Αυτοκαθορισμός

Αυτοκαθορισμός

Πέμπτη, 27 Απριλίου 2017

Ενδιάμεσες σημειώσεις για το σημείον (1)



Θα συνεχίσουμε την μικρή σειρά μας γύρω από το σημαίνεσθαι ως πτυχή του σημαίνοντος (το σημαίνεσθαι ωστόσο ως διακριτόν ως έννοια από το λεγόμενο αναφορικό σημαινόμενο), και την γενική επόπτευση των λακανικών θεωρήσεων στην σειρά των διαλέξεων τού Λακάν για την ψύχωση, αλλά λόγω της σημαντικότητας κάποιων σημείων στην πραγμάτευση που επιχείρησε ο σημαντικός αυτός κύριος θα καθυστερήσουμε λίγο τις νέες δημοσιεύσεις, τουλάχιστον μέχρι το σ/κ.
Ωστόσο, προσπαθώντας να περικυκλώσουμε το θέμα και να το αναπτύξουμε περισσότερο στον πυρήνα των δικών μας θεωρήσεων περί του σημαίνοντος και τού σημείου, θα αναπτύξουμε επίσης, παράλληλα, περαιτέρω την προβληματική μας "αποκλειστικά" για το σημείο.

Πρώτες παρατηρήσεις, κάπως επαναληπτικές αν κάποιος μας έχει παρακολουθήσει.

Η σημειακότητα είναι εξωτερικότητα προς το εμπρόθετο γλωσσικό υποκείμενο, ακόμα κι αν προκύπτει κατά τα φαινόμενα από "μέσα" του.
Το φωνητικό ή νευματικό γλωσσικό σημείο δεν είναι σύμβολο ή γράμμα, δεν μετέχει της ενδιάθετης σκέψης αν και η ενδιάθετη σκέψη είναι αδύνατη χωρίς την φωνητική ή νευματική της εκδήλωση.
Αυτό, όπως το εκφράζουμε αποτελεί ήδη ένα παράδοξο.
Η σημειακότητα, το σημείον δείχνει εναργώς χωρίς να εξαντλεί βέβαια αυτό που ονομάζει ο Λακάν ημι-εξωτερικότητα τής γλώσσας για το ανθρώπινο υποκείμενο.
Η παραδοξότητα που προκύπτει από αυτή την ημι-εξωτερικότητα του σημείου ολοκληρώνεται (ως παραδοξότητα) όταν δούμε με μεγαλύτερη προσοχή το άλλο σκέλος της που έχει να κάνει με την ενδιάθετη σκέψη από την σκοπιά όμως τώρα τής ίδιας τής ενδιάθετης σκέψης.
Η ενδιάθετη σκέψη είναι αδύνατη χωρίς το σημείον του σημαίνοντος-γλώσσας (και βέβαια χωρίς την γλώσσα ως "σύνολο"), υπάρχει μια ταυτότητα, αλλά και πάλι, παρά την αναλυτική θεωρητική προσπάθεια των ριζοσπαστών γλωσσοκεντριστών, δεν ταυτίζεται μαζί του, ούτε ταυτίζεται με την γλώσσα (ως "σύνολο").
Υπάρχει εδώ ένα θέμα.

Η σημειακότητα δεν είναι μόνον μια μορφή υλικής υπόστασης του σημαίνοντος αλλά η ίδια η υλική υπόστασή του ως (ένα) οργανικό και αναπόσπαστο μέρος του.

Η σημειακότητα, ή το σημείον, αν και προσδιοριζόμενον και ως εστία ή σχετικά απομονώσιμο στοιχείο μέσα στο σημαίνον δεν αίρει την ενότητα τής γλώσσας, δεν αποτελεί ένα ούτως ειπείν αποκομμένον της, όπως λόγου χάριν αποτελεί (σε μια πρώτη αφαίρεση) το αναφορικόν δεικνύον προς το "πράγμα".

Η ίδια η γλώσσα ως μη αναφορικό σύστημα, ως σημαίνον καθεαυτόν παρουσιάζει ιδιότητες που προσιδιάζουν στο σημειακόν.
Από μιαν άλλη φορά των πραγμάτων, από εκείνην του παραδόξου της σχέσης μεταξύ (τής) ενδιάθετης σκέψης και (τής) σημειακότητας όπου το σημειακόν είναι το υπερισχύον που δεν δύναται ωστόσο να κυριαρχήσει παντού (ως ταυτοτικός προσδιορισμός-καθορισμός), μεταβαίνοντας στην διάσταση του σημαίνοντος όπου τούτο περιέχει ισοδυνάμως εντός μιας σχέσης τόσο την σημειακότητα ως σημείον όσο και το σημαίνειν ως νοηματικό κυρίως στοιχείο διαπιστώνουμε ένα αντίστροφο παράδοξο:
Αν και το νοηματικόν του σημαίνοντος τείνει να κυριαρχήσει στην σχέση τούτη, μολοντούτο όχι με τον ίδιο κυριαρχικό τρόπο του σημαίνοντος ως σημείου, δεν μπορεί να το απαλείψει από παντού ακόμα και όταν είναι η κύρια λειτουργία.
Σε αυτό το παράδοξο που έρχεται να συμπληρώσει το προηγούμενο, έρχεται η ξανά, συμπροστιθέμενη τώρα, η εικόνα τής ίδιας τής γλώσσας ως σημείου όταν υπάρχει η αποκοπή τής αναφορικής λειτουργίας.
Στην πραγματικότητα, το σημείον ή σημειακότητα παράγει τρία αλληλοπλεκόμενα παράδοξα κατά την σχέση πάντα του νοηματικού και του σημειακού σημαίνοντος, ενόσω βέβαια το ένα από αυτά, το αφορών την γλώσσα ως σημειακότητα όπως έχει παραχθεί από την αποκοπή και (διαλεκτική) κατάργηση τής αναφορικής λειτουργίας της, σημαίνει με έναν αντίστροφο ή ερωτηματικό τρόπο το ίδιο το αναφορισιακό επίκεντρο ή όπως το ορίσαμε αναφορισιακό αποκομμένον. 





  
Ιωάννης Τζανάκος 

Τετάρτη, 26 Απριλίου 2017

Σημαίνεσθαι και σημαίνειν..(6)



Η (θεωρούμενη από εμάς) λακανική μετατροπή του ε-σύ σε μιαν πανοπτική μορφή ενός εκπέμποντος θεσμικού (κατά την ψυχαναλυτική έννοια) εγώ, με την μορφή πάντα τού σημαίνοντος, δεν σημαίνει βέβαια έναν ευκόλως καταγγελλόμενο εγω-λογισμό του λακανικώς σημαινόμενου (ως) σημαίνοντος.
Ελπίζω να μην νοείται έτσι η κριτική μας.
Αλλά και να νοείται έτσι, ας υποθέσουμε ότι έχετε την δυνατότητα να την εκλάβετε έστω υστερόχρονα με μιαν πλαγιότερη κλίση, ας υποθέσουμε λοιπόν πως υπάρχει ένα είδος δυνατότητας να στρίψετε λίγο το βλέμμα σας σε μιαν κάπως περιπλοκότερη κριτική γενικά της εγω-λογίας.
Είναι βέβαια δύσκολο, αν έχεις συνηθίσει σε μιαν τόσο εκτεταμένη κριτική τής εγω-λογίας και της εγω-πάθειας από το ανθρώπινο γένος και ειδικά μερικές φορές από τους εγωπαθητικότερους εντός αυτού, μετά από όλα αυτά λοιπόν, να καλοδείς μια κριτική της εγω-λογίας όταν μάλιστα απευθύνεται (φανταστικά) σε μια περίπτωση που μάλλον φημίζεται γι' αυτήν ακριβώς την κλίση, την οποία υποτίθεται πάντα υπηρετείς και εσύ, στην προκειμένη περίπτωση ο δικός μας πληθυντικός αγενείας.
Η κριτική που ασκείται στην θεωρητική εμπλοκή σε μιαν εμπρόθετη και εκπεμπόμενη σημαινότητα, ή στο σημαίνον ως σημαίνειν υπό την διάκρισή του από το σημαίνεσθαι, δεν είναι μια εύκολη υπόθεση ως προς την ανάδυσή της αλλά και την ίδια την υπεράσπισή της όταν ακριβώς ξεμυτίσει μπροστά σε τόσο φημισμένα θηρία του Λόγου.
Είναι δεδομένο ότι (το) πιθανότερο είναι να υπάρξει μια ακόμα βύθιση στην ίδια την απροσωπία που το ίδιο το ιδανικό μιας πραγματικά αφηρημένης σημαινότητας τού σημαίνοντος ως σημαίνεσθαι επιτάσσει, όταν ακριβώς τούτος που ακολουθεί αυτό το ιδανικό το ακολουθεί.
Το λέγειν ως ένα σημαίνεσθαι του ίδιου του λέγειν, ως δηλαδή ένα σύστημα σημείων που δεν διεκδικεί καμία εμπρόθετη κίνηση/ενέργεια ή την αναζήτηση ενός ε-σύ ως εγώ αλλά ούτε βέβαια την αναζήτηση ενός εγώ, τι άλλο θα μπορούσε να είναι εκτός από απεμπλοκή από κάθε όνομα ή σήμανση αυτής τής υποδεκτικότητας και από κάθε ατομική προσπάθεια με διακριτό χαρακτήρα;
Ας προσπαθήσουμε να πιστέψουμε ότι δεν είναι μόνον έτσι, και ας συνεχίσουμε λοιπόν.


