Αυτοκαθορισμός

Αυτοκαθορισμός

Τετάρτη, 23 Δεκεμβρίου 2015

Hegel / αποφατική κατηγόρηση του αρχικού Είναι (2) / Μηδέν: Το άνθος της ἀρνησης..



Αν εξετάσουμε στην εκκίνηση της εγελιανής "Διδασκαλίας περί του Είναι"  την θέση τής έννοιας τού Μηδενός στην σειρά παράθεσης των δύο θεμελιακών πόλων του όντος (αρχικό Είναι/Μηδέν) θα δούμε πως δεν είναι καθοριστική για την εννοιολόγηση της ουσίας τους. 
Η πραγματικά αρχοντική θέση για τον Hegel ανήκει στο Μηδέν (Τίποτα).
Αυτό το γεγονός πρέπει να εξεταστεί αναλυτικά, όπως απαρτίζεται όμως και από την επιλογή της σειράς παράθεσης και από την επιλογή να εμφανίζεται το Μηδέν υπορρήτως στην αρχή-αρχή του κειμένου δια της αποφατικής εννοιολόγησης του αρχικού Είναι.


Η αποφατικότητα ως τρόπος εμφάνισης του Μηδενός συσχετίζεται με την σειρά παράθεσης σε ένα συγκεκριμένο κοινωνικο-ιστορικό πλαίσιο συγκρότησης του στοχασμού, το οποίο σε μεγάλο βαθμό συνεχίζεται σήμερα στις ουσιαστικές του παραμέτρους και αφορά τον φόβο για την ανάδειξη της κυριαρχικής παρουσίας του Μηδενός στην συγκρότηση της σκέψης και της ζωής. 
Ο Hegel έχει βέβαια (συγκριτικά με άλλους) τον ελάχιστο φόβο, αλλά δεν παύει να δέχεται την έκταση της κυριαρχίας του καθορισμένου ως καθαυτό Είναι, άρα σε κάποιον βαθμό και το βάθος αυτής της κυριαρχίας. 
Η γενικότερη επιλογή του ως προς τον νοητικό καθορισμό των δύο θεμελιακών πόλων του όντος (Είναι/Μηδέν)  είναι και επιλογή στηριγμένη στις πεποιθήσεις του και επιλογή στηριγμένη στον κοσμοθεωρητικό φόβο απέναντι στο Μηδέν.


Ας δούμε τώρα αναλυτικότερα τι σημαίνει η επιλογή της αποφατικής κατηγόρησης του Είναι σε διάκριση πάντα προς μια πιθανή καθορισιακή κατηγόρηση όπως θα την προκρίναμε σε ένα πλαίσιο ενός άλλου κοσμοθεωρητικού σχεδίου.
Για να δείτε την διαφορά αποφατικής κατηγόρησης και καθορισιακής κατηγόρησης του αρχικού Είναι, όπως την εννοήσαμε με συντομία, καλό θα ήταν να διαβάσετε το εξής παρακάτω:

Αυτοκαθορισμός: Hegel / αποφατική κατηγόρηση του αρχικού Είναι (1)


