητα αερίου σε κάποιο κλειστό και μονωμένο δοχείο με δεδομένη πίεση, θερμοκρασία κλπ, το W εκφράζει το πλήθος των τρόπων που μπορεί να διαταχθούν οι θέσεις και οι ταχύτητες των μορίων που αποτελούν το αέριο (φυσικά μιλάμε για τεράστια νούμερα).
Σε φιλοσοφικό επίπεδο, η εξίσωση αυτή του Μπόλτζμαν εσωκλείει πλήρως το πνεύμα της αρχής της αναγωγής: ότι δηλαδή οι ιδιότητες ενός σύνθετού σώματος-συστήματος μπορούν να ερμηνευτούν (ή αν θέλετε πηγάζουν) από τις ιδιότητες των επί μέρους τμημάτων που το αποτελούν. Το εντυπωσιακό με την εξίσωση αυτή (ή καλύτερα ένα από τα εντυπωσιακά χαρακτηριστικά αυτής της εξίσωσης) είναι πως «αδιαφορεί πλήρως» για την φύση των υποκείμενων νόμων που διέπουν το σύστημα, δεν την ενδιαφέρει καθόλου εάν η δυναμική ή οι νόμοι που δημιουργούν τις πιθανές διατάξεις είναι κλασικοί ή κβαντικοί!
Στο σημείο αυτό είναι απαραίτητη μια διευκρίνιση: η έννοια της πιθανότητας κλασικά και κβαντικά είναι διαφορετική. Στην κλασική φυσική οι πιθανότητες αποτελούν υποκειμενική έννοια που μεταβάλλεται διαρκώς καθώς μεταβάλλεται η γνώση για ένα σύστημα. Για παράδειγμα η πιθανότητα όταν ρίξουμε ένα νόμισμα να έρθει «γράμματα» είναι ½ πριν την ρίψη ενώ μετά την ρίψη και την ανάγνωση του αποτελέσματος αυτή η πιθανότητα γίνεται 1 (αν έρθει γράμματα) ή 0 (αν έρθει κεφάλι). Εάν υπήρχε ένα ον (που αποκαλείται «δαίμονας του Λαπλάς» προς τιμή του μεγάλου Γάλλου μαθηματικού Πιέρ- Σιμόν Λαπλάς) που γνώριζε κάποια χρονική στιγμή την θέση και την ταχύτητα όλων των σωματιδίων στο σύμπαν, τότε θα μπορούσε να προβλέψει με απόλυτη ακρίβεια την εξέλιξή τους μαζί με όλα τα επακολουθούμενα φαινόμενα και δεν θα είχε ανάγκη τις πιθανότητες.
Στον κβαντικό κόσμο όμως οι πιθανότητες εμφανίζονται λόγω μιας εγγενούς αβεβαιότητας των ίδιων των φυσικών νόμων. Οι καταστάσεις των φυσικών συστημάτων στην κβαντική φυσική περιγράφονται με κάποιους «καταλόγους πληροφοριών» όπως τους ονόμασε ένας από τους πρωτοπόρους της κβαντομηχανικής, ο Έργουιν Σρέντιγγερ (επίσης Αυστριακός σαν τον Μπόλτζμαν και τον Γκέντελ, η ιερή τριάδα της Αυστρίας στον τομέα της επιστήμης). Οι κατάλογοι πληροφοριών όμως έχουν μια ιδιαιτερότητα: αν προσθέσεις πληροφορία σε κάποια σελίδα, αυτομάτως θαμπώνουν και ξεγράφονται πληροφορίες κάπου αλλού, σε κάποιες άλλες σελίδες. Για παράδειγμα αν προσθέσεις πληροφορία για να προσδιορίσεις με μεγαλύτερη ακρίβεια την θέση ενός σωματιδίου σε ένα σύστημα, αυτομάτως θα χαθεί πληροφορία (ακρίβεια) στον προσδιορισμό της ταχύτητας (αρχή απροσδιοριστίας). Οι κβαντικές πιθανότητες είναι συνεπώς αντικειμενικές υπό την έννοια πως δεν είναι δυνατόν να απαλειφθούν εντελώς εμπλουτίζοντας την πληροφόρηση.
