Αυτοκαθορισμός

Αυτοκαθορισμός

Κυριακή, 25 Οκτωβρίου 2015

Η αυτοκριτική του Κ.Κ. Ινδονησίας για την καταστροφή του 1965-’66



https://parapoda.wordpress.com/2015/09/30/%CE%B7-%CE%B1%CF%85%CF%84%CE%BF%CE%BA%CF%81%CE%B9%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%BA-%CE%BA-%CE%B9%CE%BD%CE%B4%CE%BF%CE%BD%CE%B7%CF%83%CE%AF%CE%B1%CF%82-%CE%B3%CE%B9%CE%B1-%CF%84%CE%B7/

Κι ενώ η ελληνική αριστερά αναγνωρίζει σιγά-σιγά ότι έκλεισε ένας κύκλος και ήρθε η ώρα για απολογισμό-αυτοκριτική, συμπληρώνονται σήμερα 50 χρόνια από την έναρξη της -σχετικά άγνωστης- καταστροφής του μεγαλύτερου κομμουνιστικού κόμματος σε μη σοσιαλιστική χώρα, την Ινδονησία. 
Μετά από ένα αποτυχημένο πραξικόπημα στις 30 Σεπτέμβρη 1965 που το χρεώθηκε το ΚΚ (-φημολογείται ότι- σε αυτό είχαν συμμετάσχει και “φίλοι” στελεχών του κόμματος, ενώ άλλοι μιλούν για προβοκάτσια), εξαπολύθηκε ένα σύντομο αλλά αιματηρό πογκρόμ με τουλάχιστον 500.000 κομμουνιστές νεκρούς.
Ένα χρόνο μετά, το εναπομείναν Πολιτικό Γραφείο του κόμματος προβαίνει σε μια αυτοκριτική η οποία παρατίθεται παρακάτω, μεταφρασμένη από τα γαλλικά.
Η αξία της εκτενούς αυτής αυτοκριτικής -που ανάγεται σε βάθος 15ετίας- έγκειται όχι μόνο στη διάρθρωσή της και την αναφορά των ιδεολογικών, πολιτικών και οργανωτικών λαθών (τα οποία επαναλαμβάνονται, ακριβώς τα ίδια, και σήμερα, απανταχού της Γης) αλλά και στην αναζήτηση των αιτιών αυτών των λαθών. Όπως και σε κάτι ακόμα: στην αναφορά στο ότι η αυτοκριτική είναι αναγκαία, όχι όμως, ικανή συνθήκη για την ανάκαμψη..
Συνεχίζει
 


Να οικοδομήσουμε το ΚΚΙ πάνω σε μια μαρξιστική-λενινιστική γραμμή για την καθοδήγηση της λαϊκής δημοκρατικής επανάστασης

Αυτοκριτική του Πολιτικού Γραφείου της Κεντρικής Επιτροπής του Κομμουνιστικού Κόμματος Ινδονησίας, Σεπτέμβρης 1966

Η απόφαση του Πολιτικού Γραφείου για την 46η επέτειο της ίδρυσης του Κόμματος, μεταξύ άλλων, αναφέρει ότι «το γεγονός ότι οι αντεπαναστατικές δυνάμεις κατάφεραν με τις επιθέσεις τους ένα αρκετά σημαντικό χτύπημα στο ΚΚΙ απαιτεί από εμάς, που είμαστε ακόμα σε θέση να διεξάγουμε μια επαναστατική πάλη, να χρησιμοποιήσουμε την κριτική και την αυτοκριτική ως το μόνο σωστό δρόμο που επιτρέπει να εντοπίσουμε τις ανεπάρκειες και τις ελλείψεις μας στο θεωρητικό, πολιτικό και οργανωτικό τομέα, με σκοπό να τις διορθώσουμε».
Η καταστροφή που έχει προκαλέσει σοβαρές απώλειες τόσο στο ΚΚΙ όσο και στο επαναστατικό κίνημα του ινδονησιακού λαού μετά την έναρξη και την ήττα του κινήματος της 30ης Σεπτέμβρη, αποκάλυψε τις σοβαρές αδυναμίες του ΚΚΙ που επί μια μακρά περίοδο κρύβονταν. Η ηγεσία του ΚΚΙ είχε κατρακυλήσει στον τυχοδιωκτισμό. Παραβιάζοντας τους οργανωτικούς κανόνες, είχε χαλαρά εμπλακεί στο κίνημα της 30ής Σεπτέμβρη, το οποίο δεν βασιζόταν στο υψηλό επίπεδο συνείδησης και πεποίθησης των μαζών. Έτσι απομόνωσε το Κόμμα από τις λαϊκές μάζες. Απεναντίας, μετά την αποτυχία του κινήματος της 30ή Σεπτέμβρη, η ηγεσία του Κόμματος υιοθέτησε μια δεξιά οπορτουνιστική γραμμή, εναποθέτοντας στον πρόεδρο Σουκάρνο τις τύχες του Κόμματος και του επαναστατικού κινήματος. Αυτά όλα ήταν οι σημαντικότερες ενδείξεις των σοβαρών λαθών και αδυναμιών του ΚΚΙ στον ιδεολογικό, πολιτικό και οργανωτικό τομέα.

Το Πολιτικό Γραφείο έχει συνείδηση του γεγονότος ότι φέρει την πιο βαριά ευθύνη αναφορικά με τις σοβαρές αδυναμίες και τα λάθη σε όλη αυτή την περίοδο. Είναι για αυτό που το Πολιτικό Γραφείο αποδίδει όλη την προσοχή του και εκτιμά πολύ όλες τις κριτικές που διατυπώνονται από στελέχη και μέλη του Κόμματος σε μαρξιστικό-λενινιστικό πνεύμα, όπως εξίσου και τις έντιμες κριτικές εκ μέρους των συμπαθούντων το Κόμμα που έχουν εκφραστεί με ποικίλους τρόπους σε διάφορες περιστάσεις. 
Το Πολιτικό Γραφείο είναι αποφασισμένο να κάνει την αυτοκριτική του με μαρξιστικό-λενινιστικό πνεύμα, κάνοντας πράξη τα διδάγματα του Λένιν και το παράδειγμα του σ. Musso για την ανάπτυξη της μαρξιστικής-λενινιστικής κριτικής και αυτοκριτικής. 
Ο Λένιν μας δίδαξε ότι: «Η στάση ενός πολιτικού κόμματος απέναντι στα λάθη του είναι ένα από τα σπουδαιότερα και ασφαλέστερα κριτήρια για τη σοβαρότητα του κόμματος και για την εκπλήρωση στην πράξη, από μέρους του, των υποχρεώσεων του απέναντι στην τάξη του και στις εργαζόμενες μάζες. Η ανοιχτή αναγνώριση του λάθους του, ο εντοπισμός των αιτιών του λάθους, η ανάλυση των συνθηκών που το δημιούργησαν, η προσεκτική εξέταση των μέσων για τη διόρθωση του λάθους –αυτό είναι το γνώρισμα ενός σοβαρού κόμματος, αυτό θα πει εκπλήρωση από μέρους του των υποχρεώσεων του, αυτό θα πει διαπαιδαγώγηση και μόρφωση της τάξης και των μαζών». (Λένιν, Αριστερισμός, η Παιδική Αρρώστια του Κομμουνισμού).
Τον Αύγουστο του 1948, ο σύντροφος Musso έδωσε το παράδειγμα ενώπιον του Πολιτικού Γραφείου της Κεντρικής Επιτροπής για τον τρόπο άσκησης της κριτικής και της αυτοκριτικής με τρόπο ειλικρινή, μαρξιστικό-λενινιστικό, σχετικά με τα σοβαρά λάθη και αδυναμίες του ΚΚΙ κατά τη διάρκεια των ετών της Επανάστασης του Αυγούστου του 1945. 
Χάρη στην χωρίς έλεος κριτική και αυτοκριτική έναντι των αδυναμιών και των λαθών, βρέθηκε λύση ώστε να αποκατασταθεί εκ νέου το ΚΚΙ στο ρόλο του της πρωτοπορίας της ινδονησιακής εργατικής τάξης, για να επανέλθει η καλή παράδοση του ΚΚΙ της προηγούμενης περιόδου, κατά τη διάρκεια και μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, και για να γίνει το ΚΚΙ ικανό να πάρει την ηγεμονία στην καθοδήγηση της επανάστασης (Ο Νέος Δρόμος για τη Δημοκρατία της Ινδονησίας, Απόφαση του Πολιτικού Γραφείου της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΙ, Αύγουστος 1948).
Η εσωτερική διαπάλη στο ΚΚΙ που ξέσπασε στην πορεία ανασυγκρότησης του Κόμματος μετά το τρομερό χτύπημα της «Προβοκάτσιας του Μαντιούν» και κατά τη διάρκεια της υλοποίησης του «Νέου Δρόμου» (Απόφαση του ΠΓ της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΙ, Αύγουστος 1948), δημιούργησε το νέο ΠΓ το 1951. Η εμπειρία του Κόμματος μέχρι την έναρξη του Κινήματος της 30ης Σεπτέμβρη απέδειξε ότι το ΠΓ που εκλέχτηκε το 1951 και επανεκλέχτηκε από το 5ο και 6ο συνέδριο, όχι μόνο απέτυχε να υλοποιήσει τη μεγάλη διορθωτική πορεία του σ.Musso, όπως αυτή είχε διατυπωθεί με το «Νέο Δρόμο», αλλά επίσης διέπραξε μια σειρά σοβαρών παρεκκλίσεων από το μαρξισμό-λενινισμό. 
Κατά συνέπεια, το ΚΚΙ δεν ήταν σε θέση να εκπληρώσει την ιστορική του αποστολή ως της πρωτοπορίας της εργατικής τάξης και της καθοδήγησης του απελευθερωτικού αγώνα του ινδονησιακού λαού.
Δεδομένης της σοβαρότητας των αδυναμιών και των λαθών που αφορούν το σύνολο του Κόμματος, το ΠΓ θεωρεί αναγκαίο να προβεί σε μια ενδελεχή ανάλυση, ώστε να μπορεί να αποφευχθεί η μελλοντική επανάληψη των ίδιων λαθών και αδυναμιών. 
Ωστόσο, στις σημερινές συνθήκες, ενόσω η πιο εγκληματική και αιματηρή Λευκή Τρομοκρατία ξεδιπλώνεται από τη στρατιωτική δικτατορία των δεξιών στρατηγών Νασουσιόν-Σουχάρτο, δεν είναι εύκολο να γίνει η πληρέστερη δυνατή κριτική και αυτοκριτική. 
Για την αντιμετώπιση της επείγουσας κατάστασης, θεωρούμε αναγκαίο να εντοπίσουμε τα κύρια λάθη και αδυναμίες του Κόμματος στον ιδεολογικό, πολιτικό και οργανωτικό τομέα, ώστε να διευκολύνουμε τη μελέτη των λαθών και των αδυναμιών του Κόμματος κατά την τρέχουσα διορθωτική πορεία.
20121228292507702 dunemessiahdotnet
Είναι με κάθε μετριοπάθεια και ειλικρίνεια που το ΠΓ παρουσιάζει αυτή την αυτοκριτική. Το ΠΓ καλεί όλα τα μέλη να πάρουν ενεργό μέρος στη συζήτηση των αδυναμιών και των λαθών της ηγεσίας του Κόμματος, να κάνουν μια ανάλυση κριτική και να κάνουν το μέγιστο δυνατό για να βελτιώσουν αυτή την αυτοκριτική του ΠΓ, συνάγοντας διδάγματα από τη δική τους εμπειρία, συλλογικά και ατομικά. Το ΠΓ αναμένει από όλα τα μέλη να κρατήσουν σταθερά την αρχή «ενότητα – κριτική – ενότητα» και να «διδασκόμαστε από τα λάθη του παρελθόντος, για να τα αποφύγουμε στο μέλλον, και να γιατρεύουμε την ασθένεια για να σώσουμε τον άρρωστο, ώστε να πετύχουμε το διπλό στόχο της ιδεολογικής καθαρότητας και της ενότητας μεταξύ των συντρόφων» (Μαο Τσε Τουνγκ, Η μελέτη μας και η σημερινή κατάσταση). Το ΠΓ είναι πεπεισμένο ότι, κρατώντας σταθερά αυτή την αρχή, κάθε μέλος του Κόμματος θα πάρει μέρος στο κίνημα για τη μελέτη και υπερπήδηση των αδυναμιών και των λαθών αυτών με αποφασιστικότητα για την ανασυγκρότηση του ΚΚΙ πάνω σε μαρξιστική-λενινιστική γραμμή, για την ενίσχυση της ενότητας και της αλληλεγγύης των κομμουνιστών, για την αύξηση της ιδεολογικής, πολιτικής και οργανωτικής επαγρύπνησης και για την άνοδο του μαχητικού πνεύματος με σκοπό να κατακτηθεί η νίκη.

Οι κυριότερες αδυναμίες στο ιδεολογικό επίπεδο

Η απόφαση για το «Νέο Δρόμο», υπογραμμίζοντας την κύρια αιτία των βασικών λαθών του ΚΚΙ στον οργανωτικό και πολιτικό τομέα, κατά τη διάρκεια της Επανάστασης του Αυγούστου, διακήρυττε: «Το ΠΓ θεωρεί πως τα κύρια λάθη ουσιαστικά οφείλονται στις ιδεολογικές αδυναμίες του Κόμματος».
Οι σοβαρότερες αδυναμίες και λάθη του Κόμματος κατά την περίοδο μετά το 1951 είχαν σίγουρα ως πηγή τους, εξίσου, τις αδυναμίες στον ιδεολογικό τομέα, ειδικά στην ηγεσία του Κόμματος. Η πηγή αυτών των ιδεολογικών αδυναμιών βρίσκεται στη μικροαστική ταξική καταγωγή και την έλλειψη γνώσεων του μαρξισμού-λενινισμού από την ηγεσία του Κόμματος. 
Ο Λένιν μάς δίδαξε ότι «χωρίς επαναστατική θεωρία, δεν μπορεί να υπάρχει επαναστατικό κίνημα», και πως «ο ρόλος της μαχητικής πρωτοπορίας δεν μπορεί να αναληφθεί παρά μόνο από ένα κόμμα που καθοδηγείται από την πιο πρωτοπόρα θεωρία» (Λένιν, Τι Να Κάνουμε). Η εμπειρία των ινδονήσιων κομμουνιστών μαρτυρά πλήρως την αλήθεια των διδαγμάτων του Λένιν. 
Οι σοβαρές αδυναμίες και τα λάθη που κατέστησαν το Κόμμα μας ανίκανο να αναλάβει το ρόλο του, αυτόν της πρωτοπορίας της ινδονησιακής εργατικής τάξης, οφείλονταν όχι μόνο στην ανικανότητα της ηγεσίας του Κόμματος να ενώσει την επαναστατική θεωρία με την πράξη της ινδονησιακής επανάστασης, αλλά επίσης και στο γεγονός ότι είχε υιοθετήσει έναν δρόμο που απέκλινε από τις πιο πρωτοπόρες θεωρίες. 
Αυτή η εμπειρία δείχνει πως το ΚΚΙ δεν είχε πετύχει να διαμορφώσει έναν καθοδηγητικό πυρήνα αποτελούμενο από προλεταριακά στοιχεία που να έχουν πραγματικά την πιο σωστή κατανόηση του μαρξισμού-λενινισμού, κατανόηση συστηματική και όχι αποσπασματική, πρακτική και όχι αφηρημένη.
Οι ιδεολογικές αδυναμίες του Κόμματός μας έχουν βαθιές ιστορικές ρίζες. 
Ο υποκειμενισμός βρίσκεται στην πηγή αυτών των αδυναμιών. 
Η μικροαστική τάξη συνιστά την κοινωνική βάση αυτής της υποκειμενιστικής ιδεολογίας. 
Η Ινδονησία είναι μια μικροαστική χώρα όπου βρίσκει κανείς ένα μεγάλο αριθμό επιχειρήσεων από μικρούς ιδιοκτήτες, και ιδιαίτερα από ατομικά αγροκτήματα. 
Το Κόμμα μας είναι περικυκλωμένο από μια μεγάλη μικροαστική τάξη και πολλά μέλη του Κόμματος από εκεί προέρχονται. Αναπόφευκτα, μικροαστικές ιδέες και συνήθειες διεισδύουν στο Κόμμα. 
Η μικροαστική μέθοδος σκέψης είναι υποκειμενική και μονομερής κατά την ανάλυση των προβλημάτων. Δεν κατέχει την αντικειμενική πραγματικότητα ούτε τη γνώση του αντικειμενικού συσχετισμού των ταξικών δυνάμεων, αλλά υποκειμενικές γνώσεις, υποκειμενικά αισθήματα και μια απεικόνιση υποκειμενική. 
Ο υποκειμενισμός είναι η ιδεολογική ρίζα του δογματισμού και του εμπειρισμού στο θεωρητικό τομέα, του δεξιού ή «αριστερού» οπορτουνισμού στον πολιτικό τομέα, και του φιλελευθερισμού ή του σεχταρισμού στον οργανωτικό τομέα. Τέτοια είναι τα δεινά που έπληξαν το Κόμμα μας.
Στην πορεία της περιόδου όπου προχωρούσαμε στην εφαρμογή της απόφασης για το «Νέο Δρόμο», ξέσπασε μια έντονη διαπάλη στο εσωτερικό του κόμματός μας εναντίον του υποκειμενισμού. 
Όμως με τον τρόπο με τον οποίο εκτυλίχτηκε, η διαπάλη αυτή δεν κατάφερε να ξεριζώσει πλήρως αυτή την υποκειμενιστική ιδεολογία. Αυτό αποδείχτηκε στο 5ο Πανεθνικό Συνέδριο του Κόμματος. Κατά τη διάρκεια του Συνεδρίου, δριμύτατες κριτικές εξαπολύθηκαν εναντίον του υποκειμενισμού, το βασικό αυτό πρόσκομμα στην υλοποίηση της απόφασης για το «Νέο Δρόμο». Όμως ταυτόχρονα, το Συνέδριο διέπραξε το ίδιο λάθος, υιοθετώντας tη Διακήρυξη του ΚΚΙ για τις γενικές εκλογές, προωθώντας το πρόγραμμα για την εγκαθίδρυση λαϊκοδημοκρατικής εξουσίας μέσω των γενικών εκλογών. Αυτό ήταν μια εκδήλωση ταυτόχρονα δεξιού και «αριστερού» οπορτουνισμού. Από την άποψη του προγράμματος, το οποίο πήγαινε μακριά και εκτός της πραγματικότητας των υπαρκτών αντικειμενικών συνθηκών, επρόκειτο για «αριστερό» λάθος. 
Όμως, από τη σκοπιά του τρόπου σκέψης, ότι μια λαϊκοδημοκρατική εξουσία θα μπορούσε να εγκαθιδρυθεί μέσα από γενικές εκλογές, δηλαδή με ειρηνικά μέσα, επρόκειτο για δεξιό λάθος.
Στη διάρκεια της περιόδου μετά το 1951, ο υποκειμενισμός δεν σταμάτησε να αυξάνεται, σταδιακά πήρε όλο και μεγαλύτερες διαστάσεις και οδήγησε σε έναν δεξιό οπορτουνισμό που ενώθηκε με την επιρροή του σύγχρονου ρεβιζιονισμού στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα. Επρόκειτο για τη μαύρη γραμμή του δεξιού οπορτουνισμού, ο οποίος κατέστη η κύρια πτυχή των λαθών που διέπραξε το ΚΚΙ εκείνη την περίοδο. Η εμφάνιση και ανάπτυξη αυτών των αδυναμιών και λαθών οφείλονται στους ακόλουθους παράγοντες:
Πρώτον, η παράδοση της κριτικής και αυτοκριτικής με μαρξιστικό-λενινιστικό τρόπο δεν είχε αναπτυχθεί στο Κόμμα και ιδιαίτερα στην ηγεσία του Κόμματος. Ένα από τα πολλά παραδείγματα ήταν η ανάκληση της Διακήρυξης του ΚΚΙ για τις γενικές εκλογές. Αφότου ανακαλύφτηκε ότι η Διακήρυξη ήταν λάθος, απορρίφτηκε και αντικαταστάθηκε από ένα άλλο πρόγραμμα, το «Πρόγραμμα για μια κυβέρνηση εθνικού συνασπισμού». Όμως αυτό το μέτρο δεν ακολουθήθηκε από μια κριτική και αυτοκριτική ευρεία και βαθιά, αναφορικά με τις ιδεολογικές ρίζες αυτού του λάθους, απλούστατα επειδή «το κύρος της ηγεσίας έπρεπε να σωθεί». Κατά συνέπεια, η αντικατάσταση της Διακήρυξης για τις γενικές εκλογές από το Πρόγραμμα για μια κυβέρνηση εθνικού συνασπισμού δεν κατάφερε να εξαλείψει πλήρως την οπορτουνιστική στάση απέναντι στις γενικές εκλογές εντός του πλαισίου της αστικής δημοκρατίας. Μελετούμε εκτενέστερα το πρόβλημα αυτό παρακάτω.
Τα κινήματα διόρθωσης και μελέτης που οργανώθηκαν κατά καιρούς από το Κόμμα δεν διεξήχθησαν με σοβαρότητα και με επιμονή, τα αποτελέσματα δεν συνοψίστηκαν σωστά και δεν ακολουθήθηκαν από τα κατάλληλα μέτρα στον οργανωτικό τομέα. Τα κινήματα μελέτης είχαν κυρίως ως στόχο την υπερνίκηση ορισμένων αδυναμιών στη βάση του Κόμματος και ποτέ την ανάπτυξη της κριτικής προς την ηγεσία και της αυτοκριτικής από την ηγεσία. Όχι μόνο δεν εισακούονταν με προσοχή οι κριτικές από τη βάση, αλλά καταπνίγονταν.
Η έλλειψη εφαρμογής στην πράξη της κριτικής και της αυτοκριτικής με μαρξιστικό-λενινιστικό τρόπο στο Κόμμα, και ειδικά στην καθοδήγηση, από τη μια, και το χαμηλό θεωρητικό επίπεδο των στελεχών του Κόμματος γενικά, από την άλλη, άμβλυναν το κριτικό πνεύμα και την ιδεολογική επαγρύπνηση των στελεχών του Κόμματος γενικά, και ιδιαίτερα των ηγετικών στελεχών.
Δεύτερον, η διείσδυση της αστικής ιδεολογίας μέσω δύο καναλιών, μέσω των επαφών με την εθνική αστική τάξη, όταν το Κόμμα σχημάτιζε το Ενιαίο Μέτωπο μαζί της, και μέσω της αστικοποίησης των στελεχών του Κόμματος και ιδιαίτερα της καθοδήγησης, αφότου το Κόμμα απέκτησε μερικές θέσεις σε κρατικούς και ημικρατικούς οργανισμούς. Ο αυξανόμενος αριθμός των στελεχών του Κόμματος που έπαιρναν τέτοιες θέσεις, κεντρικά και περιφερειακά, δημιούργησε «ένα στρώμα αστικοποιημένων εργαζομένων» και αυτό αποτέλεσε τους «πραγματικούς δρόμους διείσδυσης του ρεφορμισμού» (Λένιν, Ιμπεριαλισμός, Ανώτατο Στάδιο του Καπιταλισμού). Παρόμοια κατάσταση δεν υπήρχε πριν από την Επανάσταση του Αυγούστου του 1945.
Τρίτον, ο σύγχρονος ρεβιζιονισμός άρχισε να διεισδύει στο Κόμμα μας κατά την 4η Ολομέλεια της Κεντρικής Επιτροπής που εκλέχτηκε στο 5ο Συνέδριο, η οποία ενέκρινε χωρίς κριτικές μια εισήγηση που υποστήριζε τη γραμμή του 20ού Συνεδρίου του ΚΚΣΕ και υιοθέτησε τη γραμμή της «ειρηνικής υλοποίησης του σοσιαλισμού με τον κοινοβουλευτικό δρόμο» ως γραμμή του ΚΚΙ. Αυτός ο «ειρηνικός δρόμος», ένα από τα χαρακτηριστικά του σύγχρονου ρεβιζιονισμού, επανεπιβεβαιώθηκε περαιτέρω με το 6ο Συνέδριο του ΚΚΙ, το οποίο ενέκρινε στο καταστατικό του Κόμματος το παρακάτω απόσπασμα: «Υπάρχει η δυνατότητα ένα σύστημα λαϊκής δημοκρατίας, ένα μεταβατικό στάδιο προς το σοσιαλισμό στην Ινδονησία, να μπορεί να υλοποιηθεί με ειρηνικά μέτρα, με τον κοινοβουλευτικό δρόμο. Το ΚΚΙ παλεύει με επιμονή ώστε να μετασχηματίσει αυτή τη δυνατότητα σε πραγματικότητα». Αυτή η ρεβιζιονιστική γραμμή τονίστηκε ξανά στο 7ο (Έκτακτο) Πανεθνικό Συνέδριο του ΚΚΙ και δεν μπόρεσε ποτέ να διορθωθεί, μολονότι το Κόμμα μας μπόρεσε να συνειδητοποιήσει ότι, από το 20ό Συνέδριο του ΚΚΣΕ και έκτοτε, η ηγεσία του ΚΚΣΕ ακολουθούσε το δρόμο του σύγχρονου ρεβιζιονισμού.
Απέναντι στο σύγχρονο ρεβιζιονισμό της ηγεσίας του ΚΚΣΕ, η ηγεσία του ΚΚΙ, όντας στενά συνδεδεμένη με την εθνική αστική τάξη από τη συμμαχία που είχε μαζί της, υιοθέτησε μια άνευ αρχών στάση. 
Η κύρια αντίληψη που υπαγόρευε μια τέτοια στάση, δεν είχε ως αφετηρία τα ιδιαίτερα συμφέροντα του προλεταριάτου, αλλά περισσότερο την αναγκαιότητα διάσωσης της συμμαχίας με την εθνική αστική τάξη. Παρότι, στη διάρκεια των ακόλουθων ετών, η ηγεσία του ΚΚΙ επέκρινε τις διάφορες ρεβιζιονιστικές γραμμές της ηγεσίας του ΚΚΣΕ και παρότι, χάρη σε αυτή τη στάση, το ΚΚΙ κατέκτησε μια θέση στις τάξεις των μαρξιστών-λενινιστών στον κόσμο, συνέχισε να διατηρεί καλές σχέσεις με την ηγεσία του ΚΚΣΕ και η επιρροή του σύγχρονου ρεβιζιονισμού στο Κόμμα μας δεν εξαλείφτηκε ποτέ πλήρως.
Η εμπειρία του ΚΚΙ μάς δίνει το δίδαγμα πως μόνο με την άσκηση κριτικής στο ρεβιζιονισμό της ηγεσίας του ΚΚΣΕ δεν σημαίνει ότι ο ίδιος απελευθερώνεται αυτόματα από τα δεξιά οπορτουνιστικά λάθη, τα ίδια που διαπράττουν οι σύγχρονοι ρεβιζιονιστές. 
Η εμπειρία του ΚΚΙ μάς αποδεικνύει ότι ο σύγχρονος ρεβιζιονισμός, ο μεγαλύτερος κίνδυνος στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα, συνιστά εξίσου το μεγαλύτερο κίνδυνο και για το ΚΚΙ.
pki-pemberontakan-pki_1 islaminindonesia
Για το ΚΚΙ, ο ρεβιζιονισμός δεν είναι «ένας κίνδυνος λανθάνων, όχι όμως σοβαρός» (Ντ.Ν.Αϊντίτ, Να είμαστε καλοί και πάντοτε καλύτεροι κομμουνιστές), αλλά ένας ιδιαίτερος κίνδυνος, ο οποίος προκάλεσε μεγάλη ζημιά στο Κόμμα και σοβαρές απώλειες για το επαναστατικό κίνημα του ινδονησιακού λαού. 
Να γιατί εμείς δεν πρέπει, σε καμία περίπτωση, να υποεκτιμήσουμε τον κίνδυνο του σύγχρονου ρεβιζιονισμού και πρέπει να διεξάγουμε μια αποφασιστική και ανηλεή πάλη εναντίον του. Δεν μπορούμε αποτελεσματικά να διατηρήσουμε μια σταθερή στάση εναντίον του σύγχρονου ρεβιζιονισμού σε όλους τους τομείς, παρά μόνο αν το Κόμμα μας εγκαταλείψει τη γραμμή της «διατήρησης της φιλίας με τους σύγχρονους ρεβιζιονιστές».
Αποτελεί γεγονός το ότι το ΚΚΙ, ενώ επέκρινε τους σύγχρονους ρεβιζιονιστές της ηγεσίας του ΚΚΣΕ διέπραττε το ίδιο ρεβιζιονιστικά λάθη, γιατί είχε αναθεωρήσει τα διδάγματα του μαρξισμού-λενινισμού για την πάλη των τάξεων, το Κράτος και την επανάσταση. Επιπροσθέτως, η ηγεσία του ΚΚΙ, όχι μόνο δεν διεξήγε την πάλη στο θεωρητικό τομέα εναντίον άλλων «επαναστατικών» πολιτικών ιδεών που μπορούσαν να εξαπατούν το προλεταριάτο, όπως ο Λένιν μάς δίδαξε να κάνουμε (βλ. Λένιν, Κράτος και Επανάσταση), αλλά ηθελημένα έκανε παραχωρήσεις στο θεωρητικό τομέα. Η ηγεσία του ΚΚΙ ισχυριζόταν ότι υπήρχε ταυτότητα μεταξύ των τριών συστατικών του μαρξισμού: υλιστικής φιλοσοφίας, πολιτικής οικονομίας και επιστημονικού σοσιαλισμού και των λεγόμενων «τριών συστατικών των διδαγμάτων του Σουκάρνο». Ήθελε να κάνει το μαρξισμό, που είναι ιδεολογία της εργατικής τάξης, ιδιότητα όλου του έθνους, συμπεριλαμβανομένων των εκμεταλλευτριών τάξεων, οι οποίες είναι εχθρικές έναντι της εργατικής τάξης.

