Τετάρτη, 25 Ιουνίου 2014

Κριτικές παρατηρήσεις στο σημείωμα του Θ.Λιάπα για Σπινόζα / Φίχτε / Χέγκελ


"..Αρχικά μεταφράζουμε από την Wissenschaftslehre του 1794 απόσπασμα όπου ο Φίχτε κάνει κριτική στον Σπινόζα και  σχολιάζουμε ορισμένα ενδιαφέροντα σημεία. Κατόπιν παραθέτουμε την κριτική του Χέγκελ στον Σπινόζα.
Grundlage der gesamten Wissenschaftslehre
Ο Σπινόζα υπερέβη την πρότασή μας, όπως την δείξαμε παραπάνω. Δεν αρνείται την ενότητα της εμπειρικής συνείδησης, αλλά αρνείται τελείως την καθαρή συνείδηση. Σύμφωνα με αυτόν σχετίζεται ολόκληρη η σειρά των παραστάσεων ενός εμπειρικού υποκειμένου προς το μοναδικό καθαρό υποκείμενο, όπως μια μεμονωμένη παράσταση προς μια σειρά παραστάσεων. Στον Σπινόζα το Εγώ(αυτό το οποίο ονομάζει Εγώ του ή εγώ το ονομάζω δικό μου Εγώ) δεν υπάρχει κατ’ εξοχήν(απόλυτο) ,επειδή αυτό το ίδιο υπάρχει· αλλά επειδή κάτι άλλο υπάρχει.

Στον Σπινόζα το θεμέλιο ύπαρξης του Εγώ δεν βρίσκεται στην ίδια του την αυτοσχεσία(βλ. προηγούμενη ανάρτηση για Φιχτε-Ντεκαρτ) αλλά σε κάτι έξω από αυτό που είναι βεβαίως η υπόσταση.


 –Το Εγώ κατά τον Σπινόζα ναι μεν είναι για το Εγώ - Εγώ, αλλά αυτός ρωτά: τι θα ήταν αυτό για κάτι έξω από το Εγώ. Ένα τέτοιο «έξω από το Εγώ» θα ήταν επίσης ένα Εγώ, από το οποίο το τεθειμένο Εγώ (πχ. το δικό μου Εγώ) και άλλα δυνατά θέσιμα(setzbar) Εγώ θα ήταν τροποποιήσεις(Modifikationen). Ο Σπινόζα χωρίζει την καθαρή και την εμπειρική συνείδηση. Το πρώτο Εγώ το θέτει μέσα στο θεό, ο οποίος δεν έχει ποτέ συνείδηση του εαυτού του, επειδή η καθαρή συνείδηση δεν φθάνει ποτέ στην [εμπειρική] συνείδηση· το τελευταίο Εγώ το τοποθετεί στις επιμέρους τροποποιήσεις της θεότητας. Έτσι δομημένο έχει το σύστημά του αδιαμφισβήτα απόλυτη εσωτερική συνέπεια ,επειδή ο θεός βρίσκεται σε ένα πεδίο, στο οποίο ο λόγος δεν μπορεί να τον ακολουθήσει · αλλά έτσι το σύστημα είναι αθεμελίωτο, επειδή τι είναι αυτό που τον νομιμοποιεί, να ξεπεράσει την δοσμένη εντός της εμπειρικής συνείδησης καθαρή συνείδηση;

Θυμίζουμε το σύστημα του Σπινόζα συγκροτείται σε 3 επίπεδα: Υπόσταση ή θεός, κατηγορήματα(έκταση, σκέψη) και τρόποι. Ο θεός είναι η καθαρή συνείδηση και η εμπειρική συνείδηση αποτελεί τροποποίηση αυτής της υπόστασης, άρα ένας τρόπος ύπαρξης της υπόστασης, ο οποίος αντλεί την οντολογική νομιμοποίησή του από την υπόσταση, στην οποία όλα ανάγκονται. Ο Φίχτε πάντως σε μία προσπάθεια να φέρει στα δικά του μέτρα το σπινοζικό σύστημα λέει ότι το «εξω από το (εμπειρικό) Εγώ» είναι και αυτό το ίδιο Εγώ. Άρα ότι η σπινοζική υπόσταση είναι Εγώ. Εφόσον πάντως η υπόσταση είναι ο θεός, θα μπορούσε να έχει κάποια βάση αυτή η ερμηνεία. Λέει επίσης ο Φίχτε ότι θεός του Σπινόζα δεν έχει ποτε συνείδηση του εαυτού, επειδή δεν φθάνει ποτέ στην εμπειρική συνείδηση. Η πρόταση αυτή είναι δύσκολο να ερμηνευθεί και θα επιχειρήσουμε να την εξηγήσουμε στη συνέχεια μέσα από την κριτική του Χέγκελ στον Σπινόζα.

Ο θεός είναι κάτι υπεραισθητό για το οποίο οι εποπτείες και οι αισθήσεις δεν μπορούν να μας πουν τίποτα. Αυτό κάνει το σύστημα του Σπινόζα εσωτερικά συνεπές, επειδή ουσιαστικά ανάγει το θεμέλιο της εμπειρικής συνείδησης στην καθαρή συνείδηση του θεού, της υπόστασης, η οποία δεν μπορεί να επιβεβαιωθεί ή να αναιρεθεί εμπειρικά και άρα από προ-κριτική μεταφυσική σκοπιά το σύστημα του Σπινόζα βρίσκεται στο απυρόβλητο της κριτικής.

 --Αυτό που τον κινεί στο σύστημά του, μπορεί να παρουσιασθεί ως εξής: είναι η αναγκαία επιδίωξη, να φέρει την ανώτερη ενότητα στην ανθρώπινη γνώση. Αυτή η ενότητα υπάρχει μέσα στο σύστημά του· και το λάθος έγκειται απλώς στο ότι αυτός πίστευε ότι εξήγαγε το συμπέρασμά του από θεωρητικά έλλογα θεμέλια(theoretischen Vernunftgründen) ,ενώ όμως απλά κινήθηκε από μια πρακτικη ανάγκη, ότι πίστευε δηλ. ότι συγκρότησε κάτι πραγματικά δεδομένο(υπάρχον, Gegebenes) ,διότι έθεσε ως προμετωπίδα ένα ιδεατό(Ideal) ,το οποίο δεν μπορούμε ποτέ να προσεγγίσουμε. Την ανώτερή του ενότητα θα συναντήσουμε εμείς πάλι στην Wissenschaftslehre· αλλά όχι ως κάτι ,το οποίο είναι, αλλά ως κάτι το οποίο πρέπει(δεον είναι, soll ) να παραχθεί δια ημών, και οχι μπορεί[να παραχθεί δια ημών]. –Επισημαίνω ακόμα ,ότι αν κανείς υπερβεί το Εγώ είμαι, αναγκαία τότε εισέρχεται στον σπινοζισμό [...] και ότι υπάρχουν μόνο δύο συνεπή συστήματα: το κριτικό, το οποίο αναγνωρίζει αυτά τα όρια και το σπινοζικό, το οποίο τα υπερπηδά.

Σε αυτό το σημείο παρουσιάζεται η κριτική του Φίχτε. Αυτό που μας δίδαξε ο Καντ με τις Κριτικές του είναι ότι ο θεωρητικός λόγος δεν μπορεί να υπερβεί τα όρια της αισθητικότητας και άρα μπορούμε να κάνουμε λόγο μόνο για τα φαινόμενα. Λέει ο Καντ στο δεύτερο πρόλογο της Κριτ. Καθ. Λόγου: «Δεν μπορώ λοιπόν ούτε καν να δεχθώ το Θεό, την ελευθερία και την αθανασία, για να ανταποκριθώ στην αναγκαία πρακτική χρήση του λόγου, αν δεν κόψω συγχρόνως από τον καθαρό θεωρητικό(spekulative) λόγο την έπαρση των υπέρμετρων άμεσων εποπτειών του. Γιατί, για να φθάσει ο λόγος σε αυτές, πρέπει να χρησιμοποιήσει τέτοιες θεμελιώδεις αρχές που στην πραγματικότητα δεν εκτείνονται παρά μόνο σε αντικείμενα δυνατής εμπειρίας· άμα όμως αυτές εφαρμοστούν σε κάτι που δεν μπορεί να είναι αντικείμενο της εμπειρίας, τότε το μεταμορφώνουν κάθε φορά πραγματικά σε φαινόμενο και έτσι καθιστούν αδύνατη κάθε πρακτική διεύρυνση του καθαρού λόγου. Έπρεπε λοιπόν να καταργήσω τη γνώση ,για να κερδίσω τόπο για την πίστη·και τούτο γιατί ο δογματισμός της Μεταφυσικής, δηλ. η προκατάληψη, ότι τάχα μπορεί κανένας να προκόψει στην επιστήμη αυτής χωρίς Κριτική του καθαρού λόγου, είναι η πραγματική πηγή κάθε απιστίας που αντιστρατεύεται την Ηθική και που είναι η ίδια πάντα πολύ δογματική(ΒΧΧΧ)

Το υποκείμενο το μόνο που μπορεί να κατορθώσει χωρίς την συνδρομή της αισθητικότητας είναι να αναγνωρίσει ότι το ίδιο υπάρχει. Επαναλαμβάνω ένα απόσπασμα από τον Καντ ,που είχα παραθέσει και στην προηγούμενη ανάρτηση: Στην παρ. 25 της παραγωγής λέει ο Καντ: «αντίθετα έχω συνείδηση εγώ σε μένα του εαυτού στην υπερβατολογική σύνθεση του πολλαπλού των παραστάσεων εν γένει, άρα στην συνθετική πρωταρχική ενότητα της κατάληψης, όχι του πως μου φαίνομαι, ούτε του πως εγώ είμαι αυτός καθ’ εαυτός, αλλά μονάχα ότι είμαι. Αυτή η παράσταση είναι μια νόηση(Denken), όχι μια εποπτεία». Ο Σπινόζα λοιπόν μιλάει για την υπερεμπειρική υπόσταση νομίζοντας ότι θεμελιώνει τους ισχυρισμούς στον θεωρητικό λόγο ,στην πραγματικότητα ωθείται από μια πρακτική ανάγκη στο να συγκροτήσει ένα σύστημα όπου το ιδεατό, καθότι υπεραισθητό ,δεν μπορεί ποτέ να προσεγγισθεί θεωρητικά, παρά μόνο πρακτικά.