Η παραπάνω θεώρηση όμως έχει δραματικές συνέπειες για την κλασική θεμελίωση της θερμοδυναμικής. Κλασικά, ο δεύτερος θερμοδυναμικός νόμος δεν είναι παρά μια έκφραση μιας ανικανότητας, μιας αδυναμίας που διατυπώνεται με την εξίσωση του Μπόλτζμαν: Δεν υπάρχει κάποια βαθειά φυσική αρχή από πίσω, αποτελεί απλώς μια έκφραση για την, άλλως μη δυνάμενη να ερμηνευτεί, ανικανότητα να προβλέψουμε πλήρως το τι θα συμβεί παρά την περί του αντιθέτου διαβεβαίωση των κλασικών νόμων. Όμως αυτό αλλάζει όταν μπει η κβαντομηχανική στο κάδρο διότι τότε αναγκαζόμαστε να υιοθετήσουμε την άποψη ότι η αβεβαιότητα είναι συνυφασμένη με την πραγματικότητα, αποτελεί δομικό συστατικό αυτής και συνεπώς η εντροπία και η θερμοδυναμική αποκτούν πιο θεμελιώδη βάση. Με βάση τις εργασίες των Μάρκους Μύλερ (Ινστιτούτο Περίμετερ Οντάριο Καναδάς), Όσκαρ Ντάλστεν (Κέντρο Κβαντικών Τεχνολογιών Σιγκαπούρη) και Βλάτκο Βέντραλ (Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, Αγγλία) αποδεικνύεται ότι η κρίσιμη σχέση μεταξύ πληροφορίας και αταξίας όπως ποσοτικοποιείται από τον ορισμό της εντροπίας επιβιώνει και στον κβαντικό κόσμο.
Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα παραπάνω αρχίζουμε να καταλαβαίνουμε γιατί η θερμοδυναμική είναι τόσο επιτυχημένη και ανθεκτική θεωρία: οι ρίζες της σχετίζονται με την θεωρία πληροφορίας. Η θεωρία πληροφορίας αποτελεί την ενσάρκωση του τρόπου που αλληλεπιδρούμε με το σύμπαν, πως κατασκευάζουμε θεωρίες για την πληρέστερη κατανόηση των φυσικών νόμων. Σύμφωνα με τον Αϊνστάιν η θερμοδυναμική αποτελεί «μετα-θεωρία» (ή μια 2-κατηγορία σύμφωνα με τα σύγχρονα μαθηματικά): αποτελείται από αρχές πέρα και πάνω από τις δομές ή τους φυσικούς νόμους που διέπουν τις άλλες θεωρίες. Υπό αυτή την έννοια ίσως είναι πιο θεμελιώδης από την κβαντική φυσική ή την σχετικότητα. Ακολουθώντας αυτή τη γραμμή, η θερμοδυναμική ίσως αποδειχθεί πολύτιμη στην εξερεύνηση της νέας φυσικής μιας και όπως σχεδόν όλοι αναγνωρίζουν, το πιο πιθανό είναι πως ούτε η σχετικότητα αλλά ούτε και η κβαντομηχανική δεν αποτελούν την τελευταία επανάσταση της φυσικής.
Για παράδειγμα, πριν λίγους μήνες, οι Έσθερ Χένγκι και Στέφανη Γουένερ στην Σιγκαπούρη απέδειξαν ότι αν παραβιαστεί η αρχή της αβεβαιότητας, αυτό συνεπάγεται και την παραβίαση του δεύτερου θερμοδυναμικού νόμου. Αν ξεπεραστεί το όριο του Χάιζενμπεργκ στην ακρίβεια προσδιορισμού θέσης και ορμής, αυτό θα σημάνει την εξαγωγή επιπρόσθετης πληροφορίας σχετικά με το σύστημα πράγμα που ισοδύναμα απαιτεί το σύστημα να προσφέρει περισσότερο ωφέλιμο έργο απ’ ότι του επιτρέπει ο βαθμός αταξίας (εντροπία) που έχει. Συνεπώς εάν η θερμοδυναμική αποτελεί κάποιο είδος «οδοδείκτη» για την μελλοντική φυσική, οποιαδήποτε μετεξέλιξη της κβαντομηχανικής αναγκαστικά θα περιέχει κάποια μορφή αρχής απροσδιοριστίας και αβεβαιότητας. Μάλιστα ο καθηγητής Ντέιβιντ Ντόιτς του πανεπιστημίου της Οξφόρδης και πατέρας των κβαντικών υπολογιστών προχωρά ακόμη πιο πέρα και θεωρεί πως όλη η φυσική θα πρέπει ουσιαστικά να ξαναγραφτεί ως αντίγραφο της θερμοδυναμικής. Η ιδέα είναι να ξεκινήσουμε από την αυστηρή έκφραση του δεύτερου θερμοδυναμικού νόμου όπως διατυπώθηκε από τον Κωνσταντίνο Καραθεοδωρή το 1909: στην γειτονιά οποιασδήποτε κατάστασης ενός φυσικού συστήματος υπάρχουν καταστάσεις που δεν μπορεί το σύστημα να βρεθεί εάν απαγορευτεί η ανταλλαγή θερμότητας με το περιβάλλον.