Η παραδοξότητα της συνύπαρξης της εννόησης μιας μόνον κατηγορικής μορφοποίησης του αρχικού Είναι με την αντίστοιχη (οριακά ταυτή-διαφορετική) (και) καθορισιακή (και) κατηγορική μορφοποίησή του έγκειται στο εξής:
Η μόνον κατηγορική μορφοποίηση ενός γνωστικού αντικειμένου είναι ανοιχτή σε θετικές και αποφατικές εννοήσεις που όμως αποκλείουν την κατάληξη σε έναν θετικό όρο, όχι απαραίτητα άμεσα σαφή αλλά πάντως διασαφηνισμένο σε ένα μεταβατικό πλαίσιο ως σαφή. 
Το σημαντικό εδώ είναι το εξής:
Η άρνηση της μεταβατικότητας ενός όρου στερεί κυρίως την δυνατότητα της μετάβασης σε ένα νοητικό και οντολογικό θετικόν, δηλαδή σε έναν "κανονικό" καθορισμό. 
Ο καθορισμός δεν υφίσταται χωρίς ένα θετικόν τέλος του, και αυτό δεν είναι αναγκαίο να είναι (ούτε) ένα ον της νόησης, ένα οντολογικά νοούμενο ον ή ένα Μηδέν, όπως τουλάχιστον το γνωρίζουμε.
Θα ήθελα να ισχυριστώ πως ο αρμονικότερος προς μιάν τέτοια λειτουργία καταστασιακός "καθορισμός" της λειτουργούσας νόησης-ψυχής είναι η αποφατικότητα, χωρίς να αποκλείονται άλλες μορφές.
Όμως, και εδώ είναι το παράδοξον:
Ο αποκλεισμός της, ολοκληρωμένης έστω, καθορισιακότητας κατά την κατηγόρηση του εκάστου ή όλου όντος σημαίνει την αδυναμία πραγματικής διαλεκτικής συνυπάρξεως της λειτουργίας που αναπληρώνει το "κενό" της, ήτοι -εδώ- της αποφατικότητας, με την αποκλεισμένη λειτουργία (καθορισιακότητα) αν ομιλούμε σε ένα πλαίσιο συνολιστικής πρακτικής. 
Αυτό το τελευταίο το λέω γιατί η αδυναμία πραγματικής συνυπάρξεως μιας νοητικής (και πιθανώς οντολογικής) λειτουργίας με μιαν άλλη αποκτά τον χαρακτήρα του παραδόξου αν ομιλούμε για την πιθανότητα της συγκρότησης συνόλων ή συνόλου ή ολότητας. 
Αν αρνηθούμε αυτή την ανάγκη, της συνολικοποίησης, έστω κατά την φάση της συγκρότησης του συστήματος των δύο θεμελιακών πόλων του όντος (αρχικό Είναι/Μηδέν), τότε η συζήτηση παύει και οι συζητητές πάνε στο σπίτι τους, δεν χρειάζεται να χαλάμε καρδιές με καθηγητές, η δική τους είναι ούτως ή άλλως χαλασμένη. 
Εξάλλου ακόμα και σε ένα πλαίσιο αποδοχής της αποφατικότητας ως δυνατότητας μη καθορισιακής κατηγόρησης δεν αποκλείονται άλλες δυνατότητες, μια από αυτές παραμένει η καθηγητική καταφυγή στο όλον σύστημα ήτοι τα τσαλίμια για την διαφορά διαλεκτικής έκθεσης, παρουσίασης, αναπαραστατικών μέσων εντός ακόμα (και) του εγελιανού συστήματος. 
Άντε γειά (υποψήφιοι και μη) καθηγητές.


Ας προχωρήσουμε τώρα σε μια πυκνωτική ερμηνεία της διαλεκτικής αποφατικότητας των εγελιανών ορισμών του αρχικού Είναι, επαναλάμβάνοντας κάποια σημεία από το κείμενο του Hegel και δικές μας ερμηνείες.



ΕΠΑΝΑΛΗΨΗ (1):

Καλό είναι να ανατρέξετε στο κείμενο για την ερμηνευτική διαίρεση της αποφατικής πράξης ορισμού που διενεργήσαμε στο: 

Αυτοκαθορισμός: Hegel / Eνδιάμεση σημείωση για την αρχική αποφατικότητα της εγελιανής "οντολογικής" έναρξης..


για να δείτε το ολοκληρωμένο νόημα αυτής της διαίρεσης.

Εδώ απλά θα χωρίσουμε το κείμενο με τα σημεία 1,2,3.


