Δευτέρα, 26 Δεκεμβρίου 2016

Η πολλαπλότητα των πολέμων..


Η πολλαπλότητα των δυνητικών πολέμων είναι ένα ζόρικο πράγμα.

Το πιθανότερο για κάποιον που ασκεί την θεωρία των δυνητικών πολέμων είναι να θεωρηθεί ως χαμένος σε μια ακαθόριστη πολλαπλότητα.

Όταν όμως τα μέτωπα θα είναι πολλά, όταν θα υπάρχει ένα ασύμμετρον που θα διαλύει την ασφάλεια των άχρηστων πολέμαρχών σας, όταν οι λύσεις της μίας και μοναδικής και μόνον μετωπικής αντιπαράθεσης θα είναι μη λύσεις, όταν όλοι θα ζητούν και το ένα και το άλλο, και το άλλο, και το άλλο, και το άλλο και το άλλο σχέδιο μάχης, ακόμα κι αν αυτό είναι κακογραμμένο πάνω σε ένα τσαλακωμένο χαρτί, τότε θα θυμηθείτε τι σας λέω, τότε θα είναι αργά για συγγνώμες, τότε θα πρέπει να συρθείτε στο ένα και μοναδικό πεδίο του πολέμου:
Την πολλαπλότητα του πολέμου, την πολλαπλότητα των πολέμων, την ενότητα των πολέμων...




Ιωάννης Τζανάκος

Μισέλ Φουκώ - Αποσπάσματα..

Αποτέλεσμα εικόνας για φουκώ

«...Πρέπει, κοντολογίς, να δεχτούμε πως η εξουσία αυτή μάλλον ασκείται, παρά κατέχεται, πως δεν είναι το αποκτημένο ή το διατηρημένο «προνόμιο» της κυρίαρχης τάξης, αλλά το συνολικό αποτέλεσμα των στρατηγικών της θέσεων – αποτέλεσμα που φανερώνει, και κάποτε μάλιστα ανανεώνει τη θέση εκείνων που κυριαρχούνται.
Από την άλλη μεριά, η εξουσία αυτή δεν επιβάλλεται απλά και μόνο σαν υποχρέωση ή σαν απαγόρευση σ' αυτούς που δεν την «κατέχουν», τους περιβάλλει, τους χρησιμοποιεί σαν διάμεσο, στηρίζεται πάνω τους, ακριβώς όπως και αυτοί, στον αγώνα τους εναντίον της, στηρίζονται με τη σειρά τους στη λαβή που ασκεί πάνω τους. 
Τούτο σημαίνει ότι οι σχέσεις αυτές έχουν βαθιές τις ρίζες τους στα στρώματα της κοινωνίας, ότι δεν εντοπίζονται στις σχέσεις Κράτους και πολίτη, ή στα όρια των τάξεων, και ότι δεν αρκούνται να αντιγράφουν, στο επίπεδο των ατόμων, των σωμάτων, των κινήσεων και της συμπεριφοράς, τη γενικότερη μορφή του Νόμου ή της Κυβέρνησης ....
Τέλος δεν είναι μονοσήμαντες, προσδιορίζουν αναρίθμητα σημεία αναμέτρησης, εστίες αστάθειας, που η καθεμιά τους ενέχει κινδύνους σύγκρουσης, πάλης ή τουλάχιστον αναστροφής των συσχετισμών των δυνάμεων. 
Η ανατροπή των «μικροεξουσιών» αυτών δεν υπακούει λοιπόν στον νόμο του «όλα ή τίποτα»...δεν είναι κεκτημένη μια για πάντα από έναν καινούργιο έλεγχο των μηχανισμών, ούτε και από μια νέα λειτουργία ή κατάλυση των θεσμών..αντίθετα, κανένα από τα εντοπισμένα επεισόδιά της δεν είναι δυνατό να εγγραφεί στην ιστορία παρά μονάχα εξαιτίας των αποτελεσμάτων που η ανατροπή αυτή επιφέρει σε ολόκληρο το πλέγμα όπου έχει παγιδευτεί...» 
Επιτήρηση και τιμωρία, σελ. 39-40

 «...Λέγοντας εξουσία δεν εννοώ «την Εξουσία» ως σύνολο θεσμών και μηχανισμών που εξασφαλίζουν την υποταγή των πολιτών σ' ένα δοσμένο κράτος. 
Ούτε εννοώ με τη λέξη εξουσία, έναν τρόπο καθυπόταξης, που σε αντιδιαστολή με τη βία, έχει τη μορφή του κανόνα. Δεν εννοώ, τέλος, ένα γενικό σύστημα κυριαρχίας που ασκείται από ένα στοιχείο ή μια ομάδα πάνω σε μια άλλη, και που οι επενέργειές του διατρέχουν, χάρη σε μια αλληλουχία αντιδράσεων, ολόκληρο το κοινωνικό σώμα. 
Η ανάλυση με βάση την εξουσία δεν πρέπει να θέτει αξιωματικά, σαν αρχικά δεδομένα, την κυριαρχία του Κράτους, τη μορφή του νόμου ή τη σφαιρική ενότητα ενός εξουσιασμού, αυτές δεν είναι μάλλον παρά οι τελικές της μορφές. 
Με τον όρο εξουσία, νομίζω πώς πρέπει καταρχήν να εννοούμε το πλήθος των σχέσεων δύναμης που ενυπάρχουν στο χώρο όπου ασκούνται και είναι συστατικές της οργάνωσής τους το παιγνίδι που μέσα από αδιάκοπους αγώνες και συγκρούσεις τις μεταμορφώνει, τις ενδυναμώνει, τις αντιστρέφει, τα στηρίγματα που αυτές οι σχέσεις δύναμης βρίσκουν αναμεταξύ τους έτσι που να σχηματίζουν αλυσίδα ή σύστημα, ή, αντίθετα, τις αναντιστοιχίες, τις αντιφάσεις που απομονώνουν τη μια από την άλλη, τις στρατηγικές τέλος, μέσα στις οποίες ενεργοποιούνται και που το γενικό τους σχέδιο ή η θεσμική τους αποκρυστάλλωση υλοποιούνται στους κρατικούς μηχανισμούς, στη διατύπωση του νόμου, στις κοινωνικές ηγεμονίες...»
Ιστορία της σεξουαλικότητας, τ.1, σελ. 115-116

 «....Πρέπει μάλλον να δεχτούμε πως η εξουσία παράγει γνώση (και όχι μονάχα ευνοώντας την επειδή την εξυπηρετεί, ή εφαρμόζοντάς την επειδή της είναι χρήσιμη) πως εξουσία και γνώση άμεσα αλληλοεξαρτιώνται, πως δεν υπάρχει σχέση εξουσίας χωρίς συσχετισμένη σύσταση ενός πεδίου γνώσης, ούτε και γνώση που να μην προϋποθέτει και να μην αποτελεί ταυτόχρονα σχέσεις εξουσίας. 
Οι σχέσεις αυτές «εξουσίας-γνώσης» δεν πρέπει λοιπόν να αναλύονται με αφετηρία ένα υποκείμενο γνώσης που θα ήταν ελεύθερο ή όχι σε σχέση με το σύστημα της εξουσίας, πρέπει αντίθετα να έχουμε υπόψη μας πως το υποκείμενο που κατέχει τη γνώση, τα αντικείμενα της γνώσης καθώς και οι διάφοροι τρόποι γνώσης, είναι αποτελέσματα θεμελιακών
αλληλοεξαρτήσεων της εξουσίας – γνώσης και των ιστορικών τους μεταλλαγών. 
Κοντολογίς δεν είναι η δραστηριότητα του υποκειμένου της γνώσης εκείνη που παράγει μια γνώση, χρήσιμη ή ανυπότακτη στην εξουσία, αλλά η εξουσία – γνώση, οι διαδικασίες και οι αγώνες που εισχωρούν σ' αυτήν και την απαρτίζουν, αυτές καθορίζουν τις πιθανές μορφές και τα πιθανά πεδία της γνώσης...»
Επιτήρηση και τιμωρία, σελ. 40-41

«...Μια γνώση είναι εκείνο για το οποίο μπορούμε να μιλήσουμε μέσα σε μια πρακτική του λόγου που με αυτό τον τρόπο εξειδικεύεται: δηλαδή ο τομέας που συγκροτείται από τα διάφορα αντικείμενα που θα αποκτήσουν ή δεν θα αποκτήσουν ένα επιστημονικό καταστατικό....μια γνώση είναι επίσης ο χώρος μέσα στον οποίο το υποκείμενο μπορεί να λάβει θέση και να μιλήσει για αντικείμενα με τα οποία καταπιάνεται μέσα στο λόγο του.... μια γνώση είναι επίσης το πεδίο συνδιάταξης και υποταγής των αποφάνσεων όπου οι έννοιες εμφανίζονται, καθορίζονται, εφαρμόζονται και μετασχηματίζονται....τέλος μια γνώση καθορίζεται από δυνατότητες χρήσης και οικειοποίησης που προσφέρονται από το λόγο.... 
Υπάρχουν γνώσεις ανεξάρτητες από τις επιστήμες (που δεν είναι ούτε το ιστορικό τους ιχνογράφημα ούτε η αντίθετη βιωμένη τους όψη), αλλά δεν υπάρχει γνώση χωρίς μια καθορισμένη πρακτική του λόγου και κάθε πρακτική του λόγου μπορεί να καθοριστεί από τη γνώση που σχηματίζει...»
Η αρχαιολογία της γνώσης, σελ. 275 – 276

«Η εξουσία και η γνώση σπονδυλώνονται μέσα στον Λόγο. 
Κι ακριβώς γι' αυτό, πρέπει να νοήσουμε τον Λόγο σαν μια σειρά από ασύνδετα τμήματα, που η τακτική λειτουργία τους δεν είναι ούτε ομοιόμορφη ούτε σταθερή. 
Πιο συγκεκριμένα, δεν πρέπει να φανταζόμαστε έναν κόσμο του Λόγου μοιρασμένο ανάμεσα στον δυναστευτικό Λόγο και σ' εκείνον που δυναστεύεται, αλλά σαν μια πολλαπλότητα στοιχείων Λόγου που μπορούν να λειτουργήσουν μέσα σε διάφορες στρατηγικές .... 
Οι Λόγοι όπως κι οι σιωπές, δεν υποτάσσονται στην εξουσία ούτε ορθώνονται ενάντιά της τελεσίδικα ...
ο Λόγος μπορεί να είναι ταυτόχρονα όργανο κι αποτέλεσμα της εξουσίας, αλλά και εμπόδιο, αντιστήριγμα, σημείο αντίστασης και ξεκίνημα για μιαν αντίθετη στρατηγική. 
Ο Λόγος μεταφέρει και παράγει εξουσία..την ενισχύει, αλλά και την υπονομεύει, την εκθέτει, την κάνει εύθραυστη κι επιτρέπει τον περιορισμό της...»
Ιστορία της Σεξουαλικότητας, τ.1, σελ. 125

