Παρασκευή, 24 Ιουλίου 2015

Σταθερό σημείο στήριξης και επανάσταση..



Αυτό που λείπει σήμερα στην παγκόσμια εργατική τάξη είναι ένα σταθερό σημείο στήριξης της πάλης της. 
Εστία επαναστατικής ανάφλεξης.
Αυτό το σταθερό σημείο στήριξης μπορεί να της το προσφέρει ένας επιτυχής αντι-ιμπεριαλιστικός αγώνας σε κάποιον "τόπο" της οικουμένης.
Δεν αποκλείω εκ των προτέρων έναν παγκόσμιο ή "δι-εθνικό"-διεθνιστικό εργατικό λαϊκό ξεσηκωμό, ούτε θέλω να χτίσουμε μια μονοδιάστατη στρατηγική-τακτική αλλά νομίζω πως ακριβώς επειδή δεν έχουν  αρθεί κάποιοι θεμελιακοί καθορισμοί της "ιμπεριαλιστικής πραγματικότητας" του παγκόσμιου καπιταλισμού (όπως την γνωρίσαμε ήδη από την έναρξή της ως ειδικού σταδίου της καπιταλιστικής κυριαρχίας και ανάπτυξης) γι'αυτό θα έχουμε ένα είδος επανάληψης και των επαναστατικών και των αντιδραστικών γεγονότων και της ουσίας τους.
Δεν υπάρχει μόνον σημαντική διαφορά ανάμεσα στον πρώιμο και ώριμο ιμπεριαλιστικό καπιταλισμό αλλά και σημαντική ταυτότητα (ανάμεσά τους), μιας και όλες οι μορφές του σημαίνουν τελικά μιαν αντιδραστική και καθηλωτική (ανασχετική) μεταβατική μορφή του καπιταλισμού προς το αντίθετό του.
Ας δούμε όμως πως εννοούμε αυτό που είπαμε στην αρχή "σταθερό σημείο στήριξης" και ας ασκήσουμε κριτική στην μεταφυσική αναμονή του πάνω στα ήδη υπάρχοντα "ασταθή σημεία στήριξης".
Όταν αναζητούμε σταθερά σημεία στήριξης του αγώνα δεν αναζητάμε μόνον κάποια γενικά σημεία στήριξης. 
Αυτά (τα γενικά σημεία στήριξης) υπάρχουν σε πολλά σημεία του κόσμου όπου αναδύονται κινήματα αμφισβήτησης της τοπικής έκφρασης της ιμπεριαλιστικής ηγεμονίας-κυριαρχίας ή κινήματα αμφισβήτησης των υποσταθμών του δυτικού ιμπεριαλισμού και των ειδικών ηγεμονικών-κυριαρχικών απαιτήσεων και συμφερόντων τους.
Αυτό που δεν υπάρχει σε όλα αυτά τα μέρη είναι μια ολοκληρωμένη δυνατότητα ανάδυσης ενός κινήματος που θα αμφισβητεί ιδεολογικά και έμπρακτα την ιμπεριαλιστική κυριαρχία σαν ολότητα. 
Οι δυνατότητες ανάδυσης ενός καθολικά αντι-ιμπεριαλιστικού κινήματος σβήνονται από την τοπικότητα και την ειδικότητα των αντιστάσεων που είναι από την μιά δικαιολογημένες λόγω του διαρκώς επείγοντος του αγώνα αλλά από την άλλη προκαλούν την ανάσχεση της γενίκευσης της ματιάς και της δράσης του κινήματος και (προκαλούν) την υποταγή του στα ριζοσπαστικά εθνοαστικά και μικροαστικά αιτήματα, για να μην αναφερθούμε και στις αναγκαστικές τελικά σε αυτό το πλαίσιο συμμαχίες με μερίδες του ιμπεριαλισμού ή με τον ίδιο τον ίδιο τον δυτικό ιμπεριαλισμό στην φάση που αυτός ευνοεί την συμμαχική σχέση. 
Δεν αναφέρομαι σε εκ των προτέρων υπονομευμένα και διαβρωμένα κινήματα, όπως αυτό της "αραβικής άνοιξης", αλλά σε κινήματα όπως το Κουρδικό κίνημα (PKK-YPG) ή οι Ζαπατίστας, τα οποία με όλες τις αγαθές και αγνές αρχικές προθέσεις τους, και εγκλωβισμένα μέσα σε εφιαλτικά τοπικά περιβάλλοντα δράσης, είναι υποχρεωμένα να σαλπίζουν διαρκώς ιδεολογικές και πολιτικές υπαναχωρήσεις και αναδιπλώσεις και μερικές φορές (αντίθετα) ιδεολογικές και πολιτικές εκδιπλώσεις και αντεπιθέσεις χωρίς ποτέ να μπορούν ούτε να υποχωρήσουν ολοκληρωτικά ούτε να επιτεθούν στρατηγικά απέναντι στις κυρίαρχες παγκόσμιες ιμπεριαλιστικές δομές αλλά και στις τοπικές περιφερειακές τους εκφράσεις. Μερικές φορές μάλιστα είναι, όπως είπαμε, μεταξύ ρεαλισμού και υποχώρησης αναγκασμένα να επιζητούν ερείσματα μέσα στον πυρήνα του δυτικού ιμπεριαλισμού. 
Αυτή είναι η δυσχερής και τραγική θέση καθήλωσης ενός απελπισμένου αγώνα, όπου εναλλάσσονται οι φάσεις της υποχώρησης, της ήττας, της προδοσίας (και αυτο-προδοσίας μερικές φορές), της ευφυούς και έντεχνα αποκρυπτόμενης αντεπίθεσης, της νίκης, της δημιουργικής (μεθοδικής) ένοπλης λαϊκής μέθης και ξανά πάλι από την αρχή.
Αυτή είναι μια δυσχερής και τραγική θέση που χρειάζεται σταθεροποιητική στήριξη από μέρους μας, βοήθεια, καλοήθεια στην κριτική μας, αλλά και κριτική από μέρους μας -τελικά, αλλά δεν είναι μια θέση που μπορεί να αναδύσει ένα σταθερό σημείο στήριξης ενός νέου αντι-ιμπεριαλιστικού αγώνα. 
Πρόκειται για ασταθή σημεία στήριξης του αγώνα που χρειάζονται όμως (και αυτά) μια νέα σταθεροποίηση στον ιδεολογικό, πολιτικό, ακόμα και στρατιωτικό χαρακτήρα τους. 
Εννοείται πως και εμείς αποκτούμε ιδεολογική και πολιτική στήριξη από αυτά τα στρατηγικά σημεία.
Σταθερό σημείο στήριξης δεν σημαίνει (μόνον) διασφαλισμένη εδαφική επικράτεια, δεν σημαίνει (μόνον) ένα στατικό σημείο στο γεωγραφικό-γεωπολιτικό εντεύθεν ή το ιδεολογικό επέκεινα, ούτε βέβαια την γενική αναζήτηση κάποιας υλοποίησής τους ως καταστάσεων, αλλά επίσης δεν σημαίνει κάτι που θα μπορούσε να επιτευχθεί μόνον με την οργανωμένη υποκειμενική δράση.
Το σταθερό (και κινούμενο) σημείο στήριξης ενός παγκόσμιου και τοπικού-τοπικοποιημένου νέου αντι-ιμπεριαλιστικού αγώνα θα ήταν εκείνο το πραγματικό επαναστατικό Εν που ενώ θα αναδύονταν από "όλα αυτά" θα τους προσέδιδε κυρίως την πολιτική/στρατηγικο-τακτική αντι-ιμπεριαλιστική μονολιθικότητα που αρμόζει στα άμεσα μελλοντικά καθήκοντα του κινήματος. 
Μιλάμε για πολιτική/στρατηγικο-τακτική μονολιθικότητα και όχι τόσο για ιδεολογικο-πολιτική μονολιθικότητα (που είναι η πολιτική ουτοπία όσων θέλουν να φτιάξουν την νέα διεθνή) γιατί το πρόβλημα είναι πολεμολογικό-πρακτικό.    
Η θεωρία και η ιδεολογία, σε αυτή τη φάση του ιμπεριαλιστικού-καπιταλιστικού συστήματος, έχουν αποκτήσει έναν ιδιάζοντα πρακτικό και οργανωτικό ρόλο που εμπλέκεται και σχετίζεται με την υλοποίηση και τελική ολοκλήρωση όλων των πολεμικών-πολεμολογικών και "βιοπολιτικών" στρατηγικών-τακτικών από την ίδια την ιμπεριαλιστική ελίτ, κυρίως την δυτική.
Η πολιτική/στρατηγική-τακτική είναι η (πρακτική και πρακτικο-θεωρητική) απάντηση του λαϊκού στρατοπέδου (χωρίς να λείπει δηλ. η θεωρία-ιδεολογία)..





Ι.Τζανάκος    

Τετάρτη, 22 Ιουλίου 2015

Η αντιδραστική-αυτοκαταστροφική υφή της αστικής στρατηγικής στην μεταπολεμική Ελλάδα..



[Εισαγωγικά, θα έλεγα πως η άρχουσα τάξη στην Ελλάδα για να αποτρέψει κάθε ενδεχόμενο (μα στ'αλήθεια κάθε ενδεχόμενο) να υπάρξει κοινωνική επανάσταση ή βαθιά αλλαγή στη χώρα αυτή, έχει αποφασίσει να υπονομεύσει κάθε μορφή δυναμικού αυτοκαθορισμού της κοινωνίας και κάθε κοινωνικής τάξης "μέσα" της. Ο μικροαστο-φασιστικός βάλτος ως έννοια και ως κατάσταση είναι το πραγματικό παγκόσμιο "πείραμα" αυτής της κοινωνίας. Και τελικά κάθε βάλτος έχει τον βαλτό του]




Η συστημικά "λανθασμένη" (αυτο- και ετεροκαταστροφική), ή μάλλον η συνεργατικά ή ακούσια υποβολιμιαία αποκλειστικά από αντιδιαλεκτικά αλλότριες δυνάμεις, επιλογή δόμησης μιας μακροχρόνιας στρατηγικής αναπτύσσεται στο κορυφαίο επίπεδο της εξουσίας τού "οργανισμού" (συνολικής) διοίκησης που αποφασίζει. 
Αναφέρω αυτό το γεγονός, της καταγωγής των (συστημικά) "λανθασμένων" στρατηγικών επιλογών από την κορυφή της οργάνωσης, γιατί έχω την βαθιά πεποίθηση πως ένας κορυφαίος θεσμός αποφασίζει ή "ορθά" ή "λανθασμένα" με βάση το προϋπάρχον (δεδομένο) κοινωνικό υποστρωμα αλλά αποφασίζει λανθασμένα μόνον αγνοώντας αυτό το προϋπάρχον (δεδομένο) κοινωνικό υπόστρωμα.
Διευκρινίζω:
Όταν ένας κορυφαίος θεσμός λαμβάνει υπόψιν του το δεδομένο κοινωνικό υπόστρωμα μπορεί να αποφασίσει μιαν ριζική μεταβολή του (υπό το καθεστώς βέβαια κάποιων αντικειμενικών "πιέσεων") και ή να λαθέψει ή να να πράξει (συστημικά) ορθά, αναλόγως των μεθόδων, των συγκυριών κ.λ.π
Όταν όμως ένας κορυφαίος θεσμός δεν λάβει υπόψιν του το δεδομένο κοινωνικό υπόστρωμα (και δεν το εννοώ αυτό με την έννοια πως πρέπει να "υποταχθεί" λ.χ στην αστική του δόμηση κ.λπ) τότε το μόνο που θα "γίνει" είναι ένα συστημικό μεγαλάθος, ένα μεγαλάθος το οποίο σημαίνει πάντα ένα είδος μικρότερης ή μεγαλύτερης προσαρμογής σε διαμορφωτικές αποφάσεις συντελεστών που σχετίζονται αντιδιαλεκτικά ετερογενώς με το δεδομένο κοινωνικό υπόστρωμα.
Όταν οι μακροπρόθεσμες αποφάσεις καθορίσουν τελικά και αναντίστρεπτα (για ένα σημαντικό χρονικό διάστημα, εννοείται, και όχι για "πάντα") την συγκεκριμένη μορφή της ηγετικής (άρχουσας) ομάδας της (ή τάξης) θα καθορίσουν τελικά και αναντίστρεπτα και την συγκεκριμένη μορφή των κυριαρχούμενων ή διευθυνόμενων ομάδων, ακόμα κι αν αυτοί ευρίσκονται στην θέση τής (θεωρούμενης από τους ίδιους) απόλυτα αντίθετης "θέσης" προς το "σύστημα" στην συγκεκριμένη μορφή του. Άρα;
(τροποποιημένη επανάληψη του αρχικού αξιώματος)
Όταν οι ηγετικές-κυριαρχικές αποφάσεις δεν λάβουν υπόψιν τους την προϋπάρχουσα κοινωνική δεδομενικότητα που αναφέραμε (όχι για να την αποδεχθούν ως έχει) του κοινωνικού υποστρώματος και θελήσουν να "κατασκευάσουν" το κυριαρχικό τους οικοδόμημα μόνον επί τη βάσει αλλότριων, και προς αυτούς, (συστημικών) στρατηγικών βλέψεων και σχεδιασμών, στον βαθμό και την στιγμή που αυτές δεν συμπίπτουν καθόλου με την υποστρωματική κοινωνική δομή προκαλούν ένα στρατηγικό αδιέξοδο καθολικής (-λαϊκής ή κοινωνικής) και όχι μόνον "ηγετικής" (και ταξικο-ηγεμονικής) μορφής.   
Όταν αυτός ο "οργανισμός" (που είναι στην πραγματικότητα ένα πλέγμα οργανισμών) καθορίζει την μορφή της κυριαρχίας της καθορίζει αναπόφευκτα και την μορφή του κυριαρχούμενου. 
Το συστημικό μεγα-"λάθος" μεταβιβάζεται αυτούσιο στην βάση, και η βάση γίνεται μερικές φορές ο κύριος εκφραστής του, ανατροφοδοτώντας τους κορυφαίους θεσμούς με ένα "λάθος" που θα μπορούσαν χωρίς αυτή την καρκινωματική επιστροφή να προσπαθήσουν να υπερβούν.
Τα αδιέξοδα μιας δωσιλογικής και μετα-δωσιλογικής άρχουσας τάξης μεταφέρθηκαν αυτούσια στον εργαζόμενο λαό ως δικά του προβλήματα και μερικές φορές υιοθετήθηκαν από αυτόν ακόμα και όταν αυτός (και κάποια μέρη του που αυτο-αποκόπτονται βίαια υιοθετώντας τις ριζοσπαστικότερες ιδεολογικές θέσεις) είναι αποφασισμένος να έλθει σε σύγκρουση με αυτήν (τον διεθνισμό της, τον εθνικισμό της, τον ρατσιστικό δυτικισμό της).
Στην βάση της καταστροφής βρίσκεται η "τεχνητότητα" της ηγεμονικής στρατηγικής απόφασης και ο αχαλίνωτος επαρχιώτικος στατικομοντερνισμός της που επιλέχθηκε ξεκάθαρα για να συντριβεί το ιστορικο-κοινωνικό υποστρωματικό πλαίσιο που ανέδυσε κάποτε το κκε/εαμ-ελάς. 
Για να συντριβεί ο ιστορικός κομμουνισμός, με βάση δωσιλογικά "μέτρα και σταθμά", χωρίς δηλαδή να επιδιωχθεί ένα είδος ευφυούς ενσωμάτωσης, η ελλαδική άρχουσα τάξη επέλεξε την καταστροφή της στρατηγικής δομής της κοινωνίας όπως αυτή προκύπτει από την διαλεκτική σχέση της στρατηγικής δομής με τα κοινωνικο-υποστρωματικά της θεμέλια.
Πρόκειται για ένα ιστορικό έγκλημα τεράστιας χρονικής εμβέλειας που σήμερα απεικονίζεται σε κάθε ιδεολογική, υλική, θεσμική μορφή αυτής της χώρας, ακόμα και εκεί που σιγοκαίνε οι φλόγες της κοινωνικής επανάστασης..






