Αυτοκαθορισμός

Αυτοκαθορισμός

Σάββατο, 26 Δεκεμβρίου 2015

Hegel και Γίγνεσθαι (1) Εισαγωγικά σχόλια / Κριτικός σχολιασμός στις παρατηρήσεις [1,2,3,4] Πρώτο τμήμα/Πρώτο Κεφάλαιο της Ε.τ.Λ



Εισαγωγικά σχόλια
Ο Hegel έλαβε την απόφαση, όπως είδαμε, να ορίσει το αρχικό (καθαρό) Είναι και το (καθαρό) Μηδέν σε ένα πλαίσιο μη καθορισιακής κατηγόρησης. 
Η απόφασή του αυτή έχει
και συστημικές αιτίες (αρχιτεκτονική των εννοιών του) και αιτίες που σχετίζονται άμεσα με την γενικότερη απόφασή του να σηματοδοτήσει και να αναδείξει ως θεμελιακή λειτουργική ουσία του Λόγου, άρα και του ενιαίου νοητικού/πραγματικού Είναι, τον καθορισμό.
[Πρέπει εδώ να τονίσουμε πως η λειτουργικότητα ως ουσία του Νοείν και του πραγματικού κόσμου θεωρείται από όλη την νεωτερική φιλοσοφία ως μια από τις θεμελιακότερες πτυχές τους, και ως εκ τούτου όταν μιά νεωτερική φιλοσοφία ορίζει την ουσία της ίδιας αυτής της λειτουργικής ουσίας (της λειτουργικότητας) ορίζει ένα ούτως ειπείν σημαντικό και κρίσιμο σημείο του Λόγου και της πραγματικότητας, ίσως το κρισιμότερο από την σκοπιά της]
Η απόφασή του αυτή δεν στερεί την συγκεκριμένη μορφή της καταφατικής-κατηγορικής εννόησης του αρχικού (καθαρού) Είναι και του (καθαρού) Μηδέν από αντινομίες οι οποίες επιχειρούνται να αρθούν δια της έννοιας του Γίγνεσθαι ως αίρουσας "ενότητας" την ύπαρξη (στο νοείν) του αρχικού Είναι και του Μηδενός.
Δεν μιλάμε για καθαυτότητα αλλά (απλά) για ύπαρξη αυτών των οντοτήτων (του αρχικού Είναι και του Μηδενός) ακολουθώντας την επιλογή του ίδιου του φιλοσόφου, αν και υποθέτουμε μια υπόρρητη ύπαρξη μιάς σχετικής καθαυτότητάς τους -αυτή είναι η δική μας ερμηνεία, που ελέγχεται βέβαια όπως και η υπόθεσή μας για την επιβίωση της αντινομικότητας που υποσημάναμε.
Η αντινομικότητα της καθαυτότητας  των κατηγορικών μορφοποιήσεων "Είναι" και "Μηδέν", αν επιχειρείται ως καθαυτότητα, εντοπίζεται από τον φιλόσοφο στην μορφή της κρίσης ("το χ είναι ψ") όταν διενεργείται στην κατηγόρηση τέτοιων (ίσως και άλλων) αφηρημένων νοητικών οντοτήτων (ή οντοτήτων της νόησης).
Η αντινομικότητα, άρα και το αδιέξοδο της εννόησης των θεμελιακών (νοητικών) πόλων του όντος σε ένα πλαίσιο του κρίνειν είναι (η) μια πτυχή της γενικότερης αντινομικότητας του νοείν που έχει να κάνει με τον μη επιγνωσιακό περιορισμό του στο πεδίο του πεπερασμένου-Είναι (καθορισμένου-Είναι). 
Μια ενδιαφέρουσα πολεμική του Hegel στον Kant βρίσκεται σε αυτές τις παρατηρήσεις του που παραθέτουμε, και αφορά ακριβώς την άλλη πτυχή της κριτικής από μέρους του στην ανεπίγνωτη εμπλοκή στο πεπερασμένο-Είναι που αναφέρεται στις οντοθεολογικές έννοιες-εποπτείες, και ειδικά στην "οντολογική απόδειξη της ύπαρξης του θεού" από την σκοπιά τόσο της αποδοχής της όσο και της (καντιανής) κριτικής της. Θεωρείται πως τόσο οι πρώτες μεταφυσικές ενοράσεις του Υψηλού-Θείου όσο και οι κριτικές τους (με σημαντικότερες αυτές του Kant) είναι καθορισμένες από την ανεπίγνωτη εμπλοκή στο πεπερασμένο-Είναι και τις παραστασιακές του μορφοποιήσεις που εκτείνοναι τόσο εντός του αντικειμένου της παράστασης εν γένει όσο και σε αντικείμενα που δεν της ανήκουν, ή δεν θα έπρεπε να της ανήκουν.
Εδώ πιθανώς ο αναγνώστης του έργου του φιλοσόφου θα βρεθεί ενώπιον ενός σημαντικού αδιεξόδου ερμηνείας που θα πάρει την μορφή της απορίας:
Εάν ο Hegel ήθελε ή επιθυμούσε την ανάδειξη της καθοριστικής σημαντικότητας του καθορίζειν γιατί κάνει κριτική στούς συλλογισμούς εκείνους, τις νοητικές μορφές εκείνες και τις φιλοσοφικές μορφοποιήσεις εκείνες που αρνούνται ακριβώς να υπερβούν το πεδίον του πεπερασμένου-Είναι;
Ο φιλόσοφος έχει θαρρώ παρανοηθεί σφόδρα ως προς την σχέση του με την ιεραρχική δόμηση του Λόγου και του όντος για τους εξής λόγους:
Η κριτική του στην οντο-θεολογία αλλά και σε εκείνες τις μεταφυσικές αφαιρέσεις όπως είναι το αρχικό (καθαρό) Είναι και το Μηδέν που δεν ανήκουν αποκλειστικά στην οντο-θεολογία (τουναντίον, είναι μάλλον αφορώσες περισσότερο την φιλοσοφία), η κριτική αυτή λοιπόν (ή οι κριτικές του) δεν έχουν ως σκοπό την γενική και απόλυτη καταβαράθρωση των εν λόγω εποπτειών αλλά την διατήρησή τους εις ένα άλλο σημείο του νοείν και του Είναι του Είναι. 
Ο φιλόσοφος έχει ως σκοπό την διαλεκτική ένωση του αφηρημένου θεμελίου (αρχικό Είναι/Μηδέν) και των συγκεκριμένων καθορισμών του Είναι ως καθορισμένου-πεπερασμένου Είναι (πλέον), αλλά αυτό το επιθυμεί και το διενεργεί με διατήρηση του αφηρημένου ως αιρόμενου που υπάρχει ως ένα σημείο εις το οποίο πάντα επιστρέφουμε και πρέπει να επιστρέφουμε για να αντλήσουμε την ουσία του Λόγου και του καθορισμένου-Είναι. 
Το ίδιο συμβαίνει και στο θέμα "θεός". 
Είναι προφανές πως ενώ ο φιλόσοφος αποδέχεται βέβαια αυτό το αφηρημένο θεμέλιο όπως έχει αναπτυχθεί στην μεταφυσική (φιλοσοφική οντολογία) και επίσης το Ύψος της θεολογικής ενόρασης, δεν αποδέχεται την συγκεκριμένη μορφή τους που είναι περιορισμένη επίσης σε μια αφηρημένη εποπτεία. 
Το αφηρημένο θεμέλιο και ο θεός είναι να αρθούν αλλά διατηρούμενα ως ενορμήσεις και εν μέρει συλλήψεις του Είναι στο Ύψος της κυριαρχίας τους έναντι του πεπερασμένου-καθορισμένου Είναι, αν και βέβαια χωρίς την ουσιαστική τους διαμεσολάβηση από αυτό (το πεπερασμένο-Είναι) δεν είναι αφηρημένα-συγκεκριμένα αλλά μόνον αφηρημένα. 
Από την άλλη, το ξανατονίζω, η ανωτερότητα του (νέου) αφηρημένου-συγκεκριμένου που κατορθώνεται με την διαλεκτική διαμεσολάβηση του πεπερασμένου-καθορισμένου-Είναι δεν καταστρέφει τα θεμέλια του νοητικά-φιλοσοφικά αφηρημένου (αρχικό Είναι/Μηδέν) αλλά επίσης δεν καταστρέφει την έννοια και την εποπτεία του θεού τουλάχιστον ως προς το Υψηλό σημείο που την νοηματοδοτεί και την τοπικοποιεί. 
Ειδικά το αφηρημένο διττό θεμέλιο του Είναι/Μηδενός, με τις ειδικά "μηδενωτικές" του ιδιότητες, είναι ένα ον το οποίο αποτελεί μιαν αιώνια πηγή της σκέψης και της ζωής.
Θα έλεγα μάλιστα πως όχι μόνον αποτελεί μιαν αιώνια πηγή του Γίγνεσθαι της ζωής και της σκέψης της εις την οποία επανέρχεται αλλά και  την τελική του κατάληξη, εις ένα σημείο μάλιστα άλλον της θεο-λογίας αλλά και άλλον της ίδιας της φιλοσοφίας του πεπερασμένου, ακόμα κι αν αυτή είναι καθορισμένη διαλεκτικά, ως σχέση πεπερασμένου απείρου.
Ακολουθούν οι παρατηρήσεις του Φιλοσόφου και ετοιμάζονται αναλυτικότερα σχόλια.