Μετάφραση, Δημήτρης Τζωρτζόπουλος
ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΤΗΣ ΛΟΓΙΚΗΣ
[Η ΜΕΓΑΛΗ ΛΟΓΙΚΗ]
ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ
Η ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΗ ΛΟΓΙΚΗ
Πρώτος τόμος
Η ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΕΙΝΑΙ
ΠΡΩΤΟ-ΒΙΒΛΙΟ, 
ΠΡΩΤΟ ΤΜΗΜΑ:ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΤΙΚΟΤΗΤΑ                                
[ΚΑΘΟΡΙΣΤΙΚΟΤΗΤΑ](ΠΟΙΟΤΗΤΑ)


Πρώτο κεφάλαιο. ΕΙΝΑΙ  
Hegel

A. [Είναι]


[Σημείο 1] Είναι, καθαρό Είναι, χωρίς κανένα άλλον προσδιορισμό [καθορισμό]. 


[Σημείο 2] Στην  απροσδιόριστη [ακαθόριστη] αμεσότητά του, είναι ίσο μόνο με τον ίδιο του τον εαυτό και ακόμα δεν είναι άνισο έναντι ενός άλλου, δεν έχει καμμία διαφορά στο εσωτερικό του εαυτού του ούτε προς τα έξω.


Το είναι δεν θα μπορούσε να διατηρείται σταθερά μέσα στην καθαρότητά του, εάν περιείχε οποιοδήποτε προσδιορισμό [καθορισμό] ή περιεχόμενο που θα ήταν διαφοροποιημένο μέσα σ'αυτό ή δια του οποίου το ίδιο θα μπορούσε να τίθεται ως διαφοροποιημένο από ένα άλλο. 


[Σημείο 3] Αυτό είναι η καθαρή απροσδιοριστία [ακαθοριστία] και κενότητα. -Δεν υπάρχει τίποτα μέσα σ'αυτό που να πρέπει να εποπτεύεται, εάν μπορούμε εδώ να μιλάμε για εποπτεύειν, ή το ίδιο είναι αυτό τούτο το καθαρό, κενό εποπτεύειν. 


Εξίσου τόσο λίγο μπορεί να σκεφτεί κανείς κάτι μέσα σ'αυτό, ή το ίδιο είναι μόνο τούτο το κενό νοείν. 

Το Είναι, το απροσδιόριστο [ακαθόριστο] άμεσο, στην πράξη είναι Μηδέν και τίποτα λιγότερο ή περισσότερο από Μηδέν.




Πυκνωτικές ερμηνείες
Η άρνηση ως καθαυτότητα περιέχει την αναγκαστικότητα της αναφορικότητας. Γι'αυτό έχουμε προτιμήσει για να νοηματοδοτήσουμε την άρνηση τον ξεχασμένο όρο της αυτάρκειας, ο οποίος είναι στην πραγματικότητα ένας τετριμμένος όρος της προαιωνίου έννοιας και της προαιωνίου οντολογικής καταστάσεως της Αρχής. 
Η Αρχή δεν εξαρτάται από ένα Άλλο, ούτε αναφέρεται σε κάποια αναφορική λειτουργία, ενώ η καθαυτότητα εμπεριέχει πάντα την δυνατότητα της αναφορικότητας σε κάτι Άλλο άρα δυνητικά και στο αντίθετό της. 
Η εσωσχεσιακότητα της καθαυτότητας σε αναφορά προς την αναφορικότητα του Είναι στο Μηδέν και αντιστρόφως, διενεργείται πάντα με έναν τρόπο που οδοποιεί τον εαυτό της εις την αναφορικότητα και την εσωσχεσιακότητα προς το αντίθετο. 
Η άρνηση είναι η Αρχή του ανθρώπινου ως ανθρώπινου και ως Αρχή δεν αναφέρεται σε τίποτα άλλο από τον εαυτό της και δεν σχετίζεται εσωτερικά με τίποτα άλλο από τον εαυτό της.
Το άνθος της άρνησης ως Αρχής είναι το Μηδέν (Τίποτα-εντελές Κενό) αλλά οι καρποί της πολλοί δια αυτού του άνθους.
Επαναλαμβάνω από το Αυτοκαθορισμός: Hegel και Μηδέν (3)    την ερμηνεία μου:



ΕΠΑΝΑΛΗΨΗ (2)
"..Η άρνηση είναι η μοναδική πραγματική πλεονασματική αυτάρκεια του (ανθρώπινου) όντος, αυτή η αυτάρκεια είναι η αμεσότητά του, και μόνον έτσι είναι άμεσο, ούτως είναι Μηδέν και τελικά έτσι συγκροτείται η θεμελιακή του έλλειψη να είναι ετερο-αναιρόν στοιχείο.

