Κυριακή, 19 Απριλίου 2015

Η ετερότητα ως όχημα της διαλεκτικής Λογικής και της διαλεκτικής παράνοιας..


Η ετερότητα, ένα εκ των πέντε μέγιστων γενών του Σοφιστή [Πλάτων, Σοφιστής]  του Πλάτωνα (ον, στάση, κίνηση, ταυτόν, έτερον) εξετάζεται σε διαλεκτική αντιθετικότητα ως προς το γένος της ταυτότητας. 
Το ταυτόν αντιπροσωπεύει το οικείον και το έτερον αντιπροσωπεύει αρχικά το ανοίκειον, το ξένο που δεν έχει ακόμα ενσωματωθεί σε ένα πλαίσιο διαλεκτικής οικειοποίησης στο αρχικό οικείον. 
Δεν αναφερόμαστε σε μία υποστασιοποιημένη σε όντα ετερότητα, και βέβαια δεν "ομιλούμε" για προσωπικές, εθνικές, ή απλά ιδιοσυγκρασιακές διαφορές και "ιδιομορφίες". 
Και όταν θεσμίζεται για πρώτη φορά στην Ιστορία, μέσω της πλατωνικής θεωρητικής μεγαλουργίας, μία θεωρησιακή-διαλεκτική σχέση ταυτού και ετέρου, δεν συγκροτεἰται κάποια λογική ή οντολογία της υποστασιακότητας ή της (κοινωνικής ή ατομικής-υπαρκτικής) προσωπικότητας, πράγμα που θαρρώ είναι αναποφεύκτως αδύνατον στα πλαίσια που θέτει ο ίδιος ο Πλάτων το θέμα, εφόσον προηγείται στο κείμενο (με κειμενική συντομία, χαρακτηριστική) η περίφημη πατροκτονία του Πατρός (της Φιλοσοφίας) Παρμενίδη. 
Είναι ένα αδιευκρίνιστο πατριαρχικόν μυστήριο το πως παραβλέπεται από τους ερμηνευτές και συνεχιστές του Πλάτωνος, αλλά και από τους "αποδομιστές" της σημερινής εποχής της ψευδο-βεβήλωσης της πατριαρχίας, το ατελέσφορον και το αιωρούμενον της πατροκτονίας του πατρός Παρμενίδη από τον ίδιο τον Πλάτωνα που ανοιχτά, στο συγκεκριμένο απόσπασμα της γραφής του, μιλάει για σωτηρία του Πατρός και όχι για πατροκτονία. 
Η διαλεκτική έκτοτε, και όχι τυχαίως, είτε ακολουθεί τον Πλάτωνα είτε τον ενσωματώνει είτε τον εντάσσει σε ένα άλλο ευρύτερο πλαίσιο (Χέγκελ-Μαρξ-Λούκατς, αλλά και Φρόυντ-Λακάν), ορίζεται ως το ιδεοτυπικό πλαίσιο διατήρησης του πατρός Λόγου που μέσα από τροποποιήσεις και ανατροπές, ακόμα και καταστροφές του αναδύεται ως η Αρχή του Κόσμου που εκβάλλει το αδιαφώτιστο και σκοτεινό ον της μητρικότητας και της ανωριμότητας στο πραγματικό του πραγματικού. 
Δεν υπάρχει για μένα καμμία ελπίδα πλέον για την διαλεκτική και μετα-διαλεκτική, αλλά αυτό είναι μιά άλλη υπόθεση. 
Είναι ωστόσο λάθος να μην ακολουθήσουμε τους δρόμους που χαράσσει ο Πατήρ για να ανα-δημιουργήσει τον Κόσμο ως αεί δικό Του Κόσμο, γιατί μόνον έτσι θα δούμε μέσα από τις ελάχιστες χαραμάδες της πατριαρχικής κιβδηλότητάς του πως το Ίδιο και το Άλλο ταυτίζονται, αλληλοβυθιζόμενα, πάντα μέσα στην μητρική Αρχή-Εν, αν δεν περιορισθούμε στο κυριαρχικό αρσενικό Εγώ και (να δούμε) πως η στρεβλή αρετή της κριτικής ή μη-κριτικής (καχ)υποψίας αν και δεν βρίσκεται θεμελιωμένη στη μη-σχέση και την διαμεσολάβηση ως κορωνίδα της κυριαρχίας (που ακολουθείται και από την διαφορά) είναι ωστόσο διαμεσολαβημένη από αυτά. 
Η (κριτική και μη-κριτική) (καχ)υποψία παρουσιάζεται ως άχρονη, αλλά δεν είναι άχρονη. 
Είναι διαχρονική ως η οριακή υποστασιακή ιδιότητα της αρσενικής Λογοκρατίας που λαμβάνει ενίοτε και την μορφή της αντι-Λογοκρατίας, με το Όνομα πάντα της ενσωματωμένης πάντα ετερότητας. 
Το ερώτημα που βέβαια ανακύπτει συνεχώς είναι: Καθώς δεν είναι ούτε η έκσταση εκ του νου που την παράγει, ούτε ανα-ανακλάται σε αυτόν, είναι δυνατόν, έστω ως ενσωματωμένη από την πατριαρχία, αρχή, να διατηρηθεί ως ένα απείκασμα της Αρχής-μητρικότητας; 
Εκφέρεται στο λόγο και τα λόγια, όμως δεν είναι ποτέ οι λέξεις που την σημαίνουν, ούτε κάποιο έλλογο η ά-λογο ον που θα συγκροτούσε το αναφορικό του αντικείμενο. Στερείται αρσενικής ουσίας, αυτό είναι προφανές. Αλλά και πάλι διεκδικείται ως ένα αντικείμενο που δεν είναι "θηλυκό" ή μητρικόν. 
Το "μεταξύ" πατριαρχίας και διαλεκτικής δεν μπορεί να ορισθεί θηλυκά, και αυτό καταρρακώνει κάνει αντι-πατριαρχικό και αντι-Λογοκεντρικό Λόγο, αφού, ιδού, είναι Λόγος πάντα. 
Η διαλεκτική ετέρου-ταυτού, η πολύ βαθιά δηλ. διαλεκτική, δεν μπορεί να αποκτήσει έναν Οίκο, ή να είναι ένας αυτογενής Οίκος, και θα ισχυρίζονταν κανείς με ορθότητα επιχειρημάτων ότι δεν μπορεί παρά να εγκαταβιώνει την ουσία της σε ένα κατεξοχήν πατρικό τρόπο που είναι πάντα ένας νοητός τόπος, που όμως δεν δύναται να είναι τελικά ακέραιος ως πατρικός και ως νοητός. 
Η κριτική (καχ)υποψία είναι ένα ανολοκλήρωτο που αγκυρώνεται στην ετερότητα, αλλά στην βαθύτερη ουσία της συγκροτεί την ετερότητα και την κάνει να έχει ένα υποστηρικτικό και ζωοποιόν νόημα. 
Ο πόλεμος είναι πάλι εδώ, και δεν θα ήταν κάποιος (από την αντίστροφη) καχύποπτος αν έλεγε πως η ετερότητα είναι ο παράδεισός του. 
Η ανθρώπινη ύπαρξη ως πατριαρχική ύπαρξη, και ως κυρίαρχος έλλογος ή ανορθόλογος εαυτός κινείται ταραχωδώς ανάμεσα στο Ίδιο και το Άλλο, στην ταυτότητα όπου βρίσκεται η αφετηρία της, και στην ετερότητα που την καθιστά να είναι αυτό που είναι με το να μήν είναι αυτή που ήταν. 
Έτσι, η γέννηση των υποψιών οδηγείται όχι στην τελικότητα ή κάποια λυτρωτική μετα-τελική τελικότητα, αλλά στην έλλογη και οντολογική (κοινωνική και κοινωνικο-τεχνική) ανανέωση, επέκταση στην ελλογοποίηση και ταυτόχρονα στην παράνοια της οικειοποίησής της. 
Ωστόσο, οι κριτικές και μη κριτικές (καχ)υποψίες και έλλογες ή ανορθόλογες πράξεις που τους αντιστοιχούν δεν ολοκληρώνονται ομαλά σε αυτό το αναπτυξιακό σχήμα που προκαλούν και αποτελούν την λαμπρή τους επιφάνεια, ούτε έχουν κανένα συνεκτικό νόημα σε μία σειρά, κάποια διαδοχή. 
Εκεί εισερχόμεθα στην πατριαρχική μορφή της ομοιώσεως, που ίσως είναι και η μοναδική που είναι νοητή ως ένα ενιαίο πλέγμα, που είναι ακαθόριστη μεταξύ ψευδαισθησιακής και μη-ψευδαισθησιακής αυθυπαρξίας (γι΄αυτό και υπάρχουν ομοιώματα και ψευδο-ομοιώματα). 
Οι ομοιώσεις ομοιάζουν, συγγενεύουν. 
Η αλληλοπραγμάτωσή τους σημαίνει ωστόσο την λήξη της συγγένειάς τους. Είναι άλλες από ό,τι ήταν ως αντ-ανακλώμενες, και ταυτόχρονα ένα διεστραμμένο ταυτόν που έχει "εντός" του ό,τι ήταν άλλο. 
Υπάρχει η αρχή της (καχ)υποψίας, αλλά η ζωή της κυμαίνεται μεταξύ της απόλυτης Λογικής και του ά-λογου της ετερότητας, μεταξύ της παράνοιας του κάθε πατρός και της Λογικής ως πατριαρχικής αρετής..











Ι.Τζανάκος

Simulacrum (3)