Τα κύρια λάθη σε πολιτικό επίπεδο

Τα λάθη του δεξιού οπορτουνισμού στον πολιτικό τομέα, που βλέπουμε προς το παρόν, περιλαμβάνουν τρεις προβληματικές:
  1. Το δρόμο προς τη λαϊκή δημοκρατία στην Ινδονησία,
  2. Το ζήτημα της κρατικής εξουσίας,
  3. Την άσκηση της πολιτικής του ενιαίου εθνικού μετώπου.
Στον πολιτικό τομέα, ο δεξιός οπορτουνισμός αποκαλύπτεται πρωτίστως στην επιλογή του δρόμου, του  «ειρηνικού δρόμου», ή του δρόμου της επανάστασης, για την υλοποίηση της λαϊκής δημοκρατίας στην Ινδονησία, του μεταβατικού σταδίου προς το σοσιαλιστικό σύστημα. Μια από τις θεμελιώδεις διαφορές και ένα από τα θέματα σύγκρουσης μεταξύ του μαρξισμού-λενινισμού και του ρεβιζιονισμού, τόσο του κλασικού όσο και του σύγχρονου, συνίσταται ακριβώς στο πρόβλημα της επιλογής του δρόμου προς το σοσιαλισμό. Ο μαρξισμός-λενινισμός διδάσκει ότι ο σοσιαλισμός δεν μπορεί να υλοποιηθεί παρά μόνο με την επιλογή του δρόμου της προλεταριακής επανάστασης, και ότι, στην περίπτωση των ημιαποικιακών και ημιφεουδαρχικών χωρών όπως η Ινδονησία, ο σοσιαλισμός δεν μπορεί να υλοποιηθεί παρά μόνο περνώντας μέσα από μια φάση της λαϊκοδημοκρατικής επανάστασης. 
Ο ρεβιζιονισμός, αντίθετα, ονειρεύεται να υλοποιήσει το σοσιαλισμό μέσα από τον «ειρηνικό δρόμο».
Σύμφωνα με ποια διαδικασία αναπτύχθηκαν και μεγάλωσαν αυτά τα λάθη στον πολιτικό τομέα;
Κατά τα 15 χρόνια μετά το 1951, το ΚΚΙ διεξήγε μια νόμιμη και κοινοβουλευτική πάλη. 
Η πάλη σε νόμιμο και κοινοβουλευτικό επίπεδο είναι μια μορφή πάλης, την οποία το προλεταριακό επαναστατικό κόμμα πρέπει να χρησιμοποιεί σε μια συγκεκριμένη κατάσταση και υπό συγκεκριμένες συνθήκες, όπως ο Λένιν εξήγησε στο έργο του «Αριστερισμός, η Παιδική Αρρώστια του Κομμουνισμού». 
Είναι λάθος η άρνηση της πάλης σε κοινοβουλευτικό επίπεδο όταν αυτή είναι αναγκαία, και το να παίζει κανείς με την επανάσταση, ενώ οι συνθήκες δεν είναι ακόμα ώριμες.
Η κοινοβουλευτική πάλη, ως πτυχή της νόμιμης πάλης που διεξήγε το κόμμα το 1951, ήταν σωστή συνολικά και άρμοζε στις αντικειμενικές συνθήκες της εποχής. Οι αντικειμενικές συνθήκες της εποχής ήταν οι ακόλουθες: το επαναστατικό κύμα βρισκόταν σε άμπωτη, οι κινητήριες δυνάμεις της επανάστασης δεν είχαν ακόμα αφυπνιστεί, και η μεγάλη πλειοψηφία του λαού, η οποία δεν είχε ποτέ γνωρίσει την πολιτική ανεξαρτησία πριν την επανάσταση του Αυγούστου, εναπόθετε ακόμα μεγάλες ελπίδες στην αστική δημοκρατία.
Κατά τα πρώτα χρόνια εκείνης της περιόδου, το Κόμμα μας είχε πετύχει κάποια αποτελέσματα τόσο στον πολιτικό αγώνα όσο και στην κομματική οικοδόμηση. Ένα σημαντικό επίτευγμα κατά τη διάρκεια εκείνης της περιόδου ήταν ο καθορισμός των βασικών προβλημάτων της ινδονησιακής επανάστασης. Το τρέχον στάδιο της ινδονησιακής επανάστασης είχε οριστεί ως αστικοδημοκρατική επανάσταση νέου τύπου, της οποίας οι στόχοι ήταν η εξάλειψη του ιμπεριαλισμού και των φεουδαρχικών καταλοίπων και η εγκαθίδρυση ενός συστήματος λαϊκής δημοκρατίας ως μεταβατικού σταδίου προς το σοσιαλισμό. Οι κινητήριες δυνάμεις της επανάστασης ήταν η εργατική τάξη, η αγροτιά και η μικροαστική τάξη, με ηγέτιδα δύναμη την εργατική τάξη και κύρια μαζική δύναμη την αγροτιά. Η εθνική αστική τάξη είχε επίσης οριστεί ως μια δύναμη ασταθής, η οποία θα μπορούσε να συμμετέχει στην επανάσταση, εντός συγκεκριμένων ορίων και σε συγκεκριμένες περιόδους, και η οποία όμως, σε άλλες στιγμές, θα πρόδιδε την επανάσταση. Επιπροσθέτως, το Κόμμα όρισε πως η εργατική τάξη, προκειμένου να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της ως ηγέτιδας δύναμης της επανάστασης, θα έπρεπε να σχηματίσει με τις άλλες επαναστατικές τάξεις και ομάδες ένα ενιαίο επαναστατικό μέτωπο, το οποίο να βασίζεται στη συμμαχία των εργατών και των αγροτών, και να τίθεται υπό την καθοδήγηση της εργατικής τάξης.

indonesianGenocidePrisoners greanvillepost
Ωστόσο, αυτό επέφερε ένα πολύ σημαντικό κενό, το οποίο αργότερα, θα εξελισσόταν σε δεξιό οπορτουνισμό ή ρεβιζιονισμό, αφού το Κόμμα δεν είχε ακόμα πετύχει μια τελείως ξεκάθαρη ενότητα αντίληψης αναφορικά με τα κύρια μέσα και την κύρια μορφή πάλης της ινδονησιακής επανάστασης. Η Κεντρική Επιτροπή του Κόμματος είχε κάποια στιγμή πραγματευτεί το πρόβλημα αυτό, σε γενικές γραμμές, όμως, έκτοτε, δεν συζήτησε ποτέ σε βάθος το θέμα ώστε να πετύχει μια ενιαία και την ορθότερη κατανόησή του, κάτι που αποτελεί βασική προϋπόθεση για να κατανοηθεί όμοια και ορθά το πρόβλημα αυτό από το σύνολο του Κόμματος.
Είναι μεγάλο λάθος για ένα κόμμα, όπως το ΚΚΙ, το οποίο έχει αποστολή να ηγηθεί της επανάστασης να μην καθιστά το ζήτημα των κύριων μέσων και της κύριας μορφής πάλης της ινδονησιακής επανάστασης, ένα πρόβλημα που να αφορά το σύνολο του Κόμματος, αλλά, αντιθέτως, να το περιορίζει σε μερικά πρόσωπα μέσα στην ηγεσία και σε κάποια στελέχη του Κόμματος. Αυτό είχε ως συνέπεια η πλειοψηφία των μελών του Κόμματος να παραμένει παθητική έναντι αυτού του κεφαλαιώδους σημασίας προβλήματος της επανάστασης.
Αν η καθοδήγηση της ινδονησιακής επανάστασης αποδίδεται στην εργατική τάξη, η αγροτιά είναι η κύρια υποστηρικτική της μάζα. Δεδομένης της αριθμητικής αδυναμίας της εργατικής τάξης στην Ινδονησία, οι τυπικές μορφές πάλης της εργατικής τάξης, όπως οι γενικές απεργίες που έχουν στόχο να αφυπνίσουν τις άλλες κινητήριες δυνάμεις της επανάστασης και οι οποίες εξελίσσονται σε ένοπλη εξέγερση όπως έγινε στην περίπτωση της αστικοδημοκρατικής επανάστασης του 1905 στη Ρωσία (βλ. Λένιν, Τα διδάγματα της Επανάστασης του 1905, αγγλ. έκδοση, FLPH, Μόσχα), δεν μπορούν ποτέ να αποτελέσουν την κύρια μορφή πάλης ή τη μέθοδο της ινδονησιακής επανάστασης.
Η κινεζική επανάσταση μάς δίνει το παράδειγμα αναφορικά με την κύρια μορφή πάλης της επανάστασης στις αποικιακές ή ημιαποικιακές και ημιφεουδαρχικές χώρες, δηλαδή τον λαϊκό ένοπλο αγώνα εναντίον της ένοπλης αντεπανάστασης. Δεδομένου ότι η ουσία της επανάστασης είναι μια αγροτική επανάσταση, η ουσία της λαϊκής ένοπλης πάλης είναι η ένοπλη πάλη των χωρικών σε μια αγροτική επανάσταση υπό την καθοδήγηση της εργατικής τάξης. Η πρακτική της κινεζικής επανάστασης είναι, πρωτίστως, η εφαρμογή του μαρξισμού-λενινισμού στις συγκεκριμένες συνθήκες της Κίνας. Ταυτόχρονα, διατυπώνει ένα γενικό νόμο για τις επαναστάσεις των λαών σε χώρες αποικιακές ή ημιαποικιακές και ημιφεουδαρχικές.
Για την κατάκτηση της πλήρους νίκης, η ινδονησιακή επανάσταση οφείλει επίσης να ακολουθήσει το δρόμο της κινεζικής επανάστασης. Αυτό σημαίνει ότι η ινδονησιακή επανάσταση πρέπει αναπόφευκτα να υιοθετήσει ως κύρια μορφή πάλης αυτή, δηλαδή, τον λαϊκό ένοπλο αγώνα εναντίον της ένοπλης αντεπανάστασης, ο οποίος, ουσιαστικά, είναι η ένοπλη αγροτική επανάσταση των χωρικών υπό την καθοδήγηση του προλεταριάτου.
Η αγροτική επανάσταση, η οποία είναι η ουσία του σημερινού σταδίου της ινδονησιακής επανάστασης, δεν είναι μια αγροτική μεταρρύθμιση με αστικό τρόπο, ο οποίος δεν κάνει τίποτε άλλο από το να ανοίγει το δρόμο στην ανάπτυξη του καπιταλισμού στην επαρχία. Αυτή η επανάσταση θα απελευθερώσει τους καλλιεργητές, τους φτωχούς και μεσαίους αγρότες από τη φεουδαρχική καταπίεση που τους ασκούν οι μεγαλοκτηματίες, ντόπιοι και ξένοι, απαλλοτριώνοντας τις εκτάσεις των μεγαλοκτηματιών και διανέμοντάς τις στους καλλιεργητές και τους φτωχούς αγρότες σε ατομική βάση, ως ατομική τους ιδιοκτησία. Μια τέτοια επανάσταση δεν θα μπορεί να νικήσει παρά μόνο αν διεξάγεται με την ισχύ των όπλων και υπό την καθοδήγηση της εργατικής τάξης. Αυτή η επανάσταση δεν μπορεί να έρθει έξωθεν. Θα προκύψει στη βάση του υψηλού βαθμού συνείδησης και πειθούς των ίδιων των αγροτών, ο οποίος θα αποκτηθεί μέσω της ίδιας τους της εμπειρίας στον αγώνα, και χάρη στη δράση της εργατικής τάξης.
Είναι ξεκάθαρο ότι σε μια κατάσταση όπου οι προϋποθέσεις για μια επανάσταση δεν υφίστανται ακόμα, το καθήκον του ΚΚΙ θα ήταν να κατευθυνθεί προς την εκπαίδευση των μελών του Κόμματος, της εργατικής τάξης και της αγροτιάς, με την πολιτική δουλειά, τη ζύμωση και την προπαγάνδα καθώς και με την οργανωτική δουλειά επί του προβλήματος της κύριας μορφής πάλης της ινδονησιακής επανάστασης.
Όλες οι μορφές νόμιμης και κοινοβουλευτικής πάλης θα έπρεπε να εξυπηρετούν τα κύρια μέσα και την κύρια μορφή πάλης και δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να εμποδίσουν τη διαδικασία ωρίμανσης του ένοπλου αγώνα.
1965-4 novelistinparadise
Κατά τα δεκαπέντε τελευταία χρόνια, η εμπειρία μάς διδάσκει ότι αποτυγχάνοντας στο πολιτικό καθήκον, το οποίο συνίστατο στην απόρριψη του «ειρηνικού δρόμου» και στην αυστηρή συμμόρφωση με το γενικό νόμο της επανάστασης σε χώρες αποικιακές ή ημιαποικιακές και ημιφεουδαρχικές, το ΚΚΙ βαθμιαία βάλτωσε στην κοινοβουλευτική πάλη και τις άλλες μορφές της νόμιμης πάλης. Η ηγεσία του Κόμματος θεωρούσε αυτή ως την κύρια μορφή της πάλης για την επίτευξη του στρατηγικού στόχου της ινδονησιακής επανάστασης. Η νόμιμη ύπαρξη του Κόμματος δεν θεωρούταν μέθοδος πάλης για μια δεδομένη στιγμή και υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, αλλά αρχή, και οι άλλες μορφές πάλης καλούνταν να υπηρετούν αυτή την αρχή. Ακόμα και ενώ η αντεπανάσταση όχι μόνο ποδοπατούσε τη νόμιμη ύπαρξη του Κόμματος, αλλά επίσης παραβίαζε τα στοιχειώδη ανθρώπινα δικαιώματα των κομμουνιστών, η ηγεσία του Κόμματος προσπαθούσε να υπερασπίσει με όλες τις δυνάμεις της αυτή τη «νομιμότητα».
Όπως είδαμε προηγουμένως, ο «ειρηνικός δρόμος» είχε σταθερά παγιωθεί στο Κόμμα, όταν η 4η Ολομέλεια της ΚΕ του 5ου Συνεδρίου το 1956 υιοθέτησε ένα κείμενο που ενέκρινε τη σύγχρονη ρεβιζιονιστική γραμμή του 20ού Συνεδρίου του ΚΚΣΕ. Σε τέτοιες συνθήκες, ενώ η ρεβιζιονιστική γραμμή είχε ήδη επιβληθεί στο Κόμμα, ήταν αδύνατο αυτό να έχει μια σωστή, μαρξιστική-λενινιστική στρατηγική και τακτική γραμμή. Η διατύπωση των κύριων γραμμών της στρατηγικής και της τακτικής του Κόμματος εκκινούσε από μια ταλάντευση μεταξύ του «ειρηνικού δρόμου» και του «δρόμου της ένοπλης επανάστασης», μια διαδικασία κατά την οποία ο «ειρηνικός δρόμος» τελικά επικρατούσε.
Είναι σε αυτές τις περιστάσεις που η γενική γραμμή του ΚΚΙ καθορίστηκε από το 6ο Εθνικό Συνέδριο του 1959. Αναφέρει: «Συνεχίζουμε να χτίζουμε το ενιαίο εθνικό μέτωπο και να οικοδομούμε το Κόμμα, ώστε να υλοποιήσουμε τις απαιτήσεις της επανάστασης του Αυγούστου του 1945». Στη βάση αυτής της γενικής γραμμής του Κόμματος, ρίχτηκε το σύνθημα «Να υψώσουμε τις τρεις σημαίες του Κόμματος», οι οποίες ήταν: 1) η σημαία του εθνικού μετώπου, 2) η σημαία της οικοδόμησης του Κόμματος, και 3) η σημαία της Επανάστασης του Αυγούστου 1945 (Ντ.Ν. Αϊντίτ, Εισήγηση στη 2η Ολομέλεια της ΚΕ του 6ου Συνεδρίου). Η γενική γραμμή γινόταν αντιληπτή ως ο δρόμος για τη λαϊκή δημοκρατία στην Ινδονησία.
Η ηγεσία του Κόμματος προσπάθησε να εξηγήσει ότι οι τρεις σημαίες του Κόμματος ήταν τα τρία κύρια όπλα ώστε να θριαμβεύσει η λαϊκή δημοκρατική επανάσταση, τα οποία, όπως είχε πει ο σ. Μάο Τσε Τουνγκ, είναι «ένα κόμμα καλά πειθαρχημένο, εξοπλισμένο με τη θεωρία του μαρξισμού-λενινισμού, που χρησιμοποιεί τη μέθοδο της αυτοκριτικής και το οποίο είναι συνδεδεμένο με τις λαϊκές μάζες, ένας στρατός υπό την ηγεσία ενός τέτοιου κόμματος, και ένα ενιαίο μέτωπο όλων των επαναστατικών τάξεων και ομάδων υπό την καθοδήγηση ενός τέτοιου κόμματος» (Μάο Τσε Τουνγκ, Η δικτατορία της λαϊκής δημοκρατίας).
Επομένως, το δεύτερο κύριο όπλο υποδεικνύει την αναγκαιότητα μιας λαϊκής ένοπλης πάλης υπό την καθοδήγηση του κόμματος εναντίον της ένοπλης αντεπανάστασης. 
Η ηγεσία του Κόμματος προσπάθησε να το αντικαταστήσει από το σύνθημα «Να υψώσουμε τη Σημαία της επανάστασης του Αυγούστου του 1945». Είναι αλήθεια πως είχε εξηγήσει ότι «η σημαία της επανάστασης του Αυγούστου καθόριζε τη σημασία της αξιοποίησης των εμπειριών αγώνα που αποκτήθηκαν κατά την επανάσταση του Αυγούστου του 1945» και ότι «κατά την υπεράσπιση της κυριαρχίας της Ινδονησίας, ο ρόλος του αντάρτικου πολέμου έχει την πιο μεγάλη σημασία» (Ντ.Ν.Αϊντίτ, Να σηκώσουμε ψηλά τη σημαία της επανάστασης), όμως στην πράξη, ούτε η μικρότερη προσπάθεια δεν έγινε προς κάτι τέτοιο.
Για να αποδείξει ότι ο δρόμος που ακολουθούταν δεν ήταν ο οπορτουνιστικός «ειρηνικός δρόμος», η ηγεσία του Κόμματος πάντοτε μιλούσε για την ύπαρξη δύο δυνατοτήτων, αυτής του «ειρηνικού δρόμου» και εκείνης του μη ειρηνικού δρόμου. Διαβεβαίωνε ότι όσο καλύτερα το Κόμμα προετοιμάζεται να αντιμετωπίσει την πιθανότητα ενός δρόμου μη ειρηνικού, τόσο μεγαλύτερη θα ήταν η πιθανότητα ενός «ειρηνικού δρόμου». 
Στην πραγματικότητα, τέτοιοι ισχυρισμοί δείχνουν ακριβώς ότι υπήρχε μια ασάφεια αναφορικά με τον καθορισμό του ακολουθούμενου δρόμου από την ηγεσία του Κόμματος. Δρώντας κατ’ αυτό τον τρόπο, η ηγεσία του Κόμματος διατηρούσε στη συνείδηση των μελών του Κόμματος, της εργατικής τάξης και των εργαζόμενων μαζών του λαού, την ελπίδα ενός ειρηνικού δρόμου ο οποίος, στην πραγματικότητα, δεν υπήρχε.
Στην πράξη, η ηγεσία του Κόμματος δεν προετοίμασε το σύνολο των δυνάμεων του Κόμματος, της εργατικής τάξης και των λαϊκών μαζών ώστε να αντιμετωπίσουν την πιθανότητα ενός μη ειρηνικού δρόμου. 
Η καλύτερη απόδειξη είναι η μεγάλη τραγωδία που ακολούθησε την έναρξη και την αποτυχία του Κινήματος της 30ής Σεπτέμβρη. 
Σε εξαιρετικά σύντομο χρονικό διάστημα, η αντεπανάσταση πέτυχε να σφαγιάσει και να συλλάβει εκατοντάδες χιλιάδες κομμουνιστών και μη κομμουνιστών επαναστατών, οι οποίοι παρέμεναν παθητικοί, παραλύοντας την οργάνωση του ΚΚΙ και τις επαναστατικές μαζικές οργανώσεις. Αυτό σίγουρα ποτέ δεν θα είχε συμβεί αν η ηγεσία του Κόμματος δεν είχε παρεκκλίνει από τον επαναστατικό δρόμο.
Η ηγεσία του Κόμματος δήλωνε ότι «το Κόμμα μας δεν πρέπει να αντιγράφει τη θεωρία της ένοπλης πάλης από το εξωτερικό, αλλά πρέπει να προωθήσει τη μέθοδο που συνδυάζει τις τρεις μορφές πάλης» (Ντ.Ν. Αϊντίτ, Να σηκώσουμε ψηλά τη σημαία της επανάστασης). 
Σύμφωνα με αυτή τη θεωρία, οι τρεις μορφές πάλης ήταν ο αντάρτικος πόλεμος στην επαρχία (που διεξάγεται ειδικά από τους εργάτες και τους φτωχούς αγρότες), η επαναστατική δράση των εργατών (και ιδιαίτερα των εργατών στις μεταφορές) στις πόλεις, και μια εντατική δουλειά εντός των εχθρικών ένοπλων δυνάμεων. Η ηγεσία του Κόμματος επέκρινε μερικούς συντρόφους οι οποίοι, μελετώντας την εμπειρία της ένοπλης πάλης του κινέζικου λαού, κατηγορήθηκαν ότι έβλεπαν μόνο τις ομοιότητές της με τις ινδονησιακές συνθήκες. 
Η ηγεσία του Κόμματος, αντίθετα, έδινε έμφαση σε μια σειρά συνθηκών τάχα διαφορετικών, τις οποίες έπρεπε να λαμβάνουμε υπόψη, και κατέληγε στο συμπέρασμα πως η μέθοδος για την ινδονησιακή επανάσταση ήταν «η μέθοδος του συνδυασμού των τριών μορφών πάλης».
Είναι λάθος η υιοθέτηση της εμπειρίας άλλων χωρών με δογματικό τρόπο. Όμως η άρνηση αξιοποίησης της εμπειρίας μιας άλλης χώρας, της οποίας η επαναστατική θεωρητική αξία έχει ήδη αποδειχτεί, είναι εξίσου λάθος. Ο Λένιν μάς δίδαξε ότι «ένα κίνημα που αναπτύσσεται σε μια νέα χώρα δεν μπορεί να είναι νικηφόρο παρά μόνο αν μελετά με κριτικό τρόπο την εμπειρία άλλων χωρών και την θέτει προς επαλήθευση το ίδιο» (Λένιν, Τι Να Κάνουμε).
Τα γεγονότα απέδειξαν πως «η θεωρία της μεθόδου του συνδυασμού των τριών μορφών πάλης» δεν ήταν αποτέλεσμα ενός τρόπου μελέτης της εμπειρίας μιας άλλης χώρας με κριτικό τρόπο και της σύνδεσής της, στην πράξη, με τη συγκεκριμένη πραγματικότητα της Ινδονησίας με σκοπό την εκπόνηση μιας επαναστατικής θεωρίας που να αντιστοιχεί στην Ινδονησία. Σε κάθε περίπτωση, δεν είναι μια μέθοδος κατάλληλη για την Ινδονησία. Η ρωσική επανάσταση του 1905, ήταν ο συνδυασμός εργατικών απεργιών, αντιφεουδαρχικής πάλης της αγροτιάς στην επαρχία και ανταρσιών στο στρατό, συνδυασμός όπου οι απεργίες των εργατών ήταν η πρωτοπορία. Η κινεζική επανάσταση επίσης συνδύασε τον αγροτικό επαναστατικό πόλεμο, τη δουλειά στις επαρχίες και τις πόλεις που κατέχονταν από τον εχθρό και τη δουλειά εντός των εχθρικών δυνάμεων, έχοντας ως κύρια μορφή πάλης τον επαναστατικό πόλεμο.
Στην Ινδονησία, αυτές οι «τρεις μορφές πάλης» που έπρεπε να συνδυαστούν, αντί να διεξάγονται με επαναστατικό τρόπο, διεξάγονταν καθεμιά σύμφωνα με τον «ειρηνικό δρόμο». 
Η πάλη των αγροτών ενάντια στην εκμετάλλευση και την καταπίεση από τα φεουδαρχικά κατάλοιπα, αν είχε καθοδηγηθεί σωστά από το Κόμμα, θα έπρεπε να εξελιχτεί στο ανώτατό της επίπεδο: δηλαδή, σε μια αγροτική επανάσταση για την απελευθέρωση των αγροτών από την καταπίεση των μεγαλοκτηματιών τσιφλικάδων. Αυτή η πάλη δεν θα μπορούσε να φέρει την πλήρη νίκη παρά μόνο αν διεξαγόταν ενόπλως και υπό την καθοδήγηση του ΚΚΙ. Όμως η ηγεσία του Κόμματος δεν επικέντρωσε την καθοδηγητική δουλειά της στην όλο και πλατύτερη ανάπτυξη της πάλης των αγροτών και δεν προετοίμασε το Κόμμα για την αντιμετώπιση μιας τέτοιας πιθανότητας.