Σε αυτή την διαλεκτική ο "κόμπος" είναι η αμεσότητα, αν βέβαια δεχτούμε αυτή την διαλεκτική και αν αρνηθούμε δια αυτής της διαλεκτικής τις καταχρηστικές έννοιες της αμεσότητας όπως τις έχουμε συνηθίσει να τις ακούμε. 

Η κομβικότητα αυτής της συγκεκριμένης αρνησιακής αμεσότητας έχει σαν λογικό της αποτέλεσμα την ανάδυσή της ως κοινής ιδιότητας των θεμελιακών πολικοτήτων του όντος:

Το Είναι μεταβαίνει στο μη-Είναι (Μηδέν) δια της άρνησής του από το Μηδέν συγχρόνως με την μετάβαση του μη-Είναι (Μηδενός) στο Είναι δια της άρνησής του πάλι από το Μηδέν -παρά την φαινομενική λειτουργικότητα της άρνησης (στην πτυχή αυτή) από την μεριά του Είναι. 

Το Είναι παρουσιάζεται ως άρνηση του Μηδενός μόνον δια του αποτελέσματος. 

Το Μηδέν παραμένει εδώ (στην κατεύθυνση από το Μηδέν στο Είναι) το δημιουργικό εγκατιαίο Μηδέν, η Γένεση είναι στο βάθος των πραγμάτων ένας θάνατος του Μηδενός από το ίδιο το Μηδέν. 

Η φυσική γέννηση αφορά τα φυσικά όντα, και το άνθρωπο μόνον ως φυσικό ον (φτώχεια των καθορισμών) αλλά η πραγματική Γένεση είναι Γένεση μέσα στο όργιο του Μηδενός, ή εν πάσει περιπτώσει είναι αδύνατη ως (ανθρώπινη) Γένεση αν δεν διενεργηθεί και δια αυτού του οντολογικού οργίου "καθαρής" εσωτερικότητας-κενότητας και "μηδενισμού" [όποιος δεν καταλαβαίνει πόσο επιτασιακά ανθρώπινοι είναι οι μη-φυσικοί άνθρωποι δεν έχει πάρει πρέφα τίποτα].

Το Μηδέν είναι η μοναδική πλεονασματική δυνατότητα καθαρής αυτο-άρνησης και στηρίζει την αυτο-άρνηση του Είναι, την τυπική φθορά, αυτήν την διάσταση που έχει παραμείνει ως μοναδική για να καταλαβαίνουν λ.χ επαρχιώτες νεο-ορθόδοξοι δημοδιδάσκαλοι τι είναι Είναι από την σκοπιά του Μηδενός. Είναι νομίζω προφανές μετά από όλα αυτά πως δεν υπάρχει δα καμμία οντολογική συμμετρία (μεταξύ) των θεμελιακών καθορισμών του όντος (Είναι, Μηδέν). Το Μηδέν υπερέχει αρχοντικά..


Στην επόμενη δημοσίευσή μας θα δούμε αναλυτικότερα τι σημαίνει η πιθανή εσωτερική διαλεκτική σχέση "εσωτερικότητας-αμεσότητας-Μηδενός".."
  

