Αυτοκαθορισμός

Αυτοκαθορισμός

Σάββατο, 31 Οκτωβρίου 2015

Ο διωγμός / Pier Paolo Pasolini




Πιερ Πάολο Παζολίνι - Βικιπαίδεια 




Γυρνούσα απο τη Βία Πορτουένσε. Άφησα
(με το μυαλό ξεκάθαρο, μέσα στην παραζάλη των άλλων
απο τη γιορτή, εχθρική για μένα πάντα, δίχως φώς,
 αρνούμαι ακόμη κι αυτό που μου μένει)

το αυτοκίνητο στον ήλιο, που τον εξουσίαζε το σούρουπο,
σ'ένα ξεφτισμένο πεζοδρόμιο, στη θλιβερή
αναμπουμπούλα μιάς περιφερειακής αρτηρίας.
Η ατμόσφαιρα γλυκιά, και κόσμος τεμπέλιαζε,
σαν μέσα σε μιά μουντή μιζέρια απο ανθρώπους
βαλμένους σαν τους φράχτες γύρω απο ένα μπάρ:
ήταν ένας άχρωμος τοίχος που χανόταν μπροστά
στην ανείπωτη θέα του ήλιου, χαλάσματα, θεμέλια..
Γύρω απο κείνα τα τραπέζια, ήσαν πρόσωπα
που το σούρουπο, ακόμη ζεστό, τά 'κανε να μοιάζουν
σχεδόν πνεύματα: μανάδες με το καταπιεσμένο τους πάθος
-θυγατέρες, με ρούχα που μέσα τους η καρδιά
κρατούσε σφιχτά την εύθυμη αστική φτώχεια
-γείτονες...Γενικά, όποιος μπορούσε
να επιτρέψει στον εαυτό του το έξοδο μιάς χαράς,
εκεί όπου ο μακρινός τους συνοικισμός
αναπαράγει τα μεγάλα κέντρα της πολιτείας.
Εγώ, έμπαινα μέσα σε κείνο το μπάρ, έτσι, στην τύχη,
για να πιώ κάτι, ρουφηγμένος απ'τον ήλιο,
χωρίς φόρα, μπουχτισμένος πόνο και γνώση.
Όμως-περπατώντας αντίθετα απ'το φώς, έπεσα,
με τον ήλιο να σκοτεινιάζει, πάνω σε παιδάκια και νεαρούς
που παίζανε, κατά μήκος του τοίχου, μέσα σε μιά
αφόρητη ζέστη: και κατέβαινε απο τις στέγες,
απο τους φράχτες, απ'τα φυτά τα σκεπασμένα σκόνη
ή τα καρβουνιασμένα, απ'τους ξερούς θάμνους,
απο τους απαλούς κυματισμούς της εξοχής
όπως σβήνουν προς τη θάλασσα, ένας άνεμος απειλητικός
κι ανάκατος, σκιά μουντή,
ανάσα αφύσικη, που γρήγορα ήταν
όπως είναι πάντα: μιά αύρα του δειλινού,
που για κείνα τα πνεύματα, χαμένα κάτω
στης ζωής την καρδιά, ήταν ανάλαφρη σημαία
που υποδήλωνε τα καλοκάιρια του θανάτου.
Αμέσως, ετούτοι οι ανυποψίαστοι νεαροί, σε παράταξη
σχεδόν ούρλιαζαν πως είναι αθώος όποιος είναι δυνατός.
έβαλαν μέσα στο τζούκ-μπόξ ένα κέρμα:
και μιά καινούργια μουσική έψαλε τη μοίρα τους.
Αυτή τη μοίρα άκουγα, μ'ένα πάθος
πού'φτανε μέχρι μιά φοβισμένη τρυφερότητα,
ανώνυμος μουσαφίρης μπροστά στήν πραγματοποίησή της..
Άκουγα τη ζωή απο τη δική μου επιβίωση.
Μα ήταν πάντοτε ακριβή, εκείνη η ζωή!