Με ευαρέσκεια και ηδονή, σε μια από τις επιστροφές μου στο λακανικό κείμενο περί των ψυχώσεων, διαπίστωσα την λακανική ολίσθηση, ότι δηλαδή ο κύριος Λακάν υποχρεωμένος καθώς είναι κατά την υπεράσπιση τού συστήματός του ως αντι-κείμενου (εκ του αντίκειται) στις υπαρξιοβιωματικές αρλούμπες και άλλες αρλούμπες -εμπλεκόμενες με την λατρεία του φαντασιακού-, αναγκάζεται ωστόσο παρά τούτο το δογματοκαθολικόν καθήκον να σχετικοποιήσει ακόμα και την σημασία, ή την λειτουργική αξία τού ρήματος, με τελικό θλιβερό αποτέλεσμα να προχωρεί σε μιαν ένταξή του στο γενικό προτασιακό ή φρασιακό μόρφωμα ως σχεδόν ουσιαστικού.
Η ένταξη αυτή συμβαίνει σε πρώτο φόντο και σε σχέση με τα συμφραζόμενα του κειμένου και για να μας δείξει πως τούτο το αναθεματισμένον υπερεγωτικό ε-σύ ως προσλαμβανόμενο ή υπάρχον ακόμα ακόμα σε ένα αυτοτελές σημείο δεν μπορεί παρά να είναι και τούτο ένα εγώ, πάντα με την θεσμική αλλά πλέον υπόρρητη θεσμική έννοια, λέω...εγώ.
Μέσα στο υπερεγώ φώλιασε ένα εγώ και μάλιστα αυτό συνέβει με την ίδια του την γλωσσική υποστασιοποίηση.
Αυτή η ίδια η γλώσσα που δεν στέκεται ως ενότητα χωρίς την  ρηματική μορφή, πετσοκόβεται στο κατάντημα μιας ουσιαστικοποίησης, τόσο χαμηλά πέφτει ο κύριος Ζακ για να κρατήσει μεν την ενότητα του Λόγου και της γλώσσας χωρίς όμως να αναγκαστεί να άρει κάποια στιγμή, έστω για κάποια στιγμή, την υποκειμενικότητα εντός της, μιαν ειδικά ανθρώπινη υποκειμενικότητα.
Η ίδια η γλώσσα (το σημαίνον) υποστασιοποιείται ούτως ως μια εκδήλωση ενός διπόλου μεταξύ εγώ και ε-σύ, όπου αν και κυριαρχικό ρόλο επιτελεί το ε-σύ τούτο δεν είναι παρά ένα ε-σύ που εκπέμπεται από ένα εγώ, ένα εγώ ωστόσο που είναι περίκλειστο στην εκπομπή του ε-σύ.
Αυτή η σημαντική περίκλειση τού εγώ στο ε-σύ που εκπέμπει προς το υποδεχόμενον δεν είναι για να ξεπεραστεί όμως τόσο εύκολα, ας δώσουμε μια πρέπουσα σημασία στο γεγονός πως το υποσημαινόμενο και εμφανιζόμενο (από τον Λακάν) εγώ που εκπέμπει το ε-σύ δεν μπορεί εις την διακριτότητά του αυτή που μας απασχολεί παρά να είναι ένα εγώ που υπάρχει αποκλειστικά ως ένα εκπέμπον το ε-σύ.
Το ε-σύ δεν είναι λοιπόν μόνον ένα κυριαρχικό εγώ που προηγείται ως φωνολογική, γραμματική ή άλλη σημαίνουσα αρχή, ενόσω η ίδια η αρχή κρύπτεται μάλλον πίσω από την άμεση εκπομπή της εμφανιζόμενη ως ένα εκμπεμπόμενο ε ε-σύ!, αν και είναι όλα αυτά, αλλά είναι επίσης και αυτό το ίδιο το ε-σύ που περικλείει το εγώ ως εκπέμπουσα αρχή.
Η εκπέμπουσα αρχή προηγείται μεν αλλά πάντα εμπερικλείεται απόλυτα σε αυτό που εκπέμπει.
Ποιό είναι όμως το εγώ πίσω από όλα τα εγώ που συγκροτούν την αλυσίδα όλων των εγώ εκτός από ένα εγώ, πάλι εγώ και μόνον εγώ, αλλά που θα είχε ίσως αυτή την ικανότητα ή δυνατότητα;
Είμαι, είπεν ο Κύριος, όχι Εγώ.
Δεν το είπε ακριβώς έτσι, αλλά εδώ επικεντρώνουμε στο ρήμα-μη/ρήμα.
Θα περίμενε κάποιος ο κύριος Ζακ να χρησιμοποιήσει τούτο το παράδειγμα, και όντως αναφέρεται αμέσως μετά στα ρήματα μέσης διαθέσεως με μιαν κίνηση που θα το προσέγγιζε τούτο.
Θα μου πούνε πως ο Λακάν το ένα ο Λακάν το άλλο, κάπου αλλού, μπορεί και να το λέει αυτό, στο περίπου ή στο ακριβέστερον.
Αναφερόμαστε πάντοτε στο σημείο εκείνο όπου ο κύριος Ζακ παραμένει ένας παρθένος ιατρός ή ιατροκαλόγερος, όχι μόνο στο επάγγελμα αλλά όπως λέει και ο λαός (και) στη ψυχή. 
Και εκεί, σε ένα τέτοιο σημείο, είναι όπου δεν λέγεται τίποτα που να εμβάλλει ένα κάτι, το οποίο όχι απαραίτητα ως θεο-λογικό θα ήταν ωστόσο αναφερόμενο σε μιαν μη εγω-λογική διάσταση του σημαίνοντος.
Η αναφορά στα ρήματα μέσης διάθεσης, πέραν των ωραίων της, είναι αυτό που θα έλεγε κανείς οι προφάσεις εν αμαρτίαις του Καθολικού υποκειμενιστή για να θέσει πάλι μέσα στο σώμα του Κυρίου μια Μαντονολατρεία του σημαίνοντος εγώ, άσχετα αν η Μαντόνα αυτή, το σημαίνον ως Μαντόνα του σημαίνειν, λέει πάντα μόνον ένα ε-σύ και δεν ζητάει πέραν των δικαιωμάτων της ως παρθένας τίποτα άλλο από μια ερωτική υποταγή σε αυτό το ε-σύ, ως όμως ενός αμόλυντου από την ίδια την Αλλό-τητα εγω-εσύ, αμολύντου μολοντούτο γαμευθέντος εκ του (μεγάλου) Άλλου.
Η παρθενία και η αμόλυντη σύλληψη του Λόγου προϋποθέτει όμως πάντα μιαν βατικάνεια ένωση της παρθενομαριακής εγω-πάθειας προς ένα ε-σύ με την ίδια την υπόσταση και ουσία του Κυρίου, όπου Κύριος είναι μόνον και πάντα ο Λόγος.
Ο Κύριος και Λόγος μας, επιμολύνεται συνέχεια από ένα τέτοιο Καθολικό μαντονολατρικό παρθενομαριακό έκτρωμα, άρα και το παθείν τού σημαίνειν, το σημαίνεσθαι (και) ως δυνατότητα ανθρώπινης εσωτερικής υποδεκτικότητας τού Λόγου αίρεται συνέχεια με τον αποκλεισμό του παραδόξου του ρήματος, με αποκλεισμό του προβλήματος της ρηματικής μορφής.
Γιατί, ξέρει ο παρθενολάτρης ότι το ρήμα ως μια εμφάνιση της ενέργειας είναι ακριβώς το σημείον εκείνο που θα την εκδιώξει, και θα μας εισάγει στο πεδίο του πάθους του σημαίνειν, στο πεδίο εκείνο δηλαδή όπου ο Λόγος και ως λέγειν θα εδύνατο να παρουσιασθεί ως απρόσωπος και εν εαυτώ προνοιακός και ως έχων απόλυτο προορισμό χωρίς την οντολογική παρουσία μιας υποκειμενικής ενέργειας ή πράξης ή ενέργειας ως πράξης. 

Σε επόμενη δημοσίευσή μας θα εξετάσουμε το πρόβλημα ακόμα σχολαστικότερα, τσιτάροντας Ζακ, αλλά ίσως και διασκεδαστικότερα.
Μέχρι τότε βρείτε μόνοι σας, όσοι έχετε το βιβλίο του Ζακ για τις ψυχώσεις (σύνολο διαλέξεων), και ανατρέξτε μόνοι σας σε ό,τι αναφέρθηκα [κεφάλαιον ΚΒ']..






Ιωάννης Τζανάκος

Σημαίνεσθαι και σημαίνειν..(5)



Σε μια ανάλυσή του, από τις σαφέστερες ως προς το ιατρικό και ορθολογικό ή ορθολογιστικό περιεχόμενό της, ο Ζ.Λακάν προσδιορίζει την ψύχωση (περίπου) ως μια μορφή αποτυχημένης συνύφανσης σημαίνοντος και σημαινόμενου, έχοντας όμως εξ' αρχής ξεκαθαρίσει ως προς το γενικό πεδίο τής έννοιας πως εξετάζει την σημασία που είναι το άλλο όνομα του σημαινομένου (αν και όχι κάτι ταυτόν βέβαια) ως μιαν μορφή ενέργειας τού σημαίνοντος.