Το ομοίωμα  δεν ανήκει στα πλάσματα της φαντασίας. 
Όταν ο νεωτερικός επιστήμονας Φρανκεστάιν σχεδιάζει να δημιουργήσει το τέρας του Φράνκεστάιν [Mary Shelley, Frankenstein or the Modern Prometheus] σκοπεύει να δημιουργήσει μιάν άλλη πραγματικότητα χωρίς να περιορίζεται τελικά στην ονειροφαντασία του. 
Από την άλλη το ομοίωμα-πραγματικότητα που δημιουργεί δεν έχει μιαν αυτόνομη, έστω στα πλαίσια του τερατώδους, υπαρκτική πραγματικότητα, δεν έχει ανεπτυγμένη την οικεία βούληση και δεν παύει ακόμα και ως "φυσική" παρουσία να παραπαίει και να αδυνατεί να ενταχθεί στον υπάρχοντα κόσμο που το περιβάλλει. 
Ο δημιουργός του βρίσκεται συνεχώς σε απορία ως προς την πραγματική ύπαρξη του δημιουργήματός του και αυτό τον ακολουθεί παντού σαν να είναι σκιά του. 
Το τέρας του Φρανκεστάιν δεν είναι "φυσικό" αν και είναι πραγματικό. 
Στην πραγματικότητα αποτελεί ένα προφητικό, για την εποχή που γράφτηκε, σύμβολο της τεχνικής και επιστημονικής δράσης στα πλαίσια του καπιταλισμού, όταν αυτή αυτονομείται από τον ανθρώπινο δημιουργό της, χωρίς όμως ποτέ να μπορεί να αποκτήσει μια δική της "ζωή". 
Θα μπορούσε κανείς να πει πως σε αντίθεση προς το βαμπίρ το τέρας του Φράνκενστάιν δεν είναι ένα ζωντανό-νεκρό που αντλεί την δύναμή του από το ζωντανό (λ.χ την ζωντανή εργασία ή την ανθρώπινη ζωτικότητα) όπως το βαμπίρ που μπορεί να συμβολίσει ακόμα και το κεφάλαιο στην πρώτη βιομηχανική εποχή, αλλά ένα κεφαλαιοκρατικό-τεχνικο-επιστημονικό σύστημα που έχει αυτονομηθεί (σχετικά) και από τούς δημιουργούς (επιστήμονες και τεχνικούς) και κύριούς του (καπιταλιστές).
Όπως γράψαμε στο προηγούμενο σημείωμά μας μπορούμε να θέσουμε ως αντικείμενο στοχασμού την υπόθεση μιάς έσχατης ομοίωσης. Πριν δούμε αν είναι εφικτή η θετική περάτωση ενός τέτοιου στοχασμού θα ήταν ορθό να επισημάνουμε, σήμερα, την βαρύτητα της τεχνοκρατικής μεταφυσικής που είχε ως προδρομικό της σύμβολο τον μύθο του τέρατος του Φράνκενστάιν.
Η έννοια του simulacrum παρουσιάζεται συχνά ως το ακαθόριστο υπερπραγματικό των ανταλλαγών μεταξύ ειδώλου και κατοπτρίζοντος κατόπτρου του, που διαφεύγει του εντοπισμού του στο Υποκείμενο και στο Αντικείμενο, αλλά συναντάται σε έναν ανοίκειο τόπο που αν και ανεξιχνίαστος δεν ανήκει στον τόπο του άρρητου ή του απατηλού, και δύσκολα (μέσω εκλεπτυσμένων νοητικών διαμεσολαβήσεων) μπορεί να ευρεθεί στον τόπο της μεταφυσικής. 
Το χαρακτηριστίκότερο έργο μετά τον Φράνκενστάιν που αφορά αυτή την ακαθόριστη (υπερπραγματική) αλλά και ταυτόχρονα (πραγματική) οντολογική πραγματικότητα του simulacrum είναι το έργο του Karel Čapek, R.U.R Rossum’s Universal Robots/1921, στο οποίο μάλιστα εμφανίζεται ο όρος Robot. 
Ο Čapek περιγράφει ένα εργοστάσιο παραγωγής ανθρωποειδών, που "ομοιάζουν" με τα ανθρώπινα όντα. 
Η χρησιμοποίησή τους από τους ανθρώπους δεν κρατάει για πολύ χρόνο, ακολουθεί η επανάστασή τους και ο αφανισμός του ανθρώπινου. 
Στο έργο του Karel Čapek σχηματίζεται μια πιό ολοκληρωμένη από το τέρας του Φράνκενστάιν αυτονόμηση της τεχνικο-επιστημονικής πραγματικότητας του καπιταλιστικού νεωτερικού κόσμου. Το ομοίωμα φτάνει στην πλήρη ταύτισή του με το δημιουργόν του "πρότυπο" (στο επίπεδο της εναίσθησης και της βουλητικο-νοητικής ικανότητας), αλλά από την άλλη το αντικαθιστά πολεμικά. Δεν υπάρχει κάποια παράδοξη συνύπαρξη αλλά ολοκληρωτικός πόλεμος μεταξύ του "προτύπου" και του "ομοιώματος". 
Η τεχνική ολοκλήρωση αντικατάστασης της ανθρώπινης ουσίας ορίζεται σε ένα έμμεσα αυτοκαταστροφικό πλαίσιο. 
Η επανάληψη ορίζεται ως απόλυτη καταστροφή του ανθρώπινου: το τεχνικά επαναλαμβανόμενό του καταστρέφει το αρχικό σημείο/ον που είναι το ανθρώπινο.



Ι.Τζανάκος

Σάββατο, 18 Απριλίου 2015

Simulacrum (2)




Σε μία απόλυτη ομοίωση, πέραν των μεταμορφώσεων και των ετεροτήτων μεταξύ των σχετιζόμενων και ανταλλασσόμενων στην διεργασία της ομοιώσεως, αυτό που αναδύεται είναι μια υπερπραγματικότητα που περιέχει ως αντιληπτό είναι της ένα ταυτόν που επαναλαμβάνεται και ως υπερβατικό στοιχείο της την ετερότητα που περιέχει η ψιλή αλλότητα δύο ή περισσοτέρων εξ'αλλήλων ομοιωμάτων. 
Είναι σχεδόν αυτονόητο πως στην διεργασία που συγκροτεί αυτή την υπερπραγματικότητα δεν υπάρχει σε καμμία στιγμή της κάποιο ον που αντιπροσωπεύει την "αυθεντικότητα", είτε αυτή αναζητείται στον πόλο που ομοιώνεται (έστω παροδικά) ως το (υποτιθέμενο) πρότυπο της ομοιώσεως είτε αυτή αναζητείται στην συνολική διεργασία που θα θεωρούνταν ως το "όλον-αυθεντικότητα" ή την υπερπραγματικότητα που αναφέραμε ως το (υποτιθέμενο) αυθεντικό των παροδικών (και κίβδηλων ή ομοιωματικών) στιγμών της.
Δεν μπορούμε να στοχαστούμε υποθέτουμε μίαν έσχατη ομοίωση . 
Εάν η ομοίωση είναι εντελεχής, όσο και η πραγματικότητα που υποθέτουν οι θιασώτες της αυθεντικότητας (που είναι περισσότεροι από αυτούς που την υπερασπίζονται), ποιός ο λόγος να διαφέρει η ομοίωση από το "αυθεντικό". 

                  
Χωρίς την οπτική του "προτύπου" (και της "αυθεντικότητας") μπορεί να υπάρξει ένας στοχασμός που δεν είναι μόνον βλέμμα, και κάθε βλέμμα τελικά ορίζεται σε ένα ατέρμονο παιχνίδι που αναγκάζεται από τα πράγματα του στοχασμού να περιορισθεί στην ταυτότητα και τις ουσιαστικές πτυχές των πραγμάτων. 
Ο στοχασμός για την ομοιωματικότητα είναι ένας στοχασμός για το Εν και τις ετερότητές του εντός του οικείου του φωτός. Ο Jean Baudrillard στο έργο του Simulacres et Simulation  μας αποκαλύπτει ότι η αδυνατότητα να αποκαλυφθεί η ουσία της ομοιωματικής υπερπραγματικότητας είναι ταυτή με την αδυνατότητα να υπάρξει η ψευδαίσθηση πως μπορεί να υπάρξει ένα ατελεύτητο παιχνίδι ψευδαισθήσεων και αντανακλάσεων που είναι εξάλλου και το τυπικό νόημα κάθε έννοιας ψευδαίσθησης.

Η ομοίωση δεν μπορεί να διαλυθεί ούτε να υπάρξει καθαυτή. Ωστόσο, εκτός από τα ομοιώματα, και τα νοήματα δεν διαλύονται από άλλα νοήματα. 

Το ομοιωματικόν και το νοηματικόν που θα αναδύονταν ως καινόν δεν καταστρέφει ούτε αφομοιώνει, αλλά επανακαθορίζει το πλέγμα των θέσεων της εικόνας, του ειδώλου, του ομοιώματος και των ομόλογων νοημάτων τους.

Το ομοίωμα ορίζεται αρχικά ως μία ψευδαίσθηση, μια στιγμική άρνηση και θέση του αληθινού, και αρχίζει εκεί που η αλήθεια του πραγματικού αμφισβητείται. 
Το μη-ον του ομοιώματος όμως, των simulacra, δεν αρνείται το νόημα, το αντίθετο: παράγει την παραγωγή του. 




Όλη η υπόρρητη διαδικασία της παραγωγής νοήματος δεν είναι ούτε ορατή ούτε αόρατη, ούτε ακατανόητη ούτε κατανοητή. 
'Ενα simulacrum αντικαθιστά ένα άλλο simulacrum και όλα αυτά αφορούν το Εν και την ουσιώδη αυτοταυτότητά του που καταστρέφει προ-αναδρομικά όλες τις ετερότητές του.







Ι.Τζανάκος

Παρασκευή, 17 Απριλίου 2015

Simulacrum (1)




Η ατέρμονη αλληλανάκλαση των ειδώλων και  ο απατηλός κόσμος των αντανακλάσεων έχει να κάνει αρχικά και κύρια με την ύλη ως την κύρια μορφή οντολογικής κατωτερότητας και παθητικότητας που είναι ούτως ο αρχικός τύπος αλλά και η αίωνια αλυσίδα που αυτο-αλυσώνεται κάθε αιώνιο και είναι κάθε αιώνιο. Υπό αυτή την έννοια η ομοιωματικότητα είναι απλά η ολοκληρωμένη εκδοχή της αλληλοανάκλασης των ειδώλων και της ύλης ως οντολογικού υποστρώματός τους. 
Στις Εννεάδες, Ι.4.10, ο Πλωτίνος συγκρίνει την ύλη με κάτοπτρο αλλά με την έννοια της ιδιοσυστατικής αποκλειστικότητας: 
Ό,τι αντικατοπτρίζεται -στο απόλυτο ως προς την ιδιοσυστατικότητά του- κάτοπτρο είναι μόνο μία εικόνα ή αναληθές ον (εἴδωλον ὄν καὶ εἰς οὐκ ἀληθινόν οὐκ ἀληθές), αλλά ουσιαστικότερα το αναληθές είναι το ίδιο το κατοπτρίζειν σε συνάφεια προς την αλληλονοηματοδότηση ψευδότητας κατόπτρου-ύλης και (αυτού του) κατοπτριζόμενου σε αυτήν. 
Η εικόνα αυτή της ύλης είναι εικόνα ενός άλλου προτύπου σε μιά σειρά που έχει πεπερασμένο οριακό σημείο το Εν, χωρίς όμως αυτή η οριακότητα να σημαίνει μια γενική οντολογική περατότητα που ουσιώνεται από την πεπερασμένη σημειακότητα του Εν-ός. 
Η ύλη είναι υπαρκτή ως δυνάμενη να γίνει μεθεκτή από το απόλυτο πέρας του Εν-ός, αλλά το Εν αποδίδοντας απόλυτον πέρας στην ύλη δεν δύναται παρ'όλα αυτά να προσδώσει στο σύνολον του υπαρκτού μιαν απόλυτη ή περίκλειστη περατότητα . 
Η διαφορά ανάμεσα στο είδωλο και το κάτοπτρο, όπου το πρώτο απεικονίζεται στο δεύτερο, στον Πλωτίνο έχει μιαν σχετική σχετικότητα και μιαν σχετική απολυτότητα εφόσον στο ιεραρχικό παιχνίδι των τριών υποστάσεων και των τεσσάρων καθορισμών (Εν-Νούς-Ψυχή//ύλη) έχουμε το είδωλο ως σχετικό καθορισμό που είναι ο ανώτερος καθορισμός της κατώτερης υπόστασης αλλά με τον περιορισμό του παιχνιδιού στο οντολογικό σύστημα των τριών υποστάσεων όπου το ανώτερο (Εν) δεν είναι είδωλον και το κατώτερο  (ύλη) -που δεν είναι υπόσταση αλλά μόνον καθορισμός- δεν είναι επίσης είδωλο αλλά μόνον κάτοπτρο.
Οι δύο ακραίοι πόλοι του πιό ολοκληρωμένου αρχαϊκού ιεραρχικού συστήματος ομοιωματικότητας είναι απόλυτα διάφοροι ως προς την οντολογική υφή (Εν-υπόσταση/ύλη--καθορισμός) αλλά ταυτοί ως προς την μη-ταυτότητά τους ως προς την ειδωλικότητα, άρα και την μη-σχέση τους με την λειτουργία προτύπου-αντιτύπου που καθορίζει τις ενδιάμεσες βαθμίδες του συστήματος (Νούς-Ψυχή). 
Η αλυσίδα των αντανακλάσεων δεν έχει ούτε πέρας ούτε απειρίαν αλλά και τα δύο. Η ύλη καθρεφτίζει τον εαυτό της ως ετερότητα του Εν-ός και το Εν καθρεφτίζει τον εαυτό του ως ετερότητα της ύλης σε μια μη απειρική ούτε πεπερασμένη εικονιστική κατοπτρικότητα αλλά (αμφότερα) σε μια αβυσσαλέα σχέση. Με την αναβάθμιση της αισθητής ύλης σε νοητή, καθώς προσεγγίζει τη υπέρτατη πηγή, το Εν, η αβυσαλλέα σχέση των αντανακλάσεων μεταξύ των ομοιωματικών πολικοτήτων της ύλης και του Εν-ός και το πλέγμα των των φαντασιακών αλληλο-παραμορφώσεών τους τροποποιείται, αλλά δεν σπάει, από έναν καθορισμό που μετατρέπει την αβυσαλλέα σχέση σε αντ-ανακλαστική.
Στον Σοφιστή του Πλάτωνα γίνεται λόγος για την τεχνητή εικόνα, που δεν είναι πιστή αναπαράσταση αλλά μία ομοίωση. 