«...Τελικά πιστεύω, μιλώντας πάντα για τη δική μας κοινωνία, πως αυτή η βούληση αλήθειας, που στηρίζεται σε μια θεσμική κατανομή κι ένα θεσμικό υπόβαθρο, τείνει να ασκήσει πάνω στις υπόλοιπες αγορεύσεις ένα είδος πίεσης κι εξουσίας καταναγκασμού. 
Μου περνάει απ' το μυαλό το πόσο η δυτική λογοτεχνία έψαχνε έρεισμα, εδώ κι αιώνες, στο φυσικό, στο αληθοφανές, στην ειλικρίνεια, ακόμη και στην επιστήμη – με λίγα λόγια στην αληθινή αγόρευση. 
Σκέφτομαι επίσης το πώς οι οικονομικές πρακτικές, οι κωδικοποιημένες σε κανόνες ή συνταγές, πρόσφατα δε και σε ηθική, προσπαθούσαν απ' το 16ο αιώνα να βασιστούν, να ορθολογικοποιηθούν και να δικαιωθούν μέσα από μια θεωρία των αγαθών και της παραγωγής. 
Σκέφτομαι ακόμη πώς ένα τόσο λεπτομερειακά διαταγμένο σύνολο, όπως είναι το ποινικό, προσπαθούσε να οργανώσει τη δομή του ή τη δικαίωσή του, στην αρχή βέβαια σε μια θεωρία του δικαίου, μετά τον 19ο αιώνα δε, σε μια γνώση όπως η κοινωνιολογία, η ψυχολογία, η ιατρική ή η ψυχιατρική. 
Λες και μες στην κοινωνία μας, το γράμμα του νόμου μόνο πάνω στο λόγο της αλήθειας μπορούσε να βασιστεί...»

 «...κι αυτή η βούληση [η βούληση αλήθειας] που εδώ και τόσο καιρό μας έχει επιβληθεί, είναι τέτοια που δεν μπορεί παρά να μασκαρεύει την αλήθεια που αναζητά. 
Έτσι, μπροστά στα μάτια μας δεν θα εμφανιζόταν παρά μια επίβουλα παγκόσμια αλήθεια, που θα 'ταν πλούτος, ευφορία και γοητευτική δύναμη. 
Μέσα σ΄όλα αυτά όμως, μας ξεφεύγει η φύση της βούλησης αλήθειας σαν τεράστιο μηχανοστάσιο αποκλεισμού. 
Θα 'πρεπε λοιπόν να μας χρησιμέψουν σαν φωτεινά σημεία για την καθημερινή μας δουλειά όλοι εκείνοι απ΄τον Nietzsche ως τον Artaud και τον Bataille που βήμα προς βήμα μες στην ιστορία μας προσπάθησαν να μετατρέψουν αυτή τη βούληση αλήθειας και να την αναθεωρήσουν, ενάντια σ' αυτή την ίδια την αλήθεια, στο σημείο ακριβώς που η αλήθεια αναλαμβάνει να καθορίσει την τρέλα και να δικαιώσει το απαγορευμένο...» 
Η τάξη του Λόγου, σελ. 14 – 16
  

Κυριακή, 25 Δεκεμβρίου 2016

Το Κεφάλαιο και η ζωή../ ερωτήματα προς την μαρξιστική διανόηση..


Η επιστροφή του (καπιταλιστικού) Κεφαλαίου εις εαυτόν θεωρούμενη ως μια παλινδρομική κίνηση μιας στερεοποιημένης παραγωγικής σχέσης δεν συγκροτεί μιαν επιστροφική κυκλικότητα κατά την έννοια που έχει στις "φυσικές" κοινωνίες, εφόσον το Χ>Χ' αν και σημαίνει πέραν της χρηματικής του μορφής ένα σύνολο κοινωνικοπαραγωγικών και άλλων διεργασιών μιαν επιστροφή δεν έχει ωστόσο εντός του κανένα ίχνος αυτής της (συνολικής) διεργασίας.

Αυτό δεν σημαίνει πως το Κεφάλαιο είναι "παρασιτικό" ή "μη παραγωγικό" (ακόμα και στην εμπορική μορφή του) αλλά (σημαίνει) ότι αν και συναρτώμενο και δημιουργούμενο ως δυνατότητα από την (συνολική) κοινωνικοπαραγωγική δραστηριότητα υπάρχει εν ενεργεία ακριβώς ως οργανικά αποκοπτόμενο ή μάλλον ως η οργανική αποκοπή εν γένει από την συγκεκριμένη υλική εργασία ή δράση.
Με αυτή την έννοια το (καπιταλιστικό) Κεφάλαιο είναι το οργανικό κυριαρχικό ή μάλλον οργανικό κυριαρχικοειδές κάτοπτρο της αφηρημένης εργασίας ως μορφής οντικοχρονικής και οντικής (και όχι μόνον θεωρητικής ή ιδεολογικής) αποκοπής της εργασίας από τα συγκεκριμένα ποιοτικά χαρακτηριστικά της (ισχύει και το αντίστροφον με την ίδια ακριβώς οντική αξία).
Άρα:
Η αποκοπή του (καπιταλιστικού) Κεφαλαίου και της αφηρημένης εργασίας από την άμεση ποιοτική υπόσταση, ενσάρκωση και εν τέλει παραμετροποίηση-στάθμιση  αντίστοιχα της κυριαρχίας και της εργασίας, σημαίνει ταυτόχρονα και ταυτά την οργανική αποκοπή της κυριαρχίας από την ποιοτικά οντοποιημένη και σταθμισμένη κυριαρχία επί της συγκεκριμένης εργασίας και αντίστοιχα την οργανική αποκοπή της εργασίας από την ίδια την συγκεκριμένη ποιοτική υφή και σύστασή της.

Πρέπει ωστόσο να τονίσουμε με έμφαση την οργανικότητα της καπιταλιστικής αποκοπής, σημειώνοντας ταυτόχρονα τον παράδοξο, θα έλεγα, αντικειμενικά ειρωνικό χαρακτήρα της.
Η οργανική αποκοπή της κυριαρχίας και της (υπαγόμενης σε αυτήν) εργασίας από τον ίδιο τον συγκεκριμένο ποιοτικοσυστατικό (άρα και κυκλικοχρονικό) "εαυτό" τους σημαίνει μιαν οργανικοποίηση της ανοργανικής σύστασης του ανθρώπινου κόσμου: 
Είναι δηλαδή μια εμψύχωση του νεκρού ή μη-ζωντανού με τέτοιο τρόπο που να το (τα) καθιστά λειτουργικό ηγεμόνα (επί) της ανθρώπινης ζωής, ειδικότερα στην εργασιακή ή δημιουργική της πτυχή.
Το νεκρό ή μη-ζωντανό λειτουργεί ως ένα συμπεριληπτικό όλον που διοικεί την ζωή όντας αυτό μη-ζωή, αλλά την διοικεί (την ζωή) ως ζωή ακριβώς επειδή τούτο (το μη ζωντανό) είναι συμπεριληπτική μη-ζωή.

Σε αυτό το πλαίσιο είναι όντως δευτερεύον και επικίνδυνα προτασσόμενο (από την λαϊκή αριστερά αλλά και δεξιά) το στοιχείον της εκμετάλλευσης (μόνον) της ανθρώπινης (και όχι μόνον, πάλι) εργασίας ή ζωής, εφόσον το (καπιταλιστικό) Κεφάλαιο-βρυκόλακας δεν ζει (μόνον ή κυρίως) "από το αίμα" της ζωντανής εργασίας (ή της ζωής) αλλά από την μετατροπή της σε εξαφανιζόμενον σημείον της κεφαλαιακής αυθυπόστασης (εξαφανιζόμενον>) κατά την περάτωση του ψευδο-κύκλου της εμπορευματικής και κεφαλαιακής κυκλοφορίας.

Το (καπιταλιστικό) Κεφάλαιο και η αφηρημένη εργασία είναι η ίδια η αφαίρεση της ποιοτικά συσταθείσας ζωής και (της) δημιουργίας εν γένει και ως εκ τούτου όταν οι λαϊκοί αριστεροί, δεξιοί, αναρχικοί κ.λπ εν γένει ασκούν κριτική στην ατομική ή κρατική ιδιοποίηση του προϊόντος της (ζωντανής) εργασίας ή της ζωής, είναι μερικές φορές σαν να προσπαθούν να βάλουν το τζίνι μέσα στο λυχνάρι δίχως να έχουν κατανοήσει επαρκώς ή και καθόλου ότι όταν όλος ο κόσμος έχει γίνει ένα αφηρημένο τζίνι που εξέρχεται από ένα αφηρημένο λυχνάρι, το να προσπαθήσεις να βάλεις το τζίνι στο λυχνάρι δεν είναι τίποτα άλλο από το να προσπαθήσεις να κάνεις μια τρύπα στο νερό.

Ή, για να το εκφράσω "αυτό" με βάση τα προαναφερθέντα εξ ημών περί της οργανικότητας-τής-μη-οργανικότητας του Κεφαλαίου (ως κυριαρχίας) και της αφηρημένης εργασίας (ως αφηρημένου κυριαρχούμενου της αφηρημένης κυριαρχίας), θα πω το εξής: 
Όταν σφαδάζεις και χτυπιέσαι υπεραγανακτισμένως (για) να επανέλθουν τα προϊόντα, οι παραγωγικές μορφές, τα οικήματα και οι βιότοποι της (ανθρώπινης και μη ανθρώπινης) ζωής εις την αρχική τους πηγή ενόσω όμως αυτή η αρχική πηγή παραμένει ένα κάτοπτρον της μη-οργανικής οργανικότητας του Κεφαλαίου (και το αντίστροφον) στην πραγματικότητα αυτό που ζητάς είναι έναν καπιταλισμό χωρίς καπιταλιστές, έναν γενικευμένο λαϊκό καπιταλισμό, έναν κρατικό ή σοσιαλδημοκρατικό καπιταλισμό, ή μερικές φορές έναν "εθνικοσοσιαλιστικό" καπιταλισμό ή έναν κοινοτικό καπιταλισμό (με ή χωρίς κράτος), ή ακόμα και έναν αυτοκρατορικό αεθνικοσοσιαλισμό, άρα έχεις κάνει μία δυο τρεις ή 22.983.922.389.289.839.283 τρύπες στο νερό.