εκείνη η παντοτινή ζωή, χωρίς μίσος και χωρίς
αγάπη, χαμένη μέσα στο άπειρό της σχήμα!
Λαός, μπουρζουαζία, χυδαία εισβολή
του Δεκαπενταύγουστου, σάμπως να ήταν φοβισμένοι
μέσα στον ήλιο τους απο κάποια σκοτεινή έμμονη ιδέα,
χοντροκομμένη έκφραση του όχλου, κοσμάκης
χαμένος μέσα στον ακόμα χωριάτικό του συνοικισμό,
που επιζεί στις άκρες της τεράστιας μάχης:
και οι γίοι τους γελάνε, οι μικρότεροι παίζοντας,
οι πιό μεγάλοι ακούγοντας καθισμένοι στα ξερά χόρτα,
το τζούκ-μπόξ στο ύπαιθρο, δυνατοί, αθώοι,
και τόσο ζωντανοί που φαίνονταν ακόμη πιό ζωντανοί
μέσα στον σκοτεινό ανασασμό που λαχάνιαζε πάνω τους..
Βγαίνω απ'το μπάρ, εγώ, θλιμμένος μές τους χαρωπούς,
σάρκα ανάμεσα σ'εκείνα τα πνεύματα: και συμβαίνει
κάτι τρομερό...Μπά, μόνο ένα τρεμούλιασμα,
μιά αίσθηση, ένα τίποτα..Φαίνεται,
ήμουν ζαλισμένος από όλον εκείνο τον κυριακάτικο ήλιο..
Όπως, βγαίνοντας έξω, πάτησα το πόδι μου
πέρα απ'τον κύκλο πού κάνανε οι άνθρωποι φράχτες στο μπάρ,
όλα ήσαν πίσω μου. Ο κόσμος στα τραπέζια,
η νεολαία με τίς ανυποψίαστές της ομορφίες,
οι γιοί, τα κουταβάκια: τίποτε
δεν ήταν πιά μπροστά μου: και σαν ένα τραγούδι
για τη μοναξιά μου-σ'εκείνον τον ανάλαφρο άνεμο
πού'χε αρχίσει σαν μαγικός-
το τζούκ-μπόξ ύψωνε τη φωνή του μέχρι τον ουρανό.
Πίσω από την πλάτη μου: κι εγώ πήγαινα μπροστά,
γιατί; Για ποιόν αληθινό λόγο;
Μόνος, σαν ένα έμβρυο, όπως στις ιδανικές
πηγές μιάς ζωής ή μιάς σταδιοδρομίας..
Μόνος, σαν ένα σκυλί, ή καλύτερα, στεγνός
σαν το ξερό άχυρο, ή σαν φώς πού
κανέναν δεν φωτίζει. Όχι, δε μπορούσα
να κοιτάξω πίσω, τις χαμένες
φιγούρες της ύπαρξης: ήταν σίγουρο
πως θα'μεναν σκληρές και βουβές
να με βλέπουν να φεύγω. Αδύναμος, ακάλυπτος,
τις άφηνα πίσω μου, ακόμα ζωντανές,
ακόμα ζεστές, πεθαμένος, ακόμα αβέβαιος
αν είχα στ'αλήθεια φτάσει στο τέλος.
Όπως έδυε ο ήλιος χρωμάτιζε
μπροστά μου με λίγη σκόνη, χαμόσπιτα,
παρατημένους μαντρότοιχους: και έδινε σε μένα,
ξεγραμμένον απο το γένος των ανθρώπων
-που τρέκλιζα μόνος, καμπουριασμένος, μέσα
στούς ολόγλυκους αφρούς εκείνων των χωρίς όνομα τόπων,
γιορτινών, καλοκαιρινών-την αγωνία του λιντσαρίσματος:
ωστόσο ένα γέλιο...ένα πράο κωμικό φάντασμα
αγάπης..ένα κορμί ζωντανό με το θάρρος του...
μεγάλωνε μέσα μου, σαν άγαλμα μέσα σ'ένα άγαλμα.
-Κι έτσι ξανάπαιρνα τα πρώτα βήματα του ταξιδιού μου.
