Αυτοκαθορισμός

Αυτοκαθορισμός

Πέμπτη, 15 Δεκεμβρίου 2016

Η Μετωνυμία και ο Κόσμος../ Ξεριζώματα (3)


Η μετωνυμική λειτουργία της γλώσσας σημαίνει μιαν (αρχικά) μη ορατή (αρχικά) μη εμφανή ένωση μεταξύ εγγύτατων ομοίων σημείων (ως προς ένα όμοιο αναφερόμενο βέβαια) με αντικατάσταση του άμεσα αναφορικού και κυριολεκτικού γλωσσικού σημείου από ένα οριακά ταυτόν ή εγγύτατο με αυτό (το κυριολεκτικό σημείο), χωρίς όμως να υπάρχει κινητοποίηση της ενεργητικής ενσυνείδητης φαντασίας ή μάλλον χωρίς η φαντασία να λειτουργεί ως ενεργός ενσυνείδητος διαμεσολαβητής ένωσης μεταξύ απομακρυσμένων σημείων (αν και όμοιων και αυτών) όπως συμβαίνει στην μεταφορική λειτουργία της γλώσσας.
Η αντικατάσταση λ.χ της λέξης Πέρσης από την λέξη (σημείο) Περσία κ.λπ, είναι μετωνυμία, ενώ η χρήση του μεταφορικού συνδέσμου "ως" ή "σαν" δεικνύει μια μεγαλύτερη απόσταση αντικαθιστώντος ομοιώματος ή ομοιωματικού σημείου και αντικαθιστάμενου κυριολεκτικού σημείου (ή σχετικά κυριολεκτικού σημείου, για να είμαστε ακριβείς, αφού δεν υπάρχει απόλυτη κυριολεξία).
Η μετωνυμία έχει κυρίως αυτές τις (δημιουργικά) αλλοιωτικές ειδικές λειτουργίες:

Θέτει Το περιέχον αντί του περιεχομένου: 
Έφαγε δύο πιάτα σούπα.
Θέτει την αφηρημένη έννοια αντί της συγκεκριμένης: 
Η Άγκυρα σχεδιάζει πάντα γενοκτονίες (Η Άγκυρα = Η τουρκική κυβέρνηση, το τουρκικό κράτος).
Θέτει το δημιουργικό υποκείμενο αντί της δημιουργίας: Διαβάζω όλη μέρα Χέγκελ.


Υπάρχει ωστόσο και μια βαθύτερη λειτουργία της μετωνυμίας, η οποία αφορά την κατά τα γραμματολογικά φαινόμενα αντικατάσταση του Όλου από το Μέρος, την οποία θα εξετάσουμε ξεχωριστά. 
   
Η μετωνυμία λοιπόν, δια της εγγύτητας που σημαίνει και διαλειτουργεί ως ενεργητική γλωσσική σχέση που σχετίζει τις σημειακές εγγύτητες αλλά εις βάρος της κυριολεξίας του κύριου σημείου, αλλά ούτως διαλειτουργεί και ως ένας κρυμμένος συντελεστής μιας μη μεταφορικής γλωσσικής λειτουργίας ένωσης μεταξύ σημειακών οντοτήτων κατά έναν τρόπο που να αποτελούν ένα συνεκτικό σύνολο χωρίς σαφή διάκριση αιτίας και αποτελέσματος, με την έννοια όμως εκείνη που δεν σημαίνει κυριάρχηση από μιαν συγχυτική ή παραληρηματική ή παράδοξη "ποιητική" σημειακή ένωση που διανύει μεγαλύτερη απόσταση από αυτήν που επιτρέπουν εμφανώς τα ίδια τα σημαινόμενα ή αναφερόμενα αντικείμενα ή όντα της γλώσσας-σκέψης, όπως δηλαδή συμβαίνει κυρίως δια της (τυπικής) μεταφοράς.