Ας αστειευτούμε λίγο:
Νομίζω πως ο Πατήρ Λακάν με τούτη την πολλαπλώς διαστρωματωμένη θέση του, η οποία βεβαίως ως πολυδιαστρωματωμένη δεν περιορίζεται σε μερικές (μόνον) γραμμές, ικανοποιεί αρκετούς από τους υιούς του, αφήνοντας ίσως άλλους υιούς που ικανοποίησε αλλού άλλως σε μιαν μάλλον δυσάρεστη θέση, η οποία όμως με την σειρά της είναι μια υπόσχεσις δια ικανοποιήσεις σε άλλα σημεία του Λόγου του και βεβαίως, πάλι, άλλως. 
Το αν αυτές οι μελλοντικές προς τον Λόγο τού πατρός Λακάν άλλες και άλλως συντελεσθείσες ικανοποιήσεις σημαίνονται σε μιάν μάλλον αντιθετική φορά προς τον προαναφερόμενο Λόγο του, η οποία (ως αντιθετική φορά) χαρίζει άλλες απολαύσεις άλλως καθορισμένες από την απόλαυση που προέρχεται από την ομονοούσα φορά, τούτο είναι ένα άλλο θέμα, το οποίο αν και μας εξιτάρει δεν θα μας απασχολήσει σήμερα.

Αλλά, ας επιστρέψουμε.
Το χάσμα σημαίνοντος σημαινόμενου, έχει σημανθεί, ως ψυχωτική ιδιότητα, στο θάψιμο που έκανε ο Ζακ στον μέγα φιλόσοφο (ως ψυχωτικίζοντα) Λ.Βίτγκενστάϊν.
Δεν θα αναφερθώ αναλυτικώς ούτε σε αυτό, σήμερα.
Θα θελήσω μόνον, εν συντομία, να εντοπίσω κάποιες διαστάσεις του θέματος κατά Λακάν, αλλά όχι μόνον, τής διάστασης ρήξης των δύο επιπέδων.
Η επαφή μεταξύ των δύο επιπέδων, είτε νοηθεί ως ερμηνευτική-εξηγητική είτε νοηθεί ως θεραπευτική, όπως τούτα (τα επίπεδα) έχουν ορισθεί γενικώς και αμετακλήτως-ως-γενικώς από τον Σοσσύρ (ή Σωσύρ) μπορεί να είναι ένας έμμεσος ή ντροπαλός σκοπός και του Λακάν, αλλά κατά την δική μας ερμηνευτική σε αυτόν έχει άλλο ενδότερο και ειδικότερο λόγο ύπαρξης που έχει να κάνει με την βαθύτερη αποκατάσταση τής σημασίας αλλά ως άρρητης ή υπόρητης ιδιότητας του σημαίνοντος-ως-σημαίνοντος, ήτοι του σημαίνοντος ως σχετικώς αλλά και αμετακλήτως αποκομμένου από το σημαινόμενον.
Εδώ, μετά από το τελικό ούτως ειπείν μπήξιμο ενός τέτοιου αντιλακανικού εγχειριδίου (θα είναι κατανοητότερο τι εννοούμε αν διαβάσετε τις προηγούμενες δημοσιεύσεις μας), εδώ λοιπόν θα μπορούσα να προβώ σε εκτενέστερες αναλύσεις των αποτελεσμάτων του, αλλά δεν θα το κάνω.

 
Μιλάμε για την περίφημη (λακανικώς οριζόμενη ως) διαρραφή και δεν πρόκειται να μειώσω την ένταση τής επίθεσής μου με εκτενείς αναλύσεις.


Προχωρώ αμέσως στο επόμενο.


Ο Άλλος ως ο τόπος τής ομιλίας του υποκειμένου, κρατώντας όλες τις εκδοχές του, ο Άλλος λοιπόν ως ένα γενετικό ομιλιακόν πεδίο δεν είναι μόνον ένα (λακανικόν) πεδίο συγκρότησης του (όποιου) "εγώ" ή "εσύ", αλλά (είναι) και μέρος του σημαινόντος ως μυστικού ενεργού υποκειμένου.
Το υπερεγώ του σημαίνοντος, άσχετα αν είναι ενταγμένο στον ιεροποιημένο για τούς φροϋδιστές οιδιπόδειο προσδιορισμό - μη κολλάτε τώρα εκεί, είναι ένα υπερεγώ ως εγώ ή ενέργεια-ενεργείν.
Εμείς το λέμε και το ερμηνεύουμε ούτως, μαγκιά μας, έχετε αντίρρηση;
Αν είναι όμως όπως το λέμε, τότε πού πάει το Λογοϊκόν τού Λόγου;
Μπορεί ο κύριος Ζακ να κατατροπώνει ευκόλως τους χαζούληδες υπαρξιστές, ειδικά τους πιό χαζούληδες από τους χαζούληδες, αλλά και με αυτόν τον τρόπο κατατροπώσεως αλλά και με τον γλισχρό τρόπο που μεταφέρει την υποκειμενική ενέργεια εκεί ακριβώς που δηλώνει ότι την κατατροπώνει, δικαιώνει την φρικαλέα στερεοτυπική προεννόηση ότι ένας ιδεαλιστής ακόμα κι αν είναι αντικειμενικός ιδεαλιστής, ίσως ο αντικειμενικ-ότερος των αντικειμενικών (ιδεαλιστών)  δεν θα πάψει να είναι ένας υποκειμενιστής.

Ας αστειευτούμε πάλι, κάπως σοβαρότερα:
Ακόλουθος του Πάπα και Καθολικός σοφιστής και ειδωλολάτρης μαντονολάτρης, και εντάξει τύπος, λίγο δύσκολο.
Απλά είναι ευφυέστερος από περσοναλιστές υπαρξιστές χαζούληδες, περσοναλιστές ορθόδοξους χαζούληδες και τα λοιπά εύκολα για κατ-ανάλωση παπικών θηρίων.


Μιλήσαμε νομίζω συνοπτικότατα σήμερα, προς το παρόν, ποιός ξέρει για μετά...








Ιωάννης Τζανάκος

Sola Soli





Sola scriptura






Soli [<0>] gloria







Τρίτη, 25 Απριλίου 2017

Σημαίνεσθαι και σημαίνειν..(4)