ΣΠΙΝΟΖΑ-ΧΕΓΚΕΛ

«Αυτές τις τρεις στιγμές δεν έπρεπε ο Σπινόζα να τις παραθέσει ως έννοιες ,αλλά να τις παράγει(deduzieren). Οι τρεις τελευταίοι προσδιορισμοί  είναι εξόχως σημαντικοί· αυτοί αντιστοιχούν σε αυτό που εμείς ορίζουμε ως καθολικό, μερικό και ενικό. Αλλά δεν πρέπει να εκλαμβάνουμε αυτούς τους προσδιορισμούς μορφικά αλλά στο συγκεκριμένο(konkret) ,αληθινό τους νόημα. Το συγκεκριμένα καθολικό είναι η υπόσταση· το συγκεκριμένα μερικό είναι το συγκεκριμένο γένος. Πατέρας και υιός είναι έτσι μερικά, κάθε ένα εκ των οποίων περιλαμβάνει ολόκληρη την φύση του θεού(μόνο υπό μία ιδιαίτερη μορφή). Ο Τρόπος είναι το ενικό, το πεπερασμένο ως τέτοιο, το οποίο συνδέεται εξωτερικά με το άλλο. Ο Σπινόζα παρουσιάζει μια φθίνουσα πορεία με τους Τρόπους να είναι το πλέον ενδεές. Η έλλειψη του Σπινόζα είναι, ότι αυτός συλλαμβάνει το τρίτο ως Τρόπο, ως κακή ενικότητα(schlechte Einzelheit). Η αληθινή ενικότητα, ατομικότητα, αληθινή υποκειμενικότητα δεν είναι μόνο απομάκρυνση από το καθολικό, το κατ’ εξοχήν προσδιορισμένο· αντίθετα το καθολικό είναι το δια εαυτό Είναι που αυτοπροσδιορίζεται. Το υποκειμενικό είναι έτσι εξίσου η επιστροφή στο καθολικό· το ενικό είναι το παρ’ εαυτό Είναι και έτσι είναι το καθολικό. Η επιστροφή στο καθολικό έγκειται στο ότι το ενικό είναι στον εαυτό του το καθολικό, αλλά σε αυτήν την επιστροφή δεν προέβη ο Σπινόζα. Η αρτηριοσκληρωτική υποστασιακότητα δεν είναι η άπειρη μορφή, αλλά η σκέψη στην οποία εξαφανίζεται η προσδιοριστικότητα»(Verlag Philipp Reclam, σελ. 305, στην ελλ. μτφ σελ. 979). Ο Σπινόζα στην πρόταση 15 του πρώτου βιβλίου λέει:  «Ό,τι είναι, είναι στον Θεό, και τίποτα δεν μπορεί να είναι ή να συλληφθεί χωρίς τον Θεό» και στην απόδειξη που ακολουθεί «...ενώ οι τρόποι (κατά τον Ορ. 5) δεν μπορούν ούτε να είναι ούτε να συλληφθούν χωρίς την υπόσταση· οπότε μόνο στη θεϊκή φύση μπορούν να είναι και μόνο μέσω αυτής να συλληφθούν». Η πρόταση αυτή είναι χαρακτηριστική τόσο από την σκοπιά της επιρροής του Σπινόζα στον Χέγκελ όσο και από την σκοπιά της κριτικής του δεύτερου στον πρώτο. Οι τρόποι ως το ατομικό δεν μπορούν να συλληφθούν παρά μέσω του καθολικού(υπόσταση), όμως δεν ισχύει και το αντίστροφο και άρα η υπόσταση(το καθολικό) μπορεί συλληφθεί δίχως τους τρόπους. Προς επίρρωση της εγελιανής κριτικής παραθέτουμε τον σπινοζικό ορισμό της υπόστασης: «Με τον όρο υπόσταση εννοώ αυτό που είναι στον εαυτό του και συλλαμβάνεται μέσω του εαυτού του». Έτσι η υπόσταση αποκόπτεται από το μερικό και ενικό και η μετάβαση σε αυτά είναι εξωτερική. Αυτά ακριβώς τα αποσπάσματα από την Ηθική επιβεβαιώνουν και την κριτική του Φίχτε ότι «Το πρώτο Εγώ το θέτει μέσα στο θεό, ο οποίος δεν έχει ποτέ συνείδηση του εαυτού του, επειδή η καθαρή συνείδηση δεν φθάνει ποτέ στην [εμπειρική] συνείδηση».

 Στο ίδιο κείμενο ο Χέγκελ επαινεί τον Σπινόζα για την causa sui φύση της υπόστασης και λέει ότι πρόκειται για θεωρησιακή σκέψη που όμως ο Σπινόζα δεν ανέπτυξε μένοντας σε μία άκαμπτη υπόσταση. Όσον αφορά τα κατηγορήματα λέει ναι μεν είναι προσδιοριστικότητα, αλλά ως ολότητα(Totalität). Η ολότητα στον Χέγκελ είναι χαρακτηριστικό του επιπέδου της έννοιας και περιλαμβάνει τόσο την καθολικότητα όσο και την ενικότητα. Ο ορισμός του Σπινόζα έχει ως εξής: «Με τον όρο κατηγόρημα εννοώ αυτό που αντιλαμβάνεται ο νους(στα λατινικά intellectus) στην υπόσταση σαν συνιστόν την ουσία της». Ο Χέγκελ αποδίδει το λατινικό intellectus με το γερμανικό Verstand, δηλ. διάνοια. Λέει λοιπόν «η διάνοια συλλαμβάνει , τα δύο κατηγορήματα, την σκέψη και την έκταση ως την ουσία της υπόστασης· η ουσία δεν είναι ανώτερη της υπόστασης, αλλά η υπόσταση είναι ουσία μόνο ως προς την εξέταση της διάνοιας. Αυτή η εξέταση είναι εξωτερική της υπόστασης· η υπόσταση μπορεί να εξετάζεται με δύο τρόπους, ως έκταση και σκέψη. Κάθε μια είναι ολότητα, ολόκληρο το περιεχόμενο της υπόστασης, αλλά μόνο εντός Μίας μορφής· ακριβώς γι’ αυτό είναι οι δύο πλευρές καθαυτές ταυτόσημες, εις άπειρον. Αυτή είναι η αληθινή ολοκλήρωση. Στα κατηγορήματα συλλαμβάνει η διάνοια την όλη υπόσταση. Αλλά που η υπόσταση μεταβαίνει στα κατηγορήματα ,δεν μας λέει»(ελλ. 978, πρωτ. 304). Άρα εδώ ο Χέγκελ μας λέει μπορούμε κατά τον Σπινόζα να συλλάβουμε την ουσία της υπόστασης μόνο όμως μέσω της διάνοιας και γι’ αυτό από τα άπειρα κατηγορήματα που μπορούν να αποδωθούν στην υπόσταση εμείς διαθέτουμε μόνο δύο.

Το γεγονός πάντως ότι στον Σπινόζα η διάνοια, το intellectus είναι ανθρώπινο και μέσω αυτού μπορούμε να συλλάβουμε την υπόσταση μόνο υπό δύο κατηγορήματα, δείχνει ότι ο Σπινόζα αναγνωρίζει έναν κόσμο της υπόστασης που ανήκει αναγκαστικά σε μια άλλου τύπου διάνοια, η οποία είναι μη-ανθρώπινη..."


Η ερμηνεία της έννοιας της υπόστασης έχει κεντρικό ρόλο στην νεώτερη φιλοσοφία. Η κεντρικότητα αυτή είναι αποτέλεσμα της ίδιας της πρακτικής σημασίας της υποστασιακότητας που σημαίνει τόσο την διανοητική όσο και την υλική πραγματικότητα σε αναφορά προς την συγκεκριμένη ενότητά τους ως καθολικών καθορισμών της συνολικής πραγματικότητας. 
Η επιλογή του γερμανικού ιδεαλισμού ως προς την ερμηνεία της έννοιας αυτής είναι σαφώς προσδιορισμένη από την κεντρικοποίηση του υποκειμενικού (νοητικού) καθορισμού της πραγματικότητας που επιχειρεί. 
Οι ερμηνευτικές δυσκολίες που δημιουργούνται από αυτή την επιλογή έχουν σχέση με την προκρούστεια πρακτική της ερμηνείας που επιχειρείται αφού η πρωτοφανής προσπάθεια νοητικοποίησης του όντος έχει μεν αυτοτελή θετικά αποτελέσματα άσχετα από την ερμηνευτική κακοποίηση όλης της υπόλοιπης φιλοσοφίας αλλά από την άλλη δημιουργεί έναν κακό οδηγό για την ερμηνεία καθαυτή της ίδιας της φιλοσοφίας που φυσικά απαρτίζεται τελικά κυρίως από τις φιλοσοφίες που δεν είναι "εγελιανές" ''καντιανές'' κ.λ.π
Στο θέμα που εξετάζεται εδώ η κακοποίηση είναι προφανής από την εξαφάνιση του οντολογικού προσδιορισμού από έναν φιλόσοφο (τον Σπινόζα) που ενώ έχει μεν καθορίσει ισχυρά την σκέψη του (όπως όλοι οι νεώτεροι φιλόσοφοι, και ειδικά οι καρτεσιανοί και μετα-καρτεσιανοί), από τον υποκειμενικό-νοητικό καθορισμό διατηρεί ωστόσο ζωντανό τον στοχασμό για την αντικειμενική πραγματικότητα ως εξω-υποκειμενικό ον. 
Η δυσκολία που δημιουργείται από την ταυτότητα της υποκειμενικής νόησης με το ον που είναι και το "κοινό σημείο" όλης της νεώτερης φιλοσοφίας έχει να κάνει με την απάλειψη ακριβώς των μη κοινών στοιχείων όταν εξετάζουμε τις φιλοσοφίες στο συγκεκριμένο τους περιεχόμενο. Όταν ο Χέγκελ αποδίδει το λατινικό intellectus με το γερμανικό Verstand, δηλ. διάνοια δεν πραγματοποιεί μιαν ερμηνεία στα πλαίσια μιας (έστω βίαιης) διαλεκτικής σχέσης με το ερμηνευόμενο αλλά έναν πολιτισμικό και πολιτικο-διανοητικό βιασμό χωρίς σεβασμό στο περιεχόμενο της σημασίας που ερμηνεύει. Αυτό δεν συμβαίνει λ.χ με τις ανάλογες ερμηνευτικές τροποποιήσεις που επιχειρεί ένας Ντεκάρτ στις σχολαστικές έννοιες χωρίς να λείπει από μέρους του η ερμηνευτική βία. Η έννοια που εξετάζουμε εδώ ως την μορφή υποκειμενικής σύλληψης (των) δύο θεμελιακών κατηγορημάτων (έκταση-νόηση) του όντος (της υπόστασης) που μπορούν να γίνουν αντικείμενα της υποκειμενικής σύλληψης δεν εκφράζει, στον Σπινόζα, την διανοητική μορφή της υπόστασης αλλά έναν τρόπο ένωσης, τον έλλογο, με εκείνα τα κατηγορήματα ενός άπειρου όντος που μπορεί να υποδεχθεί την ενωτική πράξη του υποκειμένου σε δύο μόνον  τροπισμούς. Αυτός ο περιορισμός στην "τριάδα" της σύλληψης (νόηση-έκταση-διάνοια) δεν αποτελεί ένα είδος ολικής συμπλοκής που περικλείει τα πάντα αλλά την ανθρώπινη μορφή της ολότητας που όμως δεν είναι εξ'αυτού (ως ανθρώπινη μορφή) ένα μονοδιάστατα απορρέον και "κατώτερο'' καθ'έκαστον (ενικόν). Σε καμμία περίπτωση δεν υπάρχει, όπως ισχυρίζεται ο Χέγκελ, εξωτερικότητα της εξέτασης του όντος (υπόστασης) : (Χέγκελ)"αλλά η υπόσταση είναι ουσία μόνο ως προς την εξέταση της διάνοιας. Αυτή η εξέταση είναι εξωτερική της υπόστασης· η υπόσταση μπορεί να εξετάζεται με δύο τρόπους, ως έκταση και σκέψη." Η υπόσταση (κατά τον Σπινόζα) είναι ουσία αφ'εαυτής και εκφράζεται σε ένα ισοδύναμο (αν και περιορισμένο) επίπεδο στην νόηση την έκταση και την ενδογενή σύλληψή τους από την "σκοπιά" της νοητικής τροπικότητας που δεν παράγεται επίσης ως κατώτερη μορφή της κατηγοριακά προσδιορισμένης υπόστασης αλλά απλά ως τρόπος, όπου τρόπος θεωρείται (επαναλαμβάνω) το περιορισμένο αλλά όχι  "κατώτερο" σημείο του όντος ως κατηγοριακού-νοητικού.  
Ο Θ.Λιάπας μας λέει: "Προς επίρρωση της εγελιανής κριτικής παραθέτουμε τον σπινοζικό ορισμό της υπόστασης: «Με τον όρο υπόσταση εννοώ αυτό που είναι στον εαυτό του και συλλαμβάνεται μέσω του εαυτού του». Έτσι η υπόσταση αποκόπτεται από το μερικό και ενικό και η μετάβαση σε αυτά είναι εξωτερική. Αυτά ακριβώς τα αποσπάσματα από την Ηθική επιβεβαιώνουν και την κριτική του Φίχτε ότι «Το πρώτο Εγώ το θέτει μέσα στο θεό, ο οποίος δεν έχει ποτέ συνείδηση του εαυτού του, επειδή η καθαρή συνείδηση δεν φθάνει ποτέ στην [εμπειρική] συνείδηση»" 
Η αυτο-σύλληψη της υπόστασης δεν σημαίνει, όπως ισχυρίζεται ο Θ.Λιάπας συνεχίζοντας την εγελιανή κριτική, μιαν αποκοπή του καθολικού (που αυτή σημαίνει) από το μερικό-ενικό αλλά την εμμενή καθολική ενότητα-ταυτότητα των θεμελιακών είδων του όντος δια της εσωτερικής (στην καθολικότητα) αρνητικότητάς τους. Η άρνηση είναι καθορισμός, όπως μας λέει ο ίδιος ο Σπινόζα εννοώντας θαρρώ την άρνηση ως διαμεσολάβηση των θεμελιακών (και μόνον) καθορισμών. 
Είναι εύλογο βέβαια να επισημάνει κανείς πως σε αυτούς τους θεμελιακούς καθορισμούς η (ατομική μάλλον) νόηση δεν θεωρείται ως παραγωγικό σημείο της όλης διεργασίας, άρα πως είναι και το "ενδεές" που δεν ορίζεται ως ικανό να μεταβεί αφ'εαυτό στον κατηγοριακό "κόσμο'' (της νόησης-έκτασης) και γι'αυτό εξάλλου ορίζεται ως "τρόπος" (όπου ο "τρόπος" θεωρείται από τους εγελιανούς ως μια ενδεής έκφραση τόσο της κλασικής τροπικότητας όσο και της ίδιας της οντολογικής πραγματικότητας). Όμως η τροπικότητα (και) στον Σπινόζα δεν απορρέει από ένα "ύψος", ούτε είναι σημείο μιας ιεραρχικής δομής αλλά υπάγεται σε ένα οριζόντιο επίπεδο μιας εκφραστικής ολότητας. Γι'αυτό εξάλλου ενώ τα κατηγορήματα είναι ολότητες δεν συγκροτούν ένα ξεχωριστό επίπεδο από την υπόσταση, οι έννοιες-κατηγορήματα είναι σημεία (όπως και οι τρόποι) της υποστασιακής υπερ-φύσης. 
Όσον αφορά την φιχτιανή ερμηνεία επιφυλασσόμαστε για μια μελλοντική ερμηνεία. Το μόνο που μπορώ να πω τώρα, προς το παρόν, είναι ότι συμφωνώ. Η σύλληψη της υποστασιακότητας ως μορφής του "εγώ" συνέχεται ομαλότερα με την παράδοση της έννοιας παρά την κριτική που ασκείται, και τυχαίνει να μας οδηγεί σε βαθύτερες οπτικές της από μια αρνητικότερη μάλιστα σκοπιά που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την ερμηνεία και της χεγκελιανής χρήσης της όταν ο Χέγκελ συγκροτεί την δική του "υποστασιακότητα" (και είναι τιμιότερος με τις έννοιες, αφού δεν μιλάει για τους άλλους).