Θα μπορούσα να ψάξω για συμπόνια,
να παραδοθώ, εκείνη τη στιγμή: ν'απαρνηθώ τον εαυτό μου,
να ξαναπαρνηθώ, να καταφύγω σε μιάν Εκκλησιά, να τρέξω εκεί
όπου, εδώ και αιώνες, πετούν τα όπλα...
Ενώ, απο τύχη, μ'εκείνη τη ζωή πίσω μου,
ανακατεμένη με τις πένθιμες, τις μεγαλόπρεπες
αχτίνες του δειλινού, πάνω απο οικόπεδα και μάντρες,
λευτερώθηκα: δεν έχει δικαιώματα ο άνθρωπος.
Δεν έχει πραγματικότητα, το χωριό του, την κοιλάδα του..
Και ξανακούστηκαν οι "διαμαρτυρίες" μου, όπως πάντα
ξανακούγονται, χωρίς ανάγκη πιά, με πεισματάρικη αφέλεια,
ενός τέρατος λογικής και πάθους.
Ξανακούστηκαν λιγάκι παλαβές, μιά και απευθυνόντανε
σ'εκείνους
που ήσαν άσχετοι ή κακομοίρηδες, δε μπορούσαν να καταλάβουν
αθώα αντικείμενα του μίσους ενός αθώου.
Πώς μπόρεσαν τόσο να προδώσουν,
τους ποιμένες τους, την αγάπη και την τιμή;
Α, ίσως είναι η αγριότητα που προστατεύει το μαντρί.
Γιατί αυτό γνωρίζει πως δε μασάγανε τα λόγια τους:
δεν ήταν παρά μιά στοιχειώδη πράξη
και γι αυτό ενήλικη...Δεν έχει δικαιώματα η καρδια!
Και δε χρειαζόταν τίποτα, αλίμονο, για να παραμορφώσει
αυτό το σχήμα της κιόλας αβέβαιο στο βλέμμα τους,
ψυχές σίγουρες, ειρωνικές, ανυποψίαστες,
σαν τα παιδάκια κάτω απο τα καλοσυνάτα βλέμματα
των πατεράδων μπροστά στις παλιές τους σκληρότητες
στους κουτούς τους θυμούς..
Και στάθηκε εύκολο να βρεθούν οι συνένοχοι του μύθου:
ετούτοι οι "βασιλικώτεροι του βασιλέως", 
ετούτοι οι βασανιστές
οι κλεισμένοι στις Εργατικές κατοικίες, στους συνοικισμούς
με το κορμί τους θρεμμένο με φτωχές μακαρονάδες και πρόστυχα
λίπη, με το πουκάμισο με τη λίγδα στο κολάρο,
με τα παιδιά τους να ουρλιάζουν
στο βάθος μαύρων λαϊκών πολυκατοικιών που είναι σαν άσυλα,
οι αδύνατοι σβέρκοι κίτρινοι απο μπριγιαντίνη,
ή βασανισμένοι απο πρόωρες φαλάκρες,
η εθνική τους φόνισσα..
και καθολικοί! και φασίστες! για να μπορούν να πούν:
Κι εγώ είμαι εγώ, και για μένα η ζωή προορίζει
έναν ρόλο όχι ταπεινόν!
και οι δικές μου πράξεις καθαγιάζονται
απο τη συνείδηση μιάς ηρωϊκής υπηρεσίας!
Κι αν ανάμεσά τους, γιά να πιούν, βρισκόντουσαν,
μέσα στη ζεματιστή απειλητική πνοή,
άνθρωποι με αδερφικά αισθήματα,
δοσμένοι στον αγώνα, μαζί τους, για το γενικό καλό..
θα βρίσκαν τη δουλειά τελειωμένη:
έναν άνθρωπο που οι άνθρωποι περιφρονούν.