Ιωάννης Τζανάκος



Hegel

Μετάφραση Δημήτρης Τζωρτζόπουλος
ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΤΗΣ ΛΟΓΙΚΗΣ
[Η ΜΕΓΑΛΗ ΛΟΓΙΚΗ]
ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ
Η ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΗ ΛΟΓΙΚΗ
Πρώτος τόμος
Η ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΕΙΝΑΙ



ΠΡΩΤΟ ΒΙΒΛΙΟ-
ΠΡΩΤΟ ΤΜΗΜΑ, ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΤΙΚΟΤΗΤΑ [ΚΑΘΟΡΙΣΤΙΚΟΤΗΤΑ](ΠΟΙΟΤΗΤΑ)

Πρώτο κεφάλαιο. ΕΙΝΑΙ  

[Οι παρατηρήσεις 1,2,3,4 παρατίθενται από τον ίδιο τον Hegel μετά από το Α[Είναι] και το Β.[Μηδέν] και εντός του C-[Γίγνεσθαι] μετά το C.1-η ενότητα του Είναι και του Μηδενός, πριν (όμως) από το C.2-βαθμίδες του γίγνεσθαι και το C.3-η πράξη αναίρεσης του γίγνεσθαι]
Το κυρίως κείμενο (μέρος όλου του κειμένου της Επιστήμης της Λογικής) του Hegel παρατίθεται από εμάς στο Hegel και Μηδέν / Σύνοψη ερμηνειών
Παρατήρηση 1
Το Μηδέν συνήθως αντι-τίθεται στο Κάτι, αλλά το Κάτι είναι ήδη ένα προσδιορισμένο (καθορισμένο) ον, που διαφοροποιείται από ένα άλλο Κάτι, επομένως, και το Μηδέν, που είναι αντίθετο στο Κάτι, το Μηδέν οποιουδήποτε Κάτι είναι ένα προσδιορισμένο (καθορισμένο) Μηδέν. 
Εδώ όμως το Μηδέν πρέπει να λαμβάνεται στην απροσδιόριστη (ακαθόριστη) απλότητά του. -Εάν έκρινε κανείς ως πιό σωστό, να αντιθέτει στο Είναι το μη-Είναι αντί για το Μηδέν, δεν θα υπήρχε καμμία αντίρρηση σ'αυτό, όσον αφορά το αποτέλεσμα, δεδομένου ότι στο μη-Είναι περιέχεται η αναφορά στο Είναι, αμφότερα, το Είναι και η άρνηση του ίδιου τούτου, διατυπώνονται σε έναν ενιαίο όρο: στο Μηδέν, έτσι όπως ετούτο είναι μέσα στο γίγνεσθαι. Αλλά το ζήτημα, πρώτα απ'όλα, δεν είναι η μορφή της αντί-θεσης, που είναι ταυτόχρονα η μορφή της αναφοράς, αλλά η αφηρημένη, άμεση άρνηση: Το Μηδέν, καθαρά γιά τον εαυτό του, η άρνηση που στερείται την αναφορά,-αυτό που θα μπορούσε κανείς, εάν το επιθυμεί, να το εκφράσει με το απλό: Δεν.
Οι Ελεάτες, ειδικά ο Παρμενίδης, είναι οι πρώτοι που δήλωσαν για την σκέψη του καθαρού Είναι ότι είναι το απόλυτο και η μοναδική αλήθεια, στα σωζόμενα αποσπάσματά του ο Παρμενίδης έχει αποφανθεί με τον καθαρό ενθουσιασμό του νοείν που για πρώτη φορά έχει συλληφθεί στην απόλυτη αφαίρεσή του: Το Είναι μόνο είναι, και το Μηδέν δεν είναι διόλου. 
-Στα ανατολικά συστήματα, ουσιαστικά στον βουδισμό, είναι γνωστό ότι το Μηδέν, το κενό, είναι η απόλυτη αρχή. -Ενάντια σε εκείνη την απλή και μονόπλευρη αφαίρεση, ο βαθύνους Ηράκλειτος πρότεινε την ανώτερη, ολική έννοια του γίγνεσθαι και είπε: Το Είναι τόσο λίγο είναι όσο το Μηδέν, ή επίσης: τα πάντα ρεί, δηλαδή: όλα είναι γίγνεσθαι. 
Οι λαϊκές παροιμίες, ιδιαίτερα οι ανατολίτικες, σύμφωνα με τις οποίες κάθε τι που υπάρχει έχει το σπέρμα του αφανισμού του στην ίδια την γέννησή του, ενώ ο θάνατος απεναντίας είναι η είσοδος σε μια νέα ζωή, εκφράζουν κατά βάθος την ίδια ένωση του Είναι και του Μηδενός. 
Αλλά αυτές οι εκφράσεις έχουν ένα υπόστρωμα, στο οποίο λαμβάνει χώρα η μετάβαση. Είναι και Μηδέν είναι διαχωρισμένα το ένα από το άλλο εντός του χρόνου, συλλαμβάνονται δια της παράστασης ως εναλλασσόμενα μέσα σ'αυτόν, αλλά δεν συλλαμβάνονται δια του νοείν στην αφαίρεσή τους και ως εκ τούτου όχι έτσι, ώστε καθεαυτά και διεαυτά να είναι το ίδιο.
"Ex nihilo, nihil fit" είναι μία από τις προτάσεις, στις οποίες απέδωσαν μεγάλη σημασία στους κόλπους της μεταφυσικής. 
Σε τούτη την πρόταση μπορεί κανείς να δει είτε μόνο την κενή ταυτολογία: το Μηδέν είναι Μηδέν, ή, εάν το γίγνεσθαι επρόκειτο να έχει πραγματική σημασία μέσα σ'αυτή, προφανώς τότε, με δεδομένο ότι από το Μηδέν μόνο Μηδέν γίνεται, η πρόταση στην πράξη δεν περιέχει κανένα γίγνεσθαι, γιατί το Μηδέν σ'αυτή παραμένει Μηδέν. 
Το γίγνεσθαι υποδηλώνει ότι το Μηδέν δεν παραμένει Μηδέν, αλλά ότι μεταβαίνει στο άλλο του, το Είναι. -Όταν η μεταγενέστερη μεταφυσική, ειδικά η χριστιανική, απέρριπτε την πρόταση [σύμφωνα με την οποία] από το Μηδέν γίνεται Μηδέν, κατέφασκε μια μετάβαση από το Μηδέν στο Είναι, ανεξάρτητα από το πόσο συνθετικά ή απλώς παραστασιακά κατανόησε η εν λόγω μεταφυσική την πρόταση, ωστόσο περιέχεται, ακόμα και στην πιό ατελή ενοποίηση [του Είναι και του Μηδενός], ένα σημείο, όπου το Είναι και το Μηδέν συμπίπτουν και ο διαφοροποιημένος χαρακτήρας τους εξαφανίζεται. -Η πρόταση: "από το Μηδέν γίνεται Μηδέν, Μηδέν είναι ακριβώς Μηδέν" οφείλει την ιδιαίτερη σημασία της στην αντίθεσή της προς το γίγνεσθαι εν γένει και κατά συνέπεια στην δημιουργία του κόσμου από το Μηδέν. 
