Αυτοκαθορισμός

Αυτοκαθορισμός

Κυριακή, 20 Δεκεμβρίου 2015

Hegel / Η υπόρρητη Δόξα του Μηδενός (Τίποτα)(Nicths)


Πρώτο σχόλιο:
Αναβάλλω  την ανάλυση για την εσωτερικότητα της διαλεκτικής κατά μία δημοσίευση.


Σημείωση, χρήσιμη..
Σύμφωνα με τα λεξικά το υπόρρητο είναι ένας όρος που σημαίνει έμμεση δείξη, ή μια δείξη που δεν δύναται να είναι κάτι άλλο από έμμεση, αλλά παραμένει δείξη. 
Για μένα, στην δεύτερη περίπτωση σημειοποίησης της δείξης έχουμε να κάνουμε με κάτι που περιέχει μιαν αδύνατη να ολοκληρωθεί συστημική βούληση δείξης, άρα δεν έχουμε να κάνουμε ακριβώς με βουλόμενη δείξη..



Η ταυτότητα Είναι και Μηδενός δεν είναι ένα απόλυτο ον με την έννοια όμως που τίθεται το απόλυτο ως καθορισμός πρίν τον περιλάβει ο Hegel.
Η ταυτότητα αυτή περιέχει μιαν ελάχιστη διαφοροποίηση ως προς τους όρους τής ισότητας των δύο μορφών που την εκφράζουν εννοιολογικά και οντολογικά.
Συνέχεια..