  
Η κατάργηση της καπιταλιστικής κυριαρχικής αποκοπής της κυριαρχίας και της εργασίας σημαίνει, αν γίνει ποτέ (πολύ δύσκολο το βλέπω υπό τους σημερινούς όρους), όχι μιαν επαναοργανικοποίηση του Κεφαλαίου ή μιαν (ψευδοαντίθετη προς αυτήν) επαναοργανικοποίηση της ζωής, εφόσον η αναζήτηση (τής) λύσης και θεωρησιακής/έμπρακτης υπέρβασης τού ιστορικού αινίγματος "Κεφάλαιο" οφείλει να γίνει (αν γίνει με σοβαρούς όρους) ακριβώς πάνω στο θεμέλιο τής καθορισμένης άρνησης.

Τι είναι "αυτό το πράγμα" (το Κεφάλαιο), το οποίο συμπεριλαμβάνει οργανικά ακριβώς ως μη ζωντανό (μη οργανικό) την ζωή, από την σκοπιά όμως και της (ίσως και συνεχιζόμενης ακόμα) ιστορικής αναγκαιότητάς του;



Εμπρός Μαρξιστές (και άλλοι), δείξτε μου επιτέλους ότι σας έχει μείνει ένα δράμι σκέψης...







Ιωάννης Τζανάκος

Χρόνος, σώμα και καπιταλισμός..



Η κατανόηση της (ανθρώπινης) βιοσωματικής ρίζας της επαναληπτικής κίνησης ως παλινδρομικής νοητικής ενέργειας θεμελίωσης του χρόνου δεν επαρκεί για να ερευνήσουμε τον ανθρώπινο Λόγο του χρόνου, αλλά επίσης δεν επαρκεί και η παραμονή μας σε αυτή την κριτική διαπίστωση εφόσον αυτή η μορφή κατανόησης τού κόσμου (η σωματοκεντρική) δεν είναι απλά μια απόφαση ή μια επιλογή ενός η περισσότερων θεωρησιακών υποκειμένων αλλά αντανάκλαση της ανάπτυξης της νεωτερικής αστικής κοινωνίας και από την σκοπιά της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων και από την σκοπιά της ανάπτυξης των παραγωγικών σχέσεων.
Η παραγωγή του χρόνου ως ενός γραμμικού συνεχούς/ασυνεχούς συστήματος "επί" του οποίου συντελείται μια διαρκής παλινδρομική κίνηση μέτρησης στην βάση ενός (συμβατικού) μηδενικού σημείου εκκίνησης δεν είναι απλά μια κατασκευή, εφόσον καλύπτει πέραν των "αστικών" ιστορικών αναγκών την γενική ανάγκη ορθολογικής εξεικόνισης και ελέγχου του χρόνου, αλλά από την στιγμή που διαμορφώνεται ως αυτάρκης και αποκομμένη από τις καμπυλώσεις και τις δημιουργικές στρεβλώσεις που φέρει ο φυσικός εμβιωτικός χρόνος της κυκλικής επαναληπτικότητας λειτουργεί ως ένας ακόμα εξολοθρευτής της συγκεκριμένης ανθρώπινης ζωής, ειδικά της εργαζόμενης ακτήμονος ζωής.
Η γενικευμένη νεωτερική φιλοσοφία/κοσμοθεωρία της κεντρικότητας του σώματος δεν είναι υπό αυτή την έποψη μόνον η ανάδυση ενός προαιώνιου απωθημένου και (ταυτώς) η εμφάνιση μιας δίκαιας ή αληθινής οντικότητας-χρονικότητας την οποία η κυρίαρχη κυκλικοχρονική παλαιοπατριαρχική κοινωνία σύνθλιβε, αλλά επίσης (είναι) η ανάδυση της διαχωρισμένης εκείνης αφαίρεσης με το όνομα "σώμα" η οποία σημαίνει την υπαγωγή του (εργαζόμενου) ανθρώπου: α) στην μορφή "εμπόρευμα εργασιακή δύναμη" [=αφηρημένη μορφή της εργασίας ως σωματοειδής δυνητικότητα] και β) στην αντίστοιχη μορφή χρόνου, τον γραμμικό συνεχή/ασυνεχή παλινδρομικό και μη κυκλικό χρόνο...




 Ιωάννης Τζανάκος 

Σάββατο, 24 Δεκεμβρίου 2016

Η ψευδο-εξέγερση δια του α-συνεχούς (εντός) της αμιγώς γραμμικής χρονικότητας..


Υπάρχει μεν μιά δεδομένη επαναληπτική δομή στο ίδιο το έμβιο ον και ειδικά στον άνθρωπο εκ της βιολογικής σύστασής του, αλλά μια πραγματική ολική εμβιωτική επανάληψη που θα ενσωμάτωνε αυτή την ατομικοβιολογική ας πούμε "εσωτερική δομή" στο σχήμα της θα ήταν εκείνη η οποία θα σχηματίζονταν σε ένα ευρύτερο κοσμικό ή κοσμολογικό πλαίσιο ακόμα και εννοούμενο με την εμπειρική μορφή της εναλλαγής των καιρών.
Η εναλλαγή των καιρών όπως αποτυπώνεται σε όλα τα ετήσια/ημερήσια ημερολόγια της ανθρωπότητας, όποια κι αν είναι η ακριβής συμβατική εκκίνησή τους όσον αφορά στο ξεκίνημα του (νέου) χρόνου ή της (νέας) ημέρας, εκφράζει με άμεσο εμπειρικό τρόπο αυτή την κοσμική ή κοσμολογική καμπύλωση της γραμμικής κατάστασης του χρόνου όπως αυτή (ως γραμμική) απεικονίζεται στην απλή ευθεία πάνω στην οποία διενεργείται η παλινδρομική κίνηση της στάθμισης του χρόνου [Χρόνος, κυκλικότητα, φθαρτότητα-κρισιμότητα..][Χρόνος και ημερολόγια από μια "κυκλική" σκοπιά..]
Για να μεταφράσουμε όμως τα πράγματα σε μια ακόμα πιο συγκεκριμένη έννοια τής κοσμολογίας θα έπρεπε να διευκρινήσουμε πως αυτή (ως έννοια) χρησιμοποιείται από εμάς με την στενότερη δυνατή υπο-έννοιά της όπως αυτή σημαίνει το συγκεκριμένο εμβιωτικό ή ευρύτερο βιολογικό οικοσύστημα εντός της γήινης σφαίρας:
Ο χρόνος της έμβιας διάστασης τού υπαρκτού σε μια ευρύτερη διάσταση όμως από αυτήν του κάθε ειδικού βιολογικού ατομικού συστήματος αναφέρεται στους αντικειμενικούς ρυθμούς και τις αντικειμενικές δομές τής γήινης οικόσφαιρας σε αναφορά και προς το κάθε ξεχωριστό εμβιωτικό υποσύστημα και προς το συνολικό εμβιωτικό σύστημα.
Εννοείται πως η διάκριση που προτάσσουμε αρχικά ανάμεσα στο ατομικό ειδικό βιολογικό σύστημα αναφέρεται ειδικά στους ανθρώπους και απεικονίζει μάλλον την ανησυχητική τους ικανότητα (δια μέσω των κοινωνιών τους) να προβαίνουν σε πρακτική αφαίρεση της ανθρωπικής ατομικής βιολογικής επαναληπτικότητας από την συνολική εμβιωτική βιολογική επαναληπτικότητα και μάλιστα να την επιβάλλουν ως γενικό κανόνα στον υπόλοιπο έμβιο κόσμο.
Ο χρόνος ως μια αδιατάρακτη συνεχής ή ακόμα και α-συνεχής/συνεχής σειρά ροής ατομικο-υποκειμενικών επαναλήψεων πάνω σε μια γραμμή είναι το αποτέλεσμα αυτής της επιβολής της αφαίρεσης του ατομικού βιολογικού από το συνολικό.
Δεν έχει τόση σημασία λοιπόν αν κάποιος ένας ή κάποιοι πολλοί αμφισβητήσουν αυτή την ροή κατά την απόλυτη συνέχειά της και φαντασθούν ή πράξουν κάποια τομή ή κάποιο κενό σε αυτήν, αφού δεν θα έχει ακόμα και έτσι διαταραχθεί ούτε στο ελάχιστον η μονοκρατορία της μη-κυκλικής ή μη εμβιωτικά καμπυλωμένης επιστροφικότητας (επανάληψης) άρα (δεν θα διαταραχθεί) ούτε και η αμιγής παλινδρομικότητα εις ένα αρχικό ξερό (συμβασιακό) μηδέν και έπειτα ξανά στο πλήρες ή κενό σημείο εκκίνησης της επιστροφής.
Πρόκειται για μια κενή επιστροφική παλινδρομησιακή και μόνον ατομικο-εμβιωτική επανάληψη (με την κοινοτόπως αρνητική έννοια του όρου της κενότητας), ακόμα κι αν διαμεσολαβείται από εξεγερτικές μεσσιανικές ή χιλιαστικές εκρήξεις. 
Σύμπτωμα ακόμα και αυτής της ανεστραμμένης γραμμικότητας της (ψευδο-) εξέγερσης ή εξέγερσης εναντίον τού γραμμικού χρονικού συνεχούς, αλλά (σύμπτωμα) και της ίδιας καθαυτής της κεντρικής ηγεμονικής χρονογραμμικότητας, είναι η διαρκής μη επίγνωση του εγγενούς φθοροποιού στοιχείου (φθοράς) και της κρισιμότητας εντός των καταστάσεων που βιώνει το ανθρώπινο ον.
Αλλά αυτό θα το δούμε σε μιαν άλλη δημοσίευση.







Ιωάννης Τζανάκος 

Χρόνος, κυκλικότητα, φθαρτότητα-κρισιμότητα..


