Αυτοκαθορισμός

Αυτοκαθορισμός

Σάββατο, 29 Οκτωβρίου 2016

Κείμενα για Εβραϊσμό, αντισημιτισμό, Σιωνισμό αντι-σιωνισμό

Κείμενα διαφορετικών ιδεολογικών και πολιτικών αφετηριών για τον Εβραϊσμό, Σιωνισμό, Αντισημιτισμό, αντι-Σιωνισμό κ.λπ
Αναγκαία για μένα η εξαντλητική ανάγνωσή τους για μια στοιχειώδη πρώτη επαφή με την τεράστια θεματική.
 
 

Ο αντισιωνισμός είναι αντισημιτισμός: μια απάντηση στην Judith Butler ...

Ο αντισιωνισμός είναι αντισημιτισμός: μια απάντηση στην Judith Butler


Από την εποχή του ξεσπάσματος της Ιντιφάντα του Αλ-Ακσά, έχει υπάρξει μια άνοδος του αντισημιτισμού, ανησυχητική όχι μόνο για τους εβραίους αλλά για οποιονδήποτε εναντιώνεται σε κάθε είδος ρατσισμού. 
Για τους προοδευτικούς εβραίους διανοούμενους που εργάζονται σε αμερικάνικα πανεπιστήμια, αυτά τα αντισημιτικά αισθήματα αυξήθηκαν τα τελευταία δύο χρόνια και έχουν χειροτέρευσει την ικανότητα πολλών ακαδημαϊκών να συνδεθούμε με την αριστερά του ‘χώρου’ μας. 
Πολλές από εμάς, αν η έρευνα μας σχετίζεται με το φύλο ή τις εθνοτικές σπουδές, την τάξη και τις σπουδές του εργατικού κινήματος και της εργασίας, τη λαϊκή κουλτούρα, την πολιτισμική παραγωγή των μεταποκιακών χωρών ή των χωρών με μια ισχυρή αποικιακή κληρονομιά και τις πολιτισμικές σπουδές, νιώθουμε εξοστρακισμένες απ’ αυτή την κοινότητα, η οποία αποτελεί την αναπόφευκτη ομήγυρη μας (και τους στρατηγικούς συμμάχους του λόγου μας).
Ιδιαιίτερα όταν παραδοσιακά ταυτιζόμαστε με την αριστερή πολιτική, νιώθουμε ακόμη περισσότερο απομονωμένες αν δεν συνταχθούμε απόλυτα με την πολιτική ατζέντα της ακαδημαϊκής αριστεράς η οποία θεωρεί ως ένα σώμα δεδομένη την «αντισιωνιστική» στάση. 
Ο αντισιωνισμός, όμως, δεν ασκεί μονάχα κριτική στις πολιτικές του Ισραήλ αλλά τελικά καλεί για την διάλυση αυτού του κράτους και τον σχηματισμό μιας δι-εθνικής πολιτείας. Δυστυχώς, ο αντισιωνισμός έχει απογίνει ο κρίσιμος δείκτης προοδευτικότητας, ένας αντισιωνισμός που εκφράζεται σαν αντισημιτισμός. Αυτή η αυξανόμενη εχθρότητα όχι μόνον μέσα στην αμερικάνικη ακαδημία αλλά και σε άλλα φόρα διανοουμένων εκτός Η.Π.Α. με έχει οδηγήσει να εμπλακώ σε μια θεωρητική αντιπαράθεση που πολλοί αριστεροί πανεπιστημιακοί, εβραίοι ή μη, θεωρούν αναγκαία.
Με αυτό το άρθρο θα ήθελα να απαντήσω στο κείμενο της Τζούντιθ Μπάτλερ «Η Κατηγορία του Αντισημιτισμού: Εβραίοι, Ισραήλ και το Ρίσκο της Δημόσιας Κριτικής» (Kushner and Solomon, Grove 2003) αλλά πριν απ’ αυτό θα ήθελα να πω κάτι θεμελιώδες για μένα. Ο όρος «σιωνισμός» σήμερα κουβαλά ιδεολογικές συνδηλώσεις που είναι προβληματικές και ελλειπτικές κάποιου ορισμού της έννοιας. Σε ένα πρώτο επίπεδο, το να μιλά κανείς για σιωνισμό μονολιθικά και όχι για σιωνισμούς (ο σιωνισμός του Zeev Jabotinsky είναι σίγουρα πολύ διαφορετικός, για παράδειγμα, απ’ αυτόν του Martin Buber) σημαίνει να παραδίνεται σε ουσιοκρατικές αντιλήψεις που είναι, επιστημολογικά μιλώντας, λανθασμένες. Η ανάγκη για ιστορικοποίηση και συγκεκριμενοποίηση των διαφορετικών ιδεολογικών και τοπικών προτάσεων για τον εβραϊκό εθνικό αυτοκαθορισμό είναι επιτακτικό να αναπτύξει ένα θεωρητικό πλαίσιο όπου θα επέτρεπε οποιαδήποτε παραγωγική ανάλυση της ισραηλινο-παλαιστινιακής διαμάχης. Το πρόβλημα έχει εκτραχυνθεί από το ψήφισμα του ΟΗΕ στην δεκαετία του ’70 το οποίο εξομοίωσε τον σιωνισμό με τον ρατσισμό (ψήφισμα του 1975 που ανακλήθηκε τελικά το 1991), οπότε και ο όρος ταυτίστηκε σημασιολογικά με τον υπερ-εθνικισμό, τη μιλιταριστική επέκταση, την καταπίεση, την αποκιοκρατία και άλλες τέτοιες συνεπαγόμενες συνδηλώσεις που εναλλάσσονται τυχαία μεταξύ τους. Ακολουθώντας την επιχειρηματολογία της ίδιας της Μπάτλερ πως το γεγονός ότι αντισημιτισμός και αντισιωνισμός αλληλοτέμνονται και με τη σειρά του αυτό το γεγονός οδηγεί σε σύγχυση των δύο όρων και τους καθιστά τελικά δίχως νόημα, θεωρώ ότι η δική της αποτυχία να διακρίνει τις υπερ-εθνικιστικές τάσεις από τις δημοκρατικές ανθρωπιστικές τάσεις μέσα στον σιωνισμό – όπως π.χ. του Buber, τον οποίο πολλοί διανοούμενοι αποτυγχάνουν να δουν ως στρατευμένο σιωνιστή που έζησε (και πέθανε) πρώτα στην Παλαιστίνη κι έπειτα στο Ισραήλ – αποτελεί μια άσκηση πάνω στην συσκότιση και την παραπλάνηση που τελικά αδειάζουν το νόημα του όρου και το καθιστούν άχρηστο. Γι’ αυτό το λόγο, θα ορίσω τον σιωνισμό όπως θα χρησιμοποιηθεί σε αυτό το άρθρο, δηλαδή με την αρχική του συνδήλωση: ο εβραϊκός αυτοκαθορισμός στο κράτος του Ισραήλ.
Το κείμενο της Μπάτλερ ξεκινά άσκωντας κριτική στον λόγο καταδίκης που εκφώνησε ο Lawrence Summers, πρόεδρος του Harvard, ενάντια στις καμπάνιες εις βάρος του Ισραήλ, ονομάζοντας τες, δε, ως «πράξεις που είναι αντισημιτικές εκ του αποτελέσματος, αν όχι εκ προθέσεως κιόλας» (249). Η Μπάτλερ ισχυρίζεται πως με το να ονομάζει αντισημιτικές τις πολιτικές δράσεις και την κριτική εναντίον του Ισραήλ, ο Summers σκοπεύει να ελέγξει τον λόγο αυτών των ανυπάκουων ακαδημαϊκών φωνών οι οποίες αποτολμούν να παρέμβουν στην δημόσια σφαίρα. Η Μπάτλερ έχει δίκιο να υπερασπίζεται την ελευθερία της ακαδημαϊκής έκφρασης, τον ακτιβισμό και, επιπλέον, το δικαίωμα ή μάλλον την υποχρέωση της πολιτικής συμμετοχής για κάθε ακαδημαϊκό, μια παράδοση που ισχύει και στο Μεξικό, απ’ όπου κατάγομαι, από τον 19ο αιώνα. 
Η Μπάτλερ ωστόσο δεσμεύεται σε σοφιστείες όταν ισχυρίζεται ότι ο Summers καθιερώνει ένα μοντέλο αποδοχής και ερμηνείας της κριτικής των ισραηλινών πολιτικών ως αντισημιτικής λόγω και μόνο της συμβολικής εξουσίας της θέσης του (ως προέδρου του Χάρβαρντ) τη στιγμή που η ίδια αποτελεί με τη σειρά της ένα μοντέλο ιστορικής ερμηνείας και πολιτικής τοποθέτησης για αριστερούς διανοούμενους λόγω του ακαδημαϊκού της πρεστίζ ως μιας καλτ φιγούρας για τους προοδευτικούς πανεπιστημιακούς. Επιπλέον, όπως η ίδια λέει σε μια συνέντευξη της στην ισραηλινή εφημερίδα Haaretz (στις 7 Ιανουαρίου 2004) τα βιβλία της έχουν μεταφραστεί σε 14 γλώσσες και ο οποιοσδήποτε μπορεί να επιβεβαιώσει με σιγουριά ότι το όνομα Τζούντιθ Μπάτλερ φέρει μαζί του πολύ μεγαλύτερο πολιτισμικό κεφάλαιο και διεθνή αναγνώριση από τον Summers, ο οποίος είναι γνωστός λόγω των θεσμικών του θέσεων και ιδίως μεταξύ οικονομολόγων. 
Ως μια από τις πιο αναγνωρισμένες θεωρητικές της εποχής μας, η Μπάτλερ συνειδητά και ηθελημένα προσφέρει ένα πρότυπο ανάγνωσης της ισραηλινο-παλαιστινιακής διαμάχης που είναι πιθανόν να υιοθετηθεί ως ο ερμηνευτικός κανόνας για διανοούμενους στην αριστερά στις ΗΠΑ. Στην πραγματικότητα, αναπτύσσει έναν κανόνα για τους «Εβραίους Αμερικανούς προοδευτικούς» στην ακαδημία:
«Η προοδευτική εβραϊκή στάση … θα αρνηθεί ότι είναι αντισημιτικός ο κριτικός αντίκτυπος ή να αποδεχτεί τον αντισημιτικό λόγο ως ένα νόμιμο υποκατάστατο της κριτικής» (265).
Ως θεωρητική της πολιτισμικής κριτικής η ίδια, αναμφισβήτητα γνωρίζει ότι η θέση της και οι πράξεις της δίνουν φωνή απλά σε μία από τις πολλές πιθανές προοδευτικές ιστορικές ερμηνείες και αποκρίσεις σ’ αυτή την διαμάχη.
Η Μπάτλερ όντως αναγνωρίζει πως υπάρχει μια ποικιλία εναλλακτικών προτάσεων στη συζήτηση περί επιλογής πολιτεύματος: «μια διασκευασμένη εκδοχή του Σιωνισμού, ένα μετα-Σιωνιστικό Ισραήλ, μια αυτοκαθορισμένη Παλαιστίνη ή ένα αμάλγαμα του Ισραήλ μέσα σε ένα μεγαλύτερο κράτος Ισραήλ-Παλαιστίνης όπου όλες οι φυλετικές και θρησκευτικές απαιτήσεις έναντι των δικαιωμάτων και των δικαιοδοσιών θα εξαφανίζονταν…» (263). Αγνοώντας τα κομβικά σημεία της διαμάχης, όμως, πως δεν υπάρχει οποιαδήποτε φυλετική απαίτηση και πως ο εθνικισμός είναι αυτός που έχει χαρακτηρίσει τους ισραηλινούς κοινωνικο-νομικούς σχηματισμούς πολύ περισσότερο απ’ ότι η θρησκεία, αυτή η οικουμενιστική τοποθέτηση, αν και προέρχεται από ευγενή φιλοσοφική καταγωγή, αφενός αγνοεί τα μερικά δικαιώματα που υπάρχουν στην περιοχή και αφετέρου βέβαια δεν είναι πολιτικά εφικτή. 
Ωστόσο, έχει προσυπογραφθεί και αγκαλιαστεί από πασίγνωστους δυτικούς διανοούμενους, ακτιβιστές και θεωρητικούς (οι Παλαιστίνιοι και οι Ισραηλινοί διανοούμενοι που προσυπογράφουν αυτή τη θέση είναι ενημερωμένοι πάνω σ’ αυτές τις παραδόσεις). Αυτός ο ματαιωμένος αυτοκαθορισμός δεν είναι όμως επιθυμητός ούτε από την τεράστια πλειοψηφία των Ισραηλινών Εβραίων και Αράβων ούτε από τους Παλαιστίνιους που βρίσκονται στην έσχατη ανάγκη να πραγματώσουν τις εθνικές τους φιλοδοξίες. Μήπως οι Αμερικάνοι και οι Ευρωπαίοι είναι αυτοί που θα πουν στους Λεβαντίνους – σημειώνοντας πως αν και το Ισραήλ θεωρείται δυτικό κράτος, ο πληθυσμός είναι συντριπτικά μη-δυτικός – πως να ορίσουν και να ερμηνεύσουν την ταυτότητα τους ή πως να φτιάξουν την χώρα τους ακόμη και πριν το ξεκίνημα της – στην περίπτωση των Παλαιστινίων – κατά την πιο προσφιλή μόδα των Οριενταλιστών;
Ο τρόπος που οι δυτικοί διανοούμενοι τείνουν να πατρονάρουν την παλαιστινιακή θέση, απεικονίζοντας τους ως θύματα χωρίς πολιτικές επιλογές ή ευθύνες, πέρα από την δυτική συγκαταβατικότητα που δηλώνει, αποτελεί και μια οριενταλιστική συμπεριφορά που βλέπει τους Παλαιστίνιους συγκεκριμένα και τους Άραβες γενικότερα ως υποκείμενα δίχως αυτονομία, ως παιδιά με μια ηθική έννοια. Μετά την προσέγγιση του Πρίγκηπα Shneh προς την Παλαιστινιακή Κυβέρνηση (7 Ιανουαρίου 2004) ο οποίος παπαγάλιζε τις ευρω-αμερικάνικες προτάσεις περί της λύσης ‘του ενός και ενιαίου κράτους’, η κυβέρνηση εξέφρασε ξεκάθαρα την προτίμηση της για εθνικό αυτοκαθορισμό αν της δινόταν το δικαίωμα ενός αυτόνομου κράτους στη Δυτική Όχθη και την Γάζα. Το να δημιουργήσει κανείς έναν χαμπερμασιανό παράδεισο (όπου κάθε πολίτης θα μπορούσε να συμμετάσχει σε μια δημόσια πολιτική αντιπαράθεση και στην λήψη αποφάσεων της χώρας του) είναι αδύνατον στο Ισραήλ και την Παλαιστίνη, αλλά αν ήταν δυνατόν να γίνει, θα προϋπέθετε την εφαρμογή πρώτα της Ουτοπίας του Τόμας Μορ στη Νέα Ισπανία από τους Φραγκισκανούς και τους Δομινικανούς.
Είναι τελικά ένα δυτικό πείραμα και μάλιστα επικίνδυνο, αν θέλουμε πράγματι να θυμόμαστε και το Κόσοβο, ένα εισαγόμενο προϊόν που κλέβει τόσο από τους Παλαιστίνιους όσο κι από τους Εβραίους το δικαίωμα τους στην αυτοδιάθεσή.
Στο κείμενο της η Μπάτλερ διαφοροποιεί μεταξύ «αντισημιτικού λόγου, ο οποίος παράγει ένα εχθρικό και απειλητικό περιβάλλον για τους Εβραίους φοιτητές που κάθε πανεπιστημιακή διοίκηση θα ήταν υποχρεωμένη να αντιπαλέψει και να ρυθμίσει, και ενός λόγου ο οποίος κάνει έναν φοιτητή να νιώθει πολιτικά άβολα επειδή αντιτίθεται σε ένα κράτος ή μια σειρά πολιτικών που ο κάθε φοιτητής θα μπορούσε να υπερασπιστεί» (253). Καθώς κι εγώ υπερασπίζομαι μια άνευ όρων ακαδημαϊκή ελευθερία, νομίζω θα έπρεπε να ρωτήσουμε την Μπάτλερ που προτείνει ότι θα έπρεπε να χαραχθούν τα όρια αυτών των λόγων κι αυτών των δράσεων. Η διανοητική κακοποίηση εναντίον των Εβραίων φοιτητών που παίρνουν δημοσίως θέση υπέρ του Ισραήλ – τόσο από αριστερούς όσο κι από δεξιούς καθηγητές (η κατάχρηση αυτής της θέσης εξουσίας είναι εξορισμού ανήθικη εξάλλου) συναντά άραγε κάπου τις κατευθυντήριες γραμμές της Μπάτλερ; Ο ρόλος μας ως εκπαιδευτικών είναι πρώτα και κύρια να αναπτύσσουμε μια κριτική συνείδηση τους φοιτητές μας, να τους παρέχουμε κριτικά εργαλεία και πληροφορίες. Ωστόσο το να τους καταδικάσουμε στην σιωπή είναι απολύτως απαράδεκτο. Ακόμα κι όταν κάποιος εκπαιδευτικός δεν αναγνωρίσει την πρακτική της ακαδημαϊκής καταπίεσης, πρέπει να αναγνωρίσουμε την ύπαρξη πολλών αναπόφευκτων σιωπών που κατατρύχουν τους φοιτητές μας. Κάποιες σιωπές εκπορεύονται από την ανικανότητα να σχηματοποιηθούν εναλλακτικές αποκρίσεις σε θεωρητικά καταρτισμένες καθηγήτριες. Ή μπορεί να ηχούν τον φόβο των ακαδημαϊκών αντιποίνων και την περιθωριοποίηση από τις επιτροπές σπουδών ή διπλωματικών εργασιών, ιδιαίτερα αυτές όπου συμμετέχουν ευρύτερα αναγνωρισμένοι διανοούμενοι. Ωστόσο, υπάρχουν και κάποιες σιωπές λόγω της απουσίας τόλμης προς ανυπακοή μέσα στο διαλογικό τους περιβάλλον. Η διάδραση των σιωπών είναι ένα πολύ σύνθετο ζήτημα.
Αλλά και μεταξύ των ομοτίμων του ακαδημαϊκού περιβάλλοντος, αν κάποια αποκαλείται «σιωνιστικό μουνί» από έναν συνάδελφο, θα μετρούσε αυτό σαν αντισημιτισμός; Αυτό ακριβώς έγινε μόλις ένα χρόνο πριν σε μια Εβραία καθηγήτρια η οποία μελετά την ενδο-οικογενειακή βία τόσο στους εβραϊκούς όσο και τους αραβικούς τομείς του Ισραήλ. Ή ένα επιθετικό μέιλ από ένα ψεύτικό όνομα που στέλνεται σε έναν Εβραίο καθηγητή και ξεκινά με την φράση «Γιατί δεν πάνε όλοι οι Εβραίοι να μείνουν στο Ισραήλ;» (και να αφήσουν τον κόσμο μόνο του, απαλλαγμένο από το εβραϊκό μικρόβιο), μετράει σαν αντισημιτισμός; Είναι διανοητικά προβληματικό να εξοστρακίζει κανείς τους διανοούμενους που εναντιώνονται σε αυτό που θεωρούν ως απλουστευτική και μεροληπτική θέση απέναντι στο Ισραήλ και να περιθωριοποιεί τους φοιτητές και καθηγητές που δεν ταυτίζονται με τον αντι-σιωνισμό και παρόλα αυτά βλέπουν τον εαυτό τους (κι έχουν ιδωθεί έτσι κι από άλλους) ως προοδευτικοί που συχνά συμμετέχουν σε ριζοσπαστικά φόρα σχετικά με την εθνότητα, το φύλο, τη σεξουαλικότητα και την αποκιοκρατία. Δεν αποτελεί αυτό μια κανονικότητα; Ποιος και τι καθορίζουν τα όρια του αντισημιτικού λόγου;
Γιατί η σιωπή και η συμβολική βία που επιβάλλονται πάνω σε πολλούς από εμάς μέσα σε έναν χώρο που (θεωρητικά) είναι υποστηρικτικός της κριτικής έρευνας που η ακαδημαϊκή αριστερά ισχυρίζεται ότι αγκαλιάζει και προωθεί, είναι ανάλογη της λογοκρισίας, καθρεφτίζοντας ακριβώς την αστυνόμευση που η Μπάτλερ ισχυρίζεται ότι υφίστανται οι πολιτικές της δράσεις, όταν ονομάζονται αντισημιτικές από τον Summers.
Η Μπάτλερ εξηγεί ότι η κατηγορία του αντισημιτισμού είναι η χειρότερη που μπορεί να γίνει απέναντι σε έναν Εβραίο, μια καταστροφική ηθική κατηγορία για μια Εβραία ακαδημαϊκή όπως εκείνη, μία κατηγορία που θα ισοδυναμούσε με προσβολή της ακαδημαϊκής της ελευθερίας. Αλλά κι η αριστερή επιθετικότητα και ο αποκλεισμός από τα διάφορα ακαδημαϊκά φόρα αυτών που υποστηρίζουν την ύπαρξη του Ισραήλ, ακόμη κι όταν ασκούν κριτική σε κάποια από τις πολιτικές του, δεν αποτελεί εξίσου έναν έλεγχο του λόγου μας;
Αν η Μπάτλερ εκνευρίζεται με τις κατηγορίες του Summers περί αντισημιτισμού, η καθόλα αποδεκτή σύγκριση των ισραηλινών πολιτικών με το ναζισμό θα αντηχούσε ακόμη πιο δραματικά στην εβραϊκή φαντασία, ως ο χειρότερος χαρακτηρισμός που θα μπορούσε να αποδοθεί σε ένα κράτος το οποίο θεμελιώθηκε κατά κύριο λόγο από επιζώντες του Ολοκαυτώματος. Όσες χάσαμε την γενεαλογία μας μέσα στην εξόντωση του ευρωπαϊκού εβραϊσμού (μαζί με τις φτωχές μάζες, τους ρομά, τους αριστερούς και τους ομοφυλόφιλους) βρίσκουμε αυτή την υπερβολική σύγκριση τελείως αφύσικη δεδομένων των σημαντικών διαφορών όχι μόνον λόγω του συμπαγούς σχεδίου εξόντωσης αυτών των ομάδων από τη ναζιστική πολιτική αλλά και λόγω της βιομηχανίας του θανάτου που εκπορευόταν από τα στρατόπεδα τα οποία σε καμία περίπτωση δεν αντιστοιχούν στην παρόλα αυτά τραγική πραγματικότητα των Παλαιστινίων. Όπως έχει επισημάνει η Helen Willis: «Φαντάζομαι ότι οι περισσότεροι που διατυπώνουν μια τέτοια θέση αναγνωρίζουν ότι το Ισραήλ δεν είναι μια ολοκληρωτική δικτατορία με ένα πρόγραμμα παγκόσμιας διακυβέρνησης, ούτε και έχει δεσμευτεί στη συστηματική δολοφονία εκατομμυρίων ανθρώπων πάνω στη βάση του ότι αποτελούν μια υπάνθρωπη φυλή.»
Βλέπουμε επίσης διανοούμενους όπως ο Τσόμσκι, με την περιβόητη υπεράσπιση του Φορισόν μάλιστα, που νιώθουν ότι ο αναθεωρητισμός του Ολοκαυτώματος και η άρνηση του που είναι της μόδας σήμερα δεν είναι αντισημιτικές αλλά αποτελούν μάλλον μια μορφή οικουμενικού φιλελευθερισμού που αντιτίθεται στο μερικό προνόμιο της μιας και μόνο μαζικής σφαγής. Επαναλαμβάνω, λοιπόν, το προηγούμενο μου ερώτημα: ποιος και τι καθόρισε τα όρια του αντισημιτικού λόγου και της αντισημιτικής πράξης;
Η πολιτική ανυπακοή και η κριτική είναι θεμελιώδεις για την έκφραση της δημοκρατίας. Πρέπει να κατανοούμε την δημοκρατία ως διαδικασία, όχι ως ένα τετελεσμένο γεγονός, αλλά ως μια αέναη διαδικασία της οποίας οι στόχοι θα έπρεπε να εξελιχθούν ώστε να είναι όλο και περισσότερο περιεκτικοί για τον κάθε πολίτη και να παρέχουν περισσότερη πρόσβαση σ’ αυτήν για όλους. Το να σταματήσει η πολιτική αντιπαράθεση και η κριτική ισοδυναμεί με το να εξαφανιστεί αυτή η διαδικασία, να καταδικαστεί σε μια στάσιμη κατάσταση και να να οδηγηθεί, άρα, στον αυταρχισμό. Η ανυπακοή είναι πράγματι μια αξία που για πολλές από εμάς αντανακλά ένα εβραϊκό ήθος. Δε νομίζω ότι η ανυπακοή, η κριτική των ισραηλινών πολιτικών, θα θεωρούταν από κάποιους αντισημιτική, όπως ισχυρίζεται η Μπάτλερ στο κείμενο της, αλλά αντιστημιτικά θα θεωρούνταν μάλλον τα προκλητικά δύο μέτρα και δύο σταθμά της κριτικής τα οποία υπόκειται αυτή η χώρα.
Μια πρόσφατη δημοσκόπηση στην Ευρωπαϊκή Ένωση έδειξε πως η πλειοψηφία των Ευρωπαίων θεωρούν το Ισραήλ ως την χώρα που διακινδυνεύει περισσότερο την παγκόσμια ειρήνη και την ασφάλεια. Το να βαφτίσουμε τον σιωνισμό ως επεκτατισμό, ρατσισμό και βασανιστήρια (χρησιμοποιώντας και εναλλάσσοντας απερίσκεπτα αυτά τα σχήματα λόγου), όταν από την άλλη ειπκυρώνουμε τα υπερ-εθνικιστικά παλαιστινιακά και παν-αραβικά κινήματα με τα θλιβερά τους κατορθώματα σε σχέση με τα ανθρώπινα δικαιώματα είναι πράγματι μεροληπτικό. Είναι άδικο το να αγνοούμε εσκεμμένα πως το Ισραήλ αποτελεί την μόνη πλουραλιστική δημοκρατία στη Μέση Ανατολή, η μόνη χώρα όπου οι ρατσιστικές πρακτικές εναντίον των Αράβων του Ισραήλ, Εβραίων και μη-Εβραίων, έχουν αναγνωριστεί και ανοιχτά αναγνωρίζονται ως τέτοιες και τους ασκείται κριτική και ότι ακριβώς λόγω αυτής της διαδικασίας έχει υπάρξει πανθομολογούμενη δημοκρατική πρόοδος στη χώρα. Η αναγνώριση σφαλμάτων σε κάθε δημορκατία όπως είναι π.χ. οι διακρίσεις κατά των Τούρκων στην Γερμανία και την Γαλλία σήμερα ή η απογοήτευση με τη λειτουργία της αμερικάνικης δημοκρατίας, ποτέ δεν αποτελεί αφορμή για να μπουν μπροστά τα αιτήματα ώστε να διαλυθούν αυτές οι χώρες. Στην περίπτωση του Ισραήλ όπου τα ζητήματα των αθρωπίνων δικαιωμάτων και της δημοκρατικής προόδου βρίσκονται σε ανοιχτή κριτική, καθώς αποτελεί την μόνη χώρα στη Μέση Ανατολή που ενσωματώνει την ανυπακοή στο δημόσιο λόγο της, εφαρμόζεται μια πολύ διαφορετική λογική. Οι ρατσιστικές αντιδημοκρατικές μισογύνικες πρακτικές που συχνά ενσωματώνονται στα νομικά οπλοστάσια των χωρών που συνορεύουν με το Ισραήλ έχχουν μικρό ενδιαφέρον για τους υπερασπιστές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων οι οποίοι απαιτούν την διάλυση της μόνης λειτουργικής δημοκρατίας στη Μέση Ανατολή. Πέραν των διακρίσεων (του ρατσισμού που υπάρχει στις ΗΠΑ, τη Λατινική Αμερική, τις αραβικές χώρες, στην αντι-αραβική και αντισημιτική Ευρώπη), οι Ισραηλινοί Άραβες είναι πολίτες που στο Ισραήλ συμμετέχουν στο δημόσιο λόγο, ψηφίζουν και κατεβαίνουν στις εκλογές. Στην πραγματικότητα, ο Ahmed Tibi σε κάποια φάση ήταν σύμβουλος του Αραφάτ και μέλος της ισραηλινής βουλής ταυτόχρονα.
Και για να πει κανείς το Ισραήλ «αποκιακό», θα έπρεπε να ονομάσει έτσι και κάθε μετα-αποικιακό κράτος που έχει ζητήματα με πρόσφυγες – σχεδόν κάθε μετα-αποικιακό κράτος. Θα μπορούσαμε, παρενθετικά, να προσθέσουμε ότι κανείς δεν ισχυρίζεται πως η Λιβύη, το Πακιστάν, η Νιγηρία, η Αλγερία, το Κονγκό (όπου εκατοντάδες άνθρωποι πεθαίνουν καθημερινά) ή η Ιορδανία θα έπρεπε να εξαφανιστούν παρά το γεγονός ότι με όρους ανθρωπίνων δικαιωμάτων και δημοκρατίας βρίσκονται αρκετά πίσω από το Ισραήλ, παρά και τις όποιες αστοχίες του Ισραήλ σε σχέση με αυτά.
Όπως το ‘χει θέσει με ακρίβεια και μια καθηγήτρια πολιτισμικής ιστορίας του πανεπιστημίου όπου δουλεύω, η Arieh Saposnik:
“Αν και κάποιες επιφανειακές πλευρές του σιωνισμού μοιράζονται ολοφάνερες οπτικές της αποκιοκρατίας, όπως αυτή των Ευρωπαίων εποίκων που εγκαθιστούν τον εαυτό τους στη Μέση Ανατολή, υπάρχουν κρίσιμες διαφορές: οι εξαιρετικά επιθετικές συνθήκες υπό τις οποίες αυτοί οι έποικοι έφτασαν στη Μέση Ανατολή [ως πρόσφυγες] καθώς και οι σκοποί του εποικισμού τους (όχι για να αντλήσουν φυσικό πλούτο της χώρας αυτής για χάρη μιας μητέρας-πατρίδας – δεν υπήρχε μητέρα-πατρίδα). Στην περίπτωση τους οι πατρίδες τους είχαν συχνεί εφαρμόσει εναντίον τους βίαιες διακρίσεις. Επιπλέον, αν κάποια από τα μοντέλα των μετα-αποικιακών σπουδών θα μπορούσαν να είναι χρήσιμα για να κατανοήσουμε κάποιες πλευρές της σιωνιστικής ιστορίας, είναι τουλάχιστον εξίσου αλήθές, ίσως και περισσότερο μάλιστα πως η μετα-αποικιακή θεωρία μας παρέχει περισσότερο χρήσιμα εργαλεία για την κατανόηση ενός εθνοαπελευθερωτικού κινήματος το οποίο γύρεψε να διεκδικήσει την ταυτότητα του κυρίως πεπτωχευμένου ‘Άλλου’ στην Ευρώπη του 19ου και του 20ου αιώνα.
Σε αυτά θα μπορούσε κανείς να προσθέσει πως ο χαρακτήρας των dhimmis στις μουσουλμανικές χώρες όπου έπρεπε να ζουν οι Εβραίοι για πάνω από 12 αιώνες δεν απέδιδε ακριβώς ένα στάτους ίσου πολίτη σε όσους ανήκαν στην πληθυσμό των Mizrahi, η δε εκδίωξη τους από τις περισσότερες πατρίδες τους μετά την δημιουργία του Ισραήλ – και το προσφυγικό τους στάτους, όπως και των επιζώντων του Ολοκαυτώματος – δεν ταιριάζει με το μοντέλο της αποικιακής μετανάστευσης. Αυτός ο συνδυασμένα προσφυγικός πληθυσμός αποτέλεσε άνω του 68% του ισραηλινού πληθυσμού το 1948.”
Η λογική των δύο μέτρων και των δύο σταθμών αποφέρει διαστρέβλωση των γεγονότων, παραποιήσεις, απο-κειμενοποίηση των γεγονότων και επιλεκτικές παραλείψεις, μέχρι και άρνηση αναγνώρισης του ιστορικού πλαισίου που διαμορφώνει τις σημερινές τραγωδίες, τόσο των Παλαιστινίων όσο και των Ισραηλινών. Αν κάποιος θέλει να αποκηρύξει την διάλυση των εστιών στη Ραμάλα είναι επιτακτικό να αποκηρύξει και τις βομβιστικές επιθέσεις αυτοκτονίας στη Χάϊφα και τη Νετάνια. Γιατί, άλλωστε, οι δολοφονίες Παλαιστινίων «παιδιών και πολιτών» (λες και ο ισραηλινός στρατός επίτηδες στοχεύει παιδικούς σταθμούς) γίνεται συχνά αντικείμενο αναφοράς από τους «προοδευτικούς» ενώ η δολοφονία εφήβων σε μια ντίσκο ή μιας οικογένειας που γιορτάζει το εβραϊκό Πάσχα, μητέρων με τα μωρά τους που ψωνίζουν στο μπακάλικο μιας αγοράς ή ακόμη και Ισραηλινών Αράβων δεν συζητιέται καθόλου, για να μην πιάσουμε και τα ζητήματα δραματοποίησης και συμπάθειας. Όλα αυτά στοιβάζονται μαζί ως «βομβιστικές επιθέσεις αυτοκτονίας» – ένας ευφημισμός για τις ανθρωποκτονίες – οι οποίες αναφέρονται (κάποιες φορές) για να καταλάβουμε πως τουλάχιστον υπάρχει μια αίσθηση ιδεολογικής δικαιοσύνης και αμέσως μετά βέβαια άρχιζουν οι εκπτώσεις και η δικαιολόγηση τους ως περιστατικών. Αυτές οι ρητορικές στρατηγικές κάνουν τόσο κακό στον Παλαιστινιακό σκοπό όσο κακό κάνει κι «η κατηγορία του αντισημιτισμού».
Η λογική είναι ότι όλα επιτρέπονται λόγω κατοχής. Μια τόσο γενικευτική εξαίρεση αντανακλά τις ασχήμιες των εποίκων του Ισραήλ που παραβιάζουν τα ανθρώπινα δικαιώματα στη Δυτική Όχθη και την Γάζα. Η κατοχή της Δυτικής Όχθης είναι τραγική και καταστροφική τόσο για τους Παλαιστινίους όσο και για τους Ισραηλινούς. Ωστόσο, πράγματι χρειάζεται να γνωρίζουμε ότι έχουν υπάρξει διάφορες προσπάθειες για τον τερματισμό αυτής της κατάστασης από πλευράς Ισραήλ.
Αυτό που η Pilar Rahola ευγενικά ονομάζει παλαιστινιακό μηδενισμό, δηλαδή τη συνεχή πρακτική τρομοκρατίας (δικαιολογημένης από την αμερικάνικη και ευρωπαϊκή αριστερά ως ‘αντίστασης’ και ‘ηρωισμού’) είναι μια πραγματικότητα έτοιμη να χτυπήσει ανά πάσα στιγμή τους Ισραηλινούς πολίτες, τόσο τους Εβραίους όσο και τους Άραβες. Η κουλτούρα των βομβών αυτοκτονίας αποτελεί ένα νεκρόφιλο τελετουργικό όπου η ζωή αντικαθίσταται από μια συμβολική πραγματικότητα (πες το Παράδεισο ή και μια εξιδανικευμένη εκδοχή του Έθνους) που ανατρέπει την πιθανότητα διαπραγματεύσεων συγκεκριμένων πολιτικών. Μόνο η διαπραγμάτευση μπορεί να πραγματώσει την τρομερά επείγουσα συνθήκη ενός κυρίαρχου κράτους για τους Παλαιστίνιους και ενος ευ ζην για την όλη περιοχή. Με άλλα λόγια, η νομιμοποίηση του σκοπού του καθενός πρέπει να περάσει μέσα από την εξαφάνιση της επιβλαβούς βίας που απλώς υποσκάπτει κάθε πολιτική βιωσιμότητα.
Έχει γίνει κοινός τόπος να ασκεί κανείς κριτική στο Ισραήλ “για την στρατιωτική του δύναμη, τις διακριτές μορφές πολιτειακής υπηκοότητας, τις πρακτικές βασανισμού που χρησιμοποιεί, τη βαναυσότητα του στα σύνορα και του ιδιαίτερου εθνικισμού του” (257). Μια ανάλυση θα καθίστατο δίκαιη, όμως, μόνο αν κάποιος έθετε και το ζήτημα της βαναυσότητας που προκαλείται στις Παλαιστίνιες γυναίκες, τις οποίες αφού έχουν βιάσει συμμορίες, τις πετσοκόβουν και τις εκθέτουν δημόσια σε σωρούς πτωμάτων επειδή οι Παλαιστίνιοι άντρες τις κατηγορούν ότι κοιτάνε λάγνα προς τους Ισραηλινούς στρατιώτες ή συνευρίσκονται με Ισραηλινούς γενικά. Ή τις νέες τακτικές της Χαμάς που αναγκάζει τις ‘ατιμασμένες’ Παλαιστίνιες γυναίκες να γίνουν βομβιστές αυτοκτονίας από φόβο αντίδρασης των οικογενειών τους ενόψει των εκτός γάμου εγκυμοσύνων τους. Ή τις αποδείξεις των 25.000 δολαρίων που παίρνουν οι οικογένειες των «μαρτύρων». Ή το γεγονός ότι τα ‘Πρωτόκολλα των Σοφών της Σιών’ – ένα από τα πιο αντισημιτικά βιβλία όλων των εποχών, καθώς και το Mein Kampf του Χίτλερ – αποτελούν μπεστ σέλερ στον αραβικό κόσμο. Ή ότι κάθε Παλαιστίνιος παίρνει 4 σεντς την ημέρα από την διεθνή βοήθεια ενώ ο Παλαιστίνιος ηγέτης στέλνει 100.000 δολάρια στην γυναίκα του στο Παρίσι. Ή ότι η παλαιστινιακή εκπαίδευση – η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση προς υποστήριξη των ειρηνευτικών διαδικασιών ήταν μία από τις συνθήκες που συμφωνήθηκαν στις συνομιλίες στο Όσλο – δηλητηριάζει τις νέες γενιές σε σημείο τέτοιο που θα είναι πολύ δύσκολο να συνυπάρξουν με Ισραηλινούς για δεκαετίες ολόκληρες δίχως ξεσπάσματα βίας.
Η Μπάτλερ τονίζει κάτι πολύ σημαντικό: όποιος παίρνει πολιτική θέση για την Μέση Ανατολή οφείλει να μην είναι ούτε τελείως υπέρ των Παλαιστινίων ούτε υπέρ των Ισραηλινών και συμφωνώ απόλυτα μαζί της. Ωστόσο, στο κείμενο της δεν βλέπω την Μπάτλερ να ασκεί κριτική σε οποιαδήποτε μορφή παίρνει ο παλαιστινιακός εθνικός αγώνας, αφήνοντας κατά μέρος την μαζική διαφθορά και την στρατηγική πρόκληση βίας κατά Ισραηλινών και Εβραίων από την Παλαιστινιακή Αρχή, καθώς βέβαια και την κακοποίηση και την εκμετάλλευση του ίδιου της του λαού. Άραγε τα δικαιώματα του παλαιστινιακού λαού για μια δίκαιη και δημοκρατική κοινωνία δεν την ενδιαφέρουν καθόλου;
Η εκτόπιση των Παλαιστινίων αποτελεί μια τραγωδία και η συμφορά τους δεν πρέπει να σχετικοποιηθεί. Η κατοχή των εδαφών τους είναι αναπόφευκτα επώδυνη. Πολλές ισραηλινές πολιτικές μέσα στην ιστορία έχουν δεχτεί την κριτική μας. Αλλά αυτό δεν ισχύει για όλες τις χώρες, ειδικά τις αποικιακές δυνάμεις σαν την Ισπανία, τη Γαλλία και την Βρετανία πρώτα-πρώτα; Έχει ζητήσει κανείς δημόσια την διάλυση των χωρών αυτών ή των ΗΠΑ για το λόγο του ότι «απέκτησε» πάνω από το μισό έδαφος του Μεξικό, μέχρι και το Berkeley;
Θα ήταν άδικο να ξεχάσουμε ότι πρόσφατα, πριν την Ιντιφάντα του Αλ Ακσά, μια συμπαγής πλειοψηφία των Ισραηλινών υποστήριξε την Ειρηνευτική Διαδικασία του Όσλο (μια πλειοψηφία ακόμη υποστηρίζει την ειρηνευτική διαδικασία για την ακρίβεια) και ότι η κορύφωση της στην Τάμπα (2001) παρουσίασε μια ευκαιρία, όσο ατελής κι αν ήταν, για την δημιουργία παλαιστινιακού κράτους με πρωτεύουσα την Ιερουσαλήμ. Και ότι η ηγεσία των Παλαιστινίων απογοήτευσε τον λαό της και αντ’ αυτού προτίμησε την τρομοκρατία. Παρά την δολοφονία του Ραμπίν το 1995 από φανατικούς θρήσκους Εβραίους εθνικιστές, συνέχισε να υπάρχει απέναντι στους Παλαιστίνιους μια δέσμευση για την αυτοκυριαρχία των Παλαιστινίων επειδή στο Ισραήλ η κοινή γνώμη συντριπτικά τασσόταν υπέρ της ειρήνης, πράγμα που σήμαινε εξάλλου να παραδοθούν τα κατεχόμενα εδάφη.
Η Μπάτλερ ενσωματώνει στην ανάλυση της μια περίτεχνη έλλειψη αυτού που είναι προφανές: το ότι συμπίπτουν οι οροι ‘Εβραίος’ και ‘Σιωνιστής’ – η σημειολογική πολυπολοκότητα του τελευταίου κάνει αδύνατο το εργο του να ξεχωρίσουμε τι εννοεί η ίδια – ισοδυναμεί με την ανάπτυξη του αντισημιτισμού. Αν κανείς ορίζει τον σιωνισμό ως το δικαίωμα του εβραϊκού αυτοκαθορισμού, τότε δεν μπορούμε να αρνηθούμε ότι ακόμη κι αν δεν είναι το ένα και το αυτό, και οι δύο όροι αναπόφευκτα αναφέρονται ο ένας στον άλλο. Στην πραγματικότητα και η Μπάτλερ η ίδια αποκαλύπτει την αντίφαση αυτής της, της θέσης: «Το καρδιοχτύπι ξεκινά από τη σκέψη πως το Ισραήλ, το οποίο υποβάλλει τα 3.5 εκατομμυρία Παλαιστινίων σε καθεστώς στρατιωτικής κατοχής, εκπροσωπεί τους Εβραίους … » (257).
Οι Μπουντιστές, σαν τους παππούδες μου, ήταν πλήρως αφοσιωμένοι στον σοσιαλιστικό διεθνισμό, και ήταν συνεπώς αντισιωνιστές που πίστευαν ότι ο σοσιαλισμός θα επίλυε το “εβραϊκό ζήτημα”. Αυτά μέχρι τον Σταλινισμό και το Ολοκαύτωμα. Αυτά τα δυο δραματικά καθοριστικά τραύματα που συνέπεσαν με την ίδρυση του Κράτους του Ισραήλ — σε συνδυασμό με την άνθιση και την σημασία της αμερικάνικης εβραϊκής κοινότητας την οποία η Μπάτλερ αναγνωρίζει και επικρίνει – θα έπρεπε να την οδηγήσουν επίσης να αναγνωρίσει ότι η αλληλοδιαπλοκή των όρων Ιουδαισμός και Σιωνισμός έχει επιτρέψει την χρήση του αντισιωνισμού να γίνει ένα προκάλυμμα για τον αντισημιτισμό.
Η μετανάστευση εκατομμυρίων Ευρωπαίων Εβραίων προσφύγων στο Ισραήλ μετά τα στρατόπεδα συγκέντρωσης ενέπνευσε την ίδρυση του Ισραήλ, της μόνης χώρας που θα τους δεχόταν. Κι ο διωγμός των Μιζραχί από τις αραβικές χώρες, σε κάποιες από τις οποίες κατοικούσαν από την βαβυλωνιακή εξορία, με αμελητέο κεφάλαιο επέδρασε στην ισραηλινή ταυτότητα σχεδόν εξίσου βαθιά. Αν οι συλλογικές ταυτότητες απορρέουν από συλλογικές ιστορίες είναι αδιαμφισβήτητο ότι κάθε Εβραίος, όπως και αν ζει την δική του μοφή Ιουδαισμού, είτε κοσμικά, πολιτικά, θρησκευτική, ηθικά ή και με έναν συγκερασμό κάποιων ή όλων αυτών, κάπως σχετίζεται με το Ισραήλ, είτε μετέχοντας στον θρησκευτικό συμβολισμό του και την ιστορία της θεμελίωσης του, με το να ταυτίζεται ή να αποποιείται την δημιουργία του Κράτους ή τις πολιτικές του και την μοίρα του την ίδια.
Αν δεν ίσχυε αυτό, τότε γιατί η Μπάτλερ θα έγραφε ένα τόσο παθιασμένο και συγκινητικό δοκίμιο στο οποίο αποστασιοποιείται από τις τρέχουσες πολιτικές του Ισραήλ και αμφισβητεί τα δόγματα πάνω στα οποία ιδρύθηκε, εάν δεν ταυτίζεται (ή αποποιείται) ή με κάποιον τρόπο σχετίζεται (ή αποστασιοποιείται) με αυτό ως Εβραία; Η ίδια επιβεβαιώνει την επένδυση της στο Κράτος, λόγω της «εβραϊκότητας» της. Η απόσταση, εδώ θα συμφωνήσουμε, είναι επιτακτική σε κάθε μορφή κριτικής, αλλά είναι άραγε δυνατόν, όπως προτείνει, «να διευρύνουμε το χάσμα ανάμεσα στο κράτος του Ισραήλ και τον εβραϊκό λαό»; Επειδή όπως η Μπάτλερ εκθέτει στις ίδιες της θεωρίες της σχετικά με  το φύλο, η ταυτότητα είναι πορώδης, δεν μπορεί κανείς να διαιρέσει σε βολικές κατηγορίες τις ταυτότητες που κάποιες φορές ανταγωνίζονται, κάποιες φορές συγκλίνουν, ταυτότητες που εμπλέκουν άλλες ταυτότητες, όπως κάνουν οι συναρθρώσεις του σιωνισμού, του Ισραήλ, των Εβραίων και του ιουδαϊσμού.
Αν είχαμε ένα νυστερί που θα μπορούσε αποτελεσματικά να διαχωρίσει τους Εβραίους από την εβραϊκή κρατική κυριαρχία, θα μπορούσαμε να αρνηθούμε την κοινή μας ιστορία παρά τις όποιες πολιτισμικές διαφορές και πολιτικές μας θέσεις; Μπορούμε να ασκήσουμε κριτική στην τρέχουσα πολιτική κατοχής του Ισραήλ, αλλά μπορούμε να παραιτηθούμε από την σχέση μας με το Ισραήλ ως Εβραίοι, όπως ισχυρίζεται η Μπάτλερ ότι είναι δυνατό; Γιατί αν η ταύτιση προέρχεται απλώς από «διατροφή, θρησκευτικές τελετές, οργανώσεις κοινωνικών υπηρεσιών, κοινότητες της Διασποράς, πολιτικά δικαιώματα και κοινωνικούς αγώνες που μπορεί να υπάρχουν σε σχετική ανεξαρτησία από το ζήτημα του στάτους του Ισραήλ» τι κοινό θα είχαν οι Αιθίοπες Εβραίοι και οι Ρώσοι Εβραίοι όταν οι κοινωνικές τελετουργίες τους σε όλα τα προαναφερθέντα είναι τόσο διαφορετικές στις χώρες προέλευσης τους; Αυτό που εκφράζει η Μπάτλερ είναι ένα κάλεσμα για απομονωτικές πολιτισμικές ταυτότητες στο εσωτερικό της παγκόσμιας εβραϊκής κοινότητας, αρνούμενη την ίδια την εβραϊκή διαπολιτισμικότητα λόγω της οργής της από τις πολιτικές κατοχής του Ισραήλ. Στο όραμα της Μπάτλερ, το  Ισραήλ  θα γινόταν το εκτοπισμένο υποκείμενο της εβραϊκής ζωής.
Ως Αμερικάνα Εβραία, η εμπειρία της Διασποράς της Μπάτλερ είναι έκδηλα προνομιακή, όπως και πολλών Αμερικάνων Εβραίων. Ίσως επειδή είμαι μετανάστρια στις Ηνωμένες Πολιτείες, ακόμα εκπλήσσομαι από την αλαζονεία της ερμηνευτικής (επί)θέσης κάποιων ιδεολόγων της Αμερικάνικης Εβραικής αριστερής ακαδημίας που επιλεκτικά αγνοεί γεγονότα εμφανή σε πολλούς καθημερινούς Εβραίους: ότι από την ιντιφάντα του Αλ-Ακσα έχει υπάρξει μια άνοδος 40 τοις εκατό στις αντισημιτικές επιθέσεις στην Βρετανία, ότι η βία ενάντια στους Εβραίους ανά τον κόσμο έχει εντατικοποιηθεί δραματικά. Πως θα διαχώριζε τον “σιωνισμό” από την “εβραϊκότητα” όταν οι δυο όροι συγχωνεύονται σε ένα και το αυτό πράγμα, όχι από θεωρητικούς σαν κι αυτή, αλλά από βομβαρδισμούς συναγωγών στην Ισταμπούλ και την Γαλλία;
Σε όλο το κριτικό της έργο, η Μπάτλερ εξηγεί ότι η ταυτότητα διαμεσολαβείται από τον λόγο, ότι η πολυγλωσσία ορίζει αυτό τον λόγο. Αδιαμφισβήτητα αναγνωρίζει ότι δεν μπορούμε να κατασκευάσουμε νοήματα από την μια μέρα στην άλλη μεταμορφώνοντας διαλογικούς χώρους και τα πεδία υποδοχής τους. Στην περίπτωση της κατανόησης και τη θεωρητικοποίησης της μεσανατολικής πραγματικότητας(-ων), αυτή η θεωρητική έννοια είναι κρίσιμη για να προτείνουμε πολιτικά μοντέλα που συγκλινουν. Κάποιες από τις θέσεις που εκθέτει η Μπάτλερ – όπως η ριζική αποστασιοποίηση των Εβραίων από το  Ισραήλ — αποτυγχάνουν τραγικά να συλλάβουν τις πραγματικότητες του λόγου.
Η στάση της θα ήταν αξιοθαύμαστη αν δεν υπήρχε η πραγματικότητα της ιουδαιοφοβίας. Όσο και αν θεωρητικοποιεί τον Λακλάου, η ιουδαιοφοβία είναι μια ιστορική ασθένια που αντηχεί στον δυτικό και ισλαμικό λόγο και με έναν τραγικό τρόπο, παρά τις προσπάθειες της να αποστασιοποιηθεί από το Ισραήλ, θα συνδεθεί με τα δεινά του και την μοίρα του. Μπορεί ακόμα και να καταφέρει να την βάλουν στο www.jewwatch.com, όπως την Μπέττυ Φρίνταν, την Γκλόρια Στάινεμ και τον συντάκτης των Bad Subjects Τζόελ Σαλίτ.
Ο Μπάρτοφ προσφέρει μια ενδιαφέρουσα θεωρία όσον αφορά αυτή την θέση:
«Το ότι το λεξιλόγιο αυτής της ρητορικής προέρχεται άμεσα (είτε συνειδητά είτε όχι) από ναζιστικά κείμενα είναι τόσο ξεκάθαρο που κανείς αναρωτιέται γιατί υπάρχει τέτοια απροθυμία να αναγνωριστεί… Εν μέρει αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι αυτοί που πιο πρόθυμα θα ανακάλυπταν την προέλευση αυτών των λέξεων και ιδεών είναι κατά κύριο λόγο φιλελεύθεροι, κάποιοι εκ των οποίων τυγχάνει να είναι Εβραίοι και συνεπώς είναι πιθανόν να τους βλάψει περισσότερο τόσο προσωπικά όσο και ιδεολογικά αυτή η ανακάλυψη. Εκθέτοντας το αντισημιτικό υπονοούμενο αυτού του φαινομένου, θα εξέθεταν τον εαυτό τους ως Εβραίους και εβραιόφιλους και θα στοχοποιούνταν με το επιχείρημα ότι ακριβώς η αντίθεση τους σε αυτό το φαινόμενο είναι η καλύτερη απόδειξη της εβραϊκής κυριαρχίας στον κόσμο.»
Πιστεύω πως στην καρδιά της ισραηλινο-παλαιστινιακής σύγκρουσης υπάρχουν δύο αντιμαχόμενες αφηγήσεις: ο εκτοπισμός και ο αγώνας πρώτα για αναγνώριση, έπειτα για κρατική οντότητα, έχουν δώσει την κύρια ώθηση και αυτοπροσδιορισμό του παλαιστινιακού λαού. Δεν θα ήταν, λοιπόν, αποδεκτός ένας ιδρυτικός μύθος ενός υπό διαπραγμάτευση παλαιστινιακού κράτους στο πλαίσιο της τζιχάντ και του ηρωικού εθνικισμού. Το Ολοκαύτωμα και συνεπώς η επιβίωση κατατρύχουν, από την άλλη, την δημιουργία του Ισραήλ: για να επιβιώσει, το Ισραήλ θα χτίσει τείχη ή θα υπογράψει σύμφωνα και θα επιστρέψει γη, όπως έχει κάνει ιστορικά. Για όσο οι Παλαιστίνιοι δεν μπορούν να εγκαταλείψουν τον αγώνα με αντάλλαγμα την κρατική οντότητα ή το Ισραήλ νιώθει τον πανικό της εξολόθρευσης να ενεργοποιείται με κάθε βομβιστική επίθεση αυτοκτονίας, τότε η αφόρητη κατάσταση θα συνεχίσει. Η αποδοχή της ύπαρξης του Ισραήλ, του δικαιώματος του στην κρατική κυριαρχία, καθώς και ενός παλαιστινιακού κράτους και η περιθωριοποίηση των φανατικών ομάδων και στις δυο πλευρές αποτελεί την μόνη ελπίδα για την περιοχή.
Η αριστερά στην Ευρώπη αλλά και στις Η.Π.Α. έχει τα αγαπημένα της θέματα. Αυτά δεν έχουν τίποτα να κάνουν με αριθμούς ή ακόμα και την οξύτητα μιας κατάστασης. Για παράδειγμα το  Σουδάν: σχεδόν ένα εκατομμύριο έχουν πεθάνει σε αυτή την χώρα με την απόλυτη σιωπή των ‘προοδευτικών ακαδημαϊκών’ της Αμερικής.  Δέκα εκατομμύρια Ινδιάνοι που μιλάνε Κετσούα ανάμεσα στο Περού και την Βολιβία είναι απομονωμένοι και ζουν σε επισφαλείς συνθήκες, οι οποίοι αποτελούν και την κορυφή του παγόβουνου αν δούμε την κατάσταση των Ινδιάνων της Κολομβίας,της Βενεζουέλας, της Κεντρικής Αμερικής, του Μεξικού, για να αναφέρω μερικές μόνο ομάδες που τις συνοδεύει μια ακόμα ακατανόητη σιωπή. Και η κατοχή του Θιβέτ, τα εκατομμύρια των Θιβετιανών που στερούνται τη γη τους και η οποιαδήποτε απόπειρα να ξανακερδίσουν την χώρα τους καταστέλλεται άγρια, έχει εγκαταλειφθεί από την αριστερά στον Ρίτσαρντ Γκιρ. Η διαλογή του θύματος έχει την δική της λογική όπως και στην περίπτωση του Ισραήλ, μια λογική βέβαια που δεν μπορώ να κατανοήσω πλήρως εκτός πλαισίου ιουδαιοφοβίας. Αλλά όπως λέει η Μπάτλερ, κανείς δεν μονοπωλεί αυτή την θέση.
Η Pilar Rahola, μια αφοσιωμένη φεμινίστρια και ένα αριστερό μέλος της ισπανικής Βουλής επί οκτώ χρόνια, μαζί με μερικούς άλλους διακεκριμένους Ευρωπαίους προοδευτικούς διανοούμενους, εκδήλωσε την ηθική αγανάκτηση της απέναντι σε μια Ευρώπη που έχει αγκαλιάσει τον αντισημιτισμό υπό το προκάλλυμα του αντισιωνισμού σε μια απόπειρα να εξισορροπηθούν – μια τραγική αδυνατότητα – οι μεροληψίες της ευρωπαϊκής αριστεράς. Το ίδιο θα μπορούσε να ειπωθεί για την αμερικάνικη ακαδημαϊκή αριστερά. Παραθέσω ένα μέρος από την ομιλία της Rahola στην UNESCO (21 Ιουνίου,2003), «Το Ισραήλ και οι Μύγες.»
«Από την αριστερά(ούς) απορρέει ο νέος ευρωπαικός αντισημιτισμός, που μεταμφιέζεται σε αντισιωνισμό. Από την αριστερά(ους) απορρέει ο ρομαντικός παν-αραβισμός που έχει οδηγήσει στην υποβάθμιση  της τρομοκρατίας… Αν συμφωνήσουμε ότι είναι η αριστερά που αρθρώνει τις έγκυρες ιδέες της κοινωνίας μας και ότι οι αριστεροί διανοούμενοι είναι αυτοί που αναγνωρίζονται ως υπερασπιστές της προόδου, τότε θα συμφωνήσουμε ότι έχουμε σοβαρό πρόβλημα… Οι νέοι αντισημίτες δεν αναγνωρίζουν τους εαυτούς τους ως τέτοιους. Ο αντισημιτισμός είναι μια κλασσική έκφραση της άκρας δεξιά,και συνεπώς, η αριστερά τον αποκηρύσσει και τον αρνείται. Η ομπρέλα του αντισιωνισμού, όμως, ή άμεσα του αντι-ισραηλινισμού, είναι πολύ πιο βολική να τη εναγκαλιστεί κανείς: προστατεύτει καλά από την βροχή της κριτικής και επιτρέπει μια ευκολοχώνευτη πνευματική μεταμφίεση…
Το αποτέλεσμα είναι αυτό που  παρατηρούμε — η πιο άμεση εκδήλωση του είναι η οδυνηρή επιθετικότητα που υπομένουν οι εβραϊκές κοινότητες σε διάφορες χώρες. Από προσωπικοποιημένα βέτο – που θα μπορούσαν να εξηγήσουν σκληρές καταστάσεις στην Ισπανία – μέχρι και φυσική βία, όπως αυτή που υπέστησαν ειρηνιστές Εβραίοι στην ήδη διάσημη διαδήλωση στο Παρίσι…
Το Ισραήλ είναι σήμερα μια αυθεντική εμμονή της ευρωπαϊκής αριστεράς και το πιο σχετικό παράδειγμα των φασιστικών τικ που μπορεί να παρουσιάσει η αριστερά. Αυτές είναι οι κατηγορίες μου:
Μανιπουλάρισμα των πληροφοριών
Εγκληματοποίηση της νομιμότητας του ισραηλινού κράτους
Σχετικοποίηση των Εβραίων θυμάτων
Κοινοτοποίηση της Shoah
Και αδιαφορία – αν όχι χειροκρότημα – για την τρομοκρατική βλάβη της πολιτικής αφομοίωσης των πληθυσμών…
… Ορφανή από δικά της έπη, ντροπιασμένη κουβαλώντας την βαλίτσα των ραγισμένων της ονείρων, η αριστερά αγκαλιάζει τον αραβικό κόσμο ψάχνοντας για τις αντηχήσεις του Λώρενς της Αραβίας. Και ερωτεύεται με ολικούς πολέμους φυλετικών ασμάτων για επανάσταση, ίσως πεπεισμένη  ότι ανάμεσα στο “επανάσταση ή θάνατος” του Τσε, και το “ζήτω ο θάνατος” της Χαμάς, δεν υπάρχει μεγάλη διαφορά. Ψάχνουν τον Λώρενς της Αραβίας και, δυστυχώς για όλους μας, ακόμα δεν έχουν ανακαλύψει ότι στην πραγματικότητα, έχουν συναντήσει τον Οσάμα μπιν Λάντεν. Μια κοινή περιοχή, περισσότερο από έναν μανιχαϊκό δογματισμό… Κατηγορώ την ευρωπαϊκή αριστερά, την αριστερά μου, ότι αποτελεί την διανοητική επίφαση του νέου αντισημιτισμού που υπάρχει σήμερα στην Ευρώπη. Μια αριστερά που προδίδει τον εαυτό της προδίδοντας και την δημοκρατία.»
Ο ανταγωνισμός για διαλογικούς χώρους στην αριστερά που η Rahola εκθέτει οφείλει να μας οδηγήσει να αναστοχαστούμε πάνω στο ιδεολογικό νόμισμα που αποκτά και εκμεταλεύεται η ακαδημία. Ποιά είναι η επένδυση μιας Εβραίας διανοούμενης σαν την Μπάτλερ όταν συμμαχεί με τον «αντισιωνιστικό» ακτιβισμό όπως την οργάνωση της καμπάνιας μποϊκοτάζ στο Μπέρκλευ λόγω της “εβραϊκότητας” της, όπως η ίδια λέει; Από αυτή την άποψη ο συνάδελφος μου και συντάκτης των Bad Subjects, Joe Lockhard εξέφρασε με διορατικότητα τα ακόλουθα:
«Ένα ζήτημα που μου προκύπτει όταν σκέφτομαι για την Μπάτλερ και το Ισραήλ είναι ότι αν κάποιος τοποθετείται στην πολιτική αριστερά, τότε το να σκοράρει πόντους ενάντια στο Ισραήλ – όσο νόμιμη και αναγκαία και αν είναι μια κριτική της κατοχής και μια κατάφαση στο δίκιο των Παλαιστινίων – δεν παύει παρά να αντιπροσωπεύει μια μορφή πολιτικής και ηθικής αυτοκεφαλαιοποίησης. Κρίσιμο στοιχείο της αναγκαίας θεωρητικής τοποθέτησης για να παραμείνει σε αυτό το σχήμα στράτευσης είναι μάλλον μια συγκεκριμένη κριτική του Ισραήλ παρά μια κριτική που αναλύει την περιοχή και τις εν μέσω βαρέων συγκρούσεων κουλτούρες της. Αλλά ο καθένας μας πια πρέπει να αμφισβητήσει μια πολιτική θέση που επενδύεται στην ιδιαιτερότητα της κριτικής του Ισραήλ και της Παλαιστίνης παρά, για παράδειγμα, του έμφυλου απαρτχάιντ στην Σαουδική Αραβία. Αυτή, εξάλλου, η οριοθέτηση της εστίασης είναι που προδίδει και την υποβόσκουσα διανοητική διαμόρφωση του αντισημιτισμού, μια ιδεολογία που έχει στηριχθεί ιστορικά στην ανάδειξη των ιδιαιτεροτήτων της εβραϊκής επιθετικότητας στη σωστή σειρά σε σχέση με κάθε άλλο θέμα στον κόσμο.»
Εκκινώντας από τις τελευταίες παρατηρήσεις, θα μπορούσαμε να θέσουμε λογικά τα ακόλουθα ερωτήματα: Χρειάζεται η Μπάτλερ ως Εβραία να αποστασιοποιηθεί ριζικά από μια οντότητα που θεωρείται από τους περισσότερους ως εβραϊκή για να αποδείξει την προσκόλληση της σε μια επικρατούσα αριστερή θέση; Παρέχει η «εβραϊκότητα» της Μπάτλερ μια στρατηγική στο εσωτερικό της αριστεράς δεδομένης της πολιτικής τοποθέτησης της πρώτης σε ότι αφορά το Ισραήλ; Την κάνει πιο αξιόπιστη αριστερή ιδεολόγο το να υιοθετεί μια αντισιωνιστική θέση αποκτώντας ευρύτερη και πιο δημόσια ορατότητα και αναγνώριση; Διατηρεί η πολιτική της στάση και, επιπλέον, μυθοποιεί το «ριζοσπαστικό» της στάτους; Θα διαιρεθούν μήπως οι  διαλογικοί χώροι στο εσωτερικό της αριστεράς σε ριζοσπαστικούς, ημι-ριζοσπαστικούς, όχι-τόσο ριζοσπαστικούς κτλ ανάλογα με την αποποίηση της ίδιας του/της της μερικότητας στην οποία θα προβαίνει κανείς/καμιά; (Φυσικά, μόνο στην περίπτωση των Εβραίων θα ισχύει αυτό, όχι οποιασδήποτε άλλης μειονότητας). Θα χρειαστούμε ένα ραδιόμετρο για να ορίσουμε το που στεκόμαστε στην ακαδημαϊκή αριστερά και η μέτρηση του καθαυτή θα ορίζεται από την υιοθέτηση μιας αντισιωνιστικής στάσης;
Ο λεγόμενος ριζοσπαστικός «αντισιωνισμός» είναι θεωρητικά κοινότυπος και αυτάρεσκος και απλά εκλιπαρεί για δημόσια αποδοχή απλοποιώντας τις ιστορικά περίπλοκες υποβόσκουσες πραγματικότητες της ισραηλινο-παλαιστινιακής σύγκρουσης. Η απλοποίηση, όπως γνωρίζουμε, συχνά εμπίπτει στην κατηγορία της προπαγάνδας. Αυτό στην πραγματικότητα προδίδει κάθε ριζοσπαστική θέση. Με το να μην αποδομεί τις αποχρώσεις και περιπλοκότητες της πολιτικής πραγματικότητας(-ων) όπου φύλο(α), εθνικότητα(ες), εθνικισμός(οι), συλλογική ιστορία(ες) τέμνονται, δεν μπορεί κανείς να πει ότι υφίσταται κάποια υπέρβαση ή έστω προβληματοποίηση του νεωτερικού βλέμματος.
Ένα μεγάλο μέρος της ακαδημαϊκής αριστεράς υποβοηθά και υποθάλπτει, προωθεί και αναπτύσσει ιουδαιοφοβικό λόγο. Τόσο στο πνεύμα της προβολής ενστάσεων όσο και στοχασμών που κάθε πλουραλιστική κοινωνία οφείλει στον εαυτό της, ειδικά από πλευράς των αριστερών διανοουμένων της, είναι επιτακτικό οι προοδευτικοί ακαδημαϊκοί που αποδοκιμάζουν τον ρατσισμό ή τις έμφυλες διακρίσεις να παλέψουμε για ‘να ανοίξουμε χώρο’ μέσα στην αριστερά όπου θα αποκηρύσσεται η ιουδαιοφοβία, ο μόνος τόπος εξάλλου όπου αριστερά και δεξιά με συνέπεια συμπίπτουν.
Rebeca Siegel.
Το παραπάνω είναι μετάφραση άρθρου στο περιοδικό «Bad Subjects» (Τεύχος #70) τον Οκτώβρη του 2004. Η RebecaSiegel που το υπογράφει είναι Μεξικανή Αμερικανίδα Εβραία από το Μέξικο Σίτι. Διδάσκει Λατινοαμερικάνικη Αποικιακή Λογοτεχνία και Μεξικάνικες Πολιτισμικές Σπουδές στο Πανεπιστήμιο της Αριζόνα. Πέραν του ακαδημαϊκού της έργου, γράφει και ποίηση.
Η μετάφραση του κειμένου της στα ελληνικά έγινε από τους Stoyan & Stepan. Είναι ευνόητο ότι δεν μπορώ να συμφωνώ με κάθε γράμμα και γραμμή της Siegel αλλά κι ούτε θα έμπαινα μόνος μου σε μια λογική κριτικής των όσων λέει η Μπάτλερ, από την θέση που τα λέει. Ωστόσο, πιστεύω ότι η μετάφραση αυτού του κειμένου έλλειπε από την ελληνική αρθρογραφία εδώ και καιρό μιας και, έχοντας προσηλωμένα τα βλέμματα μας στην ελληνική πραγματικότητα δεν θα αργήσει να δει κανείς το όψιμο φαινόμενο των καλών ελλήνων που χρειάζονται την Τζούντιθ Μπάτλερ  (σ.σ. οι ίδιοι που δεν πάνε στις εκδηλώσεις για το Ολοκαύτωμα γιατί τους προσβάλει η παρουσία του Ισραηλινού πρέσβη!) για να προβούν απενοχοποιημένοι στις συνήθεις αντισημιτικές τους βρωμιές. Ε, κι αυτή η μετάφραση μπορεί να σταθεί ως ένα ανάχωμα, αυτό λέω.
Stepanyan TSP, 02-12-2013