 
Το αρχικό, ή "καθαρό", άρα με τα διαλεκτικά μέτρα ακαθόριστο Είναι είναι Είναι ως Μηδέν. Ένα τίποτα τίποτα.
Στην πραγματικότητα το Είναι χωρίς την διαμεσολάβηση του Μηδενός είναι το Μηδέν εκείνο εντός του οποίου αντηχεί μόνον ο ήχος του εαυτού του. 
Αν ο Hegel δεν πρόσθετε στον ορισμό του Είναι, στην αρχή του περίφημου αποσπάσματος, έπειτα, τον ορισμό του Μηδενός, τότε το Είναι θα ήταν απόλυτα (με την προ-εγελιανή έννοια του απόλυτου) ταυτόν με το Μηδέν. 
Η έννοια του Είναι, αν αποκοπεί από την ειδική έννοια του Μηδενός όπως αναπτύσσεται μετά τον αρχικό ορισμό του (αρχικού) Είναι είναι ταυτόσημη με την έννοια του Μηδενός
Το Μηδέν (Τίποτα) είναι όμως, όπως καθορίζεται έπειτα από το Είναι, ένα Μηδέν με επιπρόσθετους εσωτερικούς (αυτο-)καθορισμούς.
Αν αντικαταστήσουμε το Είναι ως αρχικό ορισμό του (αρχικού) Είναι ακόμα και ως λέξη με το Μηδέν, μπορούμε στα πλαίσια ενός τεχνάσματος που δεν καταλήγει λοιπόν σε σοφιστεία να ορίσουμε τα πράγματα έτσι:
Το (αρχικό) Είναι στον αρχικό του ορισμό, τον αδιαμεσολάβητο από τον ορισμό του Μηδενός, είναι ένα Μηδέν.  
Σε αυτή την περίπτωση το Είναι=Μηδέν.
Το Μηδέν λοιπόν ορίζεται ως ένα οντολογικό αντικείμενο που ισούται με τον εαυτό του και ό,τι ως οντολογικό ον ισούται με τον εαυτό του είναι το Μηδέν. Για την ακρίβεια, ούτως, όταν κάτι ισούται μόνον με τον εαυτό του δεν είναι τίποτα άλλο από Μηδέν.
Αυτό που ακολουθεί ως Μηδέν που έχει έναν άλλο ειδικό καθορισμό και δια αυτού του καθορισμού αυτοκαθορίζεται πλήρως ως Μηδέν είναι λοιπόν στην πραγματικότητα ένα άλλο Μηδέν από το αρχικό Μηδέν το οποίο λέγεται (αρχικό-καθαρό ή ακαθόριστο, ακόμα) Είναι.
Το (δεύτερο) Μηδέν ως αυτοκαθοριζόμενος και ήδη αυτοκαθορισμένος όρος είναι ο όρος της πρώτης διαμεσολάβησης και ενός πρώτου μη-ισωτικού (οντολογικά ισωτικού) καθορισμού του Όντος, παρά την παντελή ακόμα έλλειψη συγκεκριμένου εποπτικού ή νοητικού περιεχομένου.
Το πρώτο Μηδέν, ήτοι το προηγουμένως σημειοποιηθέν από τον Hegel ως καθαρό Είναι, είναι ένα Μηδέν χωρίς άλλο καθορισμό, ενώ το δεύτερο Μηδέν, ήτοι αυτό που παρουσιάζεται από τον Hegel σημειοποιηθέν (απλά) ως Μηδέν είναι μια μορφή χωρίς "περιεχόμενο", μια ματιά χωρίς ορατό αντικείμενο, η οποία ωστόσο "περιέχει" τον εαυτό της ως μορφή, ματιά, κενή σκέψη (του παντός, λέω εγώ).
Άρα, εκτός από πρώτος καθορισμός του όντος το Μηδέν (όπως εκφράζεται στον ορισμό του Hegel) είναι ένας πρώτος καθορισμός του Είναι αλλά και διά αυτού και ένας πρώτος καθορισμός του εαυτού του.
Το Μηδέν ως υπορρήτως/εγελιανώς "δεύτερο" Μηδέν είναι ένα ον που φαίνεται να μην περιέχεται σε μιαν (αυτο-)ταυτότητα όταν ακριβώς μιλάμε στον εσωτερικό τόπο υπάρξεώς του.
Το Μηδέν δύναται να είναι ένα μη-ταυτόν χωρίς την διαμεσολάβηση κανενός Είναι ή καθαρού Μηδενός (όπου καθαρό Μηδέν είναι το Είναι όπως ορίζεται αρχικά), ενώ είναι πέραν κάθε δικής του ανάγκης η όποια αναφορά (του) σε αντικειμενικά, υλικά, ή άλλα οντολογικά περιεχόμενα.
Το (δεύτερο) Μηδέν είναι ο καθορισμός χωρίς καθοριζόμενο, είναι το Είναι του καθορισμού χωρίς κανένα αντικείμενο, είναι ο καθορισμός ως γυμνός και άσκοπος αυτοκαθορισμός αλλά με την έννοια πως δεν μπορεί να υπάρξει καν καθορισμός αν δεν προϋπάρξει αυτός ο μη περιεχομενικός αυτοκαθορισμός. 
Αν μιλήσουμε εδώ για περιεχόμενο θα μιλήσουμε μόνον για την μορφή ως το μοναδικό περιεχόμενο, ή για την δομή χωρίς δομούμενο, την ματιά χωρίς ορατόν, αλλά πρέπει επίσης να μιλήσουμε για όλα αυτά με την σύμπλεξη του Λόγου μας με το ενδεχόμενο να μην ήταν ποτέ δυνατόν να υπάρξει  μορφή, περιεχόμενο, δομή, θεσμός ή ό,τι άλλο χωρίς την προϋπαρξη της γνωσιο-οντολογικής αυτοκρατορίας του Μηδενός, αλλά του δεύτερου Μηδενός όπως το ορίζει ο Hegel και όχι λ.χ (όπως το ορίζει) ο κάθε παγαπόντης αυτονομο-Καστοριάδης.
Ας δούμε όμως τώρα, γιατί αυτό το Μηδέν, το δεύτερο Μηδέν το οποίο στον Hegel είναι γραμματολογικά το πρώτο οριζόμενο πλήρως Μηδέν, το Μηδέν ως εννοιολογικός ορισμός του ίδιου να είναι δεύτερο; 
Γιατί να μην ξεκινήσει ο Hegel "γραμματολογικά"-ιεραρχικά-κειμενικά με αυτό το δεύτερο Μηδέν ως πρώτο Μηδέν; αφήνοντας το Είναι που είναι απόλυτα ίσο με τον εαυτό του (άρα Μηδέν και αυτό) στην δεύτερη θέση;  [δεν είναι το σημαντικότερο γεγονός πως σε αυτό καθαυτό το κείμενο το (δεύτερο) Μηδέν είναι επίσης δεύτερο στην σειρά παράθεσης. Η δεύτερη θέση εξετάζεται εδώ ως οντολογικο-κειμενική θέση σειράς]
Σαφώς υπάρχουν φιλοσοφικο-πολιτικοί Λόγοι που έχουν να κάνουν με τον "διμέτωπο" αγώνα του απέναντι τόσο στους "μηδενιστές" της εποχής του όσο και στους συντηρητικούς γίγαντες της πρωτο-οντολογίας όπως ο Schelling. Δεν θα σταθώ σε αυτά, θα επιμείνω στην εμμενή-σχολαστική ανάλυση.
Η τοποθέτηση του Μηδενός σε μια ξεκάθαρα πρώτη θέση αυτοκαθορισμού τού όντος θα είχε συνέπειες τις οποίες γνώρίζε ο Φιλόσοφος, αν και γνώρίζε επίσης πως όποιος κατορθώνει να ολοκληρώσει το δύσκολο ταξίδι του στον εγελιανό Λόγο θα δει πως αυτό το συγκεκριμένο (δεύτερο) Μηδέν βρίσκεται και στο τέλος της διαδρομής, πλήρως βέβαια "πνευματοποιημένο" και αλλοτριωμένο ως λέξη-έννοια. 
Ο τελικός υψηλός μηδενισμός του εγελιανού συστήματος μπορεί να φανεί στο εξής αρχικό ακόμα απόσπασμα (σε σχέση με το σύνολο της επιστήμης της Λογικής, αλλά και της διδασκαλίας για το Είναι) που αναφέρεται (απλά) σε μια μετάβαση. 
Εκεί θα δούμε τι περιμένει τον ανυποψίαστο αναγνώστη αν θέλει να συνεχίσει την εγελιανή του περιπέτεια:
(τονίζω τα ιδιαίτερα κρίσιμα σημεία ως προς αυτό που λέμε εδώ) 