Η επιστροφή, την οποία σχηματίζει η νόηση για να θεμελιώσει (ιδρύσει) ένα μαθηματικά σταθμισμένο (αριθμητικοποιημένο) σύστημα μέτρησης του ανθρώπινου (κοινωνικού) χρόνου, στο μηδενικό σημείο εκκίνησης που η ίδια έχει θεσμίσει (ως κοινωνική νόηση), συνήθως ενσωματώνεται στην προϋπάρχουσα κυκλική εννόηση του χρόνου, όπως αυτή έχει προέλθει από την βίωση και την άμεση εμπειρία αρχικά κυρίως αγροτικών κοινωνιών.
Η μορφή του κύκλου ή ακόμα και της σφαιρικότητας του χρόνου ως ενός οντικο-νοητικού συστήματος το οποίο λειτουργεί δια μιας διαρκούς επιστροφής σε ένα μηδενικό σημείο εκκίνησης είναι μια σύνθεση του εμπειρικού κυκλικού χρόνου με τον αμιγώς μαθηματικοποιημένο χρόνο όπως ο τελευταίος προκύπτει από την απλή αφαιρετική κίνηση παλινδρόμησης που διενεργείται νοητικά μεταξύ του παρόντος (ή κάποιου τυχαίου σημείου στο παρελθόν) και τού (συμβατικά κατασκευασμένου) μηδενικού σημείου εκκίνησης.
Θα μπορούσαμε ωστόσο να απαλείψουμε την έννοια του κύκλου, σχηματίζοντας μιαν εικόνα του χρόνου κατά τον οποίο τα συμβάντα "εντός του", και οι νοητικο-κοινωνικές επιστροφές στο (συμβατικό) μηδενικό σημείο εκκίνησης ούτως ώστε να μορφοποιηθεί (ποσοτικά) ο χρόνος, θα διενεργούνταν πάνω σε μιαν ευθεία γραμμή ως ένα σύστημα παλινδρόμησης-επιστροφής από το σημείο που είναι να μετρηθεί στο (συμβατικό) σημείο εκκίνησης και πάλι στο σημείο που είναι να μετρηθεί (στην πραγματικότητα αυτό γίνεται "σχεδόν" αυτόματα).
Γιατί η ανθρώπινη πραγματικότητα όμως ανθίσταται και θα ανθίσταται για πάντα σε αυτή την  γραμμική έννοια της παλινδρόμησης ανάμεσα σε ένα ξερό σημείο μηδενικής εκκίνησης και το "μετρούμενο" σημείο;
Νομίζω πως για να το κατανοήσουμε αυτό πρέπει πλέον να διαφύγουμε από την "αίρεση" εκείνη στον χώρο της "εναλλακτικής" διανόησης που δομεί την κριτική της στον συνεχή γραμμικό χρόνο της νεωτερικότητας λαμβάνοντας υπόψει μόνον τις πτυχές εκείνες του χρόνου αυτού που προβληματοποιούνται από τα κενά και τις ρήξεις εντός αυτού του γραμμικού συνεχούς της παλινδρόμησης.
Η απέχθεια αυτής της διανοήσεως προς την φυσική κυκλικότητα (σφαιρικότητα) και την μέσω αυτής (της κυκλικότητας-σφαιρικότητας) επιστροφιακή δομή έχει συγκεκριμένες ρίζες που παραλλάσσουν ανά περίπτωση, αλλά γενικά υπάρχει υποταγή στην δεδομενικότητα της μαθηματικής μεταφυσικής στην βάση της γενικότερης λύσσας για την παντοτινή (υποτίθεται) νίκη του ουρμπανισμού και την συντριβή των "φυσικών" κοινωνιών (κάθε μορφής).
Δεν τίθεται ζήτημα από όλους αυτούς για την αποδοχή της λογικής της μετωνυμικότητας του κύκλου (ή της σφαιρικότητας), όπως και δεν τίθεται γενικά ζήτημα αποδοχής της μετωνυμικής λειτουργίας ως αντιστοιχούσας σε διαχρονικές βιολογικές και εμβιωτικές προακαθορισιακές δομές, πέραν του απλού γεγονότος πως ως (μικρο-)αστοί του άστεως είναι ούτως ή άλλως ξεκομμένοι από την ίδια την λειτουργία του κόσμου που το περιβάλλει (και περιβάλλει και αυτούς) αλλά και το τρέφει (και τρέφει και αυτούς).
Η σωτηρία όμως των ανθρώπων σε αυτό το όλο και επιδεινούμενο σύστημα ποσοτικής ανάπτυξης, ξεριζώματος, απο-φυσικοποίησης και υπερμαθηματικοποίησης της ζωής, διέρχεται και από την αποδοχή και ταυτόχρονα επιστροφή στον ίδιο τον κυκλικό (σφαιρικό) επιστροφισμό, αν όχι όπως ήταν και είναι ακόμα πάντως σε μιαν μορφή που τον εγκολπώνει συντηρώντας τον σε πλήρη εν εαυτώ δόξα και επικράτηση. 
Σε αυτό ακριβώς το πλαίσιο θα είναι εξάλλου εφικτή και μια αναγέννηση της αυτοεννόησης του ανθρώπινου όντος ως όντος με επίγνωση της φθαρτότητας και της κρισιμότητας της ύπαρξής του. 
Διότι, χωρίς αυτή την αυτεπίγνωση της φθαρτότητας και της κρισιμότητας των ανθρώπινων πραγμάτων είμεθα απλά ηλίθιοι, ή πολιτικάντηδες. 




Ιωάννης Τζανάκος   

Χρόνος και ημερολόγια από μια "κυκλική" σκοπιά..


Τα ημερολογιακά συστήματα και γενικότερα τα (ανθρώπινα) συστήματα σήμανσης του χρόνου δεν είναι τυχαία κυκλικά κατά την μια πτυχή της υπόστασής τους, εφόσον μπορεί να σημαίνεται η χρονική σειρά σε μιαν ευθεία προς το μέλλον (ή αντίστροφα στο παρελθόν) χωρίς άμεση αναφορά σε κάποιο κύκλο, αλλά ακόμα και τότε υπάρχει ένα σημείο εκκίνησης της μέτρησης, δηλαδή υπάρχει μια κίνηση επιστροφής, πράγμα το οποίο σημαίνει έναν φανταστικό μεν (ή πιθανό) κύκλο όπου το σημείο εκκίνησης και το "παρόν" σχηματίζουν στην γραμμική ενότητά τους την διάμετρό του.
Έχουμε λοιπόν την ετήσια κυκλικότητα, εφόσον κάθε έτος αποτελεί μιαν διάμετρο που  περιχαράσσει το έτος ως μια σφαιρική, άρα κυκλική οντότητα (αν βέβαια δεχτούμε πως εδώ υπάρχει ένας κύκλος και πως ο κύκλος αυτός δεν είναι άλλο από μια επιπέδωση της σφαίρας) και βέβαια δια αυτής (της κυκλικότητας) έχουμε και το "καταραμένο" σημείο μηδέν επανεκκίνησης του χρόνου.
Αλλά ακόμα κι αν προσθέσουμε στην ετήσια σφαιρικότητα το γενικότερο χρονικό σύστημα σειριακής μέτρησης (λ.χ 489 μετά Χριστόν) βλέπουμε πως η δομή παραμένει η ίδια, εφόσον το σημείο εκκίνησης αυτής της χρονικής μέτρησης μαζί με το εκάστοτε σημείο που μετράμε (σε ποιό έτος βρισκόμαστε;,,λέμε) σχηματίζουν πάλι, μιαν συμβατική βέβαια, αλλά δια αυτής της συμβατικότητας τέλεια σφαίρα.
Στην (συμβατική) τέλεια σφαίρα του έτους επικάθειται αρμονικά μια άλλη ευρύτερη σφαίρα των ετών με δεδομένη όμως την ανάγκη να υπάρξει και εις αυτήν ένα μηδενικό σημείο εκκίνησης, και αυτό βέβαια συμβατικόν, εις το οποίο πρέπει να επιστρέψουμε.
Λέω πως πρόκειται για σφαιρικότητες, ή μάλλον πως μπορούμε να αντικρύσουμε τα ανθρώπινα χρονικά/ημερολογιακά συστήματα ως σφαιρικότητες διότι τα άκρα της ευθείας που σχηματίζεται από το παρόν και τα σημεία εκκίνησης της μέτρησης είναι οριακά μηδενικά, η εκκίνηση πάντως σίγουρα, την ίδια στιγμή όμως που έχουμε μιαν αναγκαστική ένωσή τους εφόσον μιλάμε για μέτρηση ή σήμανση του χρόνου, οπότε έχουμε μιαν ευθεία η οποία εκφράζει μάλλον παρά την συμβατική και στατική (ως συμβατική όμως) ακινησία της μιαν μορφή κίνησης που περιέχει αναγκαστικά (για να επιτελέσει τον ρόλο της ως έχει) ένα είδος επιστροφής, και το μόνο (εμπειρικό) γεωμετρικό σχήμα που έχουμε γι' αυτό είναι ο κύκλος και μάλιστα ένας απόλυτος κύκλος ή σφαίρα με την βοήθεια του μηδενός.
Τα αρχαιότερα ημερολογιακά συστήματα είχαν πολλά προβλήματα, αλλά πάντως και δια της (σχετικής) ελλείψεως του μηδενός ως αριθμού το περιείχαν παραταύτα ως σημείο ίδρυσης του ημερολογιακού χρόνου, γιατί δεν γίνεται αλλιώς.
Ο κύκλος λοιπόν ή η σφαίρα ως περιέχουσα μάλιστα τον ουσιακό όρο του μηδενός ως εκκίνησης στην οποία επιστρέφουμε αρχικά, αλλά και ως ουσιακό όρο και του σημείου εκκίνησης και (ξανά) κατάληξης της κυκλικής κίνησης επιστροφής (το παρόν που "μετριέται") είναι το θεμέλιο κάθε συμβατικής έστω μέτρησης του ανθρώπινου χρόνου σαν κοινωνικού χρόνου, ακόμα και όταν σε νεωτερικές κοινωνικές δομές παρουσιάζεται από τα "έγκατά" τους η (όχι μόνον θεωρητική) ανάγκη να εκφραστεί ένας άλλος χρόνος ή υπερχρόνος που να μην έχει εκκίνηση σε κάποιο ιστορικό σημείο μηδέν εκκίνησης.



Ιωάννης Τζανάκος 

Τρίτη, 20 Δεκεμβρίου 2016

2 ερμηνευτικές τομές για τον Hegel..



Σημείο ερμηνευτικής τομής 1.
Για μιαν εγελιανή πολιτική φιλοσοφία ως μη-οντολογία.
Η αντεπίδραση των ιδρυμένων από το ξενωτικό σημείο όντων-ως-ολότητα(-ή ολότητες)  στο ίδιο το ξενωτικό σημείο είναι ανυπόστατη, όσον αυτό το ξενωτικό σημείο είναι ξενωτικόν.
Υπάρχει μια διαρκής επιστροφή ή επανάληψη τής επιστροφής της ιστορικής διεργασίας προς το ξενωτικό σημείο της γλώσσας-ως-ιδρύουσας-ξενωτικής-ολότητας, αλλά τίποτα δεν οδοποιεί αυτή την επιστροφή ή επανάληψη επιστροφής προς το ίδιο το ξενωτικό σημείο, είτε για να το συναντήσει ταυτοτικά (δεξιός εγελιανισμός) είτε για να το μετατρέψει ριζοσπαστικά (μαρξισμός) είτε για να το ανατρέψει ριζοσπαστικά (εγελιανίζων ή αντιεγελιανός φροϋδομαρξισμός).
 