 indonesia1965 terresottovento.altervista.org

Ενώ οι αγρότες άρχιζαν από μόνοι τους να αναλαμβάνουν τέτοιες δράσεις ενάντια στους ντόπιους μεγαλοτσιφλικάδες, αυτές οι δράσεις, αντί να ενθαρρύνονται, ώστε να αναπτυχθούν σε ένα ανώτερο στάδιο, εκτρέπονταν προς διαφορετικούς προσανατολισμούς και μετασχηματίζονταν σε μια σειρά ενεργειών που δεν κατευθύνονταν εναντίον των μεγαλοτσιφλικάδων, όπως για παράδειγμα το «Κίνημα για μια νέα κουλτούρα», οι «Χίλιες και μία καμπάνιες» για την αύξηση της παραγωγής, η «Καμπάνια για την εξολόθρευση των αρουραίων» κλπ. Προφανώς δεν είναι κακό ένα επαναστατικό αγροτικό κίνημα να διεξάγει καμπάνιες για την αύξηση της παραγωγής, για την εξάλειψη των μαστιγών και για την άνοδο του πολιτιστικού επιπέδου των αγροτών. 
Όμως, όλα αυτά θα έπρεπε να υπηρετούν τον κύριο στόχο του επαναστατικού αγροτικού κινήματος, δηλαδή την αντιφεουδαρχική αγροτική επανάσταση. Επίσης, τέτοιες καμπάνιες δεν θα έπρεπε να υπερεκτιμώνται σε τέτοιο επίπεδο ώστε το αγροτικό επαναστατικό κίνημα να παρεκκλίνει του σωστού προσανατολισμού του και να μετατρέπεται σε ένα ρεφορμιστικό κίνημα.
Στις πόλεις, παρά την αύξηση των μεγάλων χρεώσεων που βάραιναν τη ζωή των εργαζομένων, οι εργατικές δράσεις με πολιτική σημασία σιγά-σιγά εξαλείφτηκαν, γιατί στερούνταν της αντίστοιχης ηγεσίας. Είναι αλήθεια πως οι εργάτες προέβαιναν σε δράσεις, εμφανώς μεγάλες, οι οποίες είχαν μια πολύ μεγάλη πολιτική σημασία, όπως, ιδιαίτερα, την απαλλοτρίωση των επιχειρήσεων που ανήκαν στους ολλανδούς, άγγλους και βέλγους ιμπεριαλιστές. 
Όμως, αυτές οι δράσεις, συγκεκριμένα, δεν ωφελούσαν παρά μόνο μια χούφτα καπιταλιστών και γραφειοκρατών και δεν μπορούσαν σε καμία περίπτωση να βελτιώσουν τις συνθήκες ζωής των άμεσα ενδιαφερόμενων εργαζομένων. 
Επιπροσθέτως, από τότε που η καθοδήγηση του Κόμματος θεωρούσε εθνική περιουσία τις πρώην ιμπεριαλιστικές επιχειρήσεις, που ελέγχονταν πλέον από την κυβέρνηση, οι άλλες εργατικές δράσεις περιορίστηκαν. 
Αντίθετα, οργανώθηκαν απευθείας από τα συνδικάτα ή από τα συμβούλια των επιχειρήσεων υπερβολικά πολλές δράσεις που έβαζαν στόχο την αύξηση της παραγωγής, την αύξηση της αποδοτικότητας της εργασίας στις επιχειρήσεις, την εξοικονόμηση κλπ, δράσεις που δεν βελτίωναν τις συνθήκες ζωής, ούτε βέβαια ανέπτυσσαν το επαναστατικό πνεύμα των εργαζομένων.
Έχοντας αφετηρία την εσφαλμένη ιδέα ότι «οι ένοπλες δυνάμεις της Δημοκρατίας δεν είναι αντιδραστικές δυνάμεις» (Ντ. Ν. Αϊντίτ, Να σηκώσουμε ψηλά τη σημαία της επανάστασης), το πρόβλημα της «δουλειάς μέσα στις εχθρικές δυνάμεις» ερμηνευόταν ως «ένταξη του λαού στα σημαντικά όργανα του Κράτους» ή ως «βάθαιμα των σχέσεων μεταξύ του λαού και των ενόπλων δυνάμεων». 
 Αυτό, πρακτικά, σήμαινε την ενσωμάτωση των καταπιεζόμενων τάξεων στο μηχανισμό καταστολής των καταπιεστριών τάξεων. Ένα λάθος πολύ σοβαρό έγινε δυνατό να διαπραχτεί επειδή η καθοδήγηση του Κόμματος δεν θεωρούσε την ινδονησιακή Δημοκρατία αστικό κράτος. 
Έχανε από την οπτική της την πραγματικότητα ότι οι ένοπλες δυνάμεις της Δημοκρατίας, αυτές καθ’ εαυτές, παρά το γεγονός ότι προέκυψαν από την Επανάσταση του Αυγούστου, είχαν γίνει το όργανο κυριαρχίας στα χέρια των τάξεων που ασκούσαν την κρατική εξουσία, από τότε που η επανάσταση είχε αποτύχει και η κρατική εξουσία είχε πέσει ολοκληρωτικά στα χέρια της αντιδραστικής τάξης. 
Αν δούμε την ταξική τους καταγωγή, ως παιδιά εργατών και αγροτών, οι άνδρες στις τάξεις του στρατού μπορεί, πράγματι, να αποτελούν στοιχεία που θα έπαιρναν το μέρος του λαού. 
Όμως, αυτό δεν θα μπορούσε σε καμία περίπτωση να τροποποιήσει τη στάση του στρατού συνολικά, ως οργάνου του Κράτους, το οποίο εξυπηρετεί τα συμφέροντα των κυρίαρχων τάξεων.
Για την εκπλήρωση αυτής της βαριάς, όμως μεγαλειώδους και ευγενούς ιστορικής αποστολής, για την καθοδήγηση τη λαϊκής επανάστασης εναντίον του ιμπεριαλισμού, της φεουδαρχίας και του γραφειοκρατικού καπιταλισμού, οι ινδονήσιοι μαρξιστές-λενινιστές πρέπει σταθερά να απορρίπτουμε τον ρεβιζιονιστικό «ειρηνικό δρόμο», να απορρίπτουμε τη θεωρία της μεθόδου του συνδυασμού «των τριών μορφών πάλης» και να κρατάμε ψηλά τη σημαία της ένοπλης λαϊκής επανάστασης. 
Ακολουθώντας το παράδειγμα της ένδοξης κινεζικής επανάστασης, οι ινδονήσιοι μαρξιστές-λενινιστές πρέπει να εγκαθιδρύσουμε επαναστατικές εδαφικές βάσεις. Πρέπει «να διαμορφώσουμε τα καθυστερημένα χωριά σε γη πρωτοπόρων και ισχυρών βάσεων, σε μεγάλους στρατιωτικούς, πολιτικούς, οικονομικούς και πολιτιστικούς προμαχώνες της επανάστασης» (Μάο Τσε Τουνγκ, Η κινεζική επανάσταση και το Κομμουνιστικό Κόμμα Κίνας).
Παράλληλα με τη δουλειά για την υλοποίηση αυτού του κεφαλαιώδους σημασίας σημείου, πρέπει εξίσου  να αναπτύσσουμε και άλλες μορφές πάλης: η ένοπλη πάλη δεν θα προοδεύσει ποτέ χωρίς να συντονίζεται με άλλες μορφές πάλης.
Η δεξιά οπορτουνιστική γραμμή που ακολουθούσε η καθοδήγηση του Κόμματος αντανακλάται επίσης στη στάση της έναντι του Κράτους, και συγκεκριμένα του ινδονησιακού κράτους. 
Ο μαρξισμός-λενινισμός μάς δίδαξε ότι «το Κράτος είναι ένα όργανο ταξικής κυριαρχίας, το όργανο καταπίεσης της μιας τάξης από την άλλη», ότι «οι μορφές του αστικού κράτους ποικίλλουν, όμως η ουσία τους είναι η ίδια (…) η δικτατορία της αστικής τάξης» και ότι «η αντικατάσταση του αστικού κράτους από το Κράτος (σ.ΠΓ ΚΚΙ:στην Ινδονησία, από το κράτος της λαϊκής δικτατορίας), είναι αδύνατη χωρίς βίαιη επανάσταση» (Λένιν, Κράτος και Επανάσταση).
Βάσει αυτού του μαρξιστικού-λενινιστικού διδάγματος για το Κράτος, το καθήκον του ΚΚΙ,  μετά την αποτυχία της επανάστασης του Αυγούστου του 1945, θα έπρεπε να είναι η εκπαίδευση της ινδονησιακής εργατικής τάξης και του συνόλου του εργαζόμενου λαού, προκειμένου αυτός να κατανοήσει όσο πιο ξεκάθαρα γίνεται την ταξική φύση του ινδονησιακού κράτους, δηλαδή ότι είναι ένα κράτος αστικής δικτατορίας. Το ΚΚΙ θα έπρεπε να κάνει την εργατική τάξη και τον εργαζόμενο λαό να συνειδητοποιήσουν ότι η πάλη τους για την Απελευθέρωση οδηγούσε αναπόφευκτα στην αναγκαιότητα «αντικατάστασης του αστικού κράτους» από το καθοδηγούμενο από την εργατική τάξη λαϊκό κράτος, μέσω μιας «βίαιης επανάστασης».
Όμως η καθοδήγηση του ΚΚΙ ακολούθησε μια οπορτουνιστική γραμμή, η οποία καλλιεργούσε στο λαό αυταπάτες για την αστική δημοκρατία. Η ανάπτυξη αυτής της οπορτουνιστικής γραμμής αναφορικά με το Κράτος ήταν η ακόλουθη:
Κατά την εφαρμογή της τακτικής πολιτικής του για να προσελκύσει την εθνική αστική τάξη προς το ενιαίο μέτωπο, το ΚΚΙ υποστήριξε την κυβέρνηση Βιλόπο (στις αρχές του 1952) και άλλες κυβερνήσεις στη συνέχεια- με την εξαίρεση της κυβέρνησης Μπουρχανουντίν Χαραχάπ που καθοδηγούταν από το κόμμα Μασιούμι (Συμβούλιο Ινδονησιακών Μουσουλμανικών Ενώσεων)- οι οποίες είχαν ένα πρόγραμμα σχετικά προοδευτικό. Αυτή η πολιτική επέτρεψε στο ΚΚΙ να προσελκύσει την εθνική αστική τάξη στο ενιαίο μέτωπο και να αποφύγει το σχηματισμό αντιδραστικών κυβερνήσεων. 
Όμως αυτό είχε ως συνέπεια το ΚΚΙ να υιοθετήσει πρακτικές που αποτελούσαν εγκατάλειψη της θέσης του ως προλεταριακού κόμματος, το οποίο έπρεπε να υιοθετεί μια ανεξάρτητη στάση απέναντι σε μια αστική κυβέρνηση. Το ΚΚΙ διέπραξε το λάθος να εγκαταλείψει πλήρως το καθήκον του της αποκάλυψης της χρεοκοπίας της αστικής δημοκρατίας. Ακόμα πιο σοβαρό λάθος ήταν το ότι το ΚΚΙ, αντί να αξιοποιεί τις γενικές εκλογές και τον κοινοβουλευτικό αγώνα για την επιτάχυνση της πολιτικής αποσύνθεσης του κοινοβουλευτισμού, ενίσχυε το σύστημα του κοινοβουλευτισμού.
Το ΚΚΙ συμμετείχε στις πρώτες γενικές βουλευτικές εκλογές με ένα πρόγραμμα για το σχηματισμό μιας κυβέρνησης εθνικού συνασπισμού, μια κυβέρνηση ενιαίου μετώπου από όλα τα δημοκρατικά στοιχεία, συμπεριλαμβανομένων των κομμουνιστών. Με ένα τέτοιο πρόγραμμα, το ΚΚΙ διέπραττε το ίδιο λάθος με αυτό των μικροαστών δημοκρατών και των οπορτουνιστών, οι οποίοι, όπως έλεγε ο Λένιν, «μπολιάζουν στο πνεύμα του λαού την ψεύτική ιδέα πως η καθολική ψηφοφορία «σε ένα μοντέρνο κράτος» είναι πραγματικά ικανή να επιβάλει τη θέληση της πλειοψηφίας των εργαζομένων και να εγγυηθεί την υλοποίησή της» (Λένιν, Κράτος και Επανάσταση).
Αυτή η διεκδίκηση του σχηματισμού μιας κυβέρνησης εθνικού συνασπισμού έγινε το τακτικό πρόγραμμα του ΚΚΙ, και ακολούθως έλαβε τη μορφή της διεκδίκησης του σχηματισμού μιας κυβέρνησης συνεργασίας που να έχει το ΝasAKom (Πατριωτισμός-Θρησκεία-Κομμουνισμός) ως πυρήνα. Θέτοντας ως κύρια πολιτική διεκδίκηση το σχηματισμό μιας κυβέρνησης εθνικού συνασπισμού, διέδιδε την αυταπάτη ότι, υπό τη δικτατορία της αστικής τάξης, και ενώ δεν υπήρχε στρατός υπό την καθοδήγηση του Κόμματος, ήταν πιθανό να δημιουργήσουμε μια κυβέρνηση ενιαίου μετώπου αποτελούμενη από όλα τα δημοκρατικά στοιχεία, συμπεριλαμβανομένων των κομμουνιστών, η οποία να ανταποκρίνεται στις λαϊκές απαιτήσεις και η οποία θα διευκόλυνε την εκπλήρωση των στρατηγικών στόχων. Η καμπάνια που διεκδικούσε τη δημιουργίας μιας κυβέρνησης συνεργασίας με κέντρο το Νασακόμ έβαζε στην άκρη την προπαγάνδα για ένα κράτος λαϊκής δημοκρατίας, και εμπόδιζε έτσι την ανάπτυξη της επαναστατικής συνείδησης της εργατικής τάξης και του συνόλου του εργαζόμενου λαού.
Το αποκορύφωμα της παρέκκλισης από μαρξιστικό-λενινιστικό δίδαγμα για το Κράτος ήταν όταν η καθοδήγηση του Κόμματος διατύπωσε τη «θεωρία των δύο πτυχών της κρατικής εξουσίας στη Δημοκρατία της Ινδονησίας».  
Από τη γέννηση αυτής της «θεωρίας των δύο πτυχών» και μετά, το μαρξιστικό-λενινιστικό δίδαγμα δεν γινόταν πλέον σεβαστό, παρά μόνο ωσάν να επρόκειτο για ένα ζήτημα του κράτους γενικά.  Όμως κατά τις συζητήσεις οπού ετίθετο συγκεκριμένα το ζήτημα του κράτους, το μαρξιστικό-λενινιστικό αυτό δίδαγμα εγκαταλειπόταν πλήρως.
Σε αυτή τη «θεωρία των δύο πτυχών», το Κράτος και η κρατική εξουσία γίνονταν αντιληπτά από την ακόλουθη σκοπιά:
«Η οικονομική δομή (βάση) της σημερινής ινδονησιακής κοινωνίας είναι ακόμα αποικιακή και μισοφεουδαρχική. Ωστόσο, ταυτόχρονα, υπάρχει μια πάλη του λαού ενάντια σε αυτό το οικονομικό σύστημα, η πάλη για μια εθνική και δημοκρατική οικονομία» (Ντ.Ν. Αϊντίτ, Να σηκώσουμε ψηλά τη σημαία της επανάστασης).
«Οι πραγματικότητες της βάσης αντανακλώνται εξίσου στο εποικοδόμημα, συμπεριλαμβανομένης της κρατικής εξουσίας, και ειδικότερα στην κυβέρνηση. Οι δυνάμεις που αντιτίθενται στο αποικιακό και φεουδαρχικό οικονομικό σύστημα και οι δυνάμεις που υπερασπίζονται τον ιμπεριαλισμό, τα φεουδαρχικά κατάλοιπα, τον γραφειοκρατικό καπιταλισμό και τον κομπραδόρικο καπιταλισμό, αντανακλώνται και οι δύο στην κρατική εξουσία» (Ντ. Ν. Αϊντίτ, Να σηκώσουμε ψηλά τη σημαία της επανάστασης).
«Η εξουσία του Κράτους της Δημοκρατίας, αν ειδωθεί ως αντίθεση, είναι μια αντίθεση ανάμεσα σε δύο ανταγωνιστικές πτυχές. Η πρώτη πτυχή είναι αυτή που εκπροσωπεί τα συμφέροντα του λαού (εκδηλώνεται από τις προοδευτικές θέσεις και την πολιτική του Προέδρου Σουκάρνο, οι οποίες υποστηρίζονται από το ΚΚΙ και άλλες λαϊκές ομάδες). Η δεύτερη πτυχή είναι αυτή που εκπροσωπούν οι εχθροί του λαού (εκδηλώνεται από τις τοποθετήσεις και την πολιτική των δυνάμεων της δεξιάς και των αντιδραστικών). Η λαϊκή πτυχή έχει καταστεί, τώρα, η κύρια πτυχή και αναλαμβάνει τον ηγετικό ρόλο κατά την άσκηση εξουσίας στη Δημοκρατία» (Ντ.Ν. Αϊντίτ, Να σηκώσουμε ψηλά τη σημαία της επανάστασης).
Η «θεωρία των δύο πτυχών» αποτελεί έκδηλα μια οπορτουνιστική και ρεβιζιονιστική παρέκκλιση, γιατί αρνείται το μαρξιστικό-λενινιστικό δίδαγμα ότι «το κράτος είναι το όργανο άσκησης της εξουσίας από μια ορισμένη τάξη η οποία δεν μπορεί να συμφιλιωθεί με τον αντίποδά του, την τάξη στην οποία αντιτίθεται» (Λένιν, Κράτος και Επανάσταση). Είναι αδιανόητο η Δημοκρατία της Ινδονησίας να μπορεί να κυβερνάται από το λαό και συγχρόνως από τους εχθρούς του λαού.
Κανένας δεν αρνείται ότι, στην κοινωνία της Ινδονησίας, υπάρχουν δυνάμεις που παλεύουν ενάντια στο αποικιακό και μισοφεουδαρχικό οικονομικό σύστημα. 
Είναι η εργατική τάξη, η αγροτιά, η μικροαστική τάξη και, ως ένα συγκεκριμένο σημείο, η εθνική αστική τάξη. 
Όμως είναι λάθος να πιστεύει κανείς πως αυτές οι δυνάμεις έχουν την ίδια αντίληψη για μια «εθνική και δημοκρατική οικονομία». Σε αυτό το σημείο, υπάρχουν δύο διαφορετικές αντιλήψεις, αυτή της εθνικής αστικής τάξης και αυτή του προλεταριάτου. 
Όσο καλλωπισμένη και να είναι με ονόματα όπως «εθνική και δημοκρατική οικονομία», «διευθυνόμενη οικονομία» κλπ, για την εθνική αστική τάξη, αυτή η έννοια δεν σημαίνει τίποτε άλλο παρά την πλήρη ανάπτυξη του καπιταλισμού σε αυτή τη χώρα.
1965-5 novelistinparadise
Η αντίληψη που έχει το προλεταριάτο, αντιθέτως, συνίσταται στη δημιουργία μιας λαϊκής δημοκρατικής οικονομίας, κάτι που σημαίνει την εθνικοποίηση όλου του κεφαλαίου και όλων των επιχειρήσεων που ανήκουν στους ιμπεριαλιστές, τους κομπραδόρους και τους άλλους αντιδραστικούς και τη διανομή των κατασχεμένων εκτάσεων των μεγαλοκτηματιών τσιφλικάδων στους αγρότες. 
Αυτό δεν θα είναι παρά ένα οικονομικό σύστημα μετάβασης προς το σοσιαλισμό, το οποίο δεν θα μπορεί ποτέ να έρθει, παρά μόνο μετά την εγκαθίδρυση της δημοκρατικής δικτατορίας του λαού, δηλαδή, την κοινή εξουσία όλων των αντιϊμπεριαλιστικών και αντιφεουδαρχικών τάξεων υπό την καθοδήγηση του προλεταριάτου. 
Στην οικονομία της λαϊκής δημοκρατίας, «ο σοσιαλιστικός τομέας, δηλαδή οι ζωτικής σημασίας επιχειρήσεις του λαϊκού κράτους, κατέχουν μια θέση κυρίαρχη για όλη την οικονομική ζωή της χώρας».
Πριν την εγκαθίδρυση της εξουσίας της λαϊκής δημοκρατίας, η πάλη του λαού στον οικονομικό τομέα δεν θα μπορεί ποτέ να δημιουργήσει μια οικονομική δομή λαϊκής δημοκρατίας. 
Η ανάκτηση των επιχειρήσεων που ανήκουν στους ιμπεριαλιστές και η ύπαρξη επιχειρήσεων παλαιού τύπου δεν σημαίνει την εμφάνιση  ενός σοσιαλιστικού τομέα στην οικονομία, γιατί οι κρατικές επιχειρήσεις δεν θα ανήκαν στο λαό και δεν θα διευθύνονταν από ένα κράτος λαϊκό, αλλά θα είχαν πέσει στα χέρια των γραφειοκρατών-καπιταλιστών. 
Επίσης, ο Θεμελιώδης Αγροτικός Νόμος δεν μπορούσε σε καμία περίπτωση να απελευθερώσει τους χωρικούς από την καταπίεση και την εκμετάλλευση που ασκούσαν τα φεουδαρχικά κατάλοιπα.
Η αγνόηση των διαφορών μεταξύ της έννοιας που δίνει στην οικονομία η εθνική αστική τάξη και της έννοιας που δίνει στην οικονομία το προλεταριάτο, και η κοινή ένταξη και των δύο μαζί στην έκφραση «εθνική και δημοκρατική οικονομία», χωρίς συζήτηση για την αναγκαιότητα εγκαθίδρυσης πρώτα μιας λαϊκοδημοκρατικής εξουσίας, σήμαινε την εγκατάλειψη της ταξικής θέσης του προλεταριάτου και τη συνθηκολόγηση με την αστική τάξη.
Η γέννηση τέτοιων οικονομικών αντιλήψεων όπως η «Διακήρυξη για την Οικονομία», δεν σήμαινε, προφανώς, ότι οι δυνάμεις της εργατικής τάξης και το σύνολο του εργαζόμενου λαού, που πάλευαν ενάντια στην αποικιακή και μισοφεουδαρχική οικονομία, αντανακλώνταν ήδη στην κρατική εξουσία. 
Τα στοιχεία της λαϊκής δημοκρατίας δεν αναπτύσσονται ποτέ εντός μιας κρατικής εξουσίας που εκπροσωπεί τα συμφέροντα του ιμπεριαλισμού και τα φεουδαρχικά κατάλοιπα.