ΤΟ ΜΕΡΟΣ ΑΝΤΙ ΤΟΥ ΟΛΟΥ; Ή ΕΝΑ ΌΛΟΝ ΑΝΤΙ ΕΝΟΣ ΆΛΛΟΥ;

Η βαθμιαία κοινωνικογλωσσική ή η αυτοματική ονειρική ένωση (σημειακού) Μέρους και (σημειακού) Όλου υπό την σημειακή (αντικατασταίνουσα) ηγεμονία τού Μέρους μας δημιουργεί την εύλογη ερώτηση κατά πόσον είναι στην λειτουργική ουσία της το θεμελιώδες στοιχείο της μετωνυμίας, προκαλώντας δια της απάντησής μας (ή μάλλον δια των ροπών ή ενορμήσεών μας για την μία ή την άλλη απάντηση) διαφορετικές αφηγήσεις όχι μόνον για την μετωνυμία αλλά και για τον ίδιο τον ανθρώπινο πολιτισμό ή την ανθρώπινη κατάσταση.


Ας δούμε πως εξετάζει την μετωνυμία γενικά ο Γ.Βελούδης, και ας επικεντρώσουμε στο τέλος όπου θέτει το ζήτημα της κεντρικότητας της (μετωνυμικής) λειτουργίας της αντικατάστασης του Όλου από το Μέρος:



μετωνυμία [metonymy]