Σημείο ερμηνευτικής τομής 2 
Για τον εγελιανό Λόγο του σημείου ως έναρξης και ίδρυσης.
Έχουμε πει πως το σημείον καθεαυτό είναι ένα Εν, και αυτονόητα αυτό το Εν είναι διακαθορισμένο από το Μηδέν, απλά ο Hegel μας έχει δείξει με διαφωτιστικό τρόπο (αν και μόνον επίκαιρα ή σύγχρονα μεθερμηνευόμενος) ότι ο άλλος διακαθορισμός του αρχικού ξενωτικού σημείου (εκτός από το Μηδέν) είναι το Είναι ως καθαρό-Είναι (ή εντελώς αφηρημένο-Είναι).
Αναζητώντας παλαιότερα την σχέση αυτών των δύο υποκαθορισμών του αρχικού ξενωτικού σημείου στον Hegel τής (έναρξης τής) Επ.τ.Λογ. τονίσαμε την παρουσία του Μηδενός εις αυτήν και κατά αποφατικό και κατά υπόρρητο τρόπο, αλλά αφήσαμε στην άκρη κάπως τις πτυχώσεις εκείνες της εγελιανής έναρξης που έχουν να κάνουν με τον ευρύτερο διακαθορισμό των υποκαθορισμών που σχηματίζει ο Φιλόσοφος, υποθέτωντας αρχικά πως αυτός έχει ευρύτερες "αντικειμενικές" ή οντικές προελεύσεις (λ.χ χρόνος).
Με το άγγιγμα του γλωσσικού φαινομένου διαπιστώνουμε πως η εγελιανή συσχέτιση των υποκαθορισμών αυτών του αρχικού εγελιανού σημείου (δηλ. του Μηδενός και του καθαρού-Είναι) πιθανόν να είναι σοφώτατα κάτι άλλο από (μόνον) αποφατική ως διατηρώσα όμως την μη ύψωση της στον καθορισμό ή την καθορισιακότητα εντός της θεωρησιακής ολότητας που σημαίνεται ως η ενότητα αρχικόν-σημείον ή απλά σημείον ως σημείον.
Ο ενδογενής διακαθορισμός των υποκαθορισμών αυτών δεν υψώνεται εις καθορισιακή ενότητα ούτε σχηματίζει μιαν νέα αίρουσα (την απλή) σημειακή ενότητα, αλλά παραμένει ένας διακαθορισμός της αυτόματης και αέναης αλληλομετατροπής (μεταξύ) των υποκαθορισμών τούτων, ούτως ώστε να διατηρείται εις το ακέραιον σε αυτή τουλάχιστον την εγελιανή φάση η ξενωτική υφή και λειτουργία του σημείου όπως το ιχνογραφούμε. 
 
 
 
Ιωάννης Τζανάκος

Δευτέρα, 19 Δεκεμβρίου 2016

Hegel και σημειακή τελειότητα του καθαρού-Είναι/Μηδέν..



Η εντέλεια ή τελειότητα του Μηδενός ως μορφής του καθαρού Είναι (ή του καθαρού Είναι ως μορφής του Μηδενός) στην έναρξη της Επ.τ.Λογ. του Hegel, μπορεί να είναι διαμφισβητούμενη (και από την ταπεινότητά μας), ακόμα και σε ένα πλαίσιο πρόχειρης "υπέρβασής" της όπως γίνεται από τους ταχέως σπεύδοντες προς το καθορισμένο-Είναι, αλλά σημαίνει κάτι βαθύτερο ως προς την ίδια την αυτοσύσταση του Σημείου ή της γλώσσας ως σημείου-Εν-ός και την σχέση της ως αυτοσύστασης με την ίδια την γλωσσική σύσταση τού ανθρώπινου "εξωτερικού" και "εσωτερικού" όντος.
Η τελειότητα που υποθέσαμε στην προηγούμενη δημοσίευσή μας εν σχέσει με το Εν της γλώσσας, πέραν της πρόδηλης γενικής καταγωγής της από την (προαιώνια) οντολογία ή μεταφυσική, σημαίνει την ξένωση του γλωσσικού όντος, άρα και του ανθρώπινου όντος δια της σημειακότητας, και ως ξένωση-τελειότητα ή τέλεια ξένωση αποτελεί όχι μόνον ένα ιδιοσυστατικόν συγκροτησιακόν των ανθρώπων ως ανθρώπων, αλλά και μια αιώνια και διαρκή εκκίνησή τους από την ρίζα τους, από την δυνατότητά τους δηλαδή να κινηθούν ελεύθερα στο δεσμευτικό μεν μετωνυμικό πλαίσιο που σχηματίζεται δια του πολύπτυχου διπόλου σημείο-Εν-Μηδέν<<Μηδέν>>Ον-Είναι, αλλά και δι'αυτού και μέσω αυτού στο λυτρωτικό κενό (κενά) της απόστασης (αποστάσεων) που υπάρχει (υπάρχουν) πάντα σε μετωνυμικές λειτουργικές μορφές ή μη-δομές.
 
Είναι όμως αυτή η τελειότητα του σημείου περιέχουσα τελικά ένα Είναι ή ένα Μηδέν, ακόμα κι αν αποκλείσουμε "ασυνείδητα" ή "εξωγλωσσικές/διαγλωσσικές ενορμήσεις";
Νομίζω πως η συγχώνευση των όρων του Είναι και του Μηδενός εντός της σημειακής ξενωτικής τελειότητας εκτός του ότι δεν επιτρέπει αντιπροσωπευσιακές λειτουργίες ή ιδιότητες εις αυτό, αποτρέπει τελικά και την ίδια την σταθερή ύπαρξη (κάθε) κάποιου διαλεκτικού ανακαθορισμού μεταξύ στιγμών όπως το Είναι ή το Μηδέν κ.λπ.
Αυτή είναι και η πιθανή λύση του ερμηνευτικού προβλήματος της πιθανής αποφατικότητας ως λειτουργίας συγκρότησης των όρων Είναι και Μηδέν εις το καθαρό-Είναι της εγελιανής εκκίνησης, εφόσον τελικά η ουσία δεν είναι το εργαλείο της αποφατικότητας (εκεί) από τον κατασκευαστή του συστήματος Hegel (το οποίο είναι πάντα προβληματικό) αλλά η πιθανή η υποθετική (από εμάς) προσπάθειά του να συγκροτήσει την σημειακή τελειότητα, όπως την περιγράψαμε.
 
Πρέπει όμως να ξαναπιάσουμε το νήμα εκεί όπου το έχουμε αφήσει, στις εγελιανές έρευνές μας, για να γίνουν πράγματα σαφέστερα και για τους αναγνώστες μας.
 
 
Ιωάννης Τζανάκος

Hegel και σημείο..



Κατά την σημειακή οργάνωση των όντων "αυτά" είναι μια ολότητα, ακαθόριστη κατά την μη εναρκτική έναρξή της, και "αυτό το πράγμα" είναι Hegel παρουσιασμένο στην αρχή ήδη της Επιστήμης της Λογικής.
Το γεγονός αυτό, της πρώτης εμφάνισης στον Hegel μιας θεωρίας περί σημείου και γλώσσας αλλά με τους σύγχρονους όρους μιας πραγματικά διιστορικής ερμηνείας, είναι αναμφισβήτητο, και μου κάνει εντύπωση πως τα εγελιανά λαγωνικά δεν το έχουν αυτό επισημάνει και δεν έχουν δι'αυτού ανοίξει μια συναρπαστική συζήτηση που δεν έχει γίνει, στην ελλάδα τουλάχιστον.
Υπάρχει εντός και δι' αυτής της πτυχής μια εξίσου συναρπαστική εγελιανή συνύφανση με την έννοια του μηδενός κ.λπ
Αφήστε βρε λιμπιντομηχανάκια τα ασυνείδητα, και πιάστε λίγο παραπάνω την σκέψη/γλώσσα, τι εγελιανοί είστε;