Στην άλλη άκρη της Ιστορίας παράδοξα προσεγγίζουμε σε μια ριζοσπαστικοποιημένη επανάληψη της πλατωνικής έννοιας της ομοίωσης, στην επανάληψη της διαφοράς του Ζιλ Ντελέζ  όπου η έννοια του simulacrum υπάρχει ως το ακαθόριστο των ανταλλαγών των ειδωλο-εικονιστικών πολικοτήτων, που δεν εδράζεται ούτε στο Υποκείμενο ούτε στο Αντικείμενο, και επίσης δεν αναφέρεται αποκλειστικά στην αντι-κατοπτριστική εικονοποιϊα της νεωτερικότητας, αλλά σε έναν ανοίκειο χώρο εικονιστικότητας και υπερπραγματικότητας, που αν και απροσπέλαστος δεν είναι απατηλός ή αυθεντικός (δηλαδή και τα δύο). 
Βέβαια στον Ντελέζ απουσιάζει η οντολογική ιεραρχία. 
Απουσιάζει;








Ι.Τζανάκος

Δευτέρα, 13 Απριλίου 2015

Αρχή και μήτρα..




Η έννοια του θεμελίου έχει αρκετά προβλήματα ως προς την ίδια την θεμελίωσή της, και αυτό που λέμε τώρα εντός της κάπως γελοίας σοφιστικής του λάμψης φανερώνει μιάν αλήθεια. 
Δεν μπορεί να θεμελιωθεί ένα τελικό θεμέλιο. 
Πρέπει να είναι ένα αθεμελίωτο θεμέλιο, πράγμα που το καθιστά μη θεμέλιο και μάλλον Αρχή.
Μιλήσαμε στο προηγούμενο κείμενό μας για την Αρχή και την μητρικότητα της ουσίας της. 
Μπορούμε λοιπόν, σπεύδοντας, να ορίσουμε το α-θεμελίωτο αρχικό θεμέλιο ως Αρχή και εν τέλει ως μη-θεμέλιο από την έποψη όμως της δύναμής του να θεμελιώνει. 
Αυτό που θεμελιώνει τα πάντα χωρίς το ίδιο να θεμελιώνεται από τίποτα είναι η Αρχή που είναι θεμέλιο από την έποψη των θεμελιωμένων από αυτήν και μη-θεμέλιο από την έποψη της εσωτερικής του ουσίας.
Μπορεί όμως ένα ενδογενώς μη-θεμέλιο να είναι θεμέλιο από την έποψη της θεμελιωτικής του δύναμης;
Ένα μη-θεμέλιο συλλαμβάνεται ως εσωτερική ουσία όταν είναι μορφή διαμεσολάβησης, αλλά αυτό εδώ αποκλείεται εφόσον μιλάμε για μια δημιουργική των πάντων εσωτερικότητα που δεν διαμεσολαβεί τίποτα ούτε διαμεσολαβείται από τίποτα. 
Η προβληματικότητα αυτής της οντολογικής κατάστασης έχει να κάνει με την πιθανολογούμενη δυνατότητά της να είναι αδιαμεσολάβητη εσωτερικότητα και ταυτοχρόνως δημιουργός ουσία που εξέρχεται της εσωτερικότητάς της. 
Θα αποφύγουμε όλες τις εκφραστικές έννοιες της εσωτερικότητας αυτής που την παραπέμπουν σε μια κατάσταση "δημιουργικής πληθωρικότητας" ανάλογης με την οντολογική ηλιακότητα ή το ωκεάνειο στοιχείο παρ'όλο που όλα αυτά έχουν έναν ισχυρό δεσμό με το θήλυ όπως έχει διαμεσολαβηθεί όμως από την αρσενική ιεράρχηση των όντων και της δημιουργίας τους.
Η Αρχή-μήτηρ δεν εξέρχεται ποτέ πέραν του σημείου επαφής της με το ον. 
Η έξοδος της Αρχής στο ον είναι ένα διαμορφωτικό άγγιγμα που δεν έχει εκστατικές και πληθωριστικές ιδιότητες, αν μιλάμε για την μητρική ουσία της και όχι για την μητρική ουσία της ως διαμεσολαβημένης από την πατρική ψευδο-Αρχή και όλους τους ψευδο-θεούς της πατριαρχίας.
Η "αρχή" του ελάχιστου ακόμα δεν επαρκεί για να δείξει την λεπτότητα του οντολογικού αγγίγματος που σημαίνει η Αρχή, πράγμα που φαίνεται εξάλλου στην ανατριχιαστική μορφή που λαμβάνει η ψύχωση στις δια-μητρικές σχέσεις και στην μήτρα της ζωής την ίδια, όταν αυτή η ψύχωση συμβαίνει.
Το ελάχιστο του ελάχιστου περιέχει το ύψιστο της διαμορφωτικής μητρικής βίας που όμως δεν είναι καταστροφική βία όσο δεν διαμεσολαβείται από το ομοιωματικό (ψευδο-)ομοίωμά της που είναι η πατρική ψευδο-Αρχή. Όταν όμως διαμεσολαβείται από την κυρίαρχη πατρικότητα μετατρέπεται στην υψηλότερη και σκληρότερη εντός της λεπτότητάς της βία. 
Η καταστροφή του ανθρώπου είναι η καταστροφή και πατριαρχική ενσωμάτωση της μήτρας και της μητρικότητας. 
Η απομάκρυνση κάθε κοινωνίας από την Αρχή της, η βία προς αυτήν ή μάλλον η συρρίκνωση της επιρροής της στην διαμορφωτική ροή των κοινωνιών, και η υπόταξή της στις πατριαρχικές ψευδο-Αρχές (που είναι τόσο ψευδείς όσο πολλαπλασιαζόνται σαν καρκίνος) είναι η βάση κάθε κοινωνικού και ψυχικού ριζικού προβλήματος, με την έννοια πως ένα πρόβλημα είναι ριζικό όταν έχει εγκατασταθεί ως δομή. 
Πετάξτε όλο τον μαρξισμό και όλο τον (νεο-)φροϋδισμό στα σκουπίδια όσο αδυνατεί να το περιέξει αυτό που σας είπα, και δεν νοιάζομαι καθόλου για το τι λέει ο κάθε Λακανικός για τον Λόγο-Πατέρα και τα Ονόματά του, όπως δεν νοιάζομαι για τις λακανικές και μετα-λακανικές ψευδοκριτικές-κριτικές της πατριαρχίας. 
Τιποτένια πράγματα.
Ποιά είναι όμως η λύση των αποριών που εκφράσαμε στην αρχή του κειμένου μας; 
Νομίζετε πως είναι ιδιαίτερα εύκολο μετά από 2 αιώνες αρσενικού φεμινισμού και χιλιετηρίδες πατριαρχίας να μιλήσουμε για την άγνωστη ουσία της ανθρώπινης ζωής χωρίς να παρασυρθούμε στις αλλοτριώσεις που δημιούργησαν οι ψευδο-οικειοποιήσεις της;
Πρέπει να σκάψουμε κάτω και από το άρρητο, κάτω και από τη σιωπή ή ακόμα και να πάψουμε να μιλάμε συνέχεια, εμείς, ακόμα και όσοι μιλήσανε για Λογο-κεντρισμό, ειδικά αυτοί, για λόγους που θα σας τους περιγράψω αργότερα..









Ι.Τζανάκος
  

Αρχή και μήτηρ..



Ο πραγματικός Θεός μπορεί να είναι μόνον Γυναίκα..


Η Αρχή των Λόγων και των πράξεων είναι ένα σημείο πλοκής τους που ως το απώτατο είναι τους εισχωρεί στο απώτατο βάθος τους σε ένα τέτοιο βαθμό που δεν έχει νόημα να μιλάμε για εκκίνηση από αυτό και επιστροφή σε αυτό. 
Το αδύνατο είναι κανείς να θανατώσει αυτό το σημείο και γι'αυτό είναι άχρηστη κάθε ψυχαναλυτική αφήγηση ή μια γενεαλογικού τροπισμού αποδόμησή του, αφού όλες αυτές οι φιλόδοξες προσπάθειες καθορισμένης καταστροφής του συναντούν το απόλυτο εμπόδιο και όριο που είναι η μητρικότητα της Αρχής. 
Η Αρχή είναι μητρική και όχι πατρική, γι'αυτό κάψτε όλα τα φροϋδικά πτυχία σας και τις ψυχοκοινωνιολογικές σας μαθητείες αν δεν το αναγνωρίζουν αυτό. 
Την μάνα δεν μπορεί κανείς να την θανατώσει ούτε να την παραβλέψει. 
Η θανάτωση της μάνας από τους υιούς και τις κόρες της είναι μια μηδενική πράξη που αυτοκαταστρέφεται την ίδια την στιγμή που συλλαμβάνεται στο νοητόν.
Η Αρχή κάθε ανθρώπινης ύφανσης είναι η ύφανση και η ύφανση της Αρχής είναι ταυτή με την Αρχή. 
Η Αρχή δεν έχει ομοίωμα ούτε αντίστοιχη ενικότητα που την ενσωματώνει, την εκφράζει (αν και η ενικότητα είναι γνωστόν ότι δεν σχετίζεται εύκολα με εκφρασιακές πτυχές του πραγματικού-φαντασιακού) ή εν πάσει περιπτώσει κάτι "την κάνει".
Θα μπορούσαμε να πούμε πως η Αρχή είναι το άρρητον;
Όχι, θαρρώ, γιατί έτσι θα παραβλέπαμε πως ό,τι άρρητον δυνητικά ρητόν εστί, έστω ως αεί δυνητικά. 
Πίσω και από το άρρητον και τα χωλά αδέρφια του, το μηδέν, το τίποτα, το κάτι, το είναι-μηδέν, πίσω λοιπόν από τον σακάτη αυτόν που λέγεται πατήρ/μη-πατήρ, πολύ μακριά από όλες αυτές τις δευτερεύουσες αρσενικές οντότητες, βρίσκεται η Αρχή-Μήτηρ.
Επαναφέρω την μη-βιοχημική ψυχιατρική υπόθεση, με φιλοσοφικές και ανθρωπολογικές επιπτώσεις, της σχιζοφρενογόνου μητέρας ως παθογενούς διαμεσολαβητή και συνδημιουργού της πατριαρχικής δομής. 
Η Αρχή-μήτηρ ευρίσκεται από τότε που επικράτησε ο χωλός ανήρ, ο ανήρ, δηλαδή ο πατήρ, σε μια οντολογική κενότητα χωρίς τέλος, και μαζί της η "κοινωνία".
Μια πρακτική λύση πριν μιλήσουμε για αναδόμηση/αποδόμηση και καταστροφή της πατριαρχίας, έτσι γενικά και αόριστα στα πλαίσια της ερμηνείας και της θεωρίας, είναι μιλήσουμε για εξοπλισμό του θήλεως.