Ι.Τζανάκος 

Αναδημοσιεύσεις:1) Πόλεμος Ελιγμών // ιστολόγιο Βελισάριος 2) Η θεωρία της φυσικής στην ερμηνεία του πολέμου/ελιγμού // Υπτγ ε.α Πολυχρόνης Ναλμπάντης..





Πολύ σημαντικές δημοσιεύσεις:

2.

Η θεωρία της φυσικής στην ερμηνεία του πολέμου/ελιγμού

www.geetha.mil.gr/media/1.vima.../h%20theoria%20ths%20fisikis.pdf



 1.
Πόλεμος Ελιγμών, Μέρος Α΄ | Βελισάριος


του Μάρτιν φαν Κρέφελντ

Εισαγωγικό Σημείωμα
Στο πλαίσιο της προσπάθειας που αναγγέλθηκε στην προηγούμενη ανάρτηση, ξεκινάμε την διερεύνηση βασικών στοιχείων που σχετίζονται με το νέο δόγμα του ΕΣ, όπως αυτά κατ΄αρχήν διατυπώνονται στο πρόσφατο Εγχειρίδιο Εκστρατείας ΕΕ-100-1.
Η βασικότερη, ίσως, αναφορά του νέου εγχειριδίου είναι αυτή που αφορά τον «Πόλεμο Ελιγμών»:
“Η φιλοσοφική βάση στην οποία στηρίζεται ο νέος κανονισμός και από την οποία εκπορεύονται οι τεχνικές και οι διαδικασίες του, είναι η Τακτική του Ελιγμού (Maneuverist Approach)”.
Με αυτό ως δεδομένο, έχει ιδιαίτερη σημασία να διευκρινιστεί και να εξηγηθεί καλύτερα ο όρος  «Πόλεμος Ελιγμών» (Maneuver Warfare), όπως θα ήταν ο καλύτερος ορισμός της έννοιας. Η βασική μέριμνα είναι να μην αναλωθεί η ανάλυση σε φιλοσοφικές αφαιρέσεις αλλά να περιέχει όσο το δυνατόν πιο συγκεκριμένα και χρήσιμα στοιχεία. 
Αντί να γραφτεί ένα καινούργιο άρθρο, προτιμήθηκε να παρατεθεί σε μετάφραση ένα κείμενο του γνωστού (και εξαιρετικού) ισραηλινού ιστορικού και στρατιωτικού σχολιαστή Μάρτιν φαν Κρέφελντ. Το εν λόγω κείμενο αποτελεί το πρώτο κεφάλαιο μίας μελέτης (και, τελικώς, βιβλίου) που ο Κρέφελντ έγραψε το 1994 κατά παραγγελία της σχολής πολέμου της αμερικάνικης πολεμικής αεροπορίας με αντικείμενο τη σχέση μεταξύ αεροπορικής ισχύος και Πολέμου Ελιγμών. Στο πλαίσιο της εργασίας αυτής, ο Κρέφελντ στο εισαγωγικό κεφάλαιο ασχολείται με το να ορίσει και να διερευνήσει την έννοια και την πραγματικότητα του «Πολέμου Ελιγμων».  Καθώς το κείμενο είναι μεγάλο, θα παρετεθεί σε τρεις συνέχειες που έχουν μια – σχετική – αυτοτέλεια.
Μετά από αυτό, θα γίνει προσπάθεια αναλυτικής αναφοράς στις συναφείς έννοιες του Πολέμου Ελιγμών (όπως οι διαταγές αποστολών, αλλά όχι μόνον), να δοθούν χαρακτηριστικά παραδείγματα, να συζητηθούν οι πρακτικές προϋποθέσεις εφαρμογής τους – τελικά με τις Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις κατά νου. 
Το κείμενο που ακολουθεί προέρχεται από το βιβλίο του Κρέφελντ: «Air Power and Maneuvre Warfare» (Αεροπορική Ισχύς και Πόλεμος Ελιγμών), εκδόσεις Air University Press και χρονολογία εκδόσεως 1994.

Napoleon 

Το κείμενο αυτό αναλύει τις θεμελιώδεις και βασικές έννοιες που αποτελούν το υπόβαθρο του πολέμου ελιγμών. Για να εμβαθύνει στο θέμα, συνεχίζει με μία σύγκριση μεταξύ του πολέμου ελιγμών από τη μία και του πολέμου φθοράς από την άλλη. Τέλος, αναλύει τις επιπτώσεις αυτού του είδους του πολέμου στη διοικητική μέριμνα. Σαν τρόπος πολέμου, οι ελιγμοί είναι τόσο παλαιοί όσο κι ο πόλεμος. Αυτό δε σημαίνει ότι ο πόλεμος μπορεί να συνιστάται μόνον από ελιγμούς, αν κι αυτό μπορεί να αποτελεί θεωρητικά μια ιδεατή επιδίωξη. Στην πράξη, η μάχη και η αιματοχυσία αποτελούν σχεδόν πάντοτε οργανικό μέρος του πολέμου, αφού χωρίς αυτά οι ελιγμοί εκφυλίζονται σε στείρα γυμνάσια και ατελείωτες εικονικές μάχες σα να μετακινούνται πιόνια πάνω σε σκακιέρα. Παρ΄όλα αυτά, το γεγονός είναι ότι ο ελιγμός επιδιώκει να ελαχιστοποιεί την πραγματική μάχη. Πριν από μια μάχη, η νοοτροπία του πολέμου ελιγμών επιζητά να θέσει τον αντίπαλο σε μειονεκτική κατάσταση με την κατάληψη πλεονεκτικών θέσεων, ή αλλιώς με το να αντιμετωπίσει μέρος μόνον των δυνάμεων του αντιπάλου εντός μιας περιορισμένης περιοχής έτσι ώστε να αποκτήσει εν συνεχεία ένα πλεονέκτημα επί της εχθρικής δύναμης συνολικά. Με τη λήξη της μάχης, επιζητά να εκμεταλλευτεί το αποτέλεσμα στο έπακρο καταδιώκοντας τον εχθρό, κρατώντας τον εκτός ισορροπίας και πλήττοντας τα ζωτικά του στοιχεία.

Οι ιστορικοί συχνά βρίσκουν το υπέρτατο πρότυπο του πολέμου ελιγμών στις εκστρατείες του Ναπολέοντα, και δικαίως. Οι ατελείωτοι συνδυασμοί και επανασυνδυασμοί με τους οποίους ανέπτυσσε τα corps d’armee (σώματα στρατού), εκ περιτροπής διασπείροντάς τα και επανενώνοντάς τα για να αντιμετωπίσουν τον εχθρό, δεν έχουν βρει όμοιό τους. Αυτό αποτέλεσε την ουσία της στρατηγικής ιδιοφυίας του Γάλλου αυτοκράτορα, σε τέτοιο βαθμό που «εφευρίσκοντας» τη στρατηγική, να κατορθώσει να κατακτήσει σχεδόν ολόκληρη της Ευρώπη σε μία σύντομη περίοδο λίγων μόνον ετών.[1] Φυσικά, δεν πρέπει κανείς να ξεχνά ότι λίγοι διοικητές στην ιστορία έδωσαν τόσο πολλές μεγάλες μάχες – «batailles rangees» – όσες ο Ναπολέων. Αυτός ο ίδιος στα απομνημονεύματά του επαίρεται ότι διοίκησε σε περισσότερες από 60 μάχες.

Αν και η σύγχρονη χρήση του όρου «επιχειρησιακός» γενικά συνδέεται με σχηματισμούς μεγέθους σώματος στρατού, ο ελιγμός μπορεί να εφαρμοστεί και από τις πλέον μικρές μονάδες. Μία ομάδα πεζικού που ενεργεί ανεξάρτητα σε δύσκολο έδαφος μπορεί κάλλιστα να εκτελεί ελιγμούς, ακόμη και να σκέφτεται επιχειρησιακά. Το πλέον διάσημο παράδειγμα είναι η δράση του – τότε – Λοχαγού Έρβιν Ρόμμελ το 1914-1918 ως διμοιρίτη και διοικητή λόχου σε τάγμα ορεινού πεζικού. Στο βαθμό που βάσιζε τις επιχειρήσεις του λιγότερο στην ισχύ πυρός – στην πραγματικότητα δεν είχε διέθετε τίποτα πιο βαρύ από πολυβόλα – και περισσότερο στην κίνηση, τη ρευστότητα και τον αιφνιδιασμό, η σκέψη του και η δράση του σαφώς προϊδέαζαν τη μεταγενέστερη δράση του ως «Αλεπού της Ερήμου», επί κεφαλής τεθωρακισμένων. Περιέργως, οι περισσότεροι από τους αξιοσημείωτους γερμανούς διοικητές τεθωρακισμένων στον Β’ ΠΠ προέρχονταν από το ελαφρύ πεζικό ή ιππικό αναγνωρίσεως.

Στις επιχειρήσεις μικρών κλιμακίων η ουσία του ελιγμού συνίσταται στην «απόκρυψη και την σιωπηρή παρακολούθηση (stalking)». Είναι θέμα εκμετάλλευσης του εδάφους, διατήρησης της κάλυψης, δραστήριας επιδίωξης πλεονεκτικής θέσης, και όλα αυτά ενώ αναμένεται να εμφανιστεί η στιγμή ευκαιρίας. Υπ’ αυτή την έννοια, μοιάζει πολύ με τους κυνηγούς ή jaeger[i]. Στην πραγματικότητα, οι μονάδες jaeger (καταδρομών) είναι η πηγή πολλών τακτικών που χρησιμοποιούνται στον πόλεμο ελιγμών.

Οι ελιγμοί των μεγαλυτέρων μονάδων είναι εκ των πραγμάτων πιο δύσκολοι και ο αιφνιδιασμός πιο δύσκολο να επιτευχθεί εξ αιτίας του μεγέθους του μηχανισμού διοικητικής μέριμνας που απαιτείται. Στην πράξη, συχνά ισοδυναμούν με την καθήλωση του μετώπου του αντιπάλου και την επίθεση στα πλευρά και στα νώτα του. Ο Βρετανός στρατιωτικός συγγραφέας Λίντελ Χάρτ συνήθιζε να συγκρίνει τη διαδικασία με έναν πυγμάχο που χρησιμοποιεί το ένα του χέρι για να αποκρούσει τις γροθιές του αντιπάλου του και να τραβήξει την προσοχή του, ενώ τον χτυπά με το άλλο χέρι. Ο στρατηγός Τζώρτζ Πάττον, πάντα γλαφυρός, αναφερόταν σε αυτό ως το «να κρατάς τον αντίπαλο από τη μύτη και να τον κλωτσάς ανάμεσα στα πόδια».

Όταν δεν υπάρχουν πλευρά, θα πρέπει να δημιουργηθούν τεχνητά. Θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί συγκέντρωση ισχύος και να επιτευχθεί αιφνιδιασμός για να προκληθεί νωρίς μια διάσπαση. Το επόμενο βήμα είναι να υπάρξει εισχώρηση προς τα εμπρός ενώ ταυτόχρονα αντιμετωπίζονται οι αντεπιθέσεις ή, ακόμη καλύτερα, αυτές αποτρέπονται τελείως (μια βασική αποστολή της αεροπορικής ισχύος). Είναι απαραίτητο να γίνουν σφήνες στις εχθρικές δυνάμεις, να καταστραφεί η συνοχή τους, να αποκοπούν σε χωριστά τμήματα, να αποτραπούν από το να εκδηλώσουν αντεπιθέσεις και να κατανικηθούν τμηματικά – ει δυνατόν αποκόπτοντας τις γραμμές επικοινωνιών τους παρά με κατά μέτωπον επιθέσεις.

Για να εφαρμοστεί ο πόλεμος ελιγμών στην πράξη, το πρώτο ζωτικό στοιχείο είναι ο ρυθμός (tempo). Ο ρυθμός δεν ταυτίζεται με την ταχύτητα. Ίσως καλύτερα από τον καθένα ορίστηκε από τον σμηναγό ε.α. της αμερικανικής πολεμικής αεροπορίας  Τζών Μπόυντ, ως ο κύκλος παρατήρησης-προσανατολισμού-απόφασης-ενεργείας, συχνά αναφερόμενος ως Κύκλος ΠΠΑΕ (αγγλ. OODA loop). Οι χειριστές των μαχητικών γνωρίζουν την έννοια αυτή από την εναέρια μάχη ως «έννοια ενέργειας-χειρισμών» η οποία επίσης εισήχθη στις αρχές της δεκαετίας του ’60 από τον τότε σμηναγό Μπόυντ στην Πολεμική Αεροπορική Βάση Νέλλις, στη Νεβάδα. Η ιδέα είναι να μπει κανείς στο «εσωτερικό» του κύκλου με το να μεταπίπτει από τον ένα τρόπο ενεργείας στον άλλον πριν το άλλο μέρος προλάβει να αντιδράσει. Καθώς συμβαίνει αυτό, ο αντίπαλος σταδιακά χάνει τη συνοχή των ενεργειών του. Η κατάσταση είναι συγκρίσιμη με αυτή ενός παίκτη σκάκι που του επιτρέπεται να κάνει μόνο μία κίνηση για κάθε δύο κινήσεις που κάνει ο αντίπαλός του. Στη χερσαία μάχη, παρομοίως, η ιδέα είναι να κινείται κανείς πιο γρήγορα απ΄ ότι ο άλλος μπορεί να αντιδρά, και να αντιδρά πιο γρήγορα απ’ ότι ο άλλος μπορεί να κινηθεί. Όλα αυτά γίνονται ενώ στοχεύονται τα ρήγματα στην αντίπαλη διάταξη.