Lenin Reloaded: Μίλησε κανείς για "αντισημιτισμό"; (Καλύτερα να ...

Μίλησε κανείς για "αντισημιτισμό"; (Καλύτερα να μασάς παρά να 'σαι ο Ψαρράς)
Σας απέδειξα λοιπόν ότι ο αντισημιτισμός (αντισιωνισμός, αντισημιτισμός, το ίδιο είναι μωρέ!) είναι κληροδότημα των Εβραιομπολσεβίκων και των ρατσιστών του ΚΚΕ...
Με τίτλο «Σιωνισμός-ρατσισμός, δύο παρόμοιες μορφές του ιμπεριαλισμού», ο «Ριζοσπάστης» μεταφέρει την άποψη της «Πράβντα» ότι «ο σιωνισμός και ο ρατσισμός, παρά τις εξωτερικές διαφορές τους, έχουν το ίδιο περιεχόμενο» και ότι «η συμμαχία σιωνισμού και ρατσισμού αποτελεί μέρος της ιμπεριαλιστικής συνωμοσίας ενάντια στα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα και τις προοδευτικές κυβερνήσεις των αφρικανικών και αραβικών κρατών».  [...απόφαση 3379 του ΟΗΕ: "Ο σιωνισμός είναι ρατσισμός"] Δεν θα λείψει και η ταύτιση του σιωνισμού με τον καρκίνο, σύμφωνα με τη σύγχρονη αντισημιτική μεταφορά που έχει περιγράψει η Σούζαν Σόνταγκ: «Ο σιωνισμός αποτελεί την πιο επικίνδυνη αρρώστια», θα διαβάσουμε σε μια επιστολή αναγνώστριας του «Ριζοσπάστη». «Σκοπός της επιστολής μου είναι να σου ζητήσω να βοηθήσεις τον κόσμο να μάθει περισσότερα για τον καρκίνο που λέγεται σιωνισμός». Ακόμα και για τις πυρκαγιές του 1982 θα θεωρηθούν υπεύθυνοι «πράκτορες του σιωνισμού» («Ριζοσπάστης», 25.2.1982).
Δημήτρης Ψαρράς, "Ο Τσελεμεντές του αντισημίτη", Left.gr


Αμερικανοεβραϊκή Επιτροπή για Καρυπίδη: Εξωφρενικές εκφράσεις αντισημιτισμού – Δεν αντέδρασε ο ΣΥΡΙΖΑ

Αιχμές για την επιλογή του ΣΥΡΙΖΑ να μην αντιδράσει στις δηλώσεις που έκανε ο υποψήφιος περιφερειάρχης του κόμματος Θεόδωρος Καρυπίδης κατά των Εβραίων εκφράζει η Αμερικανοεβραϊκή Επιτροπή (American Jewish Committee).
Αναφερόμενη σε σχετική της ανακοίνωση, στις «αντισημιτικές δηλώσεις» του κ. Καρυπίδη, η Επιτροπή αναφέρει χαρακτηριστικά ότι προκαλούν «αποτροπιασμό».
Ο Ντέιβιντ Χάρις, εκτελεστικός διευθυντής της Αμερικανοεβραϊκής Επιτροπής (AJC) υποστηρίζει ότι οι «εξωφρενικές εκφράσεις αντισημιτισμού στην Ελλάδα προέρχονται όχι μόνο από την Χρυσή Αυγή της άκρας δεξιάς, αλλά επίσης και από το Facebook του Θεόδωρου Καρυπίδη, που καταδεικνύει την άκρα αριστερά».
Στο πλαίσιο αυτό, στην ανακοίνωση αναφέρεται ότι «ο αριστερός ΣΥΡΙΖΑ είναι το κύριο κόμμα της αντιπολίτευσης, έρχεται στη δεύτερη θέση σε εθνικό επίπεδο μετά από το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας του πρωθυπουργού Σαμαρά, ενώ η Χρυσή Αυγή κατατάσσεται τρίτη στις δημοσκοπήσεις και ότι μέχρι στιγμής, οι ηγέτες του κόμματός του δεν αντέδρασαν στο τι έγραψε ο Καρυπίδης στο Facebook και ότι ο εκπρόσωπος του Πρωθυπουργού τόνισε ότι πρόκειται για ‘απαράδεκτες, ρατσιστικές και αντισημιτικές’ δηλώσεις.»
Σύμφωνα με τον κ. Χάρις, ο πρωθυπουργός Σαμαράς και η κυβέρνησή του απορρίπτουν αυτές τις «επικίνδυνες επιθέσεις» και αναγνωρίζουν το δικαίωμα των Ελλήνων-Εβραίων, όπως και όλων των Ελλήνων πολιτών, να ζήσουν με ειρήνη και αξιοπρέπεια.

Στην ανακοίνωση σημειώνεται ότι ο κ. Καρυπίδης υποστήριξε ότι το όνομα του νέου δημόσιου ραδιοτηλεοπτικού καναλιού στην Ελλάδα ΝΕΡΙΤ έχει «εβραϊκές ρίζες» και ότι η πρόσφατη επίσκεψη του πρωθυπουργού Αντώνη Σαμαρά στη Συναγωγή της Θεσσαλονίκης ήταν μια «πράξη που απειλεί την Ελλάδα».

Στην συνέχεια, γίνεται αναφορά στην ίδρυση της ΝΕΡΙΤ το περασμένο καλοκαίρι, όταν η κυβέρνηση Σαμαρά έκλεισε την Ελληνική Ραδιοτηλεόραση, σημειώνοντας ότι ο Καρυπίδης ισχυρίζεται ότι το ακρωνύμιο του νέου σταθμού συνδέεται με την εβραϊκή λέξη για το κερί -Ner- και ότι «τα αναμμένα κεριά κατά τη διάρκεια της εβραϊκής γιορτής του Χάνουκα γιορτάζουν την εβραϊκή νίκη πάνω από την αρχαία Ελλάδα».

Επίσης, γίνεται αναφορά στους ισχυρισμούς του Καρυπίδη, όπως παρουσιάστηκαν στο Facebook, για το άναμμα των κεριών (Nerit) στην επτάφωτη λυχνία των Εβραίων από τον πρωθυπουργό Αντώνη Σαμαρά, μετά την επίσκεψή του στη Συναγωγή της Θεσσαλονίκης, όπως υπογραμμίζεται στην ανακοίνωση και ότι ο Καρυπίδης έγραψε: «Οργανώνει μια νέα Χάνουκα κατά των Ελλήνων».

«Η Ελλάδα σήμερα έχει ένα εβραϊκό πληθυσμό που αριθμεί περίπου 5.000, σε μια χώρα 11 εκατομμυρίων, έχοντας χάσει τη συντριπτική πλειοψηφία των μελών της κατά τη διάρκεια της ναζιστικής κατοχής της χώρας και της απέλασης προς τα στρατόπεδα θανάτου», όπως επισημαίνεται.

Ο κ. Χάρις δηλώνει ότι το «μαστίγωμα μέχρι μίσους κατά των Εβραίων, για όλα τα είδη των φερόμενων συνωμοσιών, είναι μια γνωστή, για πολύ καιρό, τακτική των πολιτικών εξτρεμιστών, με τίποτα εποικοδομητικό να προσφέρουν στα θέματα της πραγματικής ζωής που αντιμετωπίζει η χώρα τους», προσθέτοντας ότι «η έρευνα αποκαλύπτει, επίσης, για άλλη μια φορά ότι, για όλες τις δήθεν διαφορές τους, άκρα δεξιά και αριστερά, οι πολιτικοί μπορούν να έχουν περισσότερα κοινά από ό,τι διαφορετικά θα μπορούσαν να παραδεχτούν -την ικανότητα στο τυφλό μίσος, τη μισαλλοδοξία και την δημαγωγία».
SKAI

Δήλωση του Θόδωρου Καρυπίδη

«Η επαγγελματική ιδιότητα του δημοσιογράφου δεν με προφύλαξε απ’ την αρνητική έκπληξη της προπαγάνδας των Μ.Μ.Ε. και τους αφελείς συνοδοιπόρους της, για όσα ακούστηκαν για το άτομό μου. Η συσχέτισή μου με εθνικιστικά-ρατσιστικά μορφώματα και κόμματα είναι απαράδεκτη», τονίζει ο Θεόδωρος Καρυπίδης σε δήλωσή του.
Όπως προσθέτει: «Η στάση ζωής μου, η ιστορία και το ήθος μου είναι σε πλήρη αντίθεση μ’ αυτές τις αντιλήψεις και πρακτικές. Από παιδί μεγάλωσα και γαλουχήθηκα, στο στενό και ευρύτερο οικογενειακό μου περιβάλλον, με τις αξίες της δημοκρατίας και της αριστεράς, που πληρώθηκαν με διωγμούς, ταλαιπωρίες και φυλακίσεις. Η ανατροπή της πολιτικής των μνημονίων που διαλύει την οικονομία της χώρας και φέρνει την κοινωνική καταστροφή, με οδήγησε στην άμεση πολιτική ενεργοποίηση. Χρειαζόμαστε ένα δημοκρατικό κόσμο, για να μπορούμε να ζούμε, εμείς και τα παιδιά μας, με υπερηφάνεια και αξιοπρέπεια. Αυτές οι κοινές στοχεύσεις με τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α. ενόχλησαν τα επιτελεία της συγκυβέρνησης Σαμαρά – Βενιζέλου. Δηλώνω στρατιώτης στο στόχο της ανατροπής στη Δυτική Μακεδονία. Το ενεργειακό κέντρο της Ελλάδας θα βαδίσει στο δρόμο της διαφάνειας, της δημοκρατίας, της υπεράσπισης του δημόσιου πλούτου και της παραγωγικής ανασυγκρότησης.»
Left.gr

ΣΥΡΙΖΑ: Δεν δεχόμαστε αντιεθνικιστικά και αντιφασιστικά μαθήματα από τον κ. Βενιζέλο και την εναπομείνασα παρέα του
Απάντηση του Γραφείου Τύπου του ΣΥΡΙΖΑ στην Ανακοίνωση του ΠΑΣΟΚ

Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν δέχεται μαθήματα σε θέματα που αφορούν τις αντιεθνικιστικές, αντιρατσιστικές και αντιφασιστικές πεποιθήσεις του από τον κ. Βενιζέλο και την εναπομείνασα παρέα του", είναι η απάντηση του ΣΥΡΙΖΑ στο ΠΑΣΟΚ σε σχέση με την υποψηφιότητα Καρυπίδη.
Left.gr

Και πάλι για τον αντισημιτισμό, την ΕΣΣΔ και τον Δημήτρη Ψαρρά (Ι)

Δυστυχώς, μια μόλις μέρα μετά τη χθεσινή επέτειο για τα θύματα του Ολοκαυτώματος, είναι αναγκαίο να επιστρέψω σε ένα δυσάρεστο ζήτημα για το οποίο είχα ξανααφιερώσει κάποιες αράδες, δηλαδή την αντικομμουνιστική εκστρατεία συκοφαντίας του Δημήτρη Ψαρρά με πρόσχημα την υποτιθέμενη έρευνά του για τον αντισημιτισμό. Και δυστυχώς, ο χρόνος μου είναι πολύ περιορισμένος για να απαντήσω όσο διεξοδικά θα ήθελα.
Σε νέο του πόνημα στην "Εφημερίδα των Συντακτών", το οποίο αναδημοσιεύτηκε στο Left.gr, ο κύριος Ψαρράς κάνει αρχικά λόγο για τα Πρωτόκολλα και την Αριστερά, προσκομίζοντας ως τεκμήριο της σχέσης ενός πράγματος που λέγεται "Αριστερά" με τα Πρωτόκολλα της Σιών την έκδοση των τελευταίων το 1975 από τις εκδόσεις "Αναγνωστίδη", διότι, με τα λόγια του, "αυτές εκείνη την περίοδο απευθύνονταν σχεδόν αποκλειστικά στο αναγνωστικό κοινό της Αριστεράς."


Δεν έχω ιδέα τι είδους ορισμό της "Αριστεράς" κατά το 1975 έχει κατά νου ο κύριος Ψαρράς. Στον διαχρονικό κατάλογο των εκδόσεων περιλαμβάνονται έργα του αναρχικού Προυντόν, του αντιδραστικού Σοπενάουερ, του αναρχοσυνδικαλιστή Σορέλ, των Ερυθρών Ταξιαρχιών, του φασίστα Μάρτιν Χάιντεγκερ, του αντικομμουνιστή Καρλ Γιούγκ, του υπεράνω υποψίας αστού Καντ, του "αιρετικού" Λαφάργκ, του βιταλιστή και σημαντικού για κάποιες φασιστικές θεωρήσεις Μπερξόν και του θετικιστή Αύγουστου Κοντ. Και αρκετά βιβλία για τη συγκριτική θρησκεία. Για κάποιον μεθοδολογικά ανεξήγητο λόγο όμως, ο κύριος Ψαρράς θεωρεί βασικό υπεύθυνο για την έκδοση Αναγνωστίδη...την ΕΣΣΔ!!!!! Αντιγράφω, διότι αξίζει πραγματικά μνείας αυτή η απίθανη και εμπνευσμένη σύνδεση:
Σταθμός στην ελληνική διαδρομή των «Πρωτοκόλλων» είναι απ’ αυτή την άποψη η έκδοση Αναγνωστίδη το 1975. Πρόκειται, βέβαια, για εκδόσεις πολύ χαμηλής ποιότητας, με άθλιες μεταφράσεις. Αλλά αυτό που μας ενδιαφέρει εδώ είναι ότι οι εκδόσεις αυτές εκείνη την περίοδο απευθύνονταν σχεδόν αποκλειστικά στο αναγνωστικό κοινό της Αριστεράς. Βρισκόμαστε μπροστά σε μια καθυστερημένη εισαγωγή στην Ελλάδα της αντισημιτικής προπαγάνδας που αναπτύχθηκε στη Σοβιετική Ενωση από τη δεκαετία του 1960 και ιδίως μετά τον Πόλεμο των Εξι Ημερών τον Ιούνιο του 1967. Κάτω από τις νέες προτεραιότητες της εξωτερικής πολιτικής της ΕΣΣΔ η λανθάνουσα εβραιοφοβία της «εκστρατείας κατά του κοσμοπολιτισμού» των προηγούμενων χρόνων θα δώσει τη θέση της στον ανοιχτό αντισημιτισμό του «αντισιωνιστικού πολέμου». 
Για μια ακόμα φορά, ο κύριος Ψαρράς κάνει λόγο για "αντισημιτική προπαγάνδα που αναπτύχθηκε στην Σοβιετική Ένωση" λοιπόν, χρεώνοντάς της την εισαγωγή του...αντισημιτισμού στην..."ελληνική αριστερά" δια των...Εκδόσεων Αναγνωστίδη (λυπάμαι για την κατάχρηση των αποσιωπητικών, κάπως πρέπει να εκφράσω τα συναισθήματα που μου προκαλεί η πολυεπίπεδη "επιστημονικότητα" του ισχυρισμού).

Αυτή τη φορά όμως, ο κύριος Ψαρράς έχει και τεκμήρια! Συνεχίζω να αντιγράφω:
Τα επίσημα σοβιετικά κείμενα εκείνης της περιόδου περιλαμβάνουν τόσο ανοιχτά αντισημιτικές θέσεις ώστε μπορεί σήμερα να τα επικαλείται η Χρυσή Αυγή. Ο θεωρητικός της ναζιστικής οργάνωσης Γ. Λύκος, σε βιβλίο που εξέδωσε το 2013 η Χρυσή Αυγή, καλεί τους αριστερούς να «αναζητήσουν την παλαιότερη αντισιωνιστική βιβλιογραφία του “σοσιαλιστικού” μπλοκ» και υποδεικνύει το έργο του Τροφίμ Κίτσκο «Ιουδαϊσμός και Σιωνισμός» (1968) και των Γιούρι Ιβάνοφ και Εβγκένο Εβσέγιεφ «Φυλαχθείτε! Σιωνισμός!» (1969), σχολιάζοντας ότι «ουσιαστικά ήταν μια εκσυγχρονισμένη παραλλαγή των πασίγνωστων “Πρωτοκόλλων των Σοφών της Σιών”».
Θα ξεκινήσω από το τέλος: Δεν γνωρίζω τον θεωρητικό της Χρυσής Αυγής Γ. Λύκο, αν και εντυπωσιάζομαι από τον συμβολισμό του επωνύμου του. Η αναζήτηση πάντως των πορισμάτων που παρουσιάζει απ' την ανάγνωση (;) του βιβλίου του (δεν γνωρίζω σε ποιο βιβλίο αναφέρεται) ο κύριος Ψαρράς, οδηγεί σε ένα σχόλιο στο ιστολόγιο "Ολυμπία", όπου κάποιος "Πατρίκιος με κάργα μίσος για τους οχτρούς" γράφει τα ακόλουθα:
Με την ευκαιρία, όσοι από τους κολχόζνικους του Περισσού και τα μη «συριζωμένα» λοιπά συντρόφια δεν φοβούνται το φάντασμα του Αβραάμ Μπεναρόγια, ας μπούνε στον κόπο ν’ αναζητήσουν την παλαιότερη, επί «Μάνας των προλεταρίων» αντισιωνιστική βιβλιογραφία του «σοσιαλιστικού» μπλοκ. Εμείς προτείνουμε ανεπιφύλακτα : «Ο ιουδαϊσμός δίχως εξωραϊσμούς» του Τροφίμ Κίτσκο (δημοσιευμένο από την Ουκρανική Ακαδημία των Επιστημών, στα 1963 !) όπου αναγραφόταν ξεκάθαρα : «Είναι στις διδασκαλίες του ιουδαϊσμού, στην Παλαιά Διαθήκη, και στο Ταλμούδ, που οι ισραηλινοί μιλιταριστές βρίσκουν την έμπνευση για τις απάνθρωπες πράξεις, τις ρατσιστικές θεωρίες, και τα επεκτατικά σχέδιά τους». Στο επόμενο βιβλίο του «Ιουδαϊσμός και Σιωνισμός» (1968), ο Κίτσκο εξέτασε διεξοδικά την ιουδαϊκή πίστη «....στην σωβινιστική εκλεκτότητα του ιουδαϊκού λαού...και στην ιδέα της επικυριαρχίας επάνω στους άλλους λαούς του κόσμου». Οι Γιούρι Ιβάνωφ και Εβγκένι Ευσέεφ επιμελήθηκαν μιαν έκδοση με τίτλο «Φυλαχθείτε! Σιωνισμός!» (1969), η οποία ουσιαστικά ήταν μια εκσυγχρονισμένη παραλλαγή των πασίγνωστων «Πρωτοκόλλων των σοφών της Σιών». Ο Βλάντιμιρ Μπέγκουν εξέδωσε το διεθνοπολιτικό βιβλίο «Η καταχρηστική αντεπανάσταση» (1974) όπου επεσήμαινε γιά τις πνευματικές πηγές των Ιουδαίων : «...η Τορά (Πεντάτευχος) είναι ένα αξεπέραστο βιβλίο αιμοδιψίας και υποκρισίας, δολιότητας, απιστίας και αηδιαστικής έκλυσης».
Οφείλω να παρατηρήσω ότι το σχόλιο του ψευδώνυμου Χρυσαυγίτη μοιάζει εξαιρετικά πολύ με τα πορίσματα του κυρίου Ψαρρά, αλλά φαντάζομαι ότι αυτό δεν συμβαίνει επειδή ο κύριος Ψαρράς δεν διστάζει να αναπαράξει άκριτα, προκειμένου να συκοφαντήσει την ΕΣΣΔ, όσα γράφουν για αυτή Χρυσαυγίτες (Λύκοι ή Πατρίκιοι), αλλά επειδή, όπως μας λέει άλλωστε ο κύριος Ψαρράς, οι Χρυσαυγίτες αναπαράγουν τον αντισημιτισμό της ΕΣΣΔ, τέτοιος που ήταν!

Ωστόσο, πέραν του ότι μόλις σήμερα μαθαίνω ότι οι ναζιστές εισάγουν αντισημιτισμό από τη σοβιετική νέμεσή τους (κατά τα φαινόμενα δεν τους βρίσκεται δικός τους), βιβλίο του "Τροφίμ Κίτσκο" με τίτλο "Ιουδαϊσμός και Σιωνισμός" δεν κατάφερα να εντοπίσω πουθενά, ούτε σε έκδοση του 1968, ούτε σε καμιά άλλη. Ούτε συγγραφέα "Τροφίμ Κίτσκο" μπόρεσα πουθενά να εντοπίσω (και πιστέψτε με, προσπάθησα επί μακρόν!). Κατά συνέπεια, εδώ είμαι πίσω από τους Χρυσαυγίτες που διαβάζουν ρωσικά, και ασφαλώς και πίσω από τον κύριο Ψαρρά που τους χρησιμοποιεί ως πηγή -- αυτούς αποκλειστικά, όπως φαίνεται από το γεγονός ότι δεν λέει το παραμικρό που δεν γράφει ήδη ο Πατρίκιος με το κάργα μίσος του, και άρα δεν προκύπτει από πουθενά ότι ο κύριος Ψαρράς διάβασε το βιβλίο του "Τροφίμ Κίτσκο" που εγώ δεν μπόρεσα να βρω πουθενά. [1]

Με το βιβλίο "Φυλαχθείτε! Σιωνισμός" του 1969 (γραμμένο δυο χρόνια μετά τον Πόλεμο των έξι ημερών, με τους 300.000 Παλαιστίνιους πρόσφυγες και τους περίπου δύο δεκάδες χιλιάδες Άραβες νεκρούς) είχα καλύτερη τύχη. Βέβαια, στις πληροφορίες καταλόγου διαφαίνεται ότι δεν είναι ακριβώς επιμελημένη έκδοση, και ότι δεν εμπλέκεται ως συνεπιμελητής του κάποιος Εβγκένι Ευσέεφ, αλλά ότι το έχει γράψει ολομόναχος ο Ιβάνωφ. Ακόμα καλύτερα, μπορεί κάποιος να διαβάσει σε pdf μια αγγλική μετάφραση του βιβλίου από την Progress Publishers της Μόσχας, κάτι που δείχνει ότι προφανώς το βιβλίο έγινε αρκετά γνωστό (θα επιστρέψουμε σ' αυτό). Με την δυνατότητα έρευνας που σου δίνουν αυτού του είδους τα έγγραφα, έκανα μια έρευνα στο κατά πόσο εμφανίζεται σ' αυτό οποιαδήποτε αναφορά στα Πρωτόκολλα της Σιών, αφού τόσο ο κύριος Ψαρράς όσο και ο Πατρίκιος με το κάργα μίσος, και πιθανώς ο Γ. Λύκος, γράφουν ότι το βιβλίο είναι μια "εκσυγχρονισμένη παραλλαγή των Πρωτοκόλλων."

Δυστυχώς, ο Ιβάνωφ δεν αναφέρει πουθενά τα Πρωτόκολλα, αν και ο κύριος Ψαρράς, που άψογος ερευνητής καθώς είναι, σίγουρα διάβασε τα βιβλία στα οποία αναφέρεται αντί να διαβάσει μόνο τον Πατρίκιο ή τον Λύκο, το αποσιωπά αυτό. Βεβαίως, ένα βιβλίο μπορεί να είναι παραλλαγή ενός άλλου χωρίς να το αναφέρει πουθενά. Στην εισαγωγή του, πάντως, ο Ιβάνωφ γράφει:
Όταν δημιουργήθηκε ο Παγκόσμιος Σιωνιστικός Οργανισμός (WZO), ο Λένιν, με την γνωστή του προνοητικότητα, σημείωνε αρκετές φορές πως ο Σιωνισμός ήταν ένα αντιδραστικό ρεύμα της εβραϊκής μπουρζουαζίας. [....] Ο σύγχρονος Σιωνισμός είναι η ιδεολογία, ένα πολύπλοκο σύστημα οργανώσεων, και η πρακτική πολιτικής της πλούσιας εβραϊκής μπουρζουαζίας, η οποία έχει συνδεθεί στενά με μονοπωλιακούς κύκλους στις ΗΠΑ και άλλες ιμπεριαλιστικές χώρες. Το βασικό περιεχόμενο του Σιωνισμού είναι ο πολεμοχαρής σωβινισμός και ο αντικομμουνισμός (σελ. 7).
Ασφαλώς, στα μάτια του κυρίου Ψαρρά αυτό είναι "αντισημιτισμός", άσχετα από το γεγονός ότι το βιβλίο του Ιβάνωφ αφορά αποκλειστικά τον Σιωνισμό ως σωβινιστικό, ιμπεριαλιστικό και αντικομμουνιστικό ρεύμα της εβραϊκής αστικής τάξης και όχι τους Εβραίους γενικώς και αορίστως. Η κριτική στον ρατσισμό, τον σωβινισμό και τον ιμπεριαλισμό που επιδεικνύονται στα πλαίσια της σιωνιστικής ιδεολογίας είναι, για τον κύριο Ψαρρά --καθόλου πρωτότυπα-- η ίδια ρατσιστική.

Ρατσιστική λοιπόν βρίσκει αναμφίβολα ο κύριος Ψαρράς και μια απόφαση για την οποία δεν φαίνεται να κάνει λόγο, την απόφαση του ΟΗΕ υπαριθμόν 3379, του 1975, η οποία --surprise, surprise!-- ανακλήθηκε με πρωτοβουλία ΗΠΑ-Ισραήλ αμέσως μετά την πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού το 1991, προς μεγάλη τέρψιν, δεν αμφιβάλλω, του αντιρατσιστή κυρίου Ψαρρά. Η απόφαση του 1975, που είχε ψηφιστεί από 72 χώρες και καταψηφιστεί από 35 (ενώ 32 ψήφισαν λευκό), έλεγε, μεταξύ άλλων:
[...] Λαμβάνοντας επίσης υπόψη την απόφαση 77 (ΧΙΙ) που υιοθέτησε το Συμβούλιο Αρχηγών Κρατών και Κυβερνήσεων της Οργάνωσης της Αφρικανικής Ενότητας στην 12η συνεδρία της, που πραγματοποιήθηκε στην Καμπάλα από τις 28 Ιουλίου ως τις 1 Αυγούστου 1975, και η οποία θεώρησε πως "το ρατσιστικό καθεστώς στην κατακτημένη Παλαιστίνη και το ρατσιστικό καθεστώς στη Ζιμπάμπουε και την Νότια Αφρική έχουν κοινές ιμπεριαλιστικές πηγές, συναποτελώντας σύνολο, έχοντας την ίδια ρατσιστική δομή και συνδεόμενα οργανικά στην πολιτική τους, που έχει ως στόχο την καταστολή της αξιοπρέπειας και της ακεραιότητας του ανθρώπου" [...] αποφασίζει [ο ΟΗΕ] ότι ο Σιωνισμός είναι μορφή ρατσισμού και φυλετικών διακρίσεων.
Δυστυχώς, οι Αφρικανοί και οι Ασιάτες που υπερψήφισαν την απόφαση αυτή των Ηνωμένων Εθνών, και μαζί και ο Ιβανώφ, που δεν κάνει τίποτε άλλο από να υιοθετεί το σκεπτικό της στο δικό του κείμενο, έπασχαν --είναι προφανές!-- από "αντισημιτισμό" και από ελλιπή πληροφόρηση για τα αποκαλυπτικά και παιδαγωγικά πονήματα του κυρίου Δημήτρη Ψαρρά. Έπρεπε να συνετιστούν. Και συνετίστηκαν. Με λίγη βοήθεια από τον Τζορτζ Μπους τον πρεσβύτερο. Ναι, ναι, τον Τζορτζ Μπους, γιο του συνεργάτη των χρηματοδοτών των Ναζί Πρέσκοτ (συνέχεια), οικοδεσπότη του σφαγέα των Εβραίων Γιάροσλαβ Στέτσκο με τιμές ήρωα στην Ουάσινγκτον, και εμπνευστή της σφαγής των Ιρακινών επί "Καταιγίδας της Ερήμου" του 1990-91. Τι πάμε εμείς οι κόκκινοι και θυμόμαστε όμως!!!

Θα συνεχίσουμε σε άλλη ανάρτηση.

Εκ των υστέρων σημείωση:
[1] Με τη βοήθεια αναγνώστη, εντοπίστηκε ο Трофим Корнеевич Кичко, δυτική ορθογραφία Trofim Kitchko, συγγραφέας του Ο Ιουδαϊσμός χωρίς ωραιοποίηση του 1963 και του Ιουδαϊσμός και σιωνισμός του 1968. Μόνο που χάρη στον ίδιο αναγνώστη, εντοπίστηκε ακόμα η κριτική του ΚΚΣΕ στο πρώτο βιβλίο. Σε απόφασή του, το ΚΚΣΕ ανακοίνωσε ότι το βιβλίο "βρισκόταν σε αντίφαση με τη λενινιστική πολιτική του κόμματος σε θρησκευτικά και εθνικά ζητήματα, και δίνει απλώς τροφή στα αντισοβιετικά υπονοούμενα των ιδεολογικών εχθρών μας, οι οποίοι με κάθε κόστος προσπαθούν να δημιουργήσουν 'Εβραϊκό Ζήτημα'". Σύμφωνα με άλλο άρθρο στο Global Jewish News Source (Σεπτέμβρης του 1968),  η ΕΣΣΔ είχε απαγορεύσει το εν λόγω πρώτο βιβλίο του Kitchko, τον οποίο ο ραβίνος Israel Miller κατηγορεί, στα 1968, ως "συνεργάτη των Ναζί." Αν το γεγονός της δημοσίευσης του δεύτερου βιβλίου του Κίτσκο το 1968 είναι το τεκμήριο του "σοβιετικού αντισημιτισμού" που διοχετεύτηκε μέσω των εκδόσεων "Αναγνωστίδης" στην Ελλάδα το 1975 θα σας γελάσω.

Στάθηκε επίσης εφικτό να διαπιστωθεί, αφού βρέθηκε η σωστή ορθογραφία, ότι τα παραθέματα του "Πατρίκιου" και του κυρίου Ψαρρά από τα εν λόγω έργα είναι...μεταφράσεις από παραθέματα που δίνει η αγγλόφωνη wikipedia. Στην wikipedia, μητέρα κάθε σοβαρής ακαδημαϊκής μελέτης, οφείλεται και η εμφάνιση του "Εβγκένι Ευσέεφ", που δεν αναφέρεται πουθενά στην έκδοση του βιβλίου του Ιβάνωφ από την Progress Publishers το 1970 (το λινκ στη ρωσική έκδοση που δίνει η wikipedia δε βγάζει πουθενά). Πέφτει πολλή...έρευνα, βλέπω. Και προπάντων, σοβαρή έρευνα.

Τα συγχαρητήριά μου στις εκδόσεις Πόλις που δεν έχασαν το κελεπούρι.

Και πάλι για τον αντισημιτισμό, την ΕΣΣΔ και τον Δημήτρη Ψαρρά (ΙI)

Είπαμε, στο προηγούμενο μέρος αυτού του άρθρου, ότι το βιβλίο του Ιβάνωφ, στο οποίο αναφέρεται ο κύριος Ψαρράς μέσω πληροφοριών που αντλεί από τη Χρυσή Αυγή, και τελικά, από τη wikipedia --βιβλίο το οποίο κυκλοφόρησε στα αγγλικά το 1970 από την Progress Publishers της Μόσχας-- έγινε αρκετά γνωστό στη Δύση εξαιτίας της μετάφρασης.
Στις 29 Νοέμβρη του 1973, και σε απάντηση βιβλιοκρισίας στο βιβλίο του Ιβάνωφ, δημοσιεύτηκε στο New York Review of Books η ακόλουθη επιστολή της Ethel Dunn, την οποία μεταφράζω ολόκληρη.


Σοβιετικός αντισημιτισμός
της Ethel Dunn
Σε απάντηση στο:
"Πουλώντας αντισημιτισμό στη Μόσχα", στο τεύχος 16 Νοεμβρίου 1972 
Προς τους συντάκτες: 
Θα ήθελα να εκφράσω την σφοδρή μου διαμαρτυρία για την βιβλιοκρισία στο βιβλίο του Γιούρι Ιβάνωφ Προσοχή: Σιωνισμός! από τον Mikhail Agursky, στην οποία δώσατε τον τίτλο "Πουλώντας αντισημιτισμό στη Μόσχα" (16 Νοεμβρίου, 1972)…. 
1) Ο Agursky έχει χαλκεύσει και έχει διαστρεβλώσει τα περιεχόμενα του βιβλίου, και ο Reddaway έδειξε ανεπαρκή επαγγελματισμό, διότι δεν έλεγξε την αγγλική μετάφραση σε σχέση με το ρωσικό πρωτότυπο. Εγώ όμως την έλεγξα, και ανακάλυψα ότι οι σελίδες 141-164 της αγγλικής εκδοχής του Προσοχή: Σιωνισμός! δεν υπάρχουν στο ρωσικό βιβλίο του 1969 καν. Κρίνοντας από τα εσωτερικά τεκμήρια, οι σελίδες αυτές γράφτηκαν το 1970, κι έτσι η αγγλική εκδοχή είναι στην πραγματικότητα δεύτερη έκδοση, κατά βάση για εξαγωγή. Επιπρόσθετα, οι περισσότερες αντισημιτικές όψεις του βιβλίου βρίσκονται σ' αυτές τις σελίδες, πράγμα που δείχνει ότι ο αντισημιτισμός του Γιούρι Ιβάνοφ αντί να μετριαστεί απ' την μετάφραση υπερτονίστηκε. Ο συνηθισμένος αναγνώστης του NYRB θα δυσκολευόταν να ανακαλύψει από την βιβλιοκρισία του Agursky ότι το μεγαλύτερο μέρος του Προσοχή: Σιωνισμός! (τα τρία από τα πέντε κεφάλαια) δεν ασχολείται με τους Εβραίους της ΕΣΣΔ αλλά με τον Σιωνισμό, και ιδιαίτερα με τον πολιτικό σιωνισμό, ο οποίος εδραίωσε και συντηρεί το κράτος του Ισραήλ.  Οποιοσδήποτε αναγνώστης δεν ήθελε να εκμεταλλευτεί απλώς το βιβλίο ως μέσο για τις δικές του φιλοδοξίες, θα έπρεπε να ασχοληθεί με τον ισχυρισμό του Ιβάνωφ ότι οι Σιωνιστές συνεργάστηκαν με τους Ναζί και υποστηρίζουν τους δυτικογερμανούς Νεοναζί (σελ. 73-81, 149-151), καθώς και με την κατηγορία του ότι η πολιτική του Ισραήλ είναι ρατσιστική, όπως φαίνεται στο ζήτημα του ποιος είναι Εβραίος (σελ. 161-162), στην κατώτερη κοινωνική και οικονομική θέση των ανατολιτών Εβραίων του Ισραήλ (σελ. 103, 114), τη συμπεριφορά προς τους Άραβες, και τη στάση ακόμα και μικρών παιδιών ότι δεν είναι απλώς επιτρεπτό αλλά σωστό να εξαλείφεται ένα αραβικό χωριό (σελ. 37-38, 104-108). 
2) Δεν είναι καθόλου δεδομένο συμπέρασμα ότι όταν ο Ιβάνωφ λέει "Σιωνιστής" εννοεί "Εβραίος", και ένας σοβαρός κριτής του βιβλίου θα έπρεπε να είχε ασχοληθεί με το ερώτημα του αν το να είσαι αντι-Σιωνιστής (όπως αναμφίβολα είναι ο Ιβάνωφ)  σημαίνει ότι είσαι επίσης αντισημίτης. Αφιέρωσα το μεγαλύτερο τμήμα της καριέρας μου στην μελέτη της Σοβιετικής θρησκευτικής πολιτικής, και αυτό που ένιωσα εγώ ήταν ότι ο Ιβάνωφ γράφει στην κλαστική γλώσσα της σοβιετικής πολεμικής, μέσα σε μια ιδεολογική δομή η οποία δεν θα αναμενόταν να ανέχεται τη θρησκεία και δεν σκοπεύει να ανεχτεί την πολιτική διαφωνία. Μέσα σ' αυτό το μάλλον άκαμπτο πλαίσιο, ο Ιβάνωφ πρότεινε δύο μάλλον ενδιαφέροντα πράγματα: ότι οι ρίζες του αντισημιτισμού είναι οικονομικές και ότι ο εθνικισμός συντηρεί τον αντισημιτισμό.  
3) Ο Agursky χρησιμοποιεί τη βιβλιοκρισία για να προωθήσει τη δική του θέση πως η μοναδική λύση στο Εβραϊκό ζήτημα στην ΕΣΣΔ είναι να μεταναστεύσουν οι Εβραίοι στο Ισραήλ, θέση που βρίσκεται επικίνδυνα κοντά στην θέση των "Μαυροεκατονταρχιτών", για την οποία ισχυρίζεται πως επιβιώνει στην ΕΣΣΔ από την προεπαναστατική εποχή. Οι Μαυροεκατονταρχίτες, παρά τα όσα λέει ο μεταφραστής Reddaway, ήταν παραστρατωτική ομάδα με πολιτική οργάνωση και με τη σιωπηλή στήριξη τόσο του Τσάρου όσο και της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας. Οι Μαυροεκατονταρχίτες κατηγορούσαν τους ξένους για τα βάσανα της Ρωσίας, ιδιαίτερα δε τους Εβραίους, λέγοντας πως πρέπει "να πάνε από εκεί που ήρθανε." Αλλά αυτό που λέει ο Ιβάνωφ είναι ότι οι Εβραίοι ανήκουν εκεί που βρίσκονται, ότι δεν έχουν μία και μοναδική κουλτούρα (κάτι που ισχυρίζεται και ο ιστορικός  Salo Baron), και ότι χάνουν εντελώς το δρόμο τους όταν υποστηρίζουν οτιδήποτε άλλο από τον κομμουνιστικό διεθνισμό.   
4) Ο Agursky διαστρέβλωσε επίσης την πορεία της Ρωσικής Επανάστασης. Τα δύο πρώτα κεφάλαια του βιβλίου του Ιβάνωφ κάνουν πολύ ξεκάθαρο ότι πριν την επανάσταση, ο Σιωνισμός ήταν ισχυρός αντίπαλος της επανάστασης και ότι ανταγωνιζόταν την επανάσταση με στόχο την αφοσίωση του εβραϊκού προλεταριάτου. Το ζήτημα ήταν ποιος έπρεπε να ηγηθεί της επανάστασης. Οι Εβραίοι ήταν σημαντικό στοιχείο, γιατί οι μαρξιστές θεωρητικοί —οι Lenin, Trotsky, Stalin—συμφωνούσαν ότι βάσει εδάφους και γλώσσας, οι Εβραίοι δεν ήταν έθνος. Παρ' όλα αυτά, έπρεπε να παίξουν, και έπαιξαν, έναν σημαντικό ρόλο στην σοβιετική πολιτική για την εθνικότητα, μια πολιτική για την οποία ο Στάλιν παραδέχτηκε πως ήταν μόνο προσωρινή. Σ' αυτή όμως τη φάση, η Σοβιετική πολιτική για την εθνικότητα έχει σχεδόν πλήρως αφομοιωθεί...
Ethel Dunn
ΕΣΣΔ, Berkeley, California
Όπως βλέπετε, Ψαράδες υπήρχαν πάντα. Όπως και θολά νερά. Και ψάρια επίσης.