Εκείνοι που καταφάσκουν την πρόταση "το Μηδέν είναι ακριβώς Μηδέν", και μάλιστα υπερασπίζοντάς την με πολύ ζήλο, στερούνται την επίγνωση ότι έτσι συντάσσονται με τον αφηρημένο πανθεϊσμό των Ελεατών και από άποψη αρχής επίσης με τον πανθεϊσμό του Σπινόζα. 
Η φιλοσοφική άποψη που δέχεται ως αρχή ότι "το Είναι είναι μόνο Είναι, το Μηδέν είναι μόνο Μηδέν" αξίζει το όνομα: "σύστημα της ταυτότητας", τούτη η αφηρημένη ταυτότητα είναι η ουσία του πανθεϊσμού.
Εάν το αποτέλεσμα, σύμφωνα με το οποίο Είναι και Μηδέν είναι το ίδιο πράγμα, ξαφνιάζει ως τέτοιο ή φαίνεται παράδοξο, επ'αυτού δεν χρειάζεται να πούμε τίποτα περισσότερο, θα έπρεπε να μας προκαλεί κατάπληξη εκείνη η κατάπληξη που δείχνει να είναι τόσο νεοφερμένη στην φιλοσοφία και η οποία ξεχνά ότι σε τούτη την επιστήμη απαντούν εντελώς διαφορετικοί προσδιορισμοί (καθορισμοί) από ό,τι στην κοινή συνείδηση και τον επονομαζόμενο κοινό νου που δεν είναι ακριβώς ο κοινός νούς, αλλά ένας νους εκπαιδευμένος πάνω σε αφαιρέσεις και στην πίστη ή μάλλον πάνω στην δεισιδαίμονα πίστη σε αφαιρέσεις.
Δεν θα ήταν δύσκολο να καταδείξουμε αυτή την ενότητα του Είναι και του Μηδενός σε κάθε παράδειγμα, σε κάθε Πραγματικό ή σε κάθε διανόημα. 
Για το Είναι και το Μηδέν πρέπει να πούμε το ίδιο που είπαμε πιό πάνω για την αμεσότητα και την διαμεσολάβηση, όπου η τελευταία τούτη περιέχει μιά αναφορά του ενός στο άλλο, άρα άρνηση. 
Να πούμε δηλαδή ότι πουθενά στον ουρανό και στη γη δεν υπάρχει Κάτι που να μην περιείχε μέσα του αμφότερα, Είναι και Μηδέν. Ασφαλώς, επειδή εδώ μιλάμε για ένα οποιοδήποτε Κάτι και για ένα Πραγματικό, εκείνοι οι προσδιορισμοί (καθορισμοί) δεν είναι πλέον παρόντες στην πλήρη αναλήθεια, στην οποία αυτοί είναι ως Είναι και ως Μηδέν, αλλά σε έναν περισσότερο ανεπτυγμένο προσδιορισμό (καθορισμό) και κατανοούνται π.χ ως θετικό και αρνητικό, το πρώτο το τεθειμένο, ανασκοπημένο Είναι, το δεύτερο το τεθειμένο, το ανασκοπημένο Μηδέν.
Το θετικό όμως περιέχει ως αφηρημένη του βάση του το Είναι και το αρνητικό το Μηδέν.
-Έτσι, στον ίδιο το θεό, η ποιότητα -ενέργεια, δημιουργία, δύναμη κ.ο.κ- περιέχει ουσιαστικά τον προσδιορισμό (καθορισμό) του αρνητικού, -ετούτοι οι προσδιορισμοί (καθορισμοί) είναι η πράξη παραγωγής, ανάδειξης ενός άλλου. Αλλά μια εμπειρική κατάδειξη εκείνης της κατάφασης με παραδείγματα θα ήταν εντελώς περιττή εδώ.
Επειδή εφεξής αυτή η ενότητα Είναι και Μηδενός, ως πρώτη αλήθεια, σχηματίζει μιά για πάντα τη βάση και θα αποτελέσει το στοιχείο όλων αυτών που ακολουθούν, γι'αυτό, πέραν του ίδιου του γίγνεσθαι, όλοι οι επόμενοι Λογικοί προσδιορισμοί (καθορισμοί): προσδιορισμένο (καθορισμένο) Είναι, ποιότητα, εν γένει όλες οι έννοιες της φιλοσοφίας, είναι παραδείγματα αυτής της ενότητας. -Αλλά ο αυτο-αποκαλούμενος κοινός ή υγιής νους, στον βαθμό που απορρίπτει τον αχώριστο χαρακτήρα του Είναι και του Μηδενός, ας δοκιμάσει να εντοπίσει ένα παράδειγμα, όπου το ένα θα μπορούσε να είναι χωριστό από το άλλο (κάτι χωριστό από το όριο, τον περιορισμό, ή, όπως μόλις αναφέραμε, το άπειρο, ο θεός, χωριστός από την ενέργεια). 
Μόνο τα κενά επινοήματα, Είναι και Μηδέν, μόνο αυτά είναι χωριστά πράγματα, και είναι εκείνα στα οποία χορηγεί προτεραιότητα ο κοινός νους έναντι της αλήθειας, του αχώριστου, αδιάσπαστου δεσμού, που βρίσκεται παντού ενώπιον μας.
Δεν μπορούμε να ελπίζουμε να αντιμετωπίσουμε όλες τις συγχύσεις, τις οποίες δημιουργεί στη κοινή συνείδηση μιά τέτοια λογική πρόταση, επειδή αυτές είναι ανεξάντλητες. Λίγες μόνον μπορεί να αναφερθούν. 
Ένας λόγος, μεταξύ άλλων, για τέτοιες συγχύσεις είναι ότι η συνείδηση προσθέτει σε μια τέτοια λογική πρόταση παραστάσεις από ένα συγκεκριμένο Κάτι και λησμονεί πως το θέμα εδώ δεν είναι ένα τέτοιο συγκεκριμένο, αλλά μονάχα οι καθαρές αφαιρέσεις του Είναι και του Μηδενός και πως αυτά μόνο πρέπει να κρατούνται σταθερά στο μυαλό.