      

Ι.Τζανάκος

Σάββατο, 21 Ιουνίου 2014

6 στοιχεία...





1.
Η κατανόηση του κόσμου ή μιας πτυχής του κόσμου από το ανθρώπινο υποκείμενο δεν αποτελεί μια πράξη ελευθερίας από μόνη της, ίσια ίσια είναι δυνατόν να αποτελεί έργο σκλάβωσης άλλων ανθρώπων και έμβιων όντων αλλά και του ίδιου του κατανοούντος υποκειμένου σε εκείνο το είδος της ελευθερίας που συνήθως αποκαλείται "η ελευθερία" και σημαίνει την υπηρέτηση ενός κοινωνικού συστήματος που (ανα-)παράγεται με την υποταγή της ανθρώπινης εργασίας και της φύσης.
Όπως έχω ισχυριστεί -καθόλου πρωτότυπα βέβαια- και στο παρελθόν, οι κεντρικές έννοιες έχουν κι'αυτές εξαντλήσει την δυνατότητά τους να σημαίνουν κάτι παραπάνω από την κατανόηση και αυτοκατανόηση αυτού του συστήματος, ή μάλλον την ιστορική του συγκρότηση και τις λεπτότερες ή αδρότερες εσωτερικές διαφοροποίησεις του μέσα στον χρόνο. Από τη σκοπιά του καπιταλισμού και των ζηλότυπων ανταγωνιστών του, αριστερών ή συνεπέστερα κομμουνιστών, οι διαφορές αυτές είναι άκρως σημαντικές εφόσον σημαίνουν κάποιες αντικειμενικές δυνατότητες για ένα καλύτερο και ελεύθερο μέλλον.



2.
Νομίζω πως αυτές οι αυταπάτες θα μας ταλανίζουν για πολύ καιρό ακόμα, μέχρι τουλάχιστον ο καπιταλισμός αλλά και τα διάφορα κράτη (που δεν είναι καθόλου απλά εποικοδομήματα του καπιταλισμού ή του όποιου σοσιαλισμού θα προκύψει από την δομική κρίση του) μας ξαναθυμίσουν "πρακτικότερα" τι σημαίνει "αντικειμενική δυνατότητα". 
Αντικειμενική δυνατότητα για ακόμα περισσότερο θάνατο και καταστροφή της ζωής, αντικειμενική δυνατότητα για σχεδιασμένες-χαοτικές ή απλά σχεδιασμένες κυριαρχήσεις της ανθρώπινης ζωής και της εμβιότητας γενικά. Και φυσικά, αντικειμενική δυνατότητα για γνώση, περισσότερη γνώση, "φως!" μέχρι να μην μείνει τίποτα κρυφό σε αυτό τον κόσμο. Να μάθουμε και να ασκήσουμε δηλαδή και την τελευταία δυνατότητα αξιοποίησης, εργαλειοποίησης, τεχνικοποίησης, ορθολογικοποίησης, συγκεντροποίησης, άρα εν τέλει διαφώτισης του υπαρκτού μέχρις εσχάτων αυταπατών πως αυτό μπορεί από μόνο του να κάνει τις κοινωνικές σχέσεις στην εργασία και την διοίκηση, όπως και την ηθική υπόσταση απαλλαγμένες από την κυριαρχία. 
Όπου κυριαρχία, χωρίς να αναφερθούμε στην ωμή βία, είναι σε αφήγηση (θα τα πω χύμα, χωρίς αυστηρή σειρά, όπως μου έρχονται):
έννομη και βίαιη απομάκρυνση και ξένωση του άμεσου παραγωγού από τα εργαλεία της παραγωγής, την γη και τους φυσικούς πορους, σεβασμός στην ιδιοκτησία ατομική κοινωνική ή δημόσια και ιεροποίηση του πράγματος, ιεραρχία, χαφιεδισμός, μυστικοποίηση, κρυψίνοια, απομόνωση του ηθικού υποκειμένου σε ρόλο θύματος, ηγετισμός και λατρεία του ηγέτη, νεποτισμός, γραφειοκρατισμός, κυνισμός, δαιμονοποίηση του διαφορετικού, δογματισμός, θεοκρατία και αντιθεοκρατική θεοκρατία, γλύψιμο, σκύψιμο, ηθικολογία, ελιτισμός και περιφρόνηση του καθημερινού ανθρώπου, μιλιταρισμός, πραγματισμός της υποταγής στο καθιερωμένο, ψευδολογία σπερμολογία συκοφαντία εναντίον του ελεύθερου και απροσκύνητου ατόμου, συγκεντρωτισμός στις αποφάσεις, συγκεντρωτισμός στους θεσμούς, καταναγκαστική εργασία "αν χρειαστεί" για το "καλό" του "έθνους" του ''κόμματος" του "κινήματος'', περιορισμοί ή απαγορεύσεις στην ελευθερία του λόγου και της έκφρασης, καταπίεση των γυναικών, καταπίεση και "στρατολόγηση" των παιδιών, καταναγκαστική "παιδαγώγησή" τους, ιατρικοποίηση της ανθρώπινης ψυχής, αχαλίνωτη βία απέναντι στα ζώα και τα έμβια όντα γενικά, αναγκαστικός ουρμπανισμός, διαφανοποίηση της ιερής εσωτερικότητας της ανθρώπινης ψυχής υπό το πρίσμα της επιστήμης ή της πολιτικής αναγκαιότητας, χιλιασμός, φανατισμός, σεκταρισμός, φονταμενταλισμός, χλευασμός του μικρόκοσμου της ζωής (προάγγελος πολέμων και ''ιερών στρατολογήσεων"), απολυτοκρατία, ολοκληρωτικός κολλεκτιβισμός (δεξιός και αριστερός), ηθικολογία ηθικολογία ηθικολογία ηθικολογία ηθικολογία ηθικολογία ηθικολογία ηθικολογία ηθικολογία ηθικολογία, ψευδο-οντολογικά ψευδο-τεκμηριωμένη ηθικολογική ψευδο-ηθική, και άλλα..




3.
Θα μπορούσε κανείς να ρωτήσει βέβαια: η κατανόηση όλων αυτών δεν είναι "γνώση"; 
Θα απαντούσα πως είναι γνώση πραγμάτων στηριγμένη σε ένα σύνολο προθέσεων που δεν αφορούν και πολλούς από το σύνολο των ''γνωριζόντων" που κύριο μέλημά τους είναι η ορθολογική εξουσιαστική ή απλά μυστικιστικο-εξουσιαστική αξιοποίησή τους και εργαλειοποίησή τους ως ξεχωριστών "μερών'' μιας ολότητας που δεν αναγνωρίζεται ως ολότητα παρά μόνον αν είναι σχηματισμένη ως ιεραρχική πυραμίδα νοημάτων και πρακτικών που έχουν περισσότερη ή λιγότερη "αξία" σε σχέση πάντα με τις στρατηγικές και τακτικές βλέψεις της μίας ή της άλλης μερίδας της κυριαρχίας. 
Όμως ακριβώς εδώ ανακύπτει ένα θεμελιακό ερώτημα που αφορά το παρόν, ή μάλλον το κάθε παρόν ενός ανθρώπου που ανήκει στα καταπιεσμένα στρώματα της κοινωνίας. Μπορεί κανείς από δαύτους (βάζω και μένα μέσα) να επιλέξει παρ'όλα αυτά το ένα ή το άλλο "μέρος" της πυραμίδας των σχηματισμένων νοημάτων και πράξεων ή μια άλλη προτεινόμενη πυραμίδα τους; (που παραμένει ωστόσο πυραμίδα, άρα ένα εξουσιαστικό σχήμα της ζωής).





4.
Θεωρώ σχετικά δικαιολογημένο τον "οπορτουνισμό" του καθημερινού ανθρώπου εφόσον έχει να αντιμετωπίσει έτσι κι αλλιώς εξουσιαστικά σχήματα και όχι τον Λόγο και την Πράξη της αληθινής ελευθερίας που εξάλλου θα τον ξεβόλευε από την θέση του αιώνιου θύματος και του αιώνιου ξένου στον κόσμο. Αφού δεν είσαι μέσα στις δράκες της εξουσίας, τωρινής ή επερχόμενης, ή αφού δεν έχεις την πρόθεση να αναμιχθείς στις τραγωδίες, τα δράματα, τις θυσίες και τα τελικά αγαθά της πάλης για την εξουσία, είσαι υποχρεωμένος παραταύτα να επιλέξεις κάποια στιγμή με ποιόν είσαι με βάση αυτήν την απόσταση από τον πυρήνα της πάλης. Και τότε θα επικρατήσουν οι φρόνιμες σκέψεις και θα υπογραφεί το "συμβόλαιο" της εκχώρησης της μαζικής λαϊκής δύναμης που ριζώνει στα αδιόρατα πλέγματα της καθημερινής ζωής. 
Κάθε "συμβόλαιο" είναι κάλπικο, το ξέρεις, αλλά έχει κάποια διάρκεια. Αυτή η διάρκεια μπορεί να παραπλανήσει αν όχι εσένα τις μεταγενέστερες γενιές, όμως γιατί να σκοτιστείς; 
Ο αιφνιδιασμός της λύσης του "συμβολαίου" από τους κυρίαρχους έρχεται συνήθως αργά. Μέχρι τότε ο κυριαρχούμενος έχει γευτεί τη ήρεμη ζωή της κατά παραχώρηση ύπαρξης και τα αγαθά του μελλοντικά σφαγέντος αρνίου. Λίγο πριν ανοίξει ο δρόμος προς το σφαγείο υπάρχουν προτάσεις για ένα νέο "συμβόλαιο" μιας άλλης κατά παραχώρηση ζωής. Φυσικά και αυτές οι προτάσεις προϋποθέτουν ένα είδος θυσίας για κάποια από τα μέλη της κοινότητας των αρνίων. Να θυσιαστούν για να ζήσουν τα αρνία ξανά μια παράταση της ημερομηνίας σφαγής τους.