Το θέμα συνεπώς είναι εάν είναι δυνατή μια διατύπωση της φυσικής μέσω μιας απλής απαρίθμησης πιθανών (δυνατών) και απίθανων (αδύνατων) διαδικασιών σε μια δεδομένη κατάσταση. Αυτό είναι κάτι πολύ διαφορετικό από την σημερινή διατύπωση τόσο της κλασικής όσο και της κβαντικής φυσικής όπου χρησιμοποιούνται αρχικές καταστάσεις και κατάλληλες δυναμικές εξισώσεις που εκφράζουν τις χρονικές μεταβολές αυτών. Αντιστρέφοντας την λογική, ξεκινάμε από τις φυσικές παρατηρήσεις και εφαρμόζουμε τους περιορισμούς που επιβάλει η φύση, όπως μείωση της εντροπίας, παραγωγή ενέργειας από το τίποτε, σωματίδια που κινούνται με ταχύτητα μεγαλύτερη του φωτός κλπ. Η λογικά πιο «στενή» σωστή ενοποιημένη φυσική θεωρία τότε θα είναι αυτή από την οποία η παραμικρή παρέκκλιση οδηγεί σε παραβίαση κάποιων περιορισμών.
Υπάρχουν και άλλα πλεονεκτήματα στην επαναδιατύπωση της φυσικής με την παραπάνω λογική: Ο χρόνος αποτελεί μια προβληματική έννοια στη φυσική. Στην κβαντική θεωρία ο χρόνος αποτελεί μια εξωτερική παράμετρο με ασαφή προέλευση που δεν υφίσταται κβάντωση (μιας και δεν υπάρχει ακόμη κβαντική θεωρία για την βαρύτητα). Στην θερμοδυναμική όμως ο χρόνος δεν αποτελεί παρά ένα διαφορετικό όνομα για την αύξηση της εντροπίας: Για παράδειγμα έχουμε ένα ποτήρι σε ένα τραπέζι, φυσά ο αέρας, ρίχνει κάτω το ποτήρι και σπάζει σε πολλά κομμάτια (αύξηση αταξίας, εντροπίας). Μείωση εντροπίας θα σήμαινε να ξανακολλήσουν από μόνα τους τα κομμάτια και να σχηματίσουν το ποτήρι. Κάτι τέτοιο θα ήταν σαν να είχαμε βιντεοσκοπήσει το συμβάν και παίζαμε το βίντεο ανάποδα, δηλαδή να γυρίζει ο χρόνος πίσω.
Αν εφαρμόσουμε αυτή την αρχή γενικότερα, τότε ο χρόνος θα έπαυε να υπάρχει ως ανεξάρτητη θεμελιώδης οντότητα και η ροή του θα καθοριζόταν αποκλειστικά με βάση τις επιτρεπτές και μη επιτρεπτές φυσικές διαδικασίες. Ταυτόχρονα θα εξαφανίζονταν τα προβλήματα που αναφέραμε προηγουμένως (γιατί το σύμπαν ξεκίνησε σε κατάσταση ελάχιστης εντροπίας). Εάν οι καταστάσεις και η δυναμική χρονική τους εξέλιξη δεν αποτελούσαν το κομβικό ερώτημα τότε ο,τιδήποτε δεν παραβαίνει κάποιες θεμελιώδεις συμμετρίες θα αποτελούσε πιθανή απάντηση (μια παρόμοια προσέγγιση για παράδειγμα υιοθετεί ο μεγάλος Ρώσος, με Βελγική υπηκοότητα, τιμημένος με το βραβείο Νομπέλ Χημείας επιστήμονας Ίλια Πριγκοζίν).
Μια τέτοια προσέγγιση πιθανώς θα ικανοποιούσε και τον Αϊνστάιν που κάποτε είχε πει: «Αυτό που με ενδιαφέρει περισσότερα να μάθω είναι εάν ο Θεός είχε επιλογή στην δημιουργία των νόμων που διέπουν την λειτουργία αυτού του κόσμου». Μια διατύπωση της φυσικής στα πρότυπα της θερμοδυναμικής ίσως δεν απαντούσε άμεσα την παραπάνω ερώτηση αλλά θα σήμαινε σίγουρα πως ο Θεός θα ήταν οπαδός της θερμοδυναμικής και για τους επιστήμονες που δάμασαν την δύναμη του ατμού τον 19ο αιώνα αυτό θα ήταν ο μεγαλύτερος έπαινος: θα είχαν «προφητεύσει» την βασική κρυμμένη αρχή που διέπει τους νόμους του σύμπαντος.