Hegel
C. Γίγνεσθαι
[1,2]
Η πράξη αναίρεσης του γίγνεσθαι.

Η ισορροπία, στην οποία τίθενται η γένεση και η φθορά, είναι, εν πρώτοις, το ίδιο το γίγνεσθαι. Αλλά αυτό-εδώ συνέρχεται (συλλέγεται) εξίσου σε ήρεμη ενότητα. 

Το Είναι και το Μηδέν, μέσα σε τούτη την ενότητα, είναι παρόντα ως αφανιζόμενα στάδια, αλλά το γίγνεσθαι ως τέτοιο δεν είναι παρά δυνάμει της κατάστασης διαφοροποίησής τους. 

Η διεργασία αφανισμού τους είναι συνεπώς η διεργασία αφανισμού του γίγνεσθαι ή το αφανίζεσθαι του ίδιου του αφανίζεσθαι. 

Το γίγνεσθαι είναι μια ακατάπαυστη ανησυχία, που καταβυθίζεται σε ένα ήρεμο αποτέλεσμα.

Αυτό θα μπορούσε να εκφρασθεί και ως εξής:

Το γίγνεσθαι είναι: 

Το αφανίζεσθαι του Είναι μέσα στο Μηδέν και του Μηδενός στο Είναι και το αφανίζεσθαι του Είναι και του Μηδενός εν γένει, σύγχρονα όμως αυτό ερείδεται στην διαφορά τους. 

Αυτό επομένως αντιφάσκει εσωτερικά με τον εαυτό του, επειδή ό,τι ενοποιεί εντός εαυτού είναι αντί-θετο προς τον εαυτό του, μια τέτοια όμως ενοποίηση αυτοκαταστρέφεται.

Αυτό το αποτέλεσμα είναι το αφανισμένο-Είναι, αλλά όχι ως Μηδέν. 

Ως τέτοιο [αν εννοούνταν ως Μηδέν] θα ήταν απλώς μια υποτροπή στον έναν από τους ήδη ανηρημένους προσδιορισμούς [καθορισμούς], όχι αποτέλεσμα του Μηδενός και του Είναι.

Αυτό είναι η ενότητα του Είναι και του Μηδενός που έγινε ήρεμη απλότητα. 

Αλλά η ήρεμη απλότητα είναι Είναι, ωστόσο εξίσου ως προσδιορισμός [καθορισμός] του Όλου και όχι πλέον ως προσδιορισμός [καθορισμός] για τον εαυτό του.

Το γίγνεσθαι έτσι, ως η πράξη που μεταβαίνει στην ενότητα του Είναι και του Μηδενός -μιά ενότητα που είναι υπό την μορφή του Είναι ή έχει το σχήμα της μονομερούς, άμεσης ενότητας αυτών των σταδίων, είναι το Dasein....