5.
Πόσοι στ'αλήθεια ξέρουν πόσο καθορισμένη είναι η κοινωνική ζωή και οι διαμάχες της, πολιτικές κοινωνικο-ταξικές κ.α. , από την συνεχή μετάθεση της ημερομηνίας σφαγής των αρνίων της; Εγώ λοιπόν ξέρω και σεις ξέρετε, και οι "άλλοι" ξέρουν, αλλά συνηθίζουμε να κάνουμε ότι δεν ξέρουμε τι ξέρουμε, ο καθείς για τους δικούς του λόγους.
Αλλά αν μου επιτρέπετε, φίλοι και εχθρο-φίλοι, δεν έχω πρόθεση να συνεχίσω να προσέχω πιά τα λόγια μου.
Κανείς δεν με πείθει πως δεν έχει στα χέρια του ένα μαχαίρι σφαγέα, αν και ξέρω καλύτερα από ότι νομίζετε μερικοί, ποιός ήταν και ποιός είναι ο σφαγέας στον τόπο μου (ό,τι και να σημαίνει αυτή η λέξη). Αλλά κανείς. Και αυτό κατά κάποιο τρόπο φάνηκε και φαίνεται από την στάση όλων των σφαγέων, αγαθών και μη, απέναντι στην παροντική πραγματικότητα, αφού οι δράκες έχουν ένα ιδιαίτερο πάθος με το μέλλον, και ειδικά το μέλλον τους. Η απαλλοτρίωση της ζωής των αρνίων, που ξέρετε νομίζω πως ξέρω ότι δεν είναι αθώα του αίματος των άλλων αρνίων και του δικού τους ακόμα, έχει στεφανωθεί από την εκδικητική απεικόνιση αρνίων που εθυσιάστηκαν στο παρελθόν. 
Κάποιες στιγμές αναρωτιέμαι αν έχω κάνει λάθος που αρνήθηκα τον Νίτσε. Δεν τον απαρνήθηκα γιατί δεν τον εδέχτηκα ποτέ, αλλά εξ'άρχής τον αρνήθηκα. Αναρωτιέμαι λοιπόν πλέον μήπως έκανα λάθος. Μήπως να πάψω να ελπίζω στα αρνία και ίσως στον εαυτό μου ως αρνίον; 
Ανάθεμα λοιπόν στην αρνίσια λογική σας, από ένα αρνίον που σκέπτεται μήπως είναι καλύτερο να είναι ένα άλλο ζώον.



6.
Η αρτιότητα των συλλογισμών για την απαλλοτρίωση της ζωής των θυμάτων της απαλλοτρίωσης έχει την κάλπικη λάμψη της ταυτολογίας, είτε αυτή καθορίζεται από τον Λόγο της αντικειμενικότητας είτε αυτή καθορίζεται από τον Λόγο της υποκειμενικότητας (συνήθως "ηθικής"). 
Στη πραγματικότητα έχουμε εδώ μια οντολογική διακύμανση που αναφέρεται στην ουσία μιας αναγκαιότητας επιβίωσης, άρα μιας επιβαλλόμενης συνείδησης. Η απαλλοτρίωση της ζωής και η ίδια η ύπαρξη "θύμα" που την σημαίνει έχει ένα ιερό περίβλημα που μυρίζει σαν λιβάνι και οράται ως ομιχλώδης ενδυμασία της δικαιολογημένης οργής που μετασχηματίζεται έτσι σε νόημα και υπόσχεση του μέλλοντος. Η αλήθεια αυτής της υπόσχεσης δεν μπορεί να αμφισβητηθεί, ειδικά αν γονιμοποιηθεί από έλλογους προσδιορισμούς, αλλά δεν παύει να είναι μια εξαρτημένη αλήθεια, ένα τίποτα σε σχέση με την ελευθερία αν αυτή υπάρξει. Η θυσία δεν έχει νόημα, ούτε το θυσιαστήριο, ούτε τα μαρτυρολόγια, ούτε το παρελθόν. Μόνον η οργή έχει νόημα, και αν θέλετε ο πόλεμος για την καταστροφή της ταξικής κοινωνίας και της κυριαρχίας.






Ι.Τζανάκος            

Δευτέρα, 16 Ιουνίου 2014

Κριτική της κριτικής της κριτικής..




Γεγονός είναι πως η δυνατότητα τής κριτικής να μετασχηματιστεί σε θετική ανάλυση της πραγματικότητας θα έπρεπε να εμπεριέχεται εν σπέρματι στην ίδια την κριτική, αν είναι κριτική και όχι μια έμμεσα απολογητική θεωρία. 
Πως μπορεί όμως κανείς να διακρίνει σήμερα την αληθινή κριτική;
Το ερώτημα δεν μπορεί να απαντηθεί τόσο γρήγορα όπως σε άλλες "ένδοξες" εποχές όπου η σφοδρή κριτική και εν τέλει η πολεμική στις υπάρχουσες συνθήκες αποτελούσε λίγο ως πολύ μιαν εγγύηση για την "αυθεντικότητα" της κριτικής διεργασίας. 
Η κατακρήμνιση της έννοιας της αυθεντικότητας, και όταν ακόμα αυτή υποκρύπτονταν σε θεωρήσεις που δεν αναφέρονταν δεσμευτικά σε κάποια έννοια ή σε κάποια σημασία αυθεντικότητας, οδήγησε το σύνολο της κριτικής διεργασίας και τους όποιους φορείς της σε μια σκεπτική στάση. 
Κατά κάποιο τρόπο αυτό που κάποτε ονομάζονταν από τις νεο-εγελιανές σχολές ως "κριτική της κριτικής" έχει υλοποιηθεί από ένα ετερόκλητο "σύνολο" θεωρητικών και επιστημολογικών σχολών και αποτελεί σήμερα την βάση της αναστοχασμένης κριτικής διεργασίας ή μάλλον αυτών των σχολών σκέψης που αναφέραμε οι οποίες εκφράζουν αυτή την γενική σκεπτική στάση. 
Επειδή η ζωή είναι γεμάτη κάλπικες εκπλήξεις μπορούμε να πούμε με σιγουριά πλέον πως αυτές οι σχολές έχουν εγκαταλείψει κάθε κριτική διεργασία χωρίς αυτό να έχει συμβεί ποτέ. 
Είναι αστείο αλλά δεν είναι κιόλας. 
Ποτέ η νέα κριτική της κριτικής δεν είχε άλλο στόχο από την ανακοπή της κριτικής γιατί η κριτική είχε ούτως ή άλλως ανακοπεί από τους μοναδικούς φορείς της που δεν είχαν έτσι κι αλλιώς πολύ χρόνο εδώ και πολλά χρόνια για έναν αποστασιοποιημένο κριτικό αναστοχασμό της δράσης τους. 
Μιλάω φυσικά για τους μαρξιστές, τους αναρχικούς, και άλλους πρακτικούς ανθρώπους (''φορτωμένους" με λαμπρές θεωρητικές αναλύσεις παραταύτα) που προσαρμόζοντας κάθε κριτική θεώρηση στην έμπρακτη κριτική του καπιταλισμού, του κράτους κ.ο.κ φρόντισαν να ασκήσουν κριτική σε κάθε τι εκτός του εαυτού τους φυσικά, αν μιλάμε για τον θεμελιώδη εαυτό τους και όχι για τις "μορφές" του. 
Η κριτική της κριτικής που ακολούθησε και φάνηκε να καλύπτει αυτό το ταπεινωτικό "κενό" της αυτο-κριτικής της κριτικής ήταν απλά μια αποστασία που ξεκίνησε από την κριτική στον "σταλινισμό" και έφτασε ακόμα και στο σημείο να ξεπεράσει κάθε όριο και να φτάσει στην κατεδαφιστική κριτική του Λόγου, την κριτική της κάθε μεταφυσικής (οντολογίας) με την επιβοήθεια των νιτσεϊκών αφηγήσεων, ή ό,τι άλλο μπορεί να φανταστεί κανείς. 
Θα έλεγε κανείς πως οι αριστεροί θεωρητικοί ακόμα και στην αποστασία τους προς την δεξιά δεν θέλανε να δείξουν κάποιο είδος μετριοπάθειας αλλά κράτησαν το ριζοσπαστικό κέλυφος με κάθε τρόπο. 
Αν κανείς νομίζει πως αυτό είναι ίδιον της αποστασίας θα έπρεπε να δώσει μια εξήγηση για την ιδιαίτερη παραγωγικότητα της δεξιάς κριτικής από πρώην αριστερούς, κομμουνιστές, αναρχικούς κ.λ.π. 
Ούτε η ηθικολογία που προκύπτει από την τεχνητή επίγνωση ενός ιδιαίτερου καθήκοντος που απαιτεί αντοχή δεν εξηγεί τίποτα, από την σκοπιά της κριτικής τουλάχιστον. 
Αν είναι να ανακοπεί η ουσιώδης αυτοκριτική δραστηριότητα και να παραμείνουμε στην πάλη, τον πόλεμο, την έριδα, ας μας το πούνε όλοι, ή εν τέλει ας το πούμε και στον εαυτό μας.
"Προσωπικά" δεν έχω καμμία διάθεση να υποκύψω σε κανένα είδος πίστης. 
Η πίστη δημιουργεί απίστους και η απιστία δυναμώνει την πίστη μέχρι τέλους μέχρι το τέλος του κόσμου και τίποτα άλλο. Αυτό που έχουμε είναι θέματα και προβλήματα και μια υπόθεση που είναι κομματιασμένη προς το παρόν. Απελπισία.
Υπάρχει ένας τρόπος, αν είναι να μείνουμε σε αυτό το νοσηρό πλαίσιο όσο διαρκεί η μικρή και ανούσια ζωή μας μέσα σε ένα ταξικό σύστημα, να φυλάξουμε δυνάμεις και να στήσει ο καθένας τις παγίδες του για να νικήσει στο τέλος, αν και νεκρός. 
Θα αναφέρω ενδεικτικά το θέμα του "νόμου της αξίας" στην οικονομική θεωρία. 
Έχουμε εκφράσει τις κριτικές μας παρατηρήσεις επί του θέματος με αρκετή θεωρητική ειλικρίνεια και δολιότητα ταυτόχρονα. 
Μπορούμε να εκθέσουμε ακόμα πιο επεξεργασμένες κριτικές παρατηρήσεις, αλλά αυτό δεν θα μας κάνει καλό, αφού ούτως ή άλλως δεν έχουμε και τίποτε σοβαρούς τίτλους επιστημονικής σοβαρότητας για να απαντηθούν οι απορίες μας ειδικά από αυτούς που είναι "απ'εδώ" και όχι "απέναντι". Θα συνεχίσουμε λοιπόν να βγάζουμε στον αφρό κάτι, και αμέσως να το βυθίζουμε στον βυθό. Υπάρχουν και τα τετράδια ξέρετε, αυτά που γεμίζουν με μελάνια..










Ι.Τζανάκος

Σάββατο, 14 Ιουνίου 2014

Ανταλλαγή και κατανομή..