Ο όρος συνοψίζει την παλιότερη περιγραφή, αλλά και αντίληψη, του φαινομένου: μια γλωσσική έκφραση που παραπέμπει τυπικά, κυριολεκτικά, σε μια οντότητα Α μπορούμε να τη χρησιμοποιήσουμε προκειμένου να παραπέμψουμε, μη κυριολεκτικά αυτή τη φορά, σε μια άλλη οντότητα Β· πρβ. ήπιε δύο ολόκληρα μπουκάλια μόνος του! (: η έκφραση δύο μπουκάλια αντί για το κρασί, ή γενικότερα το ποτό -περίπου 1500 γραμμάρια-, που τους αναλογεί). Τί είναι αυτό που επιτρέπει, αν δεν εμπνέει, μια τέτοια γλωσσική «αταξία»; Η στενότητα της σχέσης ανάμεσα σε δύο οντότητες του κόσμου, είναι η απάντηση. Μια σύντομη ματιά στο παράδειγμά μας θα αρκούσε, για να την επαληθεύσουμε: τα ποτά είναι, κατά κανόνα, διαθέσιμα σε μπουκάλια· «υπάρχουν» σε αυτή τη συσκευασία· δύσκολα μπορούμε να τα φανταστούμε «μόνα» τους. Και για να γενικεύσουμε τη συζήτηση, κάθε απόπειρα να διευρύνουμε τον έλεγχό μας, θα αναδείκνυε απλώς διαφορετικές εκδοχές αυτής της στενής σχέσης -γειτνίαση είναι ο ειδικότερος γλωσσολογικός όρος· πρβ. τα παραδείγματα ακριβότερο φέτος το καλάθι της νοικοκυράς (= τα καθημερινά ψώνια), τα ταξί τραβούν χειρόφρενο αύριο (= οι οδηγοί των ταξί), η Αθήνα είναι σε απόλυτη σύμπνοια με τη Λευκωσία (= η ελληνική κυβέρνηση και η κυπριακή κυβέρνηση), το ΥΠΕΠΘ επιμένει στην ανάγκη των αλλαγών στην παιδεία (= η αρμόδια υπουργός και το επιτελείο της), έχεις διαβάσει καθόλου Κούντερα; (= έργα του Κούντερα), αυτή η διαδρομή είναι πιο χρονοβόρα (= έχει πολλές στροφές), το κάπνισμα βλάπτει σοβαρά την υγεία (= οι συνέπειες του καπνίσματος) κλπ. Σε όλες τις περιπτώσεις, ο λόγος αφορά όχι την οντότητα που είναι γλωσσικά παρούσα αλλά μια άλλη, την οποία «αυτονόητα» ανακαλεί η πρώτη, χάρη στη μεταξύ τους σχέση περιέχοντος-περιεχομένου (: καλάθι-ψώνια), ελέγχοντος-ελεγχομένου (: ταξί-ταξιτζής), έδρας-θεσμού (: Αθήνα/ Λευκωσία-ελληνική/ κυπριακή κυβέρνηση), θεσμού-προσώπου που τον ενσαρκώνει (: Υπουργείο-υπουργός), παραγόμενου-παραγωγού (: συγγραφικό έργο-συγγραφέας), αποτελέσματος-αιτίας (: δαπάνη χρόνου-πολλές στροφές), αιτίας-αποτελέσματος (: κάπνισμα-επιπτώσεις) κλπ. στα παραδείγματά μας.
Πού όμως εδράζεται αυτή η στενή σχέση; Τί είναι αυτό που την εγγυάται, ενθαρρύνοντας την «αταξία» που σημειώσαμε; Η εμπειρία του κόσμου, είναι η απάντηση· ό,τι αποκομίζουμε από την καθημερινή μας επαφή με πρόσωπα και πράγματα. Για να περιοριστούμε στο τελευταίο μας παράδειγμα, ξέρουμε από τις στατιστικές που ακούμε ή διαβάζουμε συχνά, από τις ειδικότερες αναλύσεις που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο φτάνουν στ' αφτιά μας, από τη διάγνωση των γιατρών για την αιτία θανάτου ενός συγγενούς, φίλου ή γνωστού μας, από αποφάσεις δικαστηρίων για αποζημιώσεις για σοβαρή βλάβη της υγείας, από τον αποκλεισμό των καπνιστών από συγκεκριμένους χώρους κλπ., ότι το «κάπνισμα των τσιγάρων», ενεργητικό ή παθητικό, είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με μια σειρά σοβαρές «επιπτώσεις στον οργανισμό μας»· το δεδομένο αυτής της γνώσης είναι που μας επιτρέπει από το πρώτο, το κάπνισμα (: αιτία), να περνούμε στο δεύτερο, τις επιπτώσεις (: αποτέλεσμα), κάτω από την ίδια γλωσσική στέγη, την έκφραση κάπνισμα.
Το ερώτημα και η απάντηση της προηγούμενης παραγράφου -τα οφείλουμε στη γνωσιακή γλωσσολογία - έχουν προωθήσει σημαντικά τη γνώση μας για την ιδιαίτερη φύση του φαινομένου. Τη μετωνυμία λογαριάζουμε πια σαν μια «γνωσιακή» διαδικασία: μέσω μιας εννοιακής οντότητας, του 'οχήματος', πρβ. την ΑΙΤΙΑ[1] στο τελευταίο μας παράδειγμα, παρέχει πρόσβαση σε μια άλλη εννοιακή οντότητα, τον 'στόχο', πρβ. το ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ στο ίδιο παράδειγμα, που «πάει μαζί της» - ανήκει στο ίδιο πεδίο, για να χρησιμοποιήσω τον ειδικότερο όρο: κατά την ανθρώπινη εμπειρία, κάπνισμα και συνέπειες για την υγεία σχηματίζουν ένα συνεκτικό σύνολο στον κόσμο μας, καθώς συνεμφανίζονται επανειλημμένα εκεί.
Η εικόνα του φαινομένου θα συμπληρωθεί λίγο περισσότερο, ωστόσο, αν προσθέσουμε τρεις αλληλένδετες ψηφίδες. Πρώτον, τη θέση του 'οχήματος' μπορεί να καταλαμβάνει μια ιδιότητα απλώς· πρβ. τη χρήση φέρε μας δυο πράσινες ακόμη (= δυο μπύρες Heineken), όσο ακόμη το χαρακτηριστικό πράσινο χρώμα το διέθεταν μόνο τα μπουκάλια της εν λόγω εταιρείας. Δεύτερον, η μετωνυμία επιτρέπει στη γλώσσα να ανανεώνει τα μέσα της· πρβ. την εξέλιξη από το παλιότερο επίθετο της έκφρασης νεαρόν ύδωρ (= φρέσκο νερό) στο γνωστό μας σημερινό ουδέτερο νερό. Το ενδιαφέρον εδώ βρίσκεται στο γεγονός ότι η στενότητα της σχέσης αυτή τη φορά έχει για πεδίο της την ίδια τη γλωσσική εμπειρία: το επαναλαμβανόμενο καθημερινά σχετικό άκουσμα άρχισε κάποια στιγμή να εγγυάται τη συνέχεια, ύδωρ, έστω και αν γλωσσικά παρόν ήταν μόνο το πρώτο στοιχείο της ακολουθίας, νεαρόν. Τρίτον, η ανανέωση που μόλις σημειώσαμε μπορεί να μην έχει τη δραστικότερη μορφή της γλωσσικής αλλαγής (επίθ. νεαρόν > ουσ. νερό) αλλά να σημαίνει απλώς την ανάπτυξη μιας σειράς εκφράσεων με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Πρβ. τις εμφατικές εκφορές κανείς, πουθενά, ποτέ, καθόλου, το παραμικρό, ψυχή (ζώσα) κλπ., που φέρουν το άρωμα της άρνησης , ακριβώς γιατί δεν απαντούν ποτέ σε καταφατικά συμφραζόμενα : για να περιοριστούμε στο τελευταίο μας παράδειγμα, η στενότητα της σχέσης του με το αρνητικό δεν, πρβ. ψυχή (ζώσα) δεν φάνηκε! (ποτέ: *ψυχή (ζώσα) φάνηκε!}, εγγυάται την παρουσία της άρνησης, και όταν αυτή απουσιάζει. Πρβ. τον μικρό διάλογο:
- Φάνηκαν οι πελάτες;
- Ψυχή (ζώσα)!
Τα τελευταία μας παραδείγματα έχουν το επιπλέον προσόν να αναδεικνύουν τη χαρακτηριστικότερη ίσως εκδοχή της μετωνυμίας, ΤΟ ΜΕΡΟΣ ΑΝΤΙ ΤΟΥ ΟΛΟΥ, και στο πεδίο της γλωσσικής εμπειρίας (το ΜΕΡΟΣ ψυχή (ζώσα), π.χ., είναι σε θέση να μας παραπέμπει στο ΟΛΟ ψυχή (ζώσα) δεν φάνηκε, ακριβώς όπως το ΜΕΡΟΣ νεαρόν άρχισε κάποια στιγμή παλιότερα να παραπέμπει στο ΟΛΟ νεαρόν ύδωρ, κ.ο.κ.). Αυτή η τελευταία παρατήρηση έχει ιδιαίτερη αξία, γιατί στοχεύει, καθώς φαίνεται, στη βαθύτερη φύση του διαγλωσσικού αυτού φαινομένου: να μετατρέπει τις γλωσσικές εκφράσεις σε (λιγότερο ή περισσότερο εννοιακούς) «δείκτες» που μας εκτρέπουν προς κάτι άλλο, είτε αυτό ανήκει στον κόσμο είτε αυτό ανήκει στη γλώσσα.