Τα "Μαύρα Τετράδια" του Χάιντεγκερ αποκαλύπτουν ότι ο αντισημιτισμός ήταν στον πυρήνα της φιλοσοφίας του


Τα "Μαύρα Τετράδια" του Χάιντεγκερ αποκαλύπτουν ότι ο αντισημιτισμός ήταν στον πυρήνα της φιλοσοφίας του
Νέα δημοσίευση δείχνει ότι ο μεγάλης επίδρασης φιλόσοφος έβλεπε τον "παγκόσμιο Ιουδαϊσμό" ως υπεύθυνο για την απανθρωπιά της νεωτερικότητας
Phillip Ottermann, Βερολίνο
The Guardian, 13 Μαρτίου 2014
Μτφρ.: Lenin Reloaded

Θεωρείται ευρέως ένας από τους σημαντικότερους φιλοσόφους της Ευρώπης στον 20ο αιώνα, του οποίου τα γραπτά ενέπνευσαν κάποιους από τους σημαντικούς στοχαστές της σύγχρονης εποχής. Τέσσερις όμως δεκαετίες μετά τον θάνατο του Μάρτιν Χάιντεγκερ, οι μελετητές στη Γερμανία και τη Γαλλία ρωτούν αν οι αντισημιτικές τάσεις του συγγραφέα του Είναι και χρόνος ήταν βαθύτερες από ό,τι ως τώρα θεωρούνταν.

Η συμπάθεια του φιλοσόφου για το Ναζιστικό καθεστώς έχει τεκμηριωθεί επαρκώς στο παρελθόν: ο Χάιντεγκερ έγινε μέλος του κόμματος το 1933 και παρέμεινε μέλος μέχρι το τέλος του Β Παγκοσμίου Πολέμου. Αλλά προηγουμένως, οι αντισημιτικές ιδέες θεωρούνταν ως κάτι που επιμόλυνε μάλλον τον χαρακτήρα του παρά ακουμπούσε τον πυρήνα της φιλοσοφίας του -- ακόμα και από Εβραίους στοχαστές όπως η Χάνα Άρεντ και ο Ζακ Ντεριντά, οι οποίοι ανέφεραν το χρέος που είχαν στον Χάιντεγκερ.
Η δημοσίευση, αυτή την εβδομάδα, των Μαύρων Τετραδίων (ενός είδους φιλοσοφικού ημερολογίου, το οποίο ο Χάιντεγκερ ζήτησε να μην δημοσιευτεί μέχρι να τελειώσει το πλήρες του έργο) αμφισβητεί αυτή την άποψη. Στη Γαλλία, οι αποκαλύψεις οδήγησαν σε έντονη αντιπαράθεση, καθώς διέρρευσαν στα ΜΜΕ αποσπάσματα τον περασμένο Δεκέμβρη, ενώ κάποιοι μελετητές του Χάιντεγκερ προσπάθησαν ακόμα και να σταματήσουν τη δημοσίευση των τετραδίων. 
Στη Γερμανία, ένας κριτικός σημείωσε πως θα ήταν "δύσκολο να υπερασπίσει κανείς" την σκέψη του Χάιντεγκερ μετά τη δημοσίευση των τετραδίων, ενώ ένας άλλος ήδη αποκάλεσε τις αποκαλύψεις "Βατερλώ" για τη σύγχρονη ηπειρωτική φιλοσοφία  – αν και τα πλήρη τετράδια δεν είχαν άδεια αναδημοσίευσης από τον εκδότη ως τώρα. 
Τα πιο αμφιλεγόμενα εδάφια των Μαύρων Τετραδίων είναι μια σειρά στοχασμών από την αρχή του Β Παγκοσμίου Πολέμου ως το 1941. Ενώ κρατά αποστάσεις από τις φυλετικές θεωρίες των διανοουμένων των Ναζί, ο Χάιντεγκερ ισχυρίζεται ότι ο "παγκόσμιος Ιουδαϊσμός"  [Weltjudentum] αποτελεί έναν από τους βασικούς κινητήρες της δυτικής νεωτερικότητας, η οποία εκλαμβάνεται αρνητικά.
Ο "παγκόσμιος Ιουδαϊσμός", γράφει στα τετράδιά του ο Χάιντεγκερ, "είναι παντού κάτι το ανέγγιχτο και δεν χρειάζεται να εμπλακεί σε στρατιωτική δράση καθώς συνεχίζει να ξεδιπλώνει την επιρροή του, ενώ εμείς έχουμε αφεθεί να θυσιάσουμε το καλύτερο αίμα του καλύτερου κομματιού του λαού μας."
Σε άλλο εδάφιο, ο φιλόσοφος γράφει πως οι Εβραίοι, με το "ταλέντο τους για υπολογισμούς" αντιτέθηκαν τόσο σφοδρά στις φυλετικές θεωρίες των Ναζί επειδή "αυτοί οι ίδιοι έζησαν σύμφωνα με την φυλετική αρχή περισσότερο χρόνο."
Η έννοια του "παγκόσμιου Ιουδαϊσμού" προπαγανδίστηκε στα Πρωτόκολλα των Σοφών της Σιών, τη διαβόητη πλαστογραφία η οποία υποτίθεται πως αποκάλυπτε το εβραϊκό σχέδιο για παγκόσμια κυριαρχία. Ο Αδόλφος Χίτλερ επανέλαβε τη θεωρία συνωμοσίας ως δεδομένο στο Ο Αγών μου, και ο Χάιντεγκερ μοιάζει επίσης να υιοθετεί κάποιες από τις κεντρικές της μεταφορές.
"Ο Χάιντεγκερ δεν πήρε απλώς αυτές τις αντισημιτικές ιδέες, τις επεξεργάστηκε φιλοσοφικά. Δεν προστάτεψε τη σκέψη του από αυτές τις τάσεις", είπε στον Guardian ο επιμελητής των τετραδίων Peter Trawny.
Τα τετράδια δέιχνουν επίσης πως για τον Χάιντεγκερ, ο αντισημιτισμός συνέπιπτε σημαντικά με μια έντονη απέχθεια για την Αμερικανική και την Αγγλική κουλτούρα, καθώς τα έβλεπε από κοινού ως κινητήρες αυτού που ονόμαζε Machenschaft, όρο που μεταφράζεται είτε ως τέχνασμα είτε ως "κυριαρχία δια της χειραγώγησης." 
Σ' ένα εδάφιο, ο Χάιντεγκερ ισχυρίζεται ότι όπως ο φασισμός και ο "παγκόσμιος Ιουδαϊσμός", έτσι και ο Σοβιετικός κομμουνισμός και ο βρετανικός κοινοβουλευτισμός πρέπει να ιδωθούν ως μέρη του αυταρχικού, απάνθρωπου κινητήριου χαρακτήρα της δυτικής νεωτερικότητας: "Η αστική-Χριστιανική μορφή του Αγγλικού 'μπολσεβικισμού' είναι η πιο επικίνδυνη. Αν δεν καταστραφεί, η σύγχρονη εποχή θα μείνει ανέπαφη."
Σ' ένα σχεδόν παιγνιώδες σχόλιο για την αγγλική κουλτούρα, ο Χάιντεγκερ γράφει; "Τι άλλο συνεισέφερε η Αγγλία σε ό,τι αφορά την 'κουλτούρα' από την μηχανική και το μεταφυσικό στρώσιμο του δρόμου προς τον σοσιαλισμό;"
Ο Trawny, που διευθύνει το Ινστιτούτο Martin Heidegger, είπε ότι "σοκαρίστηκε" όταν ανακάλυψε τα αντισημιτικά εδάφια πριν ενάμιση χρόνο, αλλά ότι αποφάσισε να συνεχίσει τη δημοσίευση παρά την δυνητική ζημιά που αυτή θα δημιουργούσε στην υστεροφημία του φιλοσόφου. "Νομίζω ότι μπορούμε ακόμα να αντιμετωπίσουμε τον Χάιντεγκερ εποικοδομητικά", είπε. "Αυτές οι αποκαλύψεις θα βοηθήσουν αυτή τη διαδικασία."
Άλλοι φιλόσοφοι ισχυρίστηκαν πως οι νέες αποκαλύψεις δεν αποτελούν αδιάσειστο τεκμήριο αντισημιτισμού, και ότι δεν πρέπει να οδηγήσουν στην απόρριψη των άλλων γραπτών του Χάιντεγκερ, ακόμα κι αν ήταν τέτοια τεκμήρια. "Η φιλοσοφία αφορά το να μαθαίνεις να έχεις επίγνωση των προβλημάτων στη δική σου σκέψη εκεί όπου δεν υποπτεύεσαι πως υπάρχουν", είπε για τα τετράδια ο βρετανός φιλόσοφος Jonathan Rée.
"Τα σημαντικότερα γραπτά Χάιντεγκερ – και της φιλοσοφίας γενικά – δεν αποτελούν επιταγή να συμφωνήσεις με τη γνώμη που δίνεται, αλλά έκκληση σε όλους μας για περίσκεψη."
 

Η "Αυγή", ο "σταλινικός αντισημιτισμός" και η "δημιουργική" ιστοριογραφία (ολοκληρωμένο κείμενο)

 


Σιωνισμός, Αντισημιτισμός και η Αριστερά, συνέντευξη του Moishe ...

Σιωνισμός, Αντισημιτισμός και η Αριστερά, συνέντευξη του Moishe Postone

Eagainst: Μετάφραση της συνέντευξης του Moishe Postone από την ιστοσελίδα του περιοδικού Krisis. Οι υποσημειώσεις στο τέλος του κειμένου δικές μας.

Σιωνισμός, Αντισημιτισμός και η Αριστερά
Μια συνέντευξη με τον Moishe Postone

Από τον Martin Thomas, δημοσιευμένη στο περιοδικό “Solidarity” 3/166, 4 Φεβρουαρίου, 2010.
Ο Moishe Postone είναι μαρξιστής ακαδημαϊκός στο πανεπιστήμιο του Σικάγο. Ενώ ασχολείται εκτενώς με την πολιτική οικονομία του Μαρξ, υπήρξε επίσης καθοριστικός στην ανάπτυξη των θεωριών του «αριστερού αντισημιτισμού», όπου εξετάζονται οι τρόποι με τους οποίους οι θέσεις που υιοθετούνται από αριστερές ομάδες, ιδιαίτερα όσων αφορά το θέμα Ισραήλ/Παλαιστίνης, μπορούν να τροφοδοτήσουν, ή να βασίζονται σε, εχθρότητα προς τους Εβραίους. 
Ε: Για αρκετούς στην Αριστερά σήμερα, ο αντισημιτισμός φαίνεται να είναι απλά μια ακόμα μορφή ρατσισμού, ανεπιθύμητη μεν αλλά μέχρι τώρα δικαιολογημένα περιθωριακή, με εξέχουσα θέση  στην συζήτηση μόνο και μόνο επειδή η Ισραηλινή κυβέρνηση χρησιμοποιεί την κατηγορία του αντισημιτισμού προκειμένου να αποφύγει τις επικρίσεις που αντιμετωπίζει. Υποστηρίζεις, ωστόσο, ότι ο αντισημιτισμός είναι διαφορετικός από άλλες μορφές ρατσισμού, και ότι δεν είναι περιθωριακός σήμερα. Γιατί;
A:  Είναι αλήθεια ότι η Ισραηλινή κυβέρνηση χρησιμοποιεί την κατηγορία του αντισημιτισμού για να προστατευτεί από τις επικρίσεις. Αλλά αυτό δεν σημαίνει πως ο αντισημιτισμός δεν είναι αυτός καθ΄αυτός ένα σοβαρό πρόβλημα.
Ο τρόπος με τον οποίο διακρίνεται ο αντισημιτισμός, και πρέπει να διακρίνεται, από τον ρατσισμό, έχει να κάνει με κάποιου είδους φαντασιακού της δύναμης, η οποία αποδίδεται στους Εβραίους, στον Σιωνισμό και στο Ισραήλ, η οποία βρίσκεται στον πυρήνα του αντισημιτισμού. Οι Εβραίοι θεωρούνται πως συγκροτούν μια υπερβολικά ισχυρή, αφηρημένη, άυλη παγκόσμια μορφή εξουσίας η οποία κυριαρχεί στον κόσμο. Δεν υπάρχει τίποτα το παρόμοιο με αυτή την ιδέα στον πυρήνα άλλων μορφών ρατσισμού. Ο ρατσισμός σπανίως, απ΄όσο ξέρω, συγκροτεί ένα ολόκληρο σύστημα με το οποίο επιδιώκει να εξηγήσει τον κόσμο. Ο αντισημιτισμός είναι μια πρωτόγονη κριτική του κόσμου, της καπιταλιστικής νεωτερικότητας. Ο λόγος που τον θεωρώ ιδιαίτερα επικίνδυνο για την αριστερά είναι ακριβώς επειδή ο αντισημιτισμός έχει μια ψευδο-χειραφετησιακή διάσταση την οποία άλλες μορφές ρατσισμού σπανίως διαθέτουν.
E: Κατά πόσο πιστεύεις πως ο αντισημιτισμός σήμερα σχετίζεται με την αντιμετώπιση του Ισραήλ; Μας φαίνεται ότι ένα σκέλος της στάσης ορισμένων δυνάμεων της Αριστεράς προς το Ισραήλ χαρακτηρίζεται από αντισημιτικούς υπαινιγμούς. Πρόκειται για το σκέλος το οποίο επιθυμεί όχι μόνο την κριτική και την αλλαγή της Ισραηλινής κυβερνητικής πολιτικής προς τους Παλαιστίνιους αλλά την κατάργηση του Ισραήλ ως τέτοιου, και ενός κόσμου όπου όλα τα υπόλοιπα έθνη θα υπάρχουν αλλά όχι το Ισραήλ. Απ΄αυτή την άποψη, το να είσαι Εβραίος, το να αισθάνεσαι κάποια κοινή ταυτότητα με άλλους Εβραίους και άρα ως επί το πλείστον με τους Εβραίους του Ισραήλ, συνεπάγεται ότι είσαι «Σιωνιστής», πράγμα το οποίο είναι τόσο αποτρόπαιο όσο και το να είσαι ρατσιστής.
A: Πολλά πρέπει να διασαφηνιστούν εδώ. Υπάρχει ένα είδος μοιραίας σύγκλισης ενός αριθμού ιστορικών ρευμάτων στην μορφή του αντι-Σιωνισμού του παρόντος.
Το ένα, οι απαρχές του οποίου δεν είναι αναγκαία αντισημιτικές, έχει τις ρίζες του στην πάλη μεταξύ των μελών της Εβραϊκής ιντελιγκέντσιας στην Ανατολική Ευρώπη στις αρχές του 20ου αιώνα. Η πλειοψηφία των Εβραίων διανοουμένων – συμπεριλαμβανομένων και των κληρικών διανοουμένων – θεώρησε ότι μια κάποια μορφή συλλογικής ταυτότητας ήταν αναπόσπαστο μέρος της Εβραϊκής εμπειρίας. Αυτή η ταυτότητα άρχισε να ορίζεται όλο και περισσότερο ως εθνική δεδομένης της κατάρρευσης των πρότερων, αυτοκρατορικών μορφών συλλογικότητας – δηλαδή, όπως και οι παλιές αυτοκρατορίες, οι Αψβούργοι, οι Ρωμανόφ, και οι Πρωσικές αυτοκρατορίες. Οι Εβραίοι της Ανατολικής Ευρώπης – όπως έχει καθιερωθεί η αντίθεση προς τους Εβραίους της Δυτικής Ευρώπης – σε μεγάλο βαθμό θεωρούσαν ότι αποτελούν μια συλλογικότητα, όχι απλά μια θρησκεία.
Υπήρξαν διάφορες μορφές αυτής της Εβραϊκής εθνικής εξωτερίκευσης. Ο Σιωνισμός ήταν μια απ΄αυτές. Υπήρχαν άλλες, όπως οι εβραίοι πολιτιστικοί αυτονομιστές, και η Μπουντ, ένα αυτόνομο σοσιαλιστικό κίνημα Εβραίων εργατών, το οποίο ήταν αρκετά μεγαλύτερο από οποιοδήποτε απ΄τα άλλα κινήμματα, και το οποίο διαχωρίστηκε από το Ρώσικο Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα στις αρχές του 20ου αιώνα.
Από την άλλη πλευρά, υπήρχαν Εβραίοι, πολλοί απ΄αυτούς μέλη Κομμουνιστικών κομμάτων, ο οποίοι θεωρούσαν κάθε έκφραση περί Εβραϊκής ταυτότητας ως ανάθεμα για τις αντιλήψεις που είχαν για αυτό που εγώ θα αποκαλούσα αφηρημένες αντιλήψεις του Διαφωτισμού για την ανθρωπότητα. Για παράδειγμα, ο Τρότσκι, σε μια προηγούμενη φάση, αναφερόταν στη Μπουντ ως «εν ναυτία Σιωνιστές». Σημειώστε ότι η κριτική του Σιωνισμού εδώ δεν έχει καμία σχέση με την Παλαιστίνη ή την κατάσταση των Παλαιστινίων, δεδομένου ότι η Μπουντ είχε επικεντρωθεί  εξ ολοκλήρου στην αυτονομία εντός της Ρωσικής Αυτοκρατορίας και απέρριπτε τον Σιωνισμό. Μάλλον, η εξίσωση της Μπουντ και του Σιωνισμού εκ μέρους του Τρότσκι υπονοούσε μια απόρριψη κάθε μορφής Εβραϊκού κοινοτικού αυτοκαθορισμού. Ο Τρότσκι, νομίζω, αναθεώρησε μετέπειτα, αλλά αυτή η στάση του ήταν ιδιαίτερα χαρακτηριστική. Οι κομμουνιστικές οργανώσεις συνήθιζαν να εναντιώνονται πολύ έντονα σε κάθε είδους Εβραϊκό εθνικισμό, είτε επρόκειτο για πολιτιστικό εθνικισμό, πολιτικό εθνικισμό, ή Σιωνισμό. Αυτό είναι το ένα σκέλος του αντι-Σιωνισμού. Δεν είναι απαραίτητα αντισημιτικός, αλλά απορρίπτει τον Εβραϊκό συλλογικό αυτοκαθορισμό στο όνομα μιας αφηρημένης οικουμενικότητας. Ωστόσο, αρκετά συχνά, αυτή η μορφή αντι-Σιωνισμού είναι ασυνεπής – είναι διατεθειμένη να αναγνωρίσει την ελευθερία εθνικού αυτοκαθορισμού για τους περισσότερους λαούς, αλλά όχι για τους Εβραίους. Είναι σε αυτό το σημείο που αυτό που παρουσιάζεται ως αφηρημένα οικουμενικό γίνεται ιδεολογικό. Επιπλέον, το νόημα μιας τέτοιας αφηρημένης οικουμενικότητας αυτής καθ΄αυτής αλλάζει μαζί με το ιστορικό της πλαίσιο. Μετά το Ολοκαύτωμα και την δημιουργία του κράτους του Ισραήλ, αυτή η αφηρημένη οικουμενικότητα χρησιμεύει για να συγκαλύψει την ιστορία των Εβραίων στην Ευρώπη. Αυτό εκπληρώνει μια ιδιαίτερα χρήσιμη, ιστορικά «καθαιρετική» διπλή λειτουργία: η βία που διαπράχθηκε ιστορικά στους Εβραίους από τους Ευρωπαίους εξαλείφεται, την ίδια στιγμή η φρίκη της Ευρωπαϊκής αποικιοκρατίας αποδίδεται πλέον στους Εβραίους. Σε αυτή την περίπτωση, η αφηρημένη οικουμενικότητα που εκφράζεται από αρκετούς αντι-Σιωνιστές σήμερα γίνεται μια ιδεολογία της νομιμοποίησης η οποία βοηθά στο να συγκροτείται μια μορφή αμνησίας σχετικά με την μακρά ιστορία των πράξεων, των πολιτικών και των ιδεολογιών των Ευρωπαίων προς τους Εβραίους, συνεχίζοντας ουσιαστικά με αυτό τον τρόπο αυτή την ιστορία. Οι Εβραίοι έχουν γίνει και πάλι το μοναδικό αντικείμενο της Ευρωπαϊκής αγανάκτησης. Η αλληλεγγύη την οποία αισθάνονται οι περισσότεροι Εβραίοι προς άλλους Εβραίους, συμπεριλαμβανομένων και αυτών στο Ισραήλ –οπωσδήποτε κατανοητή μετά από το Ολοκαύτωμα – σήμερα επικρίνεται. Αυτή η μορφή αντι-Σιωνισμού έχει γίνει μια από τις βάσεις για ένα πρόγραμμα για την εξάλειψη του όποιου πράγματι υπαρκτού Εβραϊκού αυτοκαθορισμού. Συγκλίνει με κάποιες μορφές Αραβικού εθνικισμού – οι οποίες αναπαρίστανται πλέον ως μοναδικά προοδευτικές.
Ένα άλλο σκέλος του αριστερού αντι-Σιωνισμού – αυτή τη φορά βαθιά αντισημιτικό – εισήχθη από τη Σοβιετική Ένωση, ιδιαίτερα στις δίκες στην Ανατολική Ευρώπη μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Αυτό ήταν ιδιαίτερα δραματικό στην περίπτωση της δίκης του Σλάνσκι, όταν τα περισσότερα από τα μέλη της Κεντρικής Επιτροπής του Κομμουνιστικού Κόμματος Τσεχοσλοβακίας δικάστηκαν και στην συνέχεια εκτελέστηκαν. Όλες οι κατηγορίες εναντίων τους ήταν κλασικές αντισημιτικές κατηγορίες: ήταν ξεριζωμένοι, ήταν κοσμοπολίτες, και ήταν μέρος μιας γενικής παγκόσμιας συνωμοσίας. Επειδή στη Σοβιετική Ένωση δεν μπορούσαν να χρησιμοποιούν επίσημα μια αντισημιτική ρητορεία, άρχισαν να χρησιμοποιούν την λέξη «Σιωνιστής» σημαίνοντας ακριβώς αυτό που εννοούν οι αντισημίτες όταν μιλούν για Εβραίους. Αυτοί οι ηγέτες του ΚΚ Τσεχοσλοβακίας, οι οποίοι δεν είχαν καμία σχέση με τον Σιωνισμό – οι περισσότεροι απ΄αυτούς ήταν βετεράνοι του Ισπανικού Εμφυλίου Πολέμου – εκτελέστηκαν ως Σιωνιστές.
Αυτό το σκέλος του αντισημιτικού αντι-Σιωνισμού εισήχθη στην Μέση Ανατολή κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, εν μέρει από τις υπηρεσίες πληροφοριών χωρών όπως η Ανατολική Γερμανία. Μια μορφή αντισημιτισμού εισήχθη στην Μέση Ανατολή η οποία ήταν «νόμιμη» για την αριστερά, και αυτή ήταν ο αντι-Σιωνισμός.
Η προέλευσή της δεν έχει σχέση με το κίνημα εναντίον του Ισραηλινού οικισμού. Φυσικά, ο Αραβικός πληθυσμός της Παλαιστίνης αποδοκίμασε την Εβραϊκή μετανάστευση και αντέδρασε σε αυτή. Αυτό είναι πολύ κατανοητό. Αυτό από μόνο του δεν είναι βεβαίως αντισημιτικό. Αλλά αυτές οι εκφάνσεις αντι-Σιωνισμού συνέκλιναν ιστορικά.
Όσον αφορά το τρίτο σκέλος, υπήρξε μια αλλαγή τα τελευταία δέκα περίπου χρόνια, αρχίζοντας με το Παλαιστινιακό κίνημα καθαυτό, σε σχέση με την ύπαρξη του Ισραήλ. Για αρκετά χρόνια οι περισσότερες παλαιστινιακές οργανώσεις αρνούνταν την ύπαρξη του Ισραήλ. Το 1988, ωστόσο, η ΟΑΠ[1] αποφάσισε ότι θα δεχτεί την ύπαρξη του Ισραήλ. Η δεύτερη ιντιφάντα, η οποία άρχισε το 2000, ήταν πολιτικά πολύ διαφορετική από την πρώτη ιντιφάντα, και απαίτησε την ανατροπή της απόφασης αυτής.
Θεωρώ ότι πρόκειται για ένα θεμελιώδες πολιτικό λάθος, και πιστεύω ότι είναι αξιοσημείωτο και λυπηρό το γεγονός ότι η Αριστερά έχει παγιδευτεί σε αυτό και, ολοένα και περισσότερο, κάνει εκκλήσεις για την κατάργηση του Ισραήλ. Ωστόσο, στη Μέση Ανατολή σήμερα υπάρχουν περίπου τόσοι Εβραίοι όσοι είναι και οι Παλαιστίνιοι. Οποιαδήποτε στρατηγική βασισμένη σε αναλογίες με καταστάσεις όπως αυτές που επικρατούν στην Αλγερία ή την Νότια Αφρική απλά δεν μπορεί να λειτουργήσει, για δημογραφικούς καθώς και για πολιτικούς και ιστορικούς λόγους.
Γιατί άραγε οι άνθρωποι δεν βλέπουν ποια είναι η κατάσταση σήμερα, και να προσπαθήσουν να βρουν αν υπάρχει κάποιο είδος λύσης σε αυτό που ουσιαστικά είναι μια εθνική σύγκρουση και που θα μπορούσε να οδηγήσει σε προοδευτικές πολιτικές; Το να υπάγουμε την σύγκρουση αυτή στην κατηγορία της αποικιοκρατίας δηλώνει ότι παραγνωρίζουμε την κατάσταση. Σε αντίθεση με αυτούς που υπάγουν τις προοδευτικές πολιτικές στα πλαίσια των εθνικών αγώνων, πιστεύω ότι εφόσον η διαμάχη είναι επικεντρωμένη στην ύπαρξη του Ισραήλ και σε αυτή της Παλαιστίνης, οι προοδευτικοί αγώνες υπονομεύονται. Εκείνοι που θεωρούν τον αγώνα ενάντια στην ύπαρξη του Ισραήλ προοδευτικό υιοθετούν κάτι το αντιδραστικό το οποίο θεωρούν ως προοδευτικό.
Κατά την τελευταία δεκαετία σημειώθηκε μια συντονισμένη καμπάνια από ορισμένους Παλαιστινίους, η οποία μεταπήδησε στην Δύση από την αριστερά, με στόχο να θέσει την ύπαρξη του Ισραήλ ξανά ως κεντρικό ζήτημα. Μεταξύ άλλων, αυτό έχει ως αποτέλεσμα τν ενίσχυση της δεξιάς στο Ισραήλ. Μεταξύ του 1967 και του 2000, η αριστερά στο Ισραήλ υποστήριζε ότι αυτό που ζητούσαν οι Παλαιστίνιοι ήταν το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση, και ότι η άποψη της δεξιάς ότι οι τελευταίοι ήθελαν να εξαφανίσουν το Ισραήλ ήταν σκέτη φαντασίωση. Δυστυχώς, το 2000 αυτή φαντασίωση φάνηκε  πως δεν ήταν τελικά τέτοια, κάτι το οποίο ενίσχυσε αφάνταστα την δεξιά στις προσπάθειές της να αποτρέψει δημιουργία ενός Παλαιστινιακού κράτους. Η Ισραηλινή δεξιά και η δεξιά της Παλαιστίνης ενισχύουν η μία την άλλη, και η αριστερά στην Δύση υποστηρίζει αυτό που εγώ θεωρώ ως Παλαιστινιακή Δεξιά, τους ακραίους εθνικιστές και τους Ισλαμιστές.
Η ιδέα ότι κάθε έθνος, εξαιρουμένων των Εβραίων, πρέπει να έχει το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση προέρχεται πράγματι από τη Σοβιετική Ένωση. Αρκεί να διαβάσει κανείς τις θέσεις του Στάλιν σχετικά με το ζήτημα της εθνικότητας.
Ε: Το άλλο περίεργο σχετικά με ορισμένες στάσεις της αριστεράς του παρόντος  προς το Ισραήλ είναι η προβολή πάνω στο Ισραήλ μιας τεράστιας και μυστηριώδους εξουσίας. Για παράδειγμα, συχνά λαμβάνεται αξιωματικά ότι το Ισραήλ είναι η κυρίαρχη δύναμη στην Μέση Ανατολή, και προβάλλεται συχνά το επιχείρημα ότι το Ισραήλ έχει τεράστια επιρροή στις ηγετικές κλίκες των ΗΠΑ και της Βρετανίας.
A: Το Ισραήλ απέχει πολύ απ΄το να είναι τόσο ισχυρό όσο το χρεώνουν. Εν τούτοις υπάρχουν άνθρωποι όπως ο τωρινός και ο πρώην συνάδελφός μου στο Πανεπιστήμιο του Σικάγο, o John Mearsheimer και ο Stephen Walt, οι οποίοι στηρίζονται ένθερμα από κύκλους στο Ηνωμένο Βασίλειο, και οι οποίοι υποστηρίζουν ότι το μόνο πράγμα που καθοδηγεί την Αμερικάνικη πολιτική στην Μέση Ανατολή είναι το Ισραήλ, καθώς αυτή διαμεσολαβείται από Εβραϊκό λόμπυ. Διατυπώνουν αυτή την ισοπεδωτική θέση ελλείψει οποιασδήποτε σοβαρής προσπάθειας να αναλυθεί η Αμερικάνικη πολιτική στην Μέση Ανατολή από το 1945, η οποία σε καμία περίπτωση δεν μπορεί κατανοηθεί επαρκώς ως καθοδηγούμενη από το Ισραήλ. Έτσι, για παράδειγμα, αγνοούν εντελώς την Αμερικάνικη πολιτική προς το Ιράν τα τελευταία 75 χρόνια. Οι πραγματικοί πυλώνες της Αμερικάνικης πολιτικής στην Μέση Ανατολή μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν η Σαουδική Αραβία και το Ιράν. Αυτό έχει αλλάξει κατά τις τελευταίες δεκαετίες, και οι Αμερικάνοι δεν ξέρουν πώς να το αντιμετωπίσουν έτσι ώστε να διασφαλίσουν τα κράτη του Κόλπου για δικούς τους σκοπούς. Εν τούτοις έχουμε ένα βιβλίο γραμμένο από αυτούς τους δύο ακαδημαϊκούς οι οποίοι ισχυρίζονται ότι η Αμερικάνικη πολιτική στην Μέση Ανατολή καθοδηγείται κυρίως από το Εβραϊκό λόμπυ χωρίς να ενδιαφέρονται να αναλύσουν σοβαρά τις πολιτικές που ακολούθησαν οι Μεγάλες Δυνάμεις στην Μέση Ανατολή κατά τον 20ο αιώνα.
Υποστήριξα αλλού ότι τέτοιου είδους επιχειρηματολογία είναι αντισημιτική. Αυτό δεν έχει σχέση με την προσωπική στάση των ανθρώπων που εμπλέκονται, αλλά αυτό το είδος της τεράστιας και πλανητικής κλίμακας εξουσίας που αποδίδεται στους Εβραίους (όπως, στην προκειμένη περίπτωση, οι puppet-masters του καλοπροαίρετου, ημι-πνευματώδους, γίγαντα, Θείου Σαμ) είναι χαρακτηριστική στην μοντέρνα αντισημιτική σκέψη.
Γενικότερα αυτή η ιδεολογία αντιπροσωπεύει αυτό που εγώ αποκαλώ ως μια φετιχοποιημένη μορφή αντικαπιταλισμού.  Αυτό σημαίνει ότι η μυστηριώδης δύναμη του κεφαλαίου, η οποία είναι άυλη, καθολική, και η οποία αναταράσσει έθνη και περιοχές και τις ζωές των ανθρώπων, αποδίδεται στους Εβραίους. Η αφηρημένη κυριαρχία του καπιταλισμού είναι προσωποποιημένη με τους Εβραίους. Ο αντισημιτισμός είναι μια εξέγερση εναντίων του παγκόσμιου κεφαλαίου, παραγνωρισμένου όμως και ταυτιζόμενου με τους Εβραίους. Αυτή η προσέγγιση μπορεί επίσης να βοηθήσει στο να εξηγηθεί η διάδοση του αντισημιτισμού στη Μέση Ανατολή κατά τις τελευταίες δύο δεκαετίες. Δεν νομίζω ότι η επισήμανση και μόνο των δεινών των Παλαιστινίων προσφέρει μια ικανοποιητική εξήγηση. Από οικονομική άποψη, η Μέση Ανατολή έχει παρουσιάσει απότομη πτώση κατά τις τελευταίες τρεις δεκαετίες. Μόνο η υποσαχάρια Αφρική τα πήγε χειρότερα. Και αυτό προέκυψε σε μια εποχή όπου άλλες χώρες και περιοχές, οι οποίες θεωρούνταν ως μέρος του Τρίτου Κόσμου πενήντα χρόνια πριν, αναπτύσσονται ταχύτατα. Νομίζω πως ο αντισημιτισμός στην Μέση Ανατολή σήμερα αποτελεί μια έκφραση που δεν αφορά μόνο την διαμάχη του Ισραήλ με την Παλαιστίνη, αλλά αφορά και την αυξημένη γενική αίσθηση αδυναμίας υπό το πρίσμα αυτών των παγκόσμιων εξελίξεων.
Για την Γερμανική δεξιά έναν αιώνα πριν, η παγκόσμια κυριαρχία του κεφαλαίου θεωρούταν ταυτόσημη με αυτή των Εβραίων και της Βρετανίας. Τώρα η Αριστερά την θεωρεί ως την κυριαρχία του Ισραήλ και των Ηνωμένων Πολιτειών. Το μοτίβο σκέψης είναι το ίδιο. Έχουμε πλέον μια μορφή αντισημιτισμού η οποία φαίνεται να είναι προοδευτική και «αντι-ιμπεριαλιστική», κάτι το οποίο αποτελεί πραγματικό κίνδυνο για την Αριστερά.
Ο ρατσισμός αποτελεί σπάνια κίνδυνο για την Αριστερά. Η Αριστερά πρέπει να είναι προσεκτική στο θέμα του ρατσισμού, αλλά αυτό δεν απαιτεί μια διαρκή επαγρύπνηση καθώς ο ρατσισμός δεν έχει αυτή τη φαινομενική χειραφετησιακή διάσταση που έχει ο αντισημιτισμός.
Ε: Η συνταύτιση της παγκόσμιας καπιταλιστικής εξουσίας με τους Εβραίους και τους Βρετανούς πηγαίνει αρκετά πίσω από τους Ναζί σε τμήματα της Βρετανικής αριστεράς κατά την περίοδο των πολέμων των Μποερς[2] – όπου χαρακτηρίστηκαν ως ένας «Εβραϊκός Πόλεμος» – και στο λαϊκό κίνημα των ΗΠΑ στα τέλη του 19ου αιώνα.
A: Ναι, και αυτό επανέρχεται στις Ηνωμένες Πολιτείες τώρα. Τα λεγόμενα «κόμματα του τσαγιού», η λεγόμενη λαϊκή δεξιά οργή για την οικονομική κρίση, όλα αυτά έχουν σαφείς αντισημιτικές προεκτάσεις.
E: Έχεις υποστηρίξει ότι η ΕΣΣΔ και παρόμοια συστήματα δεν αποτελούσαν μορφές χειραφέτησης από τον καπιταλισμό, αλλά μορφώματα καπιταλισμού με επίκεντρο το κράτος. Προκύπτει επομένως ότι η γενικότερη στάση της υποστήριξης της ΕΣΣΔ απ΄τα αριστερά –μερικές φορές με πολύ κριτικό πνεύμα – ενάντια στις ΗΠΑ ήταν αυτοκαταστροφική. Έχεις αναφέρει παραλληλισμούς μεταξύ εκείνου του είδους αντι-ιμπεριαλισμού σήμερα ο οποίος τοποθετείται υπέρ της πολιτικής του Ισλάμ ως μιας δύναμης αντίθετης προς τις ΗΠΑ, και του παλαιού Ψυχρού Πολέμου. Ποια πιστεύεις πως είναι τα κοινά χαρακτηριστικά των δύο αυτών πολώσεων; Και ποιες οι διαφορές;
A: Οι διαφορές είναι ότι η παλαιότερη μορφή αντι-Αμερικανισμού ήταν συνδεδεμένη με την προώθηση της κομμουνιστικής επανάστασης στο Βιετνάμ, στην Κούβα κλπ. Ό,τι και αν πίστευε κάποιος για αυτό εκείνη την περίοδο, ή μπορούσε να θεωρήσει για αυτό εκ των υστέρων, η δικιά του αντίληψη ήταν ότι προωθούσε ένα χειραφετησιακό πρόταγμα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες επικρίθηκαν ισοπεδωτικά όχι απλά επειδή ήταν οι Ηνωμένες Πολιτείες και μια μεγάλη δύναμη, αλλά επιπλέον επειδή εμπόδιζαν την ανάδυση μιας περισσότερο προοδευτικής κοινωνικής τάξης πραγμάτων. Αυτή ήταν η αντίληψη αρκετών αλληλέγγυων προς το Βιετνάμ ή την Κούβα.
Σήμερα, αμφιβάλλω ότι ακόμη και οι άνθρωποι εκείνοι που διακηρύσσουν «Είμαστε όλοι Χεζμπολάχ» ή «Είμαστε όλοι Χαμάς» θα έλεγαν ότι αυτά τα κινήματα αντιπροσωπεύουν μια χειραφετησιακή κοινωνική τάξη. Αυτό που στην καλύτερη περίπτωση ενδιαφέρει πρωτίστως είναι μια Οριενταλιστική εκπραγμάτωση[3] των Αράβων και/ή των Μουσουλμάνων ως του Άλλου, δυνάμει του οποίου αυτού Άλλου, αυτή τη στιγμή, αυτή [η χειραφετησιακή κοινωνική τάξη] επιβεβαιώνεται. Είναι ακόμα μια ένδειξη της ιστορικής ανικανότητας εκ μέρους της αριστεράς, η αδυναμία της να καταλήξει σε οποιοδήποτε φαντασιακό για το πώς θα μπορούσε μοιάζει μια μετα-καπιταλιστική κοινωνία. Υπό την έλλειψη οποιουδήποτε οράματος για ένα μετα-καπιταλιστικό μέλλον, αρκετοί έχουν αντικαταστήσει στην θέση του μια πραγμοποιημένη ιδέα της «αντίστασης» σε βάρος οποιασδήποτε ιδέας για μετασχηματισμό. Οτιδήποτε «αντιστέκεται» στις Ηνωμένες Πολιτείες εκλαμβάνεται ως θετικό. Θεωρώ πως αυτή είναι μια εξαιρετικά προβληματική μορφή σκέψης.
Ακόμα και κατά την προηγούμενη περίοδο – όταν υπερίσχυε η αλληλεγγύη προς το Βιετνάμ, την Κούβα κλπ – νομίζω πως η διαίρεση του πλανήτη σε δύο στρατόπεδα είχε πολύ αρνητικές συνέπειες για την αριστερά. Η αριστερά πολύ συχνά βρέθηκε στην θέση του να είναι το είδωλο των Δυτικών εθνικιστών.
Αρκετοί στην αριστερά έγιναν εθνικιστές της άλλης πλευράς. Οι περισσότεροι απ΄αυτούς – υπήρξαν κάποιες σημαντικές εξαιρέσεις – ήταν εξαιρετικά απολογητικοί σχετικά με αυτά που γινόντουσαν στα κομμουνιστικά κράτη. Η κριτική τους ματιά είχε αμβλυνθεί. Αντί να αναπτύξουν μια μορφή διεθνισμού που να ήταν επικριτική για όλες τις υφιστάμενες σχέσεις, οι αριστεροί έγιναν υποστηριχτές της μιας πλευράς σε μια άλλη έκδοση του Μεγάλου Παιχνιδιού[4].
Αυτό είχε καταστροφικές συνέπειες στις κριτικές ικανότητες της αριστεράς – και όχι μόνο στην περίπτωση των Κομμουνιστών. Είναι βλακώδες ότι ο Μισέλ Φουκώ πήγε στο Ιράν και θεώρησε ότι η επανάσταση των μουλάδων έχει ορισμένες προοδευτικές διαστάσεις.
Ένα πράγμα που κατέστησε την φαντασίωση των «δύο στρατοπέδων» ελκυστική είναι ότι οι Κομμουνιστές στην Δύση έτειναν να είναι ιδιαίτερα προοδευτικοί άνθρωποι – πολύ γενναίοι, συνήθως – οι οποίοι υπέφεραν για τις απόπειρές τους να δημιουργήσουν, κατά την άποψή τους, μια περισσότερο ανθρώπινη και προοδευτική ή ακόμα και σοσιαλιστική κοινωνία. Αυτοί οι άνθρωποι είχαν χειραγωγηθεί πλήρως, αλλά, εξαιτίας του διττού χαρακτήρα του Κομμουνισμού, ήταν ιδιαίτερα δύσκολο για ορισμένα άτομα να το δουν αυτό. Τα τμήματα της Σοσιαλδημοκρατικής αριστεράς που αντιτίθεντο σε αυτούς τους Κομμουνιστές και που είχαν δει πως αυτοί χειραγωγούνταν έγιναν μετέπειτα ιδεολόγοι του ψυχροπολεμικού φιλελευθερισμού.
Δεν νομίζω πως η αριστερά έπρεπε να πάει με το μέρος και των δύο πλευρών αυτού του χάσματος. Αλλά πιστεύω επίσης πως η κατάσταση για την αριστερά σήμερα είναι χειρότερη.
[1] ΟΑΠ: Οργάνωση για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης [2] Συρράξεις μεταξύ Άγγλων και Ολλανδών αποίκων στην Νότια Αφρική στα τέλη του 19ου αιώνα. [3] reification στο αγγλικό. Σε αυτό το σημείο έχει μεταφραστεί ως «εκπραγμάτωση». Ποιο κάτω ως «πραγμοποίηση». Και οι δύο όροι χρησιμοποιούνται για αυτή τη λέξη. [4] The Great Game: Η διαμάχες μεταξύ της Ρωσικής και της Βρετανικής αυτοκρατορίας στις αρχές του 19ου αιώνα μέχρι και τα μέσα του 20ου (έλαβε τέλος στον 2ο Παγκόσμιο  Πόλεμο) για την επικυριαρχία στην Κεντρική Ασία.

Σύντομο URL: http://wp.me/pyR3u-aFm

Αντισιωνισμός είναι αντισημιτισμός - Προσωπική ιστοσελίδα Jean Cohen

22.10.2013
Ζαν Κοέν

Το 1814 στη Οδησσό συναντηθήκανε 3 άνθρωποι και αποφασίσανε πως ήρθε η ώρα να ελευθερώσουνε την πατρίδα τους, έτσι φτιάξανε μία οργάνωση (σήμερα θα τη λέγαμε αντιστασιακή ή απελευθερωτική και ίσως μερικοί να την λέγανε και τρομοκρατική.)

Επτά χρόνια μετά ξεκίνησε ο απελευθερωτικός πόλεμος της πατρίδας τους. Φυσικά η οργάνωση είναι η φιλική εταιρία και όπως όλες ανά τον κόσμο οι οργανώσεις είτε μυστικές είτε όχι είτε αντιστασιακές ή απελευθερωτικές είχαν μέλη από όλο το κοινωνικό φάσμα.

Έτσι στη Φιλική Εταιρία υπήρχαν κληρικοί όπως ο Γρηγόριος Δίκαιος (Παπαφλέσσας), Παλαιών Πατρών Γερμανός, ο Άνθιμος Γαζής για να αναφέρω μερικούς.  Η εταιρία είχε εφοπλιστές ή αν θέλετε καραβοκύρηδες όπως λεγόντουσαν τότε (Κουντουριώτιδες), μεγαλοκοτζαμπάσιδες  (Ζαϊμης Λόντος Νοταράς) εμπόρους  (αδελφοί Σέκερη), στρατιωτικοί (Βρατσάνος, Υψηλάντης) διανοούμενοι (Γεώργιος Γεννάδιος και φυσικά δεν έλλειπαν οι κλέφτες και οι αρματολοί (Νικηταράς Γιωργάκης Ολύμπιος.

Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι όλοι αυτοί ονειρεύονταν ο καθένας διαφορετικά την ανεξάρτητη Ελλάδα. Αλλά αυτό που η ΦΕ αντιπροσώπευε ήταν τον ΕΛΛΗΝΙΣΜΟ με την έννοια του Ελληνικού έθνους.

Στις 15 Οκτωβρίου 1894 στη Γαλλία ξεσπάει η υπόθεση Ντρέιφους . Μεταξύ των δημοσιογράφων που παρακολουθούν τη δίκη και τα πογκρόμ εναντίον των Εβραίων της Γαλλίας, είναι και ο νεαρός ανταποκριτής της Βιεννέζικης εφημερίδας Neue Freie Presse Θεόδωρος Χέρτσελ. Βλέποντας της βιαιότητες εναντίον των Εβραίων αποφασίζει και ιδρύει το Σιωνιστικό κίνημα με σκοπό την επιστροφή των απανταχού Εβραίων στη γη των προγόνων τους, την τότε Παλαιστίνη (αυτό που σήμερα ονομάζεται Ισραήλ και Δυτική όχθη). 

Όπως ήταν φυσικό στην οργάνωση εντάχθηκαν από υπέρ-ορθοδόξους Εβραίους μέχρι άθεους από άκρο-δεξιούς μέχρι άκρο-αριστερούς και από διανοούμενους μέχρι στρατιωτικούς από οπαδούς της αστικής δημοκρατίας και μέχρι οπαδούς του της δικτατορίας του προλεταριάτου.  Και ο καθένας ονειρευόταν το Ισραήλ με διαφορετικό τρόπο.

Άλλοι θέλανε ένα Ισραήλ  σε βιβλικό στυλ με Βασιλιά και με τον Ναό του Σολόμωντα να ξαναχτίζεται ενώ ο λαός θα ήταν γεωργοί και ψαράδες. Άλλοι ήθελαν ένα Ισραήλ που να θυμίζει την Κεντρική Ευρώπη όπου οι Ραβίνοι θα ήταν το κέντρο του κράτους. Άλλοι πάλι ήλπιζαν σε μια αστική δημοκρατία τύπου Αμερικής ενώ άλλοι ήλπιζαν να εφάρμοσαν τη θεωρεία του Μαρξ εξ ου και τα κιμπούτς.

Παρ' όλες όμως τις διαφορές όλοι θέλανε ένα κράτος στην Παλαιστίνη και όλοι τους ήταν σιωνιστές. Με άλλα λόγια ο Σιωνισμός είναι το εθνικό κίνημα μεν του Ισραήλ, αλλά δεν είναι παρά ένα επίθετο αφού υπάρχουν Σιωνιστές θρησκευόμενοι, Σιωνιστές  δεξιοί, Σιωνιστές αριστεροί  κοκ. 

Όταν λοιπόν, είσαι αντισιωνιστής στην ουσία είσαι εναντίον των Εβραίων να έχουν δικό τους κράτος και φυσικά ανακύπτει το ερώτημα αν δεν έχουν κράτος που τους θέλουν οι αντισιωνιστές; Στην Ευρώπη και στη διασπορά για να τους κυνηγάνε;

Φανταστείτε να σας πει κάποιος «δεν είμαι ανθέλληνας απλώς είμαι εναντίον του Ελληνισμού όπως εκφράστηκε από την Φιλική Εταιρία» προφανώς θα θεωρείτο ή ανίδεος ή τρελός ή το πιθανότερο, και σωστότερο, ανθέλληνας.

Ο αντισιωνισμός μαζί με τον αντισημιτισμό είναι τα δύο μεγαλύτερα ρατσιστικά κινήματα στον κόσμο διότι στην ουσία θέλουν την εξαφάνιση των Εβραίων. Ο αντισιωνισμός είναι ρατσισμός διότι δεν επιτρέπει στους Εβραίους να έχουν δικό τους κράτος, όπως έχουν οι Γάλλοι ή θέλουν για του Παλαιστίνιους. Με άλλα λόγια θέλουν την εξαφάνιση των Εβραίων που μένουν στο Ισραήλ.

Και έρχομαι στην Ευρώπη και στην αναγέννηση του αντισημιτισμού με το πρόσχημα του αντισιωνισμού.

Σε άρθρο του στην Καθημερινή την 25η Μαΐου του 2011 ο Πάσχος Μανδραβέλης  λέει τα εξής:

Ο σιωνισμός είναι ο πιο αντιδημοφιλής εθνικισμός στον κόσμο. Αντισιωνιστές δηλώνουν όλοι. Δηλαδή, είναι κατανοητό να θάλλει ο αντισιωνισμός στη Μέση Ανατολή (στα εδάφη που διεκδικούν οι Αραβες αποφάσισε ο ΟΗΕ να δημιουργηθεί το Ισραήλ), αλλά είναι ακατανόητο να φουντώνει ο αντισιωνισμός στην Ευρώπη. Και όμως! Αν μετρήσουμε τις δηλώσεις διάφορων «διανοούμενων», πολιτικών και λοιπών, θα διαπιστώσουμε ότι πρέπει να υπάρχουν περισσότεροι αντισιωνιστές στη Δύση, απ’ όσους υπάρχουν στην Παλαιστίνη. Αυτό μπορεί να εξηγηθεί με τρεις τρόπους. Πρώτον: μπορεί αυτοί που δηλώνουν αντισιωνιστές να είναι πολύ στενοχωρημένοι που οι Εβραίοι απέκτησαν πατρίδα και τους εγκατέλειψαν μόνους τους. Δεύτερον: μπορεί να θεωρούν ότι η δημιουργία του Ισραήλ είναι μέρος μιας παγκόσμιας συνωμοσίας, κάτι σαν τις συνωμοσίες που φαντάστηκαν οι συγγραφείς των «Πρωτοκόλλων». Ή -τρίτον- μπορεί απλώς να μην ξέρουν τι τους γίνεται· έχουν καταπιεί αμάσητα τα στερεότυπα και, δίχως να καταλαβαίνουν, τα αναπαράγουν.[1]

Και συνεχίζει στο ίδιο άρθρο:

Οι πρώτοι μάλλον δεν υπάρχουν. Οι δεύτεροι είναι αντισημίτες και οι τρίτοι είναι αντισημίτες με τον φερετζέ του αντισιωνιστή. Γιατί, π.χ., δεν δηλώνουν αντιβασκιστές και είναι αντισιωνιστές;

Και για του λόγου τω αληθές σας θυμίζω τις δηλώσεις Θεοδωράκη (Νοέμβριο 2003) ο οποίος λέγοντας πως είναι αντισιωνιστής μας είπε πως «στη ρίζα του κακού είναι οι Εβραίο». Και για να μη υπάρχει καμία αμφιβολία ότι είναι αντισημίτης μίλησε για τους πατριάρχες Αβραάμ Ισαάκ Ιακώβ. Δεν μίλησε για τους  Ισραηλινούς  Μπεν Γκουριόν ή τον Εχούντ Μπαράκ ή τον Βενιαμή Νετανιάχου. Μίλησε εναντίον των Πατριαρχών της Εβραϊκής θρησκείας.

Όπως λέει και ο Judea Pearl σε άρθρο του στην ιστοσελίδα Cif Wαtch στις 19.3.2012

Η "Εβραϊκότητα" είναι κάτι περισσότερο από μια απλή θρησκεία. Πρόκειται για ένα περίπλοκο και αλληλένδετο μείγμα καταγωγής, θρησκείας, ιστορίας, κράτους, πολιτισμού, παράδοσης, συμπεριφοράς, εθνότητας και εθνικότητας και δεν χρειάζεται ν’ απολογούμαστε που δεν ταιριάζουμε επακριβώς στα τυποποιημένα καλούπια των ταξινομήσεων των βιβλίων - δεν επιλέξαμε την πολυτάραχη ιστορία μας.[2]

Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί κάποιος να ασκήσει κριτική στο κράτος του Ισραήλ. Όχι μόνο μπορεί, αλλά είναι επιβεβλημένο, διότι όπως όλα τα κράτη στον κόσμο έτσι και το Ισραήλ ούτε άγιο είναι ούτε καθαρό. Έχει κάνει και εξακολουθεί και κάνει πολλά λάθη, βλακείες και ανήθικα πράγματα είτε σαν κυβέρνηση είτε αδιαφορώντας για τον τρόπο που οι έποικοι π.χ. συμπεριφέρονται στους Παλαιστίνιους. 