Ι.Τζανάκος

Κυριακή, 12 Απριλίου 2015

Ισχύς και Κυριαρχία: η ένταση των καταστροφικών στοιχείων..



Το είδος της ισχύος μιας μονάδας ύπαρξης, από την έποψη της έντασης που δεν περιορίζεται από μια αποκλειστικά φυσικομηχανιστική έποψη έντασης, σημαίνει την εσωτερική ενότητα του ποσοτικού της καθορισμού (μεγέθους) με ιδιαίτερές της ποιοτικές καθοριστικότητες. 
Για να γίνει αυτό που λέμε αντιληπτό στην ξεχωριστή του έννοια θα μπορούσαμε να φέρουμε ένα παράδειγμα από τον "φυσικό" μη έμβιο κόσμο: ένα ον λ.χ που λέγεται πως είναι ''κόκκινο" μετριέται ως προς την έντασή του ανάλογα με τον βαθμό της "κοκκινότητός" του ακόμα κι αν αυτό δεν έχει κανένα εμφανές άμεσο νόημα ή αποτέλεσμα ως προς την φυσική ή ειδική φυσική ισχύη του. 
Το να λέει κανείς πως ένα ον είναι "κοκκινότερο" από ένα άλλο στερείται νοήματος αν εξετασθεί από την σκοπιά της χρωματικής σήμανσης, και αυτό ισχύει ακόμα κι όταν λέμε πως ένα ον είναι "βαθύ κόκκινο". 
Στην πραγματικότητα αυτό μπορεί να σημαίνει πως το συγκεκριμένο ον με την συγκεκριμένη απόχρωση του "κόκκινου" προσεγγίζει στο χρωματικό φάσμα το "μαύρο" και αυτό δεν του προσδίδει περισσότερη "κοκκινότητα" από ένα άλλο ον που είναι "κόκκινο" προσεγγίζοντας στο χρωματικό φάσμα το "λευκό" κ.ο.κ
Αυτές οι διακρίσεις όσον αφορά την ένταση ενός ποιοτικού καθορισμού ενός όντος που δεν αποτελούν σε μια γενική καθαυτότητα έναν σαφή ή ακόμα και υπαρκτό ποσοτικο-ποιοτικό καθορισμό της ουσίας του αποκτούν σημασία και σαφήνεια σε μια σειρά από ποιοτικά καθορισμένα όντα, κυρίως έμβια, που συναρτούν την επιβίωση και την (ανα-)παραγωγή τους από συγκεκριμένης κατεύθυνσης εντατικοποιήσεις ιδιαίτερων ποιοτικών καθορισμών τους.
Η εντατικοποίηση από αυτή την έποψη σημαίνει αυτονόμηση του εντατικοποιούμενου ιδιαίτερου ποιοτικού καθορισμού και ενεργοποίησή του σε ένα πλαίσιο αυτο-ενεργοποίησης. 
Η εντατικοποίηση είναι λοιπόν ούτως μια αυτο-εντατικοποίηση ενός στοιχείου που δεν μπορεί (άρα) να νοηθεί ως στοιχείο μιας ολότητας ή ενός συστήματος που το θεμελιώνει, εκτός κι αν νοηθεί ως θεμέλιο.
Γενικά το έμβιον έχει την ιδιότητα να εξεχοποιεί χαρακτηριστικά που στον (τυπικά) μη έμβιο κόσμο δεν αποτελούν θεμελιακά στοιχεία του ή κι αν αποτελούν το "πράττουν" αυτό στα πλαίσια μιας γενικότερης ένταξής τους σε ένα "φυσικό σύστημα" χωρίς να έχουν έναν αυτόνομο επιτελεστικό ρόλο ως ξεχωριστοί συντελεστές της όποιας διεργασίας. 
Με λίγα λόγια το έμβιον μπορεί να αυτονομοποιήσει στοιχεία της ουσίας των πραγμάτων και του εαυτού του και να τα κάνει ξεχωριστές ουσίες τους που αποκτούν μιαν ειδική επιτελεστική γενικότητα μέσα τους (και μέσα του) που μπορεί να αναπτύσσεται επ'άπειρον.  
Γι'αυτό και το "επιτελεστικό στοιχείο" μπορεί να νοηθεί (στον άνθρωπο) ως "συντελεστής".
Έτσι, για να επαναλάβουμε το προηγούμενο παράδειγμα, η απόχρωση ενός έμβιου όντος μπορεί λ.χ να παίζει ρόλο στην αναπαραγωγική ή αμυντική του δράση, αλλά το κυριότερο υπάρχουν και άλλες ιδιότητες που έχουν να κάνουν με την ετεροκαταστροφική "ικανότητα" ενός όντος απέναντι στα άλλα, που ενώ είναι γενικές ιδιότητες που σημαίνουν στο "φυσικο-μηχανιστικό" επίπεδο ένα φάσμα αποτελεσμάτων της γενικότερης συγκρότησης του όντος, στην περίπτωση της έμβιας συγκρότησης παίζουν μερικές φορές έναν καθοριστικό ρόλο στην ίδια την αυτοσυγκρότησή του.
Ένα σύνολο έμβιων όντων εξαρτά την αυτοσυντήρησή του, άρα την ίδια την ύπαρξή του από την δυνατότητα καταστροφής της ζωής άλλων έμβιων όντων που μπορεί μάλιστα και να ανήκουν στο ίδιο (καταστροφογενές) σύνολο.
Η κατασπάραξη προϋποθέτει ικανότητα καταστροφής της άλλης ζωής και η ικανότητα καταστροφής της άλλης ζωής προϋποθέτει μια σειρά από μηχανικές και νοητικο-μηχανικές ικανότητες μέσα στο ίδιο το έμβιο ον. 
Η διαφοροποίηση του ανθρώπινου έμβιου από τα άλλα καταστροφογενή (αρπακτικά) έμβια έγκειται στην νοητική ικανότητά του, που του δίνει εκτός από την ικανότητα παραγωγής εργαλείων (η νοητική ικανότητα είναι συνυφασμένη γενεσιακά με αυτή την ικανότητα) την δυνατότητα να σκεφτεί και να πράξει την άντληση της ζωϊκής (που δεν είναι μόνον εργασιακή) ενέργειας (και των αποτελεσμάτων της) των άλλων έμβιων όντων. Σε ένα πρώτο επίπεδο αυτό επιτυγχάνεται με την εξημέρωση άλλων ειδών αλλά επεκτείνεται με την καθυπόταξη άλλων ανθρώπων (κοινοτήτων ή ατόμων από άλλες κοινότητες ή την "δική" μας). Πρέπει εδώ να τονίσουμε κάτι:
Η ικανότητα άντλησης αλλότριας ενέργειας προϋποθέτει πάντα και απόλυτα την διατήρηση (τουλάχιστον) και επέκταση ίσως (ταυτόχρονα και παράλληλα) της ικανότητας καταστροφής του άλλου έμβιου όντος. Μπορεί κανείς να μιλήσει λοιπόν για την ανάπτυξη και επέκταση μιας ικανότητας καταστροφής ακόμα και όταν ανακαλύπτεται μια άλλη ικανότητα άντλησης της ζωϊκής ενέργειας (και των αποτελεσμάτων της) που δεν έχει ως άμεση προϋπόθεσή της την καταστροφή του άλλου όντος, όταν έρχεται η ώρα της κατασπάραξής του ή αν υπάρχει χρεία φυλάκισής του στον "χώρο" άντλησης της ενέργειάς του ή αν υπάρχει χρεία βίαιης πειθάρχησής του (με καμτσίκια, μαστίγια, βέργες, γκλόπς). 
Σε ένα επίπεδο βέβαια επαγρύπνησης της σκέψης όποιου θέλει να σκέφτεται χωρίς να απενοχοποιεί την καταστροφική του "φύση" (και χωρίς βέβαια και να την θαυμάζει, από την άλλη!) ακόμα και αυτή η μη άμεσα καταστροφική πρακτική της άντλησης ενέργειας αποτελεί μιαν αργή καταστροφή που παραμένει καταστροφή ισάξια και χειρότερη από την άμεση καταστροφή της ζωής του άλλου έμβιου. 
Σε ένα επίπεδο μεγαλύτερης έντασης η εξουσία του καταστροφέα νοείται από τον ίδιο ως επιβεβαιωμένη αν κατά καιρούς τονίζει την άμεση καταστροφική του ικανότητα ειδικά σε άλλα ανθρώπινα όντα που έχουν την νοητικά κατοχυρωμένη ικανότητα να φύγουν μακριά από τον "χώρο" της άντλησης της ενέργειάς τους ή ακόμα και να μετατρέψουν τον "ρόλο" και να γίνουν αυτά οι αντλητές-καταστροφείς στην θέση των προηγούμενων.
Εδώ παρατηρούμε πολλές ιδιομορφίες ως προς αυτή την ικανότητα καταστροφής του άλλου έμβιου και άντλησης αλλότριας ενέργειας:
α) Στον άνθρωπο υπάρχει δυνατότητα ενδο-ανθρώπινης καταστροφής και άντλησης, πράγμα που τον διαφοροποιεί από τα άλλα έμβια. 
Ο άνθρωπος είναι το μόνο έμβιο που στρέφεται συστηματικά εναντίον των ομοειδών του για να τους εκμεταλλευθεί, καταστρέψει, αφανίσει, είτε με εξημερωτικές πρώτα και έπειτα καταστροφικές πρακτικές είτε με ωμή βία.
β) Στον άνθρωπο υπάρχει η δυνατότητα καθολικοποίησης και υπερ-έντασης όλων των δυνατοτήτων ετεροκαταστροφής και ετερο-άντλησης των πάντων, άλλων ανθρώπων, εμβίων, φυσικών πόρων κ.λ.π. 
Ο καπιταλισμός είναι η απόλυτη γενίκευση της ετεροκαταστροφής ετεροφαγίας ετερο-άντλησης του άλλου έμβιου, που περιέχει όλες τις δυνατές εκλεπτύνσεις αλλά και ταυτόχρονες ωμοποιήσεις τους. 
Στον ύστερο καπιταλισμό δεν υπάρχει κανένας χώρος που να μπορεί κανείς να αποφύγει απόλυτα την νομοτέλεια του ανθρωπο-κανιβαλλισμού.
γ) Η φιλοσοφία, η πολιτική, η ιδεολογία, η θρησκεία, σε οποιαδήποτε μορφή, μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την εξημέρωση και εξαπάτηση των υποψήφιων θυμάτων των εκάστοτε αρπακτικών άλλων ανθρώπων, αλλά και σε ειδικούς ρόλους εξημέρωσης ενός λαού κάθε φορά σε μια ειδική φάση. 
Μπορούν να παίξουν ρόλο άμυνας των υποψήφιων θυμάτων μόνον κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες και υπό ειδικούς όρους. 
Ένας διεθνισμός λ.χ μπορεί να είναι ο ευγενικότερος τρόπος να υποταχθεί ένας λαός και να γίνει τροφή ενός ισχυρότερου λαού ή κράτους ή ακόμα και ενός (ακόμα) ασθενέστερου λαού ή κράτους που έχει απειλητικές αρπακτικές προθέσεις ("όλοι αδέρφια είμαστε", μόνο που τα ανθρώπινα  αδέρφια έχουν κανιβαλλικές ικανότητες μερικές φορές), αλλά και ένας εθνικισμός επίσης μπορεί να εξυπηρετεί έναν τέτοιο σκοπό, είτε των μεγάλων αρπακτικών μιας εθνότητας που θέλουν να πίνουν αιματάκι σπρώχνωντας τους "από κάτω" τους ομοεθνείς τους σε πολέμους για το προαναφερθέν αιματάκι ή για να ξεχνάνε το αιματάκι που δίνουν στους ομοεθνείς τους βρυκόλακες. 
Η μία ή άλλη ιδεολογία αξιολογείται στις συγκεκριμένες συνθήκες διάδοσης και εφαρμογής της.