Είναι και μη-Είναι είναι το ίδιο πράγμα, άρα [λένε] είναι το ίδιο εάν είμαι ή δεν είμαι, εάν τούτο το σπίτι είναι ή δεν είναι, εάν αυτά τα εκατό τάλιρα είναι ή δεν είναι μέρος της περιουσιακής μου κατάστασης [βλ. Kant, κριτική του καθαρού Λόγου Β 627]. -Αυτός ο συλλογισμός [ως] η εφαρμογή εκείνης της πρότασης αλλάζει εντελώς το νόημά της.
Η πρόταση περιέχει τις καθαρές αφαιρέσεις του Είναι και του Μηδενός, η εφαρμογή της όμως [αυτή] τις μετατρέπει σε ένα προσδιορισμένο (καθορισμένο) Είναι και σε ένα προσδιορισμένο (καθορισμένο) Μηδέν.
Μόνο που εδώ, όπως είπαμε, δεν είναι το προσδιορισμένο (καθορισμένο) Είναι το θέμα μας. 
Ένα προσδιορισμένο (καθορισμένο), ένα πεπερασμένο Είναι είναι τέτοιας υφής που αναφέρεται σε ένα άλλο, είναι ένα περιεχόμενο που τελεί σε σχέση αναγκαιότητας με ένα άλλο περιεχόμενο, με τον κόσμο ολόκληρο. 
Σε ό,τι αφορά τους αλληλοπροσδιορισμούς (αλληλοκαθορισμούς) που συνέχουν το όλο, η μεταφυσική μπόρεσε να βεβαιώσει -μια βεβαίωση κατά βάθος ταυτολογική- ότι, εάν μόριο σκόνης καταστρεφόταν, θα κατέρρεε ολόκληρο το σύμπαν. 
Στις ενστάσεις που έγιναν ενάντια στην υπό συζήτηση πρόταση κάτι φαίνεται να μην μένει αδιάφορο για το αν είναι ή δεν είναι, όχι εξαιτίας του Είναι ή του μη-Είναι, αλλά εξαιτίας του περιεχομένου του, που το φέρει σε συνάφεια με ένα άλλο. 
Εάν ένα προσδιορισμένο (καθορισμένο) περιεχόμενο, οποιοδήποτε ορισμένως προσδιορισμένο-Είναι (καθορισμένο-Είναι) προϋποτίθεται, τότε αυτό το προσδιορισμένο-Είναι (καθορισμένο-Είναι), επειδή είναι προσδιορισμένο (καθορισμένο), βρίσκεται σε πολλαπλή σχέση με ένα άλλο περιεχόμενο, ετούτο δεν είναι αδιάφορο για το προσδιορισμένο-Είναι (καθορισμένο-Είναι), ως προς το εάν ένα ορισμένο άλλο περιεχόμενο, με το οποίο αυτό το Είναι βρίσκεται σε σχέση, είναι ή δεν είναι, διότι μόνο μέσω μιας τέτοιας σχέσης είναι ουσιαστικά ό,τι είναι. 
Το ίδιο ισχύει για τον παραστασιακό, τον κοινό τρόπο σκέψης (δεδομένου οτι λαμβάνουμε το μη-Είναι υπό το πιό ειδικό νόημα του παριστάνειν, δηλαδή του κοινού τρόπου σκέψης, απέναντι στην πραγματικότητα). 
Στην συνάφεια τούτη, το Είναι ή η απουσία ενός περιεχομένου, το οποίο, ως προσδιορισμένο (καθορισμένο), συλλαμβάνεται δια της παράστασης να αναφέρεται σε ένα άλλο, δεν είναι κάτι το αδιάφορο.
Αυτή η θεώρηση περιέχει εκείνο  που αποτελεί ένα κύριο σημείο στην καντιανή κριτική της οντολογικής απόδειξης περί ύπαρξης του θεού, εδώ ωστόσο αναφερόμαστε μόνο σε ό,τι αφορά τη διαφορά, που συναντάμε μέσα σε αυτή την απόδειξη, ανάμεσα στο Είναι και το Μηδέν εν γένει και ανάμεσα στο προσδιορισμένο (καθορισμένο) Είναι και μη-Είναι. 
-Όπως είναι γνωστό, εκείνη η αποκαλούμενη απόδειξη προϋπέθετε την έννοια ενός όντος, όπου ανήκουν όλες οι ρεαλιστικές υπάρξεις, επομένως και η συγκεκριμένη ύπαρξη, την οποία ομοίως υπέθετε ως μία από αυτές τις ρεαλιστικές υπάρξεις. 
Η κύρια θέση της καντιανής κριτικής ήταν ότι η ύπαρξη ή το Είναι (αμφότερα εδώ σημαίνουν το ίδιο πράγμα) δεν είναι μια ιδιότητα ή ένα ρεαλιστικό κατηγορούμενο, δηλαδή όχι μια έννοια από κάτι που θα μπορούσε να προστεθεί στην έννοια ενός πράγματος [ Kant, k.r.V B 626]. - Ο Κάντ θέλει να πει με αυτό ότι το Είναι δεν μπορεί να είναι ένας προσδιορισμός (καθορισμός) περιεχομένου.
-Άρα, συνεχίζει, το δυνατό δεν περιέχει τίποτα περισσότερο από το πραγματικό, εκατό πραγματικά τάλιρα δεν περιέχουν ούτε πολλοστημόριο περισσότερα από εκατό πιθανά -δηλαδή τα εκατό πραγματικά τάλιρα δεν έχουν κανέναν άλλο προσδιορισμό (καθορισμό) περιεχομένου από το δυνατό, το πιθανό.
Για τούτο το περιεχόμενο, θεωρημένο ως μεμονωμένο, είναι πράγματι αδιάφορο, εάν είναι ή δεν είναι, δεν υπάρχει μέσα σε αυτό καμμία διαφορά του Είναι ή του μη-Είναι, η διαφορά τούτη δεν το επηρεάζει καθόλου, τα εκατό τάλιρα δεν γίνονται λιγότερα, εάν δεν υπάρχουν, ούτε περισσότερα, εάν υπάρχουν.
Κάθε διαφορά πρέπει να προέρχεται από αλλού. "Αλλά", μας θυμίζει ο Κάντ, "στην περιουσιακή μου κατάσταση υπάρχουν περισσότερα από εκατό πραγματικά τάλιρα απ΄ό,τι υπάρχουν στην απλή έννοιά τους (δηλαδή στη δυνατότητά τους). 
Διότι το αντι-κείμενο, όταν πρόκειται για την πραγματικότητα, δεν περιέχεται απλώς στην έννοιά μου αναλυτικά, αλλά προστίθεται συνθετικά στην έννοιά μου (η οποία είναι ένας προσδιορισμός της κατάστασής μου), χωρίς τα εν λόγω νοούμενα εκατό τάλιρα να αυξάνονται ούτε κατ΄ελάχιστον δια τούτου του Είναι που αυτά έχουν έξω από την έννοιά μου."
