Αυτοκαθορισμός

Αυτοκαθορισμός

Σάββατο, 2 Ιανουαρίου 2016

Το διαμεσολαβόν κάτοπτρο και το Είναι (1) / ΤΑ ΕΙΔΗ ΤΟΥ ΜΗΔΕΝΟΣ (2)



Το καθαρό Είναι κατά τον Hegel έχει ως καθορισμό του την ίδια την καθαρότητά του, ήτοι μιά πλαισίωση του Μηδενός και όχι το Μηδέν εν γένει ή το Μηδέν σε μια ειδική μορφή κατά την οποία θα είχε μιαν μορφοποιητική δράση απόδοσης θετικού περιεχομένου ή θετικής σημασίας (ή θετικού νοήματος).
 
Το Μηδέν εδώ ως το περιεχόμενο της έννοιας-μορφής του Είναι δια της μεταμόρφωσής του σε "καθαρότητα" του Είναι αποδίδει ως κατηγόρημα στο Είναι έναν επιπλέον αρνητικό καθορισμό (από το εάν του μετέδιδε απλά το Μηδέν δια της δηλωνόμενης ταυτότητας: Είναι=Μηδέν), και αυτό είναι κάτι που το αποσπά ως Είναι ακόμα περισσότερο από οποιαδήποτε πιθανή θετική σημασία. [ ο χωρισμός σε σημεία είναι δικός μας για ερμηνευτικούς Λόγους]
Δείτε το σημείο 1 από την αρχή της Ε.τ.Λογ.
[Σημείο 1] Είναι, καθαρό Είναι, χωρίς κανένα άλλον προσδιορισμό [καθορισμό].  
Βλέπουμε εδώ πως ο κατοπτρισμός του "αντίθετου" προς στο "Είναι" κατηγορήματος, δηλαδή του Μηδενός, στο ίδιο το κατηγόρημα "Είναι" διαμεσολαβείται δια μιας μηδενοποιητικής επιπλέον κατηγορήσεως με το όνομα "καθαρόν", ήδη χρησιμοποιημένη αναλόγως αν και όχι ταυτώς από τον Kant.
Η ταυτότητα Είναι και Μηδενός συνεκτικοποιείται ακόμα περισσότερο δια της επιτάσεως του αρνητικού σκέλους της, του Μηδενός, το οποίο όμως με την σειρά του πραγματοποιεί αυτήν την επίταση δια της κατοπτριστικής εμφάνισής του στο "αντίθετο" κατηγόρημα, ήτοι στο "Είναι". 
Εδώ σημειώνουμε πως η αντικατόπτριση των αρνησιακών ή μηδενοποιητικών κατηγορημάτων (και "κανονικών" καθορισμών λέω εγώ παραβατικά-ως-προς-τον-φιλόσοφο) δεν παράγει πλεονασματικά υπο-προϊόντα κατηγορήσεως, ήτοι το αποτέλεσμα είναι η επίταση της ίδιας της κενότητας, μηδενικότητας, αρνητικότητας, κ.ο.κ, άρα εδώ σε επίπεδο εικονιστικής δεν υπάρχει επίσης ξεχωριστή ύπαρξη κάποιου απεικάσματος. 
Τα απεικάσματα του (αντι-)κατοπτρισμού του Μηδενός σε ένα Είναι που μορφοποιείται (ως καθαρόν) ως Μηδέν είναι ταυτά με το κατοπτριζόμενο, άρα δεν υφίστανται ως απεικάσματα καθαυτά αλλά ως το κατοπτρίζον Είναι που είναι Μηδέν επιτασιακά δια του κατοπτριζόμενου Μηδενός. 
Μπορεί κανείς να ισχυριστεί βέβαια πως υπάρχει εδώ (στο παράδειγμά μας)  μια πρόσθετη έννοια ως απείκασμα όταν αναφερόμαστε στην "καθαρότητα", αλλά αυτό δεν συμβαίνει γιατί η χρήση αυτής της πρόσθετης έννοιας δεν υπερβαίνει την λειτουργία της ως επιτασιακού συντελεστή και εν πάσει περιπτώσει θα ήταν δυνατόν ακόμα και να παραβλεφθεί, ακόμα και σε ένα πλαίσιο όπως το εδώ : ανάγκης επίτασης, αφού σε αυτή την ιδιαίτερη μορφή της η ανάγκη και η λειτουργία που την "ικανοποιεί" έχουν και έναν προλογικό ή εισαγωγικό χαρακτήρα [ως προς το επόμενο σημείο κατασκευής της ενότητας: Είναι/υπαγόμενο Μηδέν] 
Το Μηδέν δεν έχει ανάγκη απεικασμάτων για να διατηρηθεί εις εαυτόν. 
Είναι τέλειο.
Λυπηρόν γεγονός για νεο-ορθόδοξους.
Το ίδιο δεν συμβαίνει με την είσοδό μας σε μια προσπάθεια έμμεσης, αποφατικής ίσως, κατόπτρισης του Είναι ως θετικού-Είναι (χωρίς να παύεται ή αναστέλλεται βέβαια η ταυτότητα με το Μηδέν). 
Ας δούμε:  