Ιωάννης Τζανάκος

Κυριακή, 18 Δεκεμβρίου 2016

στην μνήμη του Ντιγιάρ Μπαγκόκ


στην μνήμη του Ντιγιάρ Μπαγκόκ


Η κίνηση της εικόνας του μέλλοντος παγώνει το παρόν όπως η ακινησία της εικόνας του παρελθόντος παγώνει το παρον, και η συνύπαρξη της κίνησης και της ακινησίας που σημαίνει το παρόν παγώνει το μέλλον και το παρελθόν. 
Η αιτία "στάσις" που παράγεται ως η ουσία του χρόνου σε όλες τις εκφάνσεις είναι η αναγκαστική συνθεματικότητα της κάθε έκφανσης, που συμβαίνει γιατί ο χρόνος δεν μπορεί στο ύψος και το βάθος του να είναι κάτι άλλο από εικόνα: εικόνα και στάσις είναι ταυτά ως έκφραση στατικής ενότητας κίνησης και ακινησίας. 
Αυτή η έννοια της ταυτότητας μπορεί να θεματοποιηθεί ως σύνθεμα και ως μια σημαντική μορφή της εικόνας (εικονίζειν). 
Ο χρόνος υπάρχει ούτως ως το συνθεματικό-εικονικό ον των εκάστοτε άλλων δύο εκδοχών του. 
Έτσι ουσιακά το παρελθόν είναι αυτό που συνθεματίζει-εικονίζει το μέλλον και το παρον, το παρόν αυτό που συνθεματίζει-εικονίζει το παρελθόν και το μέλλον και το μέλλον αυτό που συνθεματίζει-εικονίζει το παρελθόν και το παρον, υπό την έποψη ομως πάντα της ειδικής τους εικονο-οντολογικής σύστασης που δεν περιέχεται σε ένα γενικό και αυτο-αυτούσιο ως προς την σημειακότητά του τρίπτυχο: παρελθόν, παρόν, μέλλον, αλλά σε ένα τρίπτυχο που παράγεται ως αυτούσιο μεν τρίπτυχο αλλά εξαρτημένο από την αυτο-αυτουσιότητα του ενδότερου δίπτυχου που σημαίνεται ως: μέλλον κίνηση-γίγνεσθαι στασεοποίησης του παρόντος, παρελθόν ακινησία-γίγνεσθαι στασεοποίησης του παρόντος. όπου στάσις είναι το απώτατο δημιουργικό αίτιο που διαμεσολαβείται από το παρόν. 
Όπου όμως το παρόν δεν είναι αυτό καθαυτό η ουσία της στάσεως αλλά το απόλυτα αναγκαίο μέσο της που ωστόσο υπερβαίνεται από αυτήν πάντα, αφού η στάσις είναι ένα αεί αδιαμεσολάβητο διαμεσολαβόν της. 
η συνθεματικότητα του δίπτυχου που αποτελεί την αυτο-αυτουσιότητα της αυτουσιότητας του τρίπτυχου της φαινόμενης οντικότητας του χρόνου είναι παράγουσα συνθεματικότητα, ένα συν-θέτειν, ενώ η συνθεματικότητα του ίδιου του φαινόμενου τρίπτυχου είναι μια παραγόμενη συνθεματικότητα, ήτοι ένα σύνθεμα-συνθέσεων. 
Γιατί βέβαια μόνον εντός ενός δημιουργημένου παραγμένου μπορεί να υπάρξει σύνθεση ή συνθέσεις και όχι έτσι αδιαμεσολάβητα μια άμεση σχέση συνθέτειν και σύνθεσης. 
η ουσία της συνθεματικότητας, το σύνθεμα ως αυτο-αυτουσιότητα, είναι η στάση και η στάση είναι το άχρονο εντός του έγχρονου όντος. 
Η νεώτερη ψευδοβασιλεία του παρόντος δεν είναι απλά ένα από τα (άλλα) γνωστά θεάματα αντιθεάματα των νεώτερων, αφού η ανάδυσή του (του παρόντος) περιέχει έναν μυστικό και μυστικοποιημένο δεσμό με το άχρονο της στάσεως δια του διαμεσολαβητή του. 
Είναι όμως και παραμένει μια ψευδοβασιλεία ακριβώς γιατί κανένας αιωνίως διαμεσολαβητής δεν μπορεί να υποκαταστήσει τον διαμεσολαβόντα. 
βέβαια θα ισχυριστούν χαρούμενοι και θα χαρούν ισχυριζόμενοι ότι αυτό είναι κάτι, ένα κάτι, εν αντιθέσει προς το τίποτα ή το μόνον εις τας παρυφάς υπάρχον της προαιώνιας μεταφυσικής του χρόνου και του άχρονου ως προς το παρόν, αλλά θα ψεύδονται ως μη γνωρίζοντες την προαιώνια μεταφυσική, μέσω μιας θελητής άγνοιας που μετατράπηκε με την συνήθεια σε αθέλητη. 
Για την προαιώνια μεταφυσική το παρόν υπήρχε πάντα ως σκλάβος της στάσεως και ως εκ τούτου ούτως δεν υπήρχε, όπως ένα μυστικό του δεσπότη, που ωστόσο υπάρχει, ενώ οι νεώτεροι που το αναβιβάζουν στην ύπαρξη της εμφάνειας το αναβιβάζουν μόνον ως μυστικό του δεσπότη χωρίς να λένε ή να είναι αυτό το μυστικό αλλά ένα νεκρό σώμα του που είναι το νεκρό του σώμα και τίποτα άλλο. 
Σαν να λέμε πως ό,τι εκρύβετο εμφανίσθηκε νεκρό. 
Αυτό είναι το έπος της μοντερνικότητας. 
Ένας κρυμμένος που ζούσε ως μυστικό και το τραγούδι του διαπερνούσε τα μύχια της ζωής και οι μοντέρνοι τον έβγαλαν ως νεκρό στην επιφάνεια, γι'αυτό εξάλλου τον ονόμασαν παρόν -τα, γι'αυτό τον εξάλειψαν ως σκλάβο του μεγάλου Χρόνου, του ά-Χρονου. 
Γιατί αν καταστρέψεις την οργανικότητα ενός οργάνου που μπορεί να είναι μόνον όργανον ενός υπέρτερου σώματος -και αυτό δεν είναι κανών σε κάθε περίπτωση, αλλά εδώ είναι- μπορεί να το καταργείς ως μυστικό, ως μυστικό σκλάβο τού δεσποτικού αυτού όντος, του υπέρτερου σώματος, που είναι ο μεγάλος, ο ένδοξος Χρόνος ά-Χρονο, αλλά τον καταργείς και ως είναι οντολογικώς. 
Δεν υπάρχει μεγαλύτερη απώλεια του παρόντος από εκεί που λατρεύτηκε και λατρεύεται. 
Η λατρεία του παρόντος σε όλες τις τις εκδοχές είναι λατρεία ενός πτώματος και ως λατρεία είναι και αυτή πιά πτώμα. Αυτό που στόχεψαν είναι η στάσις και αυτήν την εξορισμένη πτυχή ψάχνουν, χωρίς όμως να θέλουν να αφήσουν τον μοντερνισμό τους και την αντιθεαματική θεαματική λατρεία τους. 
Αυτό που υπάρχει ουσιωδώς αν και εικόνα είναι το παρελθόν μέλλον μέλλον παρελθόν.  
Ο χρόνος ως Δόξα.
 
ΔΟΞΑ ΣΤΟΝ ΝΤΙΓΙΑΡ ΜΠΑΓΚΟΚ



Ιωάννης Τζανάκος

Σχιζοανάλυση του όντος-ως-σημείου..

Σε συνέχεια του:


Η σχιζοανάλυση αποδέχεται συνήθως την τυπική και ορθή επιστημονικά (από την άποψη της ψυχιατρικής) περιγραφή της σχιζοφρένειας ως μιας διαρκούς κίνησης μεταξύ μιας ("επιθυμούμενης") υπερ-Εν-ότητας των όντων και μιας αναπόφευκτης θρυμματίζουσας διάλυσης σε μια υπερ-πολλαπλότητα.
Αντίθετα από ό,τι συνήθως θεωρεί ο κόσμος η σχιζοφρένεια δεν σημαίνει διχασμό ή σχάση σε δύο ή τρία μέρη (της ψυχής) αλλά τον απόλυτο διασκορπισμό και την ενόρμηση προς ένα απόλυτο Εν.
Κατά την ορθή της ροπή η σχιζοανάλυση (κορυφαίος ο Ντελέζ) διαβλέπει το μη (αποκλειστικά) ψυχιατρικόν αυτής της κίνησης, αλλά νομίζω "λαθεύει" στον βαθμό που περιορίζεται ή εγκλωβίζεται (φροϋδομαρξιστικώς) στην επιθυμητική ικανότητα ή την επιθυμητική μηχανή και δεν διαβλέπει εντός της ίδιας της γλώσσας ως Εν-ογενούς σημείου-όντος το "μυστικό" της υπόθεσης.


Η ριζική μετωνυμική λειτουργία της γλώσσας (στην ολότητά της) ως απόλυτου ξενωτικού σημείου, το οποίο ως ξενωτικόν ιδρύει το όλον ως εικόνα ή αφαίρεση τού Είναι, ενέχει όπως είναι προφανές μιαν ειδική μηδενοποιητική ή κενωτική ιδιοτυπία η οποία διατηρείται ακόμα κι αν υποθέσουμε πως στο ατελές ή τελειωτικόν τέλος μιας διεργασίας ένωσης του σημείου με το όλον έχει επιτευχθεί η ενοποίηση ως "εμπεριέχουσα" πολλαπλούς καθορισμούς των όντων, ή απλά μιά ανυποστασιακή ενότητα αυτών.

Η διατήρηση της ξένωσης τού σημείου [γλώσσας-ολότητας/Εν-σημείον] και κατά μίαν πιθανή κατάσταση πληρότητάς του ως Λόγου, σημαίνει πως έχουμε να κάνουμε με μιαν ειδική ολική ή ολιστική τρόπον τινά μετωνυμική λειτουργία η οποία κινείται αενάως εις έναν διχασμό, αλλά έναν συγκεκριμένο διχασμό που σχηματίζεται εντός και δια μίας μη δομικής οντικής διαίρεσης.
[Με συνοπτικό και αφοριστικό τρόπο θα έλεγα πως ευθέως η μη δομικότητα του διαχωριστικού σχηματισμού αυτού σε μιαν (δική μας) θεώρησή του ως μη-δομικού αποκλείει (σαν θεωρήσεις) και τον δομισμό και τον μεταδομισμό.
Επίσης, για να διευκρινίσω περαιτέρω τι λέω, τονίζω πως δεν είναι τυχαία η μη χρήση από μένα (παρά μόνον αναφερόμενος στην θέαση) της έννοιας της οντολογίας. Υπάρχει το οντικό επίπεδο οργάνωσης των όντων και μόνον κατά θεωρησιακή εξαίρεση το λεγόμενο οντολογικόν, πράγμα που σημαίνει πως δεν αποδέχομαι τον κεντρικό άξονα (και τις λεπτομέρειες) του χαϊντεγκεριανού διαχωρισμού σε οντικό και οντολογικό. Αλλά ας προχωρήσουμε..]  

Τι είναι όμως και τι σημαίνει αυτός ο διχασμός;
Ας δούμε κάποιες πτυχές του.

Η κατά την γενική συμβολιστική του Λόγου ξενωτική διεργασία έχει κατά καιρούς ιδωθεί και ως διεργασία επιστροφής εις εαυτόν.
Όμως μάλλον οι δύο στιγμές θεωρούνται ως σχετικά διαχωρισμένες, και ίσως μόνον σε φαινομενικά σκοτεινές γραμμές του Hegel θα βλέπαμε να επιχειρείται μια άλλη αντιμετώπιση του θέματος υπό το βλέμμα μιας θεώρησης της διεργασίας ξένωσης και της επιστροφής μιας συμβολικής ενότητας εις εαυτόν εντός όμως μιας ταυτότητας ίσως και ταυτοχρονίας.

Η ξένωση του σημείου από τον κόσμο τον μετατρέπει άμεσα σε Κόσμο Λόγο, αλλά μόνον μια επίγνωση της γλώσσας ή του Λόγου ως ολικού σημείου το οποίο παραμένει ξενωμένο και ως ξενωμένο παράγει τον Κόσμο σε Κόσμο Λόγο, μπορεί να ανατροφοδοτήσει τον στοχασμό και την ελλογότητά του με τα ίδια τα πραγματικά δεδομένα ως συμπεριλαμβάνοντα και τον Κόσμο Λόγο αλλά και το παραγωγικό στοιχείο της ξένωσης (τού σημείου).

Η μορφή του σημείου ούτως μπορεί να παρουσιασθεί ως μια διαρκής αναπτύχωση εντός ενός διαρκούς διχασμού σημείου και όντος, και ο διαρκής διχασμός σημείου και όντος ως η διαρκής ενπτύχωση του όντος στον διχασμό του με το σημείο και αντίστροφα (του σημείου στον διχασμό του με το ον).