Η ανάγκη συγκρότησης μιας εσωτερικότητας της σχέσης των θεμελιακών πόλων του όντος (αρχικό Είναι/Μηδέν) σχετίζεται άμεσα με την υπόρρητη ανάγκη ένταξης της καταστάσεως της "μηδενιστικής" ασυμμετρίας στο ίδιο το σύστημα της νοητικής δείξεως της ασυμμετρίας (εντός) του ίδιου του πραγματικού συστήματος (των θεμελιακών όντων) δια της κατάργησης της καθαυτότητας και κάθε διαλεκτικής της και δια της υπόρρητης ή ρητής εμφάνισης της Αρχής της άρνησης. 
Ας δούμε πως:
Αν περιοριζόμασταν στην έννοια και την οντολογική κατάσταση της καθαυτότητας τότε όλοι οι κόμποι της διαλεκτικής διεργασίας συσχέτισης θα αποκτούσαν άλλο νόημα. 
Το Είναι καταρχάς δεν θα μπορούσε να μην οριστεί ως "καθαυτό μόνον" με έναν τρόπο που θα απέκλειε τελικά το Μηδέν. 
Η ανάγκη διατήρησης μιας ελάχιστης έστω μη-ταυτότητας (της λειτουργίας της) κατηγόρησης και (του) κατηγορούμενου όντος απαιτεί κάποια μη-ταυτότητα Είναι και Μηδενός, αυτή η ανάγκη δύναται να ικανοποιείται με πολλούς τρόπους ένας από τους οποίους είναι πιθανά η καθαυτότητα του κατηγορούμενου. 
Τα ξέρουμε αυτά από τους μαρξιστές και τους θετικούς επιστήμονες, αν και σε ένα πλαίσιο που δεν αφορά (συνήθως) την σχέση κατηγορούντος Μηδενός και κατηγορούμενου Είναι: για να γλυτώσουμε από την ταυτότητα κατηγορούμενης Ύλης και κατηγορούντος Νοείν χτίζουμε μια θηριωδώς καθαυτή Ύλη και καθαρίσαμε. 
Αυτό έχει ως συνέπεια να δυσχεραίνεται κατά πολύ η αφανιστική-αρνητική δύναμη της ίδιας της υλικότητας της Ύλης όταν είναι αναγκαίο. 
Οπότε, αν και δεν υπάρχει άμεση αναφορά (συνήθως, όπως είπαμε) στο θέμα της μη-ταυτότητας κατηγορούντος Μηδενός και κατηγορούμενου Είναι τελικά οι μαρξιστικές και οι θετικο-επιστημονικές συζητήσεις "επιπέδου" αναπνέουν τον περισσότερο καιρό σε μια ατμόσφαιρα συντηρητικής αναμόχλευσης των ήδη σχηματισμένων εννοιών/εποπτειών για το (προ-εννοούμενο) Είναι-Καθαυτόν της Ύλης ή Φύσης. 
Εκεί, το Μηδέν μπαίνει τελικά από το παράθυρο, μάλλον το σπάει, και ξυπνάνε τα ούτως ή άλλως καλά μυαλά των φίλων μας. 
Ας αφήσουμε αυτά τα μυαλά στον δημιουργικό τους ύπνο και ας τρέξουμε να επιστρέψουμε στο ζήτημα της μη-ταυτότητας αρχικού Είναι και Μηδενός εντός των εγελιανο-διαλεκτικών πλαισίων που μας ενδιαφέρουν. Είδαμε λοιπόν πως υπάρχει μια "δίκαια" ανάγκη να υπάρχει πάντα μια μη-ταυτότητα κατηγορούντος Μηδενός και αρχικού Είναι. 
Είδαμε πως αυτή ικανοποιείται από τους περισσότερους (όχι το τέρας Hegel) με τον σχηματισμό μιας καθαυτότητας. 
[Η ταυτότητα όλων αυτών των περισσοτέρων με την τεχνικο-επιστήμη, τον γραφειοκρατικό σχεδιασμό της ανθρώπινης ζωής, την γενικευμένη ανταλλαγή ή τον γενικευμένο κρατισμό, έχει επισημανθεί, αλλά επίσης έχει επισημανθεί, από εμάς τώρα, η σχέση όλων αυτών των περισσοτέρων (που είναι λίγοι σε σχέση με τον "πληθυσμό") με το Είναι ως επιθυμούμενη αυτο-ταυτότητα γενικευμένης ισότητας-ταυτότητας, ισότητας ως ταυτότητας]   
Ο Hegel αντιστέκεται σθεναρά στην αποδοχή αυτής της καθαυτότητας, δεν την εξοντώνει ολοσχερώς, αφού μάλιστα διαβλέπει την ισχύ της στο πραγματικό και το δυνητικό-πραγματικό Είναι τού αστικού κόσμου (είπατε τίποτα;). 
Όπως είδαμε σε προηγούμενες ερμηνείες μας εντάσσει εξαρτά το καθαυτό ως πιθανό καθορισμό στο Είναι ως αποφατικά κατηγορούμενο από το Μηδέν, χωρίς βέβαια να αποκλείει τελικά τον τελικό καθορισμό του στο αρχικόν στάδιο από αυτό (το Μηδέν).
Γι΄αυτό τελικά λέει, μιλά την άρνηση ως απόλυτη διαφορά εντός ενός εντός, έστω με την χρήση της έννοιάς της σε αποφατική διάκριση προς το αρχικό καθαυτοποιημένο μερικώς Είναι:
(β) "..και ακόμα δεν είναι άνισο έναντι ενός άλλου, δεν έχει καμμία διαφορά στο εσωτερικό του εαυτού του ούτε προς τα έξω.."