Δεν είναι σκοπός του φιλοσόφου όπως καταλάβατε μόνον η σταθεροποίηση της καθαρής άρνησης (λέω πάλι παραβατικά, αν θέλετε πείτε απλά "του Μηδενός") όπως έχει επιτευχθεί με τον κατοπτριστικό διπλασιασμό της κενότητας-μηδενικότητας διά της παρουσίας της δια και εντός του Είναι, αλλά και η συνπλαισίωσή της ως άρνησης από μιαν αντίστροφη σταθεροποίηση της ίδιας της Ειναι-ικότητας ως σχετικής θετικότητας για να εκπληρωθεί (όπως έχουμε δει σε προηγούμενες δημοσιεύσεις) η ανάγκη της ιεραρχικής οργανώσεως εντός της ενότητας (της πολικότητας) τού ηγεμονεύοντος (εδώ, Είναι) και ηγεμονευόμενου (εδώ, Μηδέν) στοιχείου.
Δείτε το σημείο 2 από Ε.τ.Λογ.
[Σημείο 2] Στην  απροσδιόριστη [ακαθόριστη] αμεσότητά του, είναι ίσο μόνο με τον ίδιο του τον εαυτό και ακόμα δεν είναι άνισο έναντι ενός άλλου, δεν έχει καμμία διαφορά στο εσωτερικό του εαυτού του ούτε προς τα έξω.
Το Είναι δεν θα μπορούσε να διατηρείται σταθερά μέσα στην καθαρότητά του, εάν περιείχε οποιοδήποτε προσδιορισμό [καθορισμό] ή περιεχόμενο που θα ήταν διαφοροποιημένο μέσα σ'αυτό ή δια του οποίου το ίδιο θα μπορούσε να τίθεται ως διαφοροποιημένο από ένα άλλο.  
Εδώ η προηγουμένως ενταθείσα κενότητα, μηδενικότητα του (ημι-)καθορισμού του Είναι ως Μηδενός [σημείο 1][δια μιας θετικο-αρνησιακής (ψευδο-)έννοιας (καθαρότητα)] μεταστρέφεται σε θετικότητα που υφίσταται όμως σημειακά υπορρήτως αλλά κατοπτριστικά εμφανώς ως το θετικό απείκασμα μιας αρνητικότητας, το οποίο (απείκασμα) δεν είναι δυνάμενο να υπάρξει αλλά (ούτως) παραταύτα υπάρχει ως το υπο-προϊόν της αρνητικής διαλεκτικής που εδώ όπως είναι κατανοητόν, όχι όμως εύκολα από τους φράνκφουρτφιλοζόφεν, δεν επαναλαμβάνεται απλά αλλά ακριβώς για να υπάρξει αυτό το θετικό απείκασμα/υπο-προϊόν.
[Σχόλιο 1: Λέω εδώ διευκρινιστικά πως "αυτό που είναι ίσο (μόνον) με τον ίδιο τον εαυτό του" δεν μπορεί να υπάρξει ακόμη ως  υπόρρητη αυθύπαρκτη θετικότητα όπως ερμηνεύω πως επιθυμεί ο φιλόσοφος, και αυτή ακόμα η θετικότητα καθαυτή δεν μπορεί εδώ, στο υπο-σημείο αυτό, να υπάρξει έστω έμμεσα ακόμα ως σχετική αυθυπαρκτότητα  γιατί αυτό το "ίσο με τον εαυτό του" δεν είναι άλλο από το μηδέν, ένα μηδέν ίσο με τον εαυτό του, όπως βέβαια εμψυχώνεται από την γειτονία του και την αποφατικοειδή συνύπαρξή του με το καθαρό Είναι, το Είναι ως "καθαρόν". 
Το "ίσο με τον εαυτό του" υπάρχει, εδώ, ουσιαστικώς όπως το λέει ο ίδιος ο φιλόσοφος ως ένα "ίσο μόνον με τον ίδιο τον εαυτό του" άρα ως ένα ανύπαρκτον εντελές ως προς την ανυπαρξία του, έχουμε λοιπόν πάλι ή ακόμα μιαν μορφή επίτασης του μηδενός που προλογίζει όμως είναι αλήθεια την άλλη ουσιαστικότερη -στην φάση που ευρισκόμεθα εδώ- στιγμή που αναφέρεται πλέον (όταν έρχεται) στην σήμανση της (υπόρρητης) "πραγματικότητας" τής σχετικής αυθυπαρξίας του Είναι]
Δείτε εδώ την κατόπτριση μαζί με το προλογικό σημείο πριν το απείκασμά της, όπως το υπογραμμίζουμε: 
Στην  απροσδιόριστη [ακαθόριστη] αμεσότητά του [το Είναι], είναι ίσο μόνο με τον ίδιο του τον εαυτό και ακόμα δεν είναι άνισο έναντι ενός άλλου, δεν έχει καμμία διαφορά στο εσωτερικό του εαυτού του ούτε προς τα έξω.
Για να υπάρξει μετά το θετικό όντως απείκασμα της αρνητικής κατοπτριστικής διαλεκτικής ως θετικοποιητική καθορισιακή "φράση":  
Το Είναι δεν θα μπορούσε να διατηρείται σταθερά μέσα στην καθαρότητά του [άρα διατηρείται σταθερά]..πρώτα έπρεπε να υπάρξει αυτό το απείκασμα που αναφέραμε πριν λίγο.
Σημειώσαμε στην δημοσίευση
Τα εξής: 
Ο Hegel αντιστέκεται σθεναρά στην αποδοχή αυτής της καθαυτότητας, δεν την εξοντώνει ολοσχερώς, αφού μάλιστα διαβλέπει την ισχύ της στο πραγματικό και το δυνητικό-πραγματικό Είναι τού αστικού κόσμου (είπατε τίποτα;). 
Όπως είδαμε σε προηγούμενες ερμηνείες μας εντάσσει εξαρτά το καθαυτό ως πιθανό καθορισμό στο Είναι ως αποφατικά κατηγορούμενο από το Μηδέν, χωρίς βέβαια να αποκλείει τελικά τον τελικό καθορισμό του στο αρχικόν στάδιο από αυτό (το Μηδέν).
Γι΄αυτό τελικά λέει, μιλά την άρνηση ως απόλυτη διαφορά εντός ενός εντός, έστω με την χρήση της έννοιάς της σε αποφατική διάκριση προς το αρχικό καθαυτοποιημένο μερικώς Είναι:
(β) "..και ακόμα δεν είναι άνισο έναντι ενός άλλου, δεν έχει καμμία διαφορά στο εσωτερικό του εαυτού του ούτε προς τα έξω.."