Ας δούμε λιγάκι και την σχέση της θερμοδυναμικής με τον δεύτερο πυλώνα της σύγχρονης φυσικής, την Γενική Θεωρία Σχετικότητας που περιγράφει την βαρύτητα και τα φαινόμενα μεγάλης κλίμακας (μεγάκοσμο). Η σχέση αυτή μπορεί να είναι πιο άμεση: Το 1995 ο Τεντ Τζάκομπσον από το Πανεπιστήμιο του Μέρυλαντ στις ΗΠΑ ισχυρίστηκε ότι η βαρύτητα θα μπορούσε να είναι μια συνέπεια της αταξίας όπως ποσοτικοποιείται από την εντροπία. Το επιχείρημα δεν είναι ιδιαίτερα πολύπλοκο αλλά βασίζεται σε δυο αμφισβητούμενες μαθηματικές σχέσεις: Η πρώτη οφείλεται στους Τζέικομπ Μπεκενστάιν (Ισραήλ) και Στήβεν Χώκινγκ (Αγγλία) την δεκαετία του 1970 που μελετούσαν την κατάληξη της πληροφορίας ενός σώματος που το καταβροχθίζει μια μαύρη τρύπα. Η φυσική των μελανών οπών αποτελεί την μεγαλύτερη πρόκληση για την παγκοσμιότητα των αρχών της θερμοδυναμικής: Κάθε αύξηση της αταξίας στο σύμπαν που προέρχεται από κάποιο σύστημα θα μπορούσε να αναιρεθεί αν ρίχναμε το σύστημα σε μια μαύρη τρύπα. Αποδείχτηκε λοιπόν ότι αυτό θα μπορούσε να αντισταθμιστεί εάν αύξανε η επιφάνεια (και όχι ο όγκος όπως ίσως ανέμενε κανείς) της μαύρης τρύπας σε ποσό ανάλογο με την εντροπία του σώματος που κατάπινε. Στην περίπτωση αυτή, κάθε κομματάκι της επιφάνειας της μαύρης τρύπας θα αντιστοιχεί σε ένα μπιτ πληροφορίας που θα έπρεπε να προσμετρηθεί στην συνολική εντροπία του σύμπαντος. Αυτή η εξίσωση κατά την δεκαετία του 1990 έχει προαχθεί σε φυσική αρχή από τον Ολλανδό Νομπελίστα φυσικό Γκεράρντους Τχουφτ, είναι η γνωστή αρχή ολογραφίας. Μια πιθανή πειραματική επιβεβαίωση αποτελούν τα αποτελέσματα του Αγγλο-Γερμανικού πειράματος GEO 600 (2005).
Η δεύτερη σχέση προέρχεται από τους Πολ Ντέιβις και Ουίλιαμ Ούνρουχ που επίσης διατυπώθηκε κατά την δεκαετία του 1970: Κάθε επιταχυνόμενο σώμα εκπέμπει μικρά ποσά θερμότητας. Αυτή η πρόταση είναι πολύ αντιδιαισθητική, πολύ απλοϊκά αυτό συνεπάγεται για παράδειγμα πως αν κουνάμε ένα θερμόμετρο στο απόλυτο κενό που δεν υπάρχουν καθόλου κινούμενα άτομα μέσω των οποίων προκύπτει η γνωστή έννοια της θερμοκρασίας, το θερμόμετρο θα καταγράψει μη-μηδενική θερμοκρασία. Το πρόβλημα (ως συνήθως) είναι πως για να επιβεβαιωθεί πειραματικά το παραπάνω, απαιτούνται επιταχύνσεις πολύ μεγαλύτερες από ότι μπορούμε τεχνικά να επιτύχουμε σήμερα.
Ενώνοντας αυτές τις δύο σχέσεις (καμία εκ των οποίων δεν έχει επιβεβαιωθεί πειραματικά επί του παρόντος) μαζί με τις γνωστές κλασικές σχέσεις μεταξύ εντροπίας, θερμοκρασίας, κινητικής ενέργειας και ταχύτητας, είναι δυνατό να κατασκευαστεί μια ποσότητα που μοιάζει με την βαρύτητα αλλά ορίζεται με βάση την εντροπία.
Η θεωρίες αυτές (που σε καμία περίπτωση όχι πειραματικά επιβεβαιωμένες δεν είναι αλλά δεν είναι ούτε καθολικά αποδεκτές και σε θεωρητικό επίπεδο) υποδηλώνουν ότι όταν δύο σώματα έλκονται λόγω μάζας (το υπόθεμα της βαρυτικής αλληλεπίδρασης), η έλξη αυτή οφείλεται στο ότι η θερμότητα που εκλύεται (λόγω επιτάχυνσης) ικανοποιεί κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο τις απαιτήσεις του «θερμοδυναμικού δικτάτορα» (μέγιστη αύξηση εντροπίας).
ΥΓ: Ο συγγραφέας ευχαριστεί τους καθηγητές Άντριου Γουάιλς, Ρότζερ Πενρόουζ, Ντέιβιντ Ντόιτς και Βλάτκο Βέντραλ του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης για κάποιες συζητήσεις το φθινόπωρο του 2013 κατά τη διάρκεια συνεδρίου στα εγκαίνια του νέου πραγματικά εντυπωσιακού κτιρίου «Άντριου Γουάιλς» του Ινστιτούτου Μαθηματικών στην Οξφόρδη.