Το δεύτερο κεντρικό θέμα στον πόλεμο ελιγμών είναι το Κέντρο Βάρους (Schwerpunkt)[ii], που σημαίνει την εστιασμένη προσπάθεια εναντίον του κέντρου βάρους του αντιπάλου. Είναι κάτι που μερικές φορές αναφέρεται ως το να χτυπηθεί ο εχθρός το σωστή στιγμή στο σωστό σημείο με τη μεγαλύτερη δυνατή δύναμη. Η διάκριση του αρμού δεν είναι πάντα εύκολη. Ο μεγάλος στρατιωτικός ηγέτης έχει το έμφυτο ταλέντο να το διακρίνει με μία ματιά στο πεδίο της μάχης (από το ’60 και μετά, στον χάρτη καταστάσεως) με το έμπειρο μάτι του. Συνεπώς, κατά μεγάλο μέρος είναι κάτι που οφείλεται στη διαίσθηση. Μια καλή αναλογία είναι η τεχνική του αδαμαντοκόπτη να θρυμματίζει ένα διαμάντι χτυπώντας το ελαφρά με ακρίβεια στο σωστό σημείο, σε μία ακριβή διεύθυνση με την ακριβή ένταση δυνάμεως.

Η έννοια του Κέντρου Βάρους συχνά συγχέεται με το να χτυπηθεί ο αντίπαλος στο ισχυρότερο ή στο πλέον αδύνατο σημείο του. Το πρώτο θα οδηγήσει σε μία μετωπική σύγκρουση που, εάν οι δυνάμεις είναι κατά τα λοιπά ίσες, πιθανότατα θα είναι αιματηρή και όχι αποφασιστική. Το δεύτερο θα οδηγήσει σε αδιέξοδα, διασκορπίζοντας της δυνάμεις χωρίς αποτέλεσμα και παραβιάζοντας την αρχή της εμμονής στο σκοπό.

Η πραγματική τέχνη, συνεπώς, συνίσταται στο να βρει κανείς ένα σημείο το οποίο είναι και ζωτικό και ασθενώς προστατευόμενο, ένα σημείο που, καθώς δείχνουν οι εκστρατείες του Μεγάλου Στρατηγού, μπορεί να βρεθεί σχεδόν σε κάθε περίπτωση και υπό σχεδόν όλες τις συνθήκες. Εν συνεχεία, το σημείο αυτό θα πρέπει να το εκμεταλλευτεί κανείς έτσι ώστε να ξηλώσει συστηματικά την ικανότητα του αντιπάλου να αντιδράσει. Παραδείγματος χάριν, στα υψηλά όρη τα φυσικά κέντρα βάρους είναι οι ευρείς αυχένες, αφού μόνον μέσω αυτών είναι δυνατή μια προέλαση. Αλλά ο αμυνόμενος εγκατεστημένος στης πλαγιές και των δύο πλευρών του περάσματος μπορεί εύκολα να κάνει μια ευθεία επίθεση εκεί πολύ δύσκολη· συνεπώς είναι απαραίτητο να υπερφαλαγγιστούν οι αμυντικές θέσεις και να δεχθούν επίθεση από τα νώτα. Ο σκοπός είναι να παγιδευτούν οι αμυνόμενοι, να εξαναγκαστούν να πολεμήσουν με μέτωπο προς τη λάθος κατεύθυνση, να εμποδιστούν οι θέσεις από το να παρέχουν αμοιβαία υποστήριξη, να καταληφθούν μία προς μία και τελικώς να ελεγχθεί η γραμμή του περάσματος. Ο αμυνόμενος μπορεί φυσικά να προσπαθήσει να αντιμετωπίσει τον ελιγμό αυτό με τον να εκτείνει το μέτωπό του και προς τις δύο πλευρές. Όμως, μια τέτοια απόπειρα θα έχει σαν αποτέλεσμα να αντιμετωπίσει το σύνηθες δίλημμα που αντιμετωπίζουν όσοι βασίζονται σε περιμετρική άμυνα: προσπαθώντας να είναι ισχυροί παντού, καταλήγουν να είναι αδύναμοι παντού. Αυτό το δίλημμα είναι πιθανόν να γίνει οξύτερο από την έλλειψη καλών εγκάρσιων συγκοινωνιών κατά μήκος του μετώπου.

Υποθέτοντας ότι ο εχθρός είναι εξ ίσου νοήμων με εμάς, αναμένουμε ότι θα επιχειρήσει να προστατεύσει τα κέντρα βάρους με όλες τις δυνάμεις που διαθέτει. Αυτό μας οδηγεί στο τρίτο βασικό συστατικό στοιχείο του πολέμου ελιγμών – τον αιφνιδιασμό. Ο αιφνιδιασμός μπορεί βασίζεται μόνον στην εξαπάτηση. Για να παραφράσουμε τον Σουν Τσου, είναι απαραίτητο να διαπιστώσουμε τις προθέσεις του αντιπάλου ενώ αποκρύπτουμε τις δικές μας. Πρέπει κανείς να παριστάνει ότι είναι στο σημείο Α κάνοντας Β ενώ στην πραγματικότητα είναι στο σημείο Γ κάνοντας Δ. Ο σκοπός όλων αυτών των χειρισμών – που μπορεί να είναι ιδιαίτερα πολύπλοκοι, χρονοβόροι και ακριβοί – είναι  να προκαλέσουν σύγχυση στον αντίπαλο, να τον θέσουν εκτός ισορροπίας και να εισαγάγουν ένα στοιχείο αβεβαιότητας στα σχέδιά του. Άπαξ και αυτό έχει επιτευχθεί, είναι θέμα – και πάλι παραφράζοντας τον Σουν Τσου – του να επιπέσει κανείς στον αντίπαλο «σαν κεραυνός», με όλη τη δύναμη που μπορεί να συγκεντρώσει.

Το τέταρτο κύριο στοιχείο του πολέμου ελιγμού, και συχνά το λιγότερο κατανοητό, είναι τα συνδυασμένα όπλα. Τα συνδυασμένα όπλα είναι η συνομάδωση διαφορετικών όπλων ώστε η δύναμη του ενός όπλου να προβάλλεται προκειμένου να εκτίθεται η εχθρική αδυναμία σε ένα άλλο όπλο. Μια ταιριαστή αναλογία θα μπορούσε να είναι το γνωστό παιδικό παιγνίδι: «πέτρα – ψαλίδι – χαρτί». Εδώ κάθε στοιχείο είναι ικανό να επικρατήσει επί ενός άλλου, ενώ είναι ευάλωτο σε ένα τρίτο. Παρομοίως, στον πόλεμο ελιγμών τα άρματα δε θα πρέπει να χρησιμοποιούνται για να συγκρούονται με άλλα άρματα – κάτι που θα οδηγούσε απλώς σε μετωπικές συγκρούσεις και φθορά – αλλά με το αντίπαλο πυροβολικό. Το πυροβολικό είναι ανίσχυρο απέναντι στα άρματα· έτσι, θα πρέπει να χρησιμοποιείται για να μάχεται το πεζικό, που με τη σειρά του είναι ανίσχυρο απέναντί του και, ακόμη κι αν δεν φονεύεται, αναγκάζεται να καλυφθεί. Ο ρόλος του πεζικού είναι να εξουδετερώνει τα αντιαρματικά, και των αντιαρματικών να αντιμετωπίζουν τα άρματα.

Βυζαντινό βαρύ ιππικό: Οι Κατάφρακτοι
Βυζαντινό βαρύ ιππικό: Οι Κατάφρακτοι

Για να παρασχεθεί ένα ακόμη παράδειγμα της αρχής αυτής, το μεσαιωνικό βαρύ ιππικό ενεργώντας μόνο του ήταν κάποτε το πλέον αδύναμο όπλο. Το άπιαστο ελαφρύ ιππικό, βασιζόμενο στο τόξο για αποτελέσματα μεγάλου βεληνεκούς και στο ξίφος για τις χαριστικές βολές, ήταν το ισχυρότερο. Όσο οι Σταυροφόροι βασίζονταν αποκλειστικά στο βαριά θωρακισμένο ιππικό τους ηττώντο επανειλημμένως, καθώς οι Άραβες τους έθεταν σε πειρασμό να επιτεθούν, τους άφηναν να εξαντληθούν και στη συνέχεια τους κατέκλυζαν περιμετρικά και τους εξόντωναν τμηματικά. Για να αντιμετωπίσουν αυτές τις τακτικές, οι ίδιοι οι Σταυροφόρου αναγκάστηκαν να υιοθετήσουν το σύστημα των συνδυασμένων όπλων, αρχικά προσαρμοσμένο από τους Βυζαντινούς. Το πεζικό, οπλισμένο με δόρατα, προσέφερε προστασία από τα άλλα όπλα. Το τοξοφόρο πεζικό ανάγκαζε το τοξοφόρο αραβικό ιππικό να κρατά μια αξιοσέβαστη απόσταση, και το βαρύ ιππικό ανέμενε ευκαιρίες, όπως όταν ήταν οι άραβες ήταν καθηλωμένοι από εδαφικά εμπόδια ή υποχωρούσαν εσπευσμένα από τις συγκεντρωτικές βολές των τόξων, καθώς είχαν πλησιάσει απρόσεχτα τον Σταυροφορικό σχηματισμό. Στο σημείο αυτό, το βαρύ ιππικό θα κατάφερνε ένα ακατανίκητο πλήγμα. Εφ’ όσον γινόταν σωστή διαχείριση όλων των άλλων συστατικών, το αντίπαλο ελαφρύ πεζικό δε μπορούσε να αντιμετωπίσει αυτό το σύστημα, ενώ το ελαφρύ πεζικό του συστήματος αυτού χρησιμοποιούνταν ως βοηθητικό όπλο για συλλογή τροφής, ως δύναμη καλύψεως και για να συνδέονται τα κενά μεταξύ του βαρέως ιππικού και του κυρίως σώματος ώστε να ελαχιστοποιηθεί ο κίνδυνος να κατακλυστεί το κυρίως σώμα από τους αντιπάλους ελαφρούς ιππείς.

Παρομοίως, η σύγχρονη ομάδα συνδυασμένων όπλων απαιτεί ποικιλία. Οι δυνάμεις αναγνωρίσεως πρέπει να είναι ελαφρές, ειδικά στην επίθεση. Στη Βέρμαχτ, οι μονάδες αναγνώρισης των τεθωρακισμένων (δηλαδή οι μοτοσικλετιστές) ήταν οι επίλεκτοι μεταξύ των επιλέκτων. Απαιτείται ελαφρύ και βαρύ πεζικό για να συμπληρώσουν τα άρματα. Το αντιαρματικό συστατικό είναι από μόνο του ένα διακριτό όπλο. Τα άρματα είναι για να επιτίθενται/εκμεταλλεύονται στην επίθεση και για να αντεπιτίθενται κατά την άμυνα. Η αξία των συνδυασμένων όπλων αντλείται από το συντονισμό της ποικιλίας τους, όχι από το άθροισμα των επιδόσεων τους σε ισχύ πυρός.

Επειδή ο ρυθμός, ο αιφνιδιασμός και τα συνδυασμένα όπλα σημαίνουν όλα την ταχύτατη προσαρμογή όλων των διαθέσιμων μέσων σε μια φευγαλέα κατάσταση, το πέμπτο κρίσιμο στοιχείο του πολέμου ελιγμών είναι η ευελιξία. Η ευελιξία είναι ένα ιδανικό που όλοι αποδέχονται· λιγότερο αναγνωρίσιμοι, όμως, είναι οι τρόποι με τους οποίους επιτυγχάνεται. Για να είναι ευέλικτος ένας οργανισμός θα πρέπει να είναι ισορροπημένος, αυτοτελής και όχι υπερβολικά εξειδικευμένος. Πρέπει να αποθαρρύνει την υπερβολική τυποποίηση των συνιστώντων μερών και να επιτρέπει πλεονασμό (που επιτρέπει σε έναν οργανισμό να απορροφά πλήγματα χωρίς να φαλκιδεύεται η ικανότητά του να λειτουργεί). Ακόμη και όταν όλα αυτά τα δομικά στοιχεία είναι παρόντα, ο μόνος παράγων που μπορεί να εγγυηθεί ευελιξία είναι η εκπαίδευση, κι η ακόμη περισσότερη εκπαίδευση. Παρ΄ ότι οι ασκήσεις που είναι σχεδιασμένες να εξασφαλίζουν την ομαλή συνεργασία μεταξύ όλων των στοιχείων είναι πολύ σημαντικές, από μόνες τους δεν είναι επαρκείς. Είναι προτιμότερο να ανταγωνίζεται κανείς έναν ενεργό αντίπαλο που αντιδρά με νοήμονα και απρόβλεπτο τρόπο (δηλαδή, να χρησιμοποιούντα στρατιωτικά παίγνια κάθε είδους).

Τέλος, το έκτο θεμελιώδες στοιχείο του πολέμου ελιγμών είναι η αποκεντρωμένη διοίκηση που θα επιτρέψει ευελιξία. Σε μία ταχύτατα κινούμενη, ρευστή μάχη ή εκστρατεία, ακόμη και τα καλύτερα τηλεπικοινωνιακά συστήματα είναι απίθανο να μπορούν να ακολουθήσουν τις κινήσεις των δυνάμεων. Το πλήθος του προσωπικού, εξοπλισμού, διαδικασιών και πληροφοριών που απαιτούνται για να προλαβαίνουν μπορεί να είναι τόσο μεγάλο που να προκαλέσει απόφραξη και να εμποδίσει την κίνηση. Ο μόνος τρόπος να ξεπεράσει κανείς αυτό το δίλημμα είναι να βασιστεί σε μία κατάλληλα σχεδιασμένη, κατάλληλα δοκιμασμένη κατανομή ευθύνης μεταξύ των διαφόρων κλιμακίων διοικήσεως. Στα κατώτερα επίπεδα πρέπει να παρέχεται τόσο το δικαίωμα όσο και τα μέσα να αναλαμβάνουν τις δικές τους πρωτοβουλίες, να προσαρμόζονται στην κατάσταση και να εκμεταλλεύονται τις ευκαιρίες της στιγμής. Στο πόλεμο ελιγμών, οι μονάδες και οι διοικητές που απλώς ακολουθούν διαταγές – πολύ περισσότερο που περιμένουν γι΄ αυτές – είναι άχρηστοι. Όλο το θέμα, αντιθέτως, είναι να γίνεται χρήση της «απόλυτης, ελεύθερης προσήλωσης» – όπως το έθεταν οι κανονισμοί της Βέρμαχτ – όλου του στρατεύματος, από τον τελευταίο οπλίτη και προς τα επάνω.