Αλλά αυτό μπορεί να γίνει χωρίς να κατηγορηθεί κάποιος για αντισημιτισμό. Επιτρέψτε μου δύο παραδείγματα: Το πρώτο παράδειγμα είναι ο συνάδελφος Νικόλας Βουλέλης. Τα τελευταία 30 χρόνια ο Νικόλας Βουλέλης είναι ο μεγαλύτερος πολέμιος της πολιτικής του Ισραήλ, ποτέ όμως δεν κατηγορήθηκε από κανέναν για αντισημιτισμό.[3]

Το δεύτερο παράδειγμα είναι ο πρώην υφυπουργός Εσωτερικών Νίκος Μπίστης, ο οποίος επίσης είναι κριτικός  έναντι της πολιτικής του Ισραήλ αλλά ούτε αυτός έχει κατηγορηθεί ποτέ για αντισημιτισμό.[4] 
Πως κρύβουν το αντισημιτισμό τους η δεξιά και η αριστερά.Εβδομήντα χρόνια μετά την Ναζιστική λαίλαπα η λέξη Ναζί θεωρείται ακόμα βρώμικη λέξη. Για παράδειγμα πάρτε την Χρυσή Αυγή. Πόσες φορές την έχουμε ακούσει να λέει ότι απορρίπτει μετά βδελυγμίας το Ναζισμό και τον αντισημιτισμό, και ότι ο χαιρετισμός με το χέρι τεντωμένο είναι Ελληνικός χαιρετισμός (οι ποιο ηλίθιοι μιλάνε για αρχαίο Ελληνικό χαιρετισμό). 
Βλέπεται το να είναι κανείς αντισημίτης δεν είναι πρέπον και πολιτικά ορθό, αλλά μπορεί άνετα να είναι αντισιωνιστής, διότι ο αντισιωνισμός είναι εναντίον του κράτους του Ισραήλ (όχι της κυβέρνησης) και φυσικά όχι των Εβραίων, σαν να κατοικούν στο Ισραήλ ότι άλλο θέλετε εκτός από Εβραίους.  
Το μεγάλο όμως αίσχος δεν είναι η ναζιστική-φασιστική δεξιά που τουλάχιστον λέει ξεκάθαρα ποια είναι η ιδεολογία της. Το μεγάλο αίσχος είναι λεγόμενη αριστερά που στην προσπάθεια της να κρύψει τον αντισημιτισμό της μιλάει για αντισιωνισμό. 
Όσοι γνωρίζουν από ιστορία θα ξέρουν ότι οι Εβραίοι της κομμουνιστικής Ευρώπης υπέφεραν ουκ ολίγα κάτω από τη δικτατορία του προλεταριάτου. Από τη δίκη των γιατρών το 1946 στη Μόσχα μέχρι τη δεκαετία του 80 που οι ΗΠΑ αναγκάστηκε να περάσει νόμο ότι δεν θα πουλούσε σιτηρά στην Σ.Ε. αν δεν άφηνε του Εβραίους της να φύγουν. 
Έτσι η αριστερά καμουφλάρισε τον αντισημιτισμό της. Προβάλει τον αντισημιτισμό της  ποιο κόσμια. Είναι εναντίον του Σιωνισμού (δηλαδή του κράτους όχι της κυβερνητικής πολιτικής) διότι παραβιάζει ανθρώπινα δικαιώματα σε όλα τα επίπεδα, και ως  εκ τούτου συντάσσεται με χώρες που έχουν άψογο ιστορικό ανθρωπίνων δικαιωμάτων όπως η Λιβύη, Αίγυπτος Ιράν, Ιράκ, Συρία, Χαμάς και Χιζμπολάχ για να αναφέρω μόνο μερικά κράτη της περιοχής.  
Όπως είπα και στην αρχή, μπορείς να ασκήσεις δριμύτατη κριτική εναντίον της Ισραηλινής κυβερνητικής χωρίς να κατηγορηθείς για αντισημιτισμό. Αν όμως είσαι αντισιωνιστής δεν είσαι τίποτα λιγότερο από γνήσιος αντισημίτης που κρύβεται πίσω από τον αντισιωνισμό. 
Κάτι για να παραφράσω μία λαϊκή παροιμία «Ο αντισιωνισμός είναι ο φερετζές του αντισημίτη». 

Του Αμπραβανέλ                                                                                                                                                                         
21.9.08 

Ενας μικρός πρόλογος…

Διοικητής: Εσύ παιδί μου είσαι ιουδαίος, σωστά;
Εγώ. Μάλιστα, απλώς να σας αναφέρω οτι για το κράτος είμαι “ισραηλίτης”. Το αναφέρω απλώς για την ορκωμοσία.
Δ. Μην ανησυχείς για την ορκωμοσία, είχαμε και έναν άλλο από εσάς πέρσι αν και εκείνος ήταν ιουδαίος και όχι ισραηλίτης
Ε. Μα το ίδιο πράγμα είναι κ.διοικητά
Δ. Καλά, καλά - δε με απασχολούν οι δογματικές σας διαφορές μεταξύ σας. (ιουδαίων και ισραηλιτών όπως κατάλαβα μετά αφού τα θεωρούσε διαφορετικά δόγματα όπως καθολικοί και ορθόδοξοι).
Ε. (…)
Διάλογος μεταξύ του διοικητή του Κέντρου Εκπαίδευσής Νεοσυλλέκτων και εμένα
” …Κεντρικό Ισραηλινό Συμβούλιο… “
Γ.Καρατζαφέρης σε τηλεοπτική εκπομπή (αντί για Κεντρικό Ισραηλιτικό Συμβούλιο)
Αυτά είναι δυο παραδείγματα για τη τεράστια σύγχυση που υπάρχει στην Ελλάδα μεταξύ των εννοιών “εβραίος”, “ισραηλίτης”, “ισραηλινός”, “ιουδαίος”. Αυτή η σύγχυση δεν περιορίζεται στον “αμόρφωτο” κόσμο, (βέβαια η έννοια αμόρφωτος έχει σχετική έννοια όταν έχουμε υποχρεωτική εκπαίδευση μέχρι το Γυμνάσιο), αλλά επεκτείνεται σε όλους τους τομείς της κοινωνίας. Πολλές φορές είναι προϊόν αθώας άγνοιας, όπως στο παράδειγμα του ανώτερου αξιωματικού που περιέγραψα. Άλλες φορές είναι μια συγκεκριμένη κακόβουλη προσπάθεια να γίνει σύγχυση των εννοιών ώστε να παρουσιαστούν οι εβραίοι έλληνες ως υπήκοοι ξένων κρατών ή οτι υιοθετούν εθνικούς και εθνοτικούς προσδιορισμούς διαφορετικούς από τους ελληνικούς, όπως θεωρώ ότι έκανε ο κ.Καρατζαφέρης. Και στο τέλος υπάρχουν οι περιπτώσεις ειλικρινούς ηλιθιότητας όπως η μεταφράστρια της ΕΤ3 που μεταφράζοντας ένα ξενόγλωσσο ντοκιμαντέρ για τη διαμάχη στη Μέση Ανατολή, αναφέρονταν διαρκώς στους “ισραηλινούς” ως “ισραηλίτες”, (γιατί δεν μπορώ να πιστέψω ότι έγινε επίτηδες και μεταφραστές, εκφωνητές και υπεύθυνοι της ΕΤ3 είχαν πονηρούς σκοπούς. οπότε επιλέγω να θεωρήσω ουσιαστικά κανείς δεν ελέγχει την ποιότητα των εκπομπών).

Βασικές έννοιες

Για να ξεκινήσουμε να ξεκαθαρίσω οτι οι έννοιες “εβραίος”, “ισραηλίτης” και “ιουδαίος” ταυτίζονται απόλυτα σήμερα. Δηλαδή είναι διαφορετικές λέξεις που εκφράζουν τον ίδιο άνθρωπο, αν και η ιστορική προέλευση της κάθε λέξης είναι διαφορετική.
Εβραίος: Προέρχεται από την εβραική ρίζα “ivri/hever” που σημαίνει “περνάω πέρα” και αναφέρεται στο πέρασμα του Ιορδάνη Ποταμού από τους Εβραίους κατά την Εξοδο από την Αίγυπτο προς στην Γη της Χαναάν (άλλοι ισχυρίζονται οτι αφορά το πέρασμα από τον Ευφράτη όταν ο Αβραάμ μεταναστεύσε από την Μεσσοποταμία). Αναφέρεται στο οποιοδήποτε άτομο που πιστεύει στην εβραική θρησκεία ή αναγνωρίζει τον εαυτό του στο σύνολο των θρησκευτικών και πολιτισμικών παραδόσεων του εβραικού πολιτισμού.
“Είμαι ελληνικής καταγωγής, έλληνας υπήκοος, εβραϊκού θρησκεύματος”.
Ισραηλίτης: Ακριβές συνώνυμο του “εβραίος”. Η μετάφραση είναι: “αυτός που ανήκει στο λαό που κατάγεται από τον Ιακώβ”. Ο Ιακώβ μετά από μια πάλη με τον Θεό άλλαξε το όνομα σε Ισραήλ, (σημαίνει “ο Θεός τον ενδυνάμωσε”) και έτσι έχουμε τους ισραηλίτες - τους απογόνους του Ιακώβ.
Στην Παλαιά Διαθήκη/Τορά όταν μιλάμε για τον Λαό του Ισραήλ (αν και η αυθεντική εβραική έκφραση είναι Γιοι του Ισραήλ), δηλαδή τους Ισραηλίτες, αναφερόμαστε στην θρησκευτική και εθνική ομάδα που συνιστούσε το αρχαίο Βασίλειο του Ισραήλ και είναι ο λαός του Μωυσή, Σολομώντα και Ιησού. Μετά την Διασπορά των ρωμαικών χρόνων ο όρος έχασε το εθνικό του νόημα και σήμερα περιγράφει αποκλειστικά τους πιστούς της Εβραικής θρησκείας στον μη-αγγλόφωνο κόσμο. Στον αγγλόφωνο κόσμο ο όρος είναι αδόκιμος και αναφέρεται αποκλειστικά στο Βιβλικό λαό και όχι στους σύγχρονους εβραίους.
“Στην συναγωγή προχθές μαζεύτηκαν άγγλοι ισραηλίτες, ισραηλινοί ισραηλίτες και έλληνες ισραηλίτες”
Ιουδαίος: Ακριβές συνώνυμο του “εβραίος” και του “ισραηλίτης”. Η ρίζα προέρχεται από το όνομα μιας εκ των πιο σημαντικών των 12 φυλών του Αρχαίου Ισραήλ, της Φυλής του Ιούδα.
Όταν οι αρχαίοι ισραηλίτες γύρισαν από την αιχμαλωσία στην Βαβυλώνα, εγκαταστάθηκαν στο έδαφος της φυλής του Ιούδα. Εκεί δημιουργήθηκε και ένα από τα δυο βασίλεια στα οποία διασπάστηκε το βασίλειο του Σολομώντα, το Βασίλειο του Ιουδα. Σήμερα Ιουδαία ονομάζεται η Δυτική Οχθη στα εβραικά ενώ το “εβραίος” μεταφράζεται ώς “γεουντί”. Το όνομα δεν έχει καμία σχέση με τον Ιούδα Ισκαριώτη, μια συνωνυμία όπως αυτή του Ιησού Χριστού με τον Ιησού του Ναυή, (ο ήρωας της Παλαιάς Διαθήκης που κατέλαβε την Ιεριχώ). Ενδιαφέρον να παρατηρήσουμε οτι σύμφωνα με τους Προφήτες ο Μεσσίας θα έπρεπε να προέρχεται από την φυλή του Ιούδα και άρα σύμφωνα με τον Χριστιανισμό ο Ιησούς ανήκε στην φυλή του Ιούδα.
“Ο Ιουδαϊσμός είναι μια από τις τρεις μονοθεϊστικές θρησκείες”
Ισραηλινός: ο υπήκοος του σύγχρονου κράτους του Ισραήλ. Μπορεί να είναι εβραίος, χριστιανός ορθόδοξος ή καθολικός, μουσουλμάνος σιϊτης ή σουνίτης, μπαχαί κτλ. Ο όρος δημιουργήθηκε το 1948.
“Ο Ταλαάτ ζεί στην Χαιφα και είναι Ισραηλινός, αραβικής καταγωγής και μουσουλμάνος σουνίτης”

Ισραηλίτες ή Εβραίοι; – σήμερα στην Ελλάδα και τον Κόσμο.

Ο όρος “ισραηλίτης” χρησιμοποιήθηκε κυρίως στην Νότια Ευρώπη και συγκεκριμένα τον εντόπισα στην Ελλάδα και σε λατινογενείς χωρες όπως Ιταλία, Ισπανία, Γαλλία αν και μόνο στην Ελλάδα συνεχίζει να χρησιμοποιείται ενεργά. Στην αγγλοσαξωνική κουλτούρα, όπως αναφέραμε, ο όρος “ισραηλίτης” περιορίζεται αποκλειστικά για τους κατοίκους του αρχαίου Ισραήλ, δηλαδή στην Παλαιά Διαθήκη.
Σήμερα στην Ιταλία και Ισπανία χρησιμοποιούνται κυρίως οι όροι που προέρχονται από το “εβραίος”, όπως hebreo και ebreo. Αντίθετα στην Γαλλία επανέκαμψε ο αρχικός όρος του “juif”, παρά την ύπαρξη παλαιών και εξαιρετικά σημαντικών εβραϊκών οργανώσεων που ακόμα χρησιμοποιούν το “israelite” - ίσως ενδεικτικό της παλινόρθωσης του όρου “juif” στη συνείδηση της γαλλικής κοινής γνώμης. Οι Εβραίοι Ελληνες χρησιμοποιούν μεταξύ τους το “εβραίος” και όχι το “ισραηλίτης”.
Το “ιουδαίος” είναι αποδεκτό στην Ελλάδα αλλά δεν χρησιμοποιείται ούτε από τους ίδιους τους εβραίους έλληνες αλλά και ούτε επίσημα από το Ελληνικό Κράτος, (ο Ελληνικός Στρατός που τον υιοθετεί λανθάνει σύμφωνα με το γράμμα του νόμου). Αντίθετα χρησιμοποιείται σχεδόν αποκλειστικά στον υπόλοιπο κόσμο σαν “jew”, “juif”, “yahud”, “jude”, “zyd”. Επίσης στα λαδίνο, γλώσσα των σεφαραδίτων εβραίων οι εβραίοι ονομάζονται “djudeo” – ενώ στα εβραικά ονομαζονται “yeudi”.
Πιθανολογώ οτι στην Ελλάδα ο όρος δεν υπήρξε δημοφιλής λόγω της φωνητικής συγγένειας στην ελληνική γλώσσα του “Ιουδαίος” με τον Ιούδα Ισκαριώτη και τους συνειρμούς που έφερνε, (πολλαπλές φορές διάβασα γι’αυτή τη φωνητική σχέση σε λαογραφικά και λογοτεχνικά κείμενα) , ενώ σε άλλες γλώσσες δεν υπάρχει μια τόσο αυτόματη σχέση. Χαρακτηριστικά να αναφέρω οτι στην Ιταλία ο όρος “giudeo” χρησιμοποιείται προσβλητικά, όπως στην Ελλάδα χρησιμοποιείται το “οβριός”.
Είναι όμως ενδιαφέρον να παρατηρήσουμε οτι παρά την αποφυγή του όρου “ιουδαίος”, ο όρος “Ιουδαϊσμός” έχει μια ευρεία απήχηση στην Ελλάδα και χρησιμοποιείται για να υποδηλώσει την εβραϊκή θρησκεία. Αντίθετα ο όρος “Εβραϊσμός” χρησιμοποιείται κυρίως για να υποδηλώσει το σύνολο της κοινότητας των ελλήνων πολιτών εβραϊκού θρησκεύματος ή το σύνολο των πολιτισμικών παραδόσεων των εβραίων ελλήνων. Δηλαδή όταν μιλάμε για “Ελληνικό Εβραϊσμό” δηλώνουμε τις εβραϊκές κοινοτικές οργανώσεις της Ελλάδας ή τις εβραϊκές ελληνικές πολιτισμικές παραδόσεις - ενώ ο όρος “Ελληνικός Ιουδαϊσμός” είναι αδόκιμος και φέρνει συνειρμούς για μια ιδιαίτερη ελληνική θρησκευτική εκδοχή της “κλασσικής” εβραϊκής θρησκείας. Το ίδιο συμβαίνει και στις λοιπές γλώσσες με την διαφορά οτι στις αγγλοσαξωνικές χώρες εννοιολογική μετάφραση του όρου “εβραϊσμός” απλά δεν υπάρχει και υπάρχει μόνο το “Judaism” αναφερόμενο περισσότερο στη θρησκεία και λιγότερο στις κοινοτικές οργανώσεις. Χαρακτηριστικά να αναφέρω οτι στις ΗΠΑ πιο συχνά αναφέρονται σε “American Jewish Organizations” παρά σε “American Judaism” όσο αφορά την κοινοτική ζωή.

Τελικα…

Ο επίσημος κρατικός χαρακτηρισμός των Εβραίων Ελλήνων είναι “έλληνες ισραηλίτες”, ένας χαρακτηρισμός που υιοθετείται από το Ελληνικό Κράτος και από τα επίσημα όργανα του Ελληνικού Εβραϊσμού. Αν μιλάμε για “έλληνες εβραίους” ή “έλληνες ισραηλίτες” μιλάμε για ακριβώς το ίδιο πράγμα - αν και ο πρώτος έχει μια πιο ευρεία χρήση, ενώ ο δεύτερος περιορίζεται σε πιο επίσημες στιγμές. Ο όρος “έλληνας ιουδαίος” δεν είναι δόκιμος στα ελληνικά αν και τυπικά έχει την ίδια σημασία με τους δυο προαναφερθέντες.
Σκέτο το “εβραίος” υποδεικνύει μόνο το θρήσκευμα χωρίς να αναφέρεται σε καταγωγή ή υπηκοότητα. Σκέτο το “ισραηλίτης” επίσης αναφέρεται στο μόνο στο θρήσκευμα, εκτός και αν αναφερόμαστε στη Παλαιά Διαθήκη οπότε αναφέρεται στους κατοίκους του εθνικού αρχαίου βασιλείου του Δαυίδ. Ο “Λαός του Ισραήλ” είναι οι σύγχρονοι ισραηλινοί εβραίοι/μουσουλμάνοι/χριστιανοί, εκτός και αν μιλάμε για την Παλαιά Διαθήκη οπότε είναι οι απόγονοι του Ιακώβ/Ισραήλ, δηλαδή οι Αρχαίοι Εβραίοι - εκεί βέβαια χρησιμοποιείται το Γιοι του Ισραήλ/Bnei Israel.
Τονίζω το γεγονός οτι ούτε το ισραηλίτης, ούτε το εβραίος και ούτε το ιουδαίος έχουν την οποιοδήποτε εθνοτική σημασία ή είναι ενδεικτικά καταγωγής - περιορίζονται αποκλειστικά στην περιγραφή του θρησκεύματος, (με μοναδική εξαίρεση την χρήση τους στην Παλαιά Διαθήκη). Οι όποιοι διαχωρισμοί σήμερα οτι το εβραίος είναι ενδεικτικό θρησκεύματος και ισραηλίτης ενδεικτικό φυλής γίνονται εκ του πονηρού και είναι άκυροι.
Αντίθετα το “Ισραηλινός” είναι ενδεικτικό υπηκοότητα και καταγωγής - δεν έχει, όμως, καμία σχέση με τους εβραίους έλληνες και είναι σύγχρονος όρος που δημιουργήθηκε μετά το 1948, (η αναφορά σε “ισραηλίτες” όταν μιλάμε για το Ισραήλ είναι λανθασμένος - καν οι σύγχρονοι εβραίοι ισραηλινοί δεν αυτοχαρακτηρίζονται ως ισραηλίτες).
Προσωπικά θεωρώ ορθότερο τον όρο “εβραίοι έλληνες”, όπως ακριβώς μιλάμε για “χριστιανούς έλληνες”. Η χρήση του “έλληνας εβραίος” έναντι του “εβραίοι έλληνες”, όπως έχει επικρατήσει και μεταξύ των ίδιων των θεσμικών οργάνων του Ελληνικού Εβραϊσμού δεν είναι πάντα η καλύτερη δυνατή και προσωπικά την αποφεύγω αν και ομολογώ οτι χρειάζεται ενσυνείδητη προσπάθεια. Βέβαια αυτό αποτελεί επουσιώδες δευτερεύον θέμα το οποίο είναι ζήτημα ύφους και όχι εννοιών. “Ιουδαισμός” ή “Εβραική Θρησκεία αποτελούν τους δόκιμους όρους στα ελληνικά για να υποδηλώσουν την θρησκεία και το σύνολο των εβραίων ελλήνων είναι ο “Ελληνικός Εβραισμός”. Επίσης τονίζω οτι η χρήση του “εβραίος” έναντι του “ισραηλίτης” δεν είναι θέμα politically correct εκφράσεων αλλά απλής πραγματικότητας αφού από πάντα οι εβραίοι έλληνες αυτοχαρακτηρίζονταν έτσι, στην ελληνική γλώσσα διαχρονικά επικρατεί ο όρος “εβραίος”, η προσβλητική έκφραση καλύπτεται από τον όρο “οβριός” και ο χαρακτηρισμός “ισραηλίτης” υπήρξε ένας ετεροπροσδιορισμός από την μεριά του Ελληνικού Κράτους και προκαλεί σύγχυση μετά το 1948.
Να επαναλάβω οτι σκοπός μου ήταν να διευκρινίσω την χρήση των όρων σήμερα και στο άμεσο παρελθόν. Σε επόμενη ανάρτηση θα ασχοληθούμε με τον ακόμα πιο δύσκολο ερώτημα του ποιος και τι είναι ένας εβραίος, (άσχετα με το πως τον φωνάζουμε) και τι εννοούμε εβραϊκή ταυτότητα - εκεί θα ανήκει και η όποια συζήτηση την οποία πολλοί ίσως θελήσουν να ανοίξουν τώρα. Επίσης στην αμέσως επόμενη ανάρτηση μου θα ασχοληθώ στο ερώτημα του γιατί έχει επικρατήσει ο όρος “ισραηλίτης” για την επίσημη χρήση έναντι του “εβραίος”.
Ερωτήσεις και διευκρινησεις ευπρόσδεκτες - επίσης ενδιαφέρον θα είχαν όποιες ιστορίες για  ευφάνταστους ορισμούς έχετε ακούσει στην καθημερινότητα σας.



 
 Άρδην τ. 71,

Η ιδεολογία της απολυτρωμένης γης

του  Ισραήλ Σαχάκ
Άρδην τ. 71
Εκτός των άλλων, το Ισραήλ προπαγανδίζει στους Εβραίους πολίτες του κράτους μια ιδεολογία της αποκλειστικότητας, που αφορά στη Λύτρωση της Γης. Ο βασικός στόχος, που είναι η μείωση του αριθμού των μη Εβραίων, διαφαίνεται ευκρινώς μέσα από τη συγκεκριμένη ιδεολογία, που ενσταλάσσεται στο μυαλό των Εβραίων μαθητών, για την οποία, εκτός των άλλων, διδάσκονται πως αφορά σε ολόκληρη την επικράτεια είτε του κράτους του Ισραήλ είτε, μετά το 1967, σε αυτό που αναφέρεται ως η Γη του Ισραήλ.
Σύμφωνα με αυτή την ιδεολογία, η γη που «απολυτρώθηκε» είναι η γη που πέρασε από μη εβραϊκή σε εβραϊκή ιδιοκτησία. Η ιδιοκτησία μπορεί είτε να είναι ατομική είτε να ανήκει στο Εθνικό Εβραϊκό Ίδρυμα ή στο εβραϊκό κράτος. Η γη που ανήκει σε μη Εβραίους θεωρείται, απεναντίας, ως «μη λυτρωμένη». Έτσι, εάν ένας Εβραίος που διέπραξε το χειρότερο έγκλημα που μπορεί να φαντασθεί κανείς αγοράσει ένα κομμάτι γης από έναν ενάρετο μη Εβραίο, η «μη λυτρωμένη» γη μετατρέπεται, μέσω μιας τέτοιας συναλλαγής, σε «λυτρωμένη». Εάν όμως, ένας ενάρετος μη Εβραίος αγοράσει γη από τον χειρότερο Εβραίο, η πρώην αγνή και «λυτρωμένη» γη γίνεται και πάλι «μη λυτρωμένη». Το λογικό συμπέρασμα μιας τέτοιας ιδεολογίας είναι η εκδίωξη, που καλείται «μεταφορά», όλων των μη Εβραίων από τη γη που πρέπει να «λυτρωθεί». Γι’ αυτό και η Ουτοπία της «Εβραϊκής Ιδεολογίας», που έχει υιοθετηθεί από το κράτος του Ισραήλ, είναι μια γη εντελώς «απελευθερωμένη», της οποίας κανένα μέρος δεν κατέχουν, ούτε εκμεταλλεύονται, μη Εβραίοι. Οι ηγέτες του σιωνιστικού εργατικού κινήματος εξέφρασαν αυτήν την απόλυτα αποκρουστική ιδέα με τη μεγαλύτερη σαφήνεια. Ο Γουόλτερ Λακέρ (Walter Laquer), ένας πιστός σιωνιστής, διηγείται στο βιβλίο του  Ιστορία του σιωνισμού3  πόσο ένας από αυτούς τους πνευματικούς πατέρες, ο Α. Ντ. Γκόρντον, που πέθανε το 1919, «αποδοκίμαζε κατ’ αρχήν τη βία και δικαιολογούσε την αυτοάμυνα μόνο σε ακραίες περιστάσεις. Αλλά τόσο αυτός όσο και οι φίλοι του ήθελαν να φυτευτεί κάθε δένδρο και κάθε θάμνος στην εβραϊκή πατρίδα, μόνο από Εβραίους πρωτοπόρους». Αυτό σημαίνει ότι ήθελαν να φύγουν όλοι οι άλλοι και να αφήσουν τους Εβραίους να «λυτρώσουν τη γη». Οι διάδοχοι του Γκόρντον επέβαλαν περισσότερη βία απ’ ό,τι εκείνος σκόπευε, αλλά η αρχή της «απολύτρωσης» και οι συνέπειές της παρέμειναν αναλλοίωτες.
Κατά τον ίδιο τρόπο, το κιμπούτς, που χαιρετίστηκε ευρύτατα ως μια προσπάθεια για τη δημιουργία μιας Ουτοπίας, ήταν και είναι μια Ουτοπία αποκλειστικότητας· ακόμα και αν αποτελείται από εκ πεποιθήσεως άθεους, δεν δέχεται Άραβες ως μέλη και απαιτεί από τα ενδεχόμενα μέλη άλλων εθνικοτήτων πρώτα να ασπασθούν τον Ιουδαϊσμό. Είναι πολύ φυσικό λοιπόν να θεωρούνται τα μέλη των κιμπούτς ως το πιο μιλιταριστικό κομμάτι της ισραηλινής εβραϊκής κοινωνίας.
Πιο πολύ από την «ανάγκη για ασφάλεια», που επικαλείται η ισραηλινή προπαγάνδα, είναι η ιδεολογία της αποκλειστικότητας εκείνη που οδήγησε στην κατάληψη της γης από το Ισραήλ, στη δεκαετία του ’50, και εκ νέου στα μέσα της δεκαετίας του ’60, όπως επίσης στα Κατεχόμενα, μετά το 1967. Επιπλέον δε, αυτή η ιδεολογία υπαγόρευσε και τα επίσημα ισραηλινά σχέδια για τον «Εξιουδαϊσμό της Γαλιλαίας». Αυτός ο περίεργος όρος σημαίνει την ενθάρρυνση των Εβραίων να εγκατασταθούν στη Γαλιλαία, με προσφορά οικονομικών κινήτρων. (Διερωτώμαι ποια θα ήταν η αντίδραση των Αμερικανών Εβραίων αν ένα σχέδιο για «τον εκχριστιανισμό της Νέας Υόρκης», ή ακόμα και μόνο του Μπρούκλιν, προτεινόταν στη χώρα τους). Όμως, η Λύτρωση της Γης συνεπάγεται περισσότερα από τον «εξιουδαϊσμό» περιφερειών. Σε όλη την έκταση του Ισραήλ, το Εθνικό Εβραϊκό Ίδρυμα, που υποστηρίζεται σθεναρά από κρατικές ισραηλινές υπηρεσίες (ιδιαίτερα από τη μυστική αστυνομία), δαπανά μεγάλα ποσά δημόσιου χρήματος για να «λυτρώσει» γη που οι μη Εβραίοι είναι διατεθειμένοι να πουλήσουν, και να εμποδίσει κάθε πιθανή απόπειρα Εβραίων να πουλήσουν τη γη τους σε έναν μη Εβραίο που τους προσφέρει υψηλότερη τιμή.

Ο ισραηλινός επεκτατισμός
Ο βασικός κίνδυνος που συνιστά το Ισραήλ ως «εβραϊκό κράτος» για τον ίδιο τον λαό του, τους άλλους Εβραίους και τους γείτονές του, είναι η επιδίωξη μιας ιδεολογικά υποκινούμενης εδαφικής επέκτασης και η αναπόφευκτη ακολουθία των πολέμων που προκύπτει από αυτή την επιδίωξη. Όσο πιο εβραϊκό γίνεται το Ισραήλ ή, όπως λέγεται στα εβραϊκά, όσο περισσότερο «επιστρέφει στον ιουδαϊσμό» (μια διαδικασία που βρίσκεται σε εξέλιξη τουλάχιστον από το 1967), τόσο περισσότερο η πραγματική πολιτική του ορίζεται μάλλον από εβραϊκές ιδεολογικές θεωρήσεις και λιγότερο από ορθολογικές επιδιώξεις. Χρησιμοποιώντας τον όρο «ορθολογικές», δεν αναφέρομαι εδώ σε μια ηθική αποτίμηση της ισραηλινής πολιτικής ή στις υποτιθέμενες ανάγκες άμυνας ή ασφάλειας του Ισραήλ – ακόμα λιγότερο, στις δήθεν ανάγκες «επιβίωσης του Ισραήλ». Αναφέρομαι, εδώ, σε ισραηλινές ιμπεριαλιστικές πολιτικές που βασίζονται στα υποτιθέμενα συμφέροντά του. Όμως, όσο ηθικά επιλήψιμες ή πολιτικά ανόητες κι αν είναι τέτοιες πολιτικές, θεωρώ ότι ακόμα χειρότερη είναι η υιοθέτηση πολιτικών που βασίζονται στην «εβραϊκή ιδεολογία», σε όλες τις ποικιλόμορφες εκδοχές της. Η ιδεολογική υπεράσπιση των ισραηλινών πολιτικών βασίζεται συνήθως σε εβραϊκές θρησκευτικές πεποιθήσεις ή, στην περίπτωση των κοσμικών εβραίων, στα «ιστορικά δικαιώματα» των Εβραίων που απορρέουν από αυτές και διατηρούν τον δογματικό χαρακτήρα της θρησκευτικής πίστης.
Η αρχική πολιτική μου μεταστροφή από θαυμαστή του Μπεν-Γκουριόν4 σε ορκισμένο αντίπαλό του άρχισε ακριβώς από ένα τέτοιο ζήτημα. Το 1956, εύκολα είχα αποδεχθεί αρχικά τα πολιτικά και στρατιωτικά επιχειρήματα που προέβαλλε ο Μπεν Γκουριόν για να αρχίσει το Ισραήλ τον Πόλεμο του Σουέζ, μέχρις ότου εκείνος (παρ’ όλο που ήταν άθεος και υπερηφανευόταν ότι αδιαφορούσε για τα κελεύσματα της εβραϊκής θρησκείας) δήλωσε στην Κνεσσέτ, την τρίτη μέρα του πολέμου, ότι ο πραγματικός λόγος για τον πόλεμο ήταν «η αποκατάσταση του βασιλείου του Δαυίδ και του Σολομώντα» μέσα στα βιβλικά του όρια. Σε αυτό το σημείο της ομιλίας του, σχεδόν όλα τα μέλη της Κνεσσέτ σηκώθηκαν αυθόρμητα και τραγούδησαν τον ισραηλινό εθνικό ύμνο. Απ’ όσο γνωρίζω, κανείς σιωνιστής πολιτικός δεν έχει ποτέ αποκηρύξει την άποψη του Μπεν-Γκουριόν ότι οι ισραηλινές πολιτικές πρέπει να βασίζονται (μέσα στα όρια πραγματιστικών εκτιμήσεων) στην αποκατάσταση των βιβλικών ορίων ως ορίων του εβραϊκού κράτους. Πράγματι, μια προσεκτική ανάλυση των μεγαλεπήβολων ισραηλινών στρατηγικών και των αληθινών αρχών της εξωτερικής πολιτικής όπως εκφράζονται στα εβραϊκά, καθιστά αδιαμφισβήτητο το γεγονός ότι είναι η «Εβραϊκή Ιδεολογία» που καθορίζει την πραγματική ισραηλινή πολιτική περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο παράγοντα. Η άγνοια για τον ιουδαϊσμό, τέτοιος που πραγματικά είναι, και για την «Εβραϊκή Ιδεολογία» κάνει αυτή την πολιτική ακατανόητη στους ξένους παρατηρητές, που συνήθως δεν γνωρίζουν τίποτε για τον ιουδαϊσμό παρά μόνο μια χονδροκομμένη υπεράσπισή του.
Ας δώσω ένα πιο πρόσφατο παράδειγμα για την ουσιώδη διαφορά που υφίσταται ανάμεσα στον ισραηλινό ιμπεριαλιστικό σχεδιασμό –ακόμα και τον πιο υπερβολικό μα κοσμικού χαρακτήρα– και στις αρχές της «Εβραϊκής Ιδεολογίας». Σύμφωνα με ό,τι επιτάσσουν αυτές οι αρχές, όλη η γη που είτε εξουσίαζε τα παλιά χρόνια ένας Εβραίος ηγεμόνας είτε την είχε υποσχεθεί ο Θεός στους Εβραίους μέσα στη Βίβλο –κάτι που, στην πραγματικότητα, είναι ακόμα πιο σημαντικό από πολιτική σκοπιά, σύμφωνα με τη ραβινική ερμηνεία της Βίβλου και του Ταλμούδ–, πρέπει να ανήκει στο Ισραήλ, εφόσον πρόκειται για ένα εβραϊκό κράτος. Βέβαια, πολλές εβραϊκές «περιστερές»5 έχουν τη γνώμη ότι μια τέτοια κατάκτηση πρέπει να αναβληθεί μέχρις ότου το Ισραήλ γίνει ισχυρότερο απ’ ό,τι είναι σήμερα, ή ότι θα υπάρξει, όπως ελπίζουν, μια «ειρηνική κατάκτηση», δηλαδή ότι οι Άραβες κυβερνώντες και οι αραβικοί λαοί θα «πεισθούν» να παραχωρήσουν την εν λόγω γη έναντι ανταλλαγμάτων που θα τους προσφέρει τότε το εβραϊκό κράτος.
Κυκλοφορεί ένας αριθμός αντιφατικών εκδοχών των βιβλικών ορίων της Γης του Ισραήλ που, κατά την ερμηνεία της ραβινικής ιεραρχίας, θα έπρεπε να ανήκει στο εβραϊκό κράτος. Οι πιο ακραίες ανάμεσά τους, μέσα σε αυτά τα όρια, περιλαμβάνουν τις εξής περιοχές: στον νότο, όλο το Σινά και μέρος της βορείου Αιγύπτου, μέχρι τα περίχωρα του Καΐρου˙ στα ανατολικά, ολόκληρη την Ιορδανία και ένα μεγάλο κομμάτι από τη Σαουδική Αραβία, ολόκληρο το Κουβέιτ και ένα μέρος του Ιράκ που βρίσκεται νοτίως του Ευφράτη˙ στον βορρά, ολόκληρο τον Λίβανο και ολόκληρη τη Συρία, καθώς και ένα τεράστιο μέρος της Τουρκίας (μέχρι τη λίμνη Βαν)˙ και στα δυτικά, την Κύπρο. Το ζήτημα των βιβλικών συνόρων έχει προκαλέσει έναν τεράστιο αριθμό ερευνών και επιστημονικών συζητήσεων –που έχουν συμπεριληφθεί σε άτλαντες, βιβλία, άρθρα και άλλα λαϊκότερα είδη προπαγάνδας–, οι οποίες δημοσιεύονται τώρα στο Ισραήλ, συχνά με κρατικές επιχορηγήσεις ή με άλλες μορφές χορηγίας. Ασφαλώς, ο μακαρίτης Καχάν και οι οπαδοί του, καθώς και σημαντικοί οργανισμοί, όπως το Γκους Εμουνίμ6, όχι μόνο επιθυμούν την κατάκτηση αυτών των περιοχών από το Ισραήλ, αλλά τη θεωρούν ως μια πράξη που συνιστά θεϊκή επιταγή, και είναι βέβαιο ότι θα επιτύχει, αφού θα έχει τη βοήθεια του Θεού. Πράγματι, σημαντικές εβραϊκές θρησκευτικές προσωπικότητες θεωρούν την άρνηση του Ισραήλ να επιχειρήσει έναν τέτοιο ιερό πόλεμο ή, ακόμα χειρότερα, θεωρούν την επιστροφή του Σινά στην Αίγυπτο ως εθνικό ατόπημα, που δικαίως τιμωρήθηκε από τον Θεό. Ένας από τους πιο σημαίνοντες ραβίνους του Γκους Εμουνίμ, ο Ντοβ Λιόρ, ο ραβίνος των εβραϊκών εποικισμών της Κιρυάτ Άρμπα και της Χεβρώνας, έχει δηλώσει επανειλημμένα ότι η αποτυχία του Ισραήλ να κατακτήσει τον Λίβανο, τα χρόνια 1982-1985, ήταν μια δίκαιη θεία τιμωρία για την αμαρτία που διέπραξε όταν «έδωσε ένα μέρος της Γης του Ισραήλ», δηλαδή το Σινά, στην Αίγυπτο.
Αν και διάλεξα μια ομολογουμένως ακραία εκδοχή για τα βιβλικά όρια της Γης του Ισραήλ, που «ανήκει» στο «εβραϊκό κράτος», αυτά τα όρια είναι πραγματικά δημοφιλή στους εθνικο-θρησκευτικούς κύκλους. Υπάρχουν λιγότερο ακραίες εκδοχές των βιβλικών ορίων, που καλούνται ενίοτε «ιστορικά όρια». Παρ’ όλα αυτά, πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι, στο εσωτερικό του Ισραήλ και μεταξύ των Εβραίων υποστηρικτών της διασποράς, η εγκυρότητα της ιδέας είτε των βιβλικών είτε των ιστορικών ορίων που οριοθετούν τα όρια της γης που ανήκει δικαιωματικά στους Εβραίους, δεν αμφισβητείται, για λόγους αρχής, εκτός από μια πολύ μικρή μειονότητα που αντιτίθεται στην ιδέα ενός εβραϊκού κράτους. Στην πραγματικότητα, οι αντιρρήσεις για τη αναζήτηση τέτοιων συνόρων μέσω ενός πολέμου αφορούν συνήθως την αδυναμία επίτευξής τους. Λένε, π.χ., ότι το Ισραήλ είναι ακόμα πολύ αδύναμο για να κατακτήσει όλη τη γη που «ανήκει» στους Εβραίους, ή ότι η απώλεια της ζωής Εβραίων (αλλά όχι Αράβων!) που συνεπάγεται ένας πόλεμος κατακτήσεων τέτοιας έκτασης, είναι πιο σημαντική από την κατάκτηση γης˙ όμως, κατά τον δεοντολογικό ιουδαϊσμό, δεν μπορεί κανείς να ισχυρισθεί ότι η «Γη του Ισραήλ», μέσα σε οποιαδήποτε όρια, δεν «ανήκει» σε όλους τους Εβραίους. Τον Μάιο του 1993, ο Αριέλ Σαρόν πρότεινε επισήμως, στο Συνέδριο του Λικούντ, να υιοθετήσει το Ισραήλ να υιοθετήσει την ιδέα των «βιβλικών ορίων» ως επίσημη πολιτική του. Υπήρξαν μάλλον λίγες αντιρρήσεις σ’ αυτή την πρόταση, εντός ή εκτός του Λικούντ, και ήταν όλες βασισμένες σε πραγματιστικά επιχειρήματα. Δεν ρώτησε κανείς τον Σαρόν πού βρίσκονται ακριβώς τα βιβλικά όρια μέχρι τα οποία υποστήριζε ότι έπρεπε να φθάσει το Ισραήλ. Αξίζει να υπενθυμίσουμε ότι, για εκείνους που αποκαλούν τους εαυτούς τους λενινιστές, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι η ιστορία ακολουθεί τις αρχές που έθεσαν ο Μαρξ και ο Λένιν. Δεν είναι μόνο η πεποίθηση καθεαυτή, όσο και αν είναι δογματική, αλλά, η ίδια η άρνηση της δυνατότητας να αμφισβητηθεί που, αποκλείοντας κάθε ανοικτό διάλογο, δημιουργεί έναν ολοκληρωτικό τρόπο σκέψης. Μπορεί να ειπωθεί, επομένως, ότι η ισραηλινο-εβραϊκή κοινωνία και οι Εβραίοι της διασποράς που ζουν μια «εβραϊκή ζωή» και είναι οργανωμένοι σε καθαρά εβραϊκές οργανώσεις έχουν μια έντονη τάση ολοκληρωτισμού στον χαρακτήρα τους.
Ωστόσο, μετά τη δημιουργία του κράτους, αναπτύχθηκε παράλληλα και μια υψηλή ισραηλινή στρατηγική, που δεν βασίζεται στο δόγμα της «εβραϊκής ιδεολογίας», αλλά σε καθαρά στρατηγικές και ιμπεριαλιστικές θεωρήσεις. Μια έγκυρη και διορατική περιγραφή των κατευθύνσεων που διέπουν μια τέτοια στρατηγική έδωσε ο εν αποστρατεία στρατηγός Σλόμο Γκάζιτ, πρώην διοικητής της στρατιωτικής υπηρεσίας πληροφοριών7. Λέει ο Γκαζίτ:
Ο βασικός στόχος του Ισραήλ δεν έχει αλλάξει καθόλου [μετά την κατάρρευση της ΕΣΣΔ] και παραμένει αποφασιστικής σημασίας: Η γεωγραφική θέση του Ισραήλ στο κέντρο της αραβικής και μουσουλμανικής Μέσης Ανατολής προδιαγράφει τον ρόλο του ως πιστού φύλακα της σταθερότητας σε όλες τις χώρες που το περιβάλλουν. Ο [ρόλος] του είναι να προστατεύει τα υπάρχοντα καθεστώτα: να εμποδίζει ή να διακόπτει τις διαδικασίες ριζοσπαστικοποίησης, και να εμποδίζει την επέκταση του θρησκευτικού φονταμενταλιστικού φανατισμού.
Για να επιτύχει αυτόν τον σκοπό, το Ισραήλ θα εξουδετερώνει όποιες αλλαγές γίνονται έξω από τα σύνορά του, και τις οποίες θα κρίνει απαράδεκτες, σε τέτοιο βαθμό ώστε να αισθάνεται υποχρεωμένο να χρησιμοποιεί όλη τη στρατιωτική του ισχύ για να τις εμποδίσει ή να τις εκριζώσει.
Με άλλα λόγια, το Ισραήλ στοχεύει στο να επιβάλει μια ηγεμονία στα άλλα κράτη της Μέσης Ανατολής. Περιττό να πούμε ότι, σύμφωνα με τον Γκάζιτ, το Ισραήλ ενδιαφέρεται καλοπροαίρετα για τη σταθερότητα των αραβικών καθεστώτων. Σύμφωνα με την άποψή του, όταν το Ισραήλ προστατεύει τα καθεστώτα της Μέσης Ανατολής, προσφέρει υπηρεσίες ζωτικής σημασίας στα «προηγμένα βιομηχανικά κράτη, που όλα ενδιαφέρονται στον ύψιστο βαθμό για την εγγύηση της σταθερότητας στη Μέση Ανατολή». Υποστηρίζει ότι, χωρίς το Ισραήλ, τα υπάρχοντα καθεστώτα της περιοχής θα είχαν καταρρεύσει προ πολλού και ότι συνεχίζουν να υπάρχουν μόνο εξ αιτίας των απειλών του Ισραήλ. Παρ’ όλο που αυτή η άποψη μπορεί να είναι υποκριτική, θα πρέπει να θυμηθούμε τη ρήση του Λα Ροσφουκώ ότι «η υποκρισία είναι ο φόρος που η κακία πληρώνει στην αρετή». Η Λύτρωση της Γης είναι μια προσπάθεια να αποφευχθεί η πληρωμή ενός τέτοιου φόρου.
Περιττό να πω ότι αντιτάσσομαι πέρα για πέρα και σε αυτή τη μη ιδεολογική αντίληψη της πολιτικής του Ισραήλ, που με τέτοια διαύγεια και ακρίβεια εξηγεί ο Γκάζιτ. Συγχρόνως, αναγνωρίζω ότι οι κίνδυνοι μιας πολιτικής όπως εκείνης του Μπεν Γκουριόν και του Σαρόν, που υποκινούνται από την «Εβραϊκή Ιδεολογία», είναι πολύ μεγαλύτεροι απ’ ό,τι οι απλές ιμπεριαλιστικές στρατηγικές, όσο εγκληματικές και αν είναι. Οι συνέπειες που έχουν οι πολιτικές καθεστώτων τα οποία στηρίζονται σε ιδεολογικά κίνητρα δείχνουν προς την ίδια κατεύθυνση. Το γεγονός ότι η «Εβραϊκή Ιδεολογία» αποτελεί μια ουσιαστική συνιστώσα της ισραηλινής πολιτικής κάνει επιτακτική, από πολιτική άποψη, την ανάλυση αυτής της συνιστώσας. Η ιδεολογία αυτή, με τη σειρά της, βασίζεται στη στάση του ιστορικού ιουδαϊσμού απέναντι στους μη Εβραίους, ένα από τα κύρια θέματα του βιβλίου αυτού. Αυτή η στάση επηρεάζει κατ’ ανάγκην πολλούς Εβραίους, συνειδητά ή ασυνείδητα. Ο στόχος μας είναι λοιπόν να εξετάσουμε με πραγματικούς όρους τον ιστορικό ιουδαϊσμό.
Η επιρροή της «Εβραϊκής Ιδεολογίας» πάνω σε πολλούς Εβραίους ενδυναμώνεται και από την απουσία δημόσιας συζήτησης. Μια τέτοια συζήτηση ελπίζω ότι θα οδηγήσει τους ανθρώπους να υιοθετήσουν απέναντι στον εβραϊκό σωβινισμό και την περιφρόνηση που δείχνουν πολλοί Εβραίοι απέναντι στους μη Εβραίους (πράγμα που θα τεκμηριωθεί παρακάτω), την ίδια στάση με εκείνη που συνήθως υιοθετούν απέναντι στον αντισημιτισμό και όλες τις άλλες μορφές ξενοφοβίας, σωβινισμού και ρατσισμού. Δικαίως υποστηρίζεται ότι μόνο η πλήρης αποκάλυψη όχι μόνο του αντισημιτισμού αλλά και των ιστορικών ριζωμάτων του, μπορεί να είναι η βάση του αγώνα εναντίον του. Κατά τον ίδιο τρόπο, μόνο η πλήρης έκθεση του εβραϊκού σωβινισμού και του θρησκευτικού φανατισμού μπορεί να είναι η βάση του αγώνα ενάντια σε αυτά τα φαινόμενα. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα σήμερα, όταν, αντίθετα με την κατάσταση που επικρατούσε πριν από πενήντα ή εξήντα χρόνια, η πολιτική επιρροή του εβραϊκού σωβινισμού και του θρησκευτικού φανατισμού είναι πολύ ισχυρότερη από την πολιτική επιρροή του αντισημιτισμού. Όμως, υπάρχει επίσης μια άλλη σημαντική διάσταση: Πιστεύω ότι ο αντισημιτισμός και ο εβραϊκός σωβινισμός μπορούν να καταπολεμηθούν μόνο ταυτόχρονα.
Μια κλειστή ουτοπία;
Μέχρις ότου μια τέτοια στάση υιοθετηθεί ευρύτερα, οι κίνδυνοι που συνεπάγονται οι ισραηλινές πολιτικές που βασίζονται στην «Εβραϊκή Ιδεολογία» παραμένουν μεγαλύτεροι από εκείνους που επιφέρουν πολιτικές που βασίζονται σε καθαρά στρατηγικές θεωρήσεις. Τη διαφορά μεταξύ των δύο αυτών μορφών πολιτικής εξέφρασε ικανοποιητικά ο Χιου Τρέβορ-Ρόπερ στο δοκίμιό του, Ο Σερ Τόμας Μορ και η Ουτοπία8, αποκαλώντας τες πλατωνική και μακιαβελική:
Ο Μακιαβέλι, τουλάχιστον, ζήτησε συγγνώμη για τις μεθόδους που έκρινε αναγκαίες στην πολιτική. Λυπόταν για την ανάγκη της χρήσης βίας και απάτης και δεν τις αποκαλούσε με οποιοδήποτε άλλο όνομα. Αλλά ο Πλάτων και ο Μορ τις καθαγίασαν, αρκεί να χρησίμευαν για να υποστηρίξουν τις Ουτοπικές δημοκρατίες τους.
Κατ’ ανάλογο τρόπο, οι αληθινοί πιστοί της Ουτοπίας που ονομάζεται «Εβραϊκό κράτος» και που θα αγωνισθεί για να φθάσει τα «βιβλικά όρια», είναι πολύ πιο επικίνδυνοι από τους γνώστες της υψηλής στρατηγικής τύπου Γκάζιτ, επειδή οι πολιτικές τους καθαγιάζονται είτε από τη χρήση της θρησκείας είτε, ακόμα χειρότερα, από τη χρήση θρησκευτικών εκκοσμικευμένων αρχών που διεκδικούν απόλυτο κύρος. Ο Γκάζιτ, τουλάχιστον, θεωρεί απαραίτητο να επιχειρηματολογήσει ως προς το ότι ο ισραηλινός εκβιασμός ωφελεί τα αραβικά καθεστώτα, ενώ ο Μπεν Γκουριόν δεν προσποιείται καν ότι η αναβίωση του βασιλείου του Δαυίδ και του Σολομώντα θα ωφελήσει κανέναν άλλο εκτός από το εβραϊκό κράτος.
Δεν θα πρέπει να φανεί παράξενο ότι χρησιμοποιούνται οι αντιλήψεις του πλατωνισμού για την ανάλυση ισραηλινών πολιτικών βασισμένων στην «Εβραϊκή Ιδεολογία». Το παρατήρησαν αρκετοί μελετητές, σημαντικότερος από τους οποίους ήταν ο Μόζες Χάντας9, οι οποίοι ισχυρίσθηκαν πως τα θεμέλια του «κλασικού ιουδαϊσμού», δηλαδή του Ιουδαϊσμού όπως καθιερώθηκε από τους ταλμουδιστές σοφούς, βασίζονται σε πλατωνικές επιρροές, και ιδιαίτερα στην εικόνα της Σπάρτης όπως εμφανίζεται στον Πλάτωνα. Σύμφωνα με τον Χάντας, ένα ουσιαστικό στοιχείο του πλατωνικού πολιτικού συστήματος, που υιοθέτησε ο ιουδαϊσμός πολύ νωρίς, ήδη από την περίοδο των Μακκαβαίων (142-63 π.Χ.), ήταν ότι «κάθε φάση της ανθρώπινης συμπεριφοράς πρέπει να υπόκειται σε θρησκευτικές κυρώσεις, που, στην πράξη, τις χειρίζεται ο ηγεμόνας». Δεν είναι δυνατόν να υπάρξει καλύτερος ορισμός του «κλασικού Ιουδαϊσμού» και των μεθόδων με τις οποίες τον χειρίσθηκαν οι ραβίνοι, από αυτόν τον πλατωνικό ορισμό. Ιδιαίτερα, ο Χάντας ισχυρίζεται ότι ο ιουδαϊσμός υιοθέτησε αυτό που «ο ίδιος ο Πλάτων συγκεφαλαίωσε [ως] στόχους του προγράμματός του» στο εξής γνωστότατο απόσπασμα:
…το σημαντικότερο όμως είναι ότι κανένας, άντρας ή γυναίκα, δεν επιτρέπεται να είναι ασύδοτος. Κανείς δεν πρέπει να μαθαίνει να δρα με δική του πρωτοβουλία, είτε όταν καταγίνεται επιμελώς με κάτι είτε στο παιχνίδι. Είτε στον πόλεμο είτε στην ειρήνη, πρέπει πάντα να ζει ακολουθώντας τον αρχηγό του… Με δύο λόγια, οφείλουμε να αποβάλουμε ακόμα και την ιδέα της ατομικής πρωτοβουλίας, ή ακόμα και τη γνώση για το πώς αυτή επιτυγχάνεται (Νόμοι, 942αβ).
Εάν αντικαταστήσει κανείς τη λέξη «αρχηγός» με τη λέξη «ραβίνος», θα έχουμε μια τέλεια εικόνα του κλασικού Ιουδαϊσμού, που επηρεάζει ακόμα βαθύτατα την ισραηλο-εβραϊκή κοινωνία και καθορίζει σε μεγάλο βαθμό την ισραηλινή πολιτική.
Το παραπάνω απόσπασμα που παραθέσαμε επέλεξε ο Καρλ Πόπερ στο έργο του, Η Ανοικτή Κοινωνία και οι Εχθροί της, για να περιγράψει την ουσία μιας «κλειστής κοινωνίας». Ο ιστορικός ιουδαϊσμός και οι δύο διάδοχοί του, η εβραϊκή ορθοδοξία και ο σιωνισμός, είναι ορκισμένοι εχθροί της ιδέας της ανοικτής κοινωνίας σε ό,τι αφορά στο Ισραήλ. Ένα εβραϊκό κράτος, είτε βασίζεται στην τωρινή του εβραϊκή ιδεολογία, είτε, αν γίνει ακόμα πιο εβραϊκό απ’ ό,τι είναι τώρα, στις αρχές της εβραϊκής Ορθοδοξίας, δεν θα μπορέσει ποτέ να περιέχει μια ανοικτή κοινωνία. Η ισραηλινο-εβραϊκή κοινωνία βρίσκεται σε σταυροδρόμι. Μπορεί να γίνει ένα τελείως κλειστό μιλιταριστικό γκέτο, μια εβραϊκή Σπάρτη, που θα στηρίζεται στον μόχθο των Αράβων ειλώτων και θα διατηρείται εξ αιτίας της επιρροής του στο πολιτικό κατεστημένο των ΗΠΑ και των απειλών χρησιμοποίησης της πυρηνικής του ενέργειας, ή μπορεί να επιχειρήσει να μεταβληθεί σε μια ανοικτή κοινωνία. Για να επιλέξει τον δεύτερο δρόμο, θα πρέπει να προβεί σε μια έντιμη εξέταση του εβραϊκού παρελθόντος του, να αναγνωρίσει την ύπαρξη του εβραϊκού σωβινισμού και της αποκλειστικότητας, και να πραγματοποιήσει μια έντιμη ανάλυση της συμπεριφοράς του Ιουδαϊσμού απέναντι στους μη Εβραίους.
Σημειώσεις:
3. Walter Laquer, Ιστορία του σιωνισμού, Schocken Publishers, Tel Αviv, 1974, στα εβραϊκά.
4. Ο Νταβίντ Μπεν Γκουριόν (1886-1973) ήταν Ισραηλινός πολιτικός, πρώτος πρωθυπουργός του Ισραήλ και ιδρυτής του σοσιαλδημοκρατικού εργατικού κόμματος της χώρας. Γεννήθηκε στην Πολωνία ως Νταβίντ Γκρυν (David Grόn). Το 1906 μετανάστευσε στην υπό οθωμανική κυριαρχία Παλαιστίνη, όπου εργάστηκε στις καλλιέργειες, εφαρμόζοντας τη φιλοσοφία που ενέπνευσε τους σιωνιστές για τις επόμενες τέσσερις δεκαετίες. Ο Μπεν Γκουριόν εκδιώχθηκε από την Παλαιστίνη το 1915, λόγω των εθνικιστικών και σοσιαλιστικών του δραστηριοτήτων. Η οθωμανική κυριαρχία στην Παλαιστίνη τερματίστηκε μετά το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Έτσι, ο Γκουριόν μπόρεσε να επιστρέψει στην Παλαιστίνη, η οποία βρισκόταν πλέον υπό βρετανικό έλεγχο. Επιμένοντας ότι η εβραϊκή εργασία αποτελεί μονόδρομο για την ίδρυση ανεξάρτητου κράτους, ίδρυσε τη Γενική Ομοσπονδία Εργαζομένων, γνωστή ως Χίστραντουτ, και ενθάρρυνε και την ιδέα της δημιουργίας μιας εβραϊκής στρατιωτικής δύναμης στην Παλαιστίνη. Από την ίδρυση του κράτους του Ισραήλ, διατήρησε το πρωθυπουργικό αξίωμα μέχρι το 1963 (με εξαίρεση το διάλειμμα της διετίας 1953-1955) και εγκατέλειψε την πολιτική το 1970, σε ηλικία 84 ετών (σ.τ.ε).
5. «Περιστερές» είναι οι Ισραηλινοί οπαδοί της ειρήνης και των ειρηνικών μεθόδων, αλλά σχεδόν πάντα, εκτός από ορισμένες εξαιρέσεις, στα πλαίσια του σιωνισμού, ενώ «γεράκια» αποκαλούνται οι πολιτικοί που, όπως ο Σαρόν, είναι υπέρ της συστηματικής χρήσης βίας για την επίτευξη των σιωνιστικών επιδιώξεων (σ.τ.ε.).
6. Η Γκους Εμουνίμ (Μέτωπο των Πιστών) είναι η θρησκευτική σιωνιστική οργάνωση που εγκαινίασε, μετά τους πολέμους του 1967 και του 1974, την εγκατάσταση Εβραίων εποίκων στα κατεχόμενα παλαιστινιακά εδάφη. (σ.τ.ε.)
7. Βλ. Yedioth Ahronot, 27 Απριλίου 1992.
8. Hugh Trevor-Roper, Renaissance Essays, Foantana Press, London, 1985.
9. Βλ. Moses Hadas, Hellenistic Culture, Fusion and Diffusion, Columbia University Press, New York, 1959, ιδιαίτερα τα κεφάλαια VII και XX.
 