Εκδηλωνόταν μια αντίθεση εντός της εξουσίας της Δημοκρατίας, και συγκεκριμένα αντιθέσεις μεταξύ, από τη μια, των κομπραδόρικων στοιχείων και των μεγαλοτσιφλικάδων, που εκπροσωπούσαν τα συμφέροντα του ιμπεριαλισμού και τα κατάλοιπα της φεουδαρχίας και, από την άλλη, της εθνικής αστικής τάξης που, ως ένα σημείο, υιοθετούσε μια στάση αντιιμπεριαλιστική και αντιφεουδαρχική. 
Όμως, η στάση της εθνικής αστικής τάξης δεν μπορούσε, με κανένα τρόπο, να θεωρηθεί ότι εκπροσωπούσε τα συμφέροντα του λαού, και για αυτό δεν θα μπορούσε να ονομάζεται «η λαϊκή πτυχή» της κρατικής εξουσίας.
Παρότι ηγετικά στελέχη του Κόμματος αναλάμβαναν συγκεκριμένα πόστα στην κυβέρνηση, τόσο στην κεντρική όσο και την περιφερειακή διοίκηση, αυτό δεν μπορούσε να εκλαμβάνεται ως ποιοτική αλλαγή στην κρατική εξουσία, μετατροπή της πτυχής της εθνικής αστικής τάξης σε λαϊκή πτυχή. 
 Και αυτό γιατί οι ενωμένες δυνάμεις της εθνικής αστικής τάξης και του προλεταριάτου καθοδηγούνταν όχι από το προλεταριάτο αλλά από την εθνική αστική τάξη. 
Η θέση των κομματικών ηγετών στην κυβέρνηση δεν τους έδινε καμία πραγματική εξουσία, ήταν μια πολιτική παραχώρηση από πλευράς εθνικής αστικής τάξης που είχε ανάγκη τη λαϊκή υποστήριξη στην αντιπαράθεσή της με την κομπραδόρικη αστική τάξη και, ως ένα σημείο,  με τους ιμπεριαλιστές επίσης.
Με την υποστήριξη των  λαϊκών μαζών που καθοδηγούνταν από το ΚΚΙ, η εθνική αστική τάξη μπορούσε, εντός κάποιων ορίων, να υποσκάψει τις θέσεις της κομπραδόρικης αστικής τάξης στην κρατική εξουσία. 
Αυτό προέκυψε από μια σειρά μέτρων της κυβέρνησης, όπως την κατάργηση της Συνθήκης της Συνδιάσκεψης της Στρογγυλής Τραπέζης, την απελευθέρωση του Δυτικού Ιριάν, το νόμο για το βασικό αγροτικό νόμο και το νόμο για το διαμοιρασμό των καλλιεργειών, την εκκαθάριση των ενόπλων δυνάμεων από τους αντεπαναστάτες, συμπεριλαμβανομένου του «Ντάρου’λ Ισλάμ» και του «PRRI-Permesta», την αποδοχή του Πολιτικού Μανιφέστου, την Διακήρυξη για την Οικονομία, την αντιιμπεριαλιστική εξωτερική πολιτική κλπ.
Η καθοδήγηση του Κόμματος, που βυθιζόταν στο βούρκο του οπορτουνισμού, υπερεκτίμησε υπερβολικά τις εξελίξεις αυτές, ανακοινώνοντας ότι «η λαϊκή πτυχή κατέστη η κύρια πτυχή και κέρδισε την ηγεμονία στην κρατική εξουσία της Δημοκρατίας». 
 Ήταν σαν να προσέγγιζε ο ινδονησιακός λαός τη γέννηση της λαϊκής εξουσίας. 
Και καθώς θεωρούσαν την εθνική αστική τάξη που βρισκόταν στην κρατική εξουσία ως πραγματικά τη «λαϊκή πτυχή», οι καθοδηγητές του Κόμματος έκαναν τα πάντα για να υπερασπίσουν και να αναπτύξουν αυτή τη «λαϊκή πτυχή». 
Η καθοδήγηση του Κόμματος συνέπιπτε πλήρως με τα συμφέροντα της εθνικής αστικής τάξης.
Είναι ξεκάθαρο ότι η καθοδήγηση του κόμματος εφάρμοσε με υποκειμενικό τρόπο τη θεωρία των αντιθέσεων εντός της κρατικής εξουσίας. Επιπλέον, θεωρώντας την εθνική αστική τάξη ως «τη λαϊκή πτυχή» της κρατικής εξουσίας της Δημοκρατίας και τον πρόεδρο Σουκάρνο ως τον ηγέτη αυτής της πτυχής, η καθοδήγηση του Κόμματος λανθασμένα αναγνώριζε ότι η εθνική αστική τάξη ήταν σε θέση να ηγηθεί της δημοκρατικής επανάστασης νέου τύπου. Αυτό ήταν αντίθετο στους ιστορικούς νόμους και τα ιστορικά γεγονότα.
Η καθοδήγηση του Κόμματος διακήρυξε ότι «η θεωρία των δύο πτυχών» ήταν εντελώς διαφορετική από τη θεωρία των «δομικών μεταρρυθμίσεων» που ανέπτυσσε η καθοδήγηση του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος. 
(Η καθοδήγηση του ΚΚ Ιταλίας ισχυριζόταν ότι η δικτατορία του προλεταριάτου στην Ιταλία μπορεί  να εγκαθιδρυθεί όχι από μια προλεταριακή επανάσταση που θα κατέστρεφε τον αστικό κρατικό  μηχανισμό, αλλά από βαθμιαίες μεταρρυθμίσεις της κρατικής δομής με τη χρήση του ιταλικού Συντάγματος και με τον κοινοβουλευτικό δρόμο). 
Ωστόσο, γεγονός είναι πως, τόσο σε θεωρητικό επίπεδο όσο και στη βάση της πραγματικότητας, δεν υπάρχει διαφορά μεταξύ των δύο αυτών θεωριών. 
Και οι δύο έχουν ως αφετηρία τον «ειρηνικό δρόμο» προς το σοσιαλισμό. 
Και οι δύο ονειρεύονται έναν σταδιακό μετασχηματισμό στον εσωτερικό συσχετισμό δύναμης εντός της κρατικής εξουσίας. 
Και οι δύο απορρίπτουν το δρόμο της επανάστασης και τέλος, και οι δύο είναι ρεβιζιονιστικές στην ψυχή.
Η αντεπαναστατική «θεωρία των δύο πτυχών» αποκαλύφτηκε ανοιχτά με τον ισχυρισμό ότι «η πάλη του ΚΚΙ όσον αφορά στην κρατική εξουσία έχει στόχο να προωθήσει τη φιλολαϊκή πτυχή ώστε να την κάνει μεγαλύτερη και κυρίαρχη, και να απομακρύνει τις αντιλαϊκές δυνάμεις από την κρατική εξουσία» (Ντ.Ν.Αϊντίτ, Να σηκώσουμε ψηλά τη σημαία της επανάστασης).
cribbford indonesia-digest.net
Η καθοδήγηση του Κόμματος είχε μάλιστα βρει και ένα όνομα για να χαρακτηρίζει αυτό τον αντεπαναστατικό δρόμο. 
Τον αποκαλούσε το δρόμο της «επανάστασης από τα πάνω και από τα κάτω». Λέγοντας «επανάσταση από τα πάνω», εννοούσε ότι το ΚΚΙ «όφειλε να ενθαρρύνει την κρατική εξουσία να κάνει επαναστατικά βήματα, προκειμένου να επιφέρει τις επιθυμητές αλλαγές στο προσωπικό των κρατικών οργανισμών». Και λέγοντας «επανάσταση από τα κάτω», εννοούσε ότι το ΚΚΙ «πρέπει να αφυπνίζει, να οργανώνει και να κινητοποιεί το λαό για την υλοποίηση των ίδιων αλλαγών» (Ντ.Ν. Αϊντίτ, Να σηκώσουμε ψηλά τη σημαία της επανάστασης).
Ορίστε, στην πράξη, μια τέλεια αυταπάτη! Ό,τι ακολούθησε, δεν δίδαξε σε τίποτα την ηγεσία του Κόμματος: 8 χρόνια μετά από αυτές τις ανακοινώσεις, η ιδέα για σχηματισμό από τον πρόεδρο Σουκάρνο μιας κυβέρνησης συνεργασίας (ο παλιός τύπος κυβέρνησης εθνικής συμμαχίας), δεν είχε γίνει πραγματικότητα. Δεν υπήρχε το παραμικρό σημάδι που επέτρεπε να πιστεύει κανείς ότι θα γίνει κάποτε, παρά την επιμονή με την οποία αυτό διακηρυσσόταν. Φυσικά, ούτε λόγος για αλλαγές στην κρατική εξουσία..
Είναι αλήθεια ότι ο Λένιν είχε μιλήσει κάποτε για δυνατότητες «δράσεων από τα πάνω», δηλαδή, όταν υπήρχε μια πιθανότητα να πάρει μέρος σε μια προσωρινή επαναστατική κυβέρνηση, την παραμονή της ρωσικής επανάστασης του 1905. Τότε, είχε ξεκινήσει η περίοδος των πολιτικών εξεγέρσεων και της επανάστασης. Αν δεν υπήρχε η δυνατότητα δράσης από τα πάνω, σύμφωνα με το Λένιν, θα έπρεπε να ασκηθεί μια πίεση από τα κάτω και, προς τούτο το σκοπό, το προλεταριάτο έπρεπε να εξοπλιστεί. Υπήρχε έκδηλα μια μεγάλη διαφορά μεταξύ της κατάστασης που περιέγραφε ο Λένιν, όπου υπήρχαν οι συνθήκες για τη δυνατότητα «δράσης από τα πάνω» όπως και οι συνθήκες για «δράσεις από τα κάτω», και της κατάστασης, των συνθηκών που υπήρχαν στην Ινδονησία «για μια επανάσταση από τα πάνω και από τα κάτω» που επιθυμούσε η ηγεσία του ΚΚΙ. Στην πρώτη περίπτωση, επρόκειτο για μια επαναστατική κατάσταση, ενώ στη δεύτερη, για σχετικά ειρηνικές συνθήκες. Επιπλέον, στην προηγούμενη περίπτωση, η ιδέα αυτή προωθούταν από μια οπορτουνιστική σκοπιά.
Η θεωρία των δύο πτυχών είναι παρόμοια με την παρέκκλιση του Κάουτσκι από το μαρξιστικό δίδαγμα για το Κράτος. Στη θεωρία, ο Κάουτσκι δεν αρνούταν ότι το κράτος είναι ένα όργανο ταξικής κυριαρχίας. Όμως έχανε από την οπτική του και σιωπούσε για το ότι «η απελευθέρωση της καταπιεσμένης τάξης είναι ανέφικτη, όχι μόνο χωρίς βίαιη επανάσταση, αλλά και χωρίς την καταστροφή του κρατικού μηχανισμού που δημιούργησε η άρχουσα τάξη (…)» (Λένιν, Κράτος και Επανάσταση).
Για να ξεπλυθεί από τον οπορτουνιστικό βούρκο, το Κόμμα μας πρέπει να απαλλαγεί από αυτή τη «θεωρία των δύο πτυχών της κρατικής εξουσίας» και να αποκαταστήσει το μαρξιστικό-λενινιστικό δίδαγμα για το κράτος και την επανάσταση.
***
Ένα από τα πιο σοβαρά λάθη που επικρίθηκαν στην απόφαση για το «Νέο Δρόμο» ήταν η παραμέληση της επιδίωξης ενός ενιαίου εθνικού μετώπου κατά την επανάσταση του Αυγούστου του 1945. Οι κομμουνιστές είχαν αμελήσει να δημιουργήσουν ένα ενιαίο εθνικό μέτωπο ως όπλο κατά την εθνική επανάσταση εναντίον του ιμπεριαλισμού. (Βλ. Ο Νέος Δρόμος για τη Δημοκρατία της Ινδονησίας, Απόφαση του Πολιτικού Γραφείου της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΙ, Αύγουστος 1948).
Μετά το 1951, το ζήτημα της δημιουργίας ενός ενιαίου εθνικού μετώπου κρίθηκε ως ένα από τα σημαντικότερα καθήκοντα του Κόμματος. 
Το 5ο Εθνικό Συνέδριο του ΚΚΙ προχωρούσε περαιτέρω, αποφασίζοντας πως η σύσταση ενός ενιαίου εθνικού μετώπου ήταν το πρωταρχικό και πιο επιτακτικό καθήκον του Κόμματος. 
Αυτή η γραμμή διατηρήθηκε από το 6ο Εθνικό Συνέδριο του Κόμματος και αργότερα. 
Το ενιαίο εθνικό μέτωπο έγινε προμετωπίδα της «Γενικής Γραμμής» του Κόμματος και κατέστη μια εκ των τριών σημαιών του Κόμματος. 
Όλα αυτά δείχνουν πώς η καθοδήγηση του Κόμματος εννοούσε το εθνικό μέτωπο. Αφού το αγνόησε στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’40, μετά υπέπεσε σε μια άλλη ακρότητα, θεωρώντας το ενιαίο εθνικό μέτωπο ως το νο.1 πρόβλημα.
Το 5ο Εθνικό Συνέδριο του Κόμματος θεωρητικά αποφάσισε για την ουσία του προβλήματος του ενιαίου εθνικού μετώπου. Καθόρισε πως η συμμαχία των εργατών και των αγροτών συνιστούσε τη βάση του ενιαίου εθνικού μετώπου. 
Αναφορικά με την εθνική αστική τάξη, συνήγε το δίδαγμα, βασισμένο στην εμπειρία που αποκτήθηκε κατά την επανάσταση του Αυγούστου, ότι αυτή η τάξη έχει ασταθή χαρακτήρα. 
Σε μια δεδομένη κατάσταση, η εθνική αστική τάξη πήρε μέρος στην επανάσταση και την υποστήριξε, ενώ σε μια κατάσταση διαφορετική, βάδισε στο πλευρό της κομπραδόρικης αστικής τάξης για να επιτεθεί στις κινητήριες δυνάμεις της επανάστασης και πρόδωσε την επανάσταση (όπως το δείχνει η δράση της κατά την Προβοκάτσια του Μαντιούν και το γεγονός ότι αποδέχτηκε τη Συνθήκη της Συνδιάσκεψης Στρογγυλής Τραπέζης).
Βασιζόμενο σε αυτό τον ασταθή χαρακτήρα της εθνικής αστικής τάξης, το 5ο Εθνικό Συνέδριο του Κόμματος καθόρισε τη στάση που θα έπρεπε να πάρει το ΚΚΙ, δηλαδή, να κάνει σταθερές προσπάθειες για να κερδίσει την εθνική αστική τάξη στο πλευρό της επανάστασης, πάντοτε λαμβάνοντας υπόψη ότι αυτή θα μπορούσε να προδώσει την επανάσταση. Το ΚΚΙ έπρεπε να ακολουθήσει την πολιτική ενότητας και πάλης αναφορικά με την εθνική αστική τάξη.
indo_communist_wide-84ada7254c21d27023453a7ec8c94ab38669a30e-s900-c85 media.npr.org
Ωστόσο, επειδή η ιδεολογία του υποκειμενισμού στο Κόμμα, και ειδικότερα στην καθοδήγηση του Κόμματος, δεν είχε ποτέ εξαλειφτεί, το Κόμμα υπέπιπτε σε όλο και σοβαρότερα λάθη, σε τέτοιο βαθμό που έχασε την ανεξαρτησία του στο ενιαίο μέτωπο με την εθνική αστική τάξη. Αυτό το λάθος προκάλεσε μια τέτοια κατάσταση, που το Κόμμα και το προλεταριάτο τέθηκαν υπό την εξάρτηση της εθνικής αστικής τάξης.
Η διαδικασία εξέλιξης των λαθών κατά την πραγματοποίηση του ενιαίου εθνικού μετώπου μπορεί,  εν συντομία, να παρατεθεί ως ακολούθως:
Κατά την πορεία ανασύστασης του Κόμματος το 1951, έγιναν ταυτόχρονα προσπάθειες για να κερδηθεί η εθνική αστική τάξη στο πλευρό του λαού. 
Αξιοποιώντας τις αντιθέσεις μεταξύ της κομπραδόρικης και της εθνικής αστικής τάξης, το Κόμμα κατάφερε βαθμιαία να τραβήξει την εθνική αστική τάξη στο πλευρό του λαού. 
Αυτή η διαδικασία είχε ξεκινήσει κατά τη διάρκεια του αγώνα εναντίον της επίθεσης του Αυγούστου που είχε ξεκινήσει η κυβέρνηση Σουκιμάν- και για την αντικατάσταση αυτής της κυβέρνησης. 
Αυτός ο αγώνας ήταν νικηφόρος και σχηματίστηκε η κυβέρνηση Βιλόπο. Σε αυτό το σημείο, και κατά τα επόμενα χρόνια, το Κόμμα παρέμενε αδύναμο, και η συμμαχία των εργατών με τους αγρότες δεν είχε ακόμα σχηματιστεί. 
Έτσι, το ενιαίο μέτωπο με την εθνική αστική τάξη δεν είχε ακόμα σχηματιστεί, και δεν είχε ακόμα μεγαλώσει σε ισχυρά θεμέλια, δηλαδή, πάνω στη συμμαχία της εργατικής τάξης και της αγροτικής τάξης υπό την καθοδήγηση της εργατικής τάξης.
Η καθοδήγηση του Κόμματος υπερεκτίμησε σε τρομακτικό βαθμό την ίδρυση ενιαίου μετώπου με την εθνική αστική τάξη και θεωρούσε πως αυτή «δημιουργούσε δυνατότητες για την ανάπτυξη και την οικοδόμηση του Κόμματος και για την υλοποίηση των άμεσων καθηκόντων του Κόμματος, δηλαδή, το σχηματισμό της συμμαχίας μεταξύ εργατικής και αγροτικής τάξης εναντίον της φεουδαρχίας» (Ντ.Ν.Αϊντίτ, Διδάγματα της ιστορίας του ΚΚΙ, Λόγος κατά την 40ή επέτειο από την ίδρυση του ΚΚΙ). 
Αυτή η εκτίμηση προκάλεσε το συμπέρασμα πως η επιδίωξη για ένα ενιαίο εθνικό μέτωπο ήταν το πρώτο και το πιο επιτακτικό καθήκον του ΚΚΙ.
Αυτή η διατύπωση έδειχνε ξεκάθαρα πως με το ενιαίο εθνικό μέτωπο, η καθοδήγηση του Κόμματος έβαζε σε πρώτο πλάνο, και πριν από οτιδήποτε άλλο, το ενιαίο εθνικό μέτωπο με την εθνική αστική τάξη.
Αφού η ισχυρή συμμαχία της εργατικής τάξης και της αγροτικής τάξης δεν είχε ακόμα σχηματιστεί, γιατί το ενιαίο μέτωπο με την εθνική αστική τάξη θα μπορούσε να διατηρηθεί; Υπήρχαν για αυτό δύο λόγοι. 
Πρώτον, επειδή η εθνική αστική τάξη, ευρισκόμενη σε αντίθεση με την κομπραδόρικη, είχε ανάγκη την υποστήριξη της εργατικής τάξης. 
Δεύτερον, επειδή το κόμμα έδινε την απαραίτητη υποστήριξη, χωρίς να προκαλεί στην εθνική αστική τάξη την ανησυχία ότι η θέση της, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, απειλούταν.
Η δημιουργία του ενιαίου μετώπου με την εθνική αστική τάξη κατέληξε στο σχηματισμό αυτών των κυβερνήσεων που, μέχρις ενός σημείου, ακολούθησαν μια αντιιμπεριαλιστική πολιτική και παραχώρησαν μια ορισμένη ελευθερία δράσης στο ΚΚΙ και τις επαναστατικές μαζικές οργανώσεις. 
Αναμφίβολα, αυτή η κατάσταση ήταν η πλέον ευνοϊκή για τη δουλειά ενίσχυσης του Κόμματος, ιδιαίτερα στην επαρχία, ώστε να δημιουργηθεί η συμμαχία εργατών-αγροτών. 
Επιπλέον, η εκπόνηση του επαναστατικού αγροτικού προγράμματος παρείχε το απαραίτητο πολιτικό προαπαιτούμενο ώστε να σχηματιστεί η συμμαχία μεταξύ εργατικής τάξης και αγροτιάς.
Ωστόσο, στην πορεία της συνεργασίας με την εθνική αστική τάξη, οι ιδεολογικές αδυναμίες του Κόμματος αυξήθηκαν, και επηρεάστηκε από την αστική ιδεολογία κατά τη διάρκεια αυτής της συνεργασίας. 
Η αύξηση των ιδεολογικών αδυναμιών του Κόμματος βαθμιαία του στέρησαν την ανεξαρτησία του στο ενιαίο μέτωπο με την εθνική αστική τάξη. 
Το Κόμμα έκανε υπερβολικά πολλές παραχωρήσεις στην εθνική αστική τάξη και έχασε τον ανεξάρτητο καθοδηγητικό του ρόλο.
Η εκτίμηση του ρόλου του Σουκάρνο και η στάση της καθοδήγησης του Κόμματος απέναντί του συνιστούν μια εκδήλωση αυτής της απώλειας ανεξαρτησίας στο ενιαίο μέτωπο με την εθνική αστική τάξη. 
Η καθοδήγηση του Κόμματος δεν υιοθέτησε μια ανεξάρτητη στάση έναντι του Σουκάρνο. 
 Πάντοτε απέφευγε τη σύγκρουση με το Σουκάρνο και, αντιθέτως, υποεκτιμούσε σοβαρά τις συνέπειες και τις δυνατότητες ενότητας μεταξύ Κόμματος και Σουκάρνο. 
Ο λαός έβλεπε ότι δεν υπήρχε κανένα πολιτικό μέτρο που να μην υποστηριζόταν από το Κόμμα. 
Η καθοδήγηση του Κόμματος έφτασε μέχρι και στο να αποδεχτεί, χωρίς την παραμικρή πάλη, να αναγνωρίσει το Σουκάρνο ως το «μεγάλο καθοδηγητή της επανάστασης» και τον ηγέτη της «λαϊκής πτυχής» της κρατικής εξουσίας της Δημοκρατίας. 
Σε πλήθος άρθρων και λόγων, οι καθοδηγητές του Κόμματος συχνά έλεγαν πως η  πάλη του ΚΚΙ βασιζόταν όχι μόνο στο μαρξισμό-λενινισμό, αλλά επίσης και στη «διδασκαλία του Σουκάρνο», ότι αν το ΚΚΙ έκανε γρήγορες προόδους, ήταν επειδή έθετε σε εφαρμογή την ιδέα του Σουκάρνο για την ενότητα του Νασακόμ κλπ. Έφτασε μέχρι και στο να πει ότι το σύστημα της λαϊκής δημοκρατίας στην Ινδονησία συνάδει με τις βασικές ιδέες του Σουκάρνο, όπως αυτές εκφράστηκαν στους Λόγους του, Η γέννηση του Pantjasila[σ.parapoda:Pantjasila:οι 5 πυλώνες της “Εθνικής Ιδεολογίας” της Ινδονησίας:1)απόλυτη ενότητα θεού-ανθρώπου, 2)ανθρωπισμός, 3)εθνική ενότητα, 4)δημοκρατία, 5)κοινωνική δικαιοσύνη] (βλ. Ντ.Ν. Αϊντίτ, Εισήγηση στην 4η Ολομέλεια της ΚΕ του 5ου Συνεδρίου). 