Εάν τα στρατεύματα πρόκειται να χρησιμοποιήσουν την πρωτοβουλία τους, πρέπει να τους δοθεί μια εικόνα των αντικειμενικών σκοπών του στρατού κατά ένα, ή πιθανώς και δύο, επίπεδα πάνω από το δικό τους. Με άλλα λόγια, πρέπει να τους δίνονται διαταγές αποστολής που, επιπλέον της περιγραφής τέτοιων ζητημάτων όπως η συνολική κατάσταση, οι διαθέσιμες πληροφορίες για τον εχθρό, τα μέσα που πρόκειται να χρησιμοποιηθούν, οι χώροι συγκεντρώσεως, οι γραμμές διαχωρισμού, οι χρόνοι εξόρμησης, θα εξηγούν το σκοπό της κάθε επιχείρησης και τον τρόπο που αυτός εξυπηρετεί τα σχέδια των προϊσταμένων αρχηγείων. Διαταγές του είδους αυτού θα έχουν το επιπρόσθετο πλεονέκτημα της προστασίας από την αναρχία – όμως δεν επαρκούν από μόνες τους. Για να εφαρμόσουν πόλεμο ελιγμών αποτελεσματικά, οι διοικητές σε κάθε επίπεδο θα πρέπει να έχουν στη διάθεσή τους τα μέσα για να παρακολουθούν τους υφισταμένους τα οποία θα είναι ανεξάρτητα από τις ίδιες τις αναφορές των υφισταμένων αυτών – ή, για να χρησιμοποιηθεί ένας όρος που επινοήθηκε πρώτα από τον υπογράφοντα, ένα «στοχευμένο τηλεσκόπιο». Πιθανότατα το τηλεσκόπιο θα αποτελείται από εξειδικευμένο προσωπικό (πχ το «προεδρικό ιππικό» του Πάττον) και εξοπλισμό. Η ακριβής του φύση θα εξαρτάται από την κατάσταση καθώς και από τα διαθέσιμα μέσα.

Σημειώσεις του Συγγραφέα

[1] David G. Chandler, The Campaigns of Napoleon (Οι Εκστρατείες του Ναπολέοντα), εκδ. Macmillan, Νέα Υόρκη 1966, Μέρος 4.


Σημειώσεις του Μεταφραστή
[i] Jaeger: η λέξη στις γερμανικές γλώσσες σημαίνει κυνηγός. Στο γερμανικό στρατό, όπως και σε άλλους στρατούς γερμανικών (germanic) χωρών, ονομάστηκαν μονάδες «Κυνηγών» οι μονάδες επίλεκτου ελαφρού πεζικού που συγκροτήθηκαν κατά καιρούς. Ο όρος είναι αντίστοιχος με τον ελληνικό όρο «Καταδρομέας» που χρησιμοποιείται για το ελληνικό επίλεκτο ελαφρύ πεζικό.
[ii] Schwertpunkt: Κατά λέξη: «ισχυρό σημείο», αλλά στη φυσική και τη γεωμετρία έχει την έννοια του «κέντρου βάρους». Αποτελεί μία από τις κεντρικές έννοιες της γερμανικής στρατιωτικής σκέψης ήδη από τον 19ο αιώνα. Είναι έννοια αντίστοιχη με την Κύρια Προσπάθεια της ελληνικής στρατιωτικής (και αμερικανικής) ορολογίας, ιδίως με την πιο ευρεία έννοια που της αποδίδει ο ΕΕ-101-1. Επισημαίνεται ότι στην γερμανική ορολογία (και την αμερικανική, όπου έχει μεταφερθεί συχνά αμετάφραστο), το Κέντρο Βάρους αφορά την φίλια προσπάθεια και όχι τη διάταξη του αντιπάλου.




Οι αμερικανοί τείνουν να βρίσκουν τον πόλεμο ελιγμών αφύσικο. Αυτό πιθανόν να οφείλεται στο ότι οι αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις από την εποχή του Αμερικανικού Εμφυλίου είχαν μία μακρά παράδοση στο να πολεμούν από θέσεως συντριπτικής υλικής υπεροχής. Γι΄ αυτές, ο πόλεμος ήταν συχνά ζήτημα του να μεγιστοποιούν τα πλήγματα που ήταν σε θέση να επιφέρουν βάσει των διαθεσίμων πόρων, κι εν συνεχεία ανταλλαγής πληγμάτων μέχρι που η πιο αδύναμη πλευρά – σχεδόν πάντα ο αντίπαλος – να φθαρεί μέχρι του σημείου να μη μπορεί πλέον να πολεμήσει. Στο πρόβλημα αυτό έχει προστεθεί και η γλωσσική σύγχυση. Όπως έχουμε δει, το δόγμα του σύγχρονου αμερικανικού στρατού βασίστηκε ρητά στο γερμανικό προηγούμενο. Παρ΄όλα αυτά, ακόμη και οι καλύτερες μεταφράσεις δε μπορούν να αποδώσουν το ακριβές νόημα της αρχικής γλώσσας· με τη σειρά τους, οι αμερικανικοί όροι έχουν λεπτές διαφορές με τους αντίστοιχους βρετανικούς. Παραδείγματος χάριν, ο ίδιος ο τίτλος του θεμελιώδους γερμανικού εγχειριδίου «HdV100/100 VS-Nfd, Führung im Gefecht» μπορεί να μεταφραστεί είτε ως «Διοίκηση και Έλεγχος στη Μάχη» είτε ως «Ηγεσία στη Μάχη». Στο παρελθόν, αυτά και παρόμοια προβλήματα έχουν προκαλέσει μεγάλη σύγχυση. Ακόμη και μετά από μια δεκαετία ρητής αποδοχής των γερμανικών αντιλήψεων περί ελιγμού, το «Μέλλον της Αερο-εδαφικής Μάχης» (Ιανουάριος 1989), ενώ βρίθει ορολογίας περί ελιγμών, είναι μετέωρο μεταξύ ελιγμού και φθοράς. Τα νεώτερα εγχειρίδια του αμερικανικού Σώματος των Πεζοναυτών (πχ:  [FMFM] 1-3, Τακτική) και οι πρόσφατες αντιλήψεις του Αμερικανικού Στρατού σχετικά με τη μη γραμμική μάχη τα καταφέρνουν καλύτερα στη σύλληψη της γερμανικής αντίληψης.
Ανά πάσα στιγμή, ο στρατός που διεξάγει πόλεμο φθοράς θα έχει τις περισσότερες δυνάμεις στην πρώτη γραμμή. Αυτές οργανώνονται ομοιογενώς, βάσει της πεποίθησης ότι μία αλυσίδα είναι τόσο ισχυρή όσο ο πιο αδύναμος κρίκος της. Οι επιχειρησιακές εφεδρείες είναι από μικρές έως ανύπαρκτες. Αντιστοίχως, υπάρχουν πολύ λίγες μεραρχίες που μπορούν να εναλλάσσονται κυκλικά στην πρώτη γραμμή για ανάπαυση και για ενσωμάτωση και εκπαίδευση των αντικαταστατών. Αντιθέτως, στο πόλεμο ελιγμού, συνήθως το μέτωπο θα προκαλύπτεται και μόνο η μειοψηφία των στρατευμάτων θα είναι εν δράσει· η πλειοψηφία θα τηρείται σε ετοιμότητα στην εφεδρεία έτσι ώστε όχι μόνο να μπορούν να εκπαιδεύονται και να αναδιοργανώνονται αλλά και να προετοιμάζονται να επιχειρήσουν ως ένα μεγάλο κύμα. Οι μονάδες είναι ετερογενείς κατά την ποιότητα, με τις καλύτερες μονάδες να ηγούνται των επιθέσεων και τις υπόλοιπες να ακολουθούν και να σταθεροποιούν τα κέρδη.
Ο πόλεμος φθοράς είναι γραμμικά προσανατολισμένος, με τις μονάδες στριμωγμένες και τα πλευρά συνδεδεμένα στενά. Ο πόλεμος ελιγμών είναι προσανατολισμένος στις ωθήσεις, με μεγάλα και συχνά ακανόνιστα και μεταβλητά κενά μεταξύ των επιθετικών ωθήσεων. Τα κενά θεωρείται ότι δημιουργούν ευκαιρίες. Έτσι, υπάρχει μια «κάθετη» σχέση μεταξύ του πολέμου φθοράς και του πολέμου ελιγμών. Η φθορά επιδιώκει να συντρίψει τα στοιχεία του εχθρού ένα προς ένα μέχρι να μείνουν ελάχιστα ή κανένα. Ο ελιγμός επιζητά να σπάσει τα διάφορα είδη συγκολλητικής ουσίας (ανεφοδιαστικές ροές, έλεγχος και διοίκηση, δυνατότητα συντονισμού και αμοιβαίας υποστήριξης) που τα συνέχουν, ακόμη και μέχρι του σημείου που δε θα είναι πλέον σε θέση να προσφέρουν συνεκτική αντίσταση. Ο πόλεμος φθοράς σκοπεύει στις δυνάμεις του εχθρού (δηλ, τα ισχυρά στοιχεία του)· ο πόλεμος ελιγμών στις αδυναμίες του.[2]  Ανεξαρτήτως του μεγέθους μίας εμπλοκής, η φθορά εστιάζει στο άμεσο πεδίο της μάχης και συχνά οδηγεί σε αιματοχυσία. Ο ελιγμός επιζητά να αποφύγει τόσο το πεδίο της μάχης όσο και την αιματοχυσία με το να μεταφέρεται στο αμέσως υψηλότερο επιχειρησιακό επίπεδο· με άλλα λόγια, επιζητά να κρίνει το τακτικό πλεονέκτημα με τη χρήση υψηλής τακτικής, την εμπλοκή επιπέδου υψηλής τακτικής με τη χρήση επιχειρησιακής τέχνης, και την εμπλοκή επιχειρησιακού επιπέδου καταφεύγοντας στο στρατηγικό επίπεδο. Αυτό, φυσικά, είναι ένας ακόμη λόγος για τον οποίον ο πόλεμος ελιγμών απαιτεί διοικητές εκπαιδευμένους να σκέπτονται σε ένα τουλάχιστον επίπεδo παραπάνω (κατά προτίμηση σε δύο)  από αυτό στο οποίο επιχειρούν οι ίδιοι.
Στην άμυνα, ο πόλεμος φθοράς τοποθετεί τις δυνάμεις προωθημένα ενώ επιχειρεί να δημιουργήσει και να κρατήσει μεγάλα, συνεχή μέτωπα καλυπτόμενα από φυσικά εμπόδια που εξυπηρετούν στο να επιβραδύνουν και να σταματήσουν τον αντίπαλο έτσι ώστε αυτός να καταστραφεί με την ισχύ πυρός. Αντιθέτως, ένας στρατός που εφαρμόζει πόλεμο ελιγμών θα προκαλύψει, μόνον, το μέτωπό του και το μέτωπο αυτό μπορεί κάλλιστα να έχει κενά σκόπιμα δημιουργημένα. Τα εμπόδια εξυπηρετούν μόνον στο  να κατευθύνουν τις εχθρικές ωθήσεις έτσι ώστε να οργανωθούν αντεπιθέσεις. Ο πόλεμος φθοράς αποφεύγει τα γραμμικά εμπόδια επειδή εμποδίζουν τις αντεπιθέσεις.  Εν τω μεταξύ, ο όγκος των δυνάμεων τηρείται πίσω, αρκετά μακριά για να προστατεύονται· δεχόμενος επίθεση, ένας στρατός προσανατολισμένος στον ελιγμό πρώτα θα οπισθοχωρήσει και μετά, αφού ο επιτιθέμενος έχει εκθέσει τα πλευρά και έχει πιθανώς υπερεκταθεί ο ίδιος, θα βασιστεί σε μία ταχεία, ισχυρή αντεπίθεση εκτελεσμένη χωρίς αναμονή εντολών από το ανώτερο κλιμάκιο διοικήσεως. Στον πόλεμο φθοράς η επίθεση και η άμυνα διαχωρίζονται αυστηρά, ενώ στον πόλεμο ελιγμών η διαφορά είναι πολύ μικρότερη επειδή και τα δύο αποτελούνται από μια εναλλαγή ωθήσεων και αντ-ωθήσεων.