[Ένα διάλλειμα για γεύμα, πριν το κυρίως φαγητό:
Καταρχάς θα ήθελα να δω από εσάς την έκπληξη από το τελευταίο σημείο που ετόνισα:
"Τι γίνεται λοιπόν; αναιρείται και αυτό το μαρξοειδώς ή αναρχοειδώς δοξασμένο γίγνεσθαι;" θα έλεγε ένα ευφυής ακόμα "αριστερός" στοχαστής, και μάλιστα θα είχε έκπληξη με το γεγονός πως αυτό το τόσο δοξασμένο του οντολογικό ψευδο-ηρακλείτειο φετίχ, μετά από τόσον χαμό παρέμεινε εγκλωβισμένο στην μονομερή ενότητα του Είναι: "Είναι δυνατόν το Είναι να είναι τόσο Είναι ακόμα και να μην είναι πιά επιτέλους ένα κάποιο "γίγνεσθαι"; 
Δεν νομίζω ότι οι περισσότεροι εγελιανίζοντες, χωρίς τον Hegel, "αριστεροί" θα έχουν μια τόσο εγγράμματη απορία. 
Αν την είχαν θα ανακάλυπταν επίσης πως ακόμα και το Γίγνεσθαι μετά το ακαθόριστο Είναι είναι για τον Hegel ένα ακόμα υποψήφιο θύμα της μηχανής του νοητικο-δολοφονικής διαλεκτικής ανάλωσης των πάντων όντων]