Εδώ προϋποτίθενται δύο ειδών καταστάσεις, για να μείνουμε στις καντιανές εκφράσεις που δεν είναι απαλλαγμένες από μια συγκεχυμένη δυσκινησία: η μια, ό,τι ο Κάντ αποκαλεί έννοια - με την οποία πρέπει να καταλαβαίνουμε την παράσταση-, και η άλλη, η περιουσιακή κατάσταση. 
Για τη μία όπως και για την άλλη, την περιουσία και την παράσταση τα εκατό τάλιρα είναι ένας προσδιορισμός(καθορισμός)-περιεχομένου, ή, με την έκφραση του ίδιου του Κάντ, προστίθενται κατάσταση και παράσταση συνθετικά: Εγώ, ως κάτοχος εκατό ταλίρων ή ως μη-κάτοχος αυτών, ή ακόμα Εγώ, ως φανταζόμενος εκατό τάλιρα ή ως μη φανταζόμενος αυτά, είμαι αναμφίβολα ένα διαφορετικό περιεχόμενο. 
Διατυπωμένο πιο γενικά:
Οι αφαιρέσεις του Είναι και του Μηδενός παύουν αμφότερες να είναι αφαιρέσεις, στο μέτρο που περιέχουν ένα προσδιορισμένο (καθορισμένο) περιεχόμενο, το Είναι τότε είναι ρεαλιστική πραγματικότητα, το προσδιορισμένο (καθορισμένο) Είναι των εκατό ταλίρων, το Μηδέν είναι η άρνηση, το προσδιορισμένο (καθορισμένο) μη-Είναι των ίδιων. 
Αυτός ο ίδιος ο προσδιορισμός(καθορισμός)-περιεχομένου, τα εκατό τάλιρα, έχοντας συλληφθεί για τον εαυτό του (αφ΄εαυτού) αφηρημένα, είναι αμετάβλητα το ίδιο πράγμα στο ένα όπως είναι και στο άλλο. 
Αλλά, όταν επιπλέον το Είναι λαμβάνεται ως περιουσιακή κατάσταση, τα εκατό τάλιρα αναφέρονται σε μια κατάσταση, για την οποία δεν είναι κάτι το αδιάφορο η εν λόγω προσδιοριστικότητα (καθοριστικότητα) που αυτά είναι, το Είναι τους ή μη-Είναι τους δεν είναι παρά μεταβολή, αυτά μετατίθενται στη σφαίρα του προσδιορισμένου (καθορισμένου)-Είναι. 
Όταν συνεπώς, ενάντια στην ενότητα του Είναι και του Μηδενός, υποστηρίζεται ότι εν πάσει περιπτώσει δεν είναι αδιάφορο, εάν τούτο ή εκείνο (τα εκατό τάλιρα) είναι ή δεν είναι, τότε είναι απάτη το να μεταθέτουμε τη διαφορά ανάμεσα στο αν έχω ή δεν έχω τα εκατό τάλιρα απλώς σε διαφορά ανάμεσα στο Είναι και το μη-Είναι. 
Αυτή η απάτη, όπως έχει δειχθεί, ερείδεται στη μονόπλευρη αφαίρεση, η οποία αφήνει έξω το ορισμένως προσδιορισμένο (καθορισμένο), που είναι παρόν σε τέτοια παραδείγματα, και εμμένει απλώς στο Είναι και μη-Είναι, όπως ακριβώς - αντίστροφα- αυτή η αφαίρεση μετατρέπει το αφηρημένο Είναι και το Μηδέν (το οποίο θα πρέπει να συλλαμβάνεται) σε ένα προσδιορισμένο (καθορισμένο)-Είναι.
Μόνο το προσδιορισμένο (καθορισμένο)-Είναι περιέχει την ρεαλιστική διαφορά του Είναι και του Μηδενός, δηλαδή ένα Κάτι και ένα άλλο. 
Αυτή η ρεαλιστική διαφορά έρχεται να απασχολήσει την παράσταση, αντί για εκείνη ανάμεσα στο αφηρημένο Είναι και το καθαρό Μηδέν, και για την απλώς εικαζόμενη μεταξύ τους.
Σύμφωνα με τη φρασεολογία του Καντ, "μέσω της ύπαρξης εισάγεται κάτι στο συνεκτικό πλαίσιο της συνολικής εμπειρίας...Αποκτούμε δι΄αυτού ένα επιπλέον αντι-κείμενο της κατ΄αίσθηση αντίληψης, χωρίς όμως να αυξάνεται έτσι η έννοιά μας για το αντικείμενο." 
Τούτο σημαίνει απλώς, όπως προκύπτει από την ερμηνεία μας, ότι Κάτι, επειδή ουσιαστικά είναι προσδιορισμένη (καθορισμένη) ύπαρξη, μέσω της ύπαρξής του βρίσκεται σε συνάφεια με ένα άλλο, μεταξύ δεν των άλλων και με ένα αντιλαμβανόμενο υποκείμενο. 
"Η έννοια των εκατό ταλίρων", λέει ο Κάντ, [δεν τα κάνει]"να αυξάνονται μέσω της αντιληπτικής δραστηριότητας". 
Η έννοια εδώ σημαίνει τα εκατό τάλιρα, που προηγουμένως παρατηρήσαμε ότι παραστάθηκαν κατά τρόπο μεμονωμένο. Κατ'αυτόν εδώ τον τρόπο, τα εκατό τάλιρα είναι πράγματι ένα εμπειρικό περιεχόμενο, αλλά αποκομμένο, χωρίς συνάφεια και προσδιορισμένο (καθορισμένο) χαρακτήρα απέναντι σε ένα άλλο. 
Η μορφή της αυτο-ταυτότητας αφαιρεί από αυτά την αναφορά σε άλλο, και τα καθιστά αδιάφορα, ως προς το εάν συλλαμβάνονται δια της κατ΄αίσθηση αντίληψης ή όχι. 
Αλλά τούτη η υποτιθέμενη έννοια των εκατό ταλίρων είναι μια κίβδηλη έννοια, η μορφή της απλής αυτο-αναφοράς δεν ανήκει, η ίδια, σε ένα τέτοιο περιορισμένο, πεπερασμένο περιεχόμενο, είναι μια δάνεια μορφή προσαρτημένη σε αυτό εδώ από την υποκειμενική διάνοια -αφού τα εκατό τάλιρα δεν είναι κάτι που αναφέρεται στον εαυτό του αλλά κάτι μεταβλητό και εφήμερο.