Τι προηγείται άμεσα από αυτό το σπάραγμα;

(α) "..Στην  απροσδιόριστη [ακαθόριστη] αμεσότητά του, είναι ίσο μόνο με τον ίδιο του τον εαυτό.."

Ενώστε τώρα τα σπαράγματα που προέκυψαν από το αναποδογύρισμα των μερών της πρότασης και δείτε πως δομείται το Μηδέν (β) ως άρνηση της καθαυτότητας (όπως αυτή ορίζεται ως καθορισμός) (α).
------------------------------------------------------------------
Η άρνηση της καθαυτότητας λοιπόν, ή (η άρνηση) της αυθυπαρκτότητας του Είναι ως Είναι [και η συγκρότησή της ίσως σε ένα υπόρρητο σημείο σήμανσης] διενεργείται μέσω μια διττής αποφατικής κίνησης των υπο-σημείων σπαραγμάτων (α,β) που όμως στην πραγματικότητα περιέχεται στην διεργασία του κατηγοριακού αντικατοπτρισμού, και εδώ ειδικά στην διεργασία της κατόπτρισης του Μηδενός στο Είναι (στην πολικότητα αρχικό-Είναι(υπαγόμενο-Μηδέν). 
Σε αυτή την ευρύτερη εννόηση της διεργασίας η όποια αποφατικότητα εντάσσεται στην δημιουργία του απεικάσματος της θετικότητας (του Είναι), πέραν πλέον της ανάγκης αυτή η θετικότητα να είναι ή να μην είναι αυθύπαρκτη ή καθαυτή, ήτοι αυθυπαρκτότητα ή καθαυτότητα [διατηρούμενη σε ένα αποφατικό πλαίσιο, μερικώς αιρόμενη κ.ο.κ]. 
Ενώ η διεργασία της αποφατικότητας εμφανίστηκε αρχικά στην ερμηνεία μας ως το βασικό στοιχείο της διεργασίας που είναι η "άρνηση και μερική [υπόρρητη ίσως] άρση-διατήρηση της καθαυτότητας" στο τέλος εμφανίζεται και η ανάγκη της δημιουργίας ενός απεικάσματος θετικότητας πέραν της ανάγκης πλέον να αρθεί η καθαυτότητα-αυθυπαρκτότητα.
[Σχόλιο 2: όπως θα δείτε σε προηγούμενες δημοσιεύσεις μας, αυτή η μάχη με την καθαυτότητα και η μερική άρση της σε αυθυπαρκτότητα απλώς - δηλ. η μεταμφίεσή της πρώτα σε αυθυπαρκτότητα- και η άρση της πλέον ως έχουσας την σημασία της αυθυπαρξίας, έχει ως σκοπό τον περιορισμό της ταυτοτικής σχεσιακότητας των όρων που συγκροτούν την σχέση των πολικοτήτων και (τον περιορισμό) της διαμεσολαβητικής διεργασίας όπως συμβαίνει δια αυτής της σχεσιακότητας, κ.ο.κ
Γι΄αυτό και ούτως το υπο-σημείο  (σπάραγμα)
(β) "..και ακόμα δεν είναι άνισο έναντι ενός άλλου, δεν έχει καμμία διαφορά στο εσωτερικό του εαυτού του ούτε προς τα έξω.."  
παράγεται ως το ενδιάμεσο ταυτοτικό προς το σημείο που θα το ονομάσουμε πλέον (γ):
Το είναι δεν θα μπορούσε να διατηρείται σταθερά μέσα στην καθαρότητά του, εάν περιείχε οποιοδήποτε προσδιορισμό [καθορισμό] ή περιεχόμενο που θα ήταν διαφοροποιημένο μέσα σ'αυτό ή δια του οποίου το ίδιο θα μπορούσε να τίθεται ως διαφοροποιημένο από ένα άλλο.