3 Responses “Η δικτατορία της θερμοδυναμικής”

  1. Δεν μας τα λέει καλά στο τέλος ο Ζώης. Η ιστορία με την ακτινοβολία Hawking/Unruh δεν έχει σχέση με την βαρύτητα. Η ακτινοβολία αυτή προκύπτει από την ύπαρξη του ορίζοντα και μόνο και άρα εξαρτάται από τη γεωμετρία μόνο (οι εξισώσεις πεδίου δεν παίζουν). Η όλη ιστορία λοιπόν, μπορεί να είναι δύσκολο να ελεγχθεί για τον καμπύλο χωροχρόνο ή για ένα επιταχυνόμενο σώμα, δεν είναι τόσο δύσκολο να ελεγχθεί για άλλα συστήματα που παρουσιάζουν τις ίδιες ιδιότητες έχοντας effective γεωμετρίες. Και έχεις γράψει και εδώ σχετικά με αυτό το πράγμα, και έχω αναφερθεί και εγώ. Υπάρχουν πειραματικά αποτελέσματα λοιπόν.
    Απάντηση
    • Απάντηση
      • … και οι 3 παραπομπές ΕΔΩ






        Ο τέταρτος νόμος της θερμοδυναμικής

        Posted on 13/09/2012



        Πως οι ζωντανοί οργανισμοί υπακούουν στα αξιώματα της θερμοδυναμική

         1ος νόμος της θερμοδυναμικής: H μεταβολή της εσωτερικής ενέργειας ενός συστήματος είναι ίση με το άθροισμα της θερμότητας που απορροφάται και του εξωτερικού έργου που παράγεται πάνω στο σύστημα: ΔU = Q – W

        Πρόκειται για μια διαφορετική διατύπωση της αρχής διατήρησης της ενέργειας.