 
 
Άρδην τ. 71,

Η εξαπάτηση συνεχίζεται

του  Ισραήλ Σαχάκ
Άρδην τ. 71
Οι σύγχρονοι μελετητές του ιουδαϊσμού όχι μόνο συνέχισαν την απάτη αλλά, στην πραγματικότητα, υπερθεμάτισαν ως προς την αδιαντροπιά και την ψευδολογία έναντι των παλαιών ραβινικών μεθόδων. Παραλείπω εδώ τις διάφορες ιστορίες του αντισημιτισμού, που δεν αξίζει να ληφθούν σοβαρά υπ’ όψη, και θα δώσω μόνο τρία συγκεκριμένα παραδείγματα και ένα γενικό παράδειγμα από τις πιο σύγχρονες «λόγιες» παραπλανήσεις.
Το 1962, ένα μέρος του Κώδικα του Μαϊμονίδη, που αναφέρθηκε παραπάνω, το γνωστό με το όνομα Βιβλίο της Γνώσης, που περιέχει τους πιο βασικούς κανόνες της εβραϊκής πίστης και πρακτικής, δημοσιεύθηκε στην Ιερουσαλήμ σε μια δίγλωσση έκδοση, με την αγγλική μετάφραση απέναντι από το εβραϊκό κείμενο33. Το εβραϊκό κείμενο είχε αποκατασταθεί στην πρωτότυπη γνησιότητά του, και περιέχει χωρίς περικοπές την εντολή να εξολοθρευτούν οι άπιστοι Εβραίοι: «Είναι καθήκον να τους εξολοθρεύσει κανείς με τα ίδια του τα χέρια». Στην αγγλική μετάφραση, η εντολή έχει γίνει κάπως ηπιότερη: «Είναι καθήκον να λαμβάνει κανείς ενεργά μέτρα για να τους καταστρέψει». Κατόπιν, όμως, το εβραϊκό κείμενο συνεχίζει εξειδικεύοντας τα πρωταρχικά παραδείγματα «απίστων» που πρέπει να εξολοθρευθούν: «Όπως ο Ιησούς της Ναζαρέτ και οι μαθητές του, και ο Τζαντόκ (Tzadoq) και ο Μπάιτος (Baitos)34 και οι μαθητές τους, και το όνομα των κακών να σαπίσει». Ούτε μία λέξη από αυτό δεν εμφανίζεται στο αγγλικό κείμενο στην απέναντι σελίδα (78α). Και, κάτι ακόμα πιο χαρακτηριστικό, παρά τη μεγάλη κυκλοφορία αυτού του βιβλίου μεταξύ των μελετητών στις αγγλόφωνες χώρες, ούτε ένας από αυτούς δεν έχει διαμαρτυρηθεί, απ’ όσο ξέρω, γι’ αυτή την καταφανή πλαστογράφηση.
Το δεύτερο παράδειγμα έρχεται από τις ΗΠΑ, πάλι από μια αγγλική μετάφραση ενός βιβλίου του Μαϊμονίδη. Εκτός από τη δουλειά που έκανε για την κωδικοποίηση του Ταλμούδ, ο Μαϊμονίδης ήταν επίσης φιλόσοφος και ο Οδηγός του Παραστρατημένου δίκαια θεωρείται ως το κυριότερο έργο της θρησκευτικής εβραϊκής φιλοσοφίας. διαβάζεται δε και χρησιμοποιείται ευρύτατα ακόμα και σήμερα. Δυστυχώς, μαζί με τη στάση του απέναντι στους μη Εβραίους γενικά, και τους χριστιανούς ιδιαίτερα, ο Μαϊμονίδης ήταν επίσης ρατσιστής απέναντι στους μαύρους. Προς το τέλος του Οδηγού, σε ένα πολύ σημαντικό κεφάλαιο (βιβλίο ΙΙΙ, κεφάλαιο 51), συζητά πώς διάφορες ομάδες της ανθρωπότητας μπορούν να εξυψωθούν στις υπέρτατες θρησκευτικές αξίες, και την αληθινή λατρεία του Θεού. Μεταξύ των φυλών που είναι ανίκανες έστω και να την πλησιάσουν αναφέρονται:
Ορισμένοι από τους Τούρκους [δηλαδή η μογγολική ράτσα] και οι νομάδες του Βορρά, καθώς και οι μαύροι και οι νομάδες του Νότου, και όσοι τους μοιάζουν στα κλίματά μας. Και η φύση τους είναι όπως η φύση των άλαλων ζώων, και, κατά τη γνώμη μου, αυτοί δεν κατατάσσονται μεταξύ των ανθρώπινων όντων· το επίπεδό τους στην ιεραρχία των όντων τοποθετείται κάτω από το επίπεδο του ανθρώπου και πάνω από το επίπεδο του πιθήκου, διότι μοιάζουν περισσότερο με τους ανθρώπους απ’ ό,τι οι πίθηκοι.
Τι μπορεί να κάνει κανείς με ένα τέτοιο απόσπασμα από ένα σημαντικότατο και θεμελιώδες έργο του ιουδαϊσμού; Να αντιμετωπίσει την αλήθεια και τις συνέπειές της; Θεός φυλάξοι! Να παραδεχθεί (όπως τόσοι πολλοί χριστιανοί μελετητές, παραδείγματος χάριν, έκαναν σε παρόμοιες περιστάσεις) ότι μια πολύ σημαντική εβραϊκή αυθεντία έτρεφε ακραίες ρατσιστικές αντιλήψεις ενάντια στους μαύρους, και, μέσα από αυτή την παραδοχή, να προσπαθήσει να διδάξει στον εαυτό του την πραγματική ανθρωπιά; Μακριά από μας μια τέτοια σκέψη. Μπορώ σχεδόν να φανταστώ Εβραίους μελετητές στις ΗΠΑ να συσκέπτονται: «Τί πρέπει να γίνει;» –διότι το βιβλίο έπρεπε να μεταφραστεί, λόγω της δραματικής μείωσης των Αμερικανοεβραίων που γνωρίζουν εβραϊκά. Είτε, λοιπόν, μετά από σύσκεψη είτε από ατομική έμπνευση, βρέθηκε μια ικανοποιητική λύση: Στη δημοφιλή αμερικανική μετάφραση του Οδηγού από κάποιον Φριντλάντερ, που εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1925 και έκτοτε ανατυπώθηκε πολλές φορές, και μάλιστα σε αρκετές φθηνές εκδόσεις, η εβραϊκή λέξη Kushi, που σημαίνει μαύροι, απλώς μεταγράφηκε στο λατινικό αλφάβητο και εμφανίζεται ως «Kushites», μια λέξη που δεν σημαίνει τίποτε για όσους δεν γνωρίζουν εβραϊκά ή για εκείνους στους οποίους ένας εξυπηρετικός ραβίνος δεν δώσει μια προφορική εξήγηση35. Όλα αυτά τα χρόνια, ούτε μία λέξη δεν ειπώθηκε για να επισημάνει την αρχική απάτη ή τα κοινωνικά δεδομένα που της επιτρέπουν να συνεχίζεται –και αυτό καθ’ όλη τη διάρκεια της αναστάτωσης που προκάλεσαν οι εκστρατείες του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, την οποία υποστήριζαν τόσο πολλοί ραβίνοι (και άλλες εβραϊκές προσωπικότητες), μερικοί εκ των οποίων πρέπει να γνώριζαν τη ρατσιστική στάση απέναντι στους μαύρους, που αποτελεί ένα μέρος της εβραϊκής τους κληρονομιάς36.
Σίγουρα, αναγκάζεται κανείς να υποθέσει ότι αρκετοί από τους ραβίνους υποστηρικτές του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, είτε ήταν ρατσιστές απέναντι στους μαύρους και απλώς τον υποστήριζαν για τακτικούς λόγους «εβραϊκού συμφέροντος», επιδιώκοντας να αποσπάσουν την υποστήριξη των μαύρων για τους Αμερικανοεβραίους και την πολιτική του Ισραήλ, είτε ήταν τέλειοι υποκριτές, σε βαθμό σχιζοφρένειας, ικανοί να περνούν πολύ γρήγορα από την κρυφή ικανοποίηση ενός αδιάλλακτου ρατσισμού σε μια δηλωμένη συμπάθεια για τον αντιρατσιστικό αγώνα – και τούμπαλιν, ανάλογα με τις περιστάσεις.
Το τρίτο παράδειγμα προέρχεται από ένα έργο που δεν αποσκοπεί στην υψηλή επιστημονική αναγνώριση – αλλά γι’ αυτό και είναι ακόμα πιο δημοφιλές: Οι Χαρές του Γίντις (The Joys of Yiddish), του Λίο Ρόστεν. Αυτό το ελαφρύ έργο –που πρωτοδημοσιεύθηκε στις ΗΠΑ το 1968 και ανατυπώθηκε πολλές φορές, και μάλιστα αρκετές φορές σε πλατιάς κυκλοφορίας έκδοση Penguin– είναι ένα είδος γλωσσάριου λέξεων στα γίντις, που χρησιμοποιούνται συχνά από Εβραίους ή και από μη Εβραίους στις αγγλόφωνες χώρες. Για κάθε καταχώριση, μαζί με τον λεπτομερή ορισμό και περισσότερο ή λιγότερο διασκεδαστικά ανέκδοτα που εξηγούν τη χρήση της, υπάρχει επίσης η ετυμολογία, που δηλώνει (με αρκετή ακρίβεια, γενικά) τη γλώσσα από την οποία η λέξη έφτασε στα γίντις, και η σημασία που είχε στη γλώσσα εκείνη. Το λήμμα Shaygets – της οποίας η κύρια σημασία είναι «μη Εβραίος αγόρι ή έφηβος»– είναι μια εξαίρεση: η ετυμολογία, με διφορούμενο τρόπο, δηλώνει: «εβραϊκής προελεύσεως», χωρίς να δίνει τη μορφή ή τη σημασία της πρωτότυπης εβραϊκής λέξης. Από την άλλη μεριά, κάτω από την καταχώριση Shiksa –το θηλυκό του Shaygets– ο συγγραφέας δίνει την πρωτότυπη εβραϊκή λέξη, sheqetz (ή, μεταγραμμένη με λατινικούς χαρακτήρες, sheques) και ορίζει την εβραϊκή σημασία ως «ατέλεια». Αυτό είναι ένα κατάφωρο ψέμα, όπως γνωρίζουν όσοι ομιλούν εβραϊκά. Το Megiddo Σύγχρονο Εβραϊκό-Αγγλικό Λεξικό (Megiddo Modern Hebrew-English Dictionary), δημοσιευμένο στο Ισραήλ, ορθά ορίζει τη λέξη sheqetz ως εξής: «ακάθαρτο ζώο· απεχθές πλάσμα, έκτρωμα (στη καθομιλουμένη προφέρεται shayqets), άθλιο υποκείμενο, ανυπάκουος νεαρός˙ μη Eβραίος νέος».
Το τελευταίο, πιο γενικό, παράδειγμα σοκάρει, ει δυνατόν, ακόμα πιο πολύ από τα άλλα. Αφορά στη στάση του κινήματος των Χασιδιστών απέναντι στους μη εβραί-ους. Ο χασιδισμός37 –μια συνέχεια (και ένας ευτελισμός!) του εβραϊκού μυστικισμού– παραμένει ακόμα ένα ζωντανό κίνημα, με εκατοντάδες χιλιάδες δραστήριων οπαδών που είναι φανατικά αφοσιωμένοι στους «άγιους ραβίνους» τους, μερικοί εκ των οποίων έχουν αποκτήσει μια πολύ σημαντική πολιτική επιρροή στο Ισραήλ μεταξύ των αρχηγών των περισσοτέρων κομμάτων, και, ακόμα πιο σημαντικό, στα υψηλότερα κλιμάκια του στρατού.
Ποιες είναι λοιπόν οι απόψεις αυτού του κινήματος σχετικά με τους μη εβραίους; Ως παράδειγμα, ας πάρουμε την περίφημη Hatanya, το βασικό βιβλίο του κινήματος Χαμπάντ, ενός από τα πιο σημαντικά παρακλάδια του χασιδισμού. Σύμφωνα με το βιβλίο αυτό, όλοι οι μη Εβραίοι είναι εντελώς σατανικά πλάσματα, «που δεν έχουν απολύτως τίποτε το καλό». Ακόμα και ένα μη εβραϊκό έμβρυο είναι ποιοτικά διαφορετικό από ένα εβραϊκό. Η ίδια η ύπαρξη ενός μη Εβραίου είναι «άνευ ουσίας», ενώ όλη η πλάση δημιουργήθηκε αποκλειστικά για χάρη των Εβραίων.
Το βιβλίο κυκλοφορεί σε αναρίθμητες εκδόσεις, και οι ιδέες του γίνονται ευρύτερα γνωστές με τις πολυάριθμες «ομιλίες» του σημερινού κληρονομικού Φύρερ της Χα-μπάντ, του επιλεγόμενου ραβίνου των Λούμπαβιτς38, κ. Schneurssohn, που διευθύνει αυτή την πανίσχυρη παγκόσμια οργάνωση από το αρχηγείο του, στη Νέα Υόρκη. Στο Ισραήλ, αυτές οι ιδέες διαδίδονται ευρύτατα μεταξύ των πολιτών στα σχολεία και στον στρατό. (Σύμφωνα με τη μαρτυρία της Σουλαμίτ Αλόνι [Shulamit Aloni]), μέλους της Κνεσσέτ, η προπαγάνδα της Χαμπάντ δυνάμωσε ιδιαίτερα πριν την εισβολή του Ισραήλ στον Λίβανο, τον Μάρτιο του 1978, προτρέποντας, μεταξύ άλλων, τους στρατιωτικούς γιατρούς και νοσοκόμους να αρνηθούν να προσφέρουν ιατρική βοήθεια στους «μη Εβραίους τραυματίες». Αυτή η ναζιστικού τύπου οδηγία δεν αφορούσε στους Άραβες ή τους Παλαιστινίους ειδικά, αλλά απλώς στους «μη Εβραίους», (goyim). Ένας πρώην Ισραηλινός Πρόεδρος, ο Σαζάρ, ήταν ένθερμος οπαδός της Χαμπάντ, και πολλοί κορυφαίοι Ισραηλινοί και Αμερικανοί πολιτικοί –με επικεφαλής τον Πρωθυπουργό Μπεγκίν– τη φλέρταραν και την υποστήριζαν δημόσια. Και τούτο, παρά τη μεγάλη αντιδημοτικότητα του ραβίνου των Λούμπαβιτς. στο Ισραήλ, του προσάπτουν ευρύτατα το γεγονός ότι αρνείται να έρθει στους Αγίους Τόπους, έστω και για μια επίσκεψη, και παραμένει στη Νέα Υόρκη για σκοτεινούς μεσσιανικούς λόγους, ενώ στη Νέα Υόρκη είναι πασίγνωστη η στάση του εναντίον των μαύρων.
Το γεγονός ότι, παρά τις δυσκολίες αυτές, η Χαμπάντ υποστηρίζεται δημόσια από τόσες κορυφαίες πολιτικές προσωπικότητες οφείλει πολλά στον απολύτως υποκριτικό και παραπλανητικό τρόπο με τον οποίο πραγματεύονται το θέμα όλοι σχεδόν οι μελετητές που έχουν γράψει για το κίνημα των Χασιδιστών και το παρακλάδι του, τη Χαμπάντ. Αυτό αφορά ιδιαίτερα όλους εκείνους που έχουν γράψει ή γράφουν πάνω σ’ αυτό το θέμα στα αγγλικά. Αποκρύπτουν καταφανή εδάφια των παλιών χασιδικών κειμένων, όπως και τις πρόσφατες πολιτικές συνέπειες που απορρέουν από τα κείμενα αυτά, πράγμα το οποίο είναι φανερό έστω και σε έναν περιστασιακό αναγνώστη του ισραηλινού Τύπου, στα εβραϊκά, στις σελίδες του οποίου ο ραβίνος των Λούμπαβιτς και άλλοι χασιδιστές ηγέτες δημοσιεύουν αδιάκοπα τις πιο λυσσαλέες και αιμοδιψείς δηλώσεις και προτροπές εναντίον όλων των Αράβων.
Ένας από τους κυριότερους βιρτουόζους του ψεύδους σ’ αυτή την περίπτωση, και ταυτόχρονα μια απόδειξη της δύναμης του ψεύδους, υπήρξε ο Μάρτιν Μπούμπερ (Martin Buber). Τα πολυάριθμα έργα του, που εγκωμιάζουν ολόκληρο το κίνημα των Χασιδιστών (συμπεριλαμβανομένης και της Χαμπάντ) δεν περιέχουν ούτε έναν υπαινιγμό για τις πραγματικές απόψεις του χασιδισμού σχετικά με τους μη Εβραίους. Το έγκλημα της εξαπάτησης γίνεται ακόμα βαρύτερο αν λάβει κανείς υπ’ όψη του το γεγονός ότι τα εγκώμια του Μπούμπερ για τον χασιδισμό πρωτοδημοσιεύθηκαν στα γερμανικά κατά την περίοδο της ανόδου του γερμανικού εθνικισμού και της κατάληψης της εξουσίας από τον Ναζισμό. Αλλά, ενώ ήταν επιδεικτικά αντίθετος στον ναζισμό, ο Μπούμπερ εξυμνούσε ένα κίνημα που ενστερνιζόταν και δίδασκε θεωρίες σχετικά με τους μη Εβραίους που δεν ήταν διαφορετικές από τις ναζιστικές θεωρίες για τους Εβραίους. Βέβαια, θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει ότι, πριν από 70 ή 50 χρόνια, οι Εβραίοι Χασιδιστές ήταν τα θύματα, και ότι ένα «ανώδυνο ψεματάκι» που ευνοεί ένα θύμα είναι συγχωρητέο. Όμως, οι συνέπειες μιας τέτοιας απάτης είναι ανυπολόγιστες. Τα έργα του Μπούμπερ μεταφράστηκαν στα Εβραϊκά, έγιναν ένα ισχυρό στοιχείο της εβραϊκής εκπαίδευσης στο Ισραήλ και ενίσχυσαν σε μεγάλο βαθμό τη δύναμη των αιμοδιψών Χασιδιστών ηγετών. Εν τέλει, μεταβλήθηκαν σε σημαντικό παράγοντα ενίσχυσης του ισραηλινού σωβινισμού και του μίσους προς όλους τους μη Εβραίους. Εάν σκεφθούμε τις ανθρώπινες υπάρξεις –και ήταν πολλές– που πέθαναν από τις πληγές τους επειδή οι νοσοκόμοι του ισραηλινού στρατού, με την υποκίνηση της χασιδιστικής προπαγάνδας, αρνήθηκαν να τους φροντίσουν, τότε βαριά ευθύνη για το αίμα τους φέρει και ο Μάρτιν Μπούμπερ.
Πρέπει να αναφέρω εδώ ότι ο Μπούμπερ, όταν εκθειάζει τον χασιδισμό, ξεπερνά κατά πολύ άλλους Εβραίους μελετητές, ιδιαίτερα όσους γράφουν στα εβραϊκά (ή, παλαιότερα, στα γίντις), ή ακόμα και σε ευρωπαϊκές γλώσσες, αλλά μόνο για το εβραϊκό κοινό. Σε ζητήματα εσωτερικού εβραϊκού ενδιαφέροντος, υπήρξε κάποτε πολλή και δικαιολογημένη κριτική του κινήματος των Χασιδιστών. Ο μισογυνισμός τους (ακόμα πιο ακραίος από τον μισογυνισμό που χαρακτηρίζει ολόκληρη την εβραϊκή ορθοδοξία), η αγάπη τους για το αλκοόλ, η φανατική προσήλωσή τους στους κληρονομικούς «άγιους ραβίνους», που τους αποσπούσαν εκβιαστικά χρήματα, οι αναρίθμητες ιδιαίτερες προλήψεις τους –αυτά και πολλά άλλα αρνητικά χαρακτηριστικά– προκάλεσαν δυσμενή σχόλια. Αλλά η συναισθηματική και απατηλά ρομαντική εξιδανίκευση του Μπούμπερ θριάμβευσε, ιδιαίτερα στις ΗΠΑ και το Ισραήλ, διότι βρισκόταν σε αρμονία με τον ολοκληρωτικό θαυμασμό του για οτιδήποτε ήταν «αυθεντικά εβραϊκό» και διότι ορισμένοι «αριστεροί» εβραϊκοί κύκλοι, στους οποίους ο Μπούμπερ είχε ιδιαίτερα μεγάλη επιρροή, υιοθέτησαν αυτή τη θέση.
Και δεν ήταν ο Μπούμπερ ο μόνος που είχε αυτή τη στάση, αν και, κατά τη γνώμη μου, υπήρξε μακράν ο χειρότερος όλων ως προς το κακό που προξένησε και την κληρονομιά που άφησε. Να αναφέρουμε μεταξύ άλλων, τον ιδιαίτερου κύρους στον χώρο της κοινωνιολογίας και των βιβλικών μελετών, Ιεζεκιήλ Κάουφμαν (Yezekiel Kaufman), υποστηρικτή της γενοκτονίας κατά το μοντέλο της Βίβλου του Ιωσήφ. τον ιδεαλιστή φιλόσοφο Χιούγκο Σμούελ Μπέργκμαν (Hugo Shmuel Bergman), που υποστήριξε, ήδη το 1914-1915, την εκδίωξη όλων των Παλαιστινίων στο Ιράκ, και πολλούς άλλους. Όλοι αυτοί ήταν φαινομενικά «περιστερές», αλλά χρησιμοποιούσαν συνταγές που μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν με την πιο ακραία αντιαραβική έννοια. όλοι είχαν κλίση στον θρησκευτικό μυστικισμό, που προδιαθέτει στην εξαπάτηση, και όλοι έμοιαζαν να είναι πράοι άνθρωποι που, ακόμα και όταν υποστήριζαν την εκδίωξη, τον ρατσισμό και τη γενοκτονία, δεν έμοιαζαν ικανοί να βλάψουν ούτε μυρμήγκι – και ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο οι συνέπειες των ψευδών τους ήταν βαρύτερες.
Οφείλουμε να αγωνιστούμε ενάντια στους απολογητές της απανθρωπιάς, που διακηρύσσεται όχι μόνο από τους ραβίνους αλλά και από εκείνους που υποτίθεται ότι είναι οι μεγαλύτεροι διανοητές του ιουδαϊσμού και ασφαλώς αυτοί που ασκούν τη μεγαλύτερη επιρροή. Ενάντια σε αυτούς τους σύγχρονους επιγόνους των ψευδοπροφητών και των ανέντιμων ιερέων, ακόμα και σε πείσμα μιας σχεδόν ομόφωνης γνώμης μέσα στο Ισραήλ και στην πλειονότητα των Εβραίων σε χώρες όπως οι ΗΠΑ, πρέπει να επαναλαμβάνουμε την προειδοποίηση του Λουκρήτιου ενάντια σε οποιαδήποτε παράδοση της κρίσης μας στα κηρύγματα των θρησκευτικών ηγετών: Tantum religio potuit suadere malorum («Τόσα κακά μπόρεσε να εμπνεύσει η θρησκεία»). Η θρησκεία δεν είναι πάντα το όπιο του λαού (όπως είπε ο Μαρξ), αλλά συχνά μεταβάλλεται σε κάτι τέτοιο, όταν παραποιούμε και διαστρέφουμε την πραγματική της φύση: Οι λόγιοι και οι διανοούμενοι που πραγματοποιούν μια τέτοια πλαστογραφία, δίκαια μπορούν να χαρακτηριστούν λαθρέμποροι οπίου.
Όμως, από αυτή την ανάλυση, μπορούμε να βγάλουμε ένα άλλο γενικότερο συμπέρασμα σχετικά με τα πιο αποτελεσματικά και απαίσια μέσα που έχουν ανακαλυφθεί για να κάνει κανείς το κακό, να ξεγελάσει, να εξαπατήσει και να διαφθείρει ολόκληρους λαούς και να τους οδηγήσει στην καταπίεση και στον φόνο, ενώ ο ίδιος κρατά τα χέρια του καθαρά. (Διότι δεν μπορεί να υπάρξει πια καμιά αμφιβολία ότι οι πιο φρικιαστικές πράξεις καταπίεσης στη Δυτική Όχθη παρακινούνται από τον θρησκευτικό εβραϊκό φανατισμό). Φαίνεται ότι οι περισσότεροι άνθρωποι πιστεύουν ότι ο χειρότερος ολοκληρωτισμός στηρίζεται στην άσκηση φυσικής βίας, και φέρνουν στο μυαλό τους τις εικόνες του Όργουελ στο έργο του, 1984, ως υπόδειγμα ενός τέτοιου καθεστώτος. Νομίζω όμως ότι αυτή η κοινή άποψη είναι λανθασμένη σε μεγάλο βαθμό, και ότι η υπόθεση του Ισαάκ Ασίμοφ, στα έργα επιστημονικής φαντασίας του οποίου η χειρότερη καταπίεση είναι πάντοτε η εσωτερικευμένη, βρίσκεται πιο κοντά στην αλήθεια σχετικά με τους κινδύνους που απειλούν την ανθρώπινη φύση. Σε αντίθεση με τους υποταγμένους διανοούμενους του Στάλιν, οι ραβίνοι –και ακόμα περισσότερο οι διανοητές τους οποίους επικρίνω εδώ, και, μαζί μ’ αυτούς, όλος ο εσμός των ατόμων με τα τετριμμένα πνευματικά ενδιαφέροντα που εφαρμόζουν τον νόμο της σιωπής (συγγραφείς, δημοσιογράφοι, δημόσια πρόσωπα) που ψεύδονται και εξαπατούν ακόμα περισσότερο και από τους ραβίνους– δεν αντιμετωπίζουν τον κίνδυνο θανάτου ή του στρατοπέδου συγκέντρωσης, αλλά μόνο την κοινωνική πίεση. Ψεύδονται από πατριωτισμό, επειδή πιστεύουν ότι αυτό τους επιβάλλει το συμφέρον των Εβραίων. Είναι πατριώτες ψευδολόγοι, και αυτός ο πατριωτισμός τούς κάνει να σιωπούν όταν έρχονται αντιμέτωποι με τις διακρίσεις και την καταπίεση εναντίον των Παλαιστινίων.
Στην παρούσα περίπτωση, αντιμετωπίζουμε επίσης μια άλλη ομαδική πίστη, που όμως έρχεται έξω από την ομάδα και ενίοτε είναι ακόμα πιο επιβλαβής. Πάρα πολλοί μη Εβραίοι (μεταξύ των οποίων μέλη του χριστιανικού κλήρου, θρησκευόμενοι κοσμικοί καθώς και ορισμένοι μαρξιστές, απ’ όλες τις μαρξιστικές ομάδες) έχουν την περίεργη άποψη ότι ένας τρόπος για να «εξιλεωθούν» για τις διώξεις κατά των Εβραίων είναι να μη μιλάνε ανοικτά εναντίον των αδικοπραγιών που διαπράττουν Εβραίοι και, εν τέλει, να συμπράττουν σε «ανώδυνα ψεματάκια» γι’ αυτούς. Η χονδροειδής κατηγορία του «αντισημιτισμού» (ή, στην περίπτωση των Εβραίων, του «μίσους για τον εαυτό τους»), ενάντια σε όποιον διαμαρτύρεται για τις διακρίσεις εναντίον των Παλαιστινίων, διατυπώνεται με μεγαλύτερη οξύτητα και επιμονή από τους μη Εβραίους «φίλους των Εβραίων» παρά από τους ίδιους τους Εβραίους. Και η ίδια τύχη περιμένει κάθε έναν που επισημαίνει οποιοδήποτε γεγονός γύρω από την εβραϊκή θρησκεία ή το εβραϊκό παρελθόν που συγκρούεται με την «εγκεκριμένη εκδοχή». Η ύπαρξη και η εκτεταμένη επιρροή αυτής της ομάδας, σε όλες τις δυτικές χώρες και ιδιαίτερα στις ΗΠΑ (όπως και στις άλλες αγγλόφωνες χώρες), επέτρεψε στους ραβίνους και τους στοχαστές του Ιουδαϊσμού να διαδώσουν τα ψέματά τους όχι μόνο χωρίς να συναντήσουν αντίδραση, αλλά και να τύχουν σημαντικής βοήθειας.
Στην πραγματικότητα, πολλοί δεδηλωμένοι «αντισταλινικοί» απλώς αντικατέστησαν το είδωλο της λατρείας τους υποστηρίζοντας τον εβραϊκό ρατσισμό και φανατισμό με μεγαλύτερο ζήλο και κακοπιστία από τους πιο φανατικούς σταλινικούς στο παρελθόν. Αν και αυτό το φαινόμενο της τυφλής και σταλινικού τύπου υποστήριξης για οποιοδήποτε έγκλημα, με την προϋπόθεση να είναι «εβραϊκό», είναι ιδιαίτερα διαδεδομένο από το 1945 και μετά, όταν έγινε γνωστή η αλήθεια για την εξολόθρευση των Εβραίων της Ευρώπης, είναι λάθος να υποθέτουμε ότι άρχισε μόλις τότε. Αντιθέτως, χρονολογείται από πολύ παλιά, ιδιαίτερα στους σοσιαλδημοκρατικούς κύκλους. Ένας από τους παλιούς φίλους του Μαρξ, ο Μόζες Χες (Μoses Hess), ευρύτατα γνωστός και σεβαστός ως ένας από τους πρώτους σοσιαλιστές της Γερμανίας, στη συνέχεια μεταβλήθηκε σε έναν ακραίο Εβραίο ρατσιστή, οι απόψεις του οποίου για την «καθαρή εβραϊκή ράτσα», δημοσιευμένες το 1858, έμοιαζαν με τις ανάλογες σαχλαμάρες για την «καθαρή αρία φυλή». Και όμως, οι Γερμανοί σοσιαλιστές, που αγωνίσθηκαν εναντίον του γερμανικού ρατσισμού, παρέμειναν σιωπηλοί σε ό,τι αφορούσε στον εβραϊκό ρατσισμό στις γραμμές τους.
Το 1944, κατά τη διάρκεια του αγώνα εναντίον του Χίτλερ, το βρετανικό Εργατικό Κόμμα ενέκρινε ένα σχέδιο για την εκδίωξη των Παλαιστινίων από την Παλαιστίνη, που ήταν παρόμοιο με τα πρώτα σχέδια του Χίτλερ (μέχρι το 1941 περίπου) για τους Εβραίους. Αυτό το σχέδιο εγκρίθηκε υπό την πίεση των Εβραίων μελών της ηγεσίας του κόμματος, πολλοί από τους οποίους υιοθέτησαν από τότε την αρχή της φυλετικής αλληλεγγύης απέναντι σε οποιαδήποτε ισραηλινή πολιτική, πολύ περισσότερο απ’ ό,τι οι Συντηρητικοί υποστηρικτές του Ίαν Σμιθ στη Ροδεσία. Αλλά τα σταλινικά ταμπού στη Βρετανία είναι ισχυρότερα στην Αριστερά παρά στη Δεξιά, και δεν υπάρχει ουσιαστικά καμιά αμφισβήτηση ακόμα κι όταν το Εργατικό Κόμμα υποστηρίζει την κυβέρνηση Μπέγκιν.
Στις ΗΠΑ επικρατεί μια παρόμοια κατάσταση· και εκεί, επίσης, οι Αμερικανοί φιλελεύθεροι είναι οι χειρότεροι39.
Δεν είναι εδώ ο χώρος για να εξετάσουμε όλες τις πολιτικές συνέπειες αυτής της κατάστασης, μα πρέπει να αντιμετωπίσουμε την πραγματικότητα: Στον αγώνα μας ενάντια στον ρατσισμό και τον φανατισμό της εβραϊκής θρησκείας, οι μεγαλύτεροί μας εχθροί δεν θα είναι μόνο οι Εβραίοι ρατσιστές (και όσοι εκμεταλλεύονται αυτόν τον ρατσισμό) αλλά και εκείνοι οι μη Εβραίοι που σε άλλους τομείς καταγράφονται –λανθασμένα κατά τη γνώμη μου– ως «προοδευτικοί».
Σημειώσεις:
33. Εκδ. Boys Town, Ιερουσαλήμ, και επιμέλεια έκδοσης του Moses Hyamson, ενός από τους πιο έγκυρους μελετητές του ιουδαϊσμού στη Βρετανία.
34. Οι υποτιθέμενοι ιδρυτές της σέκτας των Σαδδουκαίων.
35. Έχω την ευτυχία να ανακοινώσω ότι, σε μια πρόσφατη νέα μετάφραση (Chicago University Press), η λέξη «μαύροι» αναφέρεται ανοικτά αλλά ο βαρύς και πολύ ακριβός τόμος είναι απίθανο να πέσει σε «λάθος» χέρια. Έτσι, στην Αγγλία των αρχών του 19ου αιώνα, επιτρεπόταν να εκδίδονται ριζοσπαστικά βιβλία (όπως του Godwin), υπό τον όρο ότι θα εκδίδονταν σε πολύ ακριβές εκδόσεις.
36. Αξίζει να αναφερθεί ένα ακόμα σχετικό γεγονός: Ένας Εβραίος μελετητής του Ισλάμ, ο Μπέρναρντ Λιούϊς (Bernard Lewis), που προηγουμένως δίδασκε στο Λονδίνο και τώρα διδάσκει στις ΗΠΑ, είχε τη δυνατότητα, και είναι απολύτως σεβαστό, να δημοσιεύσει ένα άρθρο στο Encounter στο οποίο επισημαίνει πολλά αποσπάσματα στην ισλαμική φιλολογία που, κατά τη γνώμη του, κατευθύνονται εναντίον των μαύρων· ωστόσο, κανένα από αυτά δεν πλησιάζει καν το απόσπασμα που προαναφέραμε. Είναι απολύτως αδύνατον για οποιονδήποτε, τώρα ή τα τελευταία τριάντα χρόνια, να συζητήσει το παραπάνω απόσπασμα ή τα πολλά άλλα υβριστικά ταλμουδικά αποσπάσματα που στρέφονται εναντίον των μαύρων, σε οποιαδήποτε έγκυρη αμερικανική έκδοση. Αλλά χωρίς μια ολόπλευρη κριτική, η επίθεση αποκλειστικά στο Ισλάμ υποβιβάζεται σε απλή συκοφαντία.
37. Κίνημα του εβραϊκού μυστικισμού που άρχισε να αναπτύσσεται στην Ουκρανία, κατά την περίοδο ενός κύματος διώξεων κατά των Eβραίων. Ο ραβίνος Ισραέλ μπεν Ελιέζερ (1698-1760), γνωστός και ως Ba’al Shem Tov, υπήρξε ο πρώτος προφήτης του χασιδισμού, που έχει σήμερα εκατομμύρια οπαδούς και πολυάριθμες ομάδες και σέκτες (σ.τ.ε.).
38. Η Χαμπάντ είναι η σημαντικότερη χασιδική σέκτα. τα μέλη της αποκαλούνται και Λούμπαβιτς, από τη ρωσική πόλη Λουμπαβίτσι, όπου ιδρύθηκε μετά τους ναπολεόντειους πολέμους. Η Χαμπάντ διαθέτει σήμερα χιλιάδες κέντρα σε όλο τον κόσμο, 200.000 μέλη, ενώ στις δραστηριότητές της συμμετέχουν πάνω από 1 εκατομμύριο άτομα κάθε χρόνο. (σ.τ.ε.)
39. Ο Σαχάκ βέβαια έγραφε πριν εμφανιστεί το φαινόμενο των «νέο-συντηρητικών» μέσω του οποίου οι Αμερικανοί συντηρητικοί και φονταμενταλιστές χριστιανοί συναγωνίζονται πλέον τους «φιλελευθέρους» σε φιλοσιωνισμό.
 
 
Άρδην τ. 71,

Προκαταλήψεις και παραποίηση της αλήθειας

του  Ισραήλ Σαχάκ
Άρδην τ. 71
Η πρώτη δυσκολία που συναντά κανείς όταν γράφει πάνω σ’ αυτό το θέμα είναι ότι ο όρος «Εβραίος» έχει χρησιμοποιηθεί κατά τα τελευταία 150 χρόνια με δύο μάλλον διαφορετικές έννοιες. Για να το κατανοήσουμε καλύτερα αυτό, ας φαντασθούμε ότι βρισκόμαστε στο 1780. Τότε, η παγκοσμίως αποδεκτή έννοια του όρου «Εβραίος» συνέπιπτε βασικά με αυτό που οι ίδιοι οι Εβραίοι θεωρούσαν ότι συνιστούσε την ταυτότητά τους. Αυτή η ταυτότητα ήταν πρωτίστως θρησκευτική, αλλά οι θρησκευτικοί κανόνες διείπαν και τις παραμικρότερες λεπτομέρειες της καθημερινής συμπεριφοράς σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής, κοινωνικής και ιδιωτικής, μεταξύ των ίδιων των Εβραίων, όπως και στις σχέσεις τους με τους μη Εβραίους. Ήταν τότε κυριολεκτικά αδιανόητο για έναν Εβραίο να πιει έστω και ένα ποτήρι νερό στο σπίτι ενός μη Εβραίου. Και οι ίδιοι βασικοί κανόνες συμπεριφοράς απέναντι στους μη Εβραίους ίσχυαν από την Υεμένη μέχρι τη Νέα Υόρκη. Όποιος όρος και αν χρησιμοποιηθεί για να περιγράψει τους Εβραίους του 1780 –και δεν θέλω να μπω στη μεταφυσική συζήτηση για όρους όπως «έθνος» και «λαός»10– είναι φανερό ότι όλες οι εβραϊκές κοινότητες εκείνης της εποχής ήταν διαχωρισμένες από τις μη εβραϊκές κοινότητες μέσα στις οποίες ζούσαν.
Όμως, αυτή η κατάσταση άλλαξε μέσα από δύο παράλληλες διαδικασίες –αρχίζοντας από την Ολλανδία και την Αγγλία, συνεχίζοντας στην επαναστατική Γαλλία και σε χώρες που ακολούθησαν το παράδειγμα της Γαλλικής Επανάστασης, και στη συνέχεια στις μοναρχίες του 19ου αιώνα: Οι Εβραίοι κατέκτησαν ένα υψηλό επίπεδο ατομικών δικαιωμάτων (σε μερικές περιπτώσεις την απόλυτη νομική ισότητα) και η δικαιοδοτική εξουσία της εβραϊκής κοινότητας πάνω στα μέλη της εξαλείφθηκε. Πρέπει να σημειωθεί ότι και οι δύο αυτές εξελίξεις πραγματοποιήθηκαν ταυτοχρόνως και ότι η δεύτερη ήταν ακόμα πιο σημαντική από την πρώτη, αν και είναι λιγότερο γνωστή.
Από την εποχή της ύστερης Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, οι εβραϊκές κοινότητες διέθεταν ουσιαστική εξουσία πάνω στα μέλη τους: όχι μόνο εξουσία που πήγαζε από την εθελούσια κινητοποίηση της κοινωνικής πίεσης (παραδείγματος χάριν, την άρνηση να έχουν οποιαδήποτε σχέση με έναν εξοστρακισμένο Εβραίο, μέχρι και την άρνηση της ταφής του), αλλά ακόμα και εξουσία ανοικτής καταστολής: μαστίγωση, φυλάκιση, απέλαση – όλα αυτά μπορούσαν να επιβληθούν τελείως νόμιμα από τα ραβινικά δικαστήρια σε έναν Εβραίο για κάθε είδος παραπτώματος. Σε πολλές χώρες –η Ισπανία και η Πολωνία είναι αξιοσημείωτα παραδείγματα– ήταν δυνατόν να επιβληθεί, και επιβαλλόταν, η θανατική ποινή, ενίοτε με ιδιαίτερα σκληρές μεθόδους, όπως η μέχρι θανάτου μαστίγωση. Αυτά όχι μόνο τα επέτρεπαν αλλά και τα ενεθάρρυναν ανοικτά οι κρατικές αρχές, τόσο σε χριστιανικές όσο και σε μουσουλμανικές χώρες, οι οποίες, πέρα από το γενικό συμφέρον τους για τη διατήρηση «του νόμου και της τάξης», είχαν επι πλέον, σε μερικές περιπτώσεις, και ένα άμεσο οικονομικό συμφέρον. Παραδείγματος χάριν, στα ισπανικά αρχεία του 13ου και του 14ου αιώνα, έχουν καταγραφεί πολλές λεπτομερείς διαταγές των ευσεβέστατων καθολικών βασιλέων της Καστίλης και της Αραγονίας, που δίδουν εντολή στους εξ ίσου ευσεβείς αξιωματούχους τους να συνεργάζονται με τους ραβίνους για να επιβάλλουν την τήρηση του εβραϊκού Σαββάτου από τους Εβραίους. Για ποιον λόγο; Διότι οποτεδήποτε ένα ραβινικό δικαστήριο επέβαλλε πρόστιμο σε έναν Εβραίο για παραβίαση του Σαββάτου, οι ραβίνοι όφειλαν να παραδώσουν τα εννέα δέκατα του προστίμου στον βασιλιά – μια πολύ επικερδής και αποδοτική συμφωνία. Συναφώς, μπορούμε να αναφερθούμε στην responsa που έγραψε, λίγο πριν το 1832, ο περίφημος ραβίνος Μοσέ Σόφερ του Πρέσμπουργκ (σημερινή Μπρατισλάβα), του τότε αυτόνομου ουγγρικού βασιλείου της Αυστριακής Αυτοκρατορίας, στους ομοθρήσκους του στη Βιέννη, μέσα στην ίδια την Αυστρία, όπου είχαν ήδη παραχωρηθεί μερικά σημαντικά ατομικά δικαιώματα στους Εβραίους11. Θλίβεται για το γεγονός ότι, επειδή η εβραϊκή συναγωγή της Βιέννης είχε χάσει τη δυνατότητα να τιμωρεί τους παραβάτες, οι Εβραίοι είχαν γίνει απρόσεκτοι σε θέματα τήρησης των θρησκευτικών κανόνων, ενώ «εδώ στο Πρέσμπουργκ, όταν μαθαίνω ότι ένας Εβραίος καταστηματάρχης τολμά να ανοίξει το κατάστημά του κατά τις δευτερεύουσες αργίες, στέλνω αμέσως έναν αστυνομικό να τον φυλακίσει».
Επρόκειτο για τη σημαντικότερη κοινωνική παράμετρο της ζωής των Εβραίων πριν την έλευση του σύγχρονου κράτους: Η τήρηση των θρησκευτικών κανόνων του ιουδαϊσμού, όπως και η εμφύσησή τους μέσω της αγωγής, επιβαλλόταν στους Εβραίους με σωματικό καταναγκασμό, από τον οποίο μπορούσε να ξεφύγει κανείς μόνο εάν ασπαζόταν τη θρησκεία της πλειοψηφίας, λύση η οποία όμως ισοδυναμούσε, στις συνθήκες εκείνες, με πλήρη κοινωνική ρήξη, και γι’ αυτόν τον λόγο ήταν μάλλον ανέφικτη, εκτός από την περίοδο κάποιας θρησκευτικής κρίσης12.
Μόλις όμως δημιουργήθηκε το σύγχρονο κράτος, η εβραϊκή κοινότητα έχασε τη δύναμη να τιμωρεί ή να εκφοβίζει τους Εβραίους ως άτομα. Τα δεσμά μιας από τις πιο κλειστές μεταξύ των «κλειστών κοινωνιών», μιας από τις πιο ολοκληρωτικές κοινωνίες σε όλη την ιστορία της ανθρωπότητας, έσπασαν. Αυτή η απελευθερωτική πράξη ήρθε βασικά απ’ έξω, αν και υπήρξαν ορισμένοι Εβραίοι που βοήθησαν εκ των έσω, έστω και αν ήταν ελάχιστοι αρχικά. Αυτό το είδος της απελευθέρωσης είχε πολύ σοβαρές συνέπειες για το μέλλον. Όπως ακριβώς και στην περίπτωση της Γερμανίας (σύμφωνα με την εξαίρετη ανάλυση του Α.Τζ. Π. Τέιλορ), ήταν εύκολο να συμμαχήσει η αντίδραση με τον πατριωτισμό, διότι, στην πράξη, ατομικά δικαιώματα και ισότητα ενώπιον του νόμου ήρθαν στη Γερμανία με τον στρατό της γαλλικής Επανάστασης και του Ναπολέοντα. Έτσι, μπορούσε κανείς να στιγματίσει την ελευθερία ως «μη γερμανική». Κατά τον ίδιο τρόπο, οργανώθηκε πολύ εύκολα μεταξύ των Εβραίων, ιδιαίτερα στο Ισραήλ, μια ιδιαίτερα αποτελεσματική επίθεση ενάντια σε όλες τις ιδέες και τα ιδανικά του ανθρωπισμού, καθώς και ενάντια στην καθολική ισχύ του νόμου (για να μην πούμε της δημοκρατίας), ως κάτι «μη εβραϊκό» ή «αντι-εβραϊκό» – όπως πράγματι είναι, με μια ιστορική έννοια. Βέβαια, αυτές οι αρχές μπορούν να χρησιμοποιηθούν για το «εβραϊκό συμφέρον», αλλά δεν έχουν καμία ισχύ ενάντια στο «εβραϊκό συμφέρον», όπως, π.χ., όταν οι Άραβες επικαλούνται αυτές τις ίδιες αρχές. Αυτό οδήγησε με τη σειρά του –και πάλι όπως ακριβώς στη Γερμανία και σε άλλα έθνη της Κεντρικής Ευρώπης– σε μια απατηλή, αισθηματική και υπερρομαντική εβραϊκή ιστοριογραφία, από την οποία όλα τα οχληρά γεγονότα εξαλείφθηκαν.
΄Έτσι, στα πολυάριθμα γραπτά της Χάνα Άρεντ σχετικά με τον ολοκληρωτισμό ή τους Εβραίους, ή και τα δύο13, δεν θα βρει κανείς τον παραμικρό υπαινιγμό για το τι ίσχυε πραγματικά στην εβραϊκή κοινωνία στη Γερμανία τον 18ο αιώνα: κάψιμο βιβλίων, καταδίωξη συγγραφέων, διενέξεις για τις μαγικές δυνάμεις των φυλαχτών, απαγόρευση της παραμικρής μη εβραϊκής εκπαίδευσης, όπως της διδασκαλίας ορθών γερμανικών και, μάλιστα, των γερμανικών που ήταν γραμμένα με το λατινικό αλφάβητο14. Ούτε μπορεί να βρει κανείς, στις πολυπληθείς «εβραϊκές ιστορίες», γραμμένες στα αγγλικά, τα βασικά δεδομένα για τη στάση του εβραϊκού μυστικισμού (που είναι τόσο δημοφιλής σήμερα σε ορισμένους κύκλους) απέναντι στους μη Εβραίους: ότι θεωρούνται, στην κυριολεξία, όργανα του Σατανά και ότι τα ελάχιστα μη σατανικά άτομα μεταξύ τους (δηλαδή, εκείνοι που υιοθετούν τον Ιουδαϊσμό) είναι στην πραγματικότητα «εβραϊκές ψυχές» που χάθηκαν όταν ο Σατανάς βίασε την Αγία Κυρία (Shekhinah ή Matronit, ένα από τα θηλυκά συστατικά της Θεότητας, αδελφή και σύζυγος του νεώτερου αρσενικού Θεού, σύμφωνα με την Καμπάλα) στην ουράνια κατοικία της. Μεγάλοι διανοητές, όπως ο Γκέρσομ Σόλεμ (Gershom Scholem), επικύρωσαν με την αυθεντία τους ένα σύστημα παραπλάνησης σε ό,τι αφορά όλα τα «ευαίσθητα» σημεία, εκ των οποίων τα πιο δημοφιλή είναι και τα πιο ανέντιμα και τα πιο παραπλανητικά.
Όμως, οι κοινωνικές συνέπειες αυτής της διαδικασίας χειραφέτησης ήταν ότι, για πρώτη φορά μετά το 200 μ.Χ.15, ένας Εβραίος μπορούσε να είναι ελεύθερος να κάνει ό,τι επιθυμούσε, εντός των ορίων του αστικού δικαίου της χώρας του, χωρίς να χρειάζεται να πληρώσει αυτή την ελευθερία με τον προσηλυτισμό του σε κάποια άλλη θρησκεία. Η ελευθερία στη μάθηση και η πρόσβαση σε μη εβραϊκά κείμενα, η ελευθερία να διαβάζει και να γράφει βιβλία που δεν ενέκριναν οι ραβίνοι στα εβραϊκά (κάθε βιβλίο στα εβραϊκά ή στα γίντις16 έπρεπε, μέχρι τότε, να έχει λάβει προκαταβολικά το imprimatur των ραβίνων), η ελευθερία να τρώει τροφή που δεν ήταν καθαρή σύμφωνα με τον ιουδαϊκό θρησκευτικό νόμο (μη kosher17), η ελευθερία να αγνοεί τα πολυάριθμα παράλογα ταμπού που ρύθμιζαν τη σεξουαλική ζωή, ακόμα και η ελευθερία να σκέφτεται –διότι οι «απαγορευμένες σκέψεις» ήταν θανάσιμο αμάρτημα– όλες αυτές οι ελευθερίες δόθηκαν στους Εβραίους της Ευρώπης (και στη συνέχεια άλλων χωρών) από σύγχρονα ή και απολυταρχικά ευρωπαϊκά καθεστώτα, αν και τα δεύτερα ήταν ταυτοχρόνως αντισημιτικά και τυραννικά. Ο Νικόλαος Α΄ της Ρωσίας ήταν ένας περιβόητος αντισημίτης και δημοσίευσε πολλούς νόμους εναντίον των Εβραίων του κράτους του. Επειδή όμως ενίσχυσε τις δυνάμεις «του νόμου και της τάξης» στη Ρωσία –όχι μόνο τη μυστική αστυνομία αλλά και την τακτική αστυνομία και τη χωροφυλακή–, συνετέλεσε στο να μειωθούν οι δολοφονίες των Εβραίων που γίνονταν με διαταγή των ραβίνων τους, γεγονός που ήταν κοινότατο στην Πολωνία πριν το 1795. Η «επίσημη» εβραϊκή ιστορία καταδικάζει τον τσάρο και στα δύο αυτά σημεία. Για παράδειγμα, στο τέλος της δεκαετίας του 1830, ένας «άγιος ραβίνος» (tzadik), σε μια μικρή εβραϊκή πόλη της Ουκρανίας, διέταξε να δολοφονηθεί ένας αιρετικός πετώντας τον στο καυτό νερό των δημοσίων λουτρών, και εβραϊκές πηγές της εποχής σημειώνουν με έκπληξη και φρίκη ότι η δωροδοκία «δεν ήταν πλέον αποτελεσματική» και ότι όχι μόνο οι δράστες αλλά και ο Άγιος Άνθρωπος τιμωρήθηκαν αυστηρά. Το καθεστώς του Μέτερνιχ, στην Αυστρία, προ του 1848, ήταν, όπως όλοι γνωρίζουμε, αντιδραστικό και απολύτως εχθρικό προς τους Εβραίους, αλλά δεν επέτρεπε τις δολοφονίες με δηλητήριο ούτε καν όταν εστρέφοντο ενάντια σε φιλελεύθερους Εβραίους ραβίνους. Έτσι, κατά το 1848, όταν το καθεστώς είχε αποδυναμωθεί προσωρινά, το πρώτο πράγμα που έκαναν οι αρχηγοί της εβραϊκής κοινότητας στην πόλη Λέμπεργκ της Γαλικίας (σήμερα Λβοβ) μόλις ξαναβρήκαν την ελευθερία τους, ήταν να δηλητηριάσουν τον φιλελεύθερο ραβίνο της πόλης, που μια μικρή ομάδα μη ορθόδοξων Εβραίων είχε φέρει από τη Γερμανία. Παρεμπιπτόντως, μία από τις σοβαρότερες αμαρτίες του ήταν η υποστήριξη και εκτέλεση της τελετής Bar Mitzvah18, που είχε πρόσφατα επινοηθεί.