Η είσοδος στην τάξη του σημαίνοντος δεν είναι μια συνολική έξοδος από την τάξη του φυσικού αλλά εμφανίζεται και λειτουργεί ως να είναι τούτο και ίσως κατά κάποιο τρόπο να είναι τούτο , αλλά το γεγονός ως γεγονός δύναται επίσης να προσδιορισθεί από τον εκάστοτε εισαγόμενο ή εισαχθέντα, άρα και μετέχοντα εις αυτή, με έναν έναν διαφορετικό τρόπο. 
Πράγμα εξάλλου εντόνως επισημανθέν (σ)την εποχή μας όπου η "προσωπική ετερότητα" κατά την συγκρότηση τής σχέσης με τον Λόγο (ή το λέγειν) είτε αφορά στην εισαγωγή στην τάξη του είτε την υπόλοιπη ζωή "εντός" του είναι η αγαπημένη κοινοτοπία διαφόρων (θεωρητικών, ιδεολογικών ή μη) υποκειμένων.
Δεν θα έπρεπε να αποδίδουμε μεγάλη σημασία σε αυτό καθαυτό γεγονός (αυτού του τύπου) τής "προσωπικής ετερότητας" αλλά αναγκαζόμαστε λόγω ίσως και της θλιπτικής παρουσίας αυτής τής γενικής κοινοτοπίας και μάλιστα (αναγκαζόμαστε να αναφερθούμε) λόγω της γλισχρής και αδιόρατης παντοδυναμίας της σε διαφορετικούς (μεταξύ τους) ιδεολογικούς, κοσμοθεωρητικούς κ.λπ "χώρους".
Είναι αναμφισβήτητο ότι υπάρχει εδώ, παρά το φαιδρόν τής υποθέσεως, ένα είδος δικαιώματος, κατακτημένου όπως το γενικό δικαίωμα ψήφου, το οποίο οφείλουμε να σεβαστούμε και να κατανοήσουμε, αλλά τούτος ο σεβασμός και περισσότερο η κατανόηση, δεν πρέπει από την άλλη μεριά να μας εμποδίζει να θέτουμε συνεχώς το άλλο, ουσιαστικότερο ερώτημα ή μάλλον την αρμαθιά των ερωτημάτων που συγκεντρώνονται στο εξής:
Γιατί αυτή η είσοδος και η μέθεξη των υποκειμένων στην τάξη του σημαίνοντος λαμβάνει έναν τόσο οδυνηρό και ασυνάρτητο χαρακτήρα;
Νομίζω πως οι (δομιστές, μεταδομιστές κ.λπ) κοινωνιολόγοι, ψυχαναλυτές (ειδικά οι τελευταίοι) μετά την λακανική ιστορική παρέμβαση (και όχι μόνον) έχουν πολλά να πούνε, ίσως να έχουν μισοανακαλύψει έναν τρόπο ερμηνείας και πηδαλιούχησης ενός τέτοιου συστημικού προβλήματος, και το κυριότερο κινούνται (ορθώς) τουλάχιστον σε αυτό, στο ότι δεν υποκύπτουν στον συνήθη τρόπο/δρόμο που περιστρέφεται γύρω από το ούτως εννοούμενο "δικαίωμα βιωματικής ψήφου" κατά την είσοδο και μέθεξη στον Λόγο ή τάξη του σημαίνοντος.
Αλλά, όπως έχουμε πει άπειρες φορές, ενοχλητικώς, ακόμη και τούτοι μάλλον έχουν υποχωρήσει όχι τόσο στην "ψευδοβιωματική" θεώρηση και θέση όσο στην εννόηση τής ίδιας τής τάξης του σημαίνοντος κυρίως ως μια εμπρόθετης υποκειμενικής ενέργειας.
Ο Λόγος ή το λέγειν, με αυτόν τον τρόπο, αν και δεν είναι ένα υπερ-κείμενο κάποιων ατομικών εσωτερικοτήτων που συναντώνται στο σημαίνον σημείο του έχοντας όμως ξεκινήσει από κάποια υπόσταση, αν και δεν είναι λοιπόν μια υπόσταση με την υποτιμητική έννοια που της προσέδιδε ο Χέγκελ, παραμένει ένας Λόγος με υποστασιακές πτυχώσεις, αφού παραμένει ωστόσο ένας Λόγος ενεργειών και εμπρόθετων βλέψεων ακόμα κι όταν αναλύεται ή "μετα-βιώνεται" ως ένα σύστημα σημειακών σημαινόντων χωρίς άμεση ή ακόμα και έμμεση αναφορικότητα προς το αντικειμενικό πεδίο (των πραγμάτων).
Το κατώφλι τής σημειακότητας είναι ούτως αξεπέραστο για τον Λόγο ως ομιλείν, ένα όριο όπου υπάρχει σύγχυση και μετάβαση προς μιαν αναφορικότητα, λες και η αντικειμενικοειδής αλλοτριωτική αναφορικότητα δεν είναι ακριβώς απορρέουσα από την σημασία όταν αυτή "απαρνείται" την ανάγκη τής σημειακότητας ως σημειακότητας, ως σημείου.
Το υποκείμενο, όπως μας το λέει και ο Λακάν, προσλαμβάνει την γλώσσα ολόκληρη και όχι κομμάτι κομμάτι, ακόμα κι όταν στην χρονική διαδοχή και αλληλουχία μπορούμε να διακρίνουμε μερικότητες και διαδοχικές προσλήψεις.
Αλλά ό,τι είναι προσλαμβανόμενο ως ένα σύνολον, ας μη πούμε ως μια ολότητα, δεν μπορει παρά να έχει μιαν αντίστοιχη οντότητα με το προσλαμβάνον, δεν μπορεί παρά να υπάρχει δηλαδή μια σχετική και πάντα ασύμμετρη ομοιότητα ως προς την καθολικότητα των συσχετιζόμενων οντοτήτων (γλώσσας και υποκειμένου).
Το πρόβλημα σε μια τέτοια διόδευση του προβλήματος έγκειται στο τι σήμαινε και ίσως ακόμα σημαίνει ως εγχείρημα ερμηνείας. 
Υπάρχει ένα είδος (σεβαστής) γλωσσολογίας που ανακαλύπτει προϋπάρχουσες (βιολογικές) δομές υποδοχής της γλωσσικότητας ή γλώσσας, αλλά και άλλες μη σεβαστές πια νεομεταφυσικές περί την ανάδυση τής γλώσσας ως ανάδυσης του Είναι κάποιου όντος που αν και δεν προϋπάρχει μάλλον προϋπάρχει κ.λπ
Αυτό που μένει εκτός θεωρητικού νυμφώνος σε τέτοιες εποπτείες είναι το ίδιο το γεγονός τής τερατώδους και υπέρμετρης οντότητας του σημαίνοντος σε σχέση με το υποτίθεται έτοιμο να το υποδεχτεί υποκείμενο.
Αυτή την ανισότητα και αυτό το ενοχλητικό παράδοξο και τερατώδες είναι κάτι που ο Λακάν το εντόπισε και το ανέδειξε μάλλον πολύ καλά, μπορώ να πω πως με έχει πείσει ότι το έχει καλοκαταλάβει στις συγκεκριμένες του υποστασιοποιήσεις ακριβώς μάλιστα γιατί παραμένει ταγμένος στην υπόθεση της συνέχισης τής σχέσης μας με το τερατώδες του σημαίνοντος παρά το τερατώδες του.
Το ζήτημα βρίσκεται ίσως σε μιαν αντίθετη κατεύθυνση ή φορά, κατά την εξέταση τής ίδιας της υφής του σημαίνοντος ως παραμένοντος στην αποκοπή του από το σημαινόμενον, το πράγμα-πράγμα (με την κοινότοπη έννοια του όρου). 
Δεν βρίσκεται βέβαια στην επιστροφή σε μιαν λυτρωτική αναφορικότητα προς αυτό το πράγμα, όχι γιατί τούτη δεν είναι ενίοτε λυτρωτική, όπως λόγου χάριν ένας χασαποειδής μαρξισμός καλός για κρυόλουτρα εντός του καπιταλιστικού παγετώνα, αλλά γιατί δεν εξηγείται έτσι τίποτα, επιστρέφουμε σε ένα μηδέν το οποίο δεν μπορεί να γίνει εκκίνηση ή επανεκκίνηση.
Το ερώτημα είναι το λέγειν ως Λόγος και ο Λόγος ως λέγειν εντός μιας δαιδαλώδους διαλεκτικής, ρητορικής και (εν συνόλω) γλωσσικής δομής, όπου εμπλέκονται όμως όλοι οι άνθρωποι ως νομιζόμενα εμπρόθετα υποκείμενα, όλοι οι άνθρωποι.
Βλέπουμε πως ακόμα και η χρήση όλων των τεχνασμάτων ή νέων γνώσεων "αποστασιοποίησης" από την δογματική ή φενακιστική χρήση του Λόγου, η ψυχοκριτική, η παιγνιώδης ζώσα κριτική ή ζώσα αυτοκριτική τού λέγειν μπορεί ανετότατα να καταλήξει, όπως και κατέληξε, σε μια νέα νοηματοδοσία και σε ένα νέο δόγμα το οποίο αν και μη θεωρητικόν και ιδεολογικόν τελικά μετατρέπεται/μετατράπηκε και αυτό σε μιαν ιδεολογία της αυτοαναφορικότητας.
Είναι σαν να είναι μοίρα του Λόγου να καταντά, ναι, να καταντά μια ιδεολογία ενός όχλου εκλαϊκευτών και ιδεολόγων που αρέσκονται όχι στις ιδεολογικές πολεμικές και την ευφάνταστη ρητορική πολεμική αλλά σε έναν λεκτικό αυνανισμό που αν και συντελείται σε ομαδική θέα δεν παύει να είναι αυνανισμός. 
Και ο αυνανισμός μέσα στην ζωή είναι, δε λέω, αλλά υπάρχει πρόβλημα κατάταξης της δραστηριότητος τούτης, εφόσον όταν συντελείται πρέπει όπως και να το κάνουμε να υπάρχει επίγνωσή της ως είναι.
Εν πάση περιπτώσει, πέραν των αναγκών αυτοϊκανοποίησης, το ζήτημα παραμένει ως ζήτημα νομίζω περιορισμού, μου κάνει δε μεγάλη εντύπωση που αντί να αποζητείται ο περιορισμός του Λόγου ως λέγειν, όχι σε όγκο αλλά σε ποιοτικές ποικιλομορφίες, η λύση αναζητείται στο αντίθετο, σε μιαν ολοένα επεκτεινόμενη πολυμορφία, και αυτό δεν αφορά μόνον στην επιστήμη ή την θεωρία αλλά και στην ίδια την καθημερινή ζωή. 
Ο Λόγος δεν είναι ελευθερία, πάντως όχι μια τέτοια ελευθερία, και θα ήταν πραγματικά σωτήριο για πολλούς να κατανοούσαν ότι αν μετείχαν σε κάποια υποβλητική επαναληπτικότητα απαράλλακτων γλωσσικονοητικών μορφών όπου η δική τους δημιουργική μέθεξη θα περιορίζονταν σε ένα γράμμα ή σε μια υποσημείωση ή σε μιαν ανάσα ακόμα, θα ήταν περισσότερο "ελεύθεροι" από' τι είναι επιδιώκοντας να είναι διακριτά υποκείμενα εντός του.
Βέβαια, εδώ πιάνουμε ακόμα και πραγματικά τέρατα του Λόγου όπως ο Λακάν και θέλουμε να ανακαλύψουμε τέτοια πράγματα, φανταστείτε τι θα ανακαλύπταμε σε άλλους, ίσως και στον εαυτό μας, όταν βλέπαμε πως κινούμαστε στην στάσιμη θάλασσα του βερμπαλισμού όχι μόνον, όπως λέει ο Λακάν ο ίδιος, επειδή επιθυμήσαμε να δώσουμε νόημα υπέρ του σημαινόμενου αλλά πλέον και για τον αντίθετο λόγο, γιατί επιθυμήσαμε να δώσουμε νόημα ή απλά βάρος και στο σημαίνον ως σημαίνον.
Γιατί, αν δεν υπάρξει μια νέα λήθη μέσα στο ον της ομιλίας, πείτε μου, αν δεν υπάρξει μια πραγματική και μαστόρικη ανωνυμία που δεν είναι ανωνυμία με τα μάτια σε κάποια οθόνη ή του θεάματος ή του θεάματος του αντιθεάματος, τότε πως θα υπάρξει ένας λόγος που θα είναι Λόγος; 






Ιωάννης Τζανάκος
  

Σρεμπεριανόν (παλαβο)ερώτημα..