Το νοείν και το παριστάνειν, που έχει ενώπιόν του μόνο ένα προσδιορισμένο (καθορισμένο) Είναι, το Dasein, πρέπει να αναπεμφθεί πίσω στο αναφερθέν ξεκίνημα της επιστήμης, που έγινε με τον Παρμενίδη, ο οποίος αποσαφήνισε και ανύψωσε σε καθαρή σκέψη, στο Είναι ως τέτοιο, τις δικές του παραστασιακές συλλήψεις και συνακόλουθα εκείνες των μεταγενεστέρων, δημιουργώντας έτσι το στοιχείο της επιστήμης. -Ό,τι είναι το πρώτο στην επιστήμη, έπρεπε κατ΄αναγκαιότητα να δείχνετε ιστορικά ως πρώτο. 
Και πρέπει να θεωρούμε το ελεατικό Έν-α ή Είναι ως το πρώτο στη Γνώση της σκέψης, [ενώ, λ.χ] το ύδωρ και παρόμοιες υλικές αρχές οφείλουν βέβαια να είναι το καθολικό, ακόμα κι αν, ως υλικά πράγματα, δεν είναι καθαρές σκέψεις, [ενώ, επίσης] οι αριθμοί  δεν είναι ούτε το πρώτο απλό διανόημα ούτε εκείνο που μένει κοντά στον εαυτό του, αλλά το εντελώς εξωτερικό προς τον ίδιο τον εαυτό του διανόημα.
Η αναπομπή από το μερικό πεπερασμένο Είναι πίσω στο Είναι ως τέτοιο μέσα στην εντελώς αφηρημένη του καθολικότητα πρέπει να θεωρείται όχι μόνον ως πρώτιστη θεωρητική απαίτηση, αλλά και ως η πρώτιστη πρακτική. 
Όταν, για παράδειγμα, γίνεται πολύς θόρυβος για τα εκατό τάλιρα, έτσι ώστε να μην υπάρχει διαφορά στην περιουσιακή μου κατάσταση, εαν τα έχω ή όχι, ακόμη περισσότερο, εάν το Εγώ είναι ή όχι, εάν κάτι άλλο είναι ή όχι, τότε (χωρίς να αναφέρουμε ότι θα υπάρχουν περιουσιακές καταστάσεις για τις οποίες η κατοχή αυτή των εκατό ταλίρων θα είναι αδιάφορη) μπορούμε να υπενθυμίσουμε πως ο άνθρωπος οφείλει να ανυψωθεί σε ετούτη την αφηρημένη καθολικότητα της πνευματικής του διάθεσης, εις την οποία του είναι στην πράξη αδιάφορο εάν τα εκατό τάλιρα "είναι" ή "δεν είναι", ανεξάρτητα από την ποσοτική σχέση που μπορεί να έχουν με την περιουσιακή του κατάσταση. 
Ακριβώς όπως του είναι αδιάφορο, εάν αυτός είναι ή δεν είναι, δηλαδή είναι ή δεν είναι στην πεπερασμένη ζωή (γιατί νοείται μια κατάσταση, ένα προσδιορισμένο (καθορισμένο) Είναι) κ.ο.κ 
- si fractus illabatur orbis, impavidum ferient ruinae (=ακόμα και κομματιασμένος να είναι ο ουρανος, θα τον βρούν απτόητο τα ερείπια) έχει πει ένας Ρωμαίος [Οράτιος, Ωδες, βιβλίο ΙΙΙ, Ωδή 3].
Ακόμα περισσότερο οφείλει ένας χριστιανός να διατελεί σε αυτή την αδιαφορία..
Ακόμη πρέπει να σημειώσουμε την άμεση σύνδεση ανάμεσα, αφενός, στην ανύψωση πάνω από τα εκατό τάλιρα και τα πεπερασμένα πράγματα εν γένει και, αφετέρου, στην οντολογική απόδειξη και την μνημονευθείσα καντιανή κριτική αυτής, εδώ.
Αυτή η κριτική, λόγω του ότι αποτέλεσε δημοφιλές παράδειγμα, κέρδισε καθολική αληθοφάνεια. 
Ποιός δεν γνωρίζει ότι εκατό πραγματικά τάλιρα είναι διαφορετικά από εκατό απλώς πιθανά τάλιρα; Ότι συνιστούν μια διαφορά στην περιουσιακή μου κατάσταση; 
Επειδή έτσι είναι προφανής αυτή η διαφορετικότητα σε σχέση με τα εκατό τάλιρα, γι΄αυτό η έννοια, δηλαδή η προσδιοριστικότητα (καθοριστικότητα) του περιεχομένου ως κενή δυνατότητα, και το Είναι είναι διαφορετικά μεταξύ τους, άρα και η έννοια του θεού είναι διαφορετική από το Είναι του, και όσο λίγο μπορώ να εξαγάγω από την πιθανότητα να υπάρχουν τα εκατό τάλιρα την ενεργό πραγματικότητά τους, άλλο τόσο λίγο μπορώ να αποσπάσω από την έννοια του θεού την ύπαρξή του. 
Αλλά είναι τούτη η διαδικασία της απόσπασης της ύπαρξης του θεού από την έννοιά του που οφείλει να συνιστά την οντολογική απόδειξη.
Τώρα, αν και είναι φυσικά σωστό ότι η έννοια του θεού είναι διαφορετική από το Είναι, η διαφορά του θεού από τα εκατό τάλιρα και τα άλλα πεπερασμένα πράγματα είναι ακόμα μεγαλύτερη. 
Έχει να κάνει με τον ορισμό των πεπερασμένων πραγμάτων ότι σε αυτά η έννοια και το Είναι είναι διαφορετικά , ότι η έννοια και η ρεαλιστική πραγματικότητα, η ψυχή και το σώμα είναι διαχωρίσιμα, επομένως φθαρτά και θνητά, ο αφηρημένος ορισμός του θεού, απεναντίας, είναι ακριβώς ότι η έννοιά του και το Είναι του είναι αδιάσπαστα. 
Η αληθινή κριτική των κατηγοριών και του Λόγου είναι ακριβώς τούτη: να κατατοπίζει το γνωρίζειν για τη διαφορά αυτή, να το εξοικειώνει με τούτη εδώ (τη διαφορά) και να το αποτρέπει από το να εφαρμόζει στο θεό τους προσδιορισμούς (καθορισμούς) και τις σχέσεις του πεπερασμένου.