Απελευθέρωση από τα έξω
Τα τελευταία 150 χρόνια, ο όρος «Εβραίος» απέκτησε συνεπώς ένα διπλό νόημα, πράγμα το οποίο προκάλεσε μεγάλη σύγχυση σε αρκετά καλοπροαίρετα άτομα, ιδιαίτερα σε αγγλόφωνες χώρες, που φαντάζονται ότι οι Εβραίοι που συναντούν σε κοινωνικές εκδηλώσεις είναι «αντιπροσωπευτικοί» των Εβραίων «γενικά». Στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, όπως και στον αραβικό κόσμο, οι Εβραίοι απελευθερώθηκαν από την τυραννία της δικής τους θρησκείας και των δικών τους κοινοτήτων από εξωτερικές δυνάμεις, υπερβολικά αργά και σε υπερβολικά δυσμενείς συνθήκες για μια αυθεντική εσωτερικευμένη κοινωνική αλλαγή. Στις περισσότερες περιπτώσεις, και ιδιαίτερα στο Ισραήλ, έχει διατηρηθεί η παλιά αντίληψη για την κοινωνία, η ίδια ιδεολογία –ειδικά καθώς στρέφεται εναντίον των μη Εβραίων– και η ίδια εντελώς λανθασμένη αντίληψη της ιστορίας. Αυτό ισχύει ακόμα και για ορισμένους από τους Εβραίους που εντάχθηκαν σε «προοδευτικά» ή αριστερά κινήματα. Μια μελέτη των ριζοσπαστικών, σοσιαλιστικών και κομμουνιστικών κομμάτων μπορεί να δώσει πολλά παραδείγματα καμουφλαρισμένων Εβραίων σωβινιστών και ρατσιστών, που εντάχθηκαν σ’ αυτά τα κόμματα απλά για λόγους «εβραϊκού συμφέροντος» και τα οποία, στο Ισραήλ, τάσσονται υπέρ των διακρίσεων ενάντια στους μη Εβραίους. Αρκεί να καταγράψει κανείς πόσοι Εβραίοι «σοσιαλιστές» κατάφεραν να γράψουν για τα κιμπούτς χωρίς να μπουν στον κόπο να αναφέρουν ότι πρόκειται για έναν ρατσιστικό θεσμό, από τον οποίο οι μη Εβραίοι πολίτες του Ισραήλ αποκλείονται αυστηρά, για να διαπιστώσει ότι το φαινόμενο στο οποίο αναφερόμαστε δεν είναι καθόλου σπάνιο19.
Αποφεύγοντας τις ετικέτες που βασίζονται στην άγνοια ή την υποκρισία, βλέπουμε έτσι ότι η λέξη «Εβραίοι» και άλλες παράγωγες περιγράφουν δύο διαφορετικές, ακόμα και αντιπαρατιθέμενες, κοινωνικές ομάδες και ότι, εξ αιτίας της τωρινής ισραηλινής πολιτικής, η στενή σχέση μεταξύ των δύο σύντομα εξαφανίζεται. Από τη μία μεριά, υπάρχει η παραδοσιακή ολοκληρωτική έννοια, που συζητήθηκε παραπάνω. από την άλλη, υπάρχουν άτομα εβραϊκής καταγωγής που έχουν εσωτερικεύσει το σύστημα ιδεών που ο Καρλ Πόπερ απεκάλεσε «ανοικτή κοινωνία». (Υπάρχουν επίσης μερικοί, ιδιαίτερα στις ΗΠΑ, που δεν έχουν εσωτερικεύσει αυτές τις ιδέες, αλλά προσπαθούν να εμφανίζονται ότι τις έχουν αποδεχθεί).
Είναι σημαντικό να σημειώσουμε ότι όλα τα υποτιθέμενα «εβραϊκά χαρακτηριστικά» –και εννοώ εκείνα τα χαρακτηριστικά που διάφοροι χυδαίοι, δήθεν διανοούμενοι της Δύσης αποδίδουν στους «Εβραίους»– είναι σύγχρονα χαρακτηριστικά, τελείως άγνωστα κατά το μεγαλύτερο μέρος της εβραϊκής ιστορίας, και εμφανίσθηκαν μόνο όταν η ολοκληρωτική εβραϊκή κοινότητα άρχισε να χάνει την ισχύ της. Ας πάρουμε, για παράδειγμα, την περίφημη αίσθηση του χιούμορ των εβραίων. Όχι μόνο το χιούμορ σπανίζει στην Εβραϊκή φιλολογία πριν τον 19ο αιώνα (και συναντάται μόνο σε λίγες περιόδους, σε χώρες όπου η ανώτερη τάξη των Εβραίων ήταν σχετικά απελευθερωμένη από τον ζυγό των ραβίνων, όπως στην Ιταλία μεταξύ του 14ου και του 17ου αιώνα, ή στη μουσουλμανική Ισπανία), μα και το χιούμορ και τα αστεία απαγορευόταν αυστηρά από την εβραϊκή θρησκεία – με χαρακτηριστική εξαίρεση τον χλευασμό των άλλων θρησκειών. Η σάτιρα ενάντια στους ραβίνους και τους ηγέτες της κοινότητας δεν έγινε ποτέ αποδεκτή από τον ιουδαϊσμό, ούτε καν σε μικρό βαθμό, όπως έγινε στη λατινική χριστιανοσύνη. Δεν υπήρχαν εβραϊκές κωμωδίες, όπως δεν υπήρχαν κωμωδίες και στη Σπάρτη, για αντίστοιχους λόγους20.
Ας πάρουμε επίσης την περιβόητη αγάπη της μάθησης. Με την εξαίρεση μιας καθαρά θρησκευτικής παιδείας, που είχε και αυτή ξεπέσει και υποβαθμιστεί, στους Εβραίους της Ευρώπης (και σε κάπως μικρότερο βαθμό επίσης στους Εβραίους των αραβικών χωρών), πριν από το 1780 περίπου, κυριαρχούσε η μέγιστη περιφρόνηση και μίσος για κάθε μάθηση (εκτός από το Ταλμούδ και τον εβραϊκό μυστικισμό). Εκτενή τμήματα της Παλαιάς Διαθήκης, όλη η μη λειτουργική εβραϊκή ποίηση, τα περισσότερα βιβλία της εβραϊκής φιλοσοφίας, δεν διαβάζονταν, και συχνά αναθεματίζονταν τα ίδια τους τα ονόματα. Η μελέτη όλων των γλωσσών απαγορευόταν αυστηρά, καθώς επίσης η μελέτη των μαθηματικών και των επιστημών. Η γεωγραφία21, η ιστορία –ακόμα και η εβραϊκή ιστορία– ήταν εντελώς άγνωστες. Η κριτική σκέψη, που υποτίθεται ότι χαρακτηρίζει τόσο πολύ τους Εβραίους, απουσίαζε παντελώς, και τίποτε δεν απαγορευόταν, δεν τρομοκρατούσε και, κατά συνέπεια, δεν διωκόταν τόσο όσο η παραμικρή καινοτομία ή η πιο αθώα κριτική.
Επρόκειτο για έναν κόσμο βυθισμένο στην πιο απεχθή δεισιδαιμονία, στον φανατισμό και την άγνοια, έναν κόσμο μέσα στον οποίο η εισαγωγή στο πρώτο έργο γεωγραφίας στα εβραϊκά (δημοσιευμένο το 1803 στη Ρωσία) διετύπωνε το παράπονο ότι πάρα πολλοί μεγάλοι ραβίνοι αρνούνταν την ύπαρξη της αμερικανικής ηπείρου, την οποία θεωρούσαν «αδύνατη». Ανάμεσα σε αυτόν τον κόσμο και εκείνα τα στοιχεία που θεωρούνται συχνά στη Δύση ως χαρακτηριστικά των Εβραίων δεν υπάρχει τίποτε το κοινό, εκτός από μια σύγχυση ονομάτων.
Ωστόσο, πολλοί, μα πάρα πολλοί, σύγχρονοι Εβραίοι νοσταλγούν εκείνον τον κόσμο, τον χαμένο παράδεισό τους, την άνετη κλειστή κοινωνία, από την οποία δεν απελευθερώθηκαν τόσο αλλά μάλλον εκδιώχθηκαν. Ένα μεγάλο μέρος του σιωνιστικού κινήματος ήθελε πάντοτε να τον επαναφέρει – και αυτό εν τέλει υπερίσχυσε. Πολλά από τα βαθύτερα κίνητρα των ισραηλινών πρακτικών, που τόσο αποπροσανατολίζουν τους καημένους «μπερδεμένους» δυτικούς «συνοδοιπόρους του Ισραήλ», μπορούν να εξηγηθούν πλήρως όταν τα δει κανείς απλά ως μια αντίδραση –αντίδραση με την πολιτική έννοια– που έχει επικρατήσει τα τελευταία διακόσια χρόνια: μια καταναγκαστική, από πολλές απόψεις καινοτόμος και, ως εκ τούτου, φανταστική επάνοδος στην κλειστή κοινωνία του εβραϊκού παρελθόντος.

Εμπόδια στην Κατανόηση
Από ιστορική άποψη, μπορεί κανείς να δείξει ότι μια κλειστή κοινωνία δεν ενδιαφέρεται για την περιγραφή της, διότι, αναμφίβολα, μια περιγραφή είναι εν μέρει ένα είδος κριτικής ανάλυσης και μπορεί συνεπώς να ενθαρρύνει «απαγορευμένες σκέψεις» κριτικού χαρακτήρα. Όσο πιο ανοικτή γίνεται μια κοινωνία, τόσο πιο πολύ ενδιαφέρεται να σκεφθεί –στην αρχή κατά τρόπο περιγραφικό και στη συνέχεια κριτικό– πάνω στον εαυτό της, τη σύγχρονη λειτουργία της και το παρελθόν της. Αλλά τι συμβαίνει όταν μια ομάδα διανοουμένων επιθυμεί να τραβήξει μια κοινωνία που έχει ήδη ανοιχτεί σε σημαντικό βαθμό, πίσω στην προηγούμενη, την ολοκληρωτική, κλειστή κατάσταση; Τότε, τα ίδια τα μέσα που χρησιμοποιήθηκαν για την πρόοδό της –φιλοσοφία, επιστήμες, ιστορία, και ειδικά η κοινωνιολογία– γίνονται τα πιο αποτελεσματικά όργανα για την «προδοσία των διανοουμένων». Διαστρεβλώνονται, για να μεταβληθούν σε μηχανισμούς εξαπάτησης, και δεν αργούν να εκφυλιστούν.
Ο κλασικός ιουδαϊσμός22 έδειξε ελάχιστο ενδιαφέρον για να περιγράψει ή να εξηγήσει τον εαυτό του στα μέλη της κοινότητάς του, είτε διέθεταν παιδεία (στις ταλμουδικές σπουδές) είτε όχι23. Είναι αξιοσημείωτο ότι η γραφή της εβραϊκής ιστορίας, ακόμα και με τη μορφή απλών χρονικών, διεκόπη εντελώς από την εποχή του Ιώσηπου Φλάβιου (τέλος του 1ου αιώνα μ.Χ.) μέχρι την Αναγέννηση, όταν αναβίωσε για λίγο στην Ιταλία και σε άλλες χώρες, όπου οι Εβραίοι βρίσκονταν κάτω από ισχυρή ιταλική επιρροή24. Είναι ιδιαίτερα ενδεικτικό το ότι οι ραβίνοι φοβούνταν την εβραϊκή ιστορία ακόμα περισσότερο από τη γενική, και το πρώτο σύγχρονο βιβλίο ιστορίας που δημοσιεύθηκε στα εβραϊκά (τον 16ο αιώνα) έφερε τίτλο Ιστορία των Βασιλέων της Γαλλίας και των Οθωμανών Βασιλέων. Στη συνέχεια, δημοσιεύθηκαν μερικά βιβλία ιστορίας που αφορούσαν μόνο στις διώξεις που είχαν υποστεί οι Εβραίοι. Το πρώτο πραγματικό βιβλίο εβραϊκής ιστορίας25 (που πραγματευόταν την αρχαία περίοδο) σύντομα απαγορεύθηκε και καταστράφηκε από τις ανώτατες ραβινικές αρχές και δεν επανεμφανίσθηκε πριν τον 19ο αιώνα. Επιπλέον, οι ραβινικές αρχές της Ανατολικής Ευρώπης εξέδωσαν ένα διάταγμα σύμφωνα με το οποίο απαγορεύονταν όλες οι μελέτες που δεν είχαν σχέση με το Ταλμούδ, ακόμα και όταν δεν περιείχαν τίποτε το επιλήψιμο που να επισύρει τον αναθεματισμό, για τον λόγο ότι καταλάμβαναν χρόνο που έπρεπε να χρησιμοποιηθεί είτε για τη μελέτη του Ταλμούδ είτε για προσπορισμό χρημάτων – τα οποία έπρεπε να χρησιμοποιηθούν για τη χρηματική ενίσχυση των μελετητών του Ταλμούδ. Μόνο ένα παραθυράκι έμενε, δηλαδή ο χρόνος που ένας ευσεβής Εβραίος έπρεπε αναγκαστικά να περάσει στο αποχωρητήριο. Σ’ αυτόν τον ακάθαρτο χώρο, οι ιερές μελέτες απαγορεύονται, και, ως εκ τούτου, επιτρεπόταν να διαβάζει κανείς εκεί ιστορία, με την προϋπόθεση ότι ήταν γραμμένη στα εβραϊκά και ήταν αποκλειστικά κοσμική, πράγμα το οποίο σήμαινε ότι έπρεπε να αφορά αποκλειστικά σε μη εβραϊκά θέματα. (Μπορούμε να φαντασθούμε ότι οι λίγοι Εβραίοι της εποχής εκείνης που –δελεασμένοι, χωρίς αμφιβολία, από τον Σατανά– ανέπτυξαν ένα ενδιαφέρον για την ιστορία των Γάλλων βασιλιάδων, θα παραπονούνταν συνεχώς στους γειτόνους τους για τη δυσκοιλιότητα από την οποία έπασχαν…). Κατά συνέπεια, πριν από διακόσια χρόνια, η μεγάλη πλειονότητα των Εβραίων αγνοούσε παντελώς την ύπαρξη της Αμερικής, καθώς επίσης την εβραϊκή ιστορία και τη σύγχρονη κατάσταση των Εβραίων. και ήταν απολύτως ικανοποιημένοι να παραμένουν έτσι.
Σημειώσεις:
10. Οι ίδιοι οι Εβραίοι, στο σύνολό τους, περιέγραφαν τους εαυτούς τους ως μια θρησκευτική κοινότητα ή, για την ακρίβεια, ένα θρησκευτικό έθνος. «Ο λαός μας είναι λαός μόνο εξ αιτίας της Τορά (του θρησκευτικού νόμου)» –αυτή η ρήση μιας από τις μεγαλύτερες αυθεντίες, του ραβίνου Sa’adia Hagga’on, που έζησε τον 10ο αιώνα, έχει γίνει παροιμιώδης.
11. Από τον αυτοκράτορα Ιωσήφ Β΄, το 1782.
12. Όλα αυτά συνήθως παραλείπονται στην κοινή εβραϊκή ιστοριογραφία, ώστε να διαδίδουν τον μύθο ότι οι εβραίοι διατήρησαν τη θρησκεία τους από ένα θαύμα ή από κάποια περίεργη μυστική δύναμη.
13. Για παράδειγμα, στο έργο της, Οι απαρχές του Ολοκληρωτισμού, ένα σημαντικό μέρος του οποίου είναι αφιερωμένο στους εβραίους.
14. Πριν τα τέλη του 18ου αιώνα, οι Γερμανοί εβραίοι είχαν πάρει την άδεια από τους ραβίνους τους να γράφουν τα γερμανικά με εβραϊκούς χαρακτήρες αποκλειστικά, επί ποινή αφορισμού, μαστίγωσης, κ.λπ.
15. Τότε, μετά από συμφωνία της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και των εβραίων ηγετών (δυναστεία του Nesi’im), όλοι οι εβραίοι της Αυτοκρατορίας υπήχθησαν στην οικονομική και πειθαρχική εξουσία αυτών των ηγετών και των ραβινικών δικαστηρίων τους, που ανέλαβαν να τηρούν την τάξη μεταξύ των εβραίων.
16. Γερμανο-εβραϊκή διάλεκτος (σ.τ.ε.).
17. Δηλαδή που έχουν υποστεί τελετουργική κάθαρση και, σε ό,τι αφορά στα ζώα, έχουν θανατωθεί με έναν συγκεκριμένο τρόπο (σ.τ.ε.).
18. Θρησκευτικός εορτασμός της εισόδου στην εφηβική ηλικία. (σ.τ.ε.)
19. Προσωπικά δεν είμαι σοσιαλιστής, αλλά τιμώ και σέβομαι τους ανθρώπους με των οποίων τις αρχές διαφωνώ, αν κάνουν μια τίμια προσπάθεια να είναι πιστοί στις αρχές τους. Αντίθετα, δεν υπάρχει τίποτε τόσο περιφρονητέο από τη δόλια χρήση παγκόσμιων αρχών, είτε ορθές είτε λανθασμένες είναι αυτές, για τους εγωιστικούς σκοπούς ενός ατόμου ή, ακόμα χειρότερα, μιας ομάδας.
20. Πράγματι, πολλές αρχές του ορθόδοξου ιουδαϊσμού φαίνεται ότι έχουν ως πρότυπό τους τη Σπάρτη, μέσω της ολέθριας πολιτικής επιρροής του Πλάτωνα. Πάνω σ’ αυτό το θέμα, βλέπε τα εξαιρετικά σχόλια του Moses Hadas, Hellenistic Culture, Fusion and Diffusion, Columbia University Press, New York, 1959.21. Συμπεριλαμβανομένης και της γεωγραφίας της Παλαιστίνης, και μάλιστα της ακριβούς τοποθεσίας της. Αυτό το αποδεικνύει ο προσανατολισμός όλων των συναγωγών σε χώρες όπως η Πολωνία και η Ρωσία: οι εβραίοι υποτίθεται ότι προσεύχονται κοιτώντας προς την Ιερουσαλήμ, και οι Εβραίοι της Ευρώπης, που είχαν μόνο μια ασαφή ιδέα για το πού ήταν η Ιερουσαλήμ, πάντοτε υπέθεταν ότι ήταν κατ’ ευθείαν ανατολικά, ενώ γι’ αυτούς ήταν πράγματι μάλλον κατ’ ευθείαν νότια.
22. Σ’ αυτό το κεφάλαιο, χρησιμοποιώ τον όρο «κλασικός ιουδαϊσμός» για να περιγράψω τον ραβινικό ιουδαϊσμό όπως εμφανίσθηκε μετά το 800 μ.Χ. περίπου και διήρκεσε μέχρι το τέλος του 18ου αιώνα. Αποφεύγω τον όρο «κανονιστικός ιουδαϊσμός», τον οποίο πολλοί συγγραφείς χρησιμοποιούν με την ίδια κατά προσέγγιση σημασία, διότι περιλαμβάνει αδικαιολόγητες υποδηλώσεις.
23. Τα έργα εβραίων των ελληνιστικών χρόνων, όπως ο Φίλων ο Αλεξανδρεύς, συνιστούν μια εξαίρεση. Γράφτηκαν πριν αποκτήσει ο κλασικός ιουδαϊσμός μια θέση αποκλειστικής ηγεμονίας. Πράγματι, εν συνεχεία απαγορεύτηκαν μεταξύ των εβραίων και σώθηκαν μόνο χάρη στο ενδιαφέρον χριστιανών μοναχών.
24. Καθ’ όλη την περίοδο από το 100 μέχρι το 1500 μ.Χ., γράφτηκαν μόνο δύο ταξιδιωτικά βιβλία και μία ιστορία ταλμουδικών μελετών – ένα σύντομο, ανακριβές και ανιαρό βιβλίο, γραμμένο επί πλέον από έναν περιφρονημένο φιλόσοφο (Abraham ben-David, Ισπανία, γύρω στο 1170).
25. Me’or ‘Eynayi’n από τον ‘Azarya de Rossi, Φερράρα, Ιταλία, 1574.
Άρδην τ. 71,  

Πως ξεκίνησαν όλα: Ο σιωνιστικός εποικισμός της Παλαιστίνης

Του  Daniel Cil Brecher από το Άρδην τ. 71 που είχε αφιέρωμα «το εβραϊκό ζήτημα και ο σιωνισμός»
Η αντίληψη περί της ακμής και ανόδου της Παλαιστίνης χάρη στην άφιξη των Εβραίων έχει μακρά ιστορία στη σιωνιστική παράδοση. Επικρατούσε ήδη πολύ πριν αρχίσουν να συρρέουν στη χώρα άνθρωποι, τεχνολογίες και κεφάλαια από την Ευρώπη, που επιτάχυναν τον εκσυγχρονισμό της χώρας, την οποία είχαν αρχίσει Τούρκοι και Βρετανοί. Πίσω της κρύβεται η αρχική ιδέα της πολιτιστικής ανωτερότητας των Εβραίων εποίκων και της κατωτερότητας των «ιθαγενών», που κατά τα φαινόμενα δεν ήταν σε θέση να φέρουν προκοπή στη χώρα. Ήταν μία από τις δικαιολογίες για την ανάληψη της οργάνωσης της χώρας. Το ζήτημα αυτό ήταν προφανώς γνωστό σ’ εμένα και τους άλλους μετανάστες, που κατά το πλείστον τους ήταν γαλουχημένοι στο πνεύμα του σιωνισμού ήδη πριν από την άφιξή τους, διότι ο μύθος για τον λαό χωρίς χώρα που βοηθά να προκόψει μια χώρα χωρίς λαό κατείχε ανέκαθεν εξέχουσα θέση.
Στο μυθιστόρημά του για την Παλαιστίνη, Παλιά-νέα γη, που είχε συγγράψει γύρω στο 1900 ο Θεόδωρος Χερτσλ, ένας από τους ιδρυτές του σιωνιστικού κινήματος, η Χάιφα προάγεται σε διεθνή μητρόπολη μιας μελλοντικής εβραϊκής Παλαιστίνης. Το Τελ Αβίβ, η σημερινή μητρόπολη του Ισραήλ, δεν υπήρχε ακόμη τότε. Στο μυθιστόρημα του Χερτσλ ο οφθαλμίατρος Άϊχενσταμ από τα Ιεροσόλυμα περιγράφει σ’ ένα μη Εβραίο επισκέπτη της χώρας τη σιωνιστική εποίκηση με τα λόγια: «Τα παλιά μας εδάφη φέρουν πάλι νέους καρπούς». Ο Χερτσλ, στο μυθιστόρημά του, αξιοποίησε τις εμπειρίες του από ένα ταξίδι του στην Παλαιστίνη το 1898. Σκοπός της διαμονής του εκεί ήταν μια ακρόαση ενώπιον του Γερμανού κάιζερ Γουλιέλμου Β´, που βρισκόταν σε περιοδεία στην τουρκική επικράτεια. Η ακρόαση έλαβε χώρα τον Νοέμβριο 1898, προ των πυλών των Ιεροσολύμων, όπου στρατοπέδευε ο κάιζερ. Ο Χερτσλ εκφώνησε έναν σύντομο χαιρετισμό, στον οποίο αναφέρθηκε στον στόχο του εποικισμού της «γης των πατέρων μας». «Η γη φωνάζει από μόνη της για ανθρώπους που ξέρουν να τη δουλέψουν». «Πολλοί Εβραίοι ζούνε σε αξιοθρήνητες συνθήκες», πρόσθεσε. «Αυτοί οι άνθρωποι φωνάζουν για ένα κομμάτι γης να το καλλιεργήσουν.» Έτσι λοιπόν, το σιωνιστικό εγχείρημα μπορούσε να θεωρηθεί μια λύση ανάγκης και για τα δύο.
Ο κάιζερ, που δεν ήθελε να υποστηρίξει ανοιχτά αυτό το σχέδιο, απάντησε με βαθιά επίγνωση των πραγμάτων: «Η γη αυτή χρειάζεται προ πάντων νερό και σκιά». Κατόπιν, υπογράμμισε τον μεγάλο καύσωνα που επικρατούσε ακόμη και τον Νοέμβριο.
Στο μυθιστόρημα ο μη Εβραίος ταξιδιώτης επιστρέφει μετά από είκοσι χρόνια στην Εγγύς Ανατολή και αντικρίζει στο εβραϊκό κράτος, που έχει στο μεταξύ ιδρυθεί, μία από τις πιο μοντέρνες χώρες του κόσμου. Παντού υπάρχει παροχή ρεύματος, η αγροτική οικονομία αποτελείται αποκλειστικά και μόνον από μεγάλες επιχειρήσεις, και σε αυτά τα «ανοιχτά εργοστάσια» όλες οι εργασίες διεξάγονται από τους ίδιους τους Εβραίους κι όχι πλέον από τους Άραβες. Ο οφθαλμίατρος Άϊχενσταμ έγινε στο μεταξύ πρόεδρος της χώρας και διακηρύττει ότι η Σιών, το εβραϊκό κράτος, είναι πιστή στο αξίωμα της ανεξιθρησκίας: «Κάθε ξένος πρέπει να νιώθει σε μας άνετα». Ξένους εννοούσε τους Άραβες που ζούσαν στη χώρα.
Ενόσω ο Θεόδωρος Χερτσλ διατύπωνε τις συντηρητικές του ιδέες περί εποικισμού της χώρας, μαρξιστές διανοητές μέσα στις γραμμές του σιωνιστικού κινήματος ανέπτυσσαν εκείνη την επιχειρηματολογία που εντέλει δικαιολογούσε τόσο την εκδίωξη των Αράβων όσο και την ιδέα της πολιτιστικής ανωτερότητας. Μόνον όποιος καλλιεργούσε και δούλευε τη γη μπορούσε να είναι και ο νόμιμος κάτοχός της· έτσι αποφαινόταν η ανάλυση των μαρξιστών «εργατών της Σιών». Το επιχείρημα αυτό στρεφόταν κατά των Αράβων γαιοκτημόνων της Παλαιστίνης. Αυτοί έβαζαν φελάχους, τους ακτήμονες χωρικούς της Παλαιστίνης, να δουλεύουν τα κτήματά τους. Η σιωνιστική Αριστερά ανέλαβε να υπερασπίσει τη μοίρα αυτών των κολίγων όσο αυτό εξυπηρετούσε τις αξιώσεις των νέων Εβραίων σκαπανέων από την Ανατολική Ευρώπη ν’ απελευθερώσουν τη χώρα από τις άνισες σχέσεις γαιοκτησίας. Αλλά η αλληλεγγύη με τους ακτήμονες έμεινε στα χαρτιά. Εν τέλει η χώρα «απελευθερώθηκε» από τους Άραβες γαιοκτήμονες με την αγορά εκτάσεων από σιωνιστικές οργανώσεις. Στις περισσότερες περιπτώσεις το πέρασμα της ιδιοκτησίας σε νέα χέρια σήμαινε τον διωγμό των φελάχων, των οποίων την εργασία ανέλαβαν οι Εβραίοι έποικοι.
Η «απελευθέρωση μέσω της εργασίας», για την οποία έκανε λόγο η σιωνιστική Αριστερά, είχε διττή σημασία. Η απελευθέρωση της Παλαιστίνης από τους Άραβες τσιφλικάδες συμβάδιζε με την απελευθέρωση των Εβραίων από τη μοίρα του υπηρέτη του κεφαλαίου. Η ιδέα αυτή, απόρροια της αντίδρασης στα συνήθη αντισημιτικά στερεότυπα του 19ου αιώνα, είχε οδηγηθεί στα άκρα της από τον ίδιο τον Μαρξ σε ένα δοκίμιό του για το Εβραϊκό Ζήτημα. Η κοινωνική απελευθέρωση των Εβραίων μπορούσε να επιτευχθεί μόνο μέσα από την απελευθέρωση της κοινωνίας από τον εβραϊσμό, έγραφε ο ίδιος, χρησιμοποιώντας βέβαια την πολεμική φράση «εβραϊσμός» στη θέση της καπιταλιστικής εκχρηματισμένης οικονομίας. Οι σιωνιστές, που συχνά διύλιζαν την εβραϊκή ζωή στη διασπορά με το ίδιο φίλτρο όπως και οι αντισημίτες, υιοθέτησαν αυτή την τοποθέτηση και επέκριναν τη φαινομενικά «μη παραγωγική» ζωή των Εβραίων στην Ευρώπη, που, περιθωριοποιημένοι εξαιτίας των διακρίσεων, είχαν βουλιάξει στο τέλμα του εμπορίου και του «παρασιτισμού». Το σιωνιστικό αίτημα της «παραγωγικότητας», μαζί με την επιστροφή στην αγροτική οικονομία είχε ως στόχο να θεραπεύσει τους Εβραίους της διασποράς και ν’ αναδείξει τον τύπο των «Νέων Εβραίων» πάνω στη δική τους γη.
Τα κιμπούτς υπηρετούσαν κι αυτά τον σκοπό της «προλεταριοποίησης» και απελευθέρωσης μέσω της γεωργικής εργασίας. Αλλά η ιδέα της ισότητας και της κοινοκτημοσύνης στα παραγωγικά μέσα δεν συμπεριλάμβανε και τους Άραβες γείτονες, που είχαν ν’ αντιμετωπίσουν μόνο τις αρνητικές συνέπειες του όλου εγχειρήματος. Οι Εβραίοι δυσκολεύονταν να ανταγωνιστούν στην αγορά τις χαμηλές τιμές των αγροτικών προϊόντων της Παλαιστίνης, που είχαν να κάνουν με τη φτώχια των Αράβων αγρεργατών. Η παραγωγή στις εβραϊκές μονάδες έπρεπε να γίνει φθηνότερη. Κάτι τέτοιο ήταν δυνατόν μόνο εφόσον χαμήλωνε το κόστος διαβίωσης· και κατάλληλα γι’ αυτό ήταν τα κιμπούτς και οι άλλες συνεταιριστικές μορφές εποικισμού. Η «προλεταριοποίηση», συνεπώς, έφερε τους Εβραίους σε πολύ καλύτερη μοίρα από άποψη ανταγωνισμού. Συγχρόνως, οι σιωνιστές ηγέτες του εργατικού κινήματος μπορούσαν να δικαιολογούν και να διαφημίζουν την πρόσκτηση εκτάσεων ως σχέδιο προόδου και ως η εβραϊκή συνεισφορά στη «νικηφόρα πορεία της ιστορίας», με συνέπεια βέβαια τη σταδιακή απώθηση των Αράβων εργατών.
Ένα ανέκδοτο που πήραν τα αφτιά μου κατά το πρώτο έτος στη Χάιφα συνοψίζει θαυμάσια τους σιωνιστικούς μύθους και τις σχέσεις με τον αρχικό αραβικό πληθυσμό. Ένας παππούς στέκεται παρέα με τον εγγονό του στο όρος Κάρμηλος και κοιτάει κάτω στον κόλπο. «Για δες, παιδί μου», λέει περήφανος. «Όλα αυτά τα φτιάξαμε με τα ίδια μας τα χέρια». Το αγόρι περιεργάζεται τον παππού του με απορία: «Παππού, ήσουν παλιά Άραβας;»
……………………………………
Η «Ένωση των Ρεβιζιονιστών Σιωνιστών» είχε ιδρυθεί το 1925 ως διαμαρτυρία ενάντια στην πολιτική της Σιωνιστικής Οργάνωσης υπό την ηγεσία του Χάιμ Βάιτσμαν από τον συνάδελφό του στο προεδρείο της σιωνιστικής εκτελεστικής επιτροπής, τον ρωσοεβραίο δημοσιογράφο Βλαδίμηρο (Τσεέβ) Ζαμποτίνσκι. Αυτό που ο «ρεβιζιονισμός» ήθελε να απορρίψει ήταν ο πραγματισμός που είχε επιβληθεί στο σιωνιστικό κίνημα με την εγκαθίδρυση της Βρετανικής Εντολής για την Παλαιστίνη και με το ξεκίνημα της οικοδόμησης της χώρας, δηλαδή ο περιορισμός των σιωνιστικών στόχων στα προσωρινά κεκτημένα. Ο φιλελεύθερος πραγματιστής Βάιτσμαν προωθούσε τη στρατηγική των μικρών βημάτων, την κατάκτηση της Παλαιστίνης «ντουνάμ προς ντουνάμ» (στρέμμα το στρέμμα), συμβαδίζοντας κατά μεγάλο μέρος με τα συμφέροντα της προστάτιδας δύναμης του σιωνισμού, της Μεγάλης Βρετανίας. Ήδη το 1922 το Λονδίνο είχε χωρίσει τα εδάφη, αποκλείοντας τον σιωνιστικό εποικισμό από την περιοχή πέραν του Ιορδάνη. Επειδή τη χρονική εκείνη στιγμή το ποσοστό του εβραϊκού πληθυσμού στη Δυτική Όχθη του Ιορδάνη (Παλαιστίνη) ανερχόταν μόλις στο δέκα τοις εκατό του συνολικού πληθυσμού ενώ δεν κατοικούσαν καθόλου Εβραίοι στην Υπεριορδανία (το μετέπειτα Βασίλειο της Ιορδανίας), η σιωνιστική οργάνωση δέχθηκε αυτό τον διαχωρισμό. Οι ρεβιζιονιστές, αντιθέτως, επέμεναν στη σιωνιστική αξίωση του συνόλου των εδαφών. Το σύνθημα του κινήματος, που αξίωνε τα εδάφη δεξιά κι αριστερά του Ιορδάνη ήταν: «Και στις δύο όχθες!»
Τον Ζαμποτίνσκι οι σιωνιστές αντίπαλοί του τον έβριζαν ως αντιδημοκράτη και φασίστα, εξαιτίας των συμπαθειών του για τον ιταλικό φασισμό, της φιλίας του με τον Μουσολίνι και των διαπραγματεύσεων που είχε ξεκινήσει με τον Ουκρανό εθνικιστή Πετλιούρα, καθώς και με τον Πολωνό εθνικιστή Μπεκ. Πολλοί ήταν εκείνοι που θαύμαζαν το δόκιμο ύφος των άρθρων του και τη λαμπρή ρητορική δεινότητα των λόγων του. Οι Εβραίοι της Ανατολικής Ευρώπης, ανάμεσα στους οποίους αδιάκοπα περιηγείτο για να τους κερδίσει για το κόμμα του και τις παράνομες στρατιωτικές οργανώσεις, ακόμη και χρόνια αργότερα κρατούσαν ζωηρή στη μνήμη τους την παρουσία και το ύφος του· και ο πατέρας μου, που τον είχε ζήσει στις αρχές της δεκαετίας του ’20 στη Βιέννη για πάνω από τέσσερις δεκαετίες, αργότερα τον ανακαλούσε ακόμα ζωηρά στη μνήμη του. Ο Ζαμποτίνσκι ήταν πάνω απ’ όλα ένας εθνικιστής σαν αυτούς που είχαν αναδείξει τα κινήματα της «Εθνικής Αφύπνισης» στην Ανατολική και Νοτιοανατολική Ευρώπη, ένας εθνεγέρτης για τον οποίο ζητήματα κοινωνικής ισότητας και πολιτικής ελευθερίας έρχονταν σε δεύτερη μοίρα, και σε τελευταία η ιδέα της αδελφοσύνης. Αντίστοιχα λοιπόν, και η πολιτική του διέφερε από εκείνη του σιωνιστικού εργατικού κινήματος, όχι μόνο ως προς τους στόχους, αλλά και ως προς τις μεθόδους που ήταν επιτρεπτές για την πραγματοποίηση των εθνικών στόχων και προ πάντων όσον αφορούσε τις σχέσεις με τον αραβικό πληθυσμό.
Από την έναρξη της μετανάστευσης Εβραίων με σιωνιστικές βλέψεις από τα τέλη του 19ου αιώνα, οι σχέσεις μεταξύ των μικρών εβραϊκών κοινοτήτων της Παλαιστίνης και της αραβικής πλειονότητας είχαν επιδεινωθεί. Με τη νίκη των Βρετανών κατά της τουρκικής κυριαρχίας της Παλαιστίνης το 1918, τα πράγματα έλαβαν μια ολέθρια τροπή. Υπό την πίεση του Λονδίνου, που ήδη το 1917 είχε αναγάγει τους στόχους του σιωνισμού σε πολιτική ιδίων συμφερόντων, η Κοινωνία των Εθνών ανέθεσε το 1922 στη Μεγάλη Βρετανία τη δημιουργία μιας εβραϊκής εθνικής εστίας, θέτοντας, παράλληλα, όρια στον εποικισμό και αποθέτοντας την ευθύνη στα χέρια του αραβικού πληθυσμού: «Η διοίκηση της Παλαιστίνης οφείλει να καταστήσει δυνατή τη μετανάστευση Εβραίων υπό κατάλληλες συνθήκες. Τα δικαιώματα και η θέση των άλλων πληθυσμιακών μερίδων είναι σεβαστά και δεν επιτρέπεται να τεθούν σε κίνδυνο», αποφαινόταν το σχετικό εδάφιο της απόφασης της Κοινωνίας των Εθνών. Έτσι, ο πλέον άμεσος στόχος του σιωνισμού τον καιρό εκείνο, η κατά το δυνατόν ευρύτερη εγκατάσταση Εβραίων στην Παλαιστίνη, εξαρτιόταν από τη συγκατάβαση των Αράβων, τουλάχιστον έμμεσα. Αυτοί ήδη το 1920 και 1921, μέσα από διάφορες βίαιες διαμαρτυρίες, είχαν εκδηλώσει την ευθεία αντίθεσή τους με τη φιλοσιωνιστική Εντολή και την έλευση Ευρωπαίων εποίκων.
Η έκθεση της ερευνητικής επιτροπής στην οποία η κυβέρνηση της Βρετανικής Εντολής ανέθεσε να εξετάσει τις αντισιωνιστικές ταραχές του 1920 και 1921 συνοψίζει το πρόβλημα ως εξής: «Η θεμελιώδης αιτία των ταραχών […] οφειλόταν σ’ ένα αίσθημα δυσφορίας για τη συνύπαρξη με τους Εβραίους και εχθρότητας απέναντί τους, το οποίο προέρχεται τόσο από τις πολιτικές όσο και από τις οικονομικές δυσκολίες, που σχετίζονται με τον εβραϊκό εποικισμό και τη σιωνιστική πολιτική». Το σιωνιστικό εργατικό κίνημα ήθελε να αμβλύνει τη θεμελιώδη αυτή σύγκρουση, που έθετε υπό αίρεση το όλο σιωνιστικό εγχείρημα, μέσα από τον διάλογο και την εξεύρεση συμβιβαστικών λύσεων –ή τουλάχιστον έτσι είχε ανακοινώσει. Ωστόσο, δεν ήλθαν ποτέ σε διάλογο, και μόνοι εταίροι σε ζητήματα διαλόγου και συμβιβασμών υπήρξαν αποκλειστικά και μόνον οι Βρετανοί. Ο Ζαμποτίνσκι δεν πίστευε στη δυνατότητα συμβιβασμού. Το 1923 διαπίστωνε ότι ήταν τελείως αυτονόητο πως οι Άραβες «δεν [θα παύσουν] ν’ αμύνονται κατά των εποίκων, όσο υπάρχει έστω και μία σπίθα ελπίδας να εμποδίσουν τη μετατροπή της “Παλαιστίνης” σε “Γη του Ισραήλ”.[…] Ο σιωνιστικός εποικισμός είτε θα πρέπει να τερματιστεί άμεσα είτε να συνεχιστεί δίχως αναστολές απέναντι στον ιθαγενή πληθυσμό».
«Χωρίς αναστολές απέναντι στον ιθαγενή πληθυσμό» ήταν στο εξής το σύνθημα που καθόριζε τη ρεβιζιονιστική στρατηγική και τη στάση της στο ζήτημα της μετανάστευσης. Όταν η Μεγάλη Βρετανία υποχρεώθηκε να επιβραδύνει το μεταναστευτικό ρεύμα εξαιτίας των αραβικών διαμαρτυριών, ρυθμίζοντας το πρόβλημα μ’ ένα σύστημα παραχώρησης περιορισμένου αριθμού αδειών ανά τρίμηνο, είχαν τεθεί οι βάσεις της σύγκρουσης με τη Μεγάλη Βρετανία και της εσωτερικής διαμάχης στις γραμμές των σιωνιστών. Η παραχώρηση των «πιστοποιητικών εποίκησης» ρυθμιζόταν βάσει μιας πολύπλοκης φόρμουλας τόσο πολιτικών όσο και οικονομικών κριτηρίων για τη δυνατότητα απορρόφησης της χώρας. Όσο καιρό ο αριθμός των πιστοποιητικών συμβάδιζε με το σχετικά χαμηλό ποσοστό αιτήσεων εποίκησης, κύριο μέλημα των σιωνιστικών ενώσεων ήταν να φέρουν τους δικούς τους οπαδούς στη χώρα, για να ενισχύσουν τις ενώσεις και τα ιδρύματά τους. Τα σιωνιστικά όργανα αυτοδιοίκησης της Παλαιστίνης στα οποία επικρατούσε το εργατικό κίνημα διαπραγματεύονταν σε τριμηνιαία βάση τον αριθμό και την κατηγορία των προς παραχώρηση πιστοποιητικών με την κυβέρνηση της Βρετανικής Εντολής, ενώ συγχρόνως εκμεταλλεύονταν κάθε νόμιμο και παράνομο παράθυρο του συστήματος προκειμένου να υπερβούν όσο το δυνατόν περισσότερο το επιτρεπτό ποσοστό εισερχόμενων στη χώρα, προσπαθώντας ταυτόχρονα να μειώσουν τις τριβές με το Λονδίνο. Ο Ζαμποτίνσκι και οι οπαδοί του, απεναντίας, δεν δίσταζαν να προκαλούν τη Βρετανική Εντολή. Αντιπαρατίθονταν στην αρχή του ποσοστιαίου συστήματος μετανάστευσης και κατήγγελλαν τη βρετανική πολιτική ως «αντισιωνιστική»∙ απαιτούσαν τον άμεσο μαζικό εποικισμό και την ταχεία σύσταση ενός εβραϊκού κράτους, ενώ ετοίμαζαν απροκάλυπτα την ίδρυση πολιτοφυλακών που θα αναλάμβαναν τη στρατιωτική προστασία των εβραϊκών οικισμών στη θέση των Βρετανών.
Στα δεκατέσσερα χρόνια που πέρασαν από το 1919 έως το 1932 έφτασαν στην Παλαιστίνη συνολικά 130.000 νόμιμοι και παράνομοι Εβραίοι μετανάστες. Το ετήσιο ποσοστό παρουσίαζε μεγάλες αποκλίσεις, για λόγους πολιτικούς αλλά επίσης εξαιτίας της έλλειψης θέσεων εργασίας και της χρόνιας οικονομικής κρίσης στην οποία βρισκόταν η χώρα. Με την κατάληψη της εξουσίας από τους εθνικοσοσιαλιστές το 1933 η πίεση άρχισε ν’ αυξάνεται. Τα ακόλουθα έξι χρόνια συνέρρευσαν 235.000 Εβραίοι, ανάμεσά τους 65.000 παράνομα, στην Παλαιστίνη, γεγονός που επέτεινε κατά πολύ τα προβλήματα με τους Άραβες και τους Βρετανούς. Παρά τις ποσοστώσεις, από το 1918 έως το 1939, όταν με την έναρξη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου επήλθε στην ουσία στασιμότητα στο ρεύμα των μεταναστών, ο εβραϊκός πληθυσμός είχε δεκαπλασιαστεί – από κάτι λιγότερο από 60.000 είχε ανέλθει σε πάνω από 600.000. Το ποσοστό των Εβραίων στον πληθυσμό της Παλαιστίνης από μόλις δέκα τοις εκατό είχε ανέβει σε κάτι λιγότερο από τριάντα τοις εκατό.
Όλοι οι συμμετέχοντες στο πρόγραμμα εποίκησης και δημιουργίας μιας εβραϊκής «εθνικής εστίας», Βρετανοί και σιωνιστές, δεν λάμβαναν πλέον υπόψη τον εντόπιο αραβικό πληθυσμό ως πραγματικό εμπόδιο –το πολύ- πολύ να του έδιναν σημασία όποτε έδειχνε να τους ενοχλεί. Η στάση αυτή επικρατούσε σε όλα τα σιωνιστικά ρεύματα της εποχής εκείνης, τόσο στο αριστερό όσο και στο δεξιό. Για τους σιωνιστές, ακόμη και για τους πλέον προοδευτικούς, ο αποικισμός της Παλαιστίνης σήμαινε την αναπόφευκτη διαδικασία εκσυγχρονισμού μιας οπισθοδρομικής επαρχίας στις παρυφές της Ευρώπης και της επικάλυψης των αραβικών κοινωνικών και οικονομικών δομών από τις ευρωπαιοεβραϊκές. Όσον αφορά το εκπολιτιστικό της έργο, η πλειονότητα των Εβραίων της Παλαιστίνης ήταν ακράδαντα πεπεισμένη γι’ αυτό, όπως και όλοι οι άλλοι αποικιστές πριν απ’ αυτούς στις άλλες ηπείρους. Η αραβική αντίσταση, στα μάτια των σιωνιστών και των δυτικών αρωγών τους, στρεφόταν ενάντια στον ρου των καιρών και της ιστορίας. Ο Ζαμποτίνσκι, που είχε κρίνει «φυσική» και αναπόφευκτη την αντίσταση των Αράβων στο εκπολιτιστικό δώρο του σιωνισμού, υπεράσπιζε τη βία ως μόνο μέσο αντιμετώπισής τους. Το λάβαρο των ρεβιζιονιστών το έλεγε καθαρά: Στο φόντο της σιλουέτας της «Γης του Ισραήλ» που αγκάλιαζε τα εδάφη και στις δύο όχθες του Ιορδάνη, πρόβαλλε ένα σηκωμένο μπράτσο με υψωμένο τουφέκι σαν να έλεγε: «Μόνον έτσι!»Ο παράνομος εποικισμός, υποκινημένος τόσο από την Αριστερά όσο κι από τη Δεξιά, είχε ενορχηστρωθεί κρυφά, και η σχετική γραμματεία, ειδικά από την πρώτη φάση του 1932 μέχρι το 1939, δεν διαθέτει σχεδόν κανένα ουσιώδες στοιχείο να επιδείξει εκτός από αναμνήσεις και απομνημονεύματα αυτών που είχαν συμμετάσχει σ’ αυτή. Οτιδήποτε είχε αποκαλυφθεί από τη βρετανική διοίκηση, την αστυνομία και τον στρατό, μόνο σε αδρές γραμμές μπορεί κανείς να τ’ ανασυνθέσει. Όλα τ’ άλλα ανήκουν στον χώρο των θρύλων. Όμως, πολλοί από εκείνους που συμμετείχαν στην οργάνωση και τον συντονισμό της παράνομης εποίκησης ζούσαν ακόμη. Έχοντας στην τσέπη την εξουσιοδότηση του στρατού για την αποστολή μου2, είχα όλες τις πόρτες ανοιχτές και δεν άργησα να το εκμεταλλευτώ. Μέσα από μυστικές οδούς, για τις οποίες έπρεπε προφανώς να τηρηθεί άκρα εχεμύθεια, έλαβα ονόματα και τηλεφωνικούς αριθμούς ακτιβιστών του κόμματος της ρεβιζιονιστικής νεολαιίστικης οργάνωσης Μπετάρ που είχαν λάβει μέρος στην παράνομη δράση τη δεκαετία του ’30. Έτσι, γνώρισα τον Μοσέ Γκαλίλι, που στα νιάτα του υπήρξε ένας από τους πρωτεργάτες της παράνομης δράσης των ρεβιζιονιστικών οργανώσεων. Πριν καλά- καλά καθίσω στο τραπέζι της κουζίνας του, εφοδιασμένος με το μαγνητόφωνό μου, μου δήλωσε: «Ποτέ δεν υπήρξε «παράνομος» εποικισμός. Αλίμονο, πώς είναι δυνατόν να χαρακτηριστεί παράνομη η επιστροφή ενός Εβραίου στη χώρα καταγωγής του;» Ισχυρίστηκε με έπαρση πως το 1936 με δική του πρωτοβουλία ανακίνησε και διοργάνωσε τον συντονισμό της παράνομης εποίκησης, έπειτα από κάποια χρόνια στασιμότητας. Η εξιστόρησή του με μετέφερε απροσδόκητα στην εποχή των νεολαιίστικων ενώσεων, των ιερών όρκων και των ομηγύρεων γύρω απ’ τη φωτιά υπό τη σκέπη του ουρανού.
Αρχές της δεκαετίας του ’30, ο Γκαλίλι πήγε στην Ιταλία για να σπουδάσει. Ήταν μέλος της οργάνωσης Μπετάρ από το 1929 και είχε ήδη πιο πριν συμμετάσχει στην κομματική δραστηριότητα. Στην Ιταλία δέχθηκε την επιρροή του φασιστικού κινήματος. Η μαγνητοταινία έχει διαφυλάξει τα λόγια του: «Ζήλευα τους Ιταλούς φίλους μου. Είχαν πατρίδα και σημαία. Εμείς δεν είχαμε τίποτα. Δεν υπήρχε για μας άλλη λύση: Έπρεπε πάση θυσία να δημιουργήσουμε το συντομότερο δυνατόν μια εβραϊκή πλειοψηφία στην Παλαιστίνη». Όπως ο Ζαμποτίνσκι, ο Γκαλίλι έτρεφε κι αυτός θαυμασμό για τον Ντούτσε. Αν για τους ρεβιζιονιστές η Παλαιστίνη έπρεπε απαρεγκλίτως να γίνει η γη των πατέρων τους, η φασιστική Ιταλία μπορεί να θεωρηθεί από πολλές απόψεις η μητρική γη τους. Εκεί διοργάνωνε και διεξήγε το κόμμα τα συνέδριά του κι εκεί εκπαιδευόταν για την «εβραϊκή λεγεώνα» του Ζαμποτίνσκι η εβραϊκή νεολαία της Παλαιστίνης και της Πολωνίας. Μάλιστα, το Νοέμβριο του 1934, οι μελανοχίτωνες φασίστες της περίφημης «Scuola marittima» στην Τσιβιταβέκια ανέλαβαν να εκπαιδεύσουν πάνω από 134 μέλη της Μπετάρ, και στην αποφοίτησή τους το 1936 είχε παρευρεθεί ο Μουσολίνι αυτοπροσώπως. Προέρχονταν όλοι από την Ανατολική και την Κεντρική Ευρώπη, διότι οι Εβραίοι της Ιταλίας δεν ενδιαφέρονταν καθόλου για τον σιωνισμό. Ανάλογα κέντρα εκπαίδευσης λειτουργούσαν και στην Πολωνία, όπου περίμεναν τη μετανάστευσή τους και την ένταξή τους στην παράνομη δράση πάνω από 250.000 μέλη σιωνιστικών οργανώσεων νεολαίας, ανάμεσά τους περίπου δέκα χιλιάδες σε αγροτικά και παραστρατιωτικά κέντρα εκπαίδευσης, τα λεγόμενα «Χαχσαρότ».
Η ιστορία του Γκαλίλι έμοιαζε με περιπέτεια. Κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού προς το Παρίσι το καλοκαίρι του 1936 είχε συναντήσει τυχαία μια ομάδα Εβραίων νέων από την Πολωνία που δεν ήθελαν να επιστρέψουν στη χώρα προέλευσής τους, όμως δεν κατάφερναν να στεριώσουν στη Γαλλία. Μερικοί απ’ αυτούς πήγαν να πολεμήσουν στον ισπανικό εμφύλιο «για να έχουν κάτι να κάνουν», όπως χαρακτηριστικά περιέγραψε ο Γκαλίλι την έλλειψη σκοπού στη ζωή τους. Αυτού του είδους οι νέοι ήταν ό,τι πρέπει και για τον δικό του σκοπό. Απευθύνθηκε στη γαλλοεβραϊκή ανθρωπιστική οργάνωση που μεριμνούσε για τους νέους, προτείνοντας να ιδρύσει ένα κέντρο εκπαίδευσης γι’ αυτούς, με τους πόρους που «σπαταλούσε» η οργάνωση για τη διαβίωσή τους στο Παρίσι, και κατόπιν, με την πρώτη ευκαιρία, να τους στείλει στην Παλαιστίνη. Το σχέδιο όμως απέτυχε. Κατά την επιστροφή του γνώρισε στη Βιέννη τον ταμία και απεσταλμένο στην Ανατολική Ευρώπη της ρεβιζιονιστικής «Νέας Σιωνιστικής Οργάνωσης» Βόλφγκανγκ φον Βάιζελ και του πρότεινε το εξής σχέδιο: Αντί να στέλνουν παντοίω τρόπω μεμονωμένους Εβραίους νέους λαθρομετανάστες, του πρότεινε να επιδιώξει να διοργανώσει την άμεση λαθραία μετάβαση με καράβι. Η σκέψη αυτή δεν ήταν κάτι το νέο. Το 1934 η πολωνική σιωνιστική νεολαιίστικη οργάνωση είχε για πρώτη φορά μεταφέρει 350 εποίκους στις ακτές της Παλαιστίνης και με τη βοήθεια της Χαγκάνα τούς είχε βάλει λαθραία στη χώρα. Κατόπιν η Μπετάρ, της οποίας οι οπαδοί περίμεναν με αδημονία τη μετανάστευσή τους από την Ανατολική Ευρώπη, ναύλωσε ένα δικό της καράβι, που ένα μήνα αργότερα αποβίβασε 117 νέους στις ακτές του Τελ Αβίβ. Η τρίτη απόπειρα απέτυχε. Όταν, το Σεπτέμβριο του 1934, επέστρεψε το πρώτο καράβι, το «Βέλος», με μια δεύτερη φουρνιά 350 εποίκων, επενέβη ένα βρετανικό πολεμικό και διέκοψε την επιχείρηση αποβίβασης. Πενήντα επιβάτες είχαν ήδη κατέβει στη στεριά∙ οι υπόλοιποι δεν πρόλαβαν να αποβιβαστούν. Το «Βέλος», που ο Τύπος τού έδωσε το όνομα «πλοίο- φάντασμα», περιπλανιόταν με τους 300 επιβάτες του δέκα εβδομάδες από λιμάνι σε λιμάνι, ωσότου αναγκάστηκε να επιστρέψει τους επιβάτες πάλι πίσω εκεί απ’ όπου είχε ξεκινήσει.
Η μοίρα του «Βέλος» κλόνισε την εβραϊκή κοινωνία της Παλαιστίνης. Η εβραϊκή ηγεσία βρέθηκε αντιμέτωπη με την αποφασιστικότητα και υπεροχή μιας παγκόσμιας δύναμης όπως η Μεγάλη Βρετανία, που διέθετε εξουσία κι επιρροή, και ανέστειλε κάθε άλλη απόπειρα λαθραίας μετανάστευσης μέσω της θαλάσσιας οδού. Στα τέλη του 1934, εξ αιτίας των διώξεων κατά των Εβραίων στη Γερμανία, το Λονδίνο χαλάρωσε τα περιοριστικά μέτρα παραχώρησης βίζας και προανήγγειλε την αύξηση του αριθμού των εποίκων σε 42.000 μετανάστες. Πλέον μερικές εκατοντάδες παράνομοι παραπάνω δεν θεωρούνταν ένα ζήτημα άξιο να οξύνει τις σχέσεις της Μεγάλης Βρετανίας με την εβραιοπαλαιστινιακή ηγεσία του Δαβίδ Μπεν Γκουριόν. Οι ρεβιζιονιστές είχαν εντελώς διαφορετική άποψη. Ούτως ή άλλως ήταν ενάντιοι στη βρετανική πολιτική και τη διαφαινόμενη λύση της διχοτόμησης της χώρας, που για πρώτη φορά συζητήθηκε τότε, και ένιωθαν ανέκαθεν «ριγμένοι» όσον αφορά στην κατανομή των αδειών εποικισμού, ενώ δυσκολεύονταν να στελεχώσουν τις παλαιστινιακές τους οργανώσεις μετά την αποχώρησή τους από τη Σιωνιστική Οργάνωση το 1935. Η υποχώρηση έναντι του Λονδίνου ή των ντόπιων Αράβων δεν θα τους προσέφερε κανένα κέρδος.
Το 1935 ο αριθμός των εποίκων έφτασε στο υψηλότερο σημείο της περιόδου της Βρετανικής Εντολής. Πάνω από 66.000 Εβραίοι εισήλθαν εκείνο το έτος στη χώρα. Το παλιρροιϊκό αυτό ρεύμα στάθηκε αφορμή για ένα τρίτο κύμα διαμαρτυρίας και βίας από πλευράς των Αράβων, που κράτησε ως το 1939. Η βρετανική διοίκηση αντέδρασε συγκροτώντας για άλλη μια φορά μια εξεταστική επιτροπή, η οποία κατέληξε και πάλι στο συμπέρασμα ότι οι Άραβες της Παλαιστίνης επιθυμούσαν την ανεξαρτησία τους και απέρριπταν κατηγορηματικά το σιωνιστικό εγχείρημα και τον εποικισμό. Η επιτροπή συνιστούσε τη διχοτόμηση της χώρας και την οριοθέτηση ενός ετήσιου ύψους μετανάστευσης 12.000 ατόμων ως του υψηλότερου πολιτικά ανεκτού ορίου. Αποτέλεσμα ήταν ο εκ νέου περιορισμός της μετανάστευσης το έτος 1937, όταν ο αριθμός πράγματι κατέβηκε στους 10.000. Μια επιπλέον συνέπεια της λεγόμενης «αραβικής εξέγερσης» του 1936 ήταν η στενότερη συνεργασία των βρετανικών οργάνων ασφαλείας με τον παράνομο στρατό Χαγκάνα, που ελεγχόταν από το σιωνιστικό εργατικό κίνημα. Κατόπιν αμοιβαίας συμφωνίας, μέλη της Χαγκάνα στρατολογούνταν ως βοηθητικά όργανα στη βρετανική αστυνομία. Για τους Βρετανούς αυτό σήμαινε οικονομία σε προσωπικό: Στο εξής Εβραίοι φύλακες θα προστάτευαν τους οικισμούς και τα ιδρύματά τους από τους Άραβες. Για τη Χαγκάνα η συνεργασία αυτή της έδινε την ευπρόσδεκτη ευκαιρία να υποβάλλει ανεμπόδιστα τους εθελοντές της σε στρατιωτική εκπαίδευση, για την περίπτωση που θα χρειαζόταν να εκπληρώσει το σιωνιστικό όραμα με την επιβολή των όπλων, σενάριο που με την πάροδο του χρόνου γινόταν όλο και πιο πιθανό. Για τους ρεβιζιονιστές, που στο μεταξύ είχαν ιδρύσει μια δική τους πολιτοφυλακή στην Παλαιστίνη, την Ιργκούν Τσβαΐ Λεουμί, η συνεργασία αυτή σήμαινε μία ακόμα απώλεια επιρροής στην εσωτερική σιωνιστική διαμάχη.
[ ] Η επιτυχία της αποβίβασης των λαθρομεταναστών ήταν η έναρξη της ιστορίας των «καραβανιών» των ρεβιζιονιστών, όπως ονομάζονται κατά δραματική υπερβολή. Με τη βοήθεια της Ιργκούν και της Μπετάρ, ο Γκαλίλι έστησε μια καλύτερα οργανωμένη επιχείρηση, αποβιβάζοντας στη συνέχεια άλλες πέντε φορές μέλη της Μπετάρ στις ακτές της Παλαιστίνης διά της θαλασσίας οδού. Μετά από αυτό η αριστερή νεολαιίστικη οργάνωση Χεχαλούτς, η διοργανώτρια της επιχείρησης του πλοίου «Βέλος», ξανάρχισε τη δράση μεταφέροντας λαθραία εποίκους στη χώρα. Με τα γεγονότα του 1938 –την προσάρτηση της Αυστρίας και της Τσεχοσλοβακίας, τη σύσκεψη του Εβιάν και το νοεμβριανό πογκρόμ– η λαθρομετανάστευση μπήκε σε νέα φάση. Εν όψει της εντεινόμενης δίωξης των Εβραίων από τη ναζιστική Γερμανία και της πολιτικής μεταστροφής των Βρετανών στο ζήτημα του ποσοστού μετανάστευσης, τα εργατικά κόμματα παραιτήθηκαν από την εναντίωσή τους στη συνέχιση της λαθρομετανάστευσης και ανέθεσαν στην παράνομη στρατιωτική οργάνωση Χαγκάνα τη διοργάνωση και διεξαγωγή της. Εκείνη ίδρυσε τη «Μοσάντ λε Αλίγια Μπετ», την «Οργάνωση για λαθρομετανάστευση», που εγκαταστάθηκε στο Τελ Αβίβ με εξωτερικές αντένες στο Παρίσι και στη Γενεύη, αντικαθιστώντας, με το σφικτό αδιαπέραστο δίκτυό της, που εκτεινόταν σ’ όλη την Ευρώπη, την αυθαίρετη και απρογραμμάτιστη δράση των προδρόμων. Επιπλέον είχε αλλάξει και η δημογραφική σύνθεση των λαθρομεταναστών. Ενώ παλαιότερα εισάγονταν λαθραία στη χώρα νέοι Ανατολικοευρωπαίοι ακτιβιστές για την ενίσχυση και στελέχωση των ενώσεων και των παραστρατιωτικών οργανώσεων, πλέον έρχονταν οικογένειες προσφύγων. Αν κι εξακολουθούσε να επικρατεί σύστημα διαλογής σύμφωνα με κριτήρια υγείας και ανθεκτικότητας, η επερχόμενη καταστροφή ματαίωνε τις όποιες προτεραιότητες.
Έπειτα από την έναρξη του πολέμου, το 1939 λίγα ήταν τα πλοία που κατάφερναν ν’ αποβιβάσουν απαρατήρητα τους επιβάτες τους. Τα περισσότερα ανακαλύφθηκαν και οι έποικοι μεταφέρθηκαν σε βρετανικά στρατόπεδα, συχνά μακριά από την Παλαιστίνη, κατά τη διάρκεια του πολέμου. Πάνω από χίλιοι λαθρομετανάστες σκοτώθηκαν σ’ αυτές και σε ανάλογες επιχειρήσεις. Μετά τον πόλεμο, με την οικονομική ενίσχυση αμερικανοεβραϊκών συλλόγων, η Μοσάντ ξεκίνησε τη μαζική διά ξηράς και θαλάσσης μεταφορά των επιζώντων, των προσφύγων και των DP3 από τα πρώην κατεχόμενα από τον γερμανικό στρατό μέρη της Ευρώπης. Ήταν θεαματικές επιχειρήσεις, που όλο και περισσότερο είχαν τον χαρακτήρα έκκλησης στη παγκόσμια κοινή γνώμη, και αργότερα έγιναν αντικείμενο εξύμνησης σε βιβλία και κινηματογραφικές ταινίες, καθορίζοντας έτσι παγκόσμια την εικόνα της λαθρομετανάστευσης και εποίκησης.
Σημειώσεις:
1. Απόσπασμα από το βιβλίο του Ξένος στη Σιών (Η εβραϊκή ταυτότητα πέρα από τον εθνικισμό, Αποσπάσματα από τα κεφάλαια «Πώς να γίνεις χρηστός Ισραηλινός πολίτης: Ο σιωνισμός της καθημερινής ζωής», καθώς και «Κι ένας δυνατός λαός γνωρίζει τι θα πει λύπη: Το ολοκαύτωμα και οι γενέθλιοι μύθοι του Ισραήλ»). Ο Μπρέχερ είναι ιστορικός και σήμερα ζει στο Άμστερνταμ. Γεννήθηκε το 1951 από Γερμανοεβραίους γονείς στο Ισραήλ. Μεγάλωσε στη Γερμανία και στη συνέχεια επέστρεψε στο Ισραήλ, όπου διηύθυνε το Ινστιτούτο Leo Baeck, ενώ δίδαξε στο Πανεπιστήμιο της Χάιφα και το Εβραϊκό Πανεπιστήμιο της Ιερουσαλήμ. Ο Μπρέχερ στο βιβλίο του, που είναι ταυτόχρονα βιβλίο ιστορίας και προσωπική αφήγηση, περιγράφει πώς κατέληξε στη συνειδητοποίηση ότι είναι όντως ένας «Ξένος στη Σιών», διότι προσπάθησε να ανατάμει με επιστημονική υπευθυνότητα την ιστορία του σιωνισμού και του Ισραήλ. Το βιβλίο του εκδόθηκε στα γερμανικά το 2005 και μεταφράστηκε στα ελληνικά από τη Σοφία Γεωργοπούλου, ενώ έχει εκδοθεί ήδη στα αγγλικά το 2007. Στην Ελλάδα η έκδοσή του πέρασε μέσα από μια «περίεργη» περιπέτεια. Αρχικώς ανελήφθη από μεγάλο εκδοτικό οίκο, γνωστού συγκροτήματος, ο οποίος κατέβαλε τα δικαιώματα στον συγγραφέα και τη μεταφράστρια· όμως, στη συνέχεια ο εκδοτικός οίκος αποποιήθηκε την έκδοση του βιβλίου, την οποία ανέλαβαν οι Εναλλακτικές Εκδόσεις.
2. Ο συγγραφέας είχε αναλάβει το 1984 από τον ισραηλινό στρατό την ευθύνη της διεξαγωγής σεμιναρίων για την ιστορία του Ισραήλ και επομένως μπορούσε να διεξαγάγει ορισμένες έρευνες.
3. DP: αρχικά της φράσης «displaced persons», όπως χαρακτηρίστηκαν οι κρατούμενοι των στρατοπέδων συγκέντρωσης της ναζιστικής Γερμανίας που δεν είχαν πού νaα πάνε μετά τη λήξη του πολέμου, εν ολίγοις οι απάτριδες και ανέστιοι από τις διώξεις και τον πόλεμο.