Οι όροι άμυνα και μέτωπο εγείρουν το θέμα της σχέσης δυνάμεων-προς-χώρο, που για πολλά χρόνια είναι κρίσιμος παράγοντας στους ελέγχους εξοπλισμών και στις μελέτες που υποστηρίζουν ότι μετράνε τη στρατιωτική ισορροπία στην Ευρώπη.[3] Δεδομένου ότι οι μονάδες είναι στατικές και η ισχύς πυρός που μπορούν να εκπέμψουν τα όπλα περιορισμένη, ο πόλεμος φθοράς απαιτεί πάντα ένα αμυντικό «ελάχιστο», ανεξάρτητα από τη δύναμη του αντιπάλου.[4] Αλλιώς θα υπάρχουν κενά και τα πλευρά δε θα μπορούν να συνδέονται. Αντιθέτως, ο πόλεμος ελιγμών είναι εξ ορισμού ρευστός. Συνεπώς, όχι μόνον μπορεί να τα καταφέρει με πολύ χαμηλότερους λόγους δυνάμεων-προς-χώρο αλλά μπορεί και να ευνοείται από αυτούς. Μια άμυνα που ενεργεί κατ’ αυτόν τον τρόπο μπορεί κάλλιστα να αμυνθεί εναντίον ενός επιτιθεμένου που υπερέχει αριθμητικά έναντι αυτής τρία προς ένα ή και περισσότερο. Υπάρχουν πολλές περιστάσεις αυτού του είδους στο Ανατολικό Μέτωπο το 1943-1945, ενώ το καλύτερο παράδειγμα το εμφανίζει αναμφισβήτητα η ισραηλινή άμυνα στα υψώματα του Γκολάν το 1973.
Clausewitz 
Για να γίνει κατανοητή η φύση του πλεονεκτήματος που προσφέρει μια άμυνα βασιζόμενη στον ελιγμό, είναι ίσως βολικό να παρακολουθήσει κανείς τον Κλαούζεβιτς. Με τη λογική του, η άμυνα σε τακτικό επίπεδο προσφέρει τρία θεμελιώδη πλεονεκτήματα: τον αιφνιδιασμό, το πλεονέκτημα του εδάφους και την συγκλίνουσα επίθεση.[5] Ο αιφνιδιασμός ευνοεί τον αμυνόμενο γιατί, σε αντίθεση με τον επιτιθέμενο του οποίου οι κινήσεις πρέπει να γίνουν σε ανοικτό πεδίο, αυτός μπορεί να καλύψει τις θέσεις του και τις κινήσεις που λαμβάνουν χώρα πίσω από αυτές. Το έδαφος ευνοεί τον αμυνόμενο γιατί μπορεί να το εμπλουτίσει με κάθε είδους εμπόδια, αν και πρέπει να αναφερθεί ρητώς ότι για τον Κλαούζεβιτς η αξία τέτοιων εμποδίων έγκειται λιγότερο στη δική τους, εγγενή αξία όσο για την πιθανότητα να εκμεταλλευτεί κανείς το αναπάντεχο για να αντιμετωπίσει τον επιτιθέμενο που προσπαθεί να κινηθεί δια μέσου των. Τέλος, αν και ο επιτιθέμενος μπορεί να είναι σε καλύτερη θέση από τον αμυνόμενο για να κυκλώσει τη συνολική δύναμη του αντιπάλου, ο αμυνόμενος έχει μεγαλύτερη δυνατότητα να εξαπολύσει συγκλίνουσες επιθέσεις εναντίων μερών ή τμημάτων που έχουν διασπάσει τη γραμμή του και έχουν έτσι αποσπαστεί από την διοικητική μέριμνα καθώς και τον έλεγχο από τα μετόπισθέν τους. Ας σημειωθεί ότι και τα τρία επιχειρήματα θα αποδώσουν στον αμυνόμενο μόνον σε περίπτωση που αυτός είναι ευκίνητος ή τουλάχιστον διατηρεί επιχειρησιακή εφεδρεία (με άλλα λόγια, στο βαθμό που αυτός εφαρμόζει πόλεμο ελιγμών). [6]
Στον πόλεμο φθοράς η άμυνα βασίζεται στην ισχύ των προετοιμασμένων θέσεων και αντιμετωπίζει την επίθεση μετωπικά. Στην άμυνα με ελιγμούς, η βασική τακτική από την οποία πηγάζουν όλες οι παραλλαγές είναι το «βήμα προς το πλάι», σαν αυτό του ταυρομάχου. Αυτό ισχύει εξ ίσου για το ορεινό πεζικό στα βουνά όσο και για τα βαριά τεθωρακισμένα στο επίπεδο έδαφος. Η γερμανική τακτική «άμυνας χώρου» προβλέπει μια σειρά ελιγμών «πλαϊνού βήματος» σε κάθε επίπεδο διοικήσεως, από το λόχο μέχρι το σώμα στρατού και εκτείνεται σε σημαντικό βάθος. Οι γωνίες και οι πλευρές του χώρου που είχε υποστεί διείσδυση συνέχιζαν να κατέχονται. Οι πλευρικές μονάδες συνήθως δεν αποσύρονταν (δηλαδή δεν τις τραβούσαν πίσω προκειμένου να σχηματιστούν γραμμές παράλληλες προς το μέτωπο). Το βάθος στο οποίο επιτρέπεται στον εχθρό να διεισδύσει εξαρτάται από την ισχύ του και από πολιτικούς περιορισμούς. Στο Ανατολικό Μέτωπο κατά τον Β’ ΠΠ υπήρξαν τουλάχιστον δύο περιπτώσεις που τα βάθη έφτασαν στα 100-200 χλμ – στην επιχείρηση Blau (Κυανή) τον Μάιο του 1942 και στην αντεπίθεση του Στρατάρχη Μάνσταϊν στην Ουκρανία, στις αρχές του 1943. Στο Βορειοατλαντικό Σύμφωνο, οι Γερμανοί διεκήρυσσαν ότι είχαν δήθεν μια πολιτική σκληρής εδαφικής άμυνας – μέχρι η εχθρική διείσδυση να φτάσει στα 40 χλμ. Αυτό εξασφάλιζε χρόνο για να καταφθάσουν οι επιχειρησιακές εφεδρείες και να απλωθεί και να υπερκεταθεί μια εχθρική ώθηση στο πλαίσιο της προετοιμασίας μιας αντεπίθεσης εναντίον αδύναμων, επιμηκυμένων πλευρών καθώς και εναντίον οποιωνδήποτε απομονωμένων επιτιθέμενων μονάδων που είχαν διεισδύσει. Κατά πολλούς τρόπους, αυτό είναι το παλιό πρότυπο των Καννών που τόσο έχει εμποτίσει τη γερμανική στρατιωτική σκέψη από τη Μάχη του Σεντάν το 1870.
Η φθορά και ο ελιγμός διαφέρουν επίσης κατά τον τρόπο που χρησιμοποιούνται τα όπλα. Η πρώτη τα χρησιμοποιεί προκειμένου να καταστρέψει όσο το δυνατόν περισσότερους στόχους όσο το δυνατόν ταχύτερα· ο δεύτερος τα χρησιμοποιεί για να επιτύχει συγκεκριμένες τακτικές καταστάσεις που θεωρούνται ευνοϊκές από τον διοικητή. Για να εκτεθεί περαιτέρω το νατοϊκό αμυντικό σκεπτικό όπως εξηγήθηκε στην προηγούμενη παράγραφο, οι γερμανοί σχεδίαζαν να χρησιμοποιήσουν τους εκτοξευτήρες MLRS προκειμένου να διοχετεύσουν τις κινήσεις του επιτιθεμένου ήδη πριν αυτός φτάσει στο δικό του Πρόσθιο Όριο Τοποθεσίας (ΠΟΤ). Έτσι, ο «δίαυλος» στον οποίο θα εκινείτο θα είχε μεγαλύτερο βάθος, με αντίστοιχη μείωση του βάθους στο οποίο θα του επιτρεπόταν να διεισδύσει στη φίλια περιοχή. Με τέτοιου είδους μέσα η ελευθερία κινήσεως του επιτιθεμένου θα μειωνόταν.  Μόλις η κατεύθυνση της εχθρικής ωθήσεως εντοπιζόταν, θα ξεκινούσαν τα «πλαϊνά βήματα» και οι άλλοι τομείς θα απογυμνώνονταν από στρατεύματα τα οποία θα απελευθερώνονταν για να αντεπιτεθούν. Όλα αυτά, επαναλαμβάνεται, είναι δυνατά μόνον με την προϋπόθεση ότι ο αμυνόμενος έχει προσχωρήσει στον πόλεμο ελιγμών. Επιχειρώντας να επιδοθεί σε φθορά εναντίον ενός υπέρτερου αντιπάλου, πιθανότατα δε να ήταν σε θέση να αντιμετωπίσει το Κέντρο Βάρους του αντιπάλου εγκαίρως και, κατά συνέπεια, θα έχανε κατ΄ ελάχιστον τη μάχη και ίσως τον πόλεμο.
Σημειώσεις
[2]. Στο γερμανικό σύστημα αυτό ήταν γνωστή ως «Flachen-und-Luecken Taktik» (κατά λέξη: «τακτική επιφανειών και οπών»)
[3]. Για μια εξαιρετική συγκριτική ανάλυση των ούτω καλούμενων «μοντέλων καταμέτρησης κουκιών» βλ. Natalie J. Goldring, The Conventional Balance: How Far beyond the Bean Count Are We? a report of the Defense Budget Project (Ισορροπία Στρατιωτικής Ισχύος: Πόσο έχουμε ξεπεράσει το μέτρημα των κουκιών; ) περιοδικό The Project, Ουάσιγκτον, Ιούνιος 1989. Όλα τα μοντέλα αυτά ανεπίγνωστα προϋποθέτουν μια προσέγγιση του πολέμου με τη νοοτροπία του πολέμου φθοράς, όπως κάνουν σχεδόν όλα τα ποσοτικά μοντέλα και μοντέλα Λάντσεστερ (Σ.τ.Μ.: Αναφορά σε μεθόδους (μαθηματικής) Επιχειρησιακής Ανάλυσης. Για τη σημασία της επιρροής της Επιχειρησιακής Ανάλυσης στη στρατιωτική παιδεία που παρέχουν οι ελληνικές παραγωγικές σχολές θα υπάρξει ξεχωριστή ανάλυση σε επόμενη ανάρτηση, στο πλαίσιο της παρούσας θεματικής ενότητας)
[4]. Βλ Μπ. Χ. Λίντελ Χάρτ, «The Ratio of Forces to Space,» in Europe, Deterrence or Defense (Η αναλογία δυνάμεων προς χώρο στην Ευρώπη. Αποτροπή ή Άμυνα) (επιμ. Μπ. Χ. Λίντελ Χάρτ),  εκδ Praeger, Νέα Υόρκη, 1960, σελ. 94-109
[5]. Κάρλ φον Κλαούζεβιτς, On War (Περί του Πολέμου), επιμ. Michael Howard και Peter Paret, εκδ. Princeton University Press, Πρίνστον, Νέα Υερσέη, 1976, Βιβλίο 6, Κεφ. 2
[6]. Ο συλλογισμός του Κλαούζεβιτς οδηγεί στο παράδοξο συμπέρασμα ότι, ενώ ο αμυνόμενος έχει το πλεονέκτημα στα πεδινά εδάφη, στα βουνά το πλεονέκτημα το έχει ο επιτιθέμενος. Αυτό επειδή δε θα υπάρχει ευκαιρία στο διακεκομμένο έδαφος για τον αμυνόμενο να διεξαγάγει συγκλίνουσε επιθέσεις. Για μια παρόμοια σύγχρονη γερμανική αντίληψη, βλ. Αντγου Hans-Henning von Sandrart, «Forward Defence: Mobility and the Use of Barriers» (Προωθημένη Άμυνα: Ευκινησία και Χρήση Κωλυμάτων») στα «Δεκαέξι Έθνη του ΝΑΤΟ», τ. 1/85: σελ/ 41-43. Η γερμανική έννοια της ευκίνητης άμυνας δεν ταυτίζεται με την αμερικανική. «Ρευστή» αντί για «κινητή» αποδίδει καλύτερα την έννοια. Εκθέσεις των διαδόχων του στρατηγού von Sandrart στην ηγεσία του γερμανικού στρατού (στρατηγοί von Ondarza και Naumann) επιδεικνύουν τον ίδιο τρόπο σκέψης.