Ενώ οι σχέσεις κατανομής των μέσων κατανάλωσης και παραγωγής στο καπιταλιστικό σύστημα αποτελούν, σε διάκριση προς τις αντίστοιχες σχέσεις στα προ-καπιταλιστικά συστήματα,  σε μεγαλύτερο και εντατικότερο βαθμό αποτελέσματα της άμεσης παραγωγικής και ανταλλακτικής διεργασίας, διατηρούν ωστόσο την δική τους δυναμική και ισχύη και επιτελούν έναν θεμελιακό διαμεσολαβητικό ρόλο μεταξύ της άμεσης παραγωγικής και ανταλλακτικής διεργασίας και της πολιτικής εξουσίας. 
Αν και δεν είναι άμεσα κατανοητό από τα προηγούμενα λεχθέντα, και την προηγούμενη δημοσίευσή μας, ο καθορισμός της ανταλλαγής ως άμεσος καθορισμός πάντα ανήκε στο άμεσο παραγωγικό "πεδίο" της κοινωνικής οικονομίας. (Δεν πρέπει να ξεχνάμε, όπως έχει δείξει ρητά ο Μάρξ, πως ως ιδιαίτερος καθορισμός περιέχεται διαλεκτικά, όπως και ο καθορισμός της κατανομής και ο καθορισμός της κατανάλωσης, στην ευρύτερη έννοια-ταυτότητα της παραγωγής. Εδώ όμως εξετάζουμε τους οικονομικούς καθορισμούς στην διάκρισή τους.)
Η σημασία της ανταλλακτικής διεργασίας λαμβάνεται από την συμπύκνωσή της στην μορφή "εμπόρευμα". 
Αυτό δεν σημαίνει πως η ανταλλακτική διεργασία της παραγωγής υπόκειται σε διαχρονικούς ιστορικούς νόμους ή ότι η "υπόλοιπη" παραγωγή υπόκειται σε κάποιους διαχρονικούς ιστορικούς νόμους της ανταλλαγής, ή ακόμα περισσότερο πως υπόκειται στον (υποτιθέμενο) διαχρονικό "νόμο" του εμπορεύματος, αλλά πως σε σχέση με την ιστορική εξέλιξη των σύγχρονων αστικών παραγωγικών σχέσεων αλλά και τις προ-αστικές θεμελιώσεις τους (π.χ δουλεία ή γενικά εμπόριο) παίζει έναν καθοριστικό ρόλο, άρα συντελείται στον βαθύτερο πυρήνα της οικονομικής πραγματικότητας. 
Το αναμφισβήτητο της σημασίας αυτού του θεμελιακού συντελεστικού ρόλου της ανταλλακτικής διεργασίας τής παραγωγής (ως διακριτής οικονομικής πράξης) όπως είδαμε "οριοθετείται" από τον ισχυρό καθορισμό (τής δομής) τής κατανεμητικής πρακτικής. 
Θα είχε βέβαια μεγάλη θεωρητική αξία μια αναγέννηση της θεωρητικής διαλεκτικής της ταυτότητας(-διαφοράς) μεταξύ των ειδικών καθορισμών της συνολικής οικονομικής δραστηριότητας (παραγωγή-κατανάλωση-ανταλλαγή-κατανομή) αλλά από την άλλη θεωρώ πως θα είχε την ίδια αξία και μια συγκεκριμένη (ιστορική) αποτίμηση και ιεράρχηση των καθορισμών της οικονομίας ως ξέχωρων. 
Στο θέμα μας εδώ αυτό που έχει σημασία είναι η επίλυση του (φαινομενικού;) παράδοξου που σχηματίζεται από την συνύπαρξη δύο "επιφανειακών" (ως ξέχωρων όπως είπαμε) καθορισμών της οικονομίας στον καπιταλισμό, ήτοι της κατανομής και της ανταλλαγής. 
Η ανταλλαγή ως αυτονομημένη και καθορίζουσα πρακτική που συμπυκνώνεται και αποκρυσταλλώνεται στην μορφή "εμπόρευμα" βρίσκεται όπως είπαμε στον καπιταλισμό εγγύτερα στον βαθύ πυρήνα της παραγωγής και διαμεσολαβεί την ουσία του καπιταλισμού με ενδογενή νομοτελειακό τρόπο. 
Για να το πω απλά δεν υπάρχει καπιταλισμός χωρίς την γενικευμένη εμπορευματική διεργασία και ανταλλαγή αφού τελικά αυτή διαμεσολαβεί την σχέση των υποκειμενικών με τους αντικειμενικούς όρους της παραγωγής με την εμπορευματική μορφή, ήτοι με την "εμπορευματοποίηση" της εργατικής δύναμης, ή για να το θέσω νομίζω καλύτερα με την μετατροπή της γενικής και ειδικής ικανότητας προς εργασία σε εμπόρευμα (εμπόρευμα εργατική δύναμη) μέσω όμως μιας ταυτόχρονης και ομοούσιας (με την προαναφερόμενη) διαλεκτικής διεργασίας μετατροπής της γενικής εργασιακής ουσίας του ανθρώπου σε ένα ένα διττό σώμα που αποτελείται από το σώμα<>"ικανότητα-δυνητικότητα προς εργασία" και το σώμα<>"εργασιακή ενέργεια" (δράση). 
Η ίδια η έννοια της "εργατικής δύναμης" δεν μπορεί να ξεχωριστεί από την μετατροπή τής γενικής και ειδικής ικανότητας προς εργασία σε ξεχωριστό και διακριτό δυνητικό σώμα (ψυχοσωματική οντότητα σε εργασιακή ετοιμότητα) εντός του "προβληματικά" πλεον ενιαίου ανθρώπινου σώματος (ψυχοσωματικής οντότητας που είναι και εργασιακή ετοιμότητα και εργασιακή ενέργεια). 
Η διαίρεση της εργαζόμενης ανθρώπινης ουσίας σε δυνητικότητα-ικανότητα και εργασιακή ενέργεια ( η ικανότητα στην "εφαρμογή" της) δεν είναι βέβαια μια απόλυτα δημιουργημένη (ιστορικά) διάκριση ούτε πρόκειται (αν υπερβαθεί ο καπιταλισμός) να πάψει ως γενικά χρήσιμη διάκριση (για σχεδιασμό της κοινωνικής εργασίας ή απλά θεωρητική κατανόησή της) αλλά ως κοινωνικο-οντολογικό υπόβαθρο και ως οντολογική ουσία της παραγωγής δεν μπορεί να διατηρηθεί. 
Δεν είναι μόνον η μορφή "εμπόρευμα" που πρόκειται να καταστραφεί στην αταξική κοινωνία αλλά και κάθε κοινωνικο-οντολογική διάκριση μεταξύ "ικανότητας-δυνητικότητας" και "ενέργειας".
Στο σημείο αυτό μπορούμε να πούμε πως εισερχόμαστε στην προβληματική εκείνη που επικεντρώνει στην έννοια της γενικευμένης ανταλλαγής ως θεμελιακής μορφής της αλλοτρίωσης που όμως (ως έννοια) συμπυκνώνει βαθύτερες έννοιες της ίδιας της ανταλλαγής. 
Στην περίπτωση αυτή μπορούμε να επανέλθουμε στην έννοια της (ιστορικής) ταυτότητας-διαφοράς που προαναφέραμε γονιμοποιώντας την όμως με την διαλεκτική της ανταλλαγής ως μιας σημαντικής ιδιαίτερης ξεχωριστής παραγωγικής πρακτικής που συν-θεμελιώνει ριζικά ως γενικευμένη την αλλοτρίωση και την ταξική εκμετάλλευση.
Τι σχέση μπορεί να έχει αυτή η ιδιαίτερη γενικευμένη κοινωνικο-οικονομική πρακτική με την κατανεμητική κοινωνικο-οικονομική πρακτική, σε συνθήκες μάλιστα κρατικού και κρατικο-μονοπωλιακού καπιταλισμού που σημαίνουν ένα είδος "επιστροφής" της κεντρικής ισχύος της κατανεμητικής πρακτικής;





Ι.Τζανάκος        

Πέμπτη, 12 Ιουνίου 2014

Δομές ιδιοποίησης..



Ο τρόπος ιδιοποίησης της κοινωνικής παραγωγής αποτελεί  στοιχείο της ανήκον όμως στην εξωτερική στοιβάδα της που αντανακλά εσωτερικά την άμεση παραγωγική διεργασία διαμεσολαβώντας την ως μορφοποιούμενη σε σχέσεις κατανομής. Συνήθως όταν μιλάμε για την καπιταλιστική παραγωγική διεργασία σε συνάφεια προς τον τρόπο ιδιοποίησης αναφερόμαστε στην αντίφαση ανάμεσα στην ευρύτερη και βαθύτερη -σε σχέση με προηγούμενους τρόπους παραγωγής- κοινωνικοποίησή της και την ατομική ιδιοποίηση που αυτή (ως καπιταλιστική) εκπροσωπεί. 
Θα έπρεπε να ξεκαθαρίσουμε πως όταν μιλάμε για ατομική ιδιοποίηση της κοινωνικοποιημένης (καπιταλιστικής) παραγωγής δεν αναφερόμαστε κυρίως στα μέσα κατανάλωσης και εκείνο το μέρος του υπερ-προϊόντος που απομένει μετά την συσσώρευση του κεφαλαίου αλλά ακριβώς και κυρίως στο υπερ-προϊόν που "επανεπενδύεται", δηλαδή συσσωρεύεται, και στον θεμελιωδώς ιδιωτικό τρόπο διενέργειας αυτής της συσσώρευσης που εκφράζεται και αποκρυσταλλώνεται νομοτελειακά με την δομή της ατομικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής και την δομή της συσσώρευσης ως συσσώρευσης υπεραξίας. 
Εδώ θα μπορούσαμε να διακόψουμε την ανάλυσή μας για τις σχέσεις κατανομής για να επισημάνουμε την σημασία της ιδιαίτερης-ειδικής μορφής του υπερ-προϊόντος της εργασίας στον καπιταλισμό που είναι η υπεραξία και η οποία σχετίζεται με τους ουσιώδεις συν-καθορισμούς των μορφών ανταλλαγής και του κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας. 
Περιορίζουμε την αναφορά μας στην διαπίστωση και μόνον της ουσιώδους συν-καθοριστικότητας των μορφών ανταλλαγής σε σχέση με την γενικευμένη μορφή του εμπορεύματος. 
Είναι αδύνατον να αναφερόμαστε στην έννοια του καπιταλισμού χωρίς να αναφερόμαστε στις συνκαθοριστικότητες της εμπορευματικής μορφής και του (αλλοτριωμένου) καταμερισμού της εργασίας. Ας συνεχίσουμε. 
Ακόμα και όταν ο καπιταλισμός εισήλθε στο μονοπωλιακό-ιμπεριαλιστικό στάδιό του και μεταμορφώθηκε ως προς τις σχέσεις κατανομής του σε κρατικό ή κρατικομονοπωλιακό καπιταλισμό δεν υπερέβη την βασική δομή κατανομής που είναι η ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής και δομή συσσώρευσης της υπεραξίας. 
Όταν αναφερόμαστε στην έννοια του κρατικού καπιταλισμού δεν σημαίνουμε κάποια μορφή ολικής άρσης της ατομικής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής αλλά ένα είδος συγκέντρωσης τής δομής τής ατομικής ιδιοκτησίας που επιφέρει μερική άρση της, όπως και μερική άρση της δομής της καπιταλιστικής συσσώρευσης υπό το καθεστώς του συσσωρευτικού μετασχηματισμού και πραγματοποίησης της υπεραξίας, χωρίς όμως να τις αίρει ως θεμελιώδεις δομές.
 
 
 
 
Ι.Τζανάκος .

Κυριακή, 8 Ιουνίου 2014

2 γενικά στοιχεία..




1. Το ανθρώπινο εμπορευματο-σώμα.
Το ανθρώπινο εμπορευματο-σώμα δεν δημιουργήθηκε με το καπιταλιστικό σύστημα αλλά με την δουλοκτησία και το δουλεμπόριο, και επίσης δεν καταργήθηκε με τον καπιταλισμό γιατί τάχα η εσωτερική του αξία χρήσης μετατράπηκε σε ξεχωριστό εμπόρευμα από το ανθρώπινο εμπορευματο-σώμα. 
Η εργασιακή (ή εργατική) δύναμη δεν είναι στον καπιταλισμό ένα ξεχωριστό εμπόρευμα από το ανθρώπινο εμπορευματο-σώμα  αλλά μια τροπή, ή μια αναπτυγμένη ειδική μορφή τού ανθρώπινου εμπορευματο-σώματος που ιδρύεται ως ξεχωριστή από την γενική μορφή μέσω της ανάδυσης της σημαντικότερης και εσωτερικότερης αξίας χρήσης του που είναι η δυνατότητα-ικανότητα εργασίας ως αποκλειστικής ιδιότητας όλου του εμπορευματο-σώματος, διεργασία που παρουσιάζεται να καταργεί την σωματική ιδιότητα αυτής τής διττής υπόστασης που ορίσαμε ως ανθρώπινο εμπορευματο-σώμα.  
Υπό μιά έννοια η κατάργηση αυτής της πλευράς του συγκεκριμένου ανθρώπινου εμπορευματο-σώματος φαίνεται λοιπόν τελικά να το καταργεί ή να το αίρει διαλεκτικά και να το αντικαθιστά με ένα άλλο είδος εμπορευματο-σώματος που φαίνεται να ταυτίζεται με την ίδια καθαυτή την εργασιακή δύναμη-ικανότητα και όχι τον "ευρύτερο" ανθρώπινο φορέα της που είναι ο άνθρωπος ως γενική σωματικότητα ή ως ακόμα ευρύτερη οντότητα.  
Η δυνατότητα-ικανότητα εργασίας ως ξεχωριστό και σχετικά αυτάρκες νέο σωματικό ον είναι εκείνο το ον που αποτελεί τον πυρήνα της καπιταλιστικής διεργασίας της παραγωγής που αποκόπτεται από την ανθρώπινη υπόσταση και την "καθυποτάσσει" ως γενική υπόσταση στην αναγκαιότητα τής (ανα-)παραγωγής της. 
Βέβαια αυτή η διάσπαση και καθυπόταξη της ενιαίας εργαζόμενης ανθρώπινης ουσίας ούτε είναι προϊόν μιας εσωτερικής διεργασίας της ίδιας ούτε περικλείει καν την ίδια καθαυτή την ζωή της ακόμα και στο καπιταλιστικό πλαίσιο, εφόσον συνεχίζει να υφίσταται απλά και ξάστερα η αναγκαιότητα της γενικής αυτο-συντήρησής της που εργαλειοποιείται ως ευρύτερη από τον αστικό εκβιασμό, αποτελεί δηλαδή ένα ουσιώδες αν και πρόσθετο μέρος του "ειδικού" εκβιασμού των κεφαλαιοκρατών απέναντι στην σχηματισμένη πιά ως "ειδική σωματικότητα" εργασιακή (εργατική) δύναμη. 
Από την άλλη πρέπει να ξεκαθαρίσουμε πως όλη αυτή η ειδικοποίηση και φαινομενική άρση του ανθρώπινου εμπορευματο-σώματος δεν πρέπει να κρίνεται με ρομαντικό τρόπο από την σκοπιά της γενικής ενότητας της εργαζόμενης ουσίας χωρίς να κρίνεται ταυτόχρονα και η γενική μορφή του ανθρώπινου εμπορευματο-σώματος όπως παρουσιάστηκε στην δουλοκτησία (και υφίσταται μυστικοποιημένη μέσα σε αρχαίες φιλοσοφίες που αποτελούν αντικείμενο γενικού θαυμασμού από διάφορους αφελείς ή "αφελείς"). 
Επίσης πρέπει να κριθούν (αν και με μεγαλύτερη επιείκια, ειδικά οι πρώϊμες μορφές τους, λόγω της κατασυκοφάντησής τους από τους αστούς) και οι φεουδαλικές εκφράσεις της ενιαίας εργαζόμενης ουσίας (προτιμώ να τις ονομάζω μετα-ρωμαϊκές μετα-δουλοκτητικές), παρ'όλο που στηρίζονται σε μια σχετικά πλήρη άρνηση, στο γενικότερο επίπεδο, της (αρχικής-δουλοκτητικής) μορφής του ανθρώπινου εμπορευματο-σώματος.