Μετά το γεύμα ας έρθουμε στο ψητό. 
Τι να υπάρχει άραγε στο τέλος ή την τελείωση του εγελιανού συστήματος που φαίνεται εδώ και μας αφορά στις μηδενιστικές μας απορίες για το (υποθετικό) δεύτερο Μηδέν του Hegel; 
Υπάρχει ένα θηρίο που λέγεται ΑΦΑΝΙΣΜΟΣ.
Θέλετε να μην ακολουθήσετε την ερμηνεία μου που θεωρεί αυτό το θηρίο μιαν μεταμφίεση του Τίποτα, του Μηδενός, της απόλυτης καταστροφής ως όντων (ή όντος) που δίνει στον ανθρώπινο κόσμο την ιδιαίτερη ανθρώπινη σύστασή του;
Ας ονομάσουμε αυτή την ερμηνεία φαρακλικά "υπερερμηνεία" (δεν έχει εντελώς άδικο ο καθηγητής, μορφωμένος είναι στον ύψιστο βαθμό, άλλο που...), και ας μείνουμε μόνον στην έννοια τρόμου που είναι ο αφανισμός.
Ο αφανισμός δεν είναι κατά Hegel ένα Μηδέν, είναι ο φορέας -ας πούμε- της καθορισμένης άρνησης. Όμως, όμως..
Όπως είδαμε το Μηδέν ως αρχική κατηγοριακή-καθορισιακή λειτουργία χωρίς λειτουργόν, ή αντικείμενο καθορισμού, έχει φοβερή ομοιότητα με αυτό το αφανίζεσθαι το οποίο κάποια στιγμή αυτο-αφανίζεται στέλνοντας τελικά-τελικά στα τσακίδια του όντος κάθε αφανισμόν.
Όταν το εγελιανόν θηρίον αφανίσει το παν και στο τέλος καταβροχθίσει-αφανίσει εαυτόν, εις έναν τελειωτικον αφανισμόν (γιατί έχει αυτοαφανιστεί μάλλον και αναδυθεί πολλές φορές μαζί με άλλα νέα υποψήφια αναλωνόμενα), όταν λοιπόν έχουν εξαφανιστεί όλοι οι καθορισμοί, τι απομένει;
Θα πάμε απ'ευθείας στην κορυφή, αλλά απορητικά-αποφατικά:
Μήπως θα έχει απομείνει το Είναι ως κάποιο καθορισμένο Είναι, αυτοκαθορισμένο ετεροκαθορισμένο γαμωκαθορισμένο;
Όχι, δεν θα έχει μείνει το Είναι και ένα φιλικό-εχθρικό Μηδέν, το οποίο θα το καταβροχθίζει για να γεννά το επόμενο καταβροχθιζόμενο κ.ο.κ
Θα έχει μείνει προφανώς ένα Μηδέν; Προφανώς;
Ούτε το "προφανώς" είναι ένα γνωσιακόν Είναι του Μηδενός αυτού -το οποίο θα ταίριαζε στην αιώνια περίσταση αυτού του θηρίου με το όνομα αφανισμός.
Δεν υπάρχει κανένα φαινόμενο το οποίο μπορεί να αντιστοιχεί σε αυτόν τον θεμελιακό καθορισμό, αφού ακόμα κι αν έχουμε μιαν επανάληψή του Μηδενός ( του δεύτερου, κατά τα παραστασιακά φαινόμενα και μόνον, τελικά, Μηδενός) εις το Ύψος της απόλυτης επικράτησης του Λόγου πάλι θα υπάρχει έλλειψη της μορφής ως μορφής, της δομής ως δομής, της ματιάς ως ματιάς, όπως τα ξέρουμε όλα αυτά. Φανταστείτε μάλιστα πως έχουμε να κάνουμε με τον Hegel, άρα πως έχουμε να κάνουμε με μιαν εικόνα της έλλογης τελείωσης του Λόγου όπου το τέλος-τελείωση είναι μεν ένα επιστρέφον του αρχικού, ένα Ίδιο του πρώτου, αλλά επίσης ένα ανώτερον. Όχι ότι το ανώτερον αυτό είναι ιεραρχικώς απόλυτα ανώτερον του αρχικού, αφού στο αρχικό υπάρχει ήδη το ανώτερον αλλά δεν παύει να υπάρχει στο τέλος ένα κάπως ανώτερον. 
Τι είναι αυτό το ανώτερον, το οποίο είναι άμεσο, εννοιακό, μη-Ειναι-ικό αλλά και καθοριστικά (σύμφωνα έστω με την δική μας ερμηνεία) Μηδεν-ικό;
Μήπως αυτή η "θανατερή" ηρεμία του ήρεμου αποτελέσματος τού αφανισμού τού γίγνεσθαι/Είναι-Μηδέν είναι απλά ένας τάφος της ζωντανής νόησης και ζωής; όπως περίπου φαντάστηκαν όλα τα Νίτσε-όντα της μετα-μετα-νεωτερικό-τητας που μερικές φορές δεν ξέρει μάλιστα ότι είναι μετά μετά και τίποτα άλλο από μετά;
Είναι αυτή η κορύφωση του Μηδέν-Είναι, εκεί όπου δεν υπάρχει ούτε Μηδέν ούτε Είναι, ούτε Γίγνεσθαι, ένας θάνατος; 
Και είναι περισσότερο "ζωή" άραγε όλος αυτός ο θόρυβος για τα εμμενή περιεχόμενα της νόησης, της "ζωής", του "κόσμου", της "επιθυμίας" και όλων εν γένει των παραστασιακών αναπαραστάσεων των υπερεκτιμημένων παραστάσεων όλων αυτών των "ζώντων";
Ο αφανισμός του Είναι και του Μη-Είναι, του Είναι-Μηδέν και του Μηδέν-Είναι είναι το Μηδέν χωρίς Είναι, το Μηδέν ως μορφή που δεν έχει ανάγκη περιεχομένου, αλλά ως εκ τούτου δεν σημαίνει πως δεν είναι έλλογη, καθορισιακή, καθορίζουσα, αυτοκαθορισμός.
Δεν είναι το Είναι ο αυτοκαθορισμός, ή δεν είναι το Είναι ως Είναι-Μηδέν-Μηδέν-Είναι, αλλά το Μηδέν, η Δόξα την οποία αρνήθηκε ο Hegel χωρίς να την αρνείται με τον υπόρρητο μηδενισμό του, αλλά την διεκδικούν οι μάζες των απόκληρων αν θέλουν να ρίξουν τα πάντα κάτω για να ανεβάσουν τα πάντα και τον "εαυτό" τους εκεί που όλα θα είναι δυνατά να γίνουν, όσα είναι δυνατά να γίνουν. Άρα:
Η πολεμική στον Μηδενισμό είναι πολεμική στην επανάσταση, όποια μορφή κι αν έχει η τελευταία. 


 
  

Ι.Τζανάκος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ιωάννης Τζανάκος - Ιστολόγια

Δρεπάνι

Δρεπάνι
Δρεπάνι..

Αρχειοθήκη ιστολογίου

Kurdistan

Nichts

Nichts

Πολιτική και Γεωπολιτική..

Στα όρια..

Ουρανός

Ουρανός

Ερμηνείες της ιστορίας..

Επιστημονικά και επιστημονικοφανή..