Ακολουθεί το τρίτο και τελευταίο μέρος της ανάλυσης του Κρέφελντ.
Από πλευράς Διοικητικής Μερίμνης, ένα μείζον πλεονέκτημα του πολέμου ελιγμών – και μάλιστα ένα που έχει σημαντικές επιπτώσεις για την αεροπορική ισχύ – είναι ότι οι ένοπλες δυνάμεις προσανατολισμένες σε αυτόν έχουν σημαντικά μικρότερες απαιτήσεις υποστήριξης απ΄ότι οι προσανατολισμένες προς σταθερές θέσεις που τείνουν προς τη φθορά. Το φαινόμενο αυτό είναι εμφανές στη σύγκριση των λόγων «οδόντων προς ουρά». Κατά τον Β’ ΠΠ, για τον Γερμανικό στρατό, για κάθε μεραρχία αντιστοιχούσαν 31.000 άνδρες στο σύνολο του προσωπικού του στρατού. Οι σοβιετικοί ήταν ακόμη πιο ολιγαρκείς. Εν τω μεταξύ, οι αντίστοιχες αμερικανικές, βρετανικές και καναδικές μεραρχιακές αντιστοιχίες υπερέβαιναν τους 64.000 άνδρες. Επιπλέον, ο γερμανικός και ο σοβιετικός στρατός πολεμούσαν μια παρατεταμένη σύγκρουση σε αχανείς εκτάσεις που δεν είχαν καμία σύγχρονη υποδομή. Τα στρατεύματά τους, ειδικά τα σοβιετικά, μπορεί να ήταν υποχρεωμένα να μάχονται χωρίς μερικές από τις ανέσεις που ήταν διαθέσιμες στους Δυτικούς Συμμάχους· όμως στο πεδίο της μάχης τα στρατεύματα αυτά, και ειδικότερα οι πεζοί, ήταν πολύ πιο πλουσιοπάροχα εφοδιασμένοι με τα πράγματα που είχαν σημασία (πχ αυτόματα όπλα). Την ίδια στιγμή που οι αμερικανοί στρατιώτες πυροβολούσαν ακόμη με τα επαναληπτικά M-1 τους (και οι βρετανοί με τα Λη-Ένφηλντ του Α’ ΠΠ), οι γερμανοί είχαν εισαγάγει τα τυφέκια εφόδου και οι σοβιετικοί είχαν τα Αυτόματα Καλάσνικοφ (AK). Περαιτέρω, ο γερμανικός και σοβιετικός στρατός – σε αντίθεση με τον αμερικανικό στρατό – ήταν πλουσιοπάροχα εξοπλισμένοι με όλμους και ελαφρά πολυβόλα. Και χρησιμοποιώντας το επιχειρησιακό εργαλείο των μεραρχιών πυροβολικού, το σοβιετικό γενικό επιτελείο (η Στάβκα) εξασφάλιζε ότι θα υπήρχε περισσότερη υποστήριξη πυροβολικού διαθέσιμη την αποφασιστική στιγμή – δηλαδή κατά τη διάρκεια επιχειρήσεων διαρρήξεως. Αντιστοίχως, οι γερμανικές και σοβιετικές είχαν λιγότερη οργανική υποστήριξη ενσωματωμένη στους Πίνακες Οργανώσεως και Υλικού τους (ΠΟΕ) και λιγότερη υποστήριξη επιπέδου σώματος στρατού και στρατιάς απ΄ότι είχαν ο αμερικανικός, ο βρετανικός και ο καναδικός στρατός.
 στορικοί έχουν προσπαθήσει να εξηγήσουν αυτή την απόκλιση στους λόγους «οδόντος προς ουρά» με αναφορά στον παρατεταμένο πόλεμο και στην τροφοδοσία από επιτόπιους πόρους. Το πρώτο από τα επιχειρήματα αυτά προϋποθέτει ότι ένας παρατεταμένος πόλεμος απαιτεί περισσότερη προσπάθεια συντήρησης και υποστήριξης απ΄ ότι ένας σύντομος, ενώ στην πραγματικότητα αυτό είναι περισσότερο του αποτέλεσμα του ύφους του δόγματος του στρατού και του οργανισμού που συγκροτείται για να υποστηρίξει το ύφος αυτό. Το δεύτερο επιχείρημα αποδίδει λανθασμένα τη φύση του σύγχρονου πολέμου. Είναι γεγονός ότι τόσο ο γερμανικός όσο και ο σοβιετικός στρατός λεηλάτησαν τις χώρες από τις οποίες διήλθαν. Επιδιδόμενη σε μεγάλης κλίμακας και συστηματική ληστεία, η Βέρμαχτ στη Ρωσία κατόρθωσε να προμηθεύεται περίπου το 50% των τροφίμων της επιτοπίως. Όμως αυτό είχε περιορισμένη σημασία, καθώς οι απαιτήσεις διοικητικής μερίμνης στο μεγαλύτερο μέρος τους δεν αφορούσαν τρόφιμα αλλά πυρομαχικά, καύσιμα, έλαια και λιπαντικά, καθώς και ανταλλακτικά.
Είναι, φυσικά ακριβές ότι οι γερμανικές και σοβιετικές δυνάμεις ήταν πολύ λιγότερο μηχανοποιημένες απ΄ ότι οι δυτικές, βασιζόμενες περισσότερο στους σιδηροδρόμους από τη μία και στις ιππήλατες μεταφορές από την άλλη. Παρ΄όλα αυτά, αυτό δεν επαρκεί για να εξηγήσει το γιατί μια γερμανική τεθωρακισμένη μεραρχία που επιχειρούσε στη Δυτική Έρημο χρειαζόταν μόλις 300 τόνους εφοδίων την ημέρα για να διατηρηθεί πλήρως επιχειρησιακή, συγκρινόμενοι με τους 600-650 τόνους που χρειαζόταν μια αμερικανική τεθωρακισμένη μεραρχία στη Γαλλία το 1944-1945.[7] Αντίθετα, η ορθή απάντηση φαίνεται να βρίσκεται (1) στη χρήση του πυροβολικού (2), στο ρυθμό των επιχειρήσεων και (3) στην οργάνωση.
Οι γραμμικοί στρατοί επιτίθενται και προελαύνουν βαριά, κατά μήκος όλου του μετώπου. Αφού η δε γίνεται σημαντική απόδοση βαρών κατά τομείς στην επίθεση, το πυροβολικό και η Εγγύς Αεροπορική υποστήριξη παίζουν μεγάλο ρόλο στην διευκόλυνση της προέλασης των αρμάτων και του πεζικού. Αντίθετα, οι στρατοί που ελίσσονται επιτίθενται κατά μήκος στενών, έντονα εστιασμένων τομέων. Οι τομείς αυτοί λαμβάνουν συντριπτική προτεραιότητα στην διάθεση υποστήριξης με πυρά ενώ οι άλλοι τομείς λαμβάνουν ψίχουλα και κάνουν ελάχιστα περισσότερο από το να «επιδεικνύουν» το μέτωπό τους. Επιπλέον, κατά την επίθεση οι ελισσόμενοι στρατοί δε χρησιμοποιούν το πυροβολικό παρά την τελευταία στιγμή έτσι ώστε να αποφύγουν να αποκαλύψουν πρόωρα τις προθέσεις τους. Όταν χρησιμοποιείται, το πυρ του πυροβολικού είναι οξύτατο και εντονότατο με σκοπό να καταστείλει τον αντίπαλο παρά να τον σκοτώσει. Όλα αυτά σημαίνουν ότι στην εκστρατεία συνολικά, οι απαιτήσεις εφοδίων είναι πολύ λιγότερες. Το ίδιο ισχύει και για τις ποσότητες μεταφορών και υποστήριξης μηχανικού, καθώς και για την υποστήριξη και τις υπηρεσίες συντήρησης που αυτές οι λειτουργίες απαιτούν καθ΄ εαυτές.
Ο ρυθμός μειώνει δραματικά τις απώλειες και τις απαιτήσεις διοικητικής μέριμνας. Αυτό είναι το λογικό αποτέλεσμα του ότι ο ελιγμός επιδρά στον αντίπαλο πριν αυτός να μπορέσει να αντιδράσει συνεκτικά. Οι σοβιετικοί στις αναλυτικές μελέτες ανασκόπησης των μαχών (Πίνακας 1) έκαναν περίπλοκες συσχετίσεις επιδεικνύοντας το φαινόμενο αυτό. Τα δεδομένα τους έδειξαν ότι, επιπλέον των μειωμένων απαιτήσεων σε πυρομαχικά και καύσιμα, οι αστραπιαίες προελάσεις των 20-25 χλμ την ημέρα είχαν σαν αποτέλεσμα τρεις φορές λιγότερες απώλειες προσωπικού και μια και μισή λιγότερες απώλειες αρμάτων απ’ ότι όταν ο ρυθμός προελάσεως ήταν 4-10 χλμ. την ημέρα.[8]
Π1
Τέλος, οι επιπτώσεις του ρυθμού και της χρήσης του πυροβολικού αντικατοπτρίζονται στον τρόπο με τον οποίον είναι οργανωμένοι οι στρατοί ελιγμών. Οι στρατοί φθοράς είναι οργανωμένοι σε σχετικά λίγες μεραρχίες. Κατά τον Β’ ΠΠ, ο αμερικανικός σρατός είχε μόνον 89 μεραρχίες και το σώμα των αμερικανών πεζοναυτών μόλις 6, παρ΄όλο που το συνολικό μέγεθος των αμερικανικών χερσαίων δυνάμεων ήταν εξ ίσου μεγάλο με αυτό των γερμανικών και των σοβιετικών δυνάμεων, οι οποίες είχαν πολλαπλάσιες μεραρχίες. Οι αμερικανικές μεραρχίες ήταν οργανωμένες να παραμένουν στην πρώτη γραμμή κατά την άμυνα και την επίθεση για παρατεταμένες περιόδους, οι γερμανικές και οι σοβιετικές όχι. Επειδή ήταν σχεδιασμένες για παρατεταμένη μάχη, οι αμερικανικές μεραρχίες και σώματα στρατού είχαν οργανική, ενσωματωμένη διοικητική μέριμνα για την διεξαγωγή τόσο επίθεσης όσο και άμυνας. Δεν ήταν σχεδιασμένες για ευκίνητες επιχειρήσεις γρήγορου ρυθμού. Ούτε, δεδομένου του μικρού τους αριθμού με τις περισσότερες από αυτές εμπλεγμένες στην πρώτη γραμμή, υπήρχε μεγάλη δυνατότητα διαφοροποίησης της μεταξύ της ποσότητας υποστήριξης διοικητικής μέριμνας που είναι οργανική των μεραρχιών κι εκείνης που τους παρέχεται προς υποστήριξη των επιχειρήσεών τους. Έτσι, στον Πίνακα 2 βλέπουμε ότι ενώ οι στρατιώτες τρώνε το ίδιο όπου και να βρίσκονται στο πεδίο της μάχης, η κατανάλωση πυρομαχικών, καυσίμων και ανταλλακτικών κυμαίνεται έως και 13:1 για τα πυρομαχικά,  6:1 για τα καύσιμα και 3:1 για τα ανταλλακτικά, ανάλογα με την αποστολή της μεραρχίας στη μάχη. Οι στρατοί ελιγμών αναγνωρίζουν και κεφαλαιοποιούν το φαινόμενο αυτό. Οι στρατοί φθοράς δεν το κάνουν και δε μπορούν να το κάνουν. Ο σημερινός αμερικανικός στρατός και το σώμα των πεζοναυτών υιοθετούν το δόγμα του πολέμου ελιγμών· όμως οι οργανωτικές τους πρακτικές παραμένουν βασισμένες στις προϋποθέσεις πολέμου φθοράς.
Π2
Μία άλλη πτυχή του εφοδιασμού για τον πόλεμο ελιγμών είναι ότι οι προωθημένες, διπλανές και εφεδρικές μεραρχίες και ΣΣ θα πρέπει να έχουν κοινή διοικητική μέριμνα – αν και όχι κατ΄ανάγκην κοινά όπλα. Η αρχή του ΝΑΤΟ ότι η διοικητική μέριμνα αποτελεί εθνική ευθύνη καθίσταται μη λειτουργική με την υιοθέτηση της νέας επιχειρησιακής αντίληψης της συμμαχίας για την αντι-συγκέντρωση. Ο εθνικός ανεφοδιασμός πάντα δημιουργούσε ταχυκαρδίες στους διοικητές, αλλά θα μπορούσε να είναι επαρκής όσο οι διαφορετικές χώρες πολεμούσαν κατ΄αγκώνα και κατά μήκος μιας περιμέτρου με σαφώς καθορισμένους τομείς και όσο η διάσπαση της αμυντικής αλυσίδας υποτίθεται ότι θα πυροδοτούσαν πυρηνικές απαντήσεις. Με τα χρόνια όμως, το τελευταίο ενδεχόμενο έχασε την αξιοπιστία του. Το επιχειρησιακό εύθραυστο του ΝΑΤΟ και η αδυναμία του να βοηθήσει σώματα στρατού που θα κατέρρεαν ήταν οι βασικοί λόγοι που η συμμαχία ήταν τόσο στρατιωτικά αδύναμη παρ΄όλο που σε όρους ισχύος πυρός δεν υστερούσε έναντι του Συμφώνου της Βαρσοβίας. Μεταξύ των ΣΣ του ΝΑΤΟ, μόνο τα τρία διάσπαρτα μεταξύ των άλλων γερμανικά σώματα στρατού είχαν τη δυνατότητα να αλληλεπιδράσουν με άλλους σχηματισμούς επειδή μπορούσαν να αντλήσουν από τους πόρους της γερμανικής εθνοφυλακής. Όλα τα άλλα σώματα ήταν προσδεδεμένα στους τομείς τους εξ αιτίας της ανάγκης να συνοδεύονται οι αντεπιτιθέμενες φάλαγγες από τα δύσκαμπτες, εξειδικευμένες κατά εθνικό στρατό ανεφοδιαστικές ουρές τους.
Ήδη από την τελευταία δεκαετία του 20ου αιώνα, το σχέδιο της νέας δομής δυνάμεων του ΝΑΤΟ και η επιχειρησιακή του αντίληψη είναι ασύμβατες με την υπάρχουσα πρόβλεψη διοικητικής μέριμνας. Η δόμηση κατά πολυεθνικά σώματα στρατού επιτείνει τις δυσκολίες. Η διενέργεια ελιγμών δεν είναι δυνατή εάν πολυάριθμοι διαφορετικοί εθνικοί «ομφάλιοι λώροι ανεφοδιασμού» συστρέφονται μεταξύ τους καθώς η μάχιμες κεφαλές τους προσπαθώντας να αποκτήσουν πλεονέκτημα εναντίον ενός ελισσόμενου εχθρού σε ένα σκηνικό με χαμηλό λόγο δυνάμεων-προς-χώρο. Κι αν ακόμη αυτός ο μπερδεμένος χαμός μπορούσε με κάποιο τρόπο να διευθετηθεί, οι ελιγμοί θα αναστέλλονταν από τους φραγμένους δρόμους καθώς οι αυτοκινητοπομπές διοικητικής μερίμνης που ακολουθούν τις εθνικές μεραρχίες. Ο ελιγμός πρέπει να υλοποιείται πριν ο εχθρός να μπορέσει να εκτελέσει συνεκτικά· εάν δε γίνεται αυτό, τότε ο ελιγμός μετατρέπεται σε απλή κίνηση.
Η λύση στο τρέχον πρόβλημα του ΝΑΤΟ είναι προφανής. Η υποστήριξη διοικητικής μέριμνας εντός των μεραρχιών είναι ιδιαίτερα ενσωματωμένη σ’ αυτές και δύσκολο να αλλάξει. Δεν ισχύει, όμως, το ίδιο και για τις σχετικές διευθετήσει σε επίπεδο ανώτερο της μεραρχίας.
Εκτός από το προσωπικό συγκεκριμένων μονάδων όπως του υγειονομικού και της συντήρησης οπλικών συστημάτων, οι περισσότερες μονάδες ΔΕ των ΣΣ δεν υπάρχει λόγος να είναι παρούσες εν καιρώ ειρήνης και κατά τη διάρκεια του πολέμου μπορεί να τις παράσχει η φιλοξενούσα χώρα.
Για οποιοδήποτε πολυεθνικό ΣΣ που εδρεύει στην Ευρώπη και προσπαθεί να διεξαγάγει πόλεμο ελιγμών, η αλλαγή του υφισταμένου συστήματος ΔΜ αποτελεί επιχειρησιακή απαίτηση. Μια τέτοια προσέγγιση θα ανακούφιζε επίσης τρεις από τις πιο πιεστικές ανησυχίες που αφορούν την εγκατάσταση αμερικανικών στρατευμάτων στην Ευρώπη: το κόστος, τη δίκαιη κατανομή βαρών και το συμφέρον των τοπικών πληθυσμών στη διατήρηση στρατιωτικών βάσεων. Η κεντρική οργάνωση της ΔΜ κατά τον τρόπο αυτό θα επέτρεπε μια μείωση της ειρηνικής δυνάμεως του αμερικανικού στρατού κατά 25%. Οι περισσότερες αποστολές διοικητικής μερίμνης μπορούν να εκπληρωθούν με την ανάθεσή τους σε υφιστάμενες μεραρχιακές διοικήσεις ΔΜ για τις κανονικές ειρηνικές ανάγκες και με συμβάσεις με την τοπική κοινωνία για τις περιόδους αιχμής της ειρηνικής περιόδου (και με εκπαίδευση και εξοικείωση για τις αποστολές πολεμικής περιόδου υπό την αιγίδα των γερμανικών περιφερειακών διοικήσεων – πρώην εθνοφυλακής).
Σε ό,τι αφορά, τώρα, το άλλο σκέλος της εξίσωσης ΔΜ, δηλαδή την απαγόρευση του ανεφοδιασμού στον αντίπαλο. Είναι προφανές ότι για γραμμικά ανεπτυγμένες, προσανατολισμένες στη φθορά χερσαίες δυνάμεις το να επιτύχουν νίκη με «στραγγαλισμό» είναι αδύνατο. Είναι σχεδιασμένες για να απωθούν τον αντίπαλο προς τα πίσω και γενικώς τους λείπει η ευκινησία να διατρήσουν το μέτωπό του και να αποκόψουν μεγάλους σχηματισμούς. Η εμπειρία στην Ιταλία (1943-45), στην Κορέα (1950-53) και στο Βιετνάμ (1965-73) δείχνει επίσης ότι είναι σχεδόν εξ ίσου δύσκολο για μια χερσαία αεροπορία να καταστείλει την υποστήριξη ΔΜ του αντιπάλου σε τέτοιο βαθμό που να μην είναι σε θέση να αντισταθεί. Αντίθετα, οι δυνάμεις προσανατολισμένες στον ελιγμό έχουν πολλές ευκαιρίες να ενεργήσουν εναντίον των Γραμμών Επικοινωνιών της άλλης πλευράς. Προελαύνοντας προς τα νώτα του εχθρού ενώ το μέτωπό του είναι ακόμη άθικτο, είναι σε θέση να προσβάλουν βάσεις, να ξηλώσουν σιδηροδρομικά δίκτυα, να αναχαιτίσουν πομπές κάθε είδους. Η δυνατότητα αυτή μπορεί να φανεί καθαρά στην ιστορία κάθε πολέμου ελιγμών από τη Γαλλία του 1940 μέχρι το Σουέζ το 1973 και τον Πόλεμο του Κόλπου το 1991. Η αεροπορική ισχύς υπεισέρχεται στο σχήμα αυτό με την υποστήριξη των ελιγμών. Χωρίς αεροπορική υποστήριξη, οι ελιγμοί δε μπορούν να υλοποιηθούν, και η αεροπορική υποστήριξη, με το να περιορίζει του εχθρικούς ελιγμούς, διευκολύνει τους φίλιους. Από αέρος και μόνον λίγα επιτυγχάνονται με την επίθεση στον ανεφοδιασμό και της Γραμμές Επικοινωνιών. Αν τα εφόδια του εχθρού, και κυρίως τα καύσιμα – που είναι και τα πιο εναλλάξιμα – μπορούν να κυριευθούν μέσω υψηλών ρυθμών προελάσεως παρά να καταστραφούν, τόσο το καλύτερο· και πάλι, υπάρχουν πολλά τέτοια παραδείγματα στην ιστορία του πολέμου κατά τις τελευταίες δεκαετίες.[9] Περαιτέρω, η επίδραση του ηθικού επί των υλικών δυνάμεων είναι τρία προς ένα. Τίποτα δεν είναι πιο αποθαρρυντικό για τα στρατεύματα από το να μαθαίνουν για την παρουσία στρατευμάτων στα νώτα του. Σαν αποτέλεσμα, συχνά θα ηττώνται πριν εξαντληθούν τα εφόδιά τους.
Με αυτούς που δεν είναι εξοικειωμένοι με τις βασικές του έννοιες, ο πόλεμος ελιγμών συχνά μοιάζει με κάποιου είδους απόκρυφη μαγεία που σκοπός της είναι να επιτύχει κάτι ανέξοδα. Στην πραγματικότητα δεν είναι τίποτα τέτοιο· αντίθετα, ακολουθώντας ιδέες οικείες σε όλους τους μεγάλους στρατηγούς (αν και πιο ξεκάθαρα διατυπωμένες από τον κινέζο συγγραφέα Σουν Τσου), βασίζεται στον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τον εχθρό και, συνακόλουθα, από τη φύση της πάλης μας με αυτόν.  Η εκκίνησή της είναι ότι ο εχθρός μας μοιάζει. Συνεπώς, πρέπει να προσεγγιστεί όχι ως ένα σύνολο από «στόχους» προς καταστροφή ένας προς ένας αλλά ως μια ζωντανή, νοήμων οντότητα ικανή να δρα και να αντιδρά. Όσο απλή κι αν είναι αυτή ιδέα, έχουμε δει πως, τόσο στο πεδίο των επιχειρήσεων όσο και στο πεδίο της διοικητικής μέριμνας, ο τρόπος αυτός να αντιμετωπίζει κανείς τον εχθρό οδηγεί σε αντιλήψεις και μεθόδους που είναι ριζικά διαφορετικές από αυτές του πολέμου φθοράς και, σε μερικές περιπτώσεις, καθόλου ευνόητες.
Σημειώσεις
[7]. Martin van Creveld, Supplying War: Logistics from Wallenstein to Patton (Εφοδιασμός στον Πόλεμο: η Διοικητική Μέριμνα από τον Βαλλενστάιν μέχρι τον Πάττον), Cambridge University Press, Λονδίνο, 1978, κεφάλαια 5 και 7.
[8]. V. Y. Savkin, The Basic Principles of Operational Art and Tactics: A Soviet View (Οι Βασικές Αρχές της Επιχειρησιακής Τέχνης και της Τακτικής)  μτφρ και εκδ υπό την αιγίδα της αμερικανικής πολεμικής αεροπορίας, Ουάσιγκτον, Κρατικό Τυπογραφείο, 1974, σ. 136
[9]. Ο γερμανός στρατηγός Έρβιν Ρόμμελ τον Μάιο του 1942 στο Τομπρούκ κατέλαβε αρκετά καύσιμα για να τον πάνε μέχρι το Ελ Αλαμέιν· αντίστρόφως, η αποτυχία των Γερμανών να καταλάβουν ένα εκατομμύρια γαλλόνια αμερικανικού καυσίμου κατά την επίθεση των Αρδεννών έπαιξε κρίσιμο ρόλο στην αποτυχία τους.