Στο σρεμπεριανόν (παλαβο)ερώτημα για το τι θα ήταν πιθανότερο να συμβεί: 
Θα ακούσει μια φωνή; 
ή 
Θα δει ένα αυτί;
Η λογικότερη (λέμε τώρα!) απάντηση είναι:
Να δει ένα αυτί.
Αλλά ημείς (πάλι, λέμε τώρα!) ως αυθεντικοί αναυθεντικοί φιλόσοφοι επιθυμούμε και πρέπει να επιθυμούμε, αλλά και θα επιθυμούμε πάντα: 
Να ακούσει η φωνή..
 
 
 
Ιωάννης Τζανάκος

Σημαίνεσθαι και σημαίνειν..(3)


Η ανάδυση της τάξης του σημαίνοντος ως εσωτερικής σημαινότητας, δηλ. τής τάξης τού σημαίνοντος ως να ήταν/είναι σε οντική διάκριση προς την αναφορική/σημασιακή λειτουργία του λέγειν, δημιουργεί μιαν διαλεκτική εικόνα τής ίδιας τής τάξης τού σημαίνοντος, η οποία φέρει "εντός" της (ως εικόνα) το ούτως εμφανιζόμενο σημαίνον ως σημείον.
Το αμιγώς αυτοσημαινόμενον της τάξης τού σημαίνοντος ως διακρινόμενης-τής-αναφορικής-λειτουργίας τού λέγειν εμφαίνεται στην ίδια την διαλεκτική λειτουργία της σήμανσης εντός τού σημαίνοντος (τής τάξης τού σημαίνοντος σε διάκριση προς την πραγματική ή υποτιθέμενη "εξωτερική" αναφορικότητά του) κατά την διάκρισή του σε πάθος και ενέργημα, εφόσον είτε ως σημαίνειν είτε ως σημαίνεσθαι το σημαίνον παραμένει αμιγές από κάθε εξωτερική αναφορά.
Όμως, τούτη η μετατροπή του εσωτερικού ούτως ειπείν (και αφαιρετικώς ειπείν) σημαίνοντος ολοκληρώνεται και ως προς την εσωτερικοποίησή της αλλά και ως προς την αποκάθαρσή της από κάθε εξωτερικο-αναφορισιακή λειτουργία όταν το διαλεκτικό δίπολο μεταξύ ενεργείν και παθείν εντός αυτού του ειδικά αφαιρετικοποιημένου-ως εσωτερικού σημαίνοντος σχηματίζεται ως δίπολο υπό την κυριαρχία του παθείν (του).
Όταν δηλαδή το παθείν (τούτου) τού (εσωτερικού) σημαίνοντος είναι τούτο που προσδιορίζει-καθορίζει το ενεργείν του, τότε δεν υπάρχει κανένας εξωτερικός αναφορικός (ή αναφορισιακός) λειτουργικός προσδιορισμός-καθορισμός του, και αυτό συμβαίνει διότι το παθείν αν και δύναται να περιέξει και ενεργητικούς προσδιορισμούς-καθορισμούς δύναται επίσης να μην τους περιέξει.
Το ενεργείν δεν δύναται να μην περιέξει το παθείν, ενώ το παθείν δύναται να μην περιέξει το ενεργείν.
Το ασυνείδητο δεν έχει αντιφάσεις, αλλά (κατά την άποψή μας πάντα) μόνον αν ως δομή του σημαίνοντος η οποία έχει εντός της τόσο το σημαίνειν όσο και το σημαίνεσθαι έχει ως δεσπόζουσα πολικότητά του το παθείν, ήτοι το σημαίνεσθαι, εφόσον μόνον τούτο (το παθείν-σημαίνεσθαι) δύναται, συμφώνως προς τα προηγούμενα, ως τάξη του σημαίνοντος, να σημαίνει την απόλυτη μετωνυμία, μιαν μετωνυμία χωρίς ούτε ένα στοιχείο ενεργητικής άρα μεταφοροειδούς δυνητικότητας.
Τι άλλο όμως από σημείον μπορεί να είναι ένα λογικό ή γλωσσικό στοιχείο ως έχον τέτοιες ιδιότητες; και μάλιστα τι άλλο από ένα αμιγές σημείον, το οποίο ωσαύτως μας διοδεύει σε μιαν έννοια ακόμα ακόμα και μιας ενέργειας ενός αμιγώς σημαίνειν;
Ένα δια του απολύτως παθείν-σημαίνεσθαι αμιγές σημείον που εκπέμπει ένα αμιγές σημαίνειν.


(συνεχίζεται) 







Ιωάννης Τζανάκος 

Σημαίνεσθαι και σημαίνειν..(2)



Όταν εξετάσαμε την αρχική διαμεσολάβηση τού γλωσσικού φαινομένου ή συστήματος διαμορφώσαμε νοητικά την αφαιρετική διάκριση μεταξύ (τής) εσωτερικής σημαινότητας και (τής) αναφορικής (ή σημασιακής) λειτουργίας προσδιορίζοντας το αρχικά εμφανιζόμενον στην διαλεκτική διείσδυση ως το στοιχείο του σημαίνεσθαι.
Θα μπορούσαμε να πούμε, ήδη από την αρχή-αρχή του προσδιορισμού μας, πως εντός αυτής τής εσωτερικής σημαινότητας το σημαίνειν και το σημαίνεσθαι υπάρχουν αν και εννοιακά αλληλοπροσδιοριζόμενα ως ισοδύναμα ποιοτικά στοιχεία προσδιορισμού.
Ούτως, θα ήταν δυνατόν στο εσωτερικό αυτού του θεωρούμενου ως (σχετικά) κλειστού υποσυστήματος, όπως είναι η γλώσσα, να διενεργούνται "εξ'αρχής" (νοούμενες και συμβαίνουσες) σημάνσεις τόσο από την "έποψη" ή πτυχή τού σημαίνειν όσο και από την "έποψη" ή πτυχή τού σημαίνεσθαι, όπου μάλιστα θα ήταν δυνατόν να νοηθεί η μεταξύ τους συσχέτιση ως αφορώσα έναν βαθύτερο ούτως ειπείν αλληλοκαθορισμό.
Επιλέξαμε ωστόσο να αφαιρέσουμε από τον εκκινη(μα)τικό (αυτο-)προσδιορισμό τής εσωτερικής σημαινότητας την αρχική ταυτότητα ενεργητικής και παθητικής σήμανσης, χωρίς ωστόσο να την αποκλείσουμε στην πορεία ως διαλεκτικό "καθήκον" που πραγματώνεται (και πραγματώθηκε εν μέρει, από εμάς, δια τής αμέσως ακολουθούσας σήμανσης του σημαίνεσθαι ως "ωστόσο" αμιγούς σημαίνειν-σημείου), διότι σκοπός μας είναι να εννοήσουμε την σημαινότητα τούτη και ως μιαν ριζική άρση τής ίδιας τής σήμανσης και τής σημαινότητας εν γένει ως ενεργητικών εμπρόθετων ενεργειών.
Η ίδια η υπόσταση τής σημαινότητας αν ιδωθεί από την σκοπιά τής ζωής της δεν υπερβαίνει απλά την τυπικά έλλογη και ενίοτε "μεταφοροειδή" επιφάνειά της αλλά και κάθε τύπο μετωνυμικής λειτουργίας αν τούτος εννοηθεί αν και σε ένα μη ενεργητικό πλαίσιο αναφοράς (ως) διατηρών ωστόσο έναν βαθμό ενέργειας και αντανακλούσας προσδιοριστικότητας.
Φανταστείτε εντός ενός σημαίνοντος να υπάρχει μεν ένα είδος αποκλεισμού του σημαίνειν (αναφορικά) το (εξωτερικόν τής γλώσσας) ον ή πράγμα, αλλά παρά ταύτα να διατηρείται εμμέσως ένας βαθμός ενέργειας που δίνει ούτως ξανά ζωή στην αναφορική λειτουργία, εντός πλέον των τειχών τής υποτιθέμενης μη αναφορικής, άρα και μη μεταφορικής σκέψης ή μάλλον γλώσσας που συγκροτείται και ερμηνεύεται άρα υπό τον γενικό όρο μιας (εσωτερικοποιημένης, και έμμεσα ενεργητικής) μετωνυμικότητας.
[Λακάν είπατε;]
Αυτό επιθυμούμε να αποφύγουμε.
Κατά την δική μας ερμηνευτική οπτική υπάρχει ένα σημειακό υπόβαθρο συμπλοκής των νοητικογλωσσικών δομών και λειτουργιών, το οποίο αν και μη τυπικά έλλογο ή μεταφοροειδές, αλλά ούτε και ενεργητικά μετωνυμικό, περιέχει και την μετωνυμία και έναν Λόγο ή ένα έλλογο, χωρίς πάλι να κείται υποχρεωτικά ή αποκλειστικά εκτός του φάσματος του ασυνειδήτου.
Η χρήση άρα τής παθητικής φωνής ως εκκινηματικού προσδιορισμού δεν είναι τυχαία, αν και βέβαια δεν θα πρέπει να παραμείνει άλλο από όσο χρειάζεται για να ερευνηθούν και να "ελευθερωθούν" τα εξεταζόμενα πράγματα τής έρευνας.