Η καθοδήγηση του Κόμματος, επομένως, δεν δίδασκε την εργατική τάξη και το σύνολο του εργαζόμενου λαού ότι η καθοδήγηση της επανάστασης έπρεπε να παραμένει στα χέρια του προλεταριάτου και του Κόμματός του, του ΚΚΙ.
Η καθοδήγηση του ΚΚΙ καυχιόταν ότι η γέννηση του Πολιτικού Μανιφέστου σήμαινε ότι η σταθερή πάλη του ινδονησιακού  λαού, που καθοδηγούταν από το ΚΚΙ, είχε επιτύχει να κάνει τις ευρείες μάζες να αναγνωρίσουν την ορθότητα του προγράμματος του ΚΚΙ, με τέτοιο τρόπό που «η υλοποίηση του Πολιτικού Μανιφέστου με τρόπο συνεπή , είναι το ίδιο πράγμα με την υλοποίηση του προγράμματος του ΚΚΙ» (Ντ. Ν. Αϊντίτ, Να σηκώσουμε ψηλά τη σημαία της Επανάστασης).
Η δημιουργία του κοινού προγράμματος για το ενιαίο μέτωπο είναι, στην πραγματικότητα, ένα καλό πράγμα και, από αυτή την άποψη, η γέννηση του Πολιτικού Μανιφέστου, επίσης, ήταν ένα καλό πράγμα γιατί, ως ένα ορισμένο σημείο, αυτό μπορούσε να χρησιμεύσει στο να ενώσει τη σκέψη των διαφόρων αντιιμπεριαλιστικών τάξεων και ομάδων, αναφορικά με ορισμένα σημεία προβλημάτων της ινδονησιακής επανάστασης. 
Παρ’ όλα αυτά, δεν είναι αλήθεια ότι η γέννηση του Πολιτικού Μανιφέστου και η περαιτέρω ανάπτυξή του σήμαινε ότι οι ευρείες μάζες είχαν αναγνωρίσει την ορθότητα του προγράμματος του ΚΚΙ, ακριβώς επειδή μόνο μερικά σημεία του προγράμματος του Κόμματος ήταν κοινά με το Πολιτικό Μανιφέστο.
Οι κομμουνιστές δεν πρέπει να είναι αφελείς και να θεωρούν πως οι άλλες τάξεις, οι οποίες δεν ανήκουν στις κινητήριες δυνάμεις της επανάστασης, θα μπορούσαν εύκολα να αποδεχτούν το πρόγραμμα του ΚΚΙ. Αυτές δέχτηκαν μόνο τα σημεία του προγράμματος τακτικής του Κόμματος που δεν έθιγαν τα ιδιαίτερα συμφέροντά τους, ενώ απέρριπταν τα αντιτιθέμενα στα συμφέροντά τους σημεία, όπως για τον καθοδηγητικό ρόλο της εργατικής τάξης, για την επαναστατική αγροτική μεταρρύθμιση κλπ.
Αναφορικά με τα σημεία του προγράμματος του Κόμματος που αποδέχονταν, δεν υπήρχε εγγύηση ότι αυτά θα υλοποιούνταν. Αναμένοντας, οι αντιδραστικοί που κατείχαν μια κυρίαρχη θέση στην κρατική εξουσία, είχαν υποκριτικά αποδεχτεί το πολιτικό μανιφέστο, σε μια προσπάθεια να βρεθούν σε κυρίαρχη θέση. 
Να γιατί, όσο συνεπής και να ήταν η εφαρμογή του Πολιτικού Μανιφέστου, αυτό δεν μπορούσε ποτέ να είναι το ίδιο με το πρόγραμμα του ΚΚΙ. Συνεπώς, το να λέει κάποιος πως η υλοποίηση του Πολιτικού Μανιφέστου σήμαινε εφαρμογή του προγράμματος του ΚΚΙ, αυτό μπορούσε μόνο να σημαίνει πως δεν ήταν το πρόγραμμα του ΚΚΙ που είχε γίνει αποδεκτό από την αστική τάξη, αλλά το αντίθετο, δηλαδή, ότι το πρόγραμμα της εθνικής αστικής τάξης είχε γίνει αποδεκτό από το ΚΚΙ, και αυτό έπρεπε να αντικαταστήσει το πρόγραμμα του ΚΚΙ.
Η εγκατάλειψη των αρχών στο ενιαίο μέτωπο με την εθνική αστική τάξη προχώρησε περαιτέρω, με την υιοθέτηση της λεγόμενης «Γενικής Γραμμής της Ινδονησιακής Επανάστασης» που διατυπώθηκε με τον ακόλουθο τρόπο: «Με το εθνικό μέτωπο, έχοντας τους εργάτες και τους αγρότες ως στηρίγματα, το Νασακόμ στον πυρήνα και το Pantjasila ως ιδεολογική βάση, για την ολοκλήρωση της εθνικής δημοκρατικής επανάστασης ώστε να βαδίσουμε προς τον ινδονησιακό σοσιαλισμό» (Ντ.Ν. Αϊντίτ, Εισήγηση στην 4η Ολομέλεια της ΚΕ του 5ου Συνεδρίου, Μάης 1956). Αυτή η λεγόμενη «Γενική γραμμή της ινδονησιακής επανάστασης» δεν είχε το παραμικρό ίχνος επανάστασης. 
Από τις τρεις προϋποθέσεις που πρέπει να υπάρχουν για να νικήσει η επανάσταση, δηλαδή, ένα ισχυρό μαρξιστικό-λενινιστικό κόμμα, ένας λαϊκός ένοπλος αγώνας υπό την καθοδήγηση του Κόμματος, και ένα ενιαίο μέτωπο, μόνο το ενιαίο μέτωπο υπήρχε. 
Όμως και για αυτό, δεν επρόκειτο περί ενός επαναστατικού ενιαίου μετώπου, γιατί δεν καθοδηγούταν από την εργατική τάξη, ούτε βασιζόταν στη συμμαχία της εργατικής τάξης και της αγροτιάς υπό την καθοδήγηση της εργατικής τάξης, αλλά, στην πραγματικότητα, συνέβαινε το αντίθετο, δηλαδή ήταν βασισμένη στο Νασακόμ. Διατυπωνόταν ο ισχυρισμός ότι «χωρίς το Νασακόμ στο κέντρο, το ενιαίο εθνικό μέτωπο θα είναι ένας δρόμος χωρίς άξονα, απολύτως ανίκανος να στρίψει» (Ντ.Ν.Αϊντίτ, Γενική Εισήγηση στο 7ο (έκτακτο) Πανεθνικό Συνέδριο του ΚΚΙ, 1962).
Η καθοδήγηση του ΚΚΙ έλεγε ότι «το σύνθημα της εθνικής συνεργασίας με το Νασακόμ στο κέντρο δεν θα μπορούσε σε καμία περίπτωση να θολώσει το ταξικό περιεχόμενο του ενιαίου εθνικού μετώπου» (Ντ.Ν.Αϊντιτ, Να σηκώσουμε ψηλά τη σημαία της επανάστασης). 
Αυτή η διατύπωση είναι λάθος, γιατί αγνοεί το ρόλο του κόμματος της εργατικής τάξης, και των άλλων πολιτικών κόμματων στο Νασακόμ, που εκπροσωπούν κυρίως τα συμφέροντα της εθνικής αστικής τάξης, τους κομπραδόρους, τους γραφειοκράτες καπιταλιστές και τους μεγαλοκτηματίες. 
Μετά την απαγόρευση των κομπραδόρικων κομμάτων, όπως το Μασιούμι και το ΣΚΙ, οι κομπραδόροι και οι μεγαλοκτηματίες πάντοτε επεδίωκαν να μπουν σε άλλα πολιτικά κόμματα και οργανώσεις εθνικιστικού ή θρησκευτικού χαρακτήρα.
Επομένως, το ταξικό περιεχόμενο του Νασακόμ ήταν η εργατική τάξη, η εθνική αστική τάξη και ακόμα και στοιχεία κομπραδόρικα, καπιταλιστές, γραφειοκράτες και μεγαλοκτηματίες. 
Προφανώς, το να βάζει κανείς στο κέντρο το Νασακόμ, σήμαινε όχι μόνο να θολώνει το ταξικό περιεχόμενο του ενιαίου εθνικού μετώπου, αλλά ακόμα και να αλλάζει ριζικά τη σημασία του ενιαίου εθνικού μετώπου, δίνοντάς του τη σημασία μιας συμμαχίας της εργατικής τάξης με όλες τις άλλες τάξεις της χώρας, συμπεριλαμβανομένων και των αντιδραστικών τάξεων, δίνοντάς του, επομένως, το νόημα μιας ταξικής συνεργασίας.
Αυτό το λάθος πρέπει να διορθωθεί. 
Το Κόμμα πρέπει να πετάξει στον κάλαθο των αχρήστων την εσφαλμένη «Γενική Γραμμή της ινδονησιακής επανάστασης» και να επανέλθει στη σωστή αντίληψη περί ενός επαναστατικού ενιαίου εθνικού μετώπου, το οποίο να βασίζεται στη συμμαχία των εργατών και των αγροτών υπό την καθοδήγηση της εργατικής τάξης.
Η εγκατάλειψη των αρχών στο ενιαίο μέτωπο με την εθνική αστική τάξη ήταν επίσης το αποτέλεσμα της ανικανότητας του Κόμματος να κάνει μια αντικειμενική και σωστή ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης. 
Στο άρθρο «Η Ινδονησιακή κοινωνία και η ινδονησιακή επανάσταση» (που υιοθετήθηκε από την 5η Ολομέλεια της ΚΕ του 5ου Εθνικού Συνεδρίου τον Ιούλη του 1957, ως κείμενο για τις κομματικές σχολές), λέγεται πως η ανατροπή του ιμπεριαλισμού ήταν το πρώτο από τα δύο επιτακτικότερα καθήκοντα, την ανατροπή του ιμπεριαλισμού και την εξάλειψη των υπολειμμάτων της φεουδαρχίας. 
Βρίσκουμε διάφορες παραλλαγές αυτού του θέματος σε άλλα κείμενα του Κόμματος, όπως ότι «η αιχμή του δόρατος πρέπει να κατευθύνεται εναντίον του κύριου εχθρού, του ιμπεριαλισμού» (Ντ.Ν. Αϊντίτ, Λόγος στην 1η Εθνική Συνδιάσκεψη του Κόμματος για τη δουλειά στους αγρότες), ή επίσης ότι «Σήμερα, η κύρια αντίθεση στην Ινδονησία είναι μεταξύ του ινδονησιακού λαού, από τη μια, και των ιμπεριαλιστών, από την άλλη» (Ντ.Ν. Αϊντίτ, Να σηκώσουμε ψηλά τη σημαία της επανάστασης). Από τέτοιες απόψεις στη συγκεκριμένη κατάσταση παρήγαν ένα σύνθημα όπως «να υποτάξουμε τα ταξικά συμφέροντα στα εθνικά συμφέροντα» (Ντ.Ν. Αϊντίτ, Εισήγηση στη 2η Ολομέλεια της ΚΕ του 6ου Συνεδρίου).  
Αυτό ήταν μια δογματική αντιγραφή του σωστού συνθήματος του Κινέζικου Κομμουνιστικού Κόμματος που τέθηκε για την κινητοποίηση για την αντίσταση ενάντια στην επίθεση των ιαπώνων ιμπεριαλιστών.
Αυτό το λάθος κατέστησε ανέφικτη για το Κόμμα την οικοδόμηση μιας ισχυρής και σταθερής συμμαχίας μεταξύ εργατών και αγροτών, παρότι είχε μεγαλώσει η επιρροή του Κόμματος στις αγροτικές περιοχές. 
Κι αυτό επειδή, υπό το εσφαλμένο σύνθημα «η νίκη επί του ιμπεριαλισμού συνιστά το πρωταρχικό καθήκον», όλες οι αντιθέσεις μεταξύ των τάξεων στο εσωτερικό της χώρας, συμπεριλαμβανομένων των αντιθέσεων μεταξύ των μεγαλοκτηματιών και των αγροτών έπρεπε να υποταχθούν στην «κύρια αντίθεση (…) την αντίθεση μεταξύ του ινδονησιακού λαού και των ιμπεριαλιστών».
Μετά την αποτυχία της επανάστασης του Αυγούστου 1945, εκτός του Δυτικού Ιριάν, οι ιμπεριαλιστές δεν κατείχαν ποτέ απ’ευθείας την πολιτική εξουσία στην Ινδονησία. Στην Ινδονησία, η πολιτική εξουσία ήταν στα χέρια των κομπραδόρων και των μεγαλοκτηματιών που εκπροσωπούσαν τα συμφέροντα του ιμπεριαλισμού και τα φεουδαρχικά κατάλοιπα. Επιπλέον, δεν υπήρχε καμία ιμπεριαλιστική επίθεση εναντίον της Ινδονησίας. Το πρωταρχικό καθήκον της ινδονησιακής επανάστασης τη σημερινή εποχή είναι η ανατροπή της κυριαρχίας των αντιδραστικών τάξεων στο εσωτερικό της χώρας, τάξεων που εκπροσωπούν επίσης τα συμφέροντα των ιμπεριαλιστών, και συγκεκριμένα του αμερικανικού ιμπεριαλισμού. Μόνο όταν υλοποιηθεί αυτό το καθήκον μπορεί να επιτευχθεί η πραγματική εξάλειψη του ιμπεριαλισμού και των υπολειμμάτων της φεουδαρχίας.
actofkllng01
Η διόρθωση των λαθών που έκανε το Κόμμα στο ενιαίο μέτωπο με την εθνική αστική τάξη, δεν σημαίνει επ’ ουδενί ότι το Κόμμα δεν πρέπει να ενώνεται με αυτή την τάξη. 
Για όσο η δομή της οικονομίας της Ινδονησίας παραμένει αποικιακή και μισοφεουδαρχική στη φύση της, θα υπάρχουν πάντοτε διάφορα στρώματα της αστικής τάξης που θα υφίστανται καταπίεση από τον ιμπεριαλισμό και από τα φεουδαρχικά κατάλοιπα. 
Αυτά τα στρώματα της αστικής τάξης αποτελούν την εθνική αστική τάξη που, ως ένα ορισμένο σημείο, αντιτίθεται στον ιμπεριαλισμό και τα φεουδαρχικά κατάλοιπα. 
Στη βάση της συμμαχίας εργατών-αγροτών που θα βρίσκεται υπό την καθοδήγηση της εργατικής τάξης, το Κόμμα μας πρέπει να δουλέψει για να κερδίσει την εθνική αστική τάξη στο πλευρό της επανάστασης.
Αυτά ήταν τα κύρια λάθη δεξιού οπορτουνισμού στον πολιτικό τομέα που διέπραξε το ΚΚΙ τα οποία εξελίχτηκαν σε ρεβιζιονισμό, και έφτασαν στο απόγειό τους την παραμονή των γεγονότων της 30ής Σεπτέμβρη. Καθώς η δεξιά παρέκκλιση γενικευόταν και ολοκληρωνόταν, δημιουργήθηκε μια άλλη, διαμετρικά αντίθετη τάση, η «αριστερίστικη» τάση. Αυτή χαρακτηριζόταν από μια υπερεκτίμηση της δύναμης του Κόμματος, της εργατικής τάξης και του συνόλου του εργαζόμενου λαού, μια υπερβολική εκτίμηση των αποτελεσμάτων της λαϊκής πάλης και μια υποεκτίμηση της δύναμης των αντιδραστικών.
Η πολιτική κατάσταση στη χώρα την εποχή εκείνη άρχισε, στην πραγματικότητα, να αποκαλύπτει την ύπαρξη τάσεων. 
Πολιτικές νίκες άρχιζαν να επιστεγάζουν δράσεις που ξεκινούσε ο λαός, όπως το μποϊκοτάζ στις αμερικανικές ταινίες, η εκδίωξη της αμερικανικής «Στρατιάς της Ειρήνης», το κλείσιμο της αμερικανικής κινηματογραφικής ένωσης στην Ινδονησία και η εκδίωξη του διευθυντή της, Μπιλ Πάλμερ, η απόρριψη του αντιδραστικού «Πολιτιστικού Μανιφέστου», η ανάκτηση των βρετανικών επιχειρήσεων, η διάλυση του λεγόμενου «Σώματος για την προώθηση του Σουκαρνοϊσμού» και του κόμματος Μούρμπα, οι δράσεις ενάντια στην αμερικανική επίθεση στο Βιετνάμ κλπ. Τέτοιες δράσεις έχαιραν όλο και πιο διευρυμένης λαϊκής υποστήριξης. 
Σε διάφορες περιοχές, οι αγρότες προέβαιναν σε αυθόρμητες ενέργειες για να πετύχουν τις μειώσεις των μισθωμάτων που διεκδικούσαν. 
Αντιδρώντας ενάντια στις επιτυχίες της λαϊκής πάλης, οι αντιδραστικοί του εσωτερικού, σε συνεργασία με τους αμερικάνους ιμπεριαλιστές, ενέτειναν επίσης τις δράσεις τους, αυξάνοντας τις προβοκάτσιες εναντίον των εργατών και των αγροτών, διαδίδοντας ψεύτικα κείμενα κλπ.
Οι «Θέσεις για τα 45 χρόνια του ΚΚΙ» διακήρυτταν, από τη μια, πως «οι γραφειοκράτες καπιταλιστές όχι μόνο επιδεινώνουν τις σημερινές οικονομικές συνθήκες στην Ινδονησία, αλλά, επίσης, προσπαθούν να πάρουν την εξουσία με πραξικόπημα». Από την άλλη, ισχυρίζονταν ότι «η αυξανόμενη αντίσταση του ινδονησιακού λαού εναντίον του ιμπεριαλισμού, της φεουδαρχίας και των αντεπαναστατικών δυνάμεων στη χώρα, δείχνει ότι αναπτύσσεται σήμερα στη χώρα μας μια επαναστατική κατάσταση ασταμάτητα αυξανόμενη, η οποία ωριμάζει».
Σύμφωνα με το Λένιν, υπάρχει επαναστατική κατάσταση ή περίοδος «όταν το παλιό εποικοδόμημα τρίζει από όλες τις πλευρές, όταν η ανοιχτή πολιτική δράση των τάξεων και των μαζών  που είναι έτοιμες να δημιουργήσουν για αυτές ένα νέο εποικοδόμημα, έχει καταστεί γεγονός (…)» (Λένιν, Δύο τακτικές της σοσιαλδημοκρατίας στη δημοκρατική επανάσταση). 
Σε σύγκριση με όσα έλεγε ο Λένιν, η πολιτική κατάσταση της Ινδονησίας την εποχή εκείνη, ακόμα και λαμβανομένων υπόψη της ανάκτησης των βρετανικών επιχειρήσεων και των αντιιμπεριαλιστικών εκδηλώσεων και των εκδηλώσεων εναντίον των γραφειοκρατών καπιταλιστών, οι οποίες με επιταχυνόμενο ρυθμό διαδέχονταν η μια την άλλη, στην πρωτεύουσα και στις άλλες μεγάλες πόλεις, δεν μπορούσε ακόμα να θεωρείται ότι είχε φτάσει το στάδιο εκείνο της επαναστατικής κατάστασης, ούτε καν μιας «επαναστατικής κατάστασης ασταμάτητα αυξανόμενης, η οποία ωριμάζει». 
Οι διεκδικήσεις που εμφανίζονταν στη διάρκεια των δράσεων που κορυφώνονταν με διαδηλώσεις δεν ήταν ουσιαστικά ποτέ τίποτε άλλο παρά ενταγμένες σε ένα πλαίσιο μεταρρυθμίσεων ή διεκδικήσεων μερικού χαρακτήρα. 
Στο μεταξύ, η δράση των αγροτών, που είναι η κύρια δύναμη της ινδονησιακής επανάστασης, δεν είχε ακόμα φτάσει ένα επίπεδο αρκετά υψηλό, ούτε ήταν μεγάλο σε έκταση.
Οι πολυδιαφημιζόμενες χιλιάδες καθημερινές δράσεις στις αγροτικές ζώνες δεν ήταν παρά απατηλές, γιατί συνυπολογίζονταν σε αυτές δράσεις όπως η αποστολή γραπτών αναφορών, η επιδιόρθωση αρδευτικών καναλιών κλπ.
Οι πραγματικές δράσεις που κατευθύνονταν άμεσα εναντίον των ντόπιων μεγαλοτσιφιλικάδων δεν ήταν πολυάριθμες, ούτε μεγάλες σε έκταση.
Η εκτίμηση περί «όλο και πιο πολύ ωριμάζουσας επαναστατικής κατάστασης» δεν είναι τίποτε άλλο παρά το αποτέλεσμα μιας μεθόδου σκέψης που έπαιρνε τις υποκειμενικές επιθυμίες, τα συναισθήματα και τη φαντασία για πραγματικότητα. 
Οι καθοδηγητές του Κόμματος φοβούνταν να δουν την πραγματικότητα που διέφερε από τις υποκειμενικές τους επιθυμίες. Οι καθοδηγητές του Κόμματος δυσαρεστούνταν όταν οι περιφερειακές επιτροπές ή άλλες κομματικές επιτροπές ανέφεραν ότι ο βαθμός ανάπτυξης των μαζικών δράσεων ήταν αρκετά χαμηλότερος από αυτές που αναφέρονταν στα συναγόμενα συμπεράσματα.
Συνεπεία τούτου, για να ικανοποιούνται οι υποκειμενικές επιθυμίες της ηγεσίας του Κόμματος, υπερεκτιμούνταν οι δράσεις των μαζών, και συγκεκριμένα οι αγροτικές δράσεις.
Η ηγεσία του Κόμματος προσπάθησε να προωθήσει την άποψη ότι η όλο και πιο πολύ ωριμάζουσα επαναστατική κατάσταση «θα εξελισσόταν» σε επανάσταση. Αυτή η ιδέα υπογραμμίστηκε από την απόφαση του Πολιτικού Γραφείου της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΙ της 17ης Αυγούστου 1965.
Η απόφαση καλούσε τους κομμουνιστές να εντείνουν την πάλη τους ώστε «να φτάσει η τρέχουσα επαναστατική κατάσταση στο αποκορύφωμά της», ώστε ο λαός να μπορεί «να κατακτήσει όχι μόνο πάντοτε μεγαλύτερες, αλλά και θεμελιώδεις νίκες». Αυτό ήταν το απόγειο ενός άλλου λάθους, του αριστερίστικου «λάθους», που οδήγησε την καθοδήγηση του Κόμματος στον τυχοδιωκτισμό που αποτέλεσε την αιτία μιας τέτοιας καταστροφής για το Κόμμα και για το επαναστατικό κίνημα γενικότερα.