 
του Ουίλλιαμ Λιντ
Σε συνέχεια του κειμένου του φαν Κρέφελντ σχετικά με τον «Πόλεμο Ελιγμών» που ήδη αναρτήθηκε, αναρτάται ένα ακόμη σχετικό κείμενο. Πρόκειται για κείμενο του Ουίλλιαμ Λιντ από βιβλίο  που έγραψε για το αμερικανικό Σώμα των Πεζοναυτών με αντικείμενο αυτό ακριβώς το θέμα.
Ο λόγος της παρουσίασης είναι ότι ο «Πόλεμος Ελιγμών» δεν αποτελεί μια μαθηματική έννοια που να μπορεί να προσδιοριστεί επακριβώς. Από την άλλη, δεν πρόκειται για κάποιο φάντασμα ή θεωρητική κατασκευή χωρίς περιεχόμενο. Πρόκειται για μία χρήσιμη αφαίρεση που αφορά τη στρατιωτική νοοτροπία – οργανωτική και επιχειρησιακή. Ο καλύτερος τρόπος να φωτιστεί είναι να δοθούν όσο το δυνατόν περισσότερες παρουσιάσεις και συζητήσεις (και άρα, εκδοχές) του όρου, καθώς και (προσεχώς) ιστορικά παραδείγματα. Και, φυσικά, ακολουθεί η συζήτηση για τις προϋποθέσεις και τις απαιτήσεις του.
Ο εμπνευστής της τακτικής της Λοξής Φάλαγγας: ο Θηβαίος Επαμεινώνδας
Ο εμπνευστής της τακτικής της Λοξής Φάλαγγας: ο Θηβαίος Επαμεινώνδας
Ο Πόλεμος Ελιγμών δεν είναι κάτι καινοφανές. Πιθανότατα ανάγεται στην πρώτη φορά που ο άνθρωπος των σπηλαίων αιφνιδίασε έναν αντίπαλό του από πίσω, αντί να τον αντιμετωπίσει ρόπαλο-προς-ρόπαλο. Η πρώτη σαφής περίπτωση που καταγράφεται στην ιστορία είναι η μάχη των Λεύκτρων το 371 π.Χ. Οι Θηβαίοι κέρδισαν τη μάχη εκείνη χάρις σε ένα αιφνιδιαστικό πλήγμα εναντίον του δεξιού πλευρού της άκαμπτης Σπαρτιατικής Φάλαγγας. Η νίκη του Αννίβα επί των Ρωμαίων στις Κάννες το 216 π.Χ., μία από τις πιο αποφασιστικές τακτικές νίκες όλων των εποχών, ήταν παράδειγμα πολέμου ελιγμών. Η σύγχρονη ιστορία προσφέρει πολλά παραδείγματα: ο Ρόουζκρανς στη Σατανούγκα, ο Γκράντ στο Βίκσμπουργκ, ο Τζάκσον στην εκστρατεία της Κοιλάδας κατά τον Αμερικανικό Εμφύλιο, οι γερμανικές τακτικές διείσδυσης κατά την επίθεση του 1918, ο Κεραυνοβόλος Πόλεμος του Β’ ΠΠ, και η επίθεση του στρατηγού Σαρόν με τη διάσχιση της Διώρυγας του Σουέζ το 1973.
Γιατί είναι όλα αυτά περιπτώσεις «Πολέμου Ελιγμών»; Τι είναι ο «ελιγμός»; Μερικές φορές η λέξη «ελιγμός» χρησιμοποιείται ως συνώνυμο της κίνησης, όπως σε αναφορές σε «πυρ και ελιγμό» (σ.τ.μ.: ο αμερικανικός τρόπος διατύπωσης του ελληνικού όρου «πυρ και κίνηση») στην τακτική μικρών κλιμακιών. Ένας παραδοσιακός ορισμός δίνεται από τον σοβιετικό συνταγματάρχη Φ.Δ. Σβερντλώφ σε μια πρόσφατη (σ.τ.μ: το 1985) μελέτη «Τακτικοί Ελιγμοί». «Ελιγμοί […] είναι η οργανωμένη κίνηση στρατευμάτων (δυνάμεων) κατά τη διάρκεια στρατιωτικών επιχειρήσεων σε έναν νέο άξονα (γραμμή) και περιοχή με σκοπό να λάβουν πλεονεκτική θέση ως προς τον εχθρό προκειμένου να επιφέρουν αποφασιστικό πλήγμα».
Αλλά όταν χρησιμοποιείται στον όρο «Πόλεμος Ελιγμών», ο ελιγμός σημαίνει πολύ περισσότερα. Είναι ότι όλες αυτές οι περιπτώσεις, τα Λεύκτρα, οι Κάννες, το Βίκσμπουργκ, η γερμανική επίθεση του 1918, η διάβαση της Διώρυγας του Σουέζ, έχουν κοινό. Η θεωρία του «Πολέμου Ελιγμών» πρέπει να απαντά σε ένα ερώτημα: ποια ήταν η ουσία της επιτυχίας σε όλες αυτές τις περιπτώσεις;
Μόνο πρόσφατα προτάθηκε από κάποιον μια πειστική απάντηση. Πρόκειται για τον απόστρατο σμήναρχο της Αμερικανικής Αεροπορίας και χειριστή μαχητικών Τζων Μπόυντ. Ο σμήναρχος Μπόυντ ξεκίνηση την ανάπτυξη της θεωρίας του Πολέμου Ελιγμών όχι από τις χερσαίες μάχες αλλά από την μελέτη εικονικών αερομαχιών (που διεξήχθησαν στην Α.Β. Νέλλις το 1974) που τον οδήγησαν πίσω στη μελέτη των αεροπορικών μαχών στον Πόλεμο της Κορέας. Οι αμερικανοί αεροπόροι ήταν πολύ επιτυχείς στη σύγκρουση αυτή. Πέτυχαν λόγο καταρρίψεων 10:1 έναντι των Βορειοκορεατών και Κινέζων αντιπάλων τους. Ο Σμήναρχος Μπόυντ ξεκίνησε τη μελέτη του με το ερώτημα: «Πως και γιατί τα πήγαμε τόσο καλά;»
Παρατήρησε ότι σε πολλά παραδοσιακά κριτήρια μέτρησης επιδόσεως αεροσκαφών, το βασικό κομμουνιστικό μαχητικό, το Mig-15, ήταν ανώτερο από το αμερικανικό F-86. Μπορούσε να αναρριχηθεί και να επιτυχύνει γρηγορότερα και είχε καλύτερο παρατεταμένο ρυθμό στροφής. Αλλά σε δύο λιγότερο προφανή κριτήρια επίδοσης, το F-86 ήταν πολύ ανώτερο από το Mig-15. Πρώτον, ο χειριστής του μπορούσε να βλέπει προς τα έξω πολύ καλύτερα. Η δακρυόσχημη καλύπτρα του F-86 έδινε στον πιλότο πολύ καλή όραση προς τα έξω, ενώ η χωνευτή καλύπτρα του Mig καθιστούσε δύσκολη την όραση προς τα έξω. Δεύτερον, τα F-86 είχαν μεγάλης ισχύος και και μεγάλης αποτελεσματικότητας υδραυλικά χειριστήρια, ενώ τα Mig-15 όχι. Αυτό σήμαινε ότι ενώ τα Mig-15 μπορούσαν να εκτελέσουν πολλές μεμονωμένες ενέργειες – συμπεριλαμβανομένης της ανόδου, επιτάχυνσης και στροφής – καλύτερα από το F-86, το F-86 μπορούσε να περάσει από τη μία ενέργεια στην άλλη πολύ πιο γρήγορα από το Mig.
Εκμεταλλευόμενοι αυτά τα δύο στοιχεία υπεροχής, οι αμερικανοί χειριστές ανέπτυξαν μία τακτική προσέγγιση που εξανάγγαζε τα Mig σε μια σειρά ενεργειών. Κάθε φορά που η ενέργεια άλλαζε, το F-86 αποκτούσε ένα χρονικό πλεονέκτημα επειδή ο αμερικανός χειριστής μπορούσε να δει ταχύτερα πως είχε μεταβληθεί η κατάσταση και μπορούσε πιο γρήγορα να μεταθέσει το αεροσκάφος του σε καινούργια κατάσταση. Με κάθε αλλαγή, η αντίδραση του Mig γινόταν όλο και λιγότερο εύστοχη, μέχρι που η αντίδραση του Mig ήταν τόσο άστοχη που έδινε στο F-86 μία καλή ευκαιρία βολής. Συχνά φαινόταν ο χειριστής του Mig να αντιλαμβάνεται τι συνέβαινε και να πανικοβάλλεται, γεγονός που καθιστούσε το έργο του F-86 ακόμη πιο εύκολο.
Ο μακαρίτης σμήναρχος Μπόυντ άρχισε να εξετάζει τον χερσαίο πόλεμο για να δει αν υπήρχαν περιπτώσεις παρόμοιες με αυτές που είχε διαπιστώσει στον αεροπορικό πόλεμο πάνω από την Κορέα. Ανακάλυψε ότι το ίδιο πράγμα είχε συμβεί σε μάχες, εκστρατείες και πολέμους όπως τα Λεύκτρα, το Βίκσμπουργκ και η Γαλλία το 1940. Η μία πλευρά είχε εμφανίσει στην άλλη μία αναπάντεχη αλλαγή ή σειρά τέτοιων αλλαγών στην οποία αυτή δε μπορούσε να προσαρμοστεί εγκαίρως. Ως αποτέλεσμα, αυτή ηττάτο, και γενικώς ηττάτο με μικρό κόστος για τον νικητή. Συχνά, το ηττώμενο μέρος ήταν φυσικώς ισχυρότερο από τον νικητή. Και συχνά φαινόταν να σημειώνεται το ίδιο είδος πανικού και παράλυσης που εμφάνιζαν οι Βορειοκορεάτες και Κινέζοι χειριστές.
Ο σμήναρχος Μπόυντ αναρωτήθηκε τι κοινό είχαν όλες αυτές οι περιπτώσεις. Η απάντησή του ήταν αυτό που σήμερα αποκαλείται «Θεωρία του Μπόυντ», που είναι η θεωρία του Πολέμου Ελιγμών. Η παρουσίαση της θεωρίας από τον Μπόυντ, αποκαλούμενη «Υποδείγματα Συγκρούσεων» παίρνει πάνω από πέντε ώρες. Όμως, με κίνδυνο να παραλειφθούν κάποια από τα πιο λεπτά σημεία της, καθώς και τα ιστορικά στοιχεία που υποστηρίζουν τη θεωρία, μπορεί να συνοψιστεί στα εξής:
Κάθε σύγκρουση μπορεί να θεωρηθεί ως ανταγωνιστικοί ως προς το χρόνο κύκλοι παρατήρησης-προσανατολισμού-απόφασης-δράσης. Κάθε μέρος σε μια σύγκρουση ξεκινά παρατηρώντας. Παρατηρεί τον εαυτό του, το φυσικό του περιβάλλον και τον αντίπαλό του. Βάσει των παρατηρήσεων αυτών προσανατολίζεται, δηλαδή δημιουργεί μια νοητή εικόνα ή «στιγμιότυπο» της κατάστασης. Βάσει του προσανατολισμού αυτού προβαίνει σε μία απόφαση. Εν συνεχεία θέτει την απόφαση σε εφαρμογή, δηλαδή ενεργεί. Εν συνεχεία, επειδή υποθέτει ότι η ενέργειά του έχει μεταβάλει την κατάσταση, παρατηρεί εκ νέου, και ξεκινά τη διαδικασία από την αρχή. Οι ενέργειές του ακολουθούν τον κύκλο αυτό, γνωστό και ως «κύκλο του Μπόυντ» ή «κύκλο OODA».
Εάν η μία πλευρά σε μία σύγκρουση μπορεί να διατρέχει συστηματικά τον κύκλο Μπόυντ ταχύτερα από την άλλη, κερδίζει ένα τεράστιο πλεονέκτημα. Μέχρι να ενεργήσει η πιο αργή πλευρά, η ταχύτερη κάνει κάτι διαφορετικό από ότι αυτή παρατήρησε, και η ενέργειά της είναι άστοχη. Με κάθε κύκλο, η ενέργεια της πιο αργής πλευράς είναι άστοχη κατά ένα μεγαλύτερο χρονικό περιθώριο. Αν και επιδιώκει απεγνωσμένα να κάνει κάτι που θα πετύχει, κάθε ενέργεια είναι λιγότερο χρήσιμη από την προηγούμενή του· μένει όλο και πιο πίσω. Τελικώς, παύει να είναι αποτελεσματικός.
Αυτό συνέβη με τους Σπαρτιάτες στα Λεύκτρα, με τους Ρωμαίους στις Κάννες, τους Γάλλους το 1940 και τους κομμουνιστές χειριστές πάνω από την Κορέα. Μερικές φορές αρκούσε μία ενέργεια, όπως η επίθεση της Λοξής Φάλαγγας των Θηβαίων στα Λεύκτρα. Άλλοτε, όπως στον Κεραυνοβόλο Πόλεμο ή στον αεροπορικό πόλεμο στην Κορέα, απαιτείται ένας αριθμός από κύκλους Μπόυντ. Αλλά είτε μέσω μιας μοναδικής ενέργειας είτε ενός μεγάλου αριθμού ενεργειών, η ουσία του τι συνέβη είναι η ίδια.
Η θεωρία του Μπόυντ προσδιορίζει τι σημαίνει η λέξη «ελιγμός» στο πλαίσιο του «Πολέμου Ελιγμών». Ελιγμός σημαίνει να προηγείσαι του αντιπάλου στους κύκλους Μπόυντ, να είσαι συνεχώς ταχύτερος σε όσους κύκλους Μπόυντ χρειαστεί μέχρι ο αντίπαλος να απωλέσει τη συνοχή του – μέχρι να μη μπορεί πλέον να πολεμήσει ως μία αποτελεσματική, συνεκτική δύναμη.
Κάποιες φορές ένας αντίπαλος που έχει μείνει πίσω σε κύκλους Μπόυντ πανικοβάλλεται ή παγώνει. Αυτό είναι το ιδανικό αποτέλεσμα για τον νικητή, γιατί ένας πανικόβλητος ή παθητικός αντίπαλος μπορεί να εξοντωθεί ή να αιχμαλωτιστεί με το ελάχιστο κόστος σε φίλιες απώλειες. Άλλοτε, ο αντίπαλος που έχει χάσει στους ελιγμούς θα συνεχίσει να πολεμά είτε ως άτομα είτε σε μικρές μονάδες. Αλλά επειδή δε μπορεί πλέον να ενεργήσει αποτελεσματικά ως δύναμη, είναι συγκριτικά εύκολο να καταστραφεί. Ένα καλό παράδειγμα πανικόβλητου εχθρού είναι η επιτυχία του Ρόμμελ στη μάχη του Καπορέττο στον Α΄ΠΠ, όπου με δύναμη τάγματος συνέλαβε περίπου 10.000 Ιταλούς αιχμαλώτους. Στις Κάννες, οι Ρωμαίοι συνέχισαν να μάχονται μεμονωμένα. Αλλά και στις δύο περιπτώσεις, η βάση της επιτυχίας ήταν η ίδια: η μία πλευρά ξεπέρασε την άλλη στους κύκλους Μπόυντ.
Αν το αντικείμενο του Πολέμου Ελιγμών είναι να να προχωρείς σε κύκλους Μπόυντ ταχύτερα από τον αντίπαλο, τι απαιτείται να κάνει κανείς για να το επιτύχει; Πως μπορεί κανείς να είναι με συστηματικά ταχύτερος; Μεγάλο μέρος του βιβλίου που ακολουθεί είναι μια προσπάθεια να απαντηθεί αυτή η ερώτηση. Αλλά ως γενική θεωρία αξίζει να εξεταστούν τα ακόλουθα σημεία:
1. Μόνον ένας αποκεντρωμένος στρατός μπορεί να έχει ταχείς κύκλους Μπόυντ. Αν οι παρατηρήσεις πρέπει να διαβιβάζονται προς τα πάνω στην αλυσίδα της ιεραρχίας, να γίνει ο προσανατολισμός και να ληφθούν οι αποφάσεις σε υψηλό επίπεδο κι εν συνεχεία η διαταγή προς ενέργεια πρέπει να διαβιβαστεί προς τα κάτω, ο κύκλος Μπόυντ θα είναι αργός. Όπως παρατήρησε ο ισραηλινός ιστορικός Μάρτιν φαν Κρέφελντ:
Από τον Πλάτωνα μέχρι το ΝΑΤΟ, η ιστορία της διοίκησης στον πόλεμο αποτελεί μια ατελείωτη αναζήτηση βεβαιότητας. Βεβαιότητα σε ό,τι αφορά την κατάσταση και τις προθέσεις των εχθρικών δυνάμεων, βεβαιότητα σε ό,τι αφορά το πλήθος των παραγόντων που συνιστούν το περιβάλλον, από τον καιρό και το έδαφος μέχρι τη ραδιενέργεια και την παρουσία πολεμικών χημικών ουσιών, τελευταίο αλλά καθόλου έσχατο, βεβαιότητα σε σχέση με την κατάσταση και τις δραστηριότητες των φιλίων δυνάμεων. Ιστορικά, οι διοικητές είχαν δύο βασικούς τρόπους για να αντιμετωπίσουν την αβεβαιότητα. Ο ένας ήταν να κατασκευάσουν ένα στρατό αυτομάτων που ακολουθούν τις εντολές ενός μοναδικού ανθρώπου, που τους επιτρέπεται να κάνουν μόνον όσα μπορούν να ελεγχθούν· ο άλλος είναι να σχεδιαστούν οι οργανισμοί και οι επιχειρήσεις κατά τρόπο που επιτρέπει στους πρώτους να εκτελέσουν τις δεύτερες χωρίς την ανάγκη συνεχούς ελέγχου. […] ο δεύτερος τρόπος έχει, σε γενικές γραμμές, αποδειχθεί πιο επιτυχής από τον πρώτο· παρά την εξελισσόμενη επανάσταση στην τεχνολογία που σχετίζεται με τη διοίκηση, πιθανότατα αυτό θα εξακολουθήσει να ισχύει στο μέλλον και, στην πραγματικότητα, για όσο υφίσταται το φαινόμενο του πολέμου.
2. Ο Πόλεμος Ελιγμών σημαίνει όχι μόνον ότι θα αποδεχτείς τη σύγχυση και την αταξία και θα μπορείς να επιχειρείς επιτυχώς στο πλαίσιό τους μέσω της αποκέντρωσης, αλλά και ότι θα προκαλείς σύγχυση και αταξία. Η τακτική «επιρροής της αναγνώρισης» του γερμανικού κεραυνοβόλου πολέμου ήταν εγγενώς άτακτη. Τα προϊστάμενα επιτελεία δε μπορούσαν ούτε να κατευθύνουν ούτε να προβλέψουν την ακριβή οδό προελάσεως. Αλλά η πληθώρα των γερμανικών ωθήσεων αναγνώρισης προκαλούσε γενικευμένη σύγχυση στους Γάλλους το 1940. Καθεμιά αναφερόταν ως νέα επίθεση. Οι γερμανοί έδιναν την εντύπωση ότι βρίσκονται παντού και οι Γάλλοι, που το σύστημά τους απαιτούσε βεβαιότητα πριν ληφθεί οποιαδήποτε απόφαση, παρέλυαν.
3. Όλα τα υποδείγματα, οι συνταγές και οι τύποι θα πρέπει να αποφεύγονται. Ο εχθρός δε θα πρέπει να είναι σε θέση να προβλέπει τις ενέργειές μας. Εάν η τακτική μας ακολουθεί προβλέψιμα υποδείγματα, ο αντίπαλος μπορεί εύκολα να προηγηθεί στον κύκλο Μπόυντ. Εάν μπορεί να προβλέψει τι θα κάνουμε, θα μας περιμένει έτοιμος.
Αυτός είναι ο λόγος που που είναι τόσο δύσκολο το να «διδάξεις» κάποιον να εφαρμόζει πόλεμο ελιγμών. Δεν υπάρχει τύπος που να μπορεί να διδαχθεί. Όταν κάποιος πει: «άσε τα φληναφήματα για τη θεωρία και πες μου απλώς τι πρέπει να κάνω», δε γίνεται να του δοθεί απάντηση. Μπορείς να συζητήσεις για το πώς πρέπει να σκέφτεται, και για κάποιες χρήσιμες τεχνικές. Αλλά δε μπορείς να δώσεις νέα υποδείγματα για να αντικαταστήσουν τα παλιά που ήδη διδάσκονται στις σχολές του Σώματος των Πεζοναυτών (σ.τ.μ.: το έργο αρχικά γράφτηκε για το αμερικανικό Σώματο των Πεζοναυτών).
Αντί για μια λίστα ή για ένα βιβλίο συνταγών, ο πόλεμος ελιγμών απαιτεί διοικητές που διαισθάνονται περισσότερα από αυτά που βλέπουν, που αντιλαμβάνονται τις δυνάμεις και τις αδυναμίες – τις δικές τους και του αντιπάλου τους, και που μπορούν να βρούν τις κρίσιμες αδυναμίες του αντιπάλου σε κάθε συγκεκριμένη περίσταση (πράγμα το οποίο σπανίως είναι εύκολο). Πρέπει να είναι σε θέση να δημιουργούν πολλαπλές απειλές και να διατηρούν τον αντίπαλο αβέβαιο ως προς το ποια είναι η πραγματική. Πρέπει να αντιλαμβάνονται τις επιλογές που έχουν μπροστά τους, να δημιουργούν συνεχώς καινούργιες επιλογές και να μεταπίπτουν από επιλογή σε επιλογή ανάλογα με τη διαμόρφωση της κατάστασης. Ο στρατηγός Χέρμαν Μπάλκ, ένας από τους πλέον επιτυχείς στην εφαρμογή του Πολέμου Ελιγμών έλεγε:
Είμαι εναντίον της «σχολικής» προσέγγισης που λέει: «σύμφωνα με τις αντιλήψεις του Γενικού Επιτελείου σε αυτή την περίπτωση πρέπει να κάνεις αυτό κι αυτό». Αντιθέτως, πρέπει να προχωράς αναλόγως με τις προσωπικότητες και τις καταστάσεις που εμπλέκονται. Για παράδειγμα, πρόκειται να επιτεθείς στις 7 το πρωί και κι έχεις δώσει σαφείς αποστολές σε κάθε μια μεραρχία σου: αυτή θα καταλάβει αυτόν τον αντικειμενικό σκοπό, η άλλη θα πιάσει τον άλλον, η τρίτη δεν κάνει τίποτα εκτός από το να προστατεύει το αριστερό σου πλευρό. Στην επόμενη ευκαιρία επιθέσεως μπορεί να έχεις την ίδια ακριβώς κατάσταση αλλά όλα να πρέπει να αλλάξουν τελείως επειδή ο πιο ικανός διοικητής μεραρχίας έχει εν τω μεταξύ σκοτωθεί.
Επομένως, μια από τις πρώτες αρχές πρέπει να είναι: Δε μπορούν να υπάρχουν σταθερά πρότυπα. Κάθε πρότυπο, κάθε υπόδειγμα είναι λανθασμένο. Ποτέ δύο καταστάσεις δεν είναι ίδιες. Ακόμη κι αν κάτι πετυχαίνει την πρώτη φορά, τη δεύτερη φορά ο εχθρός θα έχει προσαρμοστεί. Έτσι, θα πρέπει να σκεφτείς κάτι εκ νέου.
Κανείς δε σκέφτεται να γίνει μεγάλος ζωγράφος απλώς μιμούμενος τον Μιχαήλ Άγγελο. Παρομοίως, δε μπορείς να γίνεις μεγάλος στρατιωτικός ηγέτης απλώς μιμούμενος τον έναν ή τον άλλον. Πρέπει να είναι έμφυτο. Στην τελική ανάλυση, η στρατιωτική διοίκηση είναι μια τέχνη. Κάποιος μπορεί να την κάνει, και οι περισσότεροι δε θα τη μάθουν ποτέ. Σε τελευταία ανάλυση, ο κόσμος δεν είναι γεμάτος ούτε από Ραφαήλ.