Ι.Τζανάκος

Δυτική Ισχύς (Ρώμη, Γερμανία) και Κίνα..



Η υπερίσχυση είναι η εντατική όψη ενός αγώνα που έχει ως επίκεντρό του την ισχύη. 
Ας ορίσουμε ως ένταση (άρα και ως εντατική όψη ενός πράγματος) την ενότητα ποσοτικού (μεγέθους) με ένα ειδικό στοιχείο ενός συστήματος ή μιας μορφής που έχει ποιοτικούς προσδιορισμούς χωρίς απαραίτητα να αποτελεί την μορφή ή τον ποιοτικό καθορισμό εν όλω. 
Η νομοτελειακή κατάληξη των αγώνων ισχύος λέμε ότι είναι η υπερίσχυση και με αυτό εννοούμε πως ακόμα και αν αυτή (ως αποτέλεσμα του αγώνα ισχύος) είναι ένα σημείο μιας ευρύτερης ολότητας που αποτελεί ένα σύνολο πολλών άλλων στοιχείων που πλέκονται σε αυτό το πλέγμα της ολότητας είναι ωστόσο εκείνο το στοιχείο που δεν αποτελεί απλά έναν δείκτη ή έναν δείκτη υπό την αναγκαία μορφή του αιτιατού (αποτελέσματος). 
Αυτό ωστόσο είναι αναγκαίο να διευκρινισθεί υπό ποιές συνθήκες και υπό ποίους όρους συμβαίνει, γιατί είναι προφανές (ή θα έπρεπε να είναι προφανές) πως δεν είναι ο γενικός κανόνας σε κάθε σύστημα ή σε κάθε ολότητα ή (ολική) μορφή. 
Στην περίπτωσή μας (στην έννοια-κατάσταση της ισχύος) υπάρχει θαρρώ ένας γενικός κανόνας αυτονόμησης του ειδικού στοιχείου που είναι η ισχύη σε ένα κοινωνικό σύστημα εν γένει αλλά και ιδιαίτερες εξειδικεύσεις που επιτείνουν τον κανόνα της αυτονόμησης και αφορούν, για να γίνω πιό συγκεκριμένος, την ένταξη μιας ασθενούς ή λιγότερο ισχυρής χώρας (ή εθνοκράτους) σε ένα ευρύτερο αυτοκρατορικό ή ιμπεριαλιστικό-καπιταλιστικό σχήμα.
Ας ξεκινήσουμε όμως από τον γενικό κανόνα.
Κατά την κίνηση της διαίρεσης της κοινωνίας-κοινότητας σε τάξεις, όπου δημιουργείται μια ηγετική κυρίαρχη και μια κυριαρχούμενη (μπορεί κάθε τάξη ως κυρίαρχη ή κυριαρχούμενη να περιέχει αρκετές υπο-τάξεις), έναν εξαιρετικό ρόλο παίζει το παιχνίδι της ισχύος-υπερίσχυσης.
Η κυρίαρχη τάξη δεν είναι μια οικονομική μόνον μονάδα άντλησης της υπερ-εργασίας των υπόλοιπων μελών της κοινωνίας-κοινότητας αλλά ένα ειδικό σώμα κυριαρχίας που έχει την δυνατότητα να ηγείται του σώματος κυριαρχίας του συνόλου της κοινωνίας-κοινότητας. 
Δεν υπάρχει άλλος άμεσος τρόπος ανάδυσης μιας αρχέγονης άρχουσας τάξης από την ειδική συνύφανσή της με τον πόλεμο (πολεμική αριστοκρατία) και την θρησκεία που πάντα έχει άμεσες σχέσεις με την πολεμική δραστηριότητα της κοινωνίας-κοινότητας. 
Έχει επιβεβαιωθεί πολλαπλώς αυτό που σας λέω όχι μόνον με την μελέτη αρχέγονων κοινοτήτων του απώτατου παρελθόντος αλλά και σε πιό πρόσφατα παραδείγματα όπως αυτό της αργής ολιγαρχοποίησης των γερμανικών κοινωνιών-κοινοτήτων που κατέστρεψαν την άθλια Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία (αρχέγονοι Γερμανοί που έκαναν ένα καλό έργο). 
Αυτό που δεν ξέρει ο "πολύς κόσμος" είναι πως η καταστροφή του δυτικο-ρωμαϊκού αυτοκρατορικού αίσχους ήταν μια περίπλοκη ιστορική διεργασία κατά την οποία κοινωνίες-κοινότητες που διέρχονταν την αργή και βασανιστική μετάβαση από τον αρχέγονο κομμουνισμό στην ταξική πολεμικο-αριστοκρατική κοινωνία-κοινότητα (υπό την επιρροή και των Ρωμαίων) κατέστρεψαν μια δουλοκτητική Αυτοκρατορία (το δυτικό τμήμα της) δημιουργώντας ένα πρωτότυπο (για την εποχή) κοινωνικο-ιστορικό μάγμα, το οποίο μάλιστα στην αρχή του είχε έντονα τα στοιχεία της κομμουνιστικής και αντι-αστικής κοινότητας. 
Μέσα στους σκοτεινούς (φωτεινούς θα έλεγα εγώ από μια σκοπιά) χρόνους της καταστροφής της Ρώμης και για αρκετούς αιώνες διαλύθηκαν οι περισσότερες δουλοκτητικές πόλεις, καταστράφηκε το οδικό δίκτυο, μαράζωσε το εμπόριο (και δούλων), παρ'όλο που η νέα βαρβαρική μισο-ρωμαϊκή μισο-γερμανική αριστοκρατία δομούσε ένα σύστημα εκμετάλλευσης των νέων αγροτικών πληθυσμών και ένα μικρότερο σύστημα πόλεων και δουλοκτησίας. 
Αυτό που μας ενδιαφέρει εδώ, πέρα από την ανάδειξη αυτής της άγνωστης εν πολλοίς -στους περισσότερους- αλλά ιδιαίτερα γοητευτικής ιστορίας των δυτικοβαρβαρικών αρχεγονο-κομμουνιστικών ορδών, είναι η ανάδειξη του συντελεστή της ισχύος καθ'όλη την διάρκεια της μετάβασης και της ισχυροποίησης του (τότε) νέου ταξικού συστήματος που παρεπιπτόντως αποτέλεσε και την πηγή μιας δύναμης που από'τι έχετε καταλάβει είναι αυτό που σας ποδοπατάει σήμερα ή είστε (είμαστε) μέρος του και από κοινωνικο-ιστορική σκοπιά ή ακόμα ακόμα και από την σκοπιά της "πνευματικής" θεμελίωσης (όλος ο κόσμος). 
Τόσο ο γερμαναράς Marx (διαυγέστερα) όσο και ο αμφίθυμος (μέσα στην παλαβομάρα) ως προς τον γερμανισμό του  γερμαναράς Nietzsche έχουν μιλήσει κάποτε ειρωνικά κάποτε μελιστάλακτα για τους αρχέγονους βαρβαρο-κομμουνιστές "προγόνους" τους, και έχουν επισημάνει την σημασία αυτού του ενδιάμεσου βαρβαρο-κομμουνιστικού "σταθμού" της ευρωπαϊκής Ιστορίας για την θεμελίωση όχι μόνον του λεγόμενου Μεσαίωνα αλλά και της νεώτερης εποχής. 
Το γερμανικό ξεροκέφαλο πέρασε μάλιστα και από ένα άλλο "ενδιάμεσο" στάδιο, όχι ιδιαίτερα κομμουνιστικό όπως το πρώτο αν και υπήρξαν αρχεγονο-κομμουνιστικές αγροτικές αναβιώσεις (Αναβαπτιστές): αυτό της Διαμαρτύρησης που αν και ενταγμένη στα πλαίσια του νεο-ρωμαϊσμού έχει πολλές βάσεις μέσα στην αρχεγονότητα αυτή που κακώς κάκιστα αποδίδεται στον "εθνικό χαρακτήρα" του γερμανικού έθνους ή των γερμανοβόρειων γενικά. 
Το παράξενο για τους κολλημένους μαρξιστές ή ιστορικούς κοινωνιολόγους, και αυτό που επαναφέρουμε, είναι ακριβώς ο ρόλος του παιχνιδιού της ισχύος-κατίσχυσης και οι συνθέσεις που δημιουργούνται εντός αυτού του πλαισίου. 
Στην συγκεκριμένη ιστορική "περίπτωση" που αναφέραμε (διόλου τυχαία), δηλαδή στην δυτικο-γερμανική Ρώμη, υπάρχει ένα ιδιαίτερο μείγμα αυτοκρατορικής εκλέπτυνσης της ωμής βίας που παραμένει ωστόσο ωμή βία (αρχαία Ρώμη) με αρχέγονες παραδόσεις κυριαρχίας και μια θρησκεία που στοιχειοποιεί ένα αυτοκρατορικό ιμπεριαλιστικό σύστημα κυριαρχίας από την σκοπιά της υποκειμενοποίησής του.
Αυτό που αποτελεί νομίζω την (γενεαλογικά καθορισμένη) ιδιαίτερη στοιχειακή κανονικοποίηση "δυτικού κανόνα" της ισχύος-υπερίσχυσης είναι ένας συγκεκριμένος συνδυασμός διανοητικής και πολιτισμικής εκλέπτυνσης και ωμής βίας που δεν περιορίζεται μόνον στον αρχαιο-ρωμαϊκό κανόνα αλλά περιέχει και έναν ιδιαίτερο βαρβαρικό ψυχικό και βιοψυχικό τροπισμό. 
Οι Κινέζοι όταν πρωτοασχολήθηκαν σοβαρά με τους Ευρωπαίους εξεπλάγησαν με τον βαρβαρισμό τους αλλά λόγω της δικής τους -δικαιολογημένης τότε- αλαζονείας που προέρχονταν από την βαθιά εκλέπτυνση των ηθών που είχαν κατακτήσει δεν συλλάβανε αμέσως την ειδικότητα του δυτικού μείγματος εκλεπτυσμένης κακίας και βαρβαρότητας.
Αντίθετα οι πιό συγγενείς προς τους δυτικούς -ως προς την αγριότητα- Ιάπωνες, αν και κατά πολύ περισσότερο εκλεπτυσμένοι από αυτούς συλλάβανε την δύναμη αυτού του ειδικού μείγματος και επιβάλλανε στον εαυτό τους μια περίοδο απομονωτικής προσαρμογής του μιλιταριστικού τους μοντέλου στο ευρωπαϊκό μοντέλο. 
Και οι δύο, δυτικοβάρβαροι και νεο-Ιάπωνες, πέσανε με αγριότητα και μανία να κατασπαράξουν την Κινεζική Αυτοκρατορία της εκλέπτυνσης και θα καταστρέφανε αυτή την πολιτισμένη Αυτοκρατορία αν δεν την έσωζε ο ουράνιος αυτοκρατορικός κομμουνισμός του Μάο που περιείχε ακριβώς αυτή την αναγκαία καταβύθιση στο αγροτικό και προλεταριακό αρχέγονο που ήταν απαραίτητη (και) από την άποψη του παιχνιδιού της ισχύος.