(συνεχίζεται)

Ιωάννης Τζανάκος

Σημαίνεσθαι και σημαίνειν..(1)



Οι αλυσίδες τού σημαίνοντος είναι αλυσωμένες στην μεγάλη μετωνυμία τής γλωσσικότητας ως-προς την σημασία ως αντιπρόσωπο μιας δεικνυόμενης πραγματικής πραγματικότητας, συνήθως μιας  χιμαιρικής  πραγματικότητας, η οποία (σημασία) με την σειρά της όπως παρουσιάζεται ως σχεδόν πάντα χιμαιρική είναι αλυσωμένη στις αλυσώσεις που συγκροτούν οι αλυσίδες τού σημαίνοντος, και έτσι πάει ως να σταθούμε στις πιθανές σημειακές κεντροποιήσεις που φανερώνουν το γεγονός του λέγειν εντός των ίδιων των αλυσώσεων και όχι εντός τής αναφοράς τους ή κατάληξής τους στην σημασία.

Ήδη, πριν ακόμα φανερωθεί η χιμαιρικότητα τής αναφοράς, έχουμε μια αποκοπή από την ενότητα του λέγειν όπως μας παρουσιάζεται ως αδιαμεσολάβητο πράγμα, το αναφορικόν τού λέγειν δεν είναι ουσιαστικά μέρος του λέγειν, θα έλεγε κανείς πως είναι ένας αντιπρόσωπος ενός τινός όντος έξω από την γλώσσα, αλλά με την έννοια που έχει τούτο το ον ως ένα γενικό και αφηρημένο, άρα απροσδιόριστο ον, που είναι να προσδιορισθεί.

Η γλώσσα ως ενότητα λέγειν και αναφοράς αποκρύπτει αρχικά την ουσία τής που είναι το λέγειν ως σημαίνουσα εσωτερικότητα, ως το σημαίνεσθαι-εντός-του-λέγειν σε διάκριση προς το σημαίνειν κάτι, και έτσι το σημαίνειν είναι από τη σκοπιά τής πρώτης και αμεσότερης υπέρβασης αυτής τής απόκρυψης ένα αποκομμένο σημείον τού λόγου που εξακοντίζεται χωρίς άμεση αναφορικότητα σε κάτι εξωτερικό αυτού (του λόγου-λέγειν), το οποίο όμως είναι να προσδιοριστεί ως ενικό ατομικό ον.
Αλλά όμως ούτως, σε μια μεταγενέστερη εννόηση, το λέγειν ως το σημαίνεσθαι-εντός-του-λέγειν μας παρουσιάζεται ως ένα αμιγέστερο και σημείον και σημαίνειν από εκείνο τού σημείου που προσδιορίσαμε αρχικώς ως αποκομμένο σημείον. 
Γιατί όμως;
Το σημαίνεσθαι-εντός-του-λέγειν δεν έχει καμία μείξη με κάτι εκτός αυτού, και άρα συγκροτείται ως σημαίνεσθαι ως μια (ανασυγκροτημένη διαλεκτικά και) τροποποιημένη από την αρχική αδιαμεσολάβητη έννοια τής ενότητας σημαίνειν και σημαίνεσθαι αλλά και από την άμεση μορφή τής (πρώτης, διαλεκτικής) υπέρβασης αυτής (τής αδιαμεσολάβητης ενότητας), εφόσον με την δεύτερη (υπερβατολογική-διαλεκτική) διαμεσολάβηση της διαλεκτικής αποκοπής που εμφανίζουμε "τώρα" το σημαίνεσθαι ενός σημείου εντός του λέγειν σημαίνεται μεν από ένα σημαίνειν αλλά και τούτο (το επιτελόν τον ρόλο του σημαίνειν εντός τής σημαίνουσας εσωτερικότητας) είναι πάντα ταυτά ένα σημαίνεσθαι από το ίδιο το σύστοιχο "γλωσσικό" αντικείμενο που σημαίνει.

Η γλώσσα ως διαλεκτική οντότητα, ως ανασυγκροτημένη-από-την-διαλεκτική παρουσία, είναι ένα κλειστό υποσύστημα που προσομοιάζει ή προσιδιάζει προσομοιωτικώς σε ένα κλειστό βιολογικό υποσύστημα.

Η ενότητα σημαίνεσθαι και σημαίνειν μπορεί να γίνει κατανοητή εάν κανείς δεχτεί αρχικά την διάκριση μεταξύ (τού) σημαίνεσθαι-εντός-του-λέγειν και (τού) σημαίνειν ως αποκοπή-προς-το-πράγμα, αν δηλαδή ορθώσει μιαν εσωτερικότητα του σημαίνειν με τον μοναδικό τρόπο που είναι τούτη αρχικά ορατή από την νοήση > δια του διαχωρισμού σημαίνουσας εσωτερικότητας και αναφορικής λειτουργίας, αν και είναι (όχι και τόσο εύκολα) προφανές πως τούτη η αποκοπή δεν εξαντλεί ούτε το θέμα τής αναφορικότητας ούτε το ομόλογο με την λειτουργία αυτή θέμα της σημασίας.


Σε επόμενη δημοσίευσή μας θα εξετάσουμε το ζήτημα τής εσωτερικότητας της σημαινότητας σε συνάφεια προς την σημειακότητά της, σε συνύφανση και συνάφεια δηλαδή προς την παραγωγή της ως σημείου, ως ενός όντος που παραμένει στην εσωτερικότητα αιρόμενο διαρκώς ως προς αυτήν, ούτως ώστε να δούμε τις δυνατότητες εννόησης της σημασίας και του σημείου σε ένα ευρύτερο αναγωγιστικό αλλά όχι αναφορικό πλαίσιο.




Ιωάννης Τζανάκος 

ερώτημα..



Που το πάει;
Τον πάει..


Τώρα εδώ υπογράφουν..

Tahsin Taha - Dayê Welat şêrine تحسين طه

Munly & The Lupercalians - Grandfater

Δευτέρα, 24 Απριλίου 2017

Heathen Song

The Kill Devil Hills - When The Wolf Comes

Sonny Boy Williamson I`m A Lonely Man

Sonny Boy Williamson - Keep it to Yourself

Crooked Still - Ain't No Grave

Wading Deep Waters - Crooked Still

1) Είσοδος στο σημαίνον, ερωτήματα και 2) μια "εθνοκεντρική" παρα-παρατήρηση..



Η κατανόηση του τρόπου εισόδου του υποκειμένου σε μιαν ιεραρχική τάξη τού σημαίνοντος, κατά την οποία συνίσταται ως διελθόν μιαν μορφή του υπερεγώ, το οποίο όπως είδαμε είναι δυνατόν να εννοηθεί με διάφορους εναλλακτικούς τρόπους θεώρησης, δεν είναι ωστόσο κάτι που συμπίπτει με την ίδια καθεαυτή την είσοδό του στην πρωταρχική τάξη ή δομή (τής) γλωσσσικότητας ή (τού) σημαίνοντος.
Είναι γεγονός πως δεν υπάρχει πλήρης ταύτιση των δύο επιπέδων εισαγωγής, πράγμα που φέρνει και θα φέρνει τους φροϋδιστές σε μιαν μόνιμη αμηχανία, αλλά επίσης δεν υπάρχει εκείνη η δομική και χρον(ικ)οδομική απόσταση των δύο επιπέδων (εισαγωγής) που θα έκανε έναν ας πούμε ολόκληρο κόσμο "αντιφροϋδιστών" να απαλλαχθεί από τον φροϋδισμό, έστω με την επικουρία ακόμα και κλαϊνικών εποπτειών.
Εδώ, εμείς, απλά υποχρεούμαστε να κλωτσήσουμε (πάλι) την καρδάρα με το γάλα και από την μιά και από την άλλη και από οποιαδήποτε σκοπιά και θέση, εφόσον το δικό μας συμβολικό σύστημα θέσης και αξιολόγησης των πραγμάτων ούτε "ικανοποιείται" ούτε "δυσαρεστείται" από την όποια τροπή των ίδιων των πραγμάτων όπως αυτά όμως τοποθετούνται, ταξινομούνται και (αυτο-)αξιολογούνται εντός του αφηρημένου γενικού θεωρητικού συστήματος.
Το όλο ζήτημα είναι σχολαστικόν, αν και παραγωγικό ως σχολαστικόν, αν δεν τεθεί σε συνάφεια προς τις δομές του σημαίνοντος σε αναφορά προς την ίδια την γλωσσο-βιολογική και κοινωνική δομή τόσο του σημαίνοντος όσο και του κοινωνικού συστήματος ως ειδικού συστήματος, και τούτη η δική μας αναφορά ως προς την σχολαστικότητα δεν αφορά μόνον το πρακτικόν μέρος του πράγματος αλλά κυρίως την θεωρία την ίδια (εφόσον μιλάμε για θεωρίες και θεωρούμε το πράγμα-ον, υποτίθεται).
Συμφωνώ με τον κύριο Ζακ, τον Λακάν εννοώ, ότι το ον το πιάνουμε από χαμηλότερα από ότι υποτίθεται το πιάνει η θεωρησιακή φιλοσοφία, έτσι την λένε όλοι οι μη φιλόσοφοι ή ημιφιλόσοφοι την φιλοσοφία, επειδή λοιπόν παρά την φιλοσοφικοείδειά μου συμφωνώ με τον κύριο αυτό στο ότι το ον το πιάνουμε από την ομιλία του υποκειμένου, για τούτο και μόνον θεωρώ ως απαράδεκτη τελικά την εμμονή των φροϋδιστών, και ειδικά των νεώτερων όπως ο ίδιος, να ξεχνάνε τα πουλάκιαμ ότι εισαγωγή στην τάξη του σημαίνοντος δεν γίνεται εναρκτικώς οιδιποδείως αν και υπάρχει κάπου εκεί το σημείον τής υπερεγωτικότητας του Λόγου ως Λόγου και λέγειν ή απλά ως (τού) γλωσσικού συστήματος.
Εννοείται ότι αν θέλεις να είσαι ένας άνθρωπος με σκοπόν εξήγησης του ανθρώπινου όντος θα προτιμήσεις σήμερα να γίνεις μαθητής ενός γλωσσολόγου φιλοσόφου, αν είναι δυνατόν και θετικού επιστήμονα (ακόμα κι είναι ψυχωτικίζων όπως ο Βίτγκυ, έτσι θάπτει ο παλάβρας Ζακ έναν Τιτάνα), παρά να παλαβώσεις με ένα οιδιπόδειον για να το χώσεις ντε και καλά μέσα στο ανθρώπινο Είναι ως να είναι η μοναδική οδός ή διόδευση προς την τάξη του σημαίνοντος ή ακόμα ακόμα λές και είναι η μοναδική μορφή ύπαρξης του υπερεγώ και ειδικά του υπερεγώ του σημαίνοντος.