Η δύση μιας πολεμολογίας..




Οι πλάνες στις οποίες υπέπεσαν όλοι όσοι κατευθύνθηκαν απ'ευθείας στην καρδιά τού εχθρού τους δεν αποκαλύπτονται παρά μόνον όταν έχουν υπάρξει όλες, όταν έχουν εκπληρωθεί δηλαδή όλες οι πλάνες που απαντούσαν στις άλλες προηγούμενες πλάνες και έχει αρχίσει να παρουσιάζεται το ξέφωτο, μέσα στο σκοτάδι της ήττας, ως η εικόνα ενός απόλυτου αδιεξόδου που ήταν ωστόσο προκαθορισμένο από τα λάθη στην δόμηση και τον επηρεασμό από χαφιέδικες χειραγωγήσεις όλης της εποπτικής ουσίας της μάχης, δηλαδή της στρατηγικής. 
Η ορθή στρατηγική έχει έναν τρόπο κάποια στιγμή να υλοποιείται και όταν δεν υλοποιείται δεν είναι ορθή στρατηγική. 
Χρειάζεται να περάσει κανείς από την δοκιμασία μιας μεγάλης ιστορικής διαδρομής όπου οι διαδεχόμενες πλάνες πέρα από το να αφήνουν ένα ίζημα εμπειρίας θα αφήσουν στον έκπληκτο ηττημένο το απλό συμπέρασμα πως όλο το σχέδιο που ακολουθήθηκε ήταν ριζικά λανθασμένο και μάλιστα επηρεασμένο καθοριστικά από τα σχέδια του εχθρού. 
Η τελευταία πλάνη που αφανίζεται από τον ορίζοντα του αναδυόμενου νέου πολεμικού σχεδίου είναι αυτό που φαίνονταν να διασώζει το μεγάλο σχέδιο ενώ ήταν απλά μια απελπισμένη τακτικο-στρατηγική ή υπερστρατηγική αναζωπύρωσή του πυροδοτημένη από την απελπισία ενός περικυκλωμένου στρατεύματος. 
Ο αφανισμός αυτής της τελευταίας μεγάλης πολεμολογικής-πολεμικής (διττής) πλάνης (Αυτοκαθορισμός: Το ένα ή τα πολλά κέντρα τακτικο-στρατηγικών αποκρύψεων)(Στρατηγική διάβρωση του λαϊκού κόσμου..) δεν είναι μόνον αφανισμός της ψευδαίσθησης ότι ήταν ως τελική προσπάθεια του σχεδίου μια πραγματική διέξοδος αλλά και αποκάλυψη του χαφιέδικου χαρακτήρα του. 
Όταν δύει ο ήλιος της επαναστατικής πολεμολογίας αποκαλύπτεται "ένας" διπλοχαφιές.
Όλα αυτά όμως αφορούν όσους έχουν από την αρχή κατευθυνθεί στην καρδιά του εχθρού τους.




Ι.Τζανάκος