Άρδην τ. 71
Του  Ισραήλ Σαχάκ από το Άρδην τ. 71 με αφιέρωμα «Το Εβραϊκό Ζήτημα και ο σιωνισμός»
Ωστόσο, υπήρχε ένας τομέας όπου δεν είχαν τη δυνατότητα να μένουν ικανοποιημένοι – εκείνος των χριστιανικών επιθέσεων κατά των χωρίων του Ταλμούδ και της ταλμουδικής φιλολογίας που είχαν χαρακτήρα καθαρά αντιχριστιανικό ή, γενικότερα, στρέφονταν ενάντια στους μη Εβραίους. Πρέπει να σημειώσουμε ότι αυτή η αντίθεση αναπτύχθηκε σχετικά αργά στην ιστορία των σχέσεων μεταξύ χριστιανών και Εβραίων – μόνο μετά τον 13ο αιώνα. (Πριν από αυτή την εποχή, οι χριστιανικές αρχές επετίθεντο στον ιουδαϊσμό χρησιμοποιώντας επιχειρήματα από τη Βίβλο ή άλλα γενικά επιχειρήματα και έμοιαζαν να αγνοούν τα περιεχόμενα του Ταλμούδ). Απ’ ό,τι φαίνεται, τη χριστιανική εκστρατεία κατά του Ταλμούδ προκάλεσε ο προσηλυτισμός στον χριστιανισμό Εβραίων που είχαν εντρυφήσει στο Ταλμούδ και τους οποίους, σε πολλές περιπτώσεις, προσέλκυσε η ανάπτυξη της χριστιανικής φιλοσοφίας με τον ισχυρό αριστοτελικό (και συνεπώς οικουμενικό) χαρακτήρα της26.
Πρέπει να υπογραμμίσουμε εξ αρχής ότι το Ταλμούδ και η ταλμουδική φιλολογία –ανεξάρτητα από τη γενική τάση εναντίον των μη Εβραίων που τις διαπνέει και που θα συζητηθεί με μεγαλύτερη λεπτομέρεια στο Κεφάλαιο 5– περιέχουν πολύ προσβλητικές διατυπώσεις και κανόνες ιδιαίτερα υβριστικούς ενάντια στον χριστιανισμό. Παραδείγματος χάριν, εκτός από μια σειρά χυδαίων σεξουαλικών υπαινιγμών που αφορούν στον Ιησού, το Ταλμούδ υπογραμμίζει ότι, στην Κόλαση, η τιμωρία του θα είναι να βυθισθεί σε αναβράζοντα κόπρανα – μια διατύπωση που δεν σκόπευε ασφαλώς να προκαλέσει την εκτίμηση των ευσεβών χριστιανών για το Ταλμούδ! Μπορούμε να αναφέρουμε ακόμα εκείνον τον κανόνα σύμφωνα με τον οποίο δίνεται η εντολή στους Εβραίους να καίνε, δημόσια ει δυνατόν, όποιο αντίγραφο της Καινής Διαθήκης πέσει στα χέρια τους. (Και αυτό όχι μόνο ισχύει ακόμα και σήμερα, αλλά και εφαρμόζεται στην πράξη. έτσι, στις 23 Μαρτίου 1980, εκατοντάδες αντίγραφα της Καινής Διαθήκης κάηκαν δημόσια και τελετουργικά στην Ιερουσαλήμ, υπό την αιγίδα της Yad Le’akhim, μιας εβραϊκής θρησκευτικής οργάνωσης που χρηματοδοτείται από το ισραηλινό Υπουργείο Θρησκευμάτων).
Έτσι, από τον 13ο αιώνα και μετά, αναπτύχθηκε στην Ευρώπη μια ισχυρή πολυμέτωπη και τεκμηριωμένη επίθεση ενάντια στον ταλμουδικό ιουδαϊσμό. Δεν αναφερόμαστε εδώ σε συκοφαντίες αμαθών, όπως οι λίβελοι του αίματος27, που διαδόθηκε από οπισθοδρομικούς μοναχούς σε μικρές επαρχιακές πόλεις, αλλά σε σοβαρές δημόσιες αντιπαραθέσεις, που πραγματοποιήθηκαν στα καλύτερα ευρωπαϊκά πανεπιστήμια της εποχής, με τον πιο δημοκρατικό τρόπο που ήταν δυνατός μέσα στις μεσαιωνικές συνθήκες28.
Ποια ήταν η αντίδραση των Εβραίων, ή μάλλον των ραβίνων; Η πιο απλή ήταν το αρχαίο όπλο της δωροδοκίας και των παρασκηνιακών ενεργειών. Στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, σχεδόν πάντοτε τα πάντα μπορούσαν να τακτοποιηθούν με μια δωροδοκία. Και αυτή η αρχή ίσχυε περισσότερο από αλλού στη Ρώμη της αναγεννησιακής παποσύνης. Η πρώτη έντυπη έκδοση του πλήρους Κώδικα του Ταλμουδικού Δικαίου, η Μισνέχ Τορά (Mishneh Torah) του Μαϊμονίδη –που βρίθει όχι μόνο από τις πιο προσβλητικές εκφράσεις ενάντια σε όλους τους μη Εβραίους αλλά επίσης από σαφείς επιθέσεις ενάντια στη χριστιανοσύνη και τον Ιησού (μετά το όνομα του οποίου ο συγγραφέας προσθέτει πάντοτε με ευσέβεια: «είθε να εξαλειφθεί το όνομα του κακού»)– δημοσιεύθηκε χωρίς περικοπές στη Ρώμη το 1480, επί Πάπα Σίξτου Δ΄, ενός πολιτικά πολύ δραστήριου πάπα, που είχε μια αδιάκοπη και πιεστική ανάγκη χρημάτων. (Λίγα χρόνια νωρίτερα, είχε δημοσιευτεί, επίσης στη Ρώμη, η μοναδική παλαιότερη έκδοση του Χρυσού Γαϊδάρου του Απουλήιου, από την οποία δεν είχαν αφαιρεθεί οι σφοδρές επιθέσεις κατά του χριστιανισμού). Ο Αλέξανδρος ΣΤ΄ Βοργίας ήταν επίσης πολύ φιλελεύθερος από αυτή την άποψη.
Όμως, ακόμα και κατά την περίοδο αυτή, όπως και προηγουμένως, εξακολουθούν να ξεσπούν εδώ κι εκεί στην Ευρώπη κύματα αντιταλμουδικών διώξεων. Αλλά μια πιο γενικευμένη και σοβαρή δίωξη ήρθε με τη Μεταρρύθμιση και την Αντιμεταρρύθμιση, όταν οι χριστιανοί λόγιοι υιοθέτησαν ένα υψηλότερο επίπεδο πνευματικής εντιμότητας και απέκτησαν καλύτερη γνώση της εβραϊκής γλώσσας. Από τον 16ο αιώνα, ολόκληρη η ταλμουδική φιλολογία, υποβαλλόταν σε λογοκρισία σε διάφορες χριστιανικές χώρες. Στη Ρωσία αυτό συνεχίστηκε μέχρι το 1917. Ορισμένοι λογοκριτές, όπως στην Ολλανδία, ήταν πιο επιεικείς, άλλοι πιο αυστηροί. πάντως, τα προσβλητικά εδάφια περικόπτονταν ή τροποποιούνταν.
Όλες οι σύγχρονες μελέτες πάνω στον ιουδαϊσμό, ιδιαίτερα όσες έγιναν από Εβραίους, έλκουν την καταγωγή τους από αυτή τη σύγκρουση, και μέχρι σήμερα φέρουν φανερά τα σημάδια της προέλευσής τους: παραπλάνηση, απολογητική ή εχθρική πολεμική, αδιαφορία ή ακόμα και ανοικτή εχθρότητα απέναντι στην επιδίωξη της αλήθειας. Σχεδόν όλες οι δήθεν Εβραϊκές μελέτες πάνω στον Ιουδαϊσμό, από εκείνη την εποχή ως σήμερα, είναι μάλλον μια πολεμική ενάντια σ’ έναν εξωτερικό εχθρό παρά μια εσωτερική συζήτηση.
Αξίζει να σημειώσουμε ότι παρόμοιος ήταν αρχικά ο χαρακτήρας της ιστοριογραφίας σε όλες τις γνωστές κοινωνίες (εξαιρουμένης της αρχαίας Ελλάδας, της οποίας οι πρώτοι και ανοικτόμυαλοι ιστορικοί δέχθηκαν επίθεση από μεταγενέστερους σοφιστές για τον ανεπαρκή πατριωτισμό τους)! Αυτό ίσχυε για τους πρώτους καθολικούς και προτεστάντες ιστορικούς, που συγκρούονταν μεταξύ τους. Παρομοίως, οι παλαιότερες ευρωπαϊκές εθνικές ιστορίες είναι εμποτισμένες από τον πιο βάναυσο εθνικισμό και την περιφρόνηση για όλα τα άλλα γειτονικά έθνη. Όμως, αργά ή γρήγορα, έρχεται η ώρα να γίνει μια προσπάθεια για να κατανοήσει κανείς τον εθνικό ή θρησκευτικό αντίπαλό του και συγχρόνως να κρίνει ορισμένες ουσιαστικές και σημαντικές πλευρές της ιστορίας της δικής του ομάδας. και οι δύο αυτές εξελίξεις συμβαδίζουν. Και μόνο όταν η ιστοριογραφία παύει να αποτελεί τη συνέχιση του πολέμου με ιστοριογραφικά μέσα και μετατρέπεται «σε μια ατέρμονη συζήτηση» –όπως λέει τόσο καλά ο Pieter Geyl–, μόνο τότε καθίσταται δυνατή μια ανθρωπιστική ιστοριογραφία που αγωνίζεται και για την ακρίβεια και για τη δικαιοσύνη. και τότε γίνεται ένα από τα πιο ισχυρά εργαλεία ανθρωπισμού και καλλιέργειας.
Γι’ αυτόν τον λόγο, τα σύγχρονα ολοκληρωτικά καθεστώτα ξαναγράφουν την ιστορία και τιμωρούν τους ιστορικούς29. Όταν μια ολόκληρη κοινωνία προσπαθεί να επανέλθει στον ολοκληρωτισμό, γράφεται μια ολοκληρωτική ιστορία όχι λόγω καταναγκασμού από τα πάνω, αλλά λόγω πίεσης από τα κάτω, πράγμα που είναι πολύ πιο αποτελεσματικό. Αυτό συνέβη στην εβραϊκή ιστορία, και αυτό είναι το πρώτο εμπόδιο που πρέπει να υπερβούμε.
Αμυντικοί Μηχανισμοί
Ποιοι ήταν οι λεπτομερείς μηχανισμοί (εξαιρουμένης της δωροδοκίας) που χρησιμοποίησαν οι εβραϊκές κοινότητες, σε συνεργασία με εξωτερικές δυνάμεις, για να αποκρούσουν τις επιθέσεις στο Ταλμούδ και τη λοιπή θρησκευτική φιλολογία; Μπορούμε να διακρίνομε αρκετές μεθόδους και όλες έχουν βαρύνουσες πολιτικές συνέπειες, που αντικατοπτρίζονται στις σημερινές ισραηλινές πολιτικές. Αν και θα ήταν κουραστικό να απαριθμήσουμε όλες τις ομοιότητες ανάμεσα στην πολιτική του Μπεγκίν και τον σιωνισμό του Εργατικού Κόμματος, είμαι βέβαιος ότι οι αναγνώστες που γνωρίζουν κάπως τις λεπτομέρειες των πολιτικών της Μέσης Ανατολής θα είναι ικανοί να τις εντοπίσουν.
Ο πρώτος μηχανισμός που θα εξετάσω είναι η υποδορίως προκλητική συμπεριφορά που συνδυάζεται με φαινομενική ενδοτικότητα. Όπως εξηγήσαμε παραπάνω, αποσπάσματα από το Ταλμούδ που στρέφονται εναντίον του χριστιανισμού ή των μη Εβραίων30 έπρεπε να εξαλειφθούν ή να τροποποιηθούν – η εξωτερική πίεση ήταν υπερβολικά μεγάλη. Έγινε το εξής: Μερικά από τα πιο προσβλητικά αποσπάσματα αφαιρέθηκαν μαζικά από όλες τις εκδόσεις που τυπώθηκαν στην Ευρώπη μετά τα μέσα του 16ου αιώνα. Σε όλα τα άλλα αποσπάσματα, οι εκφράσεις, «εθνικός», «μη εβραίος», «ξένος» (goy, eino yehudi, nokhri) –που εμφανίζονται σε όλα τα πρώτα χειρόγραφα ή έντυπα και σε όλες τις εκδόσεις που δημοσιεύθηκαν στις ισλαμικές χώρες– αντικαταστάθηκαν με όρους όπως «ειδωλολάτρης», «πολυθεϊστής» και ακόμα «Χαναναίος» ή «Σαμαρείτης», όροι που μπορούσαν να δικαιολογηθούν αλλά που ο Εβραίος αναγνώστης μπορούσε να αναγνωρίσει ως ευφημισμούς που αντικαθιστούσαν τις αυθεντικές διατυπώσεις.
Όσο οι επιθέσεις πολλαπλασιάζονταν, τόσο η άμυνα γινόταν πιο περίπλοκη, ενίοτε με μακροπρόθεσμα τραγικά αποτελέσματα. Η τσαρική ρωσική λογοκρισία, γινόταν κατά περιόδους, γινόταν αυστηρότερη και –αντιλαμβανόμενη τους παραπάνω ευφημισμούς ως αυτό που ήταν– τους απαγόρευε και αυτούς. Μετά από αυτό, οι ραβινικές αρχές αντικαθιστούσαν τους παραπάνω όρους με τους όρους «Άραβας» ή «μουσουλμάνος» (στα εβραϊκά, Yishma’eli – που σημαίνει και τα δύο) ή, περιστασιακά, «Αιγύπτιος», υπολογίζοντας βάσιμα ότι οι τσαρικές αρχές δεν θα είχαν αντίρρηση σ’ αυτό το είδος της αυθαιρεσίας. Παράλληλα όμως, κατάλογοι των «Ταλμουδικών Παραλειπομένων», που κυκλοφορούσαν σε χειρόγραφο, εξηγούσαν όλους τους νέους όρους και υπεδείκνυαν όλες τις παραλείψεις. Μερικές φορές, μια απόσειση ευθυνών τυπωνόταν πριν από τη δεύτερη σελίδα κάθε τόμου της ταλμουδικής φιλολογίας, που διακήρυττε επίσημα, ενίοτε και με όρκο, ότι όλες οι καταφρονητικές εκφράσεις στον τόμο εκείνο αναφέρονταν μόνο ενάντια στους ειδωλολάτρες της αρχαιότητας, ή ακόμα ενάντια στους Χαναναίους, που είχαν προ πολλού εξαφανισθεί, και όχι ενάντια «στους ανθρώπους στη χώρα των οποίων ζούμε». Μετά την κατάκτηση της Ινδίας από τους Βρετανούς, μερικοί ραβίνοι βρήκαν ένα άλλο στρατήγημα: Ισχυρίστηκαν ότι οποιαδήποτε ιδιαίτερα προσβλητική, υποτιμητική έκφραση που χρησιμοποιούσαν, υπαινισσόταν μόνο τους Ινδούς. Περιστασιακά, οι Αβορίγινες της Αυστραλίας χρησίμευσαν επίσης ως αποδιοπομπαίοι τράγοι.
Είναι περιττό να πούμε ότι όλα αυτά ήταν ένα συνειδητό ψεύδος, από την αρχή ως το τέλος. Άλλωστε, μετά την ίδρυση του κράτους του Ισραήλ, οι ραβίνοι, αισθανόμενοι πλέον ασφαλείς, επανέφεραν όλα τα προσβλητικά αποσπάσματα και εκφράσεις χωρίς κανένα δισταγμό, σε όλες τις νέες εκδόσεις. (Εξαιτίας του τεράστιου κόστους που προϋποθέτει μια νέα έκδοση, ένα μεγάλο μέρος της ταλμουδικής φιλολογίας, συμπεριλαμβανομένου και του ίδιου του Ταλμούδ, εξακολουθούν ακόμα να κυκλοφορούν στις παλιές εκδόσεις. Γι’ αυτόν τον λόγο, τα «Ταλμουδικά Παραλειπόμενα», που προαναφέρθηκαν, δημοσιεύονται τώρα στο Ισραήλ σε μια φθηνή έκδοση, με τον τίτλο Hesronot Shas). Έτσι λοιπόν, μπορεί κανείς να διαβάσει τώρα τελείως ελεύθερα –και τα εβραιόπουλα πράγματι τα διδάσκονται– αποσπάσματα όπως εκείνο31 που δίδει την εντολή σε κάθε Εβραίο, όταν περνά κοντά από ένα νεκροταφείο, να πει μια ευχή αν το νεκροταφείο είναι εβραϊκό, μα να καταραστεί τις μητέρες των νεκρών32 αν δεν είναι. Στις παλιές εκδόσεις, η κατάρα είχε παραλειφθεί, ή ένας ευφημισμός αντικαθιστούσε τον όρο «μη Εβραίος». Όμως, στη νέα ισραηλινή έκδοση του ραβίνου Adin Steinsalz (που περιλαμβάνει ερμηνευτικά σχόλια και μετάφραση στα εβραϊκά των αραμαϊκών τμημάτων του κειμένου, έτσι ώστε οι μαθητές να μην έχουν καμία αμφιβολία για το τι σημαίνουν), οι σαφείς λέξεις «μη Εβραίοι» και «ξένοι» έχουν αποκατασταθεί.
Κάτω από εξωτερική πίεση, οι ραβίνοι, παραπλανητικά, αφαιρούσαν ή τροποποιούσαν ορισμένα αποσπάσματα – όχι όμως και τις πραγματικές εντολές που επιβάλλονται μέσα σ’ αυτά. Είναι γεγονός, και πρέπει να το θυμόμαστε και εμείς οι ίδιοι οι Εβραίοι, ότι, για αιώνες, η ολοκληρωτική κοινωνία μας χρησιμοποίησε βάρβαρα και απάνθρωπα έθιμα για να δηλητηριάσει τον νου των μελών της, και ότι εξακολουθεί να το κάνει. (Αυτά τα απάνθρωπα έθιμα δεν μπορούν να δικαιολογηθούν ως μια απλή αντίδραση στον αντισημιτισμό ή στην καταδίωξη των Εβραίων: Είναι αδικαιολόγητες βαρβαρότητες εναντίον κάθε ανθρώπινου όντος. Ένας ευσεβής Εβραίος που φθάνει για πρώτη φορά, λόγου χάριν, στην Αυστραλία και που τυχαία περνά κοντά από ένα νεκροταφείο Αβοριγίνων οφείλει –ως πράξη λατρείας του «Θεού»– να καταραστεί τις μητέρες των νεκρών που είναι θαμμένοι εκεί). Εάν δεν αντιμετωπίσουμε αυτό το πραγματικό κοινωνικό γεγονός, συμμετέχουμε όλοι στην απάτη και γινόμαστε συνένοχοι μιας διαδικασίας που δηλητηριάζει τις παρούσες και μέλλουσες γενεές, με όλες τις συνέπειες που μπορεί να έχει αυτό.
Σημειώσεις:
26. Οι πιο γνωστές περιπτώσεις ήταν στην Ισπανία· παραδείγματος χάριν (για να χρησιμοποιήσομε τα χριστιανικά ονόματα που είχαν υιοθετήσει), ο Μάιστρος Αλφόνσο του Βαγιαδολίδ, που προσηλυτίσθηκε το 1320, και ο Πάουλ της Σάντα Μαρία, που προσηλυτίσθηκε το 1390 και χρίστηκε επίσκοπος του Μπούργκος το 1415. Αλλά πολλές άλλες περιπτώσεις μπορούν να αναφερθούν σε όλη τη δυτική Ευρώπη.
27. Λίβελοι που υποστήριζαν τον μύθο των εβραίων που πίνουν αίμα αλλοθρήσκων ή χριστιανοπαίδων. Οι μύθοι αυτοί διατυπώθηκαν για πρώτη φορά κατά τον 1ο αιώνα, από παγανιστές στην Αίγυπτο και συγκεκριμένα από τον Αιγύπτιο φιλόσοφο Απίωνα. Ο Άγιος Γουίλιαμ του Νόργουϊτς (1132; – Μάρτιος 1144) θεωρείται ότι υπήρξε το πρώτο παιδί που θανατώθηκε με αυτόν τον τρόπο από τους εβραίους, ανακηρύχθηκε άγιος, και η ιστορία του, που αποτελεί και τον πρώτο σύγχρονο «λίβελο του αίματος», γράφτηκε το 1173 από τον Βενεδικτίνο καλόγερο Τόμας του Μονμάουθ. Στη συνέχεια, κυκλοφόρησαν και άλλοι παρόμοιοι λίβελοι σε όλη την Ευρώπη (σ.τ.ε.).
28. Βέβαια ο τόνος, όπως και οι συνέπειες, ήταν πολύ ηπιότερος απ’ ό,τι στις αντιπαραθέσεις στις οποίες χριστιανοί κατηγορούντο ως αιρετικοί – π.χ., στις διαμάχες κατά τις οποίες καταδικάστηκαν ο Πέτρος Αβελάρδος ή οι φανατικοί Φραγκισκανοί.29. Τα σταλινικά και κινεζικά παραδείγματα είναι αρκετά γνωστά. Εντούτοις, αξίζει να αναφέρουμε ότι η καταδίωξη έντιμων ιστορικών στη Γερμανία άρχισε πολύ νωρίς. Το 1874, ο Χ.΄Εβαλντ, καθηγητής στο Γκέτινγκεν, φυλακίσθηκε διότι εξέφρασε «λανθασμένες» απόψεις για τις κατακτήσεις του Φρειδερίκου Β΄, εκατό χρόνια νωρίτερα. Ανάλογη είναι η κατάσταση στο Ισραήλ: Οι χειρότερες επιθέσεις εναντίον μου είχαν ως αφετηρία όχι τους βίαιους όρους που χρησιμοποιώ για να καταδικάσω τον σιωνισμό και την καταπίεση των Παλαιστινίων, αλλά ένα παλιό άρθρο μου σχετικά με τον ρόλο των Εβραίων στο δουλεμπόριο, στο οποίο η τελευταία περίπτωση που αναφέρεται χρονολογείται το 1870. Αυτό το άρθρο δημοσιεύθηκε πριν τον πόλεμο του 1967· σήμερα θα ήταν αδύνατο να δημοσιευθεί.
30. Τελικά υποχρεώθηκαν να αφαιρέσουν και μερικά άλλα εδάφια, όπως εκείνα που φαινόταν να στερούνται νοήματος από θεολογική άποψη (π.χ. αυτά που δείχνουν τον Θεό να προσεύχεται στον Εαυτό Του ή να τελεί ο ίδιος κάποια από τα πρακτικά θρησκευτικά καθήκοντα που οφείλει να εκτελεί ο κάθε εβραίος) ή εκείνα που υμνούσαν με υπερβολική ελευθεριότητα τις σεξουαλικές αταξίες παλαιών ραβίνων.
31. Πραγματεία Berakhot, p. 58b.
32. «Ησχύνθη η μήτηρ υμών σφόδρα, ενετράπη η τεκούσα υμάς μήτηρ …», Ιερεμίας 50:12.


Άρδην τ. 71, Το Εβραϊκό ζήτημα και ο σιωνισμός

Η εξάντληση της προφητείας ή το νέο «εβραϊκό ζήτημα»

του  Γιώργου Καραμπελιά
Άρδην τ. 71
Η ένδοξη Ρώμη σε περίμενε
τόσους αιώνες
Σε προφητείες έλεγε τον ερχομό σου
Κ’ εσύ αφομοιώθηκες;
Μιχάλης Κατσαρός, Κατά Σαδδουκαίων
 
Παράλληλη με την κρίση του μαρξισμού –ιδιαίτερα βα­ρύ­νου­σα για το μέλ­λον της Δύ­σε­ως– υπήρξε η ε­ξά­ντλη­ση του ιου­δα­ϊ­κού μεσ­σια­νι­σμού και η  ταύ­τι­σή του με τον σιω­νι­σμό που, μό­λις πριν με­ρι­κές δε­κα­ε­τί­ες, α­πο­τε­λού­σε μοναχά έ­να ρεύ­μα, ανάμεσα σε άλλα, της ε­βρα­ϊ­κής σκέ­ψης. Δεδομένου δε ότι ο ιουδαϊκός μεσσιανισμός για έναν αιώνα συμβάδισε, εν πολλοίς, με τον επαναστατικό μαρξισμό και τις ελευθεριακές ουτοπικές απόψεις, ιδιαίτερα στη ρωσική, γερμανική και κεντροευρωπαϊκή εκδοχή του, η κρίση του ενός εμφανίστηκε σχεδόν ταυτόσημη ή τουλάχιστον σύγχρονη με την κρίση των άλλων. [Ο Μπλοχ, ο Μπένγιαμιν, ο Λούκατς, η Σχολή της Φρανκφούρτης, αλλά και ο Τρότσκι, ο Λαντάουερ και η Λούξεμπουργκ, αποτελούν μερικές από τις εξέχουσες πολιτικο-φιλοσο­φικές μορφές της διαπίδυσης μαρξισμού και ιουδαϊκού μεσσιανισμού, αυτής της attractio electiva (εκλεκτικής συγγενείας) ανάμεσά τους, για την οποία θα μιλήσει ο Μικαέλ Λεβύ1.] Η πλειοψηφία της τελευταίας γενιάς των Εβραίων επαναστατών και κριτικών διανοουμένων, από τον Ντανιέλ Κον-Μπεντίτ έως τον Αντρέ Γκλυκσμάν, τον Μπερνάρ Ανρί Λεβύ, τον Ελί Βιζέλ, τον Μπένυ Μόρις και πληθώρα άλλων, όχι μόνον θα ταχθούν στο πλευρό του σιωνισμού αλλά –σχεδόν υποχρεωτικά πλέον– και στο πλευρό της «Νέας Τάξης», ενώ φυσιογνωμίες όπως ο Νόαμ Τσόμσκι, ο Ζακ Ντεριντά, ο Ετιέν Μπαλιμπάρ, ο Αλαίν Κριβίν, φαντάζουν απλώς ως οι «τελευταίοι των Μοϊκανών» αυτής της παλιάς μεγάλης παράδοσης.
Οι συνέπειες αυτής της εξάντλησης υπερβαίνουν κατά πολύ τους ίδιους τους Εβραίους στοχαστές και δημιουργούς, όχι μόνον εξ αιτίας του ιδιαίτερου βάρους των τελευταίων στη σύγχρονη δυτική σκέψη, αλλά του ακόμα μεγαλύτερου «βάρους» του ιουδαϊκού μεσσιανισμού στην ίδια τη συγκρότησή της, άσχετα από την εθνικότητα των καθ’ έκαστα δημιουργών. Η ιουδαϊκή σκέψη αποτελεί, μαζί με την ελληνική και τη ρωμαϊκή, ένα από τα θεμέλια του δυτικού πολιτισμού. Αν η ελληνική σκέψη υπήρξε ο φορέας του λόγου και της ισορροπίας ανθρώπου και κόσμου, και η ρωμαϊκή ο εκφραστής της εργαλειακής μεθοδικότητας, της μετάφρασης του ήθους σε ισχύ και θεσμούς, η εβραϊκή εξέφρασε το πάθος της «καταβρόχθισης» του κόσμου και του μεσσιανικού τέλους της ιστορίας, της εγκαθίδρυσης της βασιλείας του Θεού και του ανθρώπου επί γης (και επί της φύσεως). Κατά συνέπεια η σημασία της είναι ιδρυτική του δυτικού πολιτισμού και η εξάντλησή της σύμπτωμα μιας ευρύτερης πολιτισμικής κρίσης. Δεν μπαίνει απλώς σε κρίση ο εβραϊκός μεσσιανισμός, αλλά ο μεσσιανισμός στο σύνολο του και η κρίση του πρώτου αποτελεί απλώς το οξύτερο σύμπτωμα της κρίσης του δευτέρου.
***
Ο εβραϊκός λαός, στη μακραίωνη εξορία του, αποτέλεσε ένα ιδιότυπο «έθνος», που διατηρούσε την ενότητά του μέσα από την πίστη σε μια θρησκεία και μία παράδοση, έ­στω και αν τα μέ­λη του ή­ταν δια­σκορ­πι­σμέ­να στα τέσσερα σημεία του ο­ρίζοντα. Η προσδοκία ενός Μεσσία που ακόμα δεν έχει έλθει –δεδομένου ότι ο Εβραί­ος, ως κα­τα­γω­γή, Χρι­στός συν­δέ­θη­κε με την ελ­λη­νο­ρω­μα­ϊ­κή οι­κου­με­νι­κό­τη­τα και α­πορ­ρί­φθη­κε α­πό το ε­βρα­ϊ­κό έ­θνος– κα­θώς και οι διώ­ξεις ε­να­ντί­ον τους, με­τέ­βα­λαν τους Εβραίους σε έ­να λα­ό που α­να­ζη­τού­σε α­ε­νά­ως τη λύ­τρω­ση στη σφαί­ρα του μέλ­λο­ντος.
Για τον ιουδαϊσμό όμως αυτό το μέλλον δεν βρίσκεται στην άλλη ζωή, όπως στον χριστιανισμό, αλλά θα πραγματωθεί εδώ, στην παρούσα ζωή, εξ ου και η ισχυρότερη επαναστατική μεσσιανική φόρτιση του ιουδαϊσμού, καθώς και  –αντιφατικά και συμμετρικά– το «ολοκληρωτικό» δυναμικό του. Διότι ο χριστιανισμός, στις κυριότερες εκδοχές του, αφήνοντας εν τέλει τη λύση του μυστηρίου του ανθρώπου στην «Παρουσία», επιτρέπει μια «ανοικτή» εξέλιξη στα εγκόσμια, που δεν καθορίζονται από την τάξη του Θεού, με όλες τις συνέπειες που έχει αυτό, αρνητικές και θετικές. Αρνητικές, διότι μπορεί να συμβιβαστεί με την εγκόσμια τάξη –«τα του Καίσαρος τω Καίσαρι»– και θετικές διότι δεν προκαταλαμβάνει την ελεύθερη βούληση του ανθρώπου. Αντίθετα, η ιουδαϊκή θρησκεία, κηρύσσοντας την υποταγή στο Νόμο του Θεού ακόμα και σε ό,τι αφορά στα επίγεια πράγματα, τροφοδοτεί ταυτόχρονα τόσο την επαναστατικότητα όσο και τον κομφορμιστικό ολοκληρωτισμό, την υποταγή στη Θεοκρατία, και τον παρτικουλαρισμό, διότι μόνον ο «λαός των δικαίων» θα είναι η σάρκωση του θεϊκού Νόμου. Γι’ αυτό και οι προτεσταντικές αιρέσεις, που θέλουν να επαναφέρουν τον χριστιανισμό στην αρχική ιουδαϊκή καθαρότητα της Παλαιάς Διαθήκης, θα γεννήσουν και τις σημαντικότερες εξισωτικές, πουριτανικές ή φονταμενταλιστικές απόπειρες και βρίσκονται πολύ πιο κοντά στον ιουδαϊσμό από όλα τα χριστιανικά δόγματα. Οι Αναβαπτιστές, οι Άγγλοι και οι Αμερικανοί πουριτανοί – οι ευαγγελικοί σήμερα– διαπνέονταν και εξακολουθούν να διαπνέονται από αυτό το πνεύμα, είτε επρόκειτο για την Επανάσταση των χωρικών στη Γερμανία, τον Κρόμγουελ και τους «Levelers» της αγγλικής επανάστασης και τους ευαγγελιστές στους Ινδιάνους Τσιάπας, είτε, στον αντίποδα, για τον Καλβίνο και τους τηλε-ευαγγελιστές φονταμενταλιστές των ΗΠΑ.
[Ακόμα και στην εκκοσμικευμένη επαναστατική εκ­δο­χή, το στοιχείο του παρτικουλαρισμού θα μεταφερθεί στο προλε­τα­ριά­το. Καμία άλλη τάξη, ακόμα περισσότερο άλλες κοινωνικές συσσωματώσεις, όπως τα έθνη, δεν μπορεί να είναι φορέας της απελευθέρωσης˙ ο Τρότσκι και όλοι οι μεγάλοι Εβραίοι επαναστάτες –και προφανώς όχι μόνο αυτοί, διότι πρόκειται για μια άποψη κυρίαρχη στη δυτική μαρξιστική παράδοση– θα παραμένουν αταλάντευτα «διεθνιστές» και θα απορρίπτουν κάθε ιδέα ταξικών συμμαχιών της εργατικής τάξης ή ακόμα περισσότερο μιας εθνικής επαναστατικής διαδικασίας. Ο παρτικουλαρισμός ενδύεται έτσι, μέσα από μία διαλεκτική αντιστροφή –ή μήπως σόφισμα–, τον μανδύα της καθολικότητας! Όλα είναι στη θέση τους, το προλεταριάτο καθίσταται ο νέος περιούσιος λαός, ο angelus novus, που θα απελευθερώσει την ανθρωπότητα, αφού συναντήσει τη «φιλοσοφία» –σύμφωνα με τη φράση του νεαρού Μαρξ για τη σχέση φιλοσοφίας-εγκεφάλου και προλεταριάτου-καρδιάς– η οποία υποκαθιστά εδώ τη θεία φώτιση.]
Αυτό το μέλλον, η λύ­τρω­ση, μέ­χρι τον 18ο αιώνα, θα παραμένει α­πο­κλειστικά εβραϊκό, μέσα α­πό κοι­νό­τητες που διατηρούσαν, με μια άκαμπτη ε­σω­τε­ρι­κή ιε­ραρ­χί­α και πει­θαρ­χί­α, τη συ­νο­χή τους, η οποία τους ε­πέ­τρε­πε να ε­πι­βιώ­νουν πα­ρά τις διώ­ξεις, τις με­τα­κι­νή­σεις, τα πο­γκρόμ. Οι ε­βρα­ϊ­κές κοι­νό­τη­τες ή­ταν αυ­το­διοι­κού­με­νες, αυστηρά ιεραρχημένες και συ­χνά διέ­θε­ταν δι­καιώ­μα­τα ζω­ής ή θα­νά­του έ­να­ντι των με­λών τους˙ λειτουργούσαν ως έθνη μέσα στα έθνη. Ωστόσο, μετά τον 18ο αιώνα, με τη συγκρότηση των εθνικών κρατών και την επέκταση των ατομικών δικαιωμάτων, οι αποκλειστικά εβραϊκές κοινότητες θα διαχυθούν, λιγότερο ή περισσότερο, μέ­σα στα νέ­α κρά­τη. Οι Εβραίοι μπορούν να εισέλθουν πλέον στους περισσότερους τομείς της κοινωνικής ζωής όταν, με αφετηρία τη Γαλλική Επανάσταση, αποκτούν, σταδιακώς, πολιτικά δικαιώματα που τους εξισώνουν με τους υπόλοιπους πολίτες των χωρών τους, τουλάχιστον στη Δυτική και Κεντρική Ευρώπη.
Θα πραγματοποιηθεί έτσι μια από τις καταπληκτικότερες πνευματικές εποποιίες του 19ου και του 20ού αιώνα. Οι Εβραίοι, απελευθερωμένοι από το βάρος της κλειστής κοινότητας, θα «εξαγάγουν» την ουτοπία τους από τα στενά εβραϊκά πλαίσια της Τορά και του Ταλμούδ σε ένα παγκόσμιο ή, για την ακρίβεια, πανευρω­πα­ϊ­κό και βορειοαμερικανικό πε­δί­ο. Η ε­βρα­ϊ­κή «ου­το­πί­α» δεν μπο­ρού­σε πλέ­ον να εί­ναι στε­νά ε­βρα­ϊ­κή ού­τε «ε­θνι­κή» –στα καθ’ έ­κα­στα έ­θνη ό­που ζού­σαν οι Ε­βραί­οι αυ­τής της γε­νι­κευ­μέ­νης δια­σπο­ράς– αλ­λά μάλ­λον οι­κου­με­νι­κή, κοι­νω­νι­κή και πνευ­μα­τι­κή. Έ­τσι θα α­πο­τε­λέ­σουν έ­ναν α­πό τους ση­μα­ντι­κό­τε­ρους πα­ρά­γο­ντες δια­μόρ­φω­σης της ευρω­πα­ϊ­κής υπερεθνικής ταυτότητας, των πνευματικών αναζητήσεων, της καθολικότητας. Ο ρόλος τους στην ανάπτυξη του εμπορίου, της επιστήμης, των πνευ­μα­τι­κών α­νταλ­λα­γών, της φι­λο­σο­φί­ας, θα είναι χωρίς προηγούμε­νο… Ρότσιλντ, Σπινόζα, Χάινε, Μαρ­ξ, Φρόυντ, Κάφκα, Αϊνστάιν, Σαγκάλ…
Έως το 1945, στη Δυτική Ευρώπη, στις μουσουλμανικές χώρες και στις ΗΠΑ, η εβραϊκή κοινότητα συγκροτείται λοιπόν από δύο μεγάλες κοινωνικές κατηγορίες. Η πρώτη, προσκολλημένη στις εκάστοτε άρχουσες τάξεις – αρχικώς στους ευγενείς και την Αυλή–, αντιπροσώπευε την εβραϊκή ελίτ η οποία δραστηριοποιούνταν στον τομέα των τραπεζών, της ανταλλαγής συναλλάγματος και της ενοικίασης των φόρων. Παράλληλα, υπήρχε και μία δεύτερη κατηγορία, μεγαλύτερη ή μικρότερη, λαϊκών και μικροαστικών στρωμάτων, που συγκρότησε σε μεγάλο ποσοστό και τις εργατικές τάξεις του 19ου και του πρώιμου 20ού αιώνα, ιδιαίτερα στην Ανατολική Ευρώπη, τα Βαλκάνια και τη Βόρεια Αφρική2.
Στη ρωσική αυτοκρατορία (που περιλάμβανε και την Πολωνία) και όπου ζούσε ο μισός εβραϊκός πληθυσμός (περίπου 5 εκατομμύρια μέχρι το 1917), οι εβραϊκές ελίτ ήταν εξαιρετικά ασθενείς και κυριαρχούσε συντριπτικά το λαϊκό εβραϊκό στοιχείο, ενώ οι ευγενείς και η τσαρική Αυλή δείχνονταν ιδιαίτερα εχθρικοί απέναντί τους και εδώ θα οργανωθούν και τα μεγάλα πογκρόμ. Κατά συνέπεια, το εγκόσμιο δυναμικό του εβραϊκού μεσσιανισμού δεν μπορούσε να διοχετευτεί προς το εμπόριο ή τις τράπεζες αλλά στρεφόταν κατ’ εξοχήν σε ακτιβιστική επαναστατική κατεύθυνση. Στην Αγγλία λ.χ., όπου από τον 19ο αιώνα οι Εβραίοι είχαν ήδη ενσωματωθεί στην άρχουσα τάξη, οι γνωστότεροι Εβραίοι θα γίνουν ο (βαφτισμένος Χριστιανός) Δισραέλι και ο βαρώνος Ρότσιλντ ενώ στη Ρωσία και την Πολωνία θα είναι ο Τρότσκι, και η Ρόζα Λούξεμπουργκ3.
Τέλος, στην Αυστροουγγαρία και τη Γερμανία, οι Εβραίοι ή εβραϊκής καταγωγής διανοούμενοι –από τον Χες έως τον Μαρξ, από τον Λούκατς έως τον Φρομ, από τον Μαρκούζε έως τον Μπλοχ, από τον Λαντάουερ έως τον Μπένγιαμιν, από τον Μπούμπερ έως τον Ροζεντσβάικ, από τον Αντόρνο έως τον Κάφκα– βρίσκονται μεταξύ ενσωμάτωσης και αποκλεισμού και θα επιλέξουν, πλειοψηφικά, την οδό του «ρομαντικού μεσσιανισμού», μιας ιδεολογικής αντίληψης που αντλεί μεν από την εβραϊκή παράδοση του προφητισμού αλλά εκβάλλει στο πεδίο της ελευθεριακής σκέψης, του κοινοτισμού, της Ουτοπίας και των πλέον επαναστατικών εκδοχών του μαρξισμού.
Στην ίδια ή ανάλογη κατεύθυνση θα συνεχίσουν να δραστηριοποιούνται οι εβραϊκής καταγωγής διανοούμενοι, τουλάχιστον μέχρι το 1968, στην Ευρώπη –ιδιαίτερα στη Γαλλία– και στις ΗΠΑ, όπου θα διαδραματίσουν ουσιώδη ρόλο στο κίνημα της «αμφισβήτησης».