Μια πολύ δύσκολη διαμεσολαβητική ενέργεια ενός ειδικά μορφοποιημένου Μηδενός έχει επιτευχθεί εδώ, αν και το αποτέλεσμα της επίτευξης αυτής δεν είναι μια ενότητα του Είναι/Μηδενός με ξεκάθαρη την ηγεμονία του Είναι, και αυτό συμβαίνει και γιατί για να υπάρξει "θετικότητα" και κάποια καθορισιακότητα επιστρατεύτηκαν αποφατικά σοφίσματα και ελιγμοί αλλά και γιατί υπήρξε μια αναγκαία απόσπαση ενός απεικάσματος για να υπάρξει το θετικόν εντός του, πράγμα που δεν αποτελεί απλά μια σοφιστική αλλά έναν μάλλον αρχέγονο οντολογισμό τον οποίο θα ήθελε να καταστρέψει κάθε νεωτερική φιλοσοφία.
Αν ριζοσπαστικοποιούσαμε την επιτέλεση και την συντέλεση του Μηδενός στο εγελιανό σύστημα, αν καταστρέφαμε την απώθησή του στο σύστημα αυτό, αν εξισώναμε το Είναι και Μηδέν, άρα εάν ανυψώναμε το Μηδέν ως την συνέπειά του της καταστροφής του Είναι, πως θα αποτυπώνονταν όλο αυτό το σχήμα που περιγράψαμε παραπάνω; και τι θα ήταν το διαμεσολαβόν κάτοπτρο του Μηδενός εκείνου εντός του θεμελιακού διπόλου Είναι/Μηδέν που δεν θα είχε "επιφορτιστεί" την "ανάγκη" της θετικοποίησης;

Αυτή ήταν η μία φορά της κατόπτρισης [από το Μηδέν στο Είναι (εις την ενότητα Είναι/Μηδέν εις την οποία το κατοπτριζόμενο άλλο, το Μηδέν, πρέπει να υπαχθεί ως ηγεμονευόμενο)] .
Θα δούμε τι άλλο προκύπτει, στην αντίστροφη σειρά κατόπτρισης [από το Είναι στο Μηδέν (εις την ενότητα Μηδέν/Είναι εις την οποία το κατοπτριζόμενο άλλο, το Είναι πρέπει να υπαχθεί ως ηγεμονεύομενο)] και πως το Μηδέν θα ήταν δυνατόν να υπάγει το Είναι χωρίς να το καταστρέψει, εφόσον ήδη το Μηδέν στην σειρά που εξετάσαμε εδώ (από το Μηδέν στο Είναι) "έδειξε" την υπερβολική δύναμή του ως απεικονιζόμενου.

 





Ι.Τζανάκος



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ιωάννης Τζανάκος - Ιστολόγια

Δρεπάνι

Δρεπάνι
Δρεπάνι..

Αρχειοθήκη ιστολογίου

Kurdistan

Nichts

Nichts

Πολιτική και Γεωπολιτική..

Στα όρια..

Ουρανός

Ουρανός

Ερμηνείες της ιστορίας..

Επιστημονικά και επιστημονικοφανή..