Η εξωτερικότητα του σημείου είναι μια οντική ένδειξη ότι το ον και όχι ο άνθρωπος ονειρεύεται τον εαυτό του δια του ανθρώπου.

Δεν ξέρω αν η σχιζοανάλυση θα μπορούσε να ακολουθήσει έναν τέτοιο δρόμο για την ηθική δικαίωση της τρέλας και την απονομιμοποίηση, ηθική και επιστημονική, της αποκλειστικά αναγωγιστικής ψυχιατρικής, πάντως όντως η τρέλα και ειδικά η σχιζοφρένεια ενυπάρχει ως ένα στοιχείο της ίδιας της σύστασης του Λόγου ως πιθανού ολικού σημείου του όντος κατά την ιδρυτική όμως και συστατική θεμελίωση και λειτουργία της γλώσσας ως ολότητας, ήτοι σε άμεση συνάφεια προς την ίδρυση του ίδιου του όντος ως ολότητας που αντίκειται στο σημείο και αντίστροφα (του σημείου που αντίκειται στο ον ως ολότητα).
Μια μη (αποκλειστικά) ψυχιατρική σχιζοανάλυση θα μπορούσε να αναζητήσει την σημειακή σχιζο-ποίηση του κόσμου και όχι κοινωνικές ή ψυχικές θεραπείες (μόνον) με ή χωρίς τον έναν ή άλλο κοινωνιολογικό ή ψυχαναλυτικό αναγωγισμό, αφήνοντας κατά κάποιο τρόπο και (σ)την ψυχιατρική (σ)την καθαυτό εργασία της.

Μια ποίηση του κόσμου που θα διέφευγε της σχιζοφρενικής ή σχιζοφρενογενούς Εν-οποίησης, χωρίς να επιθυμεί βέβαια μιαν ολοκληρωτικίστικη κατάργησή της, θα ήταν πάλι στηριγμένη στην ολική μετωνυμία τού Εν-σημείου [ή σημείου-Εν] με το ον, με την επιθυμία να μην σβήνει της απόλυτης Εν-ότητας αλλά ταυτόχρονα με την επίγνωση και το θάρρος (εξόχως επιστημονικό) του διαρκούς διχασμού ή ξένωσης, δηλ. (και) της αποδοχής τής ιδιοτυπίας της ξένωσης όπως αυτή εμπεριέχεται νομοτελειακά σε ένα σημειακό συμβολικό ον, όπως ο άνθρωπος.



Ιωάννης Τζανάκος
 

Το σημείον ως κάτοπτρον του Εν-ός/Όλου..


Κατά την γνώμη μας υπάρχει κάποια μορφή ριζικής μετωνυμικής λειτουργίας της ολικής γλωσσικής μορφής σε σχέση με την πραγματικότητα που συστοιχεί στο γλωσσικό σύστημα, αρκεί να αναφερόμαστε σε μια ευρύτερη εικόνα αυτού του συστήματος όπως αυτό πιθανόν αντιστοιχεί σε μεγάλα σύνολα των όντων.
Η ριζική αυτή ικανότητα και πράξη δεν είναι κατασκευασιακή, ήτοι δομοποιητική, προϋφίσταται όταν υφίσταται.
Η απόδειξη της μετωνυμικότητας μεταξύ σημείων ειδικά και των όντων θα επανέφερε τον στοχασμό για την γλωσσική μορφή σε παλαιές οντικές κοίτες, όμως το σημείο ως το έσχατο υλικό ακόμα και όταν αυτό τίθεται ως το όλον των  (ενεργών και πιθανών) σημείων δεν έχει καμμία εμφανή ομολογία, αναλογία ή οντική συγγένεια κατά την υφή προς τα όντα τα ίδια, εκτός κι αν κάτι μας διαφεύγει.
Το σημείο ας πούμε πως είναι πέραν του ήχου ή της γραμματικής μορφής του ένα σύμβολο, αλλά και έτσι έχουμε ήδη αφαιρέσει με βίαιο τρόπο την ιδιότυπη υλικοσυμβολική και υλική ξενότητά του ως προς το (εξωγλωσσικό) ον ή τα (εξωγλωσσικά) όντα.
Το σημείο με την ισχνή του υλικότητα και παρά την ισχνή του υλικότητα, και ως φώνημα και ως γραμματική μορφή, είναι ένα Ξένον, ένα Μηδέν, ένα ριζικό Έτερον των όντων, και μάλιστα ένα μοναδικό ως προς την ξένωση τον μηδενισμό και την ριζική του ετερότητα ως προς όλα τα όντα και το ον ως όλον.

Όμως, για δείτε, ακριβώς αυτή η απόλυτη ξενωτική μοναδικότητα του σημείου, στην πραγματικότητα ιδρύει και το Όλον των όντων ως Ον ή Είναι ως πλάσμα της νόησης και της γλώσσας, άρα είναι ακριβώς αυτό που εισάγει τον φορέα ή υποστασιακό τελεστή της γλώσσας-σημείο σε ένα κάτοπτρο εκ του οποίου ορά (ακόμα και θολά ή στρεβλά αν θέλετε) τα πράγματα ως ξένα μεν αλλά εντός μιας ολότητας, πιθανόν πάλι ακόμα ακαθόριστης σε ένα αρχικό ή διαχρονικό επίπεδο.
Δεν έχει τόση σημασία τελικά (ή μόνον) αν η γλώσσα σκέφτεται (με) τον άνθρωπο ή ο άνθρωπος σκέφτεται δια της γλώσσας, αφού έτσι κι αλλιώς μόνον δια της γλώσσας με την γλώσσα και εκ της γλώσσας αυτός (ο "άνθρωπος") ορά ή μορφοποιεί τα πράγματα ως ένα όλον ή ως μια ενότητα.

Η απόλυτη ξένωση του ανθρώπου, ως όντος ειδικά καθορισμένου από την γλώσσα, από τον κόσμο, όπως συμβαίνει ως ένα ιδρυτικό γεγονός που δεν τον "συνοδεύει" απλά ή τον συνκαθορίζει, αλλά ως ένα γεγονός που τον διαποτίζει εις όλο το φάσμα της υπόστασής του, δεν είναι λοιπόν (όπως και κάθε άλλη ιδρυτική μηδενοποιητική πράξη) ένα ακόμα συμβάν ή μιά ακόμα δομή που συνδομεί το ανθρώπινο αλλά (είναι) το κύριο ουσιακό ή προ-δομικό συμβάν του ανθρώπινου.
Αυτό δε, το συμβάν ξένωσης από τον κόσμο είναι και η βασιλική και μοναδική οδός τής καθολικής ενώσεως με τον κόσμο.
Και μάλιστα, για να τελειώνουμε όχι και τόσο ευγενικά με τους μαρξιστές ή άλλους "αντιμηδενιστές" ηλίθιους, αυτή η αποξένωση (αλλοτρίωση) δεν είναι ιστορική, δεν είναι "αρνητική" (με την κοινότοπη "αξιολογική" έννοια του όρου), δεν θα αρθεί ποτέ, δεν θα καταστραφεί ποτέ, παρ'εκτός κι αν γίνει εφικτή η κατασκευή μιας νέας τεχνητής ζωής κατά ένα ολοκληρωτικό μοντέλο, πράγμα μάλλον όχι απλά απαίσιο αλλά και ανέφικτο.

Είδαμε λοιπόν πως η ολική συμπερίληψη του ανθρώπινου από την ξένωση τού σημείου έναντι των όντων, ενώ σημαίνει αυτό που σημαίνει, δηλαδή την αποξένωση και την απόσπαση από την (άμεση) φύση και τα πράγματα, είναι ταυτοχρόνως και ταυτώς μια πιθανότητα ένωσης με το ον ή τα όντα ως Όλον ή ενότητα (ή και ολότητες/ενότητες;).

Μπορούμε να υποθέσουμε προνοητικά, και για να προλάβουμε τις αντιρρήσεις των συμβατικιστών κάθε μορφής, πως αυτή η είσοδος-έξοδος του ανθρώπινου όντος στο όλον-Εν, όπως μάλιστα συμβαίνει ήδη κατά την ανάδυσή του ως γλωσσικού όντος, πιθανόν να είναι μια επιθυμία, ένα φάντασμα, ένα Κάτι το οποίο περιορίζεται στην ίδια την μορφή του όλου/Εν-ός ως περίκλειστης μορφής εντός της ίδιας της γλωσσικής μορφής.
Στο ίδιο μήκος κύματος τα παράσιτα τού τραπεζιού, που ζούνε με τα αποφάγια της φιλοσοφίας και της επιστήμης, ήτοι οι (νεο-)φροϋδιστές, θα δεχθούν μεν την ύπαρξη ακαθόριστων (ακόμα) ολοτήτων ή ενοτήτων όπως εκβάλλονται αυτομάτως από την ξενωτική λειτουργία τού σημείου  ως τής γλώσσας ως εν γένει, αλλά θα την ανάγουν και αυτήν και τις ολότητες/εν-ότητες "της" στο ασυνείδητο (σώπα καλέ!), άρα σε μια ακόμα (αμιγώς-) ανθρωπογενώς υποκειμενική υποστασιακότητα η οποία σε μια πολύ τακτοποιημένη ενδοκοινωνική αναφορά (οι ιστορίες των συνδρόμων κ.λπ) παρουσιάζεται ως κάτι εν τέλει (πάλι) μη-κοσμικό μη-φυσικό ή έστω μη-ολικό ή Εν-ιστικό (όχι εν-ικόν, αυτό σημαίνει το μοναδικόν). 
Με το πολύ ζόρι, αν υπάρχουν ψυχαναλυτές ή γλωσσολογο-φιλόσοφοι που θα αποδέχονταν μιαν έννοια της ολότητας ή Εν-ότητας, ακόμα και έτσι είμαι σίγουρος πως θα φρόντιζαν να περικλείσουν την έννοια και την κατάσταση της απορρέουσας από την σημειακή ξένωση ολότητας/Εν-ότητας σε ένα σχεσιακό μη-ολικό ή μη-κοσμολογικό πάντως σίγουρα μη-φυσικό πλαίσιο, η δε εκάστοτε εμφάνιση μορφών συμβολισμών ή γλωσσονοητικών ή νοητικών μορφών με έντονη την διαπότισή τους από την ίδια την ολότητα του σύμπαντος κόσμου ή την επιθυμία για αυτήν θα καταχωρούνταν στο συμπαθητικό τόπο τού "μύθου" ή (πάλι) του ασυνειδήτου ως ακόμα μη διαμεσολαβηθέντος από τον φωστήρα χασάπη νεο-εξολοθρευτή της φύσης. 
Πάντως σε κάθε περίπτωση το νέο παπαδαριό που λέγεται "ορθολογιστική" διανόηση έχει ως εγχάραξη μέσα του την αμφισβήτηση κάθε ονείρου, Λόγου, συμβόλου ή σημείου που δια της ξενώσεως που διαλειτουργεί θα έφερε την αξίωση ότι εκφράζει σημαίνει υποσημαίνει κάτι ολικόν έξω από το υποκείμενο.
Να λοιπόν που ερχόμενοι στην αρχική μας υπόθεση ανακαλύπτουμε πόσο σημαντική μπορεί να είναι η πιθανότητα η γλώσσα να έχει τελικά μιαν ριζική μετωνυμική λειτουργία αν την δούμε ως ολότητα και την ίδια και το κυριότερο αν την δούμε ως εκφράζουσα και πράγματα τα οποία δεν είναι περιορισμένα στις τυπικές ενδογλωσσικές λειτουργίες είτε αναφοράς (ακόμα και δημιουργικής) προς το κοινωνικό υποκείμενο είτε αναφοράς (ακόμα και δημιουργικής) προς κάποιο "ασυνείδητο"..