Τώρα, με την υπομονή που τους διακρίνει, οι Κινέζοι, θα πάρουν σιγά σιγά την ηγεσία του Κόσμου. Αυτό που μέλλει να δούμε είναι αν η κινεζική εργατική τάξη και ο κινεζικός λαός θα νοηματοδοτήσουν αυτή την μέλλουσα κυριαρχία με ένα άλλο κοινωνικο-επαναστατικό περιεχόμενο.



 
Ι.Τζανάκος    

Δευτέρα, 6 Απριλίου 2015

Οι δύο παράξενες μεταβάσεις από και προς την αρχέγονη ολότητα..



Το ουσιώδες φαινόμενο κατά την συγκρότηση ενός διαχωριστικού υπερκαθορισμού πάνω στο πρωταρχέγονο πλέγμα των ενιαίων, αλλά πολύπλοκα διαμεσολαβημένων, κοινωνικοφυσικών καθορισμών του ανθρώπινου (κοινωνικο-παραγωγικού) ζώου είναι η εσωτερική διαίρεση της -συκοφαντημένης ως αγελαίας- πρωταρχικής ανθρώπινης κοινότητας σε μια σταθεροποιημένη ηγετική και μετέπειτα κυρίαρχη ομάδα και στους υπηκόους ή εντολοδόχους της.
Οφείλουμε να διευκρινίσουμε πως αυτό που ορίζουμε ως ουσιώδες φαινόμενο μιας ιστορικής κατάστασης, αλλά και κάθε κατάστασης, ενώ είναι εκδήλωση της ουσίας της δεν είναι το όλον της ουσίας ακόμη κι αν θεωρούμε πως είναι οργανικό της στοιχείο. 
Ενώ η ουσία εκφράζεται ως φαινόμενο, δηλαδή το φαινόμενο είναι η ουσία ως εκφραζόμενη και εκδηλωνόμενη (ή παρουσιαζόμενη), παραμένει ένας τρόπος της ολικής ουσίας και όχι το όλον της. 
Θα μπορούσε κανείς να θεωρήσει πως η ίδια η ουσία και το φαινόμενό της είναι τροπισμοί μιας ουσιο-ολότητας (ή εσώτατης μορφής) που τα παράγει και τα δύο ως στοιχεία ή στιγμές-εξωμορφές της, όπου όμως η έννοια της εξωμορφής σημαίνει το περίβλημα, ή τον φλοιό, ή την επιφάνεια και όχι ένα εξωτερικό της ολότητας. 
Ακόμα όμως και στην περίπτωση που μιλήσουμε για επιφάνεια αυτό γίνεται στο "παραδοσιακό" πλαίσιο της ενότητας βάθους επιφάνειας και όχι στα μετανεωτερικά πλαίσια μιας επιφάνειας χωρίς βάθος ή με βάθος μιαν άλλη επιφάνεια κ.λ.π. 
Με αυτή την έννοια λοιπόν μιλάμε και για μια εξωτερικότητα ή "εξωμορφή" που παραμένει πάντα η εξωτερικότητα μιας ολότητας που έχει εσωτερικότητα και εσωτερικόν εύρος. 
Αυτό που ενδιαφέρει την ιστορική θεωρία και μέθοδο (θεωρίας και δράσης) είναι η θεωρητική και πρακτική οικειοποίηση της ολότητας δια των στιγμών-εξωμορφών της χωρίς να υπάρχει (όσο το δυνατόν) ταύτιση αυτών των στιγμών-εξωμορφών με την ουσιο-ολότητα. 
Από την άλλη, οφείλουμε επίσης να δούμε το ενδεχόμενο "πάνω" από τον στιγμικό-εξωμορφικό καθορισμό να μην είναι άμεσα η ουσιο-ολότητα (ή εσώτατη μορφή) αλλά ενδιάμεσες "ιστορικές" οντότητες και διαμεσολαβήσεις που διαμεσολαβούν το εξωμορφικό-στιγμικό με το ουσιο-ολικό/εσωμορφικό στοιχείο της διεργασίας. 
Στην περίπτωση που εξετάζουμε ο ταξικός-διοικητικός διαχωρισμός είναι η εξωμορφή-στιγμή και ο διαχωριστικός υπερκαθορισμός η μεσολαβητική ενδιαμεσότητα προς την (όποια θεωρούμενη από εμάς) ουσιο-ολότητα.
Η στιγμή-εξωμορφή της ταξικο-διοικητικής διαίρεσης δεν πρόκειται λοιπόν για μια διεργασία διαίρεσης που έχει απλά αίτια, ας πούμε πρωτογενή και θεμελιακά, και πολύπλοκες θεμελιωμένες διαμεσολαβήσεις ή ταυτόχρονες πολύπλοκες θεμελιωμένες διεργασίες συντέλεσης και μόνιμης εγκαθίδρυσής της, αλλά (πρόκειται) για μια διεργασία πολύπλοκη εν τω γεννάσθαι που σημαίνει όμως την άρση της αρχέγονης διαμεσολαβητικής πολυπλοκότητας και την δημιουργία ξεχωριστών "δομών" και ξεχωριστών αυτοκαθορισμένων καθορισμών της κοινωνικής ολότητας.
Σε αυτή την διεργασία δεν υπάρχουν αρχικά ξεχωριστές δομές που επιτελούν έναν ιδιαίτερο "ρόλο" αλλά ένα σύνολο από αλληλοδιεισδυόμενα (αλληλοδιεισδύοντα) στοιχεία που όταν εξετάζονται "χωριστά" πάντα αναφέρονται στα άλλα χωρίς να μπορούν να αποτελέσουν από μόνα τους, ή σε ένα συνδυασμό μερικότητας -επί του όλου των στοιχείων, έναν θεμελιωτικό συντελεστή.
Το πρώτο παράξενο για έναν σύγχρονο μελετητή της αταξικής ή μη-ταξικής κοινωνίας των πρωταρχικών κοινοτήτων, αν ακολουθήσει την οδό της καταστροφής της "προοδευτικής" αλαζονείας, ακολουθώντας κατά κάποιο τρόπο ένα περίπλοκο σχήμα νοητικού και υπαρκτικού σεβασμού τόσο προς την πρώτη ακέραια μορφή της όσο και (προς) την ακέραια μορφή της που άρχισε να τείνει προς την διάλυση και "απλοποίηση", το πρώτο παράξενο λοιπόν είναι πως έρχεται αντιμέτωπος με την ανάγκη να εξηγήσει και να κατανοήσει την έξοδο από την ιερή πολυπλοκότητα της αταξικής κοινότητας προς την χυδαιότητα και την απλότητα της ταξικής κοινωνίας διατηρώντας ένα πολύπλοκο σχήμα και για την μεταβατική φάση και για την νέα (χυδαία) κοινωνία. 
Την διατήρηση της διαμεσολαβητικής πολυπλοκότητας κατά την μεταβατική φάση μπορεί να την κατανοήσει, ή δικαιολογήσει, μέσω του τονισμού της επιρροής της πρωταρχικής κοινωνίας (ακόμη). 
Την διατήρηση της διαμεσολαβητικής πολυπλοκότητας και κατά την εδραιωμένη φάση της ταξικής κοινωνίας πως μπορεί να την κατανοήσει και δικαιολογήσει; 
Μπορούμε να πούμε πως όχι το γενολογικό αλλά το υπερδιαμεσολαβητικό στοιχείο της ανθρώπινης ζωής είναι ίσως ο πραγματικός δείκτης "επιβίωσης" της αρχέγονης κομμουνιστικής ευγένειας και κατά την ατελείωτη σκοτεινή περίοδο της ανθρωπότητας που βιώνουμε. 
Βέβαια, ακριβώς εδώ τίθεται το ερώτημα: μήπως και ο ίδιος ο όρος "κομμουνισμός" είναι γι'αυτό τον λόγο ατυχής και απηχεί ακριβώς (παρά τις όποιες προθέσεις και ανθρωπολογικές επιτεύξεις) άλλον έναν τροπισμό της "απλούστευσης" που χαρακτηρίζει τις ταξικές ιεραρχικές κοινωνίες; 
Πέρα όμως από το ζήτημα αυτό, που δεν θα ήταν εύστοχο να το χαρακτηρίζαμε απλά αξιολογικό ή σημασιολογικό (νοηματικό), τίθεται το ζήτημα της γενικής αξίας ενός σχήματος σαν και αυτό που σας παρέθεσα στην αρχή. 
Υπάρχει κάποια υπερ-περίπλοκη δι-ιστορική διαλεκτική που εξηγεί τόσο την διαμεσολαβητική περιπλοκότητα των ευγενών αταξικών κοινοτήτων όσο και την χυδαιο-απλότητα των ταξικών ιεραρχικών κοινωνιών; Και ποιός είναι ο ουσιαστικός Λόγος που τελικά κάνει αναγκαία την μετάβαση προς την ταξική και ιεραρχική "απλούστευση" και την μακρόχρονη διέλευση της ανθρωπότητας από τις ταξικές μορφές ιστορικής ύπαρξης αν δεν περιέχεται σε μια ευρύτερη διαμεσολαβητική περιπλοκότητα; (που αν και δεν ταυτίζεται με την διαμεσολαβητική περιπλοκότητα της αταξικής κοινωνίας έχει τον ίδιο βαθμό). 
Τολμώ να πω, αντίθετα ίσως με τους περισσότερους αριστερούς (και ''αριστερούς"), κομμουνιστές ή αναρχικούς-αυτόνομους, πως ίσως ο ευρύτερος διαλεκτικός Λόγος της ύπαρξης της ταξικής κοινωνίας σχετίζεται με την επαχθή αναγκαστικότητα (που μπορεί και να έχει υπονομεύσει για πάντα τις αληθινά κοινοτικές προσπάθειες της ανθρωπότητας) μεταβατικής καταστροφής της άμεσης σχέσης της ουσιο-ολότητας με τις εξωμορφικές-στιγμικές της εκφράσεις. 
Ως επαχθή αναγκαστικότητα εννοώ την ιδιαίτερη τροπή που παίρνει μια κοινωνική διεργασία ενώνοντας την αναγκαιότητα συγκεκριμένων εξελίξεων με απαράδεκτες διοδεύσεις της. 
Ο χειρότερος αναγκαίος δρόμος μιας νομοτέλειας, αναγκαίος αλλά χειρότερος. 
Στην θεματική μας εδώ το αναγκαίον είναι η θραύση της άμεσης σχέσης ουσιο-ολότητας και εξωμορφής-στιγμής της και το επαχθές αναγκαίον λαμβάνεται μέσα από την επιτέλεση "αυτού του πράγματος" δια της διογκώσεως των ενδιάμεσων βαθμίδων που ενώνουν μη άμεσα την ουσιο-ολότητα με την στιγμή της. Αυτή είναι η "κακή" διαμεσολάβηση. 
Και υπό αυτούς τους όρους μπορούμε τώρα να υποθέσουμε πως ο διαχωριστικός υπερκαθορισμός είναι το εξωτερικό όνομα ή η εξωτερική έκφραση της αυτονόμησης και διόγκωσης της "κακής" διεργασίας διαμεσολάβησης που όχι μόνον δεν ετίμησε το όνομα της διαμεσολάβησης αλλά και την συκοφάντησε εις τους αιώνας των αιώνων παρασύροντάς την (όπως είναι στην βαθύτερη ιερή ουσία της) στην κόλαση της απόκρυψης και της εγκατιαιο-βίωσής της στο άρρητο ή το α-συνείδητο. 