Παρατήρηση 2
Ακόμη ένας λόγος μπορεί να αναφερθεί που συνηγορεί για την αποστροφή προς την πρόταση σχετικά με το Eίναι και το Mηδέν, αυτός ο λόγος είναι ότι το αποτέλεσμα, που προκύπτει από τη θεώρηση του Eίναι και του Mηδενός, έτσι όπως εκφράζεται στην πρόταση το Eίναι και το Mηδέν είναι ένα και το αυτό πράγμα, είναι ατελές. 
Η έμφαση δίνεται, κατά κύριο λόγο, στο ότι είναι ένα και το αυτό, όπως συμβαίνει στην κρίση εν γένει, όπου το κατηγορούμενο μόνο αποφαίνεται τι είναι το υποκείμενο. 
Το νόημα συνεπώς φαίνεται να είναι τούτο: ότι αμφισβητείται η διαφορά παρ΄ότι συγχρόνως εμφανίζεται απευθείας στην πρόταση, διότι αποτυπώνει τους δύο προσδιορισμούς, το Eίναι και το Mηδέν, και τους περιέχει ως διαφοροποιημένους. 
Συγχρόνως δεν μπορεί κανείς να πιστεύει ότι οφείλει να γίνεται αφαίρεση από αυτούς τους προσδιορισμούς και να διατηρείται μόνο η ενότητα. 
Αυτό το νόημα θα ήταν προφανώς μονόπλευρο,επειδή εκείνο από το οποίο θα έπρεπε να γίνεται αφαίρεση, είναι εν τούτοις παρόν και κατονομάζεται ρητά μέσα στην πρόταση. 
Στο μέτρο τώρα που η πρόταση "το Eίναι και το Mηδέν είναι το ίδιο πράγμα" εκφράζει την ταυτότητα των προσδιορισμών, αλλά στην πράξη περιέχει εξίσου αμφότερους τους προσδιορισμούς (καθορισμούς) ως διαφοροποιημένους, αντιφάσκει εσωτερικά με τον εαυτό της και αυτο-ακυρώνεται. 
Εάν επικεντρωθούμε πιό προσεκτικά σε αυτό το αποτέλεσμα, θα δούμε λοιπόν ότι είναι τεθειμένη ενώπιόν μας μια πρόταση, η οποία, ιδωμένη εγγύτερα, διακρίνεται για την κίνηση: να εξαφανίζεται αυθόρμητα, μέσω του ίδιου του εαυτού της. 
Αλλά έτσι λαμβάνει χώρα σ΄αυτή την ίδια εκείνο που προορίζεται να αποτελεί το ιδιαίτερο πεεριεχόμενό της, δηλαδή το γίγνεσθαι.
Η πρόταση περιέχει έτσι το αποτέλεσμα, η ίδια είναι το τελευταίο τούτο αυτό καθεαυτό. 
Αλλά η περίσταση, στην οποία πρέπει να δώσουμε προσοχή, είναι το ελάττωμα ότι το αποτέλεσμα δεν είναι το ίδιο εκφρασμένο μέσα στην πρόταση, αυτό είναι μια εξωτερική ανασκόπηση, η οποία το αναγνωρίζει εκεί μέσα. 
Στη συνάφεια τούτη πρέπει, ευθύς εξαρχής, να κάνουμε εούτη τη γενική παρατήρηση, ότι δηλαδή η πρόταση, υπό τη μορφή μιας κρίσης, δεν είναι ικανή να εκφράσει θεωρησιακές αλήθειες, η οικειότητα με αυτή την περίσταση θα ήταν κατάλληλη, για να αποφύγουμε πολλές παρανοήσεις των θεωρησιακών αληθειών. 
Η κρίση είναι μια ταυτή αναφορά ανάμεσα στο υποκείμενο και το κατηγορούμενο, σ΄αυτή την περίπτωση γίνεται αφαίρεση από το γεγονός ότι το υποκείμενο έχει ακόμα περισσότερες προσδιοριστικότητες από εκείνες του κατηγορουμένου, όπως και από το γεγονός ότι το κατηγορούμενο είναι πιό ευρύ από το υποκείμενο. 
Τώρα, εάν το περιεχόμενο είναι θεωρησιακό, το μη ταυτό του υποκειμένου και του κατηγορουμένου επίσης είναι ουσιώδης πτυχή, η οποία όμως δεν εκφραζεται μέσα στην κρίση. 
Το παράδοξο και παράξενο φως, μέσα στο οποίο παρουσιάζεται εμφανίζεται ένα μεγάλο μέρος της νεωτερικής φιλοσοφίας για τους μη εξοικειωμένους με το θεωρησιακό σκέπτεσθαι, οφείλεται, κατά πολλούς τρόπους, στη μορφή της απλής κρίσης, όταν ετούτη η μορφή χρησιμοποιείται για την αποτύπωση απόδοση θεωρησιακών αποτελεσμάτων.
Για να εκφράσουμε τη θεωρησιακή αλήθεια,το ελάττωμα αναπληρώεται αρχικά με το να προστίθεται η αντίθετη πρόταση, δηλαδή η πρόταση: "Eίναι και Mηδέν δεν είναι το ίδιο", η οποία έχει εξίσου διατυπωθεί πιό πάνω. 
Αλλά τότε έρχεται στο προσκήνιο το άλλο ελάττωμα, ότι αυτές οι προτάσεις είναι αποσυνδεδεμένες, παριστούν επομένως το περιεχόμενο, μόνο υπό τη μορφή της αντινομίας ενώ το περιεχόμενό τους αναφέρεται στο ένα και το αυτό πράγμα και ότι οι προσδιορισμοί (καθορισμοί) που εκφράζονται στις δύο προτάσεις πρέπει να είναι απόλυτα συνενωμένοι, μια συνένωση η οποία μπορεί να εκφράζεται μόνο ως μη ανησυχία ταυτόχρονα ασυμβίβαστων όρων, ως μια κίνηση.
Η πιο συνηθισμένη αδικία, που υφίσταται η θεωρησιακή πεμπτουσία, είναι ότι καθίσταται μονόπλευρη, δηλαδή δίνεται έμφαση στη μια μόνο εκ των προτάσεων, στις οποίες η εν λόγω πεμπτουσία μπορεί να διαλύεται. 
Τότε κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί ότι αυτή η πρόταση καταφάσκεται, όσο σωστή είναι η δήλωση, τόσο είναι και ψευδής, δεδομένου πως, εάν η μια πρόταση λαμβάνεται άπαξ με βάση το θεωρησιακό, εξίσου θα έπρεπε να τουλάχιστον τότε να λαμβάνεται υπόψη και να αρθρώνεται/παρατίθεται και η άλλη. -Σε τούτο το σημείο πρέπει ακόμη να κάνουμε ιδιαίτερη μνεία σε εκείνη, ούτως ειπείν, την άτυχη λέξη: ενότητα, η ενότητα, ακόμα περισσότερο από την ταυτότητα, χαρακτηρίζει μια υποκειμενική ανασκόπηση, αυτή λαμβάνεται κυρίως ως η αναφορά, που προκύπτει από την σύγκριση, από την εξωτερική ανασκόπηση. 
Στο μέτρο που αυτή εδώ βρίσκει το πράγμα σε δύο διαφορετικά αντι-κείμενα, τότε είναι παρούσα μια τέτοια ενότητα, ώστε να προϋποτίθεται η πλήρης αδιαφορία προς ετούτη την ενότητα των ίδιων των αντι-κειμένων που συγκρίνονται, έτσι ώστε αυτή η διεργασία σύγκρισης και η ενότητα να μην αφορούν διόλου τα ίδια τα αντι-κείμενα, αλλά να είναι ένα εξωτερικό σε αυτά ενεργείν και προσδιορίζειν (καθορίζειν).
Η ενότητα συνεπώς εκφράζει την εντελώς αφηρημένη ομοιότητα και ηχεί τόσο πιό σκληρά και παράδοξα, όσο πιο πολύ δείχνουν να είναι εντελώς διαφορετικοί οι όροι, από τους οποίους αυτή η ενότητα εκφράζεται. Αντί για ενότητα, επομένως, θα ήταν καλύτερα κατά το μέτρο αυτό να λέμε μόνον αχώριστο και αδιάσπαστο/μη-διαχωρίσιμο, αλλά τότε το καταφατικό της αναφορικής σχέσης του όλου δεν εκφράζεται.