Μεσσιανισμός και αποκλειστικότητα
Στη διάρκεια των δύο αιώνων που μεσολαβούν από τη γαλλική επανάσταση μέχρι την πτώση του «τείχους» και της Σοβιετικής Ένωσης, ο εβραϊκός μεσσιανισμός θα διατρέξει έναν σχεδόν πλήρη κύκλο, από την αποδοχή της ενσωμάτωσης στα νέα ευρωπαϊκά έθνη-κράτη και την κοινωνία των «γκογίμ», έως την ταύτιση με ένα αποικιοκρατικού τύπου μεσσιανικό κράτος, το σιωνιστικό. Η μετάβαση αυτή πραγματοποιήθηκε σταδιακά αλλά έχει τις ρίζες της στο ίδιο το αμφίσημο ιδεολογικό υπόστρωμα του εβραϊκού μεσσιανισμού, και θα επιταχυνθεί από το Ολοκαύτωμα.
Όντως ο εβραϊκός μεσσιανισμός «εμπεριέχει ταυτοχρόνως την ιδέα μιας παλινόρθωσης και μια ουτοπία. Μιας παλινόρθωσης, γιατί η μεσσιανική εποχή θα αποκαταστήσει τον οίκο του Δαυίδ στον θρόνο του εβραϊκού βασιλείου και, σύμφωνα με την αντίληψη για τη μετά την εξορία εποχή, θα επαναφέρει όλους τους εξόριστους Εβραίους στη γη του Ισραήλ. Μια ουτοπία, γιατί η μεσσιανική εποχή θα σηματοδοτήσει την έλευση μιας τέλειας κοινωνίας όπου η ανθρωπότητα θα ζήσει εν ειρήνη και αρμονία και θα λατρεύει έναν και μόνο Θεό 4.
Η εβραϊκή οικουμενικότητα εμπεριείχε ένα στοιχείο παρτικουλαρισμού, ήταν μια «αποκλειστική οικουμενικότητα», η καθολικότητα συνδυαζόταν με την ιδιαιτερότητα. Η έλευση του Βασιλείου του θεού θα φέρει μεν την παγκόσμια ειρήνη και αρμονία επί της γης, αλλά θα έχει ως όργανό της το Ισραήλ, ως «περιούσιο λαό». Ο Μεσσίας θα έλθει γι’ αυτόν (απ’ αυτόν) τον λαό. Γι αυτό και το ιδεολογικό εκκρεμές μπόρεσε να κινηθεί από τον Διαφωτισμό και την εγκατάλειψη της ιδιαιτερότητας στον επαναστατικό μεσσιανισμό και τέλος στην αποκλειστικότητα και την παλινόρθωση.
Κατά τον 18ο και 19ο αιώνα, οι Εβραίοι ή οι εβραϊκής καταγωγής διανοούμενοι θα υποστηρίζουν τον Διαφωτισμό, ο οποίος, ξεκινώντας από τη Γαλλική Επανάσταση, θα καταργήσει τη θεσμική γκετοποίηση των Εβραίων. Ο εβραϊκός διαφωτισμός, με αφετηρία τον Μόζες Μέντελσον –τον ηγέτη του κινήματος της εβραϊκής μεταρρύθμισης–, καθώς και ο επαναστατικός μεσσιανισμός, με τον Χες της πρώτης περιόδου, τον Μαρξ και, στον 20ό αιώνα, όλη τη χορεία των Εβραίων επαναστατών, θα αντιπαραθέτει στο εθνοκεντρικό όνειρο μια πανανθρώπινη απελευθέρωση και μέσω αυτής την απελευθέρωση των Εβραίων.
Η ευρύτατη συμμετοχή των Εβραίων σε όλα τα μεγάλα κοινωνικά και καλλιτεχνικά απελευθερωτικά κινήματα του 19ου και του 20ού αιώνα συναρτάται όχι μόνο με την αντίθεσή τους προς τα καταπιεστικά καθεστώτα αλλά, ίσως ακόμα περισσότερο, και με την επιθυμία τους να απελευθερωθούν από την καταπίεση των ραβίνων και της παραδοσιακής κατασταλτικής εβραϊκής κοινότητας. Γι’ αυτό και πάρα πολλοί θα απορρίψουν όχι μόνο την εβραϊκή θρησκεία αλλά και την ιδιαίτερη εβραϊκή τους ταυτότητα. Το αρχέτυπο του επαναστάτη, ο Κάρολος Μαρξ, όχι απλώς θα αρνηθεί κάθε σχέση με την εβραϊκή του προέλευση (ο πατέρας του είχε ήδη βαπτιστεί χριστιανός), αλλά θα γράψει και το Εβραϊκό Ζήτημα όπου θα προσπαθήσει «να υπερβεί» την ιουδαϊκή ταυτότητα, ως ταυτότητα που αντιστρατεύεται την καθολικότητα. Η υπέρβαση της εβραϊκής ιδιαιτερότητας μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο με την κατάργησή της.
Ο Βιτγκενστάιν –που κανείς δεν μπορεί να υποπτευθεί για επαναστατικές ιδέες–, εβδομήντα χρόνια μετά, θα θεωρεί ως στίγμα την ιουδαϊκότητα της καταγωγής του, «η οποία ευθύνεται για το ότι διαθέτει απλώς αναπαραγωγική σκέψη»: «Θα μπορούσε κανείς να πει (είτε είναι σωστό είτε όχι) πως το ιουδαϊκό πνεύμα δεν είναι σε θέση να παραγάγει το παραμικρότερο χορταράκι ή λουλουδάκι. Η δική του τέχνη είναι να σχεδιάζει το χορτάρι και το λουλούδι που φυτρώνει στο μυαλό των άλλων» ενώ ο ίδιος ως εβραϊκής καταγωγής «δεν είναι περισσότερο από ένας ταλαντούχος άνθρωπος» και «δεν κάνει(ω) άλλο από το να αναπαράγει(ω) σκέψεις»5. Η θέλησή του να απομακρυνθεί από την εβραϊκή ιδιαιτερότητα είναι τόσο έντονη –εξάλλου η οικογένειά του, όπως και του Μαρξ, είχε εγκαταλείψει την ιουδαϊκή θρησκεία– ώστε θα φθάσει να χαρακτηρίζει τους Εβραίους ως καρκινικό «όγκο» στο σώμα οποιουδήποτε ευρωπαϊκού έθνους, το οποίο δικαιολογημένα «δεν μπορεί να παραβλέψει εκείνα ακριβώς τα πράγματα που το συνέχουν σαν έθνος [ ] και να καλωσορίσει τον όγκο»6. Η απώθηση του Βιτγκενστάιν απέναντι στην ιουδαϊκή αποκλειστικότητα είναι τόσο ισχυρή ώστε ο βιογράφος του, Ρέυ Μονκ, θα σημειώσει ότι «χρησιμοποιεί τη γλώσσα –και τα συνθήματα– του ρατσιστικού αντισημιτισμού» και θυμίζει μάλλον το Mein Kampf  του Χίτλερ!7
Όσο για τη γενιά των Εβραίων επαναστατών διανοουμένων του πρώτου ημίσεως του 20ού αιώνα, ο Λούκατς ή ο Αντόρνο, θα εκκοσμικεύσουν δραστικά το μεσσιανικό δυναμικό του εβραϊσμού, απορρίπτοντας κάθε αναφορά στη θρησκεία, ενώ ο Μπλοχ και προπαντός ο Μπένγιαμιν θα επιχειρήσουν να εντάξουν το δυναμικό του προφητισμού σε μια ελευθεριακή επαναστατική αντίληψη και, χωρίς να είναι θρησκευόμενοι, να συνδυάσουν θρησκεία και πολιτική˙ και μόνον ορισμένοι, όπως ο Μπούμπερ ή ο Ροζεντσβάικ, θα επιχειρήσουν να συνδυάσουν κοινοτιστική ουτοπία και σιωνισμό.
Όσοι, τέλος, νοσταλγούσαν την αρχέγονη εβραϊκή κοινότητα, μέσα στο πνεύμα του περιρρέοντος εθνικισμού, και ως απάντηση στον πάντα παρόντα αντισημιτισμό, θα αρχίσουν να προσανατολίζονται προς τον σιωνισμό. Η λύση μπορεί να βρεθεί με την επιστροφή στα «πατρογονικά εδάφη» και τη μεταβολή του οιονεί εβραϊκού έθνους σε ένα «κανονικό» έθνος-κράτος…
Η περίπτωση του Μόζες Χες (Moses Hess – 1812-1875) ενέχει προδρομικό και συμβολικό χαρακτήρα ως προς τη μεγάλη μεταστροφή που ακολούθησε. Ο Χες χρημάτισε για ένα διάστημα ο μέντορας του νεαρού Μαρξ στην πορεία του από τον αριστερό εγελιανισμό στον κομμουνισμό και ένας από τους πρώτους που αυτοχαρακτηρίστηκε «κομμουνιστής»˙ στη συνέχεια θα εφεύρει τον «σιωνισμό» σε αντίθεση με τον Μαρξ, ο οποίος ακολούθησε την αντίστροφη πορεία και ανακάλυψε τη δική του Σιών στο προλεταριάτο, καταγγέλλοντας τον εβραϊκό παρτικουλαρισμό.
Ο Χες καταγόταν από θρησκευόμενη εβραϊκή οικογένεια, και το 1837 θα εκδώσει το πρώτο του βιβλίο, Η ιερή ιστορία της ανθρωπότητας από έναν νεαρό μαθητή του Σπινόζα, εμπνευσμένο από τον ρομαντισμό ενός Σλαιερμάχερ και ενός Σέλλινγκ. Στο νεανικό του δοκίμιο απορρίπτει τη θρησκεία και κηρύσσει την έλευση μιας εποχής αρμονίας ανάμεσα στο πνεύμα και την ύλη, πέραν της ατομικής ιδιοκτησίας, στην οποία θα πληρωθούν τόσο οι ρήσεις των Εβραίων προφητών όσο και η εγελιανή φιλοσοφία της ιστορίας. Αίφνης, όμως, με μια απρόσμενη «στροφή», το 1862 θα εκδόσει το πρώτο σύγχρονο σιωνιστικό βιβλίο, Ρώμη και Ιερουσαλήμ, Το τελευταίο εθνικό ζήτημα, όπου υποστηρίζει πως, παράλληλα με τον σοσιαλισμό, θα πρέπει να λυθεί και το εθνικό ζήτημα των Εβραίων με την ίδρυση του σιωνιστικού κράτους στην Παλαιστίνη.
Ο Χες συνέχισε να συμμετέχει στο σοσιαλιστικό κίνημα της εποχής, υπήρξε φίλος με τον Φερδινάνδο Λασάλ και μέλος της Α΄ Διεθνούς, ενώ παράλληλα, σε έναν πρωτότυπο και έως τότε ανέκδοτο συγκρητισμό, υπερασπίζεται τον ορθόδοξο ιουδαϊσμό και τον χασιδισμό, καθώς και την πιστή τήρηση όλων των θρησκευτικών παραδόσεων, αυτός ο άθεος και άθρησκος κομμουνιστής8. Στο βιβλίο του θα τονίσει πως το εβραϊκό έθνος συνιστά μια ιδιαιτερότητα και όποιος επιθυμεί να είναι συνεπής με την εθνική του ταυτότητα δεν μπορεί παρά να απορρίψει τους ενσωματωμένους στα ευρωπαϊκά έθνη εύπορους Εβραίους της Κεντρικής και Δυτικής Ευρώπης9. Η λογική του, μολονότι στηριζόταν στην προκρούστεια αντίληψη της «τελευταίας ανάλυσης», απεδείχθη, εκ του αποτελέσματος, μετά από έναν αιώνα, εξαιρετικά πραγματιστική. Παρ’ όλο που ο σιωνισμός και ο σοσιαλισμός υπήρξαν δίδυμα αδέλφια και είχαν κοινή αφετηρία, παρ’ όλο που η επιστροφή στην Παλαιστίνη θα προωθηθεί κατ’ εξοχήν από την εβραϊκή Αριστερά, εν τέλει ο εβραϊκός εθνικός παρτικουλαρισμός θα οδηγηθεί σε ρήξη με τον σοσιαλισμό, διότι εμπεριείχε μια ανυπέρβλητη αντίφαση: η δημιουργία ενός ιδιαίτερου εβραϊκού κράτους προϋπέθετε την εκδίωξη των εγχώριων κατοίκων της Παλαιστίνης, με όλες τις ιδεολογικές και πολιτικές συνέπειες ενός τέτοιου γεγονότος.
Οι δε «ενσωματωμένοι Εβραίοι», ο Χάινε, ο Μαρξ, ο Βιτγκενστάιν, αποτελούν την a contrario απόδειξη πως δεν διέθεταν άλλη επιλογή από την απόρριψη της εθνο-θρησκευτικής ταυτότητάς τους, εάν ήθελαν να επιλέξουν την καθολικότητα έναντι του παρτικουλαρισμού. Η ιδιαιτερότητα του «εβραϊκού ζητήματος» θα κάνει προβληματική την ταυτόχρονη αποδοχή της εβραϊκής εθνικής ταυτότητας και της καθολικότητας. Κάτι τέτοιο μπορούσε να ισχύει, υποστηρίζει ο Χες –και ο Μαρξ παρεμπιπτόντως–, για τους Γάλλους ή τους Γερμανούς αλλά όχι για τους Εβραίους. Οι Γάλλοι μπορούσαν το 1793 να υποστηρίζουν ταυτόχρονα την καθολικότητα των αξιών της Γαλλικής Επανάστασης και τη Σωτηρία της Πατρίδας, διότι διέθεταν ήδη μία πατρίδα, ενώ οι Εβραίοι, όταν οι δύο αυτές αρχές οδηγούνται σε αντιπαράθεση, είναι υποχρεωμένοι να επιλέξουν.
Εντελώς συμβολική στις αντιφάσεις της και την αμφισημία της είναι η περίπτωση του Γάλλου Εβραίου ελευθεριακού Μπερνάρ Λαζάρ (1865-1903) ο οποίος θα διατρέξει όλες τις δυνατές τοποθετήσεις πάνω στο εβραϊκό ζήτημα10. Αρχικώς, στην περίοδο 1890-1894, ο Λαζάρ θα καταγγέλλει την αποκλειστικότητα του ιουδαϊσμού, ο οποίος απέρριψε τον Ιουδαίο Ιησού που μετέβαλε σε οικουμενικό το εθνοκεντρικό μήνυμα του Ισραήλ11. Στη συνέχεια, ιδιαίτερα μετά την υπόθεση Ντρέιφους, θα επανακάμψει στον εβραϊσμό και θα προσεγγίσει τον σιωνισμό του Χέρτζλ˙ συμμετείχε μάλιστα και στο Β΄ Σιωνιστικό Συνέδριο του 1898. Εν τέλει, στα τελευταία χρόνια της ζωής του, απομακρύνεται πάλι από τους σιωνιστές και υποστηρίζει πως «το να οδηγηθεί ένας λαός σκλάβων στην Παλαιστίνη δεν συνιστά λύση του προβλήματος» Ο εβραϊκός λαός θα πρέπει να οργανωθεί μέσα στα ευρωπαϊκά εβραϊκά κέντρα και καταλήγει σε ένα κείμενό του με τον τίτλο «Ενάντια στον εθνικισμό του εδάφους»: «θέλετε να μας στείλετε στη Σιών; Δεν θέλουμε να πάμε εκεί [ ]. Μέσα στον ευρύ κόσμο βρίσκεται το πνεύμα και η δράση μας.» Ο «εβραϊκός εθνικισμός» συνίσταται στο να «συμμετέχει στο ανθρώπινο έργο παραμένοντας ο εαυτός του»12. Ο Λαζάρ θα πραγματοποιήσει έναν σχεδόν πλήρη κύκλο μέσα σε ελάχιστα χρόνια. Η ιδεολογική του περιπλάνηση και η κατάληξή του σε μια ενδιάμεση τοποθέτηση, μεταξύ του Μαρξ και του Χες, καταδεικνύει την εξαιρετική πολυπλοκότητα του εβραϊκού ζητήματος για τους ίδιους τους Εβραίους.
Η αριστερή πτέρυγα του σιωνισμού, –της οποίας ο Μόζες Χες υπήρξε ο προφήτης και ο πρόδρομος– που θα εγκαινιάσει και το κίνημα των κιμπούτς, ήδη από τις αρχές του 20ού αιώνα, θα συγκροτηθεί κατά μεγάλο ποσοστό από αριστερούς επαναστάτες που εγκατέλειψαν την οπτική της παγκόσμιας απελευθέρωσης και στρατεύτηκαν σε μια πιο συγκεκριμένη εθνική και κοινωνική αποκατάσταση, σε συμβίωση –σύμφωνα με την αρχική τους άποψη– με τον ιθαγενή αραβικό πληθυσμό13.
Εβραίοι φιλόσοφοι και στοχαστές του 20ού αιώνα, όπως ο Γκέρσομ Σόλεμ, ο Φρaντζ Ροζεντσβάικ και ο Μάρτιν Μπούμπερ14, θα επιχειρήσουν να συνδυάσουν την επιστροφή στο Ισραήλ και τον σιωνισμό με την ουτοπική σοσιαλιστική αντίληψη του μεσσιανισμού, ξαναπιάνοντας το νήμα των αντιλήψεων του Μόζες Χες. Ο Μάρτιν Μπούμπερ (1887-1965) ήταν ίσως η πλέον χαρακτηριστική περίπτωση. Θα ξεκινήσει ως κοινοτιστής και μέλος μιας νεο-ρομαντικής ομάδας στο Βερολίνο, χωρίς καμία ιδιαίτερη αναφορά στον εβραϊσμό, για να περάσει στον σιωνιστικό κοινοτισμό και να γίνει ο θεωρητικός των ισραηλινών κιμπούτς, αρνούμενος αρχικά την ίδρυση ενός ισραηλινού κράτους που θα οδηγούσε σε ρήξη με τους Παλαιστινίους. Ο Σόλεμ και ο Μπούμπερ θα εγκατασταθούν στην Παλαιστίνη ήδη πριν τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και θα επιχειρήσουν να προωθήσουν έναν «σιωνισμό με πανανθρώπινη απελευθερωτική διάσταση».
Αυτή η μετάβαση από τον επαναστατικό μεσσιανισμό προς τον σιωνιστικό μεσσιανισμό θα στηριχτεί σε μεγάλο βαθμό σε υπαρκτές παραδόσεις του εβραϊκού μεσσιανισμού και ιδιαίτερα στον μεγαλύτερο Εβραίο φιλόσοφο του Μεσαίωνα, τον αριστοτελικό Μαϊμονίδη (1138-1204).
Ο Μαϊμονίδης και οι μαθητές του θεωρούσαν την έλευση του Μεσσία ως την πολιτική απελευθέρωση των Εβραίων, χωρίς κανένα αποκαλυψιακό στοιχείο.[ ] Η μεσσιανική εποχή θα σημάνει το τέλος της υποταγής του Ισραήλ και την επικράτηση μιας καθολικής ειρήνης. Ο Μεσσίας θα ενδιαφερόταν όχι μόνο για την επιστροφή των εξορίστων στην Γη της Επαγγελίας αλλά και για την αρμονία ανάμεσα στα έθνη και την καθολική αποδοχή του Θεού ως του μοναδικού ηγεμόνα του σύμπαντος15.
Η άνοδος ενός άλλου φυλετικού μεσσιανισμού, πολύ πιο επικίνδυνου, του αντισημιτικού ναζισμού, και ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος θα έχουν καταλυτικές επιπτώσεις. Το Ολοκαύτωμα ξερίζωσε τους Εβραίους από την περιβόητη Γίντισλαντ, τον εβραϊκό «χώρο» που άρχιζε από την Εσθονία και τη Μόσχα και έφθανε έως τη Θεσσαλονίκη, νότια, και έως το Βερολίνο και τη Βιέννη, δυτικά, η οποία περιλάμβανε πάνω από δέκα εκατομμύρια ανθρώπους. Πλέον o σιωνισμός και η δημιουργία μιας κρατικής εθνικής εστίας –έστω και εάν η Παλαιστίνη κατοικούνταν ήδη από έναν άλλο λαό–, παράλληλα με τη μετανάστευση στην Αμερική, θα εμφανιστεί ως η μόνη διέξοδος16.
Δύο θα γίνουν πλέον τα κέντρα του εβραϊκού κόσμου, οι ΗΠΑ και το Ισραήλ: Οι ΗΠΑ είναι μια χώρα μεταναστών που πέρασε στην πλανητική ηγεμονία, με διακηρυγμένο το μεσσιανικό όραμα της δημιουργίας ενός νέου imperium, ανάλογου με εκείνο της Ρώμης, το δε Ισραήλ, αποτελεί ίσως την πιο αποκλειστική χώρα του κόσμου, όπου αρκεί η θρησκεία για την πρόσκτηση της υπηκοότητας και το έθνος-κράτος συγκροτείται μέσω της σταδιακής εκδίωξης και παραγκωνισμού των αυτοχθόνων. Πώς λοιπόν ο εβραϊκός –και αμερικανικός– οικουμενισμός θα συμβίωνε με την ισραηλινή αποκλειστικότητα; Για αρκετά χρόνια, η αντίφαση θα είναι πραγματική. Ιδιαίτερα στη Γαλλία αλλά και στις ΗΠΑ, αρκετοί φιλελεύθεροι και αριστεροί Εβραίοι διανοούμενοι, πιστοί στην παράδοση του οικουμενισμού, θα υποστηρίζουν τους Παλαιστινίους και τους Άραβες με χαρακτηριστικό το παράδειγμα της γαλλικής «γενιάς του ‘68», στην οποία οι Εβραίοι διανοούμενοι θα παίξουν καθοριστικό ρόλο.
Μετά το 1968, όμως, την τελευταία αναλαμπή, η πλειοψηφία θα εγκαταλείψει σταδιακώς κάθε επαναστατική πρόθεση και θα στραφεί προς το κράτος του Ισραήλ και την εξυπηρέτηση της παγκοσμιοποίησης. Ο εβραϊκός μεσσιανισμός όταν τεθεί στην «υπηρεσία της Δύσης» παύει να ευαγγελίζεται την «κοινωνία των δικαίων» και μεταβάλλεται σε ένα ακόμα όχημα της κυριαρχίας του νέου περιούσιου λαού, των Αμερικανών. Οι Εβραίοι της Αμερικής θα πραγματοποιήσουν τη σύνδεση ανάμεσα στην πλανητική ηγεμονία –τον παγκοσμιοποιητικό οικουμενισμό της «Αυτοκρατορίας»– και το κράτος του Ισραήλ, ως τον μεσανατολικό πραιτοριανό των συμφερόντων του «πολιτισμένου κόσμου» εν μέσω των «βαρβάρων». Από τη δεκαετία του 1980 και στο εξής, κάτι ανάλογο θα συμβεί και στην Ευρώπη. Η κοινωνική άνοδος των Εβραίων, η κρίση των σοσιαλιστικών ιδεολογιών και η εξάντληση των οραματικών στοιχείων του δυτικού πολιτισμού θα επιταχύνουν τη διαδικασία.
Κατά τον ίδιο τρόπο που ο μαρξιστικός διεθνισμός χρησιμοποιήθηκε από την ιδεολογία της παγκοσμιοποίησης έτσι και ο εβραϊκός «αποκλειστικός οικουμενισμός», θα μεταβληθεί σε ιδεολογικό όπλο στα χέρια της πλανητικής υπερδύναμης. Ο εβραϊκός επαναστατικός μεσσιανισμός θα υποκατασταθεί από το Ισραήλ, τον επί τέλους επελθόντα Μεσσία, ενώ η ρομφαία των πυρηνικών του όπλων θα παίρνει εκδίκηση για χιλιετίες διώξεων, από τους Αιγυπτίους και τους Ασσυρίους έως τον Χίτλερ. Μόνο που θα παίρνει αυτή την εκδίκηση στρεφόμενο κατά των θυμάτων της «νέας τάξης», στο πλευρό των θυτών τους. Το εβραϊκό έθνος έπαψε να είναι ο παρίας αυτού του κόσμου, έπαψε να είναι ο «περιπλανώμενος Ιουδαίος» και οι Εβραίοι αντικαταστάθηκαν από… τους Παλαιστίνιους, τα θύματά τους. Η τετριμμένη αλλά πραγματική «αποκατάσταση» του εβραϊκού έθνους σκότωσε τον επαναστατικό μεσσιανισμό του17.
Πολύ λίγοι, συγκριτικά με το παρελθόν, θα είναι οι Εβραίοι διανοούμενοι που θα αντιτάσσονται πλέον στη σιωνιστική κατοχή της Παλαιστίνης και την ταύτιση του Ισραήλ και του εβραϊκού λόμπι στις ΗΠΑ με την πιο επιθετική ιμπεριαλιστική πολιτική, ενώ θα αντιμετωπίζουν και αυτοί λυσσαλέες επιθέσεις για «μιμητικό» αντισημιτισμό! Ο Νόαμ Τσόμσκι και ο Νόρμαν Φίνκελνσταϊν στις ΗΠΑ, ο Ετιέν Μπαλιμπάρ και ο Ντανιέλ Μπενσαΐντ στη Γαλλία, ο Μισέλ Βαρσάφσκι και ο Ισραέλ Άνταμ Σαμίρ στο Ισραήλ, είναι κάποιοι από αυτούς που διασώζουν την τιμή των Εβραίων διανοουμένων και της εβραϊκής επαναστατικής παράδοσης, παράλληλα δε μας προφυλάσσουν από οποιονδήποτε πρωτόγονο αντιεβραϊσμό και από τη μετατροπή του αντισιωνισμού σε αντισημιτισμό18.

Εβραϊκός μεσσιανισμός και οικουμενισμός
Όπως υπογραμμίσαμε στις εισαγωγικές παρατηρήσεις αυτού του κεφαλαίου, το αδιέξοδο του ιουδαϊκού μεσσιανισμού αφορά τον δυτικό πολιτισμό στο σύνολό του, διότι έχει οδηγήσει στη διάρρηξη της ενότητας των ιδεολογικών θεμελίων του δυτικού κόσμου: ελληνικός λόγος και μεσότης ανθρώπου-φύσεως, ρωμαϊκή virtu και θεσμική μετάφραση του λόγου σε potestas και εβραϊκό αποκαλυψιακό πάθος για τα έσχατα, αποτέλεσαν, μέσα από τη συγκρητική αλληλοδιείσδυσή τους, τη θεμέλιο «τριάδα» του δυτικού πολιτισμού.
[Και μπορεί οι συνεισφορές άλλων παραδόσεων, όπως εκείνης των γερμανικών ή νορδικών φύλων, των Σλάβων κλπ. να είναι ουσιώδεις ως προς τη σύγχρονη ευρωπαϊκή ταυτότητα όπως υποστηρίζει ο Άσγκερ Γιορν19, αλλά κατά πολύ μεταγενέστερες από την εποχή της συγκρότησης του δυτικού αρχετύπου, το οποίο διαμορφώνεται, ως ιδεολογικό σύστημα στην όψιμη ρωμαϊκή εποχή. Η αντίληψη του Γιορν πως η «ιδρυτική τριάδα» συγκροτείται από τους Λατίνους, τους Ρωσοβυζαντινούς και τους Νορδικούς λαούς ανταποκρίνεται μάλλον στη σύγχρονη γεωπολιτισμική πραγματικότητα των ευρωπαϊκών λαών και παραδόσεων, μοιάζει αρκετά «γερμανο­κεντρική», υποτιμά τη σημασία της ιουδαϊκής –και της καθ’ αυτό ελληνικής– παράδοσης και μεταθέτει την αρχετυπική συγκρότηση της Δύσης αρκετούς αιώνες μετά.]
Για όσον καιρό αυτά τα τρία αρχετυπικά στοιχεία συνέθεταν μια «ενάρετη» ακολουθία και αλληλοτροφοδοτούνταν αμοιβαία, ο δυτικός πολιτισμός και το επιστέγασμά του, ο διαφωτισμός, συγκροτούσε ένα λίγο πολύ ακατάβλητο σύνολο, με μια καθολική και οικουμενική Weltanschauung, ικανή να ενσωματώνει το σύνολο του πλανήτη κάτω από ένα ενιαίο όραμα.
Ωστόσο ο 20ός αιώνας θα αποτελέσει το σημείο της καμπής. Ο μεσσιανισμός θα καταλήξει σε κοινωνικό και πολιτικό ολοκληρωτισμό, αρχικώς, και σε τεχνολογική (στρατιωτική ή πληροφορικο-γενετική) εσχατολογία σήμερα, ενώ η αλληλεπίδραση Λόγου και εφαρμογής, θέασης-επιστήμης (με την αρχαιοελληνική τους έννοια) και τεχνολογίας, θα καταλήξει σε υποταγή του Λόγου στην κατασκευαστική και εργαλειακή λογική. Η ενότητα των τριών παραδόσεων θα διαρραγεί και θα ανοίξει ο δρόμος για νέες –πλανητικών διαστάσεων– συγκρούσεις και μελλοντικές συνθέσεις. Η «ελληνική» πλευρά του ενάρετου τριγώνου θα συρρικνωθεί σε τέτοια έκταση ώστε το τρίγωνο τείνει να μεταβληθεί σε μία ευθεία. Ο ιουδαϊκός προφητισμός, που τροφοδότησε και άρδευσε μια ολόκληρη ιστορική εποχή με την προσδοκία του Μεσσία και της ανατροπής, ταυτιζόμενος με την potestas θα εκφυλιστεί σε τεχνολογική εσχατολογία. Ο άγγελος της απελευθέρωσης θα μεταβληθεί σε άγγελο του θανάτου, το πάθος της διαλεκτικής aufhebung, σε παθολογία της πραγμοποίησης.
Ωστόσο ο δυτικός πολιτισμός καθώς τείνει να μετατραπεί σε αποκλειστικώς ιουδαιορωμαϊκό (στην προτεσταντική χρησιμοθηρική εκδοχή του), «απελευθερώνει» την ελληνική διάσταση της ισορροπίας λόγου και φύσεως και της τραγικότητας της ανθρώπινης υπόστασης από την δέσμευσή της στο δυτικό υπόδειγμα. Η Δύση, μέσα από την εργαλειοποίηση και τεχνικοποίηση του μεσσιανισμού, αποβάλλει την ελληνική συνιστώσα η οποία μπορεί και πάλι να ενταχθεί σε νέες συνθέσεις –οπωσδήποτε μετανεωτερικές–, πέραν του μεσσιανισμού και της τεχνολογικής ύβρεως. [Τι άλλο είναι η οικολογική μέριμνα, αν όχι μια συνάντηση της ελληνικής ισορροπίας με την ανατολική παράδοση; Τι άλλο συνιστά η κριτική της ανάπτυξης και της διαρκούς προόδου αν όχι μια απόρριψη του ιουδαιορωμαϊκού προτύπου και την υιοθέτηση της αντίληψης των μη μεσσιανικών παραδόσεων της ανθρωπότητας;]
Η κρίση του εβραϊκού προφητισμού προσλαμβάνει ευρύτερες διαστάσεις, πρόκειται για το αναπόφευκτο, αναγκαίο και παραδειγματικό σύμπτωμα της έκπτωσης  του μεσσιανισμού στο σύνολό του. Τα αδιέξοδα της μεσσιανικής προσδοκίας υπερκαθόρισαν και την κρίση του εβραϊκού προφητισμού. Το γεγονός πως ο επαναστατικός μεσσιανισμός των μπολσεβίκων θα καταλήξει σε ένα ολοκληρωτικό κράτος –που θα εξοντώσει την επαναστατική προσδοκία– και ο φυλετικός μεσσιανισμός των Ναζί θα εξολοθρεύσει τους Εβραίους, θα οδηγήσει τους τελευταίους στην αγκαλιά του σιωνισμού και στην ταύτισή τους με έναν συμμετρικό ολοκληρωτισμό του περιούσιου λαού.
Η γενικευμένη απαξίωση του μεσσιανισμού αποτελεί κατ’ εξοχήν την αιτία και δευτερευόντως το αποτέλεσμα της κρίσης της εβραϊκής εκδοχής του. Δεδομένου όμως ότι ο μεσσιανισμός συχνά εμφανίστηκε υπό το εβραϊκό ένδυμά του και με εκφραστές εβραϊκής καταγωγής, οι τύχες τους μοιάζουν τόσο αξεδιάλυτα δεμένες και το σύμπτωμα συχνά εκλαμβάνεται ως αιτία.
Ένα ερώτημα όμως αιωρείται αναπάντητο: το επαναστατικό και ρομαντικό δυναμικό του ιουδαϊκού μεσσιανισμού –και όχι μόνον αυτού, διότι υπάρχει και ο χριστιανικός χιλιαστικός ή ο ισλαμικός εξισωτικός μεσσιανισμός– που εξέθρεψε ή τροφοδότησε εξεγέρσεις και όνειρα χιλιάδων χρόνων και εκατοντάδων εκατομμυρίων ανθρώπων, θα καταποντιστεί μαζί με την υπέρβαση της εποχής του μεσσιανισμού; Ή είναι δυνατόν να διασωθεί με κάποια επιτέλους σωτήρια διαλεκτική aufhebung;
Μήπως η συρρίκνωση της δυτικής παράδοσης σε ένα ιουδαιορωμαϊκό οιονεί δίπολο επιτρέψει, in fine, την απελευθέρωση του αιτήματος ασυνέχειας, ρήξης, απόρριψης της γραμμικότητας –που συνιστά η ρομαντική ουτοπική αντίληψη– από το μεσσιανικό του περιτύλιγμα; Μήπως, ενώ ο μεσσιανισμός εκφυλίζεται σε πολιτικό ή τεχνολογικό ολοκληρωτισμό, ο επαναστατικός ρομαντισμός του εβραϊσμού συναντήσει –δυνητικά– την ελληνική τραγικότητα; Διότι βέβαια το αίτημα δεν είναι κατά κυριολεξίαν η «επιστροφή» στον ελληνικό κόσμο, αλλά μία διαφορετική σύνθεση ανάμεσα στις συνιστώσες της δυτικής παράδοσης και σε εκείνες του λοιπού κόσμου. Έτσι θα μπορούσαμε να επανερμηνεύσουμε και την ίδια την ουτοπική παράδοση μέσα από ένα νέο μετα-μεσσιανικό παράδειγμα.
Ο Μπένγιαμιν, ο εμβριθέστερος ίσως από τους Εβραίους επαναστάτες ρομαντικούς του Μεσοπολέμου, θέλει να συνδυάσει τη μεσσιανική προοπτική της «οριστικής» ρήξης με τον κόσμο της εκμετάλλευσης και της κυριαρχίας με την πιο ριζική κριτική της «προόδου» και του εργαλειακού διαφωτισμού. Το 1917, σε μία επιστολή του στον Γκέρσομ Σόλεμ, θα γράψει πως «ο ρομαντισμός είναι το τελευταίο κίνημα το οποίο σώζει για μια ακόμα φορά την παράδοση μέσα στο παρόν»20, ενώ σε όλο του το έργο θα καταγγέλλει αδιάκοπα τις αυταπάτες της προόδου. Στο κύκνειο άσμα του, το Για την έννοια της ιστορίας –λίγο πριν την αυτοκτονία του το 1940–, θα στηλιτεύσει την τεχνοκρατική λογική της σοσιαλδημοκρατίας η οποία «εξετάζει μόνον τις προόδους της κυριαρχίας πάνω στη φύση και όχι της οπισθοδρομήσεις της κοινωνίας. Παρουσιάζει τα ίδια τεχνοκρατικά χαρακτηριστικά που θα συναντήσουμε αργότερα στον φασισμό»21. Ο Μπένγιαμιν προσχωρεί στον μεσσιανισμό –όπως και ο Μπλοχ– διότι απορρίπτει τη γραμμικότητα της «προόδου», την οποία υπερασπίζονται «οι οπαδοί της φιλοσοφίας του ατμού και των χημικών σπίρτων», για τους οποίους η πρόοδος «εμφανίζεται με τη μορφή μιας ατελείωτης σειράς»22. Ο μεσσιανισμός του ταυτίζεται με την επαναστατική ρήξη και «ασυνέχεια».
Μια τέτοια επιλογή [την οποία συμμερίστηκε εν πολλοίς και ο υποφαινόμενος στο παρελθόν] ίσως αποτελούσε μονόδρομο μέχρι την πλήρη έκπτωση της μεσσιανικής προσδοκίας σε ολοκληρωτικά συστήματα – σταλινισμός, Κόκκινοι Χμερ, ναζισμός, ορθόδοξος σιωνισμός ή βιο-τεχνολογικός εφιάλτης. Τωόντι, μέχρι και την «Πολιτιστική Επανάσταση» στην Κίνα, που μετέτρεψε στο αντίθετό του το πλέον απελευθερωτικό αίτημα στην ιστορία, την εξάλειψη της διαφοράς χειρωνακτικής-διανοη­τι­κής εργασίας, ακριβώς εξ αιτίας του εγκλωβισμού της σε έναν μονοδιάστατο μεσσιανισμό, η ριζική απελευθέρωση θα εμφανίζεται σχεδόν αποκλειστικά υπό το ένδυμα του μεσσιανισμού.
Όλες οι επαναστάσεις στο παρελθόν, από τη χριστιανική έως τη ρώσικη –ακόμα και η ελληνική του 1821– υπήρξαν στον ένα ή άλλο βαθμό «μεσσιανικές». Στον αντίποδα, η διαιώνιση της υπάρχουσας «τάξης» πραγμάτων θα εμφανίζεται ως κανονικότητα, ως απόρριψη των «μεγάλων αφηγήσεων», υπό το πρόσχημα της απόρριψης των συνεπειών του ολοκληρωτισμού. Έτσι ο καθείς ήταν υποχρεωμένος να επιλέξει, είτε την επανάσταση ως μεσσιανισμό είτε την αποδοχή της υπάρχουσας τάξης πραγμάτων ως «αντι-ολοκληρωτισμό» και «δημοκρατία». Το δίλημμα αίρεται όταν από τον μεσσιανισμό απομείνει μόνον ο ολοκληρωτισμός ενώ η «δημοκρατία», απογυμνωμένη από κάθε ουσιαστικό περιεχόμενο, τείνει να ταυτιστεί με τον ολοκληρωτικό αντίπαλό της, υπό τη μορφή της στρατοκρατικής παγκοσμιοποίησης και της τεχνολογικής ολοκληρωτικής εσχατολογίας. Η άρση του διλήμματος διασώζει το ανατρεπτικό, αισιόδοξο μήνυμα του μεσσιανισμού –πως ο κόσμος είναι δυνατόν να αλλάξει– μέσα σε μια διαφορετική ιδεολογική σύνθεση, με την υπέρβαση των όρων της παλαιάς αντιπαλότητας, σε μια τέλεια εγελιανή αντιστροφή, έστω και για μία φορά.
Ο εβραϊκός μεσσιανισμός θα συνεχίσει έτσι να αποτελεί σημείο αναφοράς και έμπνευσης, όπως και ο χριστιανικός-χιλιαστικός, ο κομμουνιστικός, ο αναρχικός του Μπακούνιν, ο ορθόδοξος στην εκδοχή του Ντοστογιέφσκι. Αλλά όχι πλέον ως πρόταγμα για το μέλλον σε ό,τι αφορά τη μορφή και τις μεθόδους, αλλά ως παρακαταθήκη. Και δεν θα λάβει τέλος το όνειρο της ανθρώπινης απελευθέρωσης επειδή δεν χρειαζόμαστε πλέον κάποιον Μεσσία, υπεριστορικό ή –ακόμα χειρότερα– ιστορικό. Ίσως, αντίθετα, έλθει πιο κοντά στην καθημερινότητά μας.
Ο εβραϊκός μεσσιανισμός επιβιώνει σήμερα μόνον ως σιωνισμός. Η «κακή» του πλευρά, ο παρτικουλαρισμός, η αποκλειστικότητα, κυριάρχησε πάνω στην απελευθερωτική. Είναι καιρός αυτή η τελευταία να αποτινάξει το κέλυφος του Μεσσιανισμού και να κρατήσει από τους Εβραίους προφήτες και μεσσίες, μεγάλους και μικρούς, από τον Ησαΐα, τον Χριστό και τον Μαρξ, μέχρι τους επαναστάτες απογόνους τους, του 20ού αιώνα, το μήνυμα, το ριζικό αίτημα της απελευθέρωσης. Ίσως ο Φραντς Κάφκα, όπως αρμόζει σ’ έναν μεγάλο και προφητικό συγγραφέα –καθόλου τυχαία Εβραίο–, θα προβλέψει αυτή την εξέλιξη, και θα σημειώσει σε ένα κείμενό του της 4ης Δεκεμβρίου 1917: «Ο Μεσσίας δεν θα έρθει παρά όταν δεν θα είναι πια αναγκαίος, δεν θα έρθει παρά μία μέρα μετά τον ερχομό του, δεν θα έρθει την τελευταία αλλά την εντελώς τελευταία ημέρα»23.
Σημειώσεις:
1. Michael Löwy, Λύτρωση και Ουτοπία, Ψυχογιός, Αθήνα 2002.
2. Όσο για τον αντισημιτισμό, αυτός αφορούσε κυρίως τα λαϊκά στρώματα, ειδικά στην Κεντρική Ευρώπη και την Οθωμανική Αυτοκρατορία, διότι οι Εβραίοι τοκογλύφοι και ενοικιαστές φόρων, εκτός από τη λαϊκή εχθρότητα, αντιμετώπιζαν και τη συστηματική αντίθεση της εκκλησίας, ενώ οι φτωχοί Εβραίοι των γκέτο, παράλληλα με την καταπίεση των ραβίνων, υφίσταντο και τις συνέπειες αυτού του λαϊκού αντισημιτισμού και μεταβάλλονταν στα πρώτα θύματα των πογκρόμ. Μόνο μετά την κατάργηση των γκέτο εμφανίζεται και ένας νέος τύπος αντισημιτισμού των δυτικών αρχουσών τάξεων, ο οποίος εκφράζεται με το σύγχρονο αντισημιτικό πνεύμα που εγκαινιάζεται με τον Τσάμπερλαιν και συνδέεται με την εθνική και ιμπεριαλιστική φάση ανάπτυξης του καπιταλισμού, για τον οποίο ο εβραϊκός κοσμοπολιτισμός αποτελούσε πισώπλατo χτύπημα ή ακόμα και «προδοσία», ιδιαίτερα στη σχετικά καθυστερημένη από την άποψη της καπιταλιστικής ανάπτυξης και αποικιακής επέκτασης Μεσευρώπη. Αλλά και στη Γαλλία εμφανίστηκαν παρόμοιες αντιδράσεις, αν αναλογιστούμε την υπόθεση Ντρέιφους και τον αντισημιτισμό ενός Εντουάρ Ντρυμόν και ενός Σαρλ Μωράς.
Ακόμα και στις ΗΠΑ θα αναπτύσσεται ένας έρπων ή ακόμα και ανοικτός αντισημιτισμός, μέχρι τουλάχιστον τη δεκαετία του ‘60. Για τον γερουσιαστή Μακάρθυ εξ άλλου οι κομμουνιστές ήταν και Εβραίοι. (πράγμα που συχνά ήταν αλήθεια). [Βλέπε Bernard Lazare, L’ antisémitisme, son histoire et ses causes, (1894) (www. bernard-lazare.com) και Aux Editions de la Différence, Παρίσι 1984˙ Israel Sahak, Jewish History, Jewish Religion, The Weight of Three Thousand Years, Pluto Press, Λονδίνο].
3. Στο 2ο Συνέδριο του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος της Ρωσίας, το 1903, σχεδόν οι μισοί αντιπρόσωποι ήταν εβραϊκής καταγωγής χωρίς να συνυπολογίσουμε  και το εβραϊκό κόμμα Μπουντ. Το 1906, από τα μέλη του κόμματος, 31.000 ήταν Ρώσοι, 26.000 Πολωνοί, 11.000 Λετονοί (και ανάμεσα σε αυτούς σχεδόν το ήμισυ εβραϊκής καταγωγής), ενώ στην Μπουντ, ως εβραϊκή οργάνωση συνδεδεμένη με το κόμμα, συμμετείχαν 30.000 μέλη. Βλέπε Amos Elon, The Israelis, Founders and Sons, Holt, Rinehart & Winston, Νέα Υόρκη, 1971, σ. 59, Thomas Masaryk, The Spirit of Russia, τ. Ι, σ. 123 και προπαντός L. Dennen, The Jew in the Russian Revolution, Menorah Journal, Νέα Υόρκη 1932.
4. Dictionnaire encyclopédique du Judaïsme, Bouqins, Cerf/Robert Laffont, σσ. 660-664.
5. L. Wittgenstein, Πολιτισμός και Αξίες, Καρδαμίτσας, Αθήνα 2000, σσ. 40-41.
6. Ό.π., σ. 43
7. Ray Monk, Λούντβιχ Βιτγκενστάιν, Το χρέος της μεγαλοφυΐας, Scripta, Αθήνα 2002, σσ. 318-319.
8. Βλέπε Isaiah Berlin, “Τhe life and opinions of Moses Hess”, στο Against the Current, Essays in the History of Ideas, Oxford University Press, Λονδίνο 1981, σσ. 213-251.
9. Εγκαινίασε έτσι, πρώιμα και σε μια διαφορετική συγκυρία, την προβληματική της καταγγελίας από τους σύγχρονους υποστηρικτές του σιωνισμού των «Εβραίων που μισούν τον εβραϊσμό τους». Σε αυτά τα πλαίσια θα διωχθεί σήμερα δικαστικά στη Γαλλία και ο γαλλοεβραίος συγγραφέας Εντγκάρ Μορέν για «αντισημιτισμό», ενώ ο Μπερνάρ Ανρί Λεβύ θα κατηγορήσει την Εβραία διανοούμενη Χάνα Άρεντ για «μίσος προς τον εαυτό της». [Βλ B.H. Levy, Les aventures de la Liberté, Grasset, Παρίσι 1991.]
10. Και θα αποτελεί μέχρι σήμερα πηγή έμπνευσης τόσο για τους… σιωνιστές (στη Γαλλία υπάρχει και σιωνιστικών κατευθύνσεων «Κύκλος Μπερνάρ Λαζάρ») όσο και για τους σύγχρονους …αντισημίτες που θα δημοσιεύουν ορισμένα από τα κείμενά του στις ιστοσελίδες τους. Βλέπε Philippe Oriol, Bernard Lazare, Παρίσι, Stock, 2003 καθώς και Μ. Löwy, ό.π., Λύτρωση κλπ., κεφ. 9, σσ. 268-298.
11. Βλ. Bernard Lazare, L’ antisémitisme, son histoire et ses causes, (1894) (www. bernard-lazare.com), σ. 58.
12. Μ. Löwy, ό.π., Λύτρωση κλπ., κεφ. 9, σσ. 292-293.
13. Έντονη υπήρξε η αντίθεση του Λένιν –αλλά και των Εβραίων αντισιωνιστών, όπως ο Τρότσκι και η Λούξεμπουργκ– με την αντίληψη μιας χωριστικής και χωριστής οργάνωσης των Εβραίων εργατών στα πλαίσια του ρωσικού εργατικού κινήματος την οποία διεκδικούσε η οργάνωση των Εβραίων της Ρωσίας, η «Μπουντ». Στη συνέχεια, μεγάλο μέρος των στελεχών της πέρασε στο αριστερό σιωνιστικό κίνημα και μετανάστευσαν στην Παλαιστίνη. Dictionnaire encyclopédique du Judaïsme, Bou­qins, Cerf/Robert Laffont, Παρίσι 1966, σσ. 1195-98.
14. Βλέπε τα βιβλία του Gershom Scholem, Le messianisme juif, Essais sur la spiritualité du judaïsme, Calman-Levy, Παρίσι 1974, καθώς και το, Walter Benja­min, Histoire d’ une amitié, Calman-Levy, Παρίσι 1981,του Franz Rosenzweig, L’ étoile de la Rédemption, Παρίσι 1982 και του Μάρτιν Μπούμπερ, Μονοπάτια στην Ουτοπία, Νησίδες, Σκόπελος 2000.
15. Dictionnaire encyclopédique du Judaïsme, Bouqins, Cerf/Robert Laffont, σ. 662.
16. Μέχρι το 1989, ένα σημαντικό μέρος τους θα παραμείνει στη Σοβιετική Ένωση, ενώ στη Δυτική Ευρώπη η μόνη σημαντική κοινότητα, περίπου 1% του συνολικού πληθυσμού της χώρας, θα συνεχίσει να ζει στη Γαλλία.
17. Χαρακτηριστική είναι και η εσωτερική μετεξέλιξη του σιωνιστικού κινήματος τα τελευταία είκοσι χρόνια στο ίδιο το Ισραήλ: το επίκεντρο του σιωνισμού δεν είναι πλέον τα αριστερά κόμματα (το Εργατικό Κόμμα θα χάσει για πρώτη φορά τις εκλογές το 1977) αλλά τα θρησκευτικά. Οι έποικοι στα κατεχόμενα δεν θα είναι μέλη των αριστερών οργανώσεων που δημιούργησαν τα κοινόβια των κιμπούτς, αλλά, στη συντριπτική τους πλειοψηφία, οι θρησκευτικοί φονταμενταλιστές, του Γκους Εμουνίμ, και του ορθόδοξου εβραϊσμού που αρνούνται κάθε οικουμενικότητα και υποστηρίζουν την εβραϊκή πρωτοκαθεδρία του «Βασιλείου του Δαυίδ».
18. Βλέπε στο Γ. Καραμπελιάς (επιμ.), Εβραίοι εναντίον του σιωνισμού, Εναλλακτικές Εκδόσεις, Αθήνα 2003, με κείμενα των Τσόμσκι, Φινκελστάιν, Σαχάκ, Σαμίρ κ.ά. Eνδιαφέρον παρουσιάζει και το βιβλίο των εβραϊκής καταγωγής διανοουμένων, E. Balibar, R. Brauman, J. Butler, S. Cypel, E. Hazan, D. Lindenberg, M. Saint-Ypéry, D. Sieffert, M. Warschafski, Antisémitisme: l’ intolérable chantage, La Décou­verte, Παρίσι 2003, το οποίο αναφέρεται ακριβώς στον γενικευμένο εκβιασμό που ασκείται από τους σιωνιστικούς κύκλους, στρέφεται και ενάντια στους Εβραίους, και συνίσταται στο να παρουσιάζεται ως αντισημιτισμός κάθε κριτική στο Ισραήλ.
19. Βλέπε Άσγκερ Γιορν, Αγριότητα, Βαρβαρότητα και Πολιτισμός, εκδ. Αλήστου Μνήμης, Αθήνα 2003.
20. W. Benjamin, Correspondance, Aubin, Παρίσι 1979, τόμ. Ι. 1910-1928, σ. 138.
21. W. Benjamin, «Sur le concept de l’ histoire» στο Oeuvres III, Gallimard, folio, Παρίσι 2000, σ. 436.
22. Ανφρ. από τον Michael Löwy, ό.π., Λυτρ. κ.λπ. σ.175.
23. Βλέπε M. Löwy, ό. π., σ.126.
Μοιραστείτε:

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ιωάννης Τζανάκος - Ιστολόγια

Δρεπάνι

Δρεπάνι
Δρεπάνι..

Αρχειοθήκη ιστολογίου

Kurdistan

Nichts

Nichts

Πολιτική και Γεωπολιτική..

Στα όρια..

Ουρανός

Ουρανός

Ερμηνείες της ιστορίας..

Επιστημονικά και επιστημονικοφανή..