Γ. Βελούδης


1 Τα κεφαλαία προορίζονται να υπογραμμίσουν ακριβώς τον εννοιακό χαρακτήρα.
  • Βελούδης, Γ. 2005β. Η σημασία πριν, κατά και μετά τη γλώσσα. Αθήνα: Κριτική.
μετωνυμία [metonymy] - Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα



Ένα βασικό στοιχείο της μετωνυμικής λειτουργίας είναι λοιπόν η αντικειμενική της δύναμη ως απορρέουσα από την διαρκή επιβεβαίωσή της από την εμπειρική βίωση, την πείρα και την επανάληψη, και αυτό κατά κάποιο τρόπο στηρίζεται σε ένα θετικο-αρνησιακό σύστημα αντικατάστασης της (σημασιακής) ολότητας "από αυτό" που μάλλον κακώς ονομάζουμε (σημασιακό) μέρος.
Γιατί λέγω όμως πως κακώς ονομάζουμε, ειδικά αναφερόμενοι και στην μετωνυμική λειτουργία, το αντικαθιστών στοιχείο ως "μέρος";
Διότι θεωρώ πως το ενεργητικό (αυτό) στοιχείο αυτής της αντικατάστασης δύναται κατά την ειδική διαλεκτική περίσταση κάποιων γενικότερων σημασιακών και οντο-κοινωνικών  λειτουργιών να είναι μια οντολογικά ισοδύναμη και ισόκυρη ολότητα σημασίας και κόσμου εν συγκρίσει με αυτήν που αντικαθιστά (η οποία έχει "ακόμα" τον "θρόνο" της ολότητας), η οποία είναι δυνάμενη να παρουσιάσει τον "εαυτό" της ως ισοδύναμο και ισόκυρο (εις τον κόσμο των ολοτήτων) μόνον δια μιας μετωνυμικής λειτουργίας.