Νοητικός και σημασιολογικο-αξιακός καρπός αυτής της προαιώνιας στρέβλωσης του αγαθού της διαμεσολάβησης είναι η ταύτιση της υπερ-διαμεσολάβησης που εκφράζει την παράδοση της κοινοτικής-κομμουνιστικής διαμεσολαβητικής πολυπλοκότητας με την αυτονομημένη διαμεσολαβητικότητα των ενδιάμεσων βαθμίδων που ενώνουν την ουσιο-ολότητα με τις στιγμές της.
Όπως η ταξική ιεραρχική κοινωνία "εφαρμόζει" στην "πράξη" τις αρχές της αυτονομημένης διαμεσολάβησης των ενδιάμεσων βαθμίδων της φυσικοκοινωνικής (ολικής) πραγματικότητας το ίδιο μπορούμε να πούμε αντίστροφα: η αυτονόμηση της διαμεσολαβητικής ενδιαμεσότητας μεταξύ της ουσιο-ολότητας και της στιγμής της είναι η άμεση αιτία παραγωγής της ταξικής ιεραρχικής κοινωνίας.
Ο διαχωριστικός υπερκαθορισμός σημαίνει, υπό αυτή την έννοια, την ένωση της αιτίας της ταξικής κοινωνίας με το αποτέλεσμά της και σε φιλοσοφικό επίπεδο σημαίνει την δημιουργία μιας μορφής ιστορικής αυταιτιοκρατίας που αν και ευρίσκεται, όπως είναι προφανές από τον ορισμό αν ισχύει, στο οντολογικό ύψος της αλληλοκαθοριστικότητας που έχουν τα "ελεύθερα φαινόμενα" έχει την απόλυτη όψη και το απόλυτο βάρος μιας αλυσίδας. 
Αν κάτι μας μαθαίνουν οι κομμουνιστές, οι αναρχικοί, αλλά και οι δαιμονικότεροι των αντιδραστικών, είναι πως ονόματα, λέξεις, αξίες, οντολογικές αρχές όπως η "ελευθερία", η "δημοκρατία" κ.α μπορούν εν πλήρει αυθεντικότητα να είναι αυτό που είναι και όχι κάτι άλλο αλλά την ίδια στιγμή, σε κολασμένη ταυτότητα μια αλυσίδα, μια φυλακή, ένας ζωντανός θάνατος. 
Το ίδιο ισχύει βέβαια και για αυτούς όλους που τα αποκαλύπτουν όλα αυτά.
Το δεύτερο παράξενο για έναν σύγχρονο μελετητή της αταξικής ή μη-ταξικής κοινωνίας των πρωταρχικών κοινοτήτων είναι πως κατά την μελέτη της μετάβασής τους στις ταξικές-ιεραρχικές κοινωνίες συναντάει την ίδια αρχική καθολικότητα και διαμεσολαβητική πολυπλοκότητα των καθορισμών της μετάβασης, καθώς και τον ίδιο ασταθή ή ανύπαρκτο αυτοκαθορισμό των ξεχωριστών καθορισμών των προηγηθεισών αταξικών ή μη-ταξικών κοινωνιών, που συναντάει και ένας μελετητής της μετάβασης μιας ταξικής κοινωνίας σε μιαν αταξική ή μη-ταξική κοινωνία του νεωτερικού παρόντος ή (συναντάει ένας) πραξεακά εμπλεκόμενος σε αυτήν την διεργασία.
Η ιστορία φαίνεται πως έχει κάνει έναν τεράστιο κύκλο που έχει δημιουργήσει στο μεταξύ νέα δεδομένα αλλά παραμένει επί της ουσίας κύκλος σε ό,τι αφορά την βαθύτερη κοινωνική ουσία των γεγονότων και οι θέλοντες να κλείσουν αυτό τον κύκλο έχουν να προτάξουν έναντι των "χωριστών" δομών, υπερδομών, θεμελίων και θεμελιωμένων, βάσεων και συνθηκών, ένα αδιαχώριστο και ριζικά ενιαίο όλον που αποτελεί όχι μόνον το νέο, αλλά ουσιαστικά αρχέγονο αταξικό ή μη-ταξικό σημείο αλλά και την μέθοδο κίνησης προς αυτό το σημείο.
Η φορά όμως είναι αντίθετη: Ενώ στην πρωταρχική κοινωνία κατά την μετάβασή της σε ταξικές δομές είχαμε να κάνουμε με την μετάβαση από την διαμεσολαβητική πολυπλοκότητα στην απλότητα και τις "ξεχωριστές" δομές που δια-δομούνται, στην νεωτερική μετάβαση από την ταξική κοινωνία στην αταξική ή μη-ταξική κοινωνία έχουμε να κάνουμε με την μετάβαση από την απλότητα και δια-δομικότητα των "ξεχωριστών" δομών στην διαμεσολαβητική πολυπλοκότητα και την μη-δομικότητα της ριζικής αρχέγονης  ολότητας.
Αυτή η διαφορά αν γίνει "συνείδηση" αποτελεί έναν αληθινό πολιτικό οδηγό για την αποφυγή κάθε εθελούσιας επιστροφής στην ταξική-ιεραρχική απλότητα και τις μεθόδους της ταξικής-ιεραρχικής κοινωνίας.
Δεν υπάρχει αταξικό κράτος ή κράτος που οδηγεί καθ'οποιονδήποτε τρόπο στην αταξική ή μη-ταξική κοινωνία ή την αυτοκυβερνώμενη κοινωνία, ούτε μη-ταξική ή αταξική οικονομία ή μη-ταξική ή αταξική ιδεολογία, ή μη-ταξική ή αταξική δημοκρατία ή δικτατορία, έθνος ή οικουμενικότητα (που οδηγούν στην αταξική ή μη-ταξική κοινωνία ή είναι η αταξική κοινωνία), αλλά όλα αυτά (όπως και άλλοι καθορισμοί) είναι η αταξική ή μη-ταξική κοινωνία (ή καλύτερα κοινότητα) ή οδηγούν σε αυτήν αν συγχωνευθούν σε τέτοιο βαθμό που να μην είναι δυνατόν να υπάρξουν ούτε νοητικώς ούτε υπαρκτικώς ως "ξεχωριστές" δομές ή καταστάσεις του κοινωνικού-κοινοτικού όλου.
Ο διαρκής πολιτικός, φατριαστικός φραξιονιστικός, ιδεολογικός, κοσμοθεωρητικός πόλεμος μέσα στις λαϊκές τάξεις και τους καλοθελητές διανοούμενους και ηγέτες "τους" για τον υπερ-καθοριστικό χαρακτήρα του ενός ή του άλλου καθορισμού για την μετάβαση σε μια αταξική ή μη-ταξική κοινωνία, πέρα από το αδιέξοδο που σημαίνει σε πρακτικό και πολεμολογικό επίπεδο, σημαίνει και ένα θεωρητικό και ψυχικό αδιέξοδο χωρίς τέλος. 
Αυτή είναι η οιωνεί δυστυχισμένη συνείδηση και ατομική-κοινωνική "ύπαρξη-υπόσταση" και αυτή παράγει όλα τα φαινόμενα που σχηματίζουν μια τεράστια επικράτεια που έχει το μέγεθος ενός κόσμου που αρχίζει και τελειώνει στα όρια ενός σώματος κυριαρχίας και ενός διανοούμενου εγκεφάλου χωρίς όρια αλλά και γεμάτου όρια ως προς την κατανόηση του κοινωνικοφυσικού και κοινωνικοψυχικού όντος.
Η πλήρης χαρτογράφηση αυτής της επικράτειας είναι αδύνατη και ατέρμονη όπως αδύνατη και ατέρμονη είναι η διεργασία θεραπείας μιας ψύχωσης που αναπαράγει διαρκώς τις αιτίες της γένεσής της χωρίς ποτέ να αγγίζει το καφτό όλον της βαθιάς ψυχής που είναι (ομολόγως προς την αταξική κοινωνία) ένα παραλήρημα ζωντανών αλληλοδιεισδύσεων μη ξέχωρων βιοψυχικών στοιχείων που χωρίσθηκαν βιαίως από την πατριαρχική και αυταρχικο-οικογενειακή μονάδα ενδοστροφής-διαστροφής.
Ενώ οι αρχέγονες κοινότητες επιλύανε τα κοινωνικά και ψυχωτικά προβλήματά τους με άμεσο τρόπο χωρίς να σπάνε την οντολογική συνοχή της κοινωνιο-ψυχικής ολότητας δημιουργώντας ένα ομοιωματικό παραληρηματικό όλον επανάστρεψης του διαχωρισμένου στοιχείου στο θεμελιακό του παραληρηματικό μάγμα (ή ρίζα), οι ταξικές ιεραρχικές κοινωνίες διαφοροποιούν το ήδη διαφοροποιημένο, διαχωρίζουν περαιτέρω το ήδη διαχωρισμένο οξύνοντας δια της παροδικής θεραπείας την κοινωνική και ψυχική ασθένεια σε ένα ανώτερο και βαθύτερο επίπεδο νοσηρότητας.
Οι ταξικές ιεραρχικές κοινωνίες έχουν παράξει ένα σύνολο από παροξυντικές θεραπείες της κοινωνικής κρίσης και της ψυχικής νόσου  με υλικά και υλικοθεσμικά μέσα που αποτελούν σε μεγάλο βαθμό μέσα καθολικής καταστροφής της ανθρώπινης ζωής με τον τρόπο και την έκταση που χρησιμοποιούνται ειδικά στο πλαίσιο της επιβοήθησης της διαχωριστικής και αλλοτριωτικής πρακτικής.
Μπορούμε να πούμε πως μια σειρά από αρχικά ουδέτερες "υλιστικές" υλικές μέθοδοι μετατρέπονται γρήγορα σε αυτοφαγικές ανθρωποφαγικές ουσίες της μεθόδου.
Η "υλιστική" υλική μέθοδος μετατρέπεται ως οικονομική βιολογική βιολογικοψυχιατρική στρατιωτικοπολιτική κ.λ.π μέθοδος σε ξεχωριστό σκοπό και αυτοσκοπό της κοινωνίας των ειδικών δολοφόνων.
Σε μια κοινωνία που δεν υπάρχει ενιαίος Λόγος των Λόγων και ιδιαίτεροι Λόγοι του Λόγου, ενιαίος χώρος-τόπος και ιδιαίτεροι χώροι-τόποι, ενιαίος χρόνος των χρόνων, όπως και ιδιαίτεροι χρόνοι του χρόνου, δηλαδή: υπερβασιακός χρόνος, και η "ανάγκη" για όλα αυτά (για το όλον αυτό και όλα μέσα στο όλον που το καθιστούν όλον) είναι διαρκώς ματαιωμένη, υπάρχει μόνον ένας θεσμο-εγκατεστημένος τρόπος δικαίωσης και πλήρωσης της "ανάγκης": ο τρόπος της κορύφωσης του διαχωρισμού. 
Ακόμα και οι ριζοσπαστικές αντιπολιτεύσεις σε αυτό τον αυτοκαταστρεφόμενο κόσμο σε ένα είδος κορύφωσης του διαχωρισμού εστηρίχθησαν.
Μάταια έργα..
Αντίθετα, η μη δυστυχισμένη, η μη τραγική, η μη δραματικο-ιστορική και μη ετερομνήμων ψυχή της χαμένης κοινότητας (όπως εμφιλοχωρεί ή υπνώττει εντός του ατόμου ερειπίου της έλλογης ταξικο-ιεραρχικής κοινωνίας ή εντός αόριστων και απροσδιόριστων ακόμα ομάδων των λαϊκών τάξεων) ακόμα και όταν ανυψούται στο ακραίο ύψος-όριο της έλλειψής της, αναγκαστικά λόγω της κοινωνικής ή ψευδο-κοινοτικής καταστολής, είναι ακεραιότερη κάθε ακεραιότητας που εμφανίζεται πάνω στα ερείπια που λέγονται "κοινωνία" και είναι η ίδια η ταξικο-ιεραρχική κοινωνία  αυτοπροσώπως..