Ιωάννης Τζανάκος  

Η επιστροφή στο σημαίνειν της (εσωτερικής) Φύσεως..


Η γλωσσολογική στροφή στην φιλοσοφία τον 20ο αιώνα δεν ήταν αποτέλεσμα αυθαίρετης ή δημιουργικής επιλογής αλλά (αποτέλεσμα) της ίδιας της ανάδυσης μέσω της νεώτερης γλωσσολογίας τής αλήθειας της γλώσσας ως ενός αυτόνομου σημειακού συστήματος το οποίο δεν ακολουθούσε τους άμεσους βιολογικούς προκαθορισμούς των άλλων έμβιων όντων κατά την επικοινωνία τους (το δικό τους επικοινωνιακό ή γλωσσικό σύστημα).
Βέβαια με τον καιρό άρθηκε η πρώτη αρχική απόλυτη κατάταξη των μορφών σημειακής επικοινωνίας των άλλων έμβιων στον χώρο της (απόλυτης) μη γλωσσικότητας, ωστόσο παρέμεινε η διαφοροποίηση της ανθρώπινης γλώσσας και η τοπο-θέτησή της σε ένα μη φυσικό χώρο του υπαρκτού, με την έννοια μάλιστα που συμπλέκεται με την αναδυσιακή και όχι αναγωγική δομή (άρα και έννοια) της συστημικής βιο-εξέλιξης, πράγμα που αποκόλλησε επίσης την γλώσσα από την ευρύτερη μιμητική δομή, την επίσης ελκόμενη από την (άμεση) ζωϊκή/προ-ανθρώπινη φυσικότητα.
Η ανθρώπινη γλώσσα παρουσιάζεται να είναι ένα σύστημα επιτελέσεων ή η ίδια ένα σύστημα σημειακής επιτέλεσης του όντος, το οποίο δεν έχει τίποτα το φυσικό ή κοσμικό με την έννοια που έχει όχι μόνον κάθε άλλο επικοινωνιακό σύστημα αλλά και κάθε άλλο σύστημα στον κόσμο.
Η γλώσσα είναι το παρουσιαζόμενο ως μη φυσικό επιτελεστικόν που αντιπροσωπεύει μιαν υπερβασιακή συστημική λειτουργία τού σημείου (των σημείων) και το οποίο συμπλέκεται με την ανθρώπινη κατάσταση όχι (απλά) ως ένα καθοριστικό συμπροσθετικό στοιχείο αλλά την ιδρύει (ως ανθρώπινη κατάσταση) και την κάνει αδιανόητη χωρίς την γλώσσα.
Ομιλώ, συμβολίζω, σημαίνω, αποφυσικοποιώ το ον, άρα υπάρχω ως άνθρωπος ή απλά υπάρχω ως υπερβασιακή σημειακή υπόσταση.

Η ρίζα των ανθρωπολογικά σημαινόμενων καταστάσεων του ανθρώπου ως ειδικά ανθρώπινων ή αμιγώς ανθρωπογενών είναι η γλωσσικότητα και το σημαίνειν, με τα χαρακτηριστικά τους όπως τα σκιαγραφήσαμε.
Η ρίζα της αμιγώς ανθρωπογενούς κατασκευασιακής ικανότητας του ανθρώπου είναι η γλωσσικότητα και ως τέτοια σημαίνει κατά την οπτική μας ένα παράδοξο σύστημα αναγκαίας αλλοτρίωσης του ανθρώπινου, το οποίο είναι ενσωματωμένο στην ίδια του την υπόσταση, ανατινάσσοντας τελικά ακόμα και το ενδεχόμενο αυτή (ως υπόσταση) να θεωρηθεί ως πιθανά μια "δεύτερη Φύση" κατά τα πρότυπα της "πρώτης Φύσης" όπως παρουσιάζονται σε ένα εμπειρικό πλαίσιο.
Ο άνθρωπος είναι το μη φύσικο ον που σημαίνει γλωσσικά το ον επιτελώντας την γλώσσα και επιτελεί την γλώσσα σημαίνοντας κατά την μη φυσικότητά του το ον. 
Το ον δεν είναι αντικειμενικό με την έννοια αυτή, εφόσον το ίδιο καθαυτό (αυτό τούτο) είναι ένα σημείο στο πλέγμα της σημειακής μη φυσικότητας του ανθρώπινου γλωσσικού σημαίνειν.

Ωστόσο αυτή είναι η εκκίνηση της σκέψης και της ίδιας της ιδρυτικής μη φυσικής γλωσσομηδενοποιητικής πράξης τού ανθρώπινου όντος, κατά την (μη-αυτοδημιουργούμενη) ίδρυση και τις επανιδρύσεις τής σημειακής υπόστασής του, και όχι η συνολική της οντική ουσία, εφόσον η ίδια η Φύση ως Κόσμος και όχι ως ένα σύστημα άμεσων επιτελέσεων των αναγκών και των επιβιωσιακών λειτουργιών των έμβιων εν γένει, δεν είναι αυτό που συνήθως νομίζουν οι ακολουθητές της άμεσης εμπειρικής ή ακόμα και θετικοεπιστημονικής βίωσής της.
Ο Κόσμος είναι ένα χρονικό/υπερχρονικό Είναι/Μηδέν που ενώ σημαίνεται αρχικά από το μη φυσικόν της ανθρώπινης γλώσσας, ας πούμε (σχηματικά) ορθότερα, αναδύει και απορρέει επιτακτικά και τραγικά το αναγκαίο αίτημα της επανεύρεσης τού ανθρώπινου και εξωανθρώπινου Είναι ως φυσικού και ολικά κοσμικού.
Αυτό μάλιστα δεν το κάνει μόνον δια της θρησκείας, της φιλοσοφίας, ακόμα και της επιστήμης ως συνολικής εικόνας, αλλά με τις ίδιες τις άμεσες λειτουργίες τής γλωσσικότητας και του συμβολισμού ή τού σημαίνειν τής ανθρώπινης υπόστασης.
Η ίδια η κοινωνικογλωσσική ζωή τού ανθρώπου είναι στιγματισμένη από την άμεση (ενδογενή) ενδογλωσσική ροπή σε μια άμεση φυγή από το σημαίνειν ως ενός αμιγώς ανθρωπογενούς επιτελείν του σημείου.

Η ενόρμηση λοιπόν του μηδενίζειν της Φύσης και του Κόσμου όπως είναι εγγεγραμμένη στην ίδια την υφή και το εσωτερικό νόημα τής γλωσσικότητας μετατρέπεται σε μιαν άμεση ανάφλεξη (αυτής) της μηδενικότητας προς την ολική έκφραση και σημειοποίηση τού Κόσμου και της Φύσεως, χωρίς μάλιστα αυτό να εννοείται ως αιτούμενο από μια εξωτερική φυσική ή επιβιωσιακή αναγκαιότητα.
Η αιωρούμενη σημειακότητα της γλωσσικής επιτέλεσης μπορεί άρα να δημιουργεί έναν αμιγώς ανθρώπινο επιτελεστικό σύστημα και ούτως έναν μη-φυσικό μετα-κόσμο, αλλά αυτό είναι πάλι ένα σημείο που κάμπτεται άμεσα ως αιωρούμενον και αμιγώς επιτελεστικόν με την βύθιση στο Είναι/Μηδέν ως όλον, άρα ως Φύση και Κόσμο, και μάλιστα κατά την ίδια την καθημερινή λειτουργία των πιο καθημερινών ανθρώπων που υπάρχουν (και αυτοί βέβαια) μόνον και αναγκαία και δια της γλωσσικότητος.      

Η εποχή κατά την οποία η σημειακή αιώρηση και το ελευθέρως ελεύθερο σημαίνειν τής ενδογενούς επιτελεστικότητας της ανθρωπογλωσσικής υποστάσεως ήτο (ως σημαία μάλιστα της αντι-οντολογικής διανοήσεως) το τέλος (τελειώσεως) τής σκέψης και της βίωσης, έχει παρέλθει και αυτό καθόλου παραδόξως δεν συμβαίνει επί της βάσεως ενός νέου (χυδαίου ή μη χυδαίου) υλισμού ή ρεαλισμού ή (επί της βάσεως) μιας εξωτερικοποιητικής υπαγωγής της γλώσσας στην φιλοσοφία και το "ον" της κ.λπ αλλά επί της βάσης ενός ήδη υπάρχοντος και πάντα ζώντος καθημερινού ενδοστοχασμού τής ίδιας της καθημερινής γλωσσικότητος ως γλωσσσικότητος, ειδικά μάλιστα χωρίς την αυτεπίγνωση μέσω κάποιου δευτερογενούς κοσμοθεωρητικού ή άλλου συστήματος.
Ο κόσμος αρνείται σιγά σιγά, δεν ξέρω αν "προλαβαίνει", την σημειακή αιώρηση και την πολυεαυτοτικότητα της αυτονομημένης γλώσσας και του υποκειμένου ως κεντρικού "ρόλου" σε αυτήν ως πιά υποβολιμιαίας ιδεολογίας των διανοουμένων της υπερ-επιτελεστικότητας, και αναζητάει την Φύση και τον Κόσμο.

(Θα ακολουθήσει στοχασμός για αυτή την επιστροφή..)




Ιωάννης Τζανάκος