Τι προηγείται άμεσα από αυτό το σπάραγμα;

(α) "..Στην  απροσδιόριστη [ακαθόριστη] αμεσότητά του, είναι ίσο μόνο με τον ίδιο του τον εαυτό.."



Ενώστε τώρα τα σπαράγματα που προέκυψαν από το αναποδογύρισμα των μερών της πρότασης και δείτε πως δομείται το Μηδέν (β) ως άρνηση της καθαυτότητας, όπως αυτή ορίζεται ως καθορισμός (α).
Η επίδραση της άρνησης, το έργο του Μηδενός, είναι αδύνατον να νοηθούν χωρίς την όρθωσή τους στο Ύψος μιας Αρχής της Διαφοράς, και εφόσον η κάθε Αρχή είναι ένα ον απόλυτα εσωτερικό μπορεί τελικά να χαρίζει στο Μηδέν την ύπαρξή του εντός αυτής της διαφορικής εσωτερικότητας που Είναι αν το Μηδέν αποκτήσει την ιδιότητα της μη-ταυτότητας/διαφοράς, αν η Αρχή την έχει ήδη
Η πραγματική ουσία του όντος είναι η διαφορά, άρα και η δημιουργική δύναμη πρωτο-συγκρότησής του περιέχεται σε μιαν κατάσταση πραγμάτων που είναι ήδη υπάρχουσα, απόλυτα εσωτερική και διαφορική.
Μόνον ένα κατηγορικό πράττειν μη-ταυτοτικόν εκ της συστάσεώς του, άρα μη καθορισιακό μπορεί να λάβει τον ρόλο του διανοητικού ή ψυχικού αντιπροσώπου μιας τέτοιας μορφής της Αρχής (εις το εγελιανό σύστημα μόνο;). 
Η φαντασία δεν έχει καμμία σχέση με αυτό το πράττειν. 
Ακόμα και η φαντασία είναι καθορίζουσα και καθορισμένη και όχι αυτοκαθορισμός.

Τι;






Ι.Τζανάκος 

   

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ιωάννης Τζανάκος - Ιστολόγια

Δρεπάνι

Δρεπάνι
Δρεπάνι..

Αρχειοθήκη ιστολογίου

Kurdistan

Nichts

Nichts

Πολιτική και Γεωπολιτική..

Στα όρια..

Ουρανός

Ουρανός

Ερμηνείες της ιστορίας..

Επιστημονικά και επιστημονικοφανή..