2. Το κράτος και η δουλεία.
Το κράτος ως το μοναδικό σημείο παρατήρησης του ανθρώπινου κόσμου είναι το σημείο εκκίνησης και εκροής παραστάσεων που ως μοναδικό τους αντικείμενο και σημαινόμενο έχουν μιά πολλαπλότητα οντολογικά στατικών σωμάτων, ακίνητων ή κινούμενων, ζωντανών ή νεκρών. Το κράτος ως σημείο παρατήρησης του ανθρώπινου κόσμου τον καλουπώνει σε μια πολλαπλοειδή σωματική υπόσταση που πέρα από τις φαινομενικά κινούμενες και ζωντανές μορφές της σημαίνει την οντολογική ακινησία και νέκρα της σε σχέση με το δημιουργικό της περιεχόμενο. Η συσχέτιση της σωματοειδούς νέκρας που καθιδρύει το κράτος με το ζωντανό περιεχόμενο των σωμάτων που υποδέχεται ως μορφή το καθιστά την πρώτη δυνητική μορφή δημιουργίας του ανθρώπινου εμπορευματο-σώματος. 
Οι μεγάλες ιεραρχικές ηγεμονίες και βασιλείες που μπορούν να θεωρηθούν ως οι πρωτο-μορφές των νεωτερικών (ιμπεριαλιστικών) υπερ-κρατών ήταν και αυτές που διοργάνωσαν την δουλεία και το δουλεμπόριο και τον μαζικό στρατιωτικό και εμπορευματικό εξανδραποδισμό ξένων πληθυσμών, μαζί με την διοργάνωση της εσωτερικής υποτέλειας και ιεραρχικής υποταγής του γηγενούς αγροτικού πληθυσμού. 
Οι πόλεις, η δουλεία, η πορνεία, η ιεραρχία, η στρατιωτική κυριαρχία, το ανθρώπινο εμπορευματο-σώμα αλλά και το υλικό εμπορευματο-σώμα (ζώα και προϊόντα της γης, προϊόντα των τεχνών κ.α) σχετίζονται με το ίδιο το αρχαίο κράτος, είναι μέρη της ουσίας του και όχι βάσεις της. 
Η ειδικότερη και πιό εξελιγμένη μορφή της αρχαίας κρατικής δουλοκτησίας ήταν οι πόλεις-κράτη (Αρχαία Ελλάδα και Ρώμη)  γιατί συγκροτήθηκαν σε μια πιο συγκεκριμένη μορφοποίηση και συστηματοποίηση των θεμελιακών δομών της κρατικής δουλείας που είναι: α) το ίδιο το κράτος σε μια αφηρημένη μορφή και β) το υλικό και ανθρώπινο εμπορευματο-σώμα. 
Μπορούμε να πούμε πως τότε εμφανίστηκε η πρώτη μορφή Συστήματος που σημαίνει μιαν αυτο-αναπαραγωγή και αυτο-ανάπτυξη των ταξικών και ιεραρχικών σχέσεων. Νομίζω πως είναι λάθος να εντάσσουμε αδιάκριτα την αρχαία (κρατική) δουλοκτησία στο ίδιο γενικό σχήμα με τον φεουδαλισμό (ή τιμαριωτισμό) λόγω αυτής ακριβώς της συστηματικότητας. 
Θεωρώ ως ένα εξαιρετικά σημαντικό γεγονός τον ρόλο της νέας δουλοκτησίας και του νέου δουλεμπορίου στην ιστορική δημιουργία του (δυτικού) καπιταλισμού και αποδίδω μεγάλη σημασία στην ενδότερη επιβίωση ουσιακών σχημάτων της μέσα στο καπιταλιστικό σύστημα (που δεν έχουν έναν μεταφορικό ή περιθωριακό ρόλο)  ακόμα και κατά την νεώτερη (κρατικο-καπιταλιστική) μονοπωλιακή ιμπεριαλιστική μορφοποίησή του. 
Αυτό είναι ένα αντικείμενο μελέτης που θα άξιζε να αναδειχθεί, και όχι μόνον για ιδεολογικούς προπαγανδιστικούς λόγους (λ.χ την απομυθοποίηση της γενεαλογίας του φιλελευθερισμού).


Ι.Τζανάκος 

Σάββατο, 7 Ιουνίου 2014

Η δικτατορία του προλεταριάτου ως δυνητική μορφή (2)

Ο Γιακωβινισμός είναι Μοίρα για μας..