Τα κύρια λάθη σε οργανωτικό επίπεδο

Η εσφαλμένη πολιτική γραμμή που κυριάρχησε στο Κόμμα, ακολουθήθηκε αναπόφευκτα από μια οργανωτική γραμμή εξίσου εσφαλμένη. 
Όσο περισσότερο και εντονότερα η εσφαλμένη πολιτική γραμμή κυριαρχούσε στο Κόμμα, άλλο τόσο σοβαρότερα ήταν τα σφάλματα σε οργανωτικό επίπεδο και οι απώλειες που αυτά προκαλούσαν. 
Ο δεξιός οπορτουνισμός που συνιστούσε την εσφαλμένη πολιτική γραμμή του Κόμματος στην περίοδο μετά το 1951 ακολουθήθηκε από μια άλλη δεξιά παρέκκλιση στο οργανωτικό επίπεδο, το φιλελευθερισμό και το λεγκαλισμό.
Η γραμμή του φιλελευθερισμού σε οργανωτικό επίπεδο εκδηλώνεται από μια τάση για μετατροπή του ΚΚΙ σε ένα κόμμα που έχει το μεγαλύτερο δυνατό αριθμό οπαδών, ένα κόμμα με χαλαρή οργάνωση, ένα κόμμα, όπως λέγεται, μαζικό. Το ζήτημα του αν ένα κομμουνιστικό κόμμα πρέπει να έχει το μεγαλύτερο δυνατό αριθμό μελών (κόμμα των μαζών) ή έναν όχι υπερβολικό αριθμό μελών αλλά με υψηλό επίπεδο (κόμμα στελεχών), τίθεται σε πολλά κομμουνιστικά κόμματα σε πολλές χώρες. Στην αρχή, το ΚΚΙ ήθελε να γίνει ένα μαζικό κόμμα, εφαρμόζοντας το πλάνο της αύξησης της στρατολόγησης και της οργάνωσης. Όμως, κατά τα τελευταία χρόνια, είχε διακηρυχθεί ότι το ΚΚΙ ήταν συγχρόνως ένα κόμμα μαζικό και ένα κόμμα στελεχών. 
Ως κόμμα των μαζών, εννοούταν ένας υψηλός αριθμός μελών και μια μεγάλη και βαθιά επιρροή στις μάζες. 
Ως κόμμα στελεχών, εννοούταν ένα κόμμα του οποίου τα μέλη ήταν εξοπλισμένα με το μαρξισμό-λενινισμό και αποτελούσαν τα πιο δραστήρια καθοδηγητικά στελέχη στις μάζες.
Οι Λένιν και Στάλιν ξεκάθαρα εξήγησαν πώς ένα μαρξιστικό-λενινιστικό κόμμα έπρεπε να οργανωθεί και ποια θα έπρεπε να είναι τα χαρακτηριστικά του. 
Το ΚΚΙ υιοθέτησε την ουσία των χαρακτηριστικών ενός μαρξιστικού-λενινιστικού κόμματος, ορίζοντας στο καταστατικό του ότι «το ΚΚΙ συνιστά το πρωτοπόρο απόσπασμα και την ανώτερη μορφή ταξικής οργάνωσης του ινδονησιακού  προλεταριάτου».
Στην πραγματικότητα, το αν ένα κομμουνιστικό (μαρξιστικό-λενινιστικό) κόμμα πρέπει να γίνει ένα κόμμα στελεχών ή ένα κόμμα των μαζών, δεν θα έπρεπε να αποτελεί αντικείμενο διαπάλης. 
Οι δύο αυτές έννοιες συμπεριλαμβάνονται στα χαρακτηριστικά ενός Κόμματος και η ουσία τους ορίζεται εξίσου στο καταστατικό του ΚΚΙ. 
Ο ρόλος του Κόμματος, ως πρωτοπορίας της εργατικής τάξης, δεν μπορεί να εκπληρωθεί παρά μόνο αν, από τη μια, συνιστά το πρωτοπόρο απόσπασμα του συνόλου της εργατικής τάξης και αν, από την άλλη, δεν απομονώνεται από το σύνολο των κόλπων της εργατικής τάξης.
Ο Στάλιν εξήγησε τι σημαίνει πρωτοπόρος ρόλος του κόμματος, με τα ακόλουθα λόγια: «Το Κόμμα πρέπει να απορροφά όλα τα καλύτερα στοιχεία της εργατικής τάξης, την εμπειρία τους, το επαναστατικό τους πνεύμα, την αυταπάρνησή τους για την υπόθεση του προλεταριάτου. Όμως, για να είναι πραγματικά ένα πρωτοπόρο απόσπασμα, το Κόμμα πρέπει να είναι εξοπλισμένο με την επαναστατική θεωρία, τη γνώση των νόμων της κίνησης, της επανάστασης. Χωρίς αυτά, δεν θα είναι σε θέση να ηγηθεί της πάλης του προλεταριάτου, να καθοδηγήσει το προλεταριάτο…Το Κόμμα πρέπει να βρίσκεται επικεφαλής της εργατικής τάξης, πρέπει να καθοδηγεί το προλεταριάτο και όχι να βρίσκεται στην ουρά του αυθόρμητου κινήματος» (Ι.Β.Στάλιν, Ζητήματα Λενινισμού).
Αυτές οι φράσεις του Στάλιν καθορίζουν ξεκάθαρα τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληροί ένα μαρξιστικό-λενινιστικό κόμμα ώστε να εκπληρώνει το ρόλο του πρωτοπόρου κόμματος της εργατικής τάξης. 
Επιπλέον, αυτές οι προϋποθέσεις δείχνουν ξεκάθαρα ότι ένα μέλος του Κόμματος δεν είναι οποιοσδήποτε εργάτης απλώς, ούτε ένας απλός επαναστάτης: είναι ένα από τα καλύτερα στοιχεία της εργατικής τάξης, εξοπλισμένο με τη θεωρία του μαρξισμού-λενινισμού. 
Δεν πληρούν όλα τα μέλη της εργατικής τάξης τις προϋποθέσεις για να γίνουν μέλη του Κόμματος. 
Με αυτή την έννοια, ένα μαρξιστικό-λενινιστικό κόμμα είναι ένα κόμμα στελεχών.
Ο Στάλιν επίσης εξήγησε ότι «το Κόμμα δεν μπορεί απλώς να είναι ένα πρωτοπόρο απόσπασμα. Πρέπει ταυτόχρονα να είναι ένα ταξικό απόσπασμα, ένα τμήμα της εργατικής τάξης, στενά συνδεδεμένο με αυτή, από κάθε άποψη. Η διάκριση μεταξύ πρωτοπόρου αποσπάσματος και του συνόλου της εργατικής τάξης, μεταξύ μελών του Κόμματων και μη μελών δεν μπορεί να εξαφανιστεί πριν την εξαφάνιση των τάξεων…Όμως το Κόμμα θα έπαυε να είναι ένα κόμμα αν αυτή η διάκριση γινόταν διάσπαση, αν το Κόμμα αναδιπλωνόταν, και απομονωνόταν από τις μη κομματικές μάζες. Το Κόμμα δεν μπορεί να καθοδηγήσει την εργατική τάξη αν δεν είναι συνδεδεμένο με τις μάζες των μη κομματικών, αν δεν υπάρχουν δεσμοί μεταξύ του Κόμματος και των μη κομματικών μαζών, αν αυτές οι μάζες δεν αποδέχονται την καθοδήγησή του» (Στάλιν, Ζητήματα Λενινισμού).
Οι εξηγήσεις του Στάλιν αποδεικνύουν την αναγκαιότητα για ένα μαρξιστικό-λενινιστικό κόμμα να έχει έναν μαζικό χαρακτήρα, επειδή το Κόμμα δεν θα μπορούσε να εκπληρώσει το ρόλο του ως πρωτοπόρου αποσπάσματος, παρά μόνο αν είναι αδιάλειπτα συνδεδεμένο με τις μάζες των μη κομματικών και αν υποστηρίζεται από αυτές. 
Το Κόμμα θα κερδίσει την εμπιστοσύνη των μαζών, αν είναι ικανό να υιοθετήσει μια σωστή στάση έναντι του λαού και να τον καθοδηγήσει με σωστό τρόπο, και αν είναι σε θέση να υπερασπίσει τα λαϊκά συμφέροντα σε όλους τους τομείς και πρωτίστως στην πολιτική σφαίρα.
Είναι ξεκάθαρο τώρα ότι ο μαζικός χαρακτήρας του Κόμματος ή το χαρακτηριστικό του Κόμματος μαζών δεν μπορεί να καθοριστεί ουσιαστικά από τον αυξημένο αριθμό των μελών, αλλά πρώτα από όλα από τους στενούς δεσμούς που το συνδέουν με τις μάζες, από την πολιτική γραμμή του Κόμματος που υπερασπίζει τα συμφέροντα των μαζών, ή, με άλλα λόγια, από την εφαρμογή της μαζικής γραμμής του Κόμματος. Και η μαζική γραμμή του Κόμματος δεν μπορεί να διατηρείται παρά μόνο αν πληρούνται σταθερά οι βασικές προϋποθέσεις για τον πρωτοπόρο ρόλο του Κόμματος, αν τα μέλη του Κόμματος είναι μεταξύ των καλύτερων στοιχείων του προλεταριάτου, και εξοπλισμένα με το μαρξισμό-λενινισμό. 
Συνεπώς, χωρίς την απόδοση πρωταρχικής σημασίας στη μαρξιστική-λενινιστική εκπαίδευση, είναι αδύνατη η οικοδόμηση μαρξιστικού-λενινιστικού κόμματος με μαζικό χαρακτήρα.
Καθ’όλα τα τελευταία χρόνια, το ΚΚΙ εκπόνησε μια γραμμή κομματικής οικοδόμησης που παρεξέκλινε των αρχών του μαρξισμού-λενινισμού στον τομέα της οργάνωσης. Μετά την επιτυχία των βραχυπρόθεσμων στόχων για την αύξηση του αριθμού των μελών και την ανάπτυξη της οργάνωσης, το Κόμμα εκπόνησε διαδοχικά το 1ο τριετές πλάνο (Οργάνωση και Εκπαίδευση) και το 2ο τριετές πλάνο  (Εκπαίδευση & Οργάνωση) και ξεκίνησε το 4ετές πλάνο (Κουλτούρα, Ιδεολογία & Οργάνωση). Υλοποιώντας σωστά τα βραχυπρόθεσμα πλάνα, το 1ο και το 2ο τριετές, το ΚΚΙ επεκτάθηκε στις τέσσερις γωνιές της χώρας, σε όλα τα νησιά και σε όλες τις εθνοτικές ομάδες της Ινδονησίας, με πάνω από 3.000.000 μέλη. Αυτό ήταν ένα μεγάλο επίτευγμα.
Όμως ταυτόχρονα, ο φιλελευθερισμός επεκτεινόταν στο Κόμμα. Αν και το 2ο τριετές πλάνο ρητά έδινε προτεραιότητα στην ιδεολογική εκπαίδευση, στην πράξη, ωστόσο, η αύξηση του αριθμού των μελών και της οργάνωσης ήταν πάντοτε υπερβολική. Το σχέδιο στρατολόγησης νέων μελών εκπονήθηκε χωρίς να ληφθούν υπόψη οι δυνατότητες για την οργάνωση να ασχοληθεί με την εκπαίδευση των νέων μελών. 
Αφότου οι κομματικές οργανώσεις άρχισαν να επικεντρώνονται αποκλειστικά στις προσπάθειες για την επίτευξη των καθορισμένων αριθμητικών πλάνων, η στρατολόγηση νέων μελών γινόταν κατά παράβαση των προϋποθέσεων που όριζε το καταστατικό του Κόμματος. 
Η οργάνωση του ΚΚΙ είχε χαλαρώσει σε τέτοιο βαθμό που πρακτικά όλοι όσοι εξέφραζαν τη συμφωνία τους με το πρόγραμμα του Κόμματος, μπορούσαν να γίνουν δεκτά ως μέλη. 
Δεν υπήρχε τρόπος να διακρίνει κανείς ένα μέλος του Κόμματος από ένα μέλος μιας μαζικής οργάνωσης που το Κόμμα καθοδηγούσε. 
Οι προϋποθέσεις για να γίνει κανείς μέλος του πρωτοπόρου αποσπάσματος της εργατικής τάξης εξίσου αμελήθηκαν.
Αυτός ο φιλελευθερισμός στη στρατολόγηση κομματικών μελών δεν μπορεί να αποσπαστεί από την πολιτική γραμμή του «ειρηνικού δρόμου». 
Ο μεγάλος αριθμός μελών είχε ως στόχο την αύξηση της κομματικής επιρροής στο ενιαίο μέτωπο με την εθνική αστική τάξη. 
Η ιδέα ήταν να πραγματοποιηθεί μια προοδευτική αλλαγή στο συσχετισμό δυνάμεων που θα επέτρεπε την εξουδετέρωση των αντιδραστικών δυνάμεων, χάρη σε ένα κόμμα που θα γινόταν όλο και μεγαλύτερο, από κοινού με μια πολιτική ενότητας με την εθνική αστική τάξη. 
Τα συμφέροντα του «ειρηνικού δρόμου» αντανακλώνταν ακόμα περισσότερο στον τομέα της οργάνωσης με την εκπόνηση του τετραετούς κομματικού πλάνου.
Σε αυτό το πλάνο, δεν δινόταν πλέον έμφαση στην εκπαίδευση και τη διαμόρφωση μαρξιστικών-λενινιστικών στελεχών, ώστε αυτά να προετοιμάζονται για την επανάσταση, και για τη δουλειά στους αγρότες, ώστε να εγκαθιδρύσουν επαναστατικές βάσεις, αλλά στην εκπαίδευση διανοούμενων, ώστε αυτοί να ανταποκρίνονται στις ανάγκες δουλειάς στο ενιαίο μέτωπο με την εθνική αστική τάξη και για την παροχή στελεχών για τις διάφορες θέσεις σε κρατικούς οργανισμούς, οι οποίες είχαν δοθεί χάρη στη συνεργασία με την εθνική αστική τάξη. 
Με μια τέτοια πολιτική, το σύνθημα περί «πλήρους ενοποίησης με τους αγρότες» έχανε κάθε σημασία. Στην πράξη, μεταφέρονταν στελέχη από την επαρχία στις πόλεις, από τις περιφέρειες στο κέντρο, αντί να στέλνονται τα καλύτερα στελέχη να δουλέψουν στις αγροτικές ζώνες.
Έχοντας ως σκοπό την αύξηση του κύρους του ΚΚΙ στα μάτια της αστικής τάξης, και προκειμένου να το κάνει σεβαστό ως κόμμα διανοουμένων, το 4ετές πλάνο καθόριζε ότι όλα τα στελέχη ανώτατου βαθμού έπρεπε να αποκτήσουν πανεπιστημιακή εκπαίδευση, τα μεσαία στελέχη μέση εκπαίδευση ανώτερου βαθμού και τα χαμηλότερα στελέχη μέση εκπαίδευση κατώτερου βαθμού. 
Είναι για αυτό το σκοπό που το Κόμμα πάτησε πόδι σε πολλά πανεπιστήμια, σχολές και μαθήματα. 
Ο διανοουμενισμός που κυριάρχησε στην καθοδήγηση του Κόμματος, ήταν σε τέτοιο βαθμό ριζωμένος, που όλοι οι ηγέτες του Κόμματος και όλες οι γνωστές φιγούρες των λαϊκών κινημάτων ήταν υποχρεωμένες να γράφουν τέσσερις διατριβές, προκειμένου να αποκτήσουν τον τίτλο του «μαρξιστή επιστήμονα».
Όσο πιο πολύ το Κόμμα βυθιζόταν στο βούρκο του οπορτουνισμού, τόσο μεγαλύτερη ήταν η έλλειψή του στην οργανωτική επαγρύπνηση, και όλο και περισσότερο επεκτεινόταν ο λεγκαλισμός στην οργάνωση. 
Η καθοδήγηση είχε χάσει την ταξική της πρόληψη έναντι της αστικής εξαπάτησης και της αστικής δημοκρατίας. 
Όλες οι δράσεις του κόμματος ανήγαγαν τον «ειρηνικό δρόμο» σε μια αναμφισβήτητη βεβαιότητα. 
Η καθοδήγηση του Κόμματος δεν αφύπνισε τα μέλη ώστε να επαγρυπνούν έναντι του κινδύνου της επίθεσης από τους αντιδραστικούς, οι οποίοι αναζητούσαν συνεχώς μια ευκαιρία για να του καταφέρουν πλήγματα. Είναι εξαιτίας αυτού του λεγκαλισμού στον οργανωτικό τομέα που η αντεπανάσταση κατάφερε, σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα, να παραλύσει το ΚΚΙ σε οργανωτικό επίπεδο.
Prisoner-Detained-Indonesia greanvillepost
Ο φιλελευθερισμός στην οργάνωση είχε καταστρέψει την αρχή της εσωκομματικής δημοκρατίας στο Κόμμα, είχε καταστρέψει την αρχή της συλλογικής καθοδήγησης και είχε γεννήσει τη μονοπρόσωπη καθοδήγηση και κυριαρχία, την αυτονομία που δημιουργούσε ένα γόνιμο πεδίο για την ανάπτυξη της προσωπολατρίας. 
Ο δημοκρατικός συγκεντρωτισμός, μια συγκεντροποιημένη δημοκρατία που πρέπει να ασκείται στη βάση της μαζικής γραμμής και πρέπει να συνδέει την καθοδήγηση με τις μάζες, δεν εφαρμοζόταν ποτέ, και είχε αντικατασταθεί από την απολυταρχία που βασιζόταν στις υποκειμενικές επιθυμίες και συμφέροντα της καθοδήγησης. 