        2ος νόμος της θερμοδυναμικής: Οι πιο πιθανές διαδικασίες που μπορούν να συμβούν σε ένα απομονωμένο σύστημα είναι αυτές στις οποίες η εντροπία είτε αυξάνει είτε παραμένει σταθερή:  ΔS ≥ 0 3oς νόμος της θερμοδυναμικής: (ή θεώρημα του Nerst) Είναι αδύνατον να προσεγγιστεί η θερμοκρασία του απολύτου μηδενός.

        Η θεμελιώδης μονάδα της ζωής, το κύτταρο, είναι ένα ανοικτό θερμοδυναμικό σύστημα
        Η ζωντανή ύλη δεν είναι αυτόνομη από την άποψη της ενέργειας. Χρειάζεται ενέργεια από το περιβάλλον. Αυτός ο τύπος του ασταθούς συστήματος, που παραμένει σ’ ένα καθορισμένο επίπεδο οργάνωσης με μια συνεχή προμήθεια ελεύθερης ενέργειας, συχνά περιγράφεται ως μια κατάσταση δυναμικής ισορροπίας (steady state).
        Η κατάσταση αυτή δεν αντιπροσωπεύει μιαν ισορροπία όπου το σύστημα έχει φτάσει τη χαμηλότερη δυνατή ενέργεια και τη μεγαλύτερη δυνατή αποδιοργάνωση. Αντίθετα, βρίσκεται μακριά από την ισορροπία και μπορεί να παραμείνει σ’ αυτή τη φαινομενική σταθερότητα μόνο με συνεχή προμήθεια ελεύθερης ενέργειας.
        Ο δεύτερος θερμοδυναμικός νόμος δεν αναφέρεται απευθείας σε ανοικτά συστήματα, όπως είναι το κύτταρο, όπου εμφανίζονται και μη αντιστρεπτές μεταβολές. Για την μελέτη των φαινομένων της δυναμικής ισορροπίας αναπτύχθηκε η «θερμοδυναμική των μη αντιστρεπτών μεταβολών» που εφαρμόζεται σε φαινόμενα δυναμικής ισορροπίας.
        Ο δεύτερος θερμοδυναμικός νόμος μας λέει πως αν η εντροπία ενός απομονωμένου συστήματος ελαττώνεται,  όπως συμβαίνει στην περίπτωση των βιολογικών συστημάτων, τότε έχουμε να κάνουμε όχι με ένα απομονωμένο σύστημα, αλλά με ένα τμήμα ενός μεγαλύτερου συστήματος (δηλαδή με ανοικτό σύστημα).
        Η συνεχής προσφορά ελεύθερης ενέργειας είναι μόνο μια από τις προϋποθέσεις για να διατηρείται η κατάσταση δυναμικής ισορροπίας. Επίσης θα πρέπει να υπάρχει μια ελάχιστη οργάνωση ώστε η ενέργεια να μπορεί να απορροφηθεί και να χρησιμοποιηθεί. Βιολογική εξέλιξη είναι το φαινόμενο το οποίο οδήγησε σιγά – σιγά σε μια μεγάλη ποικιλία τύπων οργάνωσης που είναι ικανοί να αποσπούν ελεύθερη ενέργεια από το εξαιρετικά ποικίλο περιβάλλον μας.
        Καθώς προχώρησε η εξέλιξη, η οργάνωση της βιόσφαιρας που χρησιμοποιείται μεγάλωσε. Και αυτό επίσης δε θάπρεπε να το δούμε σα μια παραβίαση του δεύτερου νόμου. Ο μηχανισμός της φυσικής επιλογής χρησιμοποιώντας τα φαινόμενα της αναπαραγωγής, της φυλετικότητας, των κληρονομούμενων μεταβολών και της διαφορικής επιβίωσης παρέχει ένα μηχανισμό με τον οποίο η πλούσια προσφορά ελεύθερης ενέργειας από τον ήλιο χρησιμοποιείται για να χρησιμοποιηθούν οργανώσεις αυξανόμενης πολυπλοκότητας στον πλανήτη μας.