Παρέκβαση για το κωλοχώρι ελλάς
Χρειαζόμεθα επιστήμη και διάλογο μεταξύ των θεωριών, αλλά ανταγωνιστικό διάλογο που δεν υπάρχει σε κωλοχώρια όπως η ελλάς ελλήνων χριστιανών και αριστερών ωστόσο ή κεντροαριστερών, όπου αι διάφοραι σχολαί συνυπάρχωσιν ως κλαν ή φατρίες εντός του χωρίου χωρίς να ενοχλώσι η μία την άλλην, άρα βαθιά του τάφου σί-ω-πή.
Είναι δύσκολο να κάνει ο καθένας μόνος του τις επιλογές, όταν υπάρχει τόση βλαχοευγένεια, η όλη κατάσταση συνάπτεται μετωνυμικώς λόγου χάριν με την λειτουργία των βιβλιοθηκών στο κωλοχώριον, που είναι οι μοναδικές ίσως στον κόσμο που κλείνουν άντε το αργότερο στις οχτώ (20.00) μετά μεσημβρίας, οπότε στην ουσία δεν υπάρχουν, οπότε κάτσε αγόρασε με ό,τι λεφτά έχεις ό,τι μπορείς. 
Ούτε επιστημονική κοινότητα διαμάχη ούτε βιβλιοθήκες έστω για μεταξοσκώληκες ερευνητές, θέλετε μετά να μην φύγει ο κόσμος όπου βρεί; που να κάνεις επιστήμη; είστε σοβαροί;
Για να τα συνάψω τα τελευταία με το κυρίως κείμενον:
Το οιδιπόδειον ή όπως άλλως, μια φορά συμβαίνει, ελληναράδες, και αν ποτέ ήμουν (συμβολικός) πατέρας, που το καμαρώνω ήμουν, ήμουν μόνος, όπως όλοι οι άνθρωποι με όρχεις εδώ, στο κωλοχώρι, αλλά τούτο είναι κανονικά δική σας αρμοδιότητα, να κάνετε (τους) πατέρες, οιδιπόδειο ή κάτι "παρόμοιον" και τα τέκνα σας να σας "ξεπεράσουν" (το έμαθε ακόμα και η Σώτη αυτό), και όχι αρμοδιότητα "ατόμων".





   
Ιωάννης Τζανάκος

Ενδιάμεση διευκρίνηση, παρα-προσωπικού χαρακτήρος..

Η δημοσίευση που σας υποσχέθηκα, θα υπάρξει μετά από τούτη την διευκρινιστική δημοσίευση..


Για να συντομεύσουμε την πραγμάτευσή μας περί τής δομής εισόδου στην τάξη του σημαίνοντος, θα έπρεπε να ορίσουμε ως αδύνατη την εννόηση ή ακόμα και βίωση κάποιας αυθύπαρκτης προ-κατηγοριακής ή άλλης α-λογικής ή μη-γλωσσικής δομής ή κατάστασης στο προ- του σημαίνοντος και τής τάξης του, πράγμα που είμαι σίγουρος ότι θα σας χαροποιήσει ή κατα-θλίψει ίσως, με βάση τα όσα περιμένετε ή δεν περιμένετε να ακούσετε εδώ, είπαμε, είσθε ευφυείς και (μετα-)διαφωτισμένοι (ηλίθιοι, μάλλον).
Νομίζω πως τούτα τα ζητήματα έχουν περιέλθει για τα καλά, ως αρμοδιότητα, στην επιστήμη ή παρα-επιστήμη και την ευρύτατη διαλεκτική του (κριτικού ή μη κριτικού) Λόγου περί το λέγειν κ.ο.κ
Δεν ημπορούμε βέβαια να μιλήσουμε για κάποια προκατηγοριακή ή άλλη αυτουσιότητα, ακόμα κι αν καταφύγουμε ως μωρές παλαιοαριστερίστικες παρθένες στα μυστικιστικά καψουροτράγουδα κάποιου Κορνήλιου, Καστοριάδη τον λένε.
Η φαινομενολογικής προελεύσεως παράκρουση περί των προκατηγοριακών δομών και γενικότερα η συσπείρωση, των παρασιτούντων στην φαινομενολογία αλά Χούσσερλ και τις μετέπειτα επεξεργασίες, ανώμαλες, του κυρίου Μάρτιν, του Χάϊ(λ)ντεγκέρ (αυτός παραμένει κρυφός έρως δια τις παλαιοαριστερίστικ-ες μωρές παρθένες), έχει παύσει, αν και όχι εντελώς, εφόσον πάντα υπάρχει μια μικρή στριμμένη και κακομοιριασμένη αντιπολίτευση εις όσους εισήχθησαν στην μεγασχολή του Κυρίου Ζακ, του Λακάν εννοώ, με την επωνυμίαν "αυτονομία" αλλά αλά Κορνήλιος.
Γιατί υπάρχει και μια άλλη "αυτονομία" πιο αντρουά μαρξέν, η οποία μεταξύ Ντελέζ και πάλαι ποτέ ένοπλων κινημάτων περί την μητροπολιτική κατάσταση αλλά και άλλων παραδοξότερων παραδόσεων, έχει ζητήσει καταφύγιο σε μάλλον ημιδιαλεκτικές παραδόσεις, οπότε αν και παρακειμένως των ανορθολογιστών μεταφροϋδιστών, νεονιτσεϊκών και άλλων παλαβών, διατηρεί μιαν επιφυλακτική επαφή με όλα αυτά, αν και τούτη πάλι, ως ίσως η μιξοπαρθενότερη και μωροπαρθενότατη όλων των προηγουμένων, πάντα μα πάντα, ακουμπάει λίγο το σώμα της πάνω στον φαλλόν του κυρίου Μάρτιν, όχι δεν θέλει, αλλά θέλει, κάπου έχει ένα πρόβλημα, αλλά στα κρυφά ένα γαμησάκι από Μάρτιν το θέλει κι αυτή, η μιξοπαρθενότερη και μωροπαρθενότερη όλων, η διαλεκτικίζουσα "αυτονομία". 
Για να μην τα πολυλογώ, γράφω αυτή την ενδιάμεση κουτσομπολίστικη σημείωση για να διαχωρίσω την θέση μου από όλα αυτά και κυρίως από την προ-κατηγοριολογία οντο-λογία φαντασιο-λογία και άλλα προσημαινο-ειδή, και να σας προσανατολίσω παραφιλοσοφικώς πως οι προβληματισμοί μου, αν και αντιλακανικοί, ευρίσκονται εντελώς αλλού, σε ένα άλλο μείγμα σκέψης μεταξύ επιστημονικού ή επιστημονο-ειδούς "θετικισμού" (ζήτω ο Μπουχάριν) και ενός ας πούμε πάλι ορθολογικο-ειδούς νομιναλισμού, έχουμε δηλάδή παθήματα που αφορούν και μυστικοείδειες, όπως όλοι οι σοβαροί και ευαίσθητοι νομιναλιστές παλαιόθεν, διαβάστε και κανένα βιβλίο ιστορίας της φιλοσοφίας για να ξεστραβωθείτε, δεν μαθαίνεις γράμματα στο ίντερνετ.
Επίσης συμπαθούμε άτομα-κείμενα, μάλλον παρα-συντηρητικά, όπως λ.χ ο Μπένγιαμιν (ούτε που έχετε καταλάβει μερικοί ότι ήτο και συντηρητικός, θεοκράτης σχεδόν, επαναστάτης, στην εκκίνηση τουλάχιστον, αν και δεν ήτο μόνον αυτό βέβαια) ή ακόμα και ο αμιγώς συντηρητικός Ε.Λεβινάς. 
Ασχολούμεθα λοιπόν με την θεολογία-θρησκειολογία, αν και είμεθα άπιστα σκυλιά.
Και βέβαια Χέγκελ από το πρωτότυπο (προηγείται Κάντ), με επιφυλάξεις πολλές πλέον, και φυσικά Μ.Φουκώ, θεός.
Μιλάμε για θέσεις, και όχι για γνώσεις ή ενδιαφέροντα ή επιρροές, αλλά το σημαντικόν είναι να κατανοήσετε πως δεν μας έλκει το προκατηγοριακόν, και άλλα, παρά μόνον σε ένα πλαίσιο όπου όντως το σημαίνον είναι το κέντρο και θα είναι το κέντρο τής σκέψης μας, ποιός νοιάζεται, τα λέω για να προσανατολιστείτε στις έννοιες όπως τις βλέπω με συμ-πάθεια και προτιμήσεις, και όχι για να κατανοήσετε τις θέσεις μου, ποιός χέστηκε πάλι, ούτε εμένανε με ερεθίζουν οι θέσεις μου, απλά τις χρησιμοποιώ.
Και κάνουμε και "κουτσομπολιό", δεν γράφουμε βιβλίο, σημειώσεις ενός ιντερνετικού ημερολογίου είναι ο "Αυτοκαθορισμός", με ποικίλη ύλη..