Επειδή είμαι σίγουρος πως οι περισσότεροι (νεο-)φροϋδιστές κάνουν χαρούλες με την αναγνώριση της μετωνυμίας ως ενός δυνητικά (νεο-)διαφωτισμένου στοιχείου, από μέρους ενός ορκισμένου εχθρού τους, σπεύδω βέβαια να τους τονίσω πως αυτή η αναγνώριση που επιτελούμε εδώ σημαίνει ακριβώς το αντίθετο αν το προσέξουν καλύτερα από αυτό που τους κινητοποιεί ερμηνευτικά, εφόσον τίθεται έμπροσθέν μας το ενδεχόμενο αυτή ακριβώς η λειτουργία αν και δυνάμενη να διαφωτίζεται από τον Λόγο ή μετα-Λόγο (τους) να είναι ταυτόχρονα (αν και όχι πάντοτε βέβαια) το διαφωτίζον στοιχείο εκείνο που υπερβαίνει τον αναλυτικό ή ερμηνευτικό Λόγο ως Λόγο ή ως Λόγο ενός α-συνειδήτου, εφόσον τελικά η ομοιοτροπία, η ομοτροπία, η ομοιότητα, η συγγένεια των εγγυτέρων όντων, ούτως ειπείν η οικειότητα και ο Οίκος εν γένει, δεν παρουσιάζονται δια της μετωνυμίας ως αεί και πάντα κατασκευές ή οντικο-νοηματικές συγκολλήσεις (δια) υποκειμένων, κεντρικοποιημένων αλλά (ούτε) και έκκεντρων, αλλά ως δυνατότητες των ίδιων των μετωνυμικά ενωμένων ομοίων όντων να έχουν ήδη, δηλαδή πριν την εμφανή στην διαφωτισμένη σκέψη μετωνυμική δυνατότητα,  μίαν δική τους οντική ενότητα και ουσιώδη συγγένεια.
Αυτή η δε η πιθανή συγγένεια, όταν υπάρχει όντως, δεν είναι εντοπισμένη εντός του υποκειμένου ή του α-συνειδήτου, αλλά στον ίδιο τον κόσμο, τα όντα, την συγγενική και οικειωτική ενότητά τους.
Γιατί, πρώτα από όλα, ονειρευόμαστε τον κόσμο, και αυτό συμβαίνει γιατί ο κόσμος ονειρεύεται ως κόσμος, υπάρχει ως κόσμος, ενώνεται ως κόσμος, προσεγγίζει εαυτόν ως κόσμος εις εαυτόν, πριν ακόμα δομηθούν ειδικές λειτουργικές μορφές αυτής της ένωσης ή μάλλον την ίδια στιγμή κατά την οποία αυτές εμφανίζονται ως απαιτήσεις τού κόσμου.
Οφείλουμε βέβαια να θέτουμε συνέχεια τα ζητήματα της συγγένειας των όντων που μετωνυμοποιούνται χωρίς να αποτελούν τα συνηθισμένα μετωνυμικά όντα (της γλώσσας και της γλωσσολογίας) με έναν προβληματοποιητικό τρόπο, σε αναφορά πάντα προς τις πιθανές χειραγωγήσεις της κυριαρχίας, αν θέλετε της κάθε κυριαρχίας, αλλά άλλο είναι αυτό όταν γίνεται υπό το φως της αποδοχής της οντικής τους συγγένειας ως πραγματικής, έστω σε ένα επίπεδο πρώτης αφαίρεσης.






Ιωάννης Τζανάκος 



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ιωάννης Τζανάκος - Ιστολόγια

Δρεπάνι

Δρεπάνι
Δρεπάνι..

Αρχειοθήκη ιστολογίου

Kurdistan

Nichts

Nichts

Πολιτική και Γεωπολιτική..

Στα όρια..

Ουρανός

Ουρανός

Ερμηνείες της ιστορίας..

Επιστημονικά και επιστημονικοφανή..