Τυπικά, οι αρχές της εσωτερικής δημοκρατίας στο Κόμμα και η αρχή της συλλογικής καθοδήγησης δεν είχαν πλήρως εγκαταλειφθεί. 
Τυπικά, όλες οι αποφάσεις των καθοδηγητικών οργάνων λαμβάνονταν με ομοφωνία. 
Όμως ταυτόχρονα, δεν ήταν σπάνιο οι αποφάσεις να λαμβάνονται εκτός των αρμόδιων καθοδηγητικών οργάνων του Κόμματος. Αυτή η εσφαλμένη μέθοδος που διάκειτο ενάντια στις αρχές του μαρξισμού-λενινισμού, εκδηλωνόταν εξαιτίας των ακόλουθων παραγόντων:
Πρώτον, τα σφάλματα στον οργανωτικό τομέα, και συγκεκριμένα εκείνα που αφορούσαν το στυλ δουλειάς, τα οποία έδωσαν στην καθοδήγηση του Κόμματος τη δυνατότητα να δημιουργήσει τα δικά της οργανωτικά δίκτυα, που βρίσκονταν υπεράνω του ελέγχου του Πολιτικού Γραφείου και της Κεντρικής Επιτροπής. 
Αυτό δημιούργησε μια κατάσταση τέτοια που το αρμόδιο καθοδηγητικό όργανο, το Πολιτικό Γραφείο, δεν εκπλήρωνε το ρόλο του και δεν θεωρούταν πλέον ο μόνος χώρος για την επίλυση όλων των ζητημάτων του κόμματος και της επανάστασης. 
Μέσω αυτών των αυτόνομων δικτύων, η καθοδήγηση του Κόμματος ήταν σε θέση να παίρνει πολιτικά και οργανωτικά μέτρα, συμεριλαμβανομένου του καταμερισμού των στελεχών: και δεν ήταν σπάνιο το φαινόμενο η μόνη δουλειά που αφηνόταν για το Πολιτικό Γραφείο να συνίσταται στην έγκριση των μέτρων που ελήφθησαν από την καθοδήγηση, ή το Πολιτικό Γραφείο να μην έχει παρά μόνο αποσπασματική και επιφανειακή γνώση των προβλημάτων που συζητούσε.
Δεύτερον, η απουσία κριτικής στάσης έναντι της καθοδήγησης, που υπήρχε στο Πολιτικό Γραφείο, την Κεντρική Επιτροπή και σε άλλα όργανα του Κόμματος. 
Είχε δημιουργηθεί μια παράδοση που ήθελε όλα όσα έλεγε η καθοδήγηση εξ οφίτσιο να θεωρούνται σωστά και να τίθενται σε εφαρμογή, χωρίς προηγουμένως να έχουν αναλυθεί και συζητηθεί σε βάθος. 
Αυτή η απουσία κριτικού πνεύματος οφειλόταν, μεταξύ άλλων, στο χαμηλό θεωρητικό επίπεδο, στο γεγονός ότι τα στελέχη δεν ήταν εξοπλισμένα με υγιείς θεωρητικές βάσεις που θα τους επέτρεπαν να απορρίπτουν τις απόψεις της καθοδήγησης όταν αισθάνονταν ότι είναι εσφαλμένες. 
Οι θεωρητικοί ήταν πρακτικά οι μόνοι που έπαιρναν ενεργό μέρος στις συζητήσεις που έθεταν υπό αμφισβήτηση θεωρητικά ζητήματα. 
Πέραν αυτού, υπήρχε επίσης έλλειψη θάρρους για έκφραση μιας άποψης που δεν συνάδει με τη γραμμή που ακολουθούσε η καθοδήγηση.
Τρίτον, η πεποίθηση που ενσταλλαζόταν στα μέλη του κόμματος να μεταχειρίζονται με ακραίο τρόπο την αναγκαιότητα ύπαρξης μονολιθικής ενότητας. 
Συχνά αυτή υπερεκτιμούταν, και λειτουργούσαμε ωσάν να μην υπήρχαν πλέον διαφορές άποψης σε ζητήματα αρχής. 
Κατά συνέπεια, όταν πράγματι υπήρχε μια διαφορά απόψεων με την καθοδήγηση του Κόμματος σε ζητήματα αρχής, εμφανιζόταν ως κάτι το παράλογο. 
Αυτή η ατμόσφαιρα έκανε στελέχη του Κόμματος να αποστρέφονται την ανοιχτή και ελεύθερη έκφραση της άποψής τους, αναφορικά με τη γραμμή που ακολουθούσε η καθοδήγηση και την οποία εκτιμούσαν ως εσφαλμένη. 
Στην πραγματικότητα, υπήρχαν πολλά στελέχη που δεν συμφωνούσαν με την οπορτουνιστική πολιτική και οργανωτική γραμμή  της καθοδήγησης του Κόμματος, όμως δεν τολμούσαν να διατυπώσουν ανοιχτά και ελεύθερα τις απόψεις τους στις διαδικασίες του Κόμματος. 
Σε κάθε περίπτωση, οι απόψεις και τα αισθήματα των στελεχών δεν λάμβαναν καμία ενθαρρυντική απάντηση εκ μέρους της καθοδήγησης. 
Η έλλειψη ελευθερίας έκφρασης και σκέψης των στελεχών επηρεαζόταν επίσης από την πολιτική που ακολουθούσε η καθοδήγηση στην προώθηση των στελεχών και η οποία έβριθε ευνοιοκρατίας. 
Από την άλλη πλευρά, ως ένα βαθμό, κάποια στελέχη συνειδητά τα απομόνωσε.
Καθώς ο φιλελευθερισμός κυριαρχούσε στην οργανωτική γραμμή του Κόμματος, ήταν ανέφικτη η τήρηση του στυλ δουλειάς του Κόμματος που συνίστατο στο συνδυασμό θεωρίας και πράξης, της στενής σύνδεσης με τις μάζες και της άσκησης της αυτοκριτικής. Ήταν επίσης ανέφικτη η υιοθέτηση της μεθόδου καθοδήγησης της οποίας η ουσία ήταν η ενότητα καθοδήγησης και μαζών: για να την ασκεί καλά, η καθοδήγηση πρέπει να δίνει το παράδειγμα στους αγωνιστές της βάσης.
Αυτό που γινόταν στην πράξη, δεν ήταν η ένωση της οικουμενικής αλήθειας του μαρξισμού-λενινισμού με την συγκεκριμένη πρακτική της ινδονησιακής επανάστασης, αλλά ήταν η προσπάθεια να συμφιλιωθεί η διδασκαλεία του μαρξισμού-λενινισμού με αστικές οπτικές, να συστηματοποιούνται και να αναπτύσσονται απόψεις και θεωρίες της αστικής τάξης και, υπό το σύνθημα της «ινδονησιοποίησης του μαρξισμού-λενινισμού», της «δημιουργικής ανάπτυξης του μαρξισμού-λενινισμού» να γίνεται αναθεώρηση του μαρξισμού-λενινισμού.
Η γραμμή της στενής σύνδεσης με τις μάζες και της ένωσης της καθοδήγησης και των μαζών, δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί παρά μόνο αν το Κόμμα ενώνεται με τον πιο αποφασιστικό τρόπο με τις λαϊκές μάζες, και συγκεκριμένα τους εργάτες, τους εργάτες γης και τους φτωχούς αγρότες. 
Κατά την εφαρμογή αυτής της γραμμής, η καθοδήγηση πρέπει να δίνει το παράδειγμα στα μέλη. 
Όμως, δεν συνέβαινε κάτι τέτοιο. Πολλά στελέχη του Κόμματος, και ιδιαίτερα αυτά των υψηλών κλιμακίων, και ειδικότερα αυτά που ήταν σε θέση να καταλαμβάνουν θέσεις στη μια ή την άλλη κυβερνητική ή ημικυβερνητική υπηρεσία, είχαν ένα τέτοιο στυλ ζωής, ασύγκριτα ανώτερο από αυτό των εργατών και των άλλων εργαζομένων. 
Έχαιραν των ίδιων προνομίων που κατείχαν αναγνωρισμένοι αξιωματούχοι υψηλού βαθμού της κυβέρνησης.
Είχε παγιωθεί μια παράδοση στο Κόμμα, που ήθελε τους καθοδηγητές του Κόμματος και των επαναστατικών μαζικών οργανώσεων, στο κέντρο ή την περιφέρεια, να πρέπει να καταλαμβάνουν μια επίσημη θέση στην κυβέρνηση, ώστε να αυξάνουν το κύρος τους, για να μην είναι μόνο βεντέτες στο κόμμα, αλλά επίσης και αναγνωρισμένες επίσημες προσωπικότητες, σε εθνικό ή περιφερειακό επίπεδο. 
Αυτή η παράδοση οδήγησε πολλά στελέχη του κόμματος και των μαζικών οργανώσεων να θυσιάσουν τις καλύτερες δράσεις τους για τη δουλειά στους κυβερνητικούς και παρακυβερνητικούς οργανισμούς. 
Αυτό, προφανώς, τα έκανε να παραμελούν την κομματική ζωή, τόσο σε ιδεολογικό όσο και σε οργανωτικό επίπεδο.
Στις περιφέρειες, και ιδιαίτερα στο κέντρο, το είδος ζωής που υιοθέτησαν κάποιοι ηγέτες του Κόμματος δε συμβάδιζε πλέον με τον τρόπο ζωής των μαζών που παρέμεναν στην εξαθλίωση, αλλά έμοιαζε με τον τρόπο ζωής της αστικής τάξης. 
Όλα αυτά γίνονταν υπό τα ανόητα συνθήματα όπως «να δρούμε σε αρμονία με το μεγαλείο του Κόμματος», «να ανυψώσουμε το κύρος του Κόμματος», «να απαλλαγούμε από το παραδοσιακό στυλ» κλπ. 
Κάποιοι ηγέτες του Κόμματος είχαν μάλιστα κατρακυλήσει και στο βούρκο της παρακμιακής αστικής ηθικής και λέρωναν την κομμουνιστική ηθική.
Υπό αυτές τις συνθήκες, πώς να ενοποιηθεί κανείς με τις πλέον εκμεταλλευόμενες λαϊκές μάζες; 
Τα καλέσματα για «να καταπολεμήσουμε τη συγκαταβατικότητα», «να είμαστε πάντοτε όλο και καλύτεροι κομμουνιστές», «να δημιουργήσουμε μια κομμουνιστική οικογένεια» κλπ, δεν ήταν παρά στάχτη στα μάτια για να αποκρυφτεί η υποκρισία και ο ηθικός εκφυλισμός που υπήρχε εντός της καθοδήγησης του Κόμματος: ήταν ωσάν μόνο τα στελέχη του Κόμματος, εκτός της καθοδήγησης, να είναι δυνατό να διαπράξουν σφάλματα, να μη συνάδουν με την κομμουνιστική ηθική. Ενόσω λάνσαρε τέτοια καλέσματα, η καθοδήγηση του Κόμματος συνέχιζε αδιατάραχτη να διάγει ένα είδος αστικού βίου.
Καθώς τα στελέχη των περιφερειών έστρεφαν το βλέμμα στο κέντρο, αντί να βρίσκουν παραδείγματα κομμουνιστικής απλότητας, τόσο στην κομματική όσο και στην ιδιωτική ζωή, έβρισκαν παραδείγματα «υπερβολής», «εκσυγχρονισμού» και «μεγαλείου». 
Η καθοδήγηση του Κόμματος δεν εισάκουε τις έντιμες κριτικές που ασκούσαν κάποιοι σύντροφοι, αλλά τους απαντούσε επικρίνοντάς τους για «οπισθοδρομικό πνεύμα», «ελλιπή θέληση για μέγιστη εκμετάλλευση των χρήσιμων προνομίων προς το συμφέρον του Κόμματος και του λαού», «άρνηση εξύψωσης του κύρους του Κόμματος» κλπ.
Γενικά, επομένως, η εσφαλμένη πολιτική γραμμή, που κυριαρχούσε στο Κόμμα, είχε ως συνέπεια μια εσφαλμένη γραμμή στον οργανωτικό τομέα, μια γραμμή που παραβίαζε τις αρχές ενός μαρξιστικού-λενινιστικού κόμματος, κατέστρεφε τα οργανωτικά θεμέλια του Κόμματος, δηλαδή το δημοκρατικό συγκεντρωτισμό, και ποδοπατούσε το κομματικό στυλ δουλειάς και την κομματική μέθοδο καθοδήγησης.
Για να κάνουμε το ΚΚΙ μαρξιστικό-λενινιστικό κόμμα, πρέπει να ξεριζώσουμε πλήρως το φιλελευθερισμό στον οργανωτικό τομέα, όπως και την ιδεολογική του πηγή, πρέπει να ανασυγκροτήσουμε το ΚΚΙ σε κόμμα λενινιστικού τύπου, ένα κόμμα που θα είναι ικανό να εκπληρώσει το ρόλο του ως πρωτοπόρου αποσπάσματος και να αποτελέσει την ανώτερη ταξική οργάνωση του ινδονησιακού προλεταριάτου, ένα κόμμα που θα έχει την ιστορική αποστολή να καθοδηγήσει τις ινδονησιακές λαϊκές μάζες για να θριαμβεύσει η επανάσταση εναντίον των ιμπεριαλιστών, των φεουδαρχών και των γραφειοκρατών καπιταλιστών, και να βαδίσουμε προς το σοσιαλισμό. 
Ένα τέτοιο κόμμα πρέπει να πληροί τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
Ιδεολογικά, είναι εξοπλισμένο με τη θεωρία του μαρξισμού-λενινισμού, απαλλαγμένο από κάθε υποκειμενισμό, οπορτουνισμό και σύγχρονο ρεβιζιονισμό.
Πολιτικά, κατέχει ένα σωστό πρόγραμμα που περιλαμβάνει ένα πρόγραμμα επαναστατικής αγροτικής μεταρρύθμισης, και κατέχει μια βαθιά κατανόηση των προβλημάτων της στρατηγικής και της τακτικής της ινδονησιακής επανάστασης. 
Κατέχει την κύρια μορφή πάλης, δηλαδή τον ένοπλο αγώνα των αγροτών υπό την καθοδήγηση του προλεταριάτου. 
Αξιοποιεί και τις άλλες μορφές πάλης, είναι ικανό να δημιουργήσει ένα επαναστατικό ενιαίο μέτωπο όλων των αντιιμπεριαλιστικών και αντιφεουδαρχικών τάξεων, βασισμένο στη συμμαχία των εργατών και των αγροτών και υπό την καθοδήγηση της εργατικής τάξης.
Οργανωτικά, είναι δυνατό και έχει βαθιές ρίζες στις λαϊκές μάζες, αποτελείται από τα πλέον δοκιμασμένα, τα πλέον έμπειρα και σφυρηλατημένα που δίνουν το παράδειγμα για την υλοποίηση των πανεθνικών καθηκόντων.
Επί του παρόντος, ανασυγκροτούμε το κόμμα μας υπό το καθεστώς της πιο ωμής και στυγνής λευκής αντεπαναστατικής τρομοκρατίας. Η νόμιμη ύπαρξη του Κόμματος και τα στοιχειωδέστερα ανθρώπινα δικαιώματα των κομμουνιστών έχουν ωμά παραβιαστεί. Το Κόμμα βρίσκεται υποχρεωμένο να δουλέψει στην πιο πλήρη παρανομία και η οργανωτική δομή του Κόμματος πρέπει, κατά συνέπεια, να προσαρμοστεί σε αυτές τις νέες συνθήκες. Παρότι δουλεύουμε σε καθεστώς πλήρους παρανομίας, το Κόμμα πρέπει να είναι σε θέση να αξιοποιήσει πλήρως όλες τις δυνατότητες να διεξάγει νόμιμες δράσεις που θα είναι προσαρμοσμένες στις περιστάσεις, να επιλέξει αποδεκτούς από τις μάζες δρόμους και μέσα, προκειμένου να κινητοποιήσει τις μάζες για την πάλη και να ανεβάσει, αργότερα, το επίπεδο αυτής της πάλης.
Φυσικά, σε μια κατάσταση όπου το Κόμμα πρέπει να δουλεύει στην πλήρη παρανομία, ο δημοκρατικός συγκεντρωτισμός, και ιδιαίτερα η εσωκομματική δημοκρατία, δεν μπορεί πλήρως να εφαρμοστεί στο Κόμμα. Υπό τέτοιες συνθήκες, κάθε καθοδηγητικό όργανο του Κόμματος θα καταβάλει κάθε ενέργεια για να καταλαβαίνει καλύτερα και να αντιμετωπίζει σωστά όλες τις απόψεις και τα αισθήματα των μελών του Κόμματος. 
Προς τούτο, το στυλ δουλειάς του Κόμματος, η μαρξιστική-λενινιστική μέθοδος καθοδήγησης και η μαρξιστική-λενινιστική αρχή της συλλογικής καθοδήγησης πρέπει αυστηρά να εφαρμόζονται.
Κατά την ανασυγκρότηση του ΚΚΙ σύμφωνα με τη μαρξιστική-λενινιστική γραμμή, πρέπει να αποδίδουμε τη μέγιστη προσοχή στην οικοδόμηση κομματικών οργανώσεων στις αγροτικές ζώνες, στην ίδρυση επαναστατικών βάσεων.
Το καθήκον της ανασυγκρότησης ενός μαρξιστικού-λενινιστικού Κόμματος όπως προαναφέρθηκε, είναι μια σκληρή και μακρόπνοη δουλειά, γεμάτη κινδύνους και πρέπει, κατά συνέπεια, να διεξάγεται με θάρρος, επιμονή, σταθερότητα, φροντίδα και αντοχή.