        Πριν 5 δισεκατομμύρια χρόνια, προτού αρχίσει η ζωή στον πλανήτη μας, όλη η ελεύθερη ενέργεια που χυνόταν πάνω του από τον ήλιο διασκορπιζόταν γρήγορα σαν άχρηστη θερμότητα και ακτινοβολούνταν προς το διάστημα. Κατόπιν, αναπτύχθηκαν πολύ μικρά συστήματα που ήταν ικανά να παγιδεύσουν μέρος της ελεύθερης ενέργειας και να τη χρησιμοποιήσουν για να διατηρήσουν και να επεκτείνουν την οργάνωσή τους. Καθώς η εξέλιξη προχωρούσε αυτή η δέσμευση ενέργειας έγινε πιο αποδοτική και πιο εκτεταμένη.
        Διαβάστε επίσης: Ο Ήλιος ως πηγή ενέργειας χαμηλής εντροπίας (ή πως η βαρύτητα μειώνει την εντροπία)
        Σήμερα οι παγιδευμένες ακτίνες του ήλιου προμηθεύουν και την ελεύθερη ενέργεια για να χτιστούν πόλεις ή για να μελετά η ζωντανή ύλη τον ίδιο τον εαυτό της και τις αρχές που την κυβερνούν. Η κατάσταση της δυναμικής ισορροπίας της ζωής απέκτησε μέρος από την ελεύθερη ενέργεια του ήλιου και την κρατά με την μορφή μιας «βιόσφαιρας» που συνεχώς επεκτείνεται.
        Αναφέραμε στην αρχή τις διατυπώσεις των τριών νόμων της Θερμοδυναμικής. Θα μπορούσαμε να «προτείνουμε» και έναν «τέταρτο νόμο» που θα έλεγε πως όποτε υπάρχουν ο απαιτούμενος χρόνος, τα απαραίτητα ατομικά δομικά στοιχεία – άνθρακας (C) , Οξυγόνο (Ο), άζωτο (Ν) κ.λ.π. -, η κατάλληλη θερμοκρασία και μια σταθερή παροχή ελεύθερης ενέργειας, παρουσιάζεται αναγκαστικά κάποιος «οργανισμός» με πολυπλοκότητα που συνεχώς αυξάνεται. Ο οργανισμός αυτός θα έχει την ιδιότητα να ελαττώνει την εντροπία του, ξοδεύοντας τα μεγάλα ποσά ελεύθερης ενέργειας που παρέχει ο ήλιος.
        Η πληθώρα των ηλιακών συστημάτων που περιέχονται στους γαλαξίες του σύμπαντος, μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι θα υπάρχουν πλανήτες σαν την Γη μας που θα μπορούσαν να φιλοξενούν ζωή. Μάλλον δεν είμαστε μόνοι σ΄ αυτό το σύμπαν και η καταγωγή της ζωής δεν είναι μια «μεγάλη σύμπτωση», αλλά ένας φυσικός νόμος. Η ζωντανή ύλη δεν είναι έξω από το φυσικό κόσμο, αλλά ένα αναπόσπαστο τμήμα του. Αποτελεί μια θαυμαστή, ειδική περίπτωση της φυσικής ύλης και τη διακρίνουν η μακραίωνη και χαρακτηριστική ιστορία της εξέλιξής της και η οικονομία χώρου και λειτουργίας της μοριακής οργάνωσης.