Έτσι, το αληθές αποτέλεσμα ως όλο, που έχει ανακύψει εδώ, είναι το γίγνεσθαι, το οποίο δεν είναι απλώς η μονομερής ή αφηρημένη ενότητα του Είναι και του Μηδενός. Απεναντίας είναι αυτή η κίνηση, που συντελεί ώστε το καθαρό Είναι να είναι άμεσο και απλό και γι΄αυτό το λόγο να είναι εξίσου καλά το καθαρό Μηδέν, συντελεί ώστε η διαφορά αυτών των δύο να είναι [=να υπάρχει]. Το αποτέλεσμα, επομένως, καταφάσκει εξίσου καλά τη διαφορά του Είναι και του Μηδενός, αλλά ως μια τέτοια που απλώς νομίζουμε.
Κάποιος νομίζει ότι το Είναι μάλλον είναι το απόλυτο άλλο σε σχέση με το Μηδέν και ότι δεν υπάρχει τίποτα πιό σαφές από την απόλυτη διαφορά τους, δεν φαίνεται λοιπόν τίποτα πιο εύκολο από το να μπορεί κανείς να τη δηλώνει. Αλλά εξίσου εύκολο είναι να πείθει τον εαυτό του πως είναι αδύνατο, αυτή να είναι ανείπωτη. 
Αυτοί που εννοούν να επιμένουν στη διαφορά Είναι και Μηδενός, ας επιχειρήσουν να δηλώνουν σε τι τούτη εδώ συνίσταται. 
Εάν Είναι και Μηδέν είχαν οποιοδήποτε προσδιορισμένο (καθορισμένο) χαρακτήρα, δια του οποίου θα διαφοροποιούνταν μεταξύ τους, τότε αυτά θα ήταν, όπως προαναφέραμε, προσδιορισμένο (καθορισμένο) Είναι και προσδιορισμένο (καθορισμένο) Μηδέν, όχι το καθαρό Είναι και το καθαρό Μηδέν, τέτοια δηλαδή που αυτά εξακολουθούν να είναι. 
Η διαφορά τους, ως εκ τούτου, είναι τελείως κενή, το καθένα τους είναι κατά τον ίδιο τρόπο απροσδιόριστο (ακαθόριστο), η διαφορά συνεπώς δεν υπάρχει σε αυτά τα ίδια, αλλά μόνο σε ένα τρίτο, μέσα στο νομίζειν.
Το νομίζειν όμως είναι μια μορφή του Υποκειμενικού, το οποίο δεν εμπίπτει στη σειρά τούτης της παρουσίασης. Αλλά το τρίτο, στο οποίο το Είναι και Μηδέν έχουν την υφιστάμενη ουσία τους, πρέπει επίσης να είναι παρόν εδώ, και αυτό είναι ήδη παρόν, είναι το γίγνεσθαι. Μέσα σε τούτο, Είναι και Μηδέν, είναι παρόντα ως διαφορετικές βαθμίδες, γίγνεσθαι είναι μόνο στο μέτρο που αυτά είναι διαφοροποιημένα.
Το τρίτο τούτο είναι ένα άλλο σε σχέση με αυτά, -αυτά δεν υφίσταται παρά μέσα σε ένα άλλο, πράγμα που σημαίνει εξίσου ότι αυτά δεν είναι αυθύπαρκτα. 
Το γίγνεσθαι είναι η υφιστάμενη ουσία τόσο του Είναι όσο και του μη-Είναι, ή ή υφιστάμενη ουσία τους είναι μόνο το Είναι τους σε ένα Εν, ακριβώς τούτη η υφιστάμενη ουσία τους είναι που εξίσου καλά αναιρεί τη διαφορά τους.
Η πρό(σ)κληση, να δηλώσουμε τη διαφορά ανάμεσα στο Είναι και το Μηδέν, περικλείει επίσης εντός εαυτού την πρό(σ)κληση να λέμε τι είναι λοιπόν Είναι και τι Μηδέν. Όσοι εναντιώνονται στο να αναγνωρίσουν ότι το ένα όπως και το άλλο είναι μόνο ένα μεταβαίνειν του ενός μέσα στο άλλο και καταφάσκουν για το Είναι και το Μηδέν ετούτο ή εκείνο, ας τους αφήσουμε να δηλώνουν περί ποιού πράγματος ομιλούν, δηλαδή να τους αφήσουμε να διατυπώσουν έναν ορισμό για το Είναι και το Μηδέν και να καταδεικνύουν την ορθότητά του.
Χωρίς να έχουν ικανοποιήσει αυτή την πρώτη απαίτηση της αρχαίας επιστήμης, τους λογικούς κανόνες της οποίας κατά τα άλλα αποδέχονται και εφαρμόζουν, όλοι εκείνοι οι ισχυρισμοί για το Είναι και το Μηδέν είναι μόνο διαβεβαιώσεις χωρίς επιστημονική εγκυρότητα.
Εάν κάποιος κάποτε έχει πει πως η ύπαρξη, στο μέτρο που από την αρχή θεωρείται ως ισοδύναμη με το Είναι, είναι η ολοκλήρωση της δυνατότητας, τότε προϋποτίθεται ένας άλλος προσδιορισμός (καθορισμός) παράλληλα, η δυνατότητα: το Είναι να μην εκφράζεται στην αμεσότητά του, αλλά πράγματι ως μη αυθύπαρκτο, ως υποκείμενο σε όρους. Για το Είναι, που είναι διαμεσολαβημένο, θα κρατήσουμε την έκφραση: ύπαρξη. Η κοινή πρακτική όμως είναι να έχουμε μια φαντασιακή παράσταση του Είναι, να το φανταζόμαστε περίπου υπό την εικόνα του καθαρού Φωτός, ως την διαύγεια ενός ανέφελου βλέπειν, ενώ το Μηδέν ως την καθαρή νύχτα, και να κατοχυρώνουμε την διαφορά τους σε τούτη την πολύ οικεία, κατ'αίσθηση διαφορετικότητα. Αλλά στη πράξη, εάν φανταστούμε κι αυτό το βλέπειν με μεγαλύτερη ακρίβεια, εύκολα μπορούμε να αντιληφθούμε ότι στην απόλυτη διαύγεια βλέπουμε τόσο πολύ και τόσο λίγο όσο στο απόλυτο σκοτάδι, ότι το ένα βλέπειν είναι τόσο καλό όσο και το άλλο, ότι το καθαρό βλέπειν είναι ένα βλέπειν του Μηδενός. 
Το καθαρό φως και το καθαρό σκοτάδι είναι δύο κενά, τα οποία ισοδυναμούν με το ίδιο πράγμα. Μόνο στο προσδιορισμένο (καθορισμένο) φως -και το φως προσδιορίζεται (καθορίζεται) μέσα από το σκοτάδι-, άρα στο θολό φως, ακριβώς όπως μόνο στο προσδιορισμένο (καθορισμένο) σκοτάδι -και το σκοτάδι προσδιορίζεται (καθορίζεται) μέσα από το φως-, άρα στο φωτεινό σκοτάδι, μπορεί κάτι να διαφοροποιείται, για τον λόγο ότι μόνο το θολό φως και το φωτεινό σκοτάδι έχουν την διαφορά σ'αυτά τα ίδια και είναι συνεπώς προσδιορισμένο (καθορισμένο) Είναι, Dasein. 

  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ιωάννης Τζανάκος - Ιστολόγια

  • μάτια - όταν η όψη τους χαθεί επιτέλους, δεν ξέρω άλλο να ζητήσω, θα έρθω να σε βρώ δεν θα μας ρωτήσει κανένας από που και πως φτάσαμε ούτε χρεία να'μαστε μόνοι...
    Πριν από 7 ώρες
  • Why Women Had Better Sex Under Socialism - The New York Times - Why Women Had Better Sex Under Socialism - The New York Times Photo A woman working at a collective farm near Moscow in 1955. Credit Mark Redkin/FotoSo...
    Πριν από 1 εβδομάδα

Δρεπάνι

Δρεπάνι
Δρεπάνι..

Αρχειοθήκη ιστολογίου

Kurdistan

Nichts

Nichts

Πολιτική και Γεωπολιτική..

Στα όρια..

Ουρανός

Ουρανός

Ερμηνείες της ιστορίας..

Επιστημονικά και επιστημονικοφανή..