Η δημιουργία ενός πλήθους εξαρτημένων ανθρώπων από μια κυρίαρχη ολιγάριθμη-ολιγαρχική ομάδα έχει νόημα και εξήγηση αν σχετίζεται με την ιδιοποίηση των αποτελεσμάτων της παραγωγικής διεργασίας. 
Όμως η ουσία αυτής της ιδιοποίησης δεν είναι αυτή η ίδια καθαυτή ως ιδιοποίηση των αποτελεσμάτων τής παραγωγικής διεργασίας αλλά (ουσία τής ιδιοποίησης) είναι η ολότητα-μορφή της παραγωγής που ιδρύεται σε αλληλενεργή αιτιακή συνάφεια  με έναν συγκεκριμένο καταμερισμό της εργασίας. 
Βέβαια η ατομική (και ολιγαρχική) ιδιοποίηση, ή αντίθετα η κοινωνική ιδιοποίηση των αποτελεσμάτων της καθιδρυμένης ολότητας-μορφής της παραγωγικής διεργασίας και του αντίστοιχου σε αυτήν καταμερισμού της εργασίας δεν είναι άσχετη προς την ίδια την ουσία αυτής της καθιδρυμένης ολότητας-μορφής και του "δικού" της καταμερισμού της εργασίας. 
Η αδυναμία των ανθρώπων να κατανοήσουν την ουσία της ταξικής ή της ευρύτερης κοινωνικής τους θέσης σχετίζεται με την αδυναμία τους να αναγνωρίσουν ως ουσία της ζωής τους την κοινωνική παραγωγή και τις μορφές της και ως εξωτερική μορφή (αν και όχι "επιφανειακή" απλά) αυτής (τής κοινωνικής παραγωγής) τον τρόπο ή την κατανομή της ιδιοποίησης. 
Όμως αυτή η αδυναμία είναι αποτέλεσμα σε μεγάλο βαθμό της μετατροπής της εργασίας και της ευρύτερης παραγωγής σε έναν μηχανισμό πόνου και καταστροφής των άμεσων παραγωγών. Η κοινωνική παραγωγή  ως εκδήλωση και ως ολική μορφή ενός ιεραρχικού καταμερισμού της εργασίας που σημαίνει επιπλέον (και εξίσου) ουσιακά την άντληση τού τελικού αποτελέσματος (προϊόντος) προς ατομική διάθεση και ιεραρχικά καθορισμένη επανα-κοινωνικοποίηση, σημαίνει για την πλειονότητα των παραγωγών (τους άμεσους παραγωγούς) φτώχεια, στερήσεις, βίαιο θάνατο, αποξένωση, ηθική εξαχρείωση κ.ο.κ. 
Αυτό που είναι το προϊόν ενός τρόπου κυριαρχίας και ιεραρχικής μορφοποίησης της παραγωγικής διεργασίας, η μορφή της ιδιοποίησης και η ιδιοποίηση εν γένει, αποτελεί ένα δευτερεύον και δημιουργημένο ουσιακό στοιχείο (αν και παραμένον ως ουσιακό) που καθίσταται σημαντικότερο τού πραγματικού του ουσιακού του ρόλου από την στιγμή που αναδιπλασιάζεται μέσα στον νου των καταπιεσμένων και συντριμμένων άμεσων παραγωγών και καθορίζει την ίδια την στοιχειακή τους αναπαραγωγή και συντήρηση (την "σωματικότητά" τους). 
Η πείνα, η στέρηση, και από την άλλη ο "πλούτος" η χλιδή, η επιδεικτική κατανάλωση και η χρήση συμβόλων δύναμης, που προκύπτουν συμμετρικά από την εκμεταλλευτική κατανομή τού προϊόντος τής παραγωγικής διεργασίας είναι αν τα δούμε ως ένα διαλεκτικό σύνολο το ενδογενές κοινωνικο-ουσιακό μέσο (στην ταξικά καθορισμένη κοινωνική ουσία) και όχι ο ενδογενής κοινωνικο-ουσιακός σκοπός (και σημαντικότερος στην ταξικά καθορισμένη κοινωνική ουσία) που είναι (ως σκοπός) η βαθύτερη (από την ιδιοποίηση) ιεραρχική δόμηση τής ολότητας-μορφής τής παραγωγικής διεργασίας και ο αντίστοιχος (σε αυτήν) καταμερισμός εργασίας.
Αυτοί είναι κάποιοι σημαντικοί γενικοί καθορισμοί των ταξικών-ιεραρχικών κοινωνιών είτε μιλάμε για την σύγχρονη ταξική κοινωνία, την αστική κοινωνία, είτε μιλάμε για τις προ-αστικές ταξικές κοινωνίες. Εξετάσαμε μόνον "στην άκρη" των νοηματικών μας διαμεσολαβήσεων έναν σημαντικό γενικό καθορισμό τους, την σωματικότητα-Σώμα, (υπάγοντάς τον στον καθορισμό της ιδιοποίησης) αν και διαμεσολαβεί τις ταξικές κοινωνίες "συντελώντας" (ως διαμεσολαβημένος και ως διαμεσολαβών) σε διαφοροποιήσεις και ειδικές ιστορικές μορφοποιήσεις τους που δεν μπορούν να εξηγηθούν αυτόματα με το γενικό σχήμα που προαναφέραμε που εξάλλου είναι χρήσιμο, όπως είναι, κυρίως για να εξετάσουμε τα "κοινά" στοιχεία τους. 
Το στοιχείο αυτό σχετίζεται μάλιστα, κατά φαινομενικά πάράδοξο τρόπο, με το αναζητούμενο θέμα μας που είναι η μορφή και το περιεχόμενο της εργατικής πολιτικής στο δυναμικό πλαίσιο τής υλικής και θεωρητικής κριτικής τής εν γένει ταξικο-ολιγαρχικής και ειδικά αστικής πολιτικής οντολογίας (μεταφυσικής).
Ας δούμε κάποια γενικά στοιχεία σε συνέχεια προς τα προηγούμενα λεχθέντα από εμάς σχήματα. 
Όπως είδαμε η εκμεταλλευτική ιδιοποίηση των αποτελεσμάτων τής -"ιδανικής" προς αυτόν τον ειδικό σκοπό- παραγωγικής διεργασίας είναι το ενδογενές ουσιακό μέσο τού ενδογενούς ουσιακού σκοπού που είναι η αναπαραγωγή και η εξέλιξη τής ιεραρχικής και ολιγαρχικής δομής (ολότητας-μορφής) της ίδιας της παραγωγικής διεργασίας. Με αυτή την έννοια ο ειδικός σκοπός της ταξικής οικονομίας είναι βέβαια η εκμεταλλευτική ιδιοποίηση των αποτελεσμάτων της αλλά από την άλλη περιέχεται στον γενικό της σκοπό που είναι η αναπαραγωγή και εξέλιξή της ως ιεραρχικής ολότητας-μορφής με έναν τρόπο που αυτός (ο γενικός σκοπός) δεν καθίσταται "αφηρημένος" και μάλλον επουσιώδης ως προς το φορτίο της συγκεκριμενότητας. 
Το γενικό εδώ είναι "συγκεκριμένο γενικό" και το ειδικό "αφηρημένο ειδικό". 
Η συγκεκριμενότητα γέρνει ως ισχυρότερο φορτίο προς την πλευρά του γενικού σκοπού και στερείται τελικά από την πλευρά του ειδικού σκοπού. 
Γι'αυτό εξάλλου και η εμμονή τής (όποιας) αριστεράς στην δομή της ιδιοποίησης-κατανομής, που απηχεί την λαϊκή εμμονή στην αμεσότητα του προβλήματος, αν και απόλυτα δικαιολογημένη και μάλιστα ορθή περιέχει ένα είδος καθήλωσης στην εξωτερική στοιβάδα της κοινωνικής ουσίας. 
Ήδη λέγοντας πως αυτή η κρίσιμη δομή "βρίσκεται" στην εξωτερική στοιβάδα της κοινωνικής ουσίας εννοούμε πως είναι μέρος της ουσίας αυτής, είναι δηλαδή καθορίζον στοιχείο της ενεργού ουσίας και όχι κάποιο παθητικό αποτέλεσμά της. 
Η εξωτερικότητα ως προσδιορισμός δεν σημαίνει πάντα ένα είδος υποδεέστερης "φαινομενικότητας" αλλά ίσως ένα στρώμα εσωτερικών οριοθετήσεων εντός της ίδιας τής ουσίας, ας πούμε εντός τής ίδιας της ενδογένειας.
Αν θέλουμε λοιπόν να προχωρήσουμε βαθύτερα στην έρευνα της κοινωνικής ουσίας κατά την ιστορική φάση της ταξικής εκμετάλλευσης και της ιεραρχικής επιβολής θα πρέπει να δούμε τι ρόλο παίζει το συντελεστικό στοιχείο της "σωματικότητας" όπως παράγεται ως στοιχείο της ολότητας-μορφής της παραγωγικής διεργασίας.
Θα ξεκινήσουμε με ένα ερώτημα που σχετίζει την έννοια της σωματικότητας με τις διαμεσολαβήσεις που συγκροτούν την ολότητα-μορφή της ταξικής παραγωγικής διεργασίας και τον ταξικό καταμερισμό της εργασίας, επιχειρώντας μάλιστα και ένα είδος επικαιροποίησης της ανάλυσής μας σε συνάφεια προς την αστική μορφή της ταξικής κοινωνίας. Εδώ, πριν θέσουμε το συγκεκριμένο ερώτημα, πρέπει να ξαναθυμίσουμε πως ορίσαμε την ίδια την "σωματικότητα" ως έκφραση της εργασιακής αποξένωσης και του εργασιακού κατακερματισμού που χαρακτηρίζει όλες τις εκμεταλλευτικές κοινωνίες. Ας θέσουμε τώρα το ερώτημα: 
Είναι η (αλλοτριωμένη) σωματικότητα [ταυτόν] έκφραση του ουσιακού μέσου , δηλαδή της "ιδιοποίησης" ή έκφραση του ουσιακού σκοπού της ταξικής κοινωνίας;
Μια πρώτη απάντηση:
Η "σωματικότητα" ως κοινωνικός καθορισμός σημαίνει ήδη την μετατροπή μιας ενιαίας εργασιακής υποκειμενικότητας σε ξενωμένη αφηρημένη δυνητικότητα εργασίας και δημιουργίας, και έχει σημανθεί λεκτικά εδώ και καιρό ως "εργασιακή δύναμη".
Στην πραγματικότητα η εργασιακή δύναμη ως αφηρημένος και ξενωτικός προσδιορισμός που είναι μεταφοροποιείται πρακτικά και οντολογικοποιείται από πολύ παλαιά ως σωματικότητα και τελικά αλλοτριώνεται και οικειοποιείται από τους κυρίαρχους ως "Σώμα". Το Σώμα του κυρίαρχου "τρέφεται" από τις εργασίες των υποτελών με την έννοια πως συγκροτείται ως καταπιεστικό και αλλοτριωτικό εποικοδόμημα επί της κοινωνικο-ουσιακής θεμελιακότητας της άμεσης εργασίας από τον θρυμματισμό της κοινωνικο-οντολογικής ενότητας της άμεσης εργασίας (των άμεσων παραγωγών). 
Η σωματικοποίηση της δημιουργικής δύναμης των άμεσων παραγωγών δεν είναι ούτε ουσιακό μέσον ούτε ουσιακός σκοπός της ολότητας-μορφής τής (ταξικής-ιεραρχικής-εκμεταλλευτικής) παραγωγικής διεργασίας και τού (ταξικού-ιεραρχικού-εκμεταλλευτικού) καταμερισμού της εργασίας, αλλά αποτελεί την θεμελιακή διαμεσολάβηση μεταξύ τους που (συν-)καθορίζει επίσης και την ειδική μορφή των ταξικών κοινωνιών. Η "σωματικότητα" ως καθορισμός των υποτελών είναι και η θεμελιακή διαμεσολάβηση μεταξύ της οικονομικής και πολιτικής μορφής της συνολικής παραγωγής, άρα (είναι) και το αίτιο της ειδικής-συγκεκριμένης μορφής της πολιτικής οντολογίας, τόσο των υποτελών όσο (κυρίως) των κυριάρχων που αποκρυσταλώνεται στην γενική μορφή του (κυρίαρχου) Σώματος. Εξ'ού και οι "οργανικίστικες" μεταφορές που χρησιμοποιούνται από όλα τα ταξικά στρατόπεδα (αν μιλάμε για ταξικά στρατόπεδα μάχης και όχι για παρακολουθήματα και ερείπια όπως λ.χ οι καταστασιακοί) με εντελώς διαφορετικούς τρόπους αλλά και με μιάν ταυτότητα.
Στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής και πολιτικής η "σωματικότητα" αποκτά έναν γενικό χαρακτήρα που αντανακλά την ολοκλήρωση της αποξένωσης των άμεσων παραγωγών από τους εμπράγματους όρους της ζωντανής τους εργασίας και τήν ολοκλήρωση του απόλυτα ιεραρχικού και κατακερματιστικού καταμερισμού της κοινωνικής οικονομίας, που συμπλέκεται (ως -διττή-ολοκλήρωση) με την γενίκευση της εμπορευματικής-χρηματικής μορφής της ανταλλαγής και του αφηρημένου ολοκληρωτικού κράτους. 
Η ολοκλήρωση και γενίκευση των δυνητικών μορφών των προ-καπιταλιστικών κοινωνιών σημαίνει από μια άλλη σκοπιά την ολοκλήρωση και γενίκευση (και απλοποίηση-αφαιρετικοποίηση) των ταξικών σχέσεων (δύο και όχι πολλές καθοριστικές ανταγωνιστικές τάξεις που αυτο-προσδιορίζονται και ετερο-προσδιορίζονται με σαφήνεια ως τάξεις και όχι ως νομοκατεστημένες οντότητες-συσσωματώσεις).
Ο ανταγωνισμός των τάξεων, ειδικά στην αστική εποχή, λαμβάνει από ένα σημείο και πέρα έναν καθοριστικά "σωματικό" χαρακτήρα, άρα και έναν απόλυτο πολεμικό χαρακτήρα, εφόσον είναι νομοτελειακά αναπόφευκτη η συγκεκριμένη ολοκλήρωση της γενικής ουσίας των αντιθέσεων στο σημείο της συγκεκριμένης τους διαμεσολάβησης. 
Η αποκλειστικότητα της εξωτερικής διαμεσολαβητικότητας του ταξικού συστήματος που εκφράζεται με την δομή της ιδιοποίησης καταργείται (ως αποκλειστικότητα) και δημιουργείται ένα πεδίο "εξωτερικού" πολιτικο-οικονομικού συνκαθορισμού που αφορά και τις σχέσεις ιδιοποίησης και την σχέση των "σωμάτων", άρα ένα βαθύτερο επίπεδο οργάνωσης της ταξικής δύναμης που έχει εφαρμοστεί και έχει πλάσει τις εργατικές υποκειμενικότητες. 
Η νοηματική μετάθεση στην δικτατορία του προλεταριάτου είναι ένας τρόπος να αναδυθεί το θέμα της (νεωτερικής) απόλυτης ξένωσης της εργασίας και το θέμα της απόλυτης βίας που αυτή υποκρύπτει και προκαλεί, όχι μόνον στο επίπεδο της ιδιοποίησης αλλά και στο θεμελιακότερο επίπεδο της μορφής της κοινωνικής ισχύος. Η απάντηση των εργατών, του λαού, δεν έχει πολλές παραλλαγές. 
Ή κάποιος προτάσσει την άμεση εμπλοκή με αυτό το διττό επίπεδο (ιδιοποίηση, πάλη μεταξύ πολιτικών-πολεμικών "σωμάτων") ή αρνείται την εμπλοκή του με το ένα σημείο του (την ταξική βία, "σωματικότητα") άρα και αυτό ως διττό. Ο σκοπός του εργαζόμενου λαού είναι βέβαια να υπερβεί, και αυτός και η "κοινωνία", την σωματικοποίηση της κοινωνικής σχέσης, αλλά ως σκοπός δεν μπορεί να υπερβεί τα υφιστάμενα μέσα διαμεσολάβησης μέσων σκοπών, από την στιγμή μάλιστα που είναι ουσιακά μέσα και ουσιακοί σκοποί της υφιστάμενης και ταξικά προσδιορισμένης κοινωνικής οικονομίας.
Όχι μόνον σε στρατηγικό επίπεδο αλλά σε τακτικό επίπεδο μάχης, όχι μόνον στην πολιτική και ιδεολογική μάχη αλλά και στην οικονομική μάχη μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας, η κυριαρχία διακυβεύεται στο πολεμικό-"σωματικό" πεδίο. Βέβαια η ίδια η θέση ενός υποτελούς μέσα σε μια υφιστάμενη πραγματικότητα που του στερεί πλήρως την ενότητα των αυτοκαθορισμών του δεν του παρέχει αυτά τα μέσα και αυτούς τους σκοπούς όπως θα ήταν εφικτό σε μια κατάσταση κατοχής τους, άρα "πολιτικής εξουσίας", επομένως είναι λάθος να προτάξει από μέρους του ένα βιαστικό πολεμικό, ας πούμε ένοπλο, σχέδιο μάχης. Αλλά από την άλλη είναι αδύνατον και να αποκτήσει ποτέ αυτή την "κατοχή" αν δεν την αποκτήσει αυτοστιγμεί "τώρα". 
Το σίγουρο είναι πως σήμερα (στην νεωτερική εποχή) δεν θα μπορέσει να προ-κατέχει μια οποιαδήποτε δυνητική μορφή αυτών των δομών (κατοχής μέσων ιδιοποίησης και πολιτικο-σωματικής συγκρότησης) αν ήδη έχει απαλείψει "μέσα" του την έννοια της κρατικής εξουσίας, ήτοι της δικτατορίας, αφού η κρατική εξουσία είναι τελικά μόνον δικτατορία. Πριν ακόμα μιλήσουμε για την δικτατορία ως δικτατορία από την πλευρά μιάς τάξης, ας ξεκαθαρίσουμε επιτέλους πως κρατική εξουσία μπορεί να υπάρξει αν στον πυρήνα της είναι δικτατορία. 
Και όταν μάλιστα η δικτατορία της κυρίαρχης τάξης έχει σαν βάση της την πλήρη αποξένωση και αφυποστασιοποίηση των εργατικών υποκειμενικοτήτων μέσα στην ίδια την παραγωγική διεργασία υπάρχει ένας ακόμα λόγος να θεωρήσουμε πως είναι η απόλυτη (παραγωγικο-οντολογικά πλέον) δικτατορία που μπορεί να αντιμετωπιστεί με μια εξίσου απόλυτη δικτατορία του εργαζόμενου λαού, όταν είναι αυτό εφικτό.