        Η αρνητική εντροπία (negentropy)

        O Erwin Schrödinger υπήρξε ένας από τους θεμελιωτές της Κβαντομηχανικής. (η εξίσωση που καθορίζει την συμπεριφορά του κβαντικού κόσμου φέρει το όνομά του). Όμως ήταν και από τους πρώτους που συνέδεσαν την έννοια της εντροπίας και τον δεύτερο θερμοδυναμικό νόμο με τους ζωντανούς οργανισμούς. Σύμφωνα με τον Schrödinger: Η ζώσα ύλη διαφεύγει τον εκφυλισμό προς την ισορροπία (…) Ποιο είναι το χαρακτηριστικό γνώρισμα της ζωής; Πότε λέμε ότι ένα κομμάτι ύλης είναι ζωντανό; Πως αποφεύγει ένας ζωντανός οργανισμός τη φθορά; Κάθε διαδικασία, γεγονός, συμβάν – πείτε το όπως θέλετε –, κάθε τι που συμβαίνει στη Φύση, σημαίνει μια αύξηση της εντροπίας του τμήματος εκείνου του κόσμου στο οποίο συμβαίνει. Έτσι, ένας ζωντανός οργανισμός αυξάνει διαρκώς την εντροπία του – ή, παράγει θετική εντροπία – προσεγγίζοντας την επικίνδυνη κατάσταση της μέγιστης εντροπίας, η οποία είναι ο θάνατος. Μπορεί μόνο να μείνει μακριά του, δηλαδή ζωντανός, αντλώντας διαρκώς από το περιβάλλον αρνητική εντροπία. Αυτό με το οποίο τρέφεται ένας οργανισμός είναι η αρνητική εντροπία. Ή για να το θέσουμε λιγότερο παράδοξα, το ουσιαστικό πράγμα στον μεταβολισμό είναι ότι ο οργανισμός επιτυγχάνει να ελευθερώνεται απ’ όλη την εντροπία που είναι υποχρεωμένος να παράγει όσο είναι ζωντανός. Η εντροπία ορίζεται από την εξίσωση του Boltzmann:
        S = k logΩ
        όπου k h σταθερά του Boltzmann και όπου Ω είναι ο συνολικός αριθμός των μικροκαταστάσεων του συστήματος. Αν το Ω είναι ένα μέτρο της αταξίας του συστήματος, τότε το αντίστροφό του, το 1/Ω, μπορέι να θεωρηθεί απευθείας μέτρο της τάξης. Δεδομένου ότι ισχύει
        log(1/Ω) = -logΩ
        μπορούμε να γράψουμε την εξίσωση Boltzmann ως εξής:
        -S=klog(1/Ω)
        Η «αρνητική εντροπία» με λίγα λόγια αποτελεί  ένα μέτρο της τάξης συστήματος… Στην περίπτωση των ανώτερων ζώων γνωρίζουμε αρκετά καλά την τάξη από την οποία τροφοδοτούνται, δηλαδή, την εξαιρετικά καλά οργανωμένη κατάσταση της ύλης σε περισσότερο ή λιγότερο πολύπλοκες οργανικές ενώσεις, που χρησιμεύουν ως “τροφές”.  Αφού τις χρησιμοποιήσουν, τις επιστρέφουν σε κατά πολύ διασπασμένη μορφή – όχι όμως τελείως διασπασμένη, αφού τα φυτά μπορούν ακόμα να τις χρησιμοποιήσουν. (Αυτά, βεβαίως, δέχονται την πιο ισχυρή παροχή “αρνητικής εντροπίας” από το φως του Ήλιου)




        Γύρω από την έννοια της ψυχικής ενέργειας


        Posted on 02/08/2010


        ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΑΧ. ΛΙΑΡΟΣ
        Νευρολόγος – Ψυχίατρος
        περιοδικό ΕΓΚΕΦΑΛΟΣ 19, 409-412, 1982

        Με κλίκ πάνω στο κείμενο προκύπτει η μεγέθυνση της σελίδας











Δρεπάνι

Δρεπάνι
Δρεπάνι..

Αρχειοθήκη ιστολογίου

Kurdistan

Nichts

Nichts

Πολιτική και Γεωπολιτική..

Στα όρια..

Ουρανός

Ουρανός

Ερμηνείες της ιστορίας..

Επιστημονικά και επιστημονικοφανή..