ι.τζανάκος   
 

Πέμπτη, 2 Απριλίου 2015

Το "σώμα κυριαρχίας" και η επανεμφάνισή του..




Τι είναι ένα "σώμα κυριαρχίας"; 
Πως μπορούμε να δώσουμε έναν γενικό και αφηρημένα διιστορικό ορισμό του "σώματος" αυτού; 
Αρχικά θα μπορούσαμε να προβούμε σε μια διάκριση σχετικού διαχωρισμού (της έννοιας) του "σώματος κυριαρχίας" από το "κράτος". 
Δεν είναι λάθος να ισχυρισθεί κανείς πως η έννοια του κράτους καθώς και η κοινωνική κατάσταση που αντιστοιχεί σε αυτή την έννοια δεν μπορούν να εμφανιστούν εντός κοινωνικο-ιστορικών πλαισίων που δεν παρουσιάζουν δύο θεμελιώδη χαρακτηριστικά: την μεγαλύτερη αυτονόμηση του κρατικού μηχανισμού από την κοινωνία αλλά και (αναγκαία συναφώς με το προηγούμενο) την εσωτερική οργάνωση του κρατικού μηχανισμού σε αναφορά προς την διαχείριση και καθυπόταξη της εργασιακής δύναμης-δυνητικότητας.
Ειδικά το δεύτερο πρέπει να λάβει από εμάς την πρέπουσα προσοχή εφόσον αποτελεί το "μυστικό" της ταυτότητας κάποιων συγκεκριμένων διαφορετικών τρόπων παραγωγής που ως ταυτότητά τους πέρα από τις ριζικές διαφορές τους "σημαίνει" (πρακτικά εννοώ) την εγκαθίδρυση του "κράτους". 
Μιλάμε για την δουλοκτητική αρχαία Ελλάδα και την δουλοκτητική (κυρίως αυτοκρατορική) Ρώμη, για τον δυτικό καπιταλισμό και ίσως την (προκαπιταλιστική) Κινεζική Αυτοκρατορία. 
Αξιοσημείωτη είναι η αρχέγονη ιστορία της Μεσοποταμίας και της Αιγύπτου, αν και εκεί αυτό που έχει καθοριστικό ρόλο είναι το θρησκευτικο-ιερατικό στοιχείο που "νοθεύει" τον αμιγή κρατικό χαρακτήρα του "σώματος κυριαρχίας". 
Στην περίπτωση της Κινεζικής Αυτοκρατορίας αν και έχουμε αρκετά θρησκευτικο-ιερατικά στοιχεία παρουσιάζεται μια σημαντική "ορθολογική" συνέχεια του "σώματος κυριαρχίας".
Βλέπουμε πως αυτό που συνέχει όλες αυτές τις εξουσιαστικές μορφές είναι η άμεση, "κεντρική-ορθολογική" αλλά ταυτόχρονα εξ'αυτονόμου εξουσιαστικού ύψους διαχείριση της εργασιακής δύναμης-δυνητικότητας. 
Το κράτος είναι κάτι που είναι πολύ ψηλά αλλά και ακριβώς πάνω από το κεφάλι και το σώμα του εργαζόμενου. 
Για να επιτευχθεί ή να "παραχθεί" αυτό το κοινωνικο-ιστορικό γεγονός πρέπει η εργασία να έχει διασπασθεί σε εργασιακή δύναμη-δυνητικότητα και σε εργασιακή ενέργεια-πράξη, πράγμα που είναι συνυφασμένο με πολλές και ριζικά διαφορετικές μορφές αποστέρησης του εργαζόμενου υποκειμένου από τα υλικά μέσα ύπαρξης, εργαλεία και φυσικά περιβάλλοντα εργασίας ως προς την διεργασία της παραγωγής ή την κατοχή-νομή τους. 
Με αυτόνομη ακόμα και εξαντλητικά αφαιμαζόμενη εργασία δεν υπάρχει πιθανότητα κράτους αλλά μόνον κυρίαρχης εξουσίας με ληστρικά-πολεμικά ή θρησκευτικο-ιερατικά χαρακτηριστικά (που μπορούν να συνδυάζονται). 
Αλλά και η δουλεία πρέπει να έχει αποκτήσει συστημικά χαρακτηριστικά, που σχετίζονται και με το εμπόριο δούλων και την πολεμική κατάκτηση αρπαγή αγροτικών πληθυσμών (ή πληθυσμών κατακτημένων πόλεων) ως οργανωμένου τρόπου, για να "χρησιμεύσει" ως αναγκαίο υπόστρωμα ανάδυσης-ύπαρξης και ανάπτυξης της "κρατικότητας".
Σε αυτό το γενικό πλαίσιο οριοθέτησης των υποστρωματικών αναγκαιοτήτων του κράτους επανέρχεται το ερώτημα της σχέσης του "σώματος κυριαρχίας" με την "κρατική" του εκδοχή. 
Είναι το κράτος μια εκδοχή του "σώματος κυριαρχίας" ή μήπως αποτελεί μια αναιρούσα αυτό διαλεκτική υπέρβασή του;
Πολύ θα βόλευε τους σοσιαλδημοκράτες, ευρωκομμουνιστές, μερικώς τους κρατο-κομμουνιστές, και τους εν γένει φιλελεύθερους ιστορικούς, κοινωνιολόγους, πολιτειολόγους και ανθρωπολόγους να συνέβαινε αυτό, ακόμα και αν δεν μπορούν να ξεφορτωθούν εύκολα την δυσάρεστη ιστορική γενεαλογική συνύφανση του κράτους με την μαζική δουλεία και τον μαζικό εξανδραποδισμό. 
Ένας "ορθολογικός" μηχανισμός απο-ουσιοποίησης του εργαζόμενου ανθρώπου, χωρίς την αχρεία "λεπτομέρεια" της δουλοκτητικής γενεαλογικής θεμελίωσης της κρατικότητας, παραμένει εξάλλου ένα κολασμένο πράγμα.
Στην πραγματικότητα υπάρχει ένα είδος έντασης και αλληλοδιείσδυσης της κρατικής "ορθολογικότητας" και της υψηλής δολοφονικής θεωρίας και πρακτικής με την αρχεγονότητα και την αγριότητα του "σώματος κυριαρχίας" καθαυτού που παράγονται ως διαφορές εντός μιας ευρύτερης αχρείας ταυτότητας.
Εδώ θα ήθελα να κάνω μια παρέκβαση που θεωρώ ουσιαστική και αφορά προηγούμενες δημοσιεύσεις μας.
Η απόσπαση του "σώματος κυριαρχίας" από την κρατικότητα έχει πολλές, διαφορετικές και ιδεολογικά αντίπαλες μερικές φορές σημασίες που όμως κάπου ενώνονται.
Το ''σώμα κυριαρχίας" σε εποχές που επικρατεί μια συντριπτική κρατικότητα, ντόπια, ξένη ή "διεθνής", είναι ο κοινός μύθος της ανατροπής, της επανάστασης ή ακόμα ακόμα και της ριζοσπαστικής αντιδραστικής αντεπανάστασης που λαμβάνει όμως αρκετά αυθεντικά επαναστατικά χαρακτηριστικά.
Πρόκειται ίσως για το σημαντικότερο πολιτικο-ιδεολογικό ζήτημα της εποχής μας αυτή η "κοινότητα μύθου" που μπορεί να λάβει ανεξέλεγκτα χαρακτηριστικά όσο ο παγκόσμιος καπιταλισμός θα βυθίζει την ανθρώπινη ιστορία σε ένα ποικιλόμορφο χάος ανα-αναδυόμενων αρχαϊκών συγκρούσεων, και η φιλελεύθερη ή "αριστερο-κρατικιστική" φυγή δεν μπορεί να εξαφανίσει δια μαγείας τα αντικειμενικά υποστρωματικά χαρακτηριστικά αυτής της νέας αρχαϊκότητας. 
Σε μια αντιπαράθεσή μου με τον Γ.Ευσταθίου για το "εθνικό [μη] ζήτημα" είχα αναφερθεί στην κυριαρχία του Νοήματος "εθνος κράτος" στους παλαιότερους κοινωνικούς αγώνες για να δείξω από την πλευρά μου την σημασία του γεγονότος πως δεν υπάρχει έθνος χωρίς κράτος ή μάλλον χωρίς εθνοκρατικότητα έστω ως Νόημα, και προς επίρρωσιν των επιχειρημάτων μου είχα αναφερεί σε ένα σχόλιο του επεισοδιακού διαλόγου μας στην ύπαρξη εθνών με ημι-κρατική κυριαρχία που σήμερα θα την ονόμαζα και γω ξεκάθαρα μη κρατική κυριαρχία του "σώματος κυριαρχίας". Όπως φαίνεται η αλήθεια δεν είναι κάπου στην μέση αλλά κυριολεκτικά αλλού, αλλά με την έννοια πως αυτή η κυριαρχία (λ.χ του έθνους) όπως εκφράζεται ως Νόημα ή ως Νόημα-πράξη ακόμα και σε συνθήκες προδιαμόρφωσης ενός είδους έθνους κράτους δεν είναι μεν ένα ακέραιο εθνοκρατικό μόρφωμα αλλά από την άλλη δεν στερείται ουσιαστικών χαρακτηριστικών που συνήθως αποδίδονται στο έθνος κράτος. 
Για την ακρίβεια υπάρχει μια ταυτοτική ταυτότητα εις την οποία δεν έχει ακόμα εμφανισθεί η ένταση που φέρνει η ανάδυση του εθνοκρατικού στοιχείου αλλά από την άλλη δεν υπάρχει ένα είδος μη κυριαρχίας ή μη εξουσίας ή μη ολοκλήρωσης της ισχύος, αφού η έννοια της ολοκλήρωσης αν χρησιμοποιηθεί έτσι εμβάλλει την ιδεολογία αυτής καθαυτής της "κρατικότητας" όπως η ίδια αυτοπροσδιορίζεται φενακιστικώς. Όταν μιλάμε βέβαια για παραδείγματα όπως το εαμ ελας, όπου προϋπάρχει ένα εδραιωμένο έθνος κράτος πριν το πόλεμο, ένα δωσιλογικό έθνος κράτος (εις το οποίο παρά την απεναρμόνιση του εθνικού προς το κρατικό υφίσταται η εθνοκρατικότητα) και μια κρατικιστική ιδεολογία, η ένταση και η ανάδυσή της είναι ασθενέστερη.
Ενώ τώρα εισερχόμεθα σε μιαν άλλη εποχή, όπου ανα-αναδύονται ζητήματα που περιέχουν, όχι μόνον στο "εθνικο [μη] ζήτημα", δυνατότητες ισχυρότερων εντάσεων, άρα και νοηματικές, μυθικές μάλιστα, κοινότητες πολύ δυσχερέστερες ή αν θέλετε με έναν άλλο τρόπο δυσχερείς, που αφορούν την ελευσόμενη επανεμφάνιση του " σώματος κυριαρχίας" που έχει ήδη σκιαγραφηθεί από τον ίδιο τον παγκοσμιοποιητικό καπιταλισμό.





ι.τζανάκος

Τετάρτη, 1 Απριλίου 2015



Ἰω γᾶ βοῦνι, πάνδικον σέβας,

Αισχύλος Ικέτες στ.776

Ω γη βουνίσια, εις το παν δικαίως σεβαστή..



A Kurdish protester sets fire to himself outside the Greek Parliament in Athens. Source: http://news.bbc.co.uk/2/hi/europe/281195.stm

A Kurdish protester sets fire to himself outside the Greek Parliament in Athens. 
Source: http://news.bbc.co.uk/2/hi/europe/281195.stm