Ο δρόμος που πρέπει να ακολουθήσουμε

Αφού έγιναν γνωστά τα σφάλματα και οι αδυναμίες του Κόμματος στην περίοδο μετά το 1951, όπως ήδη εξηγήθηκαν, οι αδυναμίες και τα σφάλματα που προκάλεσαν σοβαρή ζημιά στο ΚΚΙ και το επαναστατικό κίνημα του ινδονησιακού λαού, είναι προφανές πως η δουλειά μας συνίσταται στο να εκπληρώσουμε τα πλέον επιτακτικά καθήκοντα τα οποία αντιμετωπίζουν οι ινδονήσιοι μαρξιστές-λενινιστές σήμερα, με πρώτο από όλα το να ξανακάνουν το ΚΚΙ ένα κόμμα μαρξιστικό-λενινιστικό, που θα έχει ξεφορτωθεί τον υποκειμενισμό, τον οπορτουνισμό και το σύγχρονο ρεβιζιονισμό.
Για να ξανακάνουμε το ΚΚΙ ένα τέτοιο μαρξιστικό-λενινιστικό Κόμμα, τα στελέχη του Κόμματος σε όλα τα επίπεδα, και κατόπιν όλα τα μέλη του Κόμματος, πρέπει να επιτύχουν μια ενότητα άποψης επί των σφαλμάτων που έκανε το Κόμμα στο παρελθόν, όπως και επί του νέου δρόμου που πρέπει να ακολουθήσουμε.
Μετά τις επιθέσεις της τρίτης Λευκής Τρομοκρατίας, το Κόμμα έχασε πολλά στελέχη που είχαν μακρόχρονη εμπειρία στην κομματική δουλειά και στη δουλειά στις επαναστατικές μαζικές οργανώσεις. 
Ωστόσο, όταν μια ομοφωνία απόψεων θα έχει επιτευχθεί αναφορικά με τα κύρια σφάλματα που διέπραξε το Κόμμα κατά το παρελθόν, και αναφορικά με το νέο δρόμο που πρέπει να πάρουμε, τότε, μια σταθερή καθοδήγηση βαθμιαία θα δημιουργηθεί σε όλα τα επίπεδα, και κατ’αρχάς από τα στελέχη που ακόμα βρίσκονται εν ζωή. 
Αυτά θα είναι σε θέση να εκπληρώσουν τον ρόλο της καθοδήγησης του Κόμματος και του ινδονησιακού λαού για την υπέρβαση της μιας μετά την άλλη δυσκολίας, κατά την περίοδο που ξεδιπλώνεται η αντεπανάσταση και όπου η παλίρροια της επανάστασης βρίσκεται στο χαμηλότερο επίπεδο, κάνοντας τους λαϊκούς αγώνες να προοδεύουν βήμα-βήμα, και καθοδηγώντας τελικά το νέο επαναστατικό κύμα που αναπόφευκτα θα δημιουργηθεί.
Για να επιτευχθεί μια ενότητα απόψεων, πρέπει να αναπτυχθεί ένα διορθωτικό κίνημα σε όλο το Κόμμα. 
Μέσω αυτού του διορθωτικού κινήματος, θα αντικαταστήσουμε τις εσφαλμένες απόψεις του παρελθόντος με σωστές ιδέες. 
Για να βαδίσουμε στο νέο δρόμο, είναι απολύτως απαραίτητο να εγκαταλείψουμε τον εσφαλμένο δρόμο. Δεν θα είναι εφικτό να ακολουθήσουμε το νέο δρόμο, αν προηγουμένως δεν έχει πλήρως εγκαταλειφθεί ο εσφαλμένος.
Στις παρούσες συνθήκες, δεν θα είναι εύκολη η επίτευξη ενότητας απόψεων αναφορικά με τα σφάλματα του παρελθόντος μέχρι και την παραμικρή τους λεπτομέρεια. 
Ωστόσο, αυτό που είναι απαραίτητο, είναι η ομοφωνία απόψεων για τα βασικά προβλήματα που τέθηκαν σε αυτή την αυτοκριτική. 
Αν δεν κατανοήσουμε τα βασικά αυτά προβλήματα, δεν θα είμαστε ποτέ σε θέση να ασχοληθούμε με την εκπλήρωση αυτού του βαριού, αλλά μεγάλου καθήκοντος της οικοδόμησης ενός μαρξιστικού-λενινιστικού κόμματος στην Ινδονησία, της σίγουρης εγγύησης της ύπαρξης μιας δοκιμασμένης καθοδήγησης της λαϊκής δημοκρατικής επανάστασης στην Ινδονησία.
Αναλύσαμε παραπάνω ότι τα οπορτουνιστικά και ρεβιζιονιστικά σφάλματα που διέπραξε το Κόμμα μας στον πολιτικό και τον οργανωτικό τομέα, τα οποία υποβλήθηκαν σε κριτική, δεν ήταν απλώς το αποτέλεσμα των κοινωνικών και ιστορικών συνθηκών της τελευταίας δεκαετίας, αλλά μπορούσαν να αναζητηθούν ακόμα πιο παλιά, στις κοινωνικές και ιστορικές συνθήκες που υπήρχαν ήδη από την ίδρυση του Κόμματός μας. Να γιατί πρέπει να ξεφορτωθούμε την ιδέα ότι όλα θα πάνε καλύτερα μόλις κάνουμε αυτή την κριτική και αυτοκριτική. Για όσο η υποκειμενιστική ιδεολογία δεν θα έχει ξεριζωθεί από το Κόμμα, ή ακόμα χειρότερα, αν αυτή παραμένει ακόμα εντός της καθοδήγησης του Κόμματος, το Κόμμα δεν θα είναι σε θέση να αποφύγει τη διάπραξη και άλλων «αριστερών» ή δεξιών οπορτουνιστικών λαθών, γιατί, σε μια τέτοια περίπτωση, το Κόμμα μας δεν θα είναι σε θέση να αναλύει σωστά την πολιτική κατάσταση, ούτε, κατά συνέπεια, να εξασφαλίσει μια σωστή καθοδήγηση. Είναι πρωτίστως καθήκον της καθοδήγησης και των κεντρικών στελεχών, και έπειτα της περιφερειακής καθοδήγησης και των στελεχών κάθε επιπέδου, να καταπολεμήσουν τον υποκειμενισμό με επιμονή και αποφασιστικότητα.
Ο υποκειμενισμός μπορεί, πράγματι, να καταπολεμηθεί και να εξαλειφθεί όταν όλα τα μέλη του Κόμματος θα έχουν τη δυνατότητα να διακρίνουν την προλεταριακή ιδεολογία από τη μικροαστική ιδεολογία, και όταν ενθαρρύνουμε την κριτική και την αυτοκριτική. 
Το να δίνουμε τη δυνατότητα σε όλα τα μέλη του Κόμματος να διακρίνουν την προλεταριακή από τη μικροαστική ιδεολογία δεν θα μπορεί να γίνει παρά μόνο αν εντατικοπιήσουμε τη διδασκαλία του μαρξισμού-λενινισμού.
Το Κόμμα πρέπει να εκπαιδεύσει τα μέλη να εφαρμόζουν τη μαρξιστική-λενινιστική μέθοδο ανάλυσης της πολιτικής κατάστασης και εκτίμησης των δυνάμεων των υπαρχουσών τάξεων, προκειμένου να μπορούν να αποφύγουν υποκειμενικές αναλύσεις και εκτιμήσεις. 
Το κόμμα πρέπει να τραβήξει την προσοχή των μελών στη σημασία της έρευνας και της μελέτης των κοινωνικών και οικονομικών συνθηκών, ώστε να είναι σε θέση να καθορίσουν την τακτική πάλης και τη μέθοδο δουλειάς που αναλογούν σε αυτές. 
Το Κόμμα πρέπει να βοηθήσει τα μέλη να καταλάβουν ότι χωρίς μια έρευνα των υπαρκτών συνθηκών θα πέφτουν σε ψευδαισθήσεις.
Το να διαφυλάττουμε μέσα μας τα λάθη που διέπραξε το Κόμμα στο παρελθόν είναι μια βασική προϋπόθεση για να αποκτήσουμε ένα επαναστατικό, μαρξιστικό-λενινιστικό πνεύμα. 
Επίσης, οι ινδονήσιοι μαρξιστές-λενινιστές δεν πρέπει να φείδονται προσπαθειών ούτε ενέργειας για να ξεπεράσουν τις δυσκολίες που προκαλεί η σημερινή Λευκή Τρομοκρατία στη μελέτη του μαρξισμού-λενινισμού.
Η εμπειρία της πάλης που διεξήγε το Κόμμα κατά το παρελθόν, απέδειξε πόσο απαραίτητο είναι για τους ινδονήσιους μαρξιστές-λενινιστές, που είναι αποφασισμένοι να υπερασπίσουν το μαρξισμό-λενινισμό και να καταπολεμήσουν το σύγχρονο ρεβιζιονισμό, να μελετούν όχι μόνο τα διδάγματα των Μαρξ, Ένγκελς, Λένιν και Στάλιν, αλλά επίσης να δίνουν ιδιαίτερη προσοχή στη μελέτη της Σκέψης του Μάο Τσε Τουνγκ, που πέτυχε να συνεχίσει, να υπερασπίσει και να αναπτύξει το μαρξισμό-λενινισμό στον ανώτερο βαθμό στη σημερινή εποχή.
Το ΚΚΙ δεν θα είναι ποτέ σε θέση να κρατήσει ψηλά τη σημαία του μαρξισμού-λενινισμού, παρά μόνο αν υιοθετήσει μια αποφασιστική στάση στην πάλη ενάντια στο σύγχρονο ρεβιζιονισμό που έχει ως κέντρο του σήμερα την καθοδηγητική ομάδα του ΚΚΣΕ. 
Η πάλη ενάντια στο σύγχρονο ρεβιζιονισμό δεν μπορεί να διεξαχθεί αποφασιστικά αν, ταυτόχρονα, διατηρούμε τη φιλία με τους σύγχρονους ρεβιζιονιστές. 
Το ΚΚΙ πρέπει να εγκαταλείψει την εσφαλμένη στάση που είχε, κατά το παρελθόν, στο ζήτημα των σχέσεων με τους σύγχρονους ρεβιζιονιστές. 
Η αφοσίωση στον προλεταριακό διεθνισμό δεν μπορεί να εκδηλωθεί παρά μόνο με την υιοθέτηση μιας ασυμβίβαστης θέσης στην πάλη ενάντια στο σύγχρονο ρεβιζιονισμό, γιατί ο σύγχρονος ρεβιζιονισμός κατέστρεψε τον προλεταριακό διεθνισμό και πρόδωσε την πάλη του προλεταριάτου και τους καταπιεσμένους λαούς σε όλο τον κόσμο.
Κατά την ανασυγκρότηση του Κόμματος, οι ινδονήσιοι μαρξιστές-λενινιστές πρέπει να δώσουν προσοχή στη δημιουργία των προϋποθέσεων που επιτρέπουν την καθοδήγηση της ένοπλης αγροτικής επανάστασης των χωρικών που θα καταστεί η κύρια μορφή πάλης για να θριαμβεύσει η λαϊκή δημοκρατική επανάσταση στην Ινδονησία. 
Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να αποδώσουμε τη μεγαλύτερη προσοχή στην ανασυγκρότηση των κομματικών οργανώσεων στις αγροτικές ζώνες. 
Η μέγιστη προσοχή πρέπει να δοθεί στην επίλυση του προβλήματος της αφύπνισης, της οργάνωσης και της κινητοποίησης των χωρικών στην αντιφεουδαρχική αγροτική επανάσταση. 
Η ένωση του Κόμματος με την αγροτιά, και συγκεκριμένα με τους εργάτες γης και τους φτωχούς αγρότες, πρέπει να υλοποιηθεί σωστά. Γιατί είναι μόνο μέσω μιας τέτοιας ένωσης που το Κόμμα θα είναι σε θέση να καθοδηγήσει την αγροτιά και η αγροτιά, από την πλευρά της, θα μπορέσει να γίνει το άπαρτο οχυρό της λαϊκής δημοκρατικής επανάστασης.
Έπειτα από τις επιθέσεις της τρίτης Λευκής Τρομοκρατίας, οι κομματικές οργανώσεις στις αγροτικές ζώνες υπέστησαν γενικά πολύ μεγάλες ζημιές. 
Το γεγονός αυτό έκανε τη δουλειά στην επαρχία πιο δύσκολο. Όμως αυτό δεν αλλάζει με κανένα τρόπο τον ανεξάντλητο νόμο ότι η κύρια δύναμη της λαϊκής δημοκρατικής επανάστασης στην Ινδονησία είναι η αγροτιά, και η ζώνη βάσης της η επαρχία.
Με την πλέον ισχυρή αποφασιστικότητα για την πλήρη υπηρέτηση των λαϊκών  μαζών, οι ινδονήσιοι μαρξιστές-λενινιστές θα είναι σίγουρα σε θέση να υπερβούν τις χειρότερες δυσκολίες. Έχοντας την πλέον απόλυτη εμπιστοσύνη στις μάζες, οι ινδονήσιοι μαρξιστές-λενινιστές θα είναι σίγουρα σε θέση να μετασχηματίσουν τα απομονωμένα ινδονησιακά χωριά σε μεγάλους και σταθερούς στρατιωτικούς, πολιτικούς, οικονομικούς και πολιτιστικούς προμαχώνες της επανάστασης.
Οι ινδονήσιοι χωρικοί είναι οι πλέον ενδιαφερόμενοι για τη λαϊκή δημοκρατική επανάσταση. 
Γιατί μόνο μια τέτοια επανάσταση μπορεί να τους απελευθερώσει από την οπισθοδρόμηση, ώστε να σταματήσουν να είναι τα άδικα θύματα της καταστολής από τη φεουδαρχία. 
Μόνο μια τέτοια επανάσταση μπορεί να τους δώσει όσα ονειρεύονταν σε όλη τους τη ζωή: τη γη. 
Να γιατί οι χωρικοί θα πάρουν σίγουρα το δρόμο της επανάστασης για τη γη και την απελευθέρωση, και αυτό, όποιες κι αν είναι οι δυσκολίες, οι στροφές και τα ζικ ζακ του δρόμου αυτού.
Προφανώς, το δεύτερο καθήκον των ινδονήσιων μαρξιστών-λενινιστών σήμερα είναι η δημιουργία των απαραίτητων προϋποθέσεων για την ένοπλη αγροτική επανάσταση των χωρικών υπό την καθοδήγηση του προλεταριάτου. 
Αν οι ινδονήσιοι μαρξιστές-λενινιστές καταφέρουν να αφυπνίσουν, να οργανώσουν και να κινητοποιήσουν τους χωρικούς για να διεξάγουν την αγροτική αντιφεουδαρχική επανάσταση, θα εξασφαλιστεί η καθοδήγηση της λαϊκής δημοκρατικής επανάστασης από την εργατική τάξη και η νίκη αυτής της επανάστασης.
Ωστόσο, το Κόμμα πρέπει να κάνει προσπάθειες για να δημιουργηθεί ένα επαναστατικό ενιαίο μέτωπο με τις άλλες αντιιμπεριαλιστικές και αντιφεουδαρχικές τάξεις και ομάδες. 
Στη βάση της συμμαχίας της εργατικής τάξης με την αγροτιά υπό την καθοδήγηση του προλεταριάτου, το Κόμμα πρέπει να πασχίσει να κερδίσει στην υπόθεσή του τους μικροαστούς των πόλεων και τις άλλες δημοκρατικές δυνάμεις, καθώς και την εθνική αστική τάξη, ως έναν επιπλέον σύμμαχο στην λαϊκή δημοκρατική επανάσταση. 
Οι σημερινές αντικειμενικές συνθήκες προσφέρουν τη δυνατότητα για τη δημιουργία ενός πλατιού επαναστατικού ενιαίου μετώπου.
Η στρατιωτική δικτατορία των δεξιών στρατηγών με επικεφαλής τους Νασουσιόν και Σουχάρτο είναι η έκφραση της κυριαρχίας των πλέον αντιδραστικών τάξεων της χώρας, δηλαδή της κομπραδόρικης αστικής τάξης, των γραφειοκρατών καπιταλιστών και των μεγαλοτσιφλικάδων. 
Οι αντιδραστικές τάξεις του εσωτερικού, υπό την καθοδήγηση της κλίκας των δεξιών στρατηγών, ασκούν τη δικτατορία τους επί του ινδονησιακού λαού, και δρουν ως μαντρόσκυλα των συμφερόντων του ιμπεριαλισμού στην Ινδονησία, και συγκεκριμένα του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού. 
Κατά συνέπεια, η άνοδος της στρατιωτικής δικτατορίας των δεξιών στρατηγών στην εξουσία θα χρησιμεύσει σίγουρα στην ένταση της καταστολής και της εκμετάλλευσης του ινδονησιακού λαού από τον ιμπεριαλισμό και τη φεουδαρχία.
Η στρατιωτική δικτατορία των δεξιών στρατηγών εκπροσωπεί τα συμφέροντα μόνο μιας μικρής μειοψηφίας που καταστέλλει τη συντριπτική πλειοψηφία του ινδονησιακού λαού. 
Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η στρατιωτική δικτατορία των δεξιών στρατηγών θα πλήξει αναπόφευκτα την αντίσταση των μεγάλων λαϊκών μαζών. 
Η στρατιωτική δικτατορία των δεξιών στρατηγών δεν εκπροσωπεί ούτε καν τη μάζα των στρατιωτών των Ενόπλων Δυνάμεων της Δημοκρατίας της Ινδονησίας. 
Να γιατί η αντίσταση στη στρατιωτική δικτατορία των δεξιών στρατηγών θα εκδηλωθεί επίσης και από στρατιώτες. 
Είναι ξεκάθαρο, κατά συνέπεια, ότι στην πάλη για τη συντριβή της στρατιωτικής δικτατορίας των δεξιών στρατηγών, υπάρχει η δυνατότητα να δημιουργηθεί το όσο πλατύτερο δυνατό μέτωπο.
Η σημερινή κατάσταση είναι διαφορετική από εκείνη όταν υπήρχε η δεύτερη Λευκή Τρομοκρατία (Προβοκάτσια του Μαντιούν). Σήμερα, δεν υπάρχουν οι ενδιάμεσες δυνάμεις που θα ενωθούν με την αντεπανάσταση για να επιτεθούν στις κινητήριες δυνάμεις της επανάστασης. 
Η αριστερή πτέρυγα των ενδιάμεσων δυνάμεων, έχοντας γίνει στόχος της αντεπανάστασης, συμμετέχει στην αντίσταση. 
Ο αριθμός των ενδιάμεσων δυνάμεων που αντιστέκονται στη στρατιωτική δικτατορία των δεξιών στρατηγών αυξάνεται μέρα την ημέρα. 
Το Κόμμα πρέπει να δουλέψει χωρίς δισταγμό για να ενισχύσει το ενιαίο μέτωπο με αυτές τις δυνάμεις.
Επομένως, το τρίτο επιτακτικό καθήκον που τίθεται στους ινδονήσιους μαρξιστές-λενινιστές είναι η δημιουργία ενός επαναστατικού ενιαίου μετώπου με όλες τις αντιιμπεριαλιστικές και αντιφεουδαρχικές ομάδες, βασισμένου στη συμμαχία των αγροτών με τους εργάτες η οποία να βρίσκεται υπό την καθοδήγηση της εργατικής τάξης.
Είναι, λοιπόν, ξεκάθαρο ότι για να θριαμβεύσει η λαϊκή δημοκρατική επανάσταση, οι ινδονήσιοι μαρξιστές-λενινιστές πρέπει να κρατούν ψηλά τις τρεις σημαίες του Κόμματος:
Την πρώτη σημαία, την οικοδόμηση ενός μαρξιστικού-λενινιστικού κόμματος απαλλαγμένου από τον υποκειμενισμό, τον οπορτουνισμό και το σύγχρονο ρεβιζιονισμό.
Τη δεύτερη σημαία, τον ένοπλο αγώνα του λαού, που στην ουσία του είναι ο ένοπλος αγώνας των χωρικών σε μια αντιφεουδαρχική αγροτική επανάσταση υπό την καθοδήγηση της εργατικής τάξης.
Την τρίτη σημαία, το επαναστατικό ενιαίο μέτωπο που βασίζεται στη συμμαχία εργατών και αγροτών και η οποία βρίσκεται υπό την καθοδήγηση της εργατικής τάξης.
Το Πολιτικό Γραφείο έκανε, με το παρόν κείμενο, την αυτοκριτική του για τις σοβαρές αδυναμίες και σφάλματα του Κόμματος κατά την περίοδο μετά το 1951 που προκάλεσε σοβαρές ζημιές για το Κόμμα και σε όλες τις τάξεις του επαναστατικού κινήματος.
Τα καθήκοντα που έχουν να εκπληρώσουν οι ινδονήσιοι μαρξιστές-λενινιστές είναι πολύ δύσκολα. 
Πρέπει να δουλέψουν υπό την πιο άγρια και βάρβαρη τρομοκρατία και διώξεις, χωρίς προηγούμενο στην Ιστορία. 
Ωστόσο, οι ινδονήσιοι μαρξιστές-λενινιστές δεν αμφιβάλλουν ούτε για μια στιγμή πως αν διορθώσουν τα σφάλματα που έκανε το Κόμμα στο παρελθόν, θα ακολουθήσουν εφεξής το σωστό δρόμο, αυτόν της λαϊκής δημοκρατικής επανάστασης. 
Όσο μακρύς, βασανιστικός και δύσκολος και να είναι, πρόκειται για το μόνο δρόμο που οδηγεί σε μια νέα Ινδονησία, ελεύθερη και δημοκρατική, μια Ινδονησία που θα ανήκει πραγματικά στον ινδονησιακό λαό. 
Για αυτή την ευγενική υπόθεση, πρέπει να έχουμε το κουράγιο να ακολουθήσουμε αυτό το μακρύ δρόμο.
Οι μαρξιστές-λενινιστές και οι ινδονήσιοι επαναστάτες, στη βάση της δικής τους εμπειρίας πάλης, δεν έχουν την παραμικρή αμφιβολία για την ορθότητα της θέσης του συντρόφου Μαο Τσε Τουνγκ πως «οι ιμπεριαλιστές και όλοι οι αντιδραστικοί είναι χάρτινες τίγρεις.  Φαίνονται τρομακτικοί, αλλά στην πραγματικότητα δεν είναι τόσο ισχυροί. Βλέποντας τα πράγματα από μελλοντική σκοπιά, είναι ο λαός που είναι, στην πραγματικότητα, ισχυρός, και όχι οι αντιδραστικοί». Η στρατιωτική δικτατορία των δεξιών στρατηγών που κατέχουν σήμερα την εξουσία είναι επίσης μια χάρτινη τίγρης. Εξωτερικά, είναι ισχυροί και τρομεροί. 
Όμως, στην πραγματικότητα, δεν είναι τόσο ισχυροί, γιατί δεν υποστηρίζονται από το λαό, αντίθετα, αυτός τους αντιστέκεται, γιατί οι αντιθέσεις βρίθουν μέσα τους, γιατί διαφωνούν μεταξύ τους για το ποιος θα έχει μεγαλύτερο κομμάτι στην πίτα και περισσότερες εξουσίες. 
Οι ιμπεριαλιστές, ιδιαίτερα οι αμερικάνοι ιμπεριαλιστές, που είναι το βασικό στήριγμα της στρατιωτικής δικτατορίας των δεξιών στρατηγών, είναι επίσης χάρτινες τίγρεις. 
Φαίνονται ισχυροί και τρομεροί, αλλά στην πραγματικότητα είναι αδύναμοι και προσεγγίζουν την πλήρη κατάρρευσή τους. 
Η αδυναμία των ιμπεριαλιστών, και ιδιαίτερα των αμερικάνων ιμπεριαλιστών αποδεικνύεται, με τον πλέον προφανή τρόπο, με την αδυναμία τους να νικήσουν τον ηρωικό βιετναμέζικο λαό και να καταστείλουν το κύμα αντιιμπεριαλιαστικής πάλης των λαών όλου του κόσμου, συμπεριλαμβανομένου του ίδιου του αμερικάνικου λαού, που καταφέρει ισχυρά πλήγματα στο προπύργιο του ιμπεριαλισμού.
Από στρατηγική σκοπιά, οι ιμπεριαλιστές και οι αντιδραστικοί είναι αδύναμοι, και κατά συνέπεια, πρέπει να τους περιφρονούμε. Περιφρονώντας τους εχθρούς μας από στρατηγική σκοπιά, πρέπει να αυξήσουμε το θάρρος μας να παλέψουμε εναντίον τους και να βαθύνουμε την πεποίθησή μας ότι θα τους νικήσουμε. 
Ταυτόχρονα, πρέπει να τους πάρουμε απολύτως στα σοβαρά, να λαμβάνουμε πλήρως υπόψη την ισχύ τους σε τακτικό επίπεδο, και να αποφύγουμε να επιδείξουμε τυχοδιωκτισμό απέναντί τους.
Βρισκόμαστε σήμερα σε μια εποχή όπου ο ιμπεριαλισμός οδεύει στην πλήρη κατάρρευσή του και όπου ο σοσιαλισμός βαδίζει μπροστά θριαμβευτικά σε όλο τον κόσμο. 
Καμία επίγεια δύναμη δεν μπορεί να εμποδίσει την πλήρη καταστροφή του ιμπεριαλισμού και όλων των αντιδραστικών, και καμία δύναμη δεν μπορεί να σταματήσει το σοσιαλισμό. 
Η στρατιωτική δικτατορία των δεξιών στρατηγών, των σκυλιών των συμφερόντων του ιμπεριαλισμού στην Ινδονησία, είναι εξίσου ανίκανη να εκτιμήσει τη δική της καταστροφή. 
Οι εγκληματικές σφαγές και θηριωδίες και τα βασανιστήρια σε εκατοντάδες χιλιάδες κομμουνιστές και δημοκράτες, που συνεχίζονται, δεν θα μπορέσουν να εμποδίσουν το λαό και τους κομμουνιστές να εντείνουν την αντίσταση.
Αντίθετα, όλες αυτές οι βαρβαρότητες και οι θηριωδίες δεν θα χρησιμεύσουν παρά μόνο στην ένταση της πάλης της λαϊκής αντίστασης που γίνεται αποσπασματικά. Οι κομμουνιστές θα απαντήσουν στη δολοφονία δεκάδων χιλιάδων συντρόφων με την αποφασιστικότητα να υπηρετούν πάντοτε, όλο και καλύτερα, το λαό, την επανάσταση και το Κόμμα.
Οι μαρξιστές-λενινιστές που υφίστανται τις επιθέσεις της τρίτης Λευκής Τρομοκρατίας εκφράζουν την βαθύτατη ευγνωμοσύνη τους για την αλληλεγγύη των μαρξιστών-λενινιστών όλου του κόσμου. Αυτή η αλληλεγγύη ενίσχυσε την πεποίθηση των ινδονήσιων επαναστατών για το αδιάσπαστο των δεσμών που ενώνουν την πάλη τους για εθνική απελευθέρωση με την διεθνή πάλη του προλεταριάτου για το σοσιαλισμό. 
Οι ινδονήσιοι μαρξιστές-λενινιστές δεν θα λυπηθούν ούτε ενέργειες ούτε δράσεις για να εκπληρώσουν τις ευχές και τις ελπίδες των μαρξιστών-λενινιστών όλου του κόσμου, υπερασπίζοντας αποφασιστικά το μαρξισμό-λενινισμό και παλεύοντας ενάντια στο σύγχρονο ρεβιζιονισμό, δουλεύοντας όλο και καλύτερα για την απελευθέρωση του λαού και της χώρας τους, και για την παγκόσμια προλεταριακή επανάσταση.
Οι ινδονήσιοι μαρξιστές-λενινιστές που είναι ενωμένοι πνευματικά και αποφασισμένοι να ακολουθήσουν το δρόμο της επανάστασης, δίνοντας όλη τους την ψυχή για το λαό, έχοντας εμπιστοσύνη στο λαό, δουλεύοντας με θάρρος, επιμονή, συνείδηση, αντοχή και επαγρύπνηση, θα είναι σίγουρα σε θέση να υλοποιήσουν την ιστορική του αποστολή, για να καθοδηγήσουν τη λαϊκή δημοκρατική επανάσταση, για να συντρίψουν τη στρατιωτική δικτατορία των δεξιών στρατηγών και για να οικοδομήσουν μια εντελώς νέα εξουσία, τη λαϊκή δημοκρατική δικτατορία. 
Με τη δημοκρατική δικτατορία του λαού, την κοινή εξουσία των αντιϊμπεριαλιστικών και αντιφεουδαρχικών τάξεων και ομάδων υπό την καθοδήγηση της εργατικής τάξης, ο ινδονησιακός λαός θα εξαλείψει πλήρως τον ιμπεριαλισμό και τα κατάλοιπα της φεουδαρχίας, θα οικοδομήσει μια νέα κοινωνία, ελεύθερη και δημοκρατική, και θα βαδίσει στο δρόμο του σοσιαλισμού όπου θα έχει καταργηθεί η εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο.
Να ενωθούμε για να πάρουμε το δρόμο της επανάστασης, ο οποίος φωτίζεται από τα διδάγματα του μαρξισμού-λενινισμού, το δρόμο που οδηγεί στην απελευθέρωση του προλεταριάτου και του ινδονησιακού λαού, το δρόμο που οδηγεί προς το σοσιαλισμό.

Κεντρική Ιάβα, Σεπτέμβρης 1966
Πολιτικό Γραφείο της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΙ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ιωάννης Τζανάκος - Ιστολόγια

Δρεπάνι

Δρεπάνι
Δρεπάνι..

Αρχειοθήκη ιστολογίου

Kurdistan

Nichts

Nichts

Πολιτική και Γεωπολιτική..

Στα όρια..

Ουρανός

Ουρανός

Ερμηνείες της ιστορίας..

Επιστημονικά και επιστημονικοφανή..