Στην επόμενη ανάρτησή μας θα εξετάσουμε, σε σχέση με τα προηγούμενα, κάποιες εμπλοκές της έννοιας του πολιτικού Σώματος..





Ι.Τζανάκος                      

Παρασκευή, 6 Ιουνίου 2014

Η δικτατορία του προλεταριάτου ως δυνητική μορφή (1)


Ο διαδεδομένος μύθος της μετα-νεωτερικής αστικής και μικροαστικής πολιτικής θεωρίας είναι πως το πρόβλημα στην θεωρία (και την ίδια την κοινωνική πράξη!) είναι η ουσιοκρατία.
Αυτός ο θεωρητικός Λόγος ανακαλύπτει πίσω από κάθε "κυριαρχικό" και "εξουσιαστικό" Λόγο το φάντασμα της ουσιοκρατίας. 
Όμως στην πραγματικότητα η πολιτική μεταφυσική σχηματίζονταν και σχηματίζεται γύρω από την έννοια του σώματος ακόμα κι όταν δομείται ως μιά απαντητική ερμηνευτική και νοηματική δομή απέναντί του.
Η πολιτική εξουσία εκφράζεται ως Λόγος μέσω μιας μεταφοράς που την παρουσιάζει ως σωματική υπόσταση αλλά στην πραγματικότητα αποτελεί μια μορφή κοινωνικής λειτουργίας και εργασίας που διενεργείται από τους συντελεστές μιας ουσιακής αντίθεσης μεταξύ μίας κυρίαρχης τάξης που ιδιοποιείται τα αποτελέσματα της παραγωγής αφού έχει αρχικά ιδιοποιηθεί και έχει παράγει την ίδια την παραγωγή ως ολότητα και μιας τάξης που παράγει τα άμεσα αίτια και τα άμεσα αποτελέσματα αυτής της παραγωγικής ολότητας - που την έχει παράξει (ως ολότητα) η κυρίαρχη τάξη.
Αυτή η αντίθεση μπορεί να λαμβάνει συγκεκριμένες σωματικές μορφές αλλά δεν είναι ουσιαστικά μια αντίθεση μεταξύ σωμάτων.
Γιατί όμως παρ'όλα αυτά η πολιτική εξουσία είτε εκφράζει την κυρίαρχη τάξη είτε εκφράζει την κυριαρχούμενη τάξη εκφράζεται μέσω αυτής της θεμελιώδους "σωματικής" μεταφοράς του Λόγου;
Δίνω άμεσα την απάντηση πως η κοινωνική κοινότητα-ταυτότητα αυτής της μεταφορικής λειτουργίας (που δεν είναι βέβαια απόλυτη) δεν σημαίνει ένα είδος διαχρονικής ταυτότητας, ιστορικής ή άλλης (λ.χ συμφερόντων), αλλά ένα ήδη παρερχόμενο γενικό και εκφράζον την ταξική δομή συμβάν που σημαίνει τον επικαθορισμό των άμεσων παραγωγών από την παραγωγική κυριαρχικότητα της εκμεταλλευτικής τάξης επί της παραγωγής ως ολότητας. Σε ένα αφηρημένο επίπεδο που έχει εντοπίσει και απολυτοποιήσει ο αναρχισμός και η αυτονομία η άρση αυτού του επικαθορισμού θα σήμαινε την πλήρη καταστροφή αυτής της νοηματικής μεταφοράς μέσω της πρακτικής εξαφάνισής της (και το αντίστροφο). Όμως αυτή η επικαθορίζουσα δομή δεν είναι το θεμελιακό αιτιακό σύμπλεγμα παραγωγής τής εκάστοτε ταξικά καθορισμένης κοινωνικής οικονομίας και του ταξικού καθορισμού της ως ολικού παραγωγικού καθορισμού. Τα "αίτια" ή τα "πεδία" οργάνωσης της κοινωνικής οικονομίας και της διοίκησής της (που είναι κατά κάποιο τρόπο μέρος τής εκάστοτε κοινωνικής οικονομίας) δεν μπορούν να εξηγηθούν δια της ίδιας της ''ολιστικής" λειτουργίας της αλλοτριωτικής ολότητας ούτε δια της ειδικής "ολιστικής" λειτουργίας τής αλλοτριωτικής πολιτικής και της κυριαρχίας, άρα και της βασικής νοηματικής τους ("σωματικής") μεταφοράς. 
Το να μην αποδεχόμαστε την διάκριση "βάση-εποικοδόμημα" δεν σημαίνει κατ'ανάγκην την αποδοχή εκείνου τού είδους άρσης τής διάκρισής τους που θα συνδέονταν άμεσα ή έμμεσα με την εξήγηση των ολιστικά προσδιορισμένων φαινομένων από την ίδια την ολότητα (αν και παράλογο λέγεται και αυτό με τον μεταμφιεστικό μετασχηματισμό τής "ολότητας" σε "δομή" ή "σύστημα") ή από την ειδική ολότητα ("δομή") της πολιτικής, της κυριαρχίας, του κράτους κ.ο.κ 
Η παταγώδης αποτυχία των δομιστικών και μετα-δομιστικών θεωριών, αλλά και των ακραία μεταφυσικών πολιτικο-κεντρικών θεωριών (όπως του Κ.Καστοριάδη ή του Κ.Σμιτ που ομοιάζουν ουσιαστικά, παρά τις ριζικές διαφορές τους, εξ'αυτού του "κοινού" Λόγου) έχει να κάνει με αυτήν την επιλογή αυτού του αδιέξοδου και "αυτάρκους" ολο-κεντρισμού που πολυπλοκοποιεί, αναπτύσσει και συσκοτίζει απλούστερες ταυτολογικές και μεταφυσικές ερμηνείες που στηρίζονται σε πιό άμεσες μεταφοροποιήσεις της πολιτικής από την "σωματικότητα" και την φαντασματική ολότητα που σχηματίζεται "πάνω" της.
Η αλήθεια όμως για την γενική και ειδική μορφή της ταξικής-εκμεταλλευτικής (μορφής τής) κοινωνικής οικονομίας είναι πως δομείται ως μια συγκεκριμένη αντιφατική ένωση και ως ένας συγκεκριμένος αντιφατικός συνδυασμός των μορφών της εργασίας. Στην βάση της ταξικής κοινωνίας βρίσκεται η αρχή του καταμερισμού της εργασίας, άρα και η αρχή της υποταγής της κοινωνίας στον γενικό κανόνα της διαφοροποίησης των εργασιών σε έναν οριζόντιο και σε έναν κάθετο-ιεραρχικό άξονα καταμερισμού, όπου ως οριζόντιος καταμερισμός εννοείται εκείνη η μορφή διαφοροποίησης της εργασίας και των προϊόντων της σε ισοδύναμα είδη εργασιών και προϊόντων και ως κάθετος-ιεραρχικός καταμερισμός εννοείται εκείνη η μορφή διαφοροποίησης της εργασίας και των προϊόντων της σε ανισοδύναμα είδη εργασιών ανάλογα με το σωματικό ή διανοητικό τους περιεχόμενο. 
Η κοινωνική διαφοροποίηση ανάμεσα σε εκμεταλλευτική και εκμεταλλευόμενη τάξη που αντιπαλεύουν για την κατανομή των προϊόντων της παραγωγής και πολεμούν για τον έλεγχό της είναι αποτέλεσμα των δομικών πλεγμάτων ένωσης και αλληλοδιαμεσολάβησης του οριζόντιου και του κάθετου άξονα του καταμερισμού των εργασιών που δημιουργούν τον κάθετο άξονα ως κυρίαρχο αφού "πρώτα" τον έχουν παράξει ως κάθετο-ιεραρχικό. Σε αυτό το πλαίσιο η δημιουργία της πολιτικής μεταφυσικής ανάγεται σε αρχέγονο ακόμα σημείο στα εξής στοιχεία:
1) Μόνιμη και νομοτελώς οριοθετημένη και οριοθετούσα κατάλυση των ενωτικών δεσμών της κοινωνικής υπόστασης μέσω της ίδρυσης μιας αέναα ισχύουσας και επιβαλλόμενης διαφοροποίησης της αέναα ιδρυτικής της ουσίας που είναι η εργασία.
2) Μόνιμη και νομοτελώς οριοθετημένη και οριοθετούσα διάκριση ανάμεσα στην άμεση και την έμμεση παραγωγή, ανάμεσα στον άμεσο και τον έμμεσο παραγωγό, στα πλαίσια ενός χασματικά διαιρεμένου και κατακερματισμένου "συλλογικού εργαζόμενου".
3) Μόνιμη και νομοτελώς σχηματισμένη διάκριση ανάμεσα στο κυρίαρχο σώμα και την εσωτερικοποιημένη κυριαρχημένη "σωματικότητα", όπου το κυρίαρχο "Σώμα" αναδύεται ως η εξαιρετική ενοποιός ουσία και η εσωτερικοποιημένη κυριαρχημένη "σωματικότητα" ως το κοινό ταυτόν: ως αυτό που κερματίζεται για να ενοποιηθεί, ως αυτό που εργάζεται για να πειθαρχηθεί, ως αυτό που υπο-δέχεται για να γονιμοποιηθεί, ως αυτό που δεν εντέλλεται τίποτα.
4) Το "Σώμα" είναι η ουσία της μόνιμης απάρνησης της αυτοδυναμίας του εργαζόμενου υποκειμένου και ταυτά η ομοιωματική προβολή του αντικειμένου της κυριαρχίας όπως αυτό έχει παραχθεί από την ξένωση της άμεσης εργασίας και την βίαιη αποκοπή του φορέα της από τους εμπράγματους όρους της που δημιουργεί ως αποκοπή την ενδογένεια του υποκειμένου σε σωματικότητα. Η ανάδυση του "Σώματος" ως του κύριου άξονα μετωνυμικής και μεταφορικής έκφρασης του φορέα αυτού και της ξενωτικής λειτουργίας που τον υποστασιοποιεί ως ''σωματικότητα" συμβολίζεται πρακτικά και πρακτικοποιείται συμβολιστικά με την ίδρυση της Κυριότητας, της απόλυτης Κυρι-αρχίας. Η ουσία του κόσμου της ταξικής κοινωνίας είναι η έλλειψη μιας ουσίας που να είναι πρακτική ενότητα του κόσμου, η έλλειψη μιας ουσίας που να είναι πρακτική ενότητα του κόσμου είναι η ουσία του κόσμου της ταξικής κοινωνίας. 
Και σε αυτό το ήδη από την αρχή της φαντασματικό πλαίσιο ορθώνεται το κεντρικό φάντασμα της "Πολιτικής", της "Αυτοκρατορίας", της "Δημοκρατίας", εν τέλει του "Κράτους" που καμώνεται τον κεντρικό καθορισμό της σωματικότητας που έχει ήδη εκδιωχθεί ρέοντας από την ίδια της την πηγή (το ''Σώμα") ως εκδιωγμένη και επιστρέφοντας ως "μολυσμένη" για να ξαναδιωχθεί ως "καθαρή", και πάλι από την αρχή, χωρίς ποτέ να ενωθεί με αυτό που υπάρχει ως μη-ένωση, δηλαδή το "Σώμα" του Κυρίου.
5) Η σύσταση της Πολιτικής είναι δομικά καθορισμένη από την (κυριαρχικά δημιουργημένη και δημιουργούσα κυριαρχία) διαίρεση ανάμεσα στην άμεση και την έμμεση παραγωγή και τις πολύπλοκες διαιρέσεις της εργασίας, και ως δραστηριότητα δεν είναι δυνατόν να αποκοπεί από αυτό το πλαίσιο αν δεν θέσει την ίδια την διαίρεση σε αμφισβήτηση, ακόμα κι αν αυτό γίνει μέσα στα πλαίσια μιας "πολιτικής μεταφυσικής".
Ποιές είναι οι δυνατότητες αυτής της πολιτικής μεταφυσικής ή οντολογίας σήμερα σε μιά κατεύθυνση αυτο-ανατροπής της εφόσον "στοχεύει", αν στοχεύει, στην άρση των αλλοτριωτικών διαιρέσεων της εργασίας και της Πολιτικής; Για να ορίσουμε αυτές τις δυνατότητες ας δούμε τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά τους εντός του καπιταλισμού, αναφερόμενοι στο ζήτημα της εργασιακής ουσίας και της πολιτικής της έκφρασης που είναι η "δικτατορία της εργατικής τάξης" (του προλεταριάτου) σε εν δυνάμει και εν ενεργεία μορφή.















Ι.Τζανάκος