Και θα θεωρούσαν την παρουσία του χαμένη.
Δεν έχει δικαιώματα ο αγνός...Θα'χαν
κάθε λόγο, εκείνοι, να γυρίσουν βλοσυρό
και σχεδόν εχθρικό-προσβλημένο απ'την
επίμονη επιθυμία του-το βλέμμα σ'αυτόν που έχασε
το σκοτεινό του παιχνίδι με την γνώμη των πολλών.
Αυτος μπορεί, ω ναι, μέσα του, να ουρλιάζει, βουτηγμένος
στον τρόμο μιάς υποκρισίας
που είναι ο κανόνας του ταπεινού σύμπαντος:
όμως μπροστά στους άλλους γνωρίζει πως άλλος δρόμος
δεν υπάρχει παρά να αποδεχθεί το τέλος αυτού που τελείωσε
στην ταπείνωση, ή σε λίγη ποίηση..
Έτσι, ένας στρατός ήταν έτοιμος-ποιός για να ζήσει,
ποιός για να αποκτήσει ειρηνικά-
να ταξινομήσει αυτό τον άνθρωπο, εδώ και τώρα,
στην καρτέλα του κακού, όπου τώρα κείτεται.
Αχ, μάζα άγρια, που αυτός τόσο αγαπάει,
γη νεκρή, που απ'αυτήν τόσο του αρέσει
η ζωή, ο γυμνός ιταλικός ήλιος!
Να'τος, που προσφέρεται με τη γλύκα του:
είναι ανέντιμο να του προτείνεις το χέρι..
Η νίκη μου, ή ήττα μου, η ηθική μου εντιμότητα!
Τώρα όλα είναι πίσω μου..Ήταν αρκετό ένα μαύρο
φύσημα του ανέμου πάνω απο τούτον τον
φαύλο και ατελείωτο ξεσηκωμό, χυδαίο και τραχύ
σ'ένα δειλινό του Δεκαπενταύγουστου,
για να μπορέσω, τελειώνοντας, να γυρίσω στην αλήθεια.
Μάτια, γυρίστε μάτια! Ξαναγνωρίζω
αυτό που γνώρισα: τον ήλιο και τη μοναξιά.
Αισθήσεις, γυρίστε αισθήσεις, η θέση
της ζωής είναι καινούργια, φρικιαστικά γυμνή,
Ξαναμπαίνω στο αυτοκίνητο, βάζω μπρός,
τρέχω: η βραδιά καίει, βρομάει,
μια κλινική με πράσινα πορτόφυλλα, το κενό
ενός χαντακιού, με σωλήνες για τα νερά,
η Παροκιέτα μόνη ενάντια στη φωτιά,
ο Τρούλος, ένα σκουπίδι με ομοιόμορφες προσόψεις,
χρώμα περιττώματος, ένας ποταμός
απο αυτοκίνητα που επιστρέφουν απο θολούς αφρούς,
η Ρώμη αλειμμένη σαν λάσπη πάνω
στην αναψοκοκκινισμένη λεπίδα τ'ουρανού, παιδιά
με τα λουλούδια, όλο το καλοκαίρι στην άθλια φανέλα,
αχ ντροπή και λαμπρότητα, ντροπή και λαμπρότητα!
Χίλια σύννεφα ειρήνης στεφανώνουν τον ουρανό,
αγάπη, ποτέ δε θα πάψεις να'σαι αγάπη...

(Μετάφραση Α.Ριζιώτης)  


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ιωάννης Τζανάκος - Ιστολόγια

Δρεπάνι

Δρεπάνι
Δρεπάνι..

Αρχειοθήκη ιστολογίου

Kurdistan

Nichts

Nichts

Πολιτική και Γεωπολιτική..

Στα όρια..

Ουρανός

Ουρανός

Ερμηνείες της ιστορίας..

Επιστημονικά και επιστημονικοφανή..