Ιωάννης Τζανάκος

Δομή εισόδου στο σημαίνον..


Η τάξη εισόδου στο σημαίνον δεν παθολογικοποιείται ή παθολογικοποιεί το "δόκιμο" υποκείμενο ως να ήταν (ως τάξη εισόδου) μια ήδη δομημένη δομή έτοιμη κατά κάποιον τρόπο να απαλείψει την κατάσταση τής σημασίας και όλα τα συνοδά ουσιαστικά στοιχεία τής σημασίας που η ίδια εξάλλου αναδύει (ως ενότητα δομής εισόδου στο σημαίνον και τάξης του σημαίνοντος), όπως το ερώτημα της γέννησης και του θανάτου, το ερώτημα τής προέλευσης των όντων και τής παρουσίας εντός τους μιας κατάστασης παρ-ουσίας που συνέχει το ον παρά την συνεχή εξαφάνισή του.
Είναι προφανές στον διαφωτισμένο ότι ακόμα και το ερώτημα των ερωτημάτων, ως μια αλλόκοτη ενίοτε σύνθεση των παραπάνω (ερωτημάτων), δεν μπορεί να διαφύγει της δομής του σημαίνοντος ακόμα κι αν επιστρατευτούν όλες οι τακτικές-στρατηγικές τεχνασμάτων προς την διόδευση μιας εξόδου, με σκόπο άραγε τι; να ανακαλυφθεί η σημασία ατόφια; 
Ξέρουμε πως σημασία ατόφια δεν υπάρχει, παρά όντως ως μια απελπισμένη απάντηση ψευδοαπάντηση στα ερωτήματα ή στο ερώτημα από ένα (παθολογικό) υστερικό υποκείμενο, το οποίο στην πραγματικότητα προσπαθεί δια τής απαντήσεως τούτης (τής εκάστοτε απαντήσεως) να αναδιατυπώσει το ερώτημα ή εν πάση περιπτώσει να θέσει το ερώτημα με έναν τρόπο τέτοιο που ίσως να εκπέμψει κάποια ρινίσματα σημασίας, αφορώντα πάντως, δυστυχώς για τους ρομαντικούς τής σημασίας, συνήθως αυτό που λέμε μια κοινή και περιορισμένη παθολογική ιστορία του ίδιου ως ίδιου.
Θα μπορούσαμε ωστόσο να βρούμε σε ένα σύνολο υστεριών, ούτως ειπείν σε μια κοινωνική υστερία, ένα νόημα που να ακουμπά το άγνωστο έδαφος μιας σημασίας;
Και πάλι θα πρέπει να είμαστε επιφυλακτικοί, εφόσον δεν υπάρχει κάποια (γνωστή ακόμα, ίσως) συνεκτική ουσία που να ενώνει τις υποκειμενικές υστερίες και να τους δίνει ένα γενικότερο υπερυποκειμενικό ή διυποκειμενικό ή διαϋποκειμενικό "περιεχόμενο".
Το κωμικό μερικές φορές είναι πως αυτοί που κατηγορούν ή κατηγορούσαν κάποιους για την εμπλοκή τους σε μεταφυσικά υποδείγματα ερμηνείας περί την κοινή ουσία, έχουν οι ίδιοι υποκύψει σε μια ανάλογη γενίκευση και ταυτοποίηση, ίσως και στιγματισμό, των όποιων "άλλων" αντίκεινται στην όποια δική τους ταυτότητα σημειοποίησης, άρα και ερμηνείας, του κόσμου.
Η λιβιδολογία δίνει και παίρνει στον ωραίο κόσμο (άσχημος είναι) τής νεώτερης (μετα-)διαφωτίσεως, τα έχουμε πει από δω και δεν πρόκειται να μιλήσουμε τώρα (άλλο) περί τούτου.
Το δικό μας ερώτημα περί όλων αυτών το αναδύουμε και με τα δικά μας τεχνάσματα, μην νομίζετε πως δεν κατανοώ ότι κατανοείτε τα τεχνάσματά μου, και πως έχω την ψευδαίσθηση ότι πέφτετε μέσα τους.
Είστε, όσοι το κατανοείτε, τόσο ανόητοι που τα καταλαβαίνετε όλα, με λίγα λόγια δεν έχετε και πολλές ελπίδες σωτηρίας, ήτοι απωλείας.
Για την ακρίβεια δεν έχω και πολλές ελπίδες πως θα σας παραπλανήσω και θα σας οδηγήσω εις τον δρόμο της απωλείας, ήτοι τής σωτηρίας μέσα στην κραυγή τής σημασίας ή του Ζώου.
Η παιδεία σας και η διαφώτισή σας δεν σας επιτρέπει να αντιμετωπίσετε το φαινόμενο τής διερώτησης σαν κάτι άλλο από ένα σύμπτωμα μιας παθολογικής ή παραπαθολογικής υστερίας ή ακόμα και ψύχωσης, άσχετα αν μερικοί από εσάς είσαστε τόσο έξυπνοι, εντελώς ηλίθιοι δηλαδή, ώστε να αναγνωρίζετε και τον εαυτό σας μέσα σε όλο αυτό.
Το πρόβλημά μου, αν μπορώ να το ονομάσω έτσι, είναι σχετιζόμενον με την ίδια την δομή εισόδου στην τάξη του σημαίνοντος και την ίδια την αυτούσια ή μη αυτούσια αυτουσιότητά της ως τάξης του σημαίνοντος.
Η ίδια η δομή εισόδου στο σημαίνον περιέχει (άσχημη λέξη, έ;) μια μεταβατικότητα και έναν ρέοντα λειτουργικό χαρακτήρα, αυτό νομίζω μπορούμε να το κατανοήσουμε ακόμα και αν δεν έχουμε την τύχη/ατυχία να λακα*υνα*νιστούμε.
Θέλω να πω, η δομή=υπερεγώ ως δομή εισόδου προς το σημαίνον και την τάξη του, είτε θεωρείται ταυτή με το οιδιπόδειον (όλος ο φροϋδισμός μαζί, μέσα στα σκατά πάντα) είτε ως μια σχετικά αυτόνομη δομή, όλη αυτή η δομή λοιπόν (και ακόμα και η "πατρική αρχή", όπως την έχουμε αποσυνδέσει αλλού), είναι μια ομοιωματική αρχή, ένα σύστημα ροής, μια είσοδος, ένα συνεκτικόν αλλά κενόν, αν και συνεκτικόν.
Οπότε, με δεδομένη την ροϊκότητα και το διαλεκτικόν σαφές-ασαφές της, τούτη η δομή ήδη αποτελεί ένα ερώτημα, περιέχει (άντε πάλι!) μιαν προϋστερική δομή ή συμπτωματολογία, ή αν θέλετε είναι κάτι που διαφεύγει τόσο τής (καθαρής) συμπτωματολογίας ή τής (καθαρά) δομικής καταχώρισής της.
Περί τίνος όμως πρόκειται;
Στην επόμενη δημοσίευση..









Ιωάννης Τζανάκος

Ρωσικός Φορμαλισμός (θεωρία της λογοτεχνίας) [Χείλων]


γράφει ο Ιωάννης Τζάνος πτυχ. Φιλοσοφικής Α.Π.Θ.
Ο Ρωσικός φορμαλισμός είναι θεωρητικό ρεύμα, το οποίο ήρθε στο προσκήνιο την 2η δεκαετία του 20ου αιώνα και σηματοδοτεί, μαζί με την Νέα Κριτική και τον Δομισμό, την μετάβαση από τις συγγραφοκεντρικές στις κειμενοκεντρικές προσεγγίσεις της λογοτεχνίας (Έρκυνα, 2016).
Οι περισσότεροι Ρώσοι φορμαλιστές γεννήθηκαν την δεκαετία του 1890, εμφανίστηκαν στο προσκήνιο των Ρωσικών γραμμάτων κατά την διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, εδραίωσαν θεσμικά την θέση τους με την αναδιοργάνωση της Ακαδημαϊκής κοινότητας μετά την Κομμουνιστική επανάσταση και βρέθηκαν στο περιθώριο με την άνοδο του Σταλινισμού στα τέλη της δεκαετίας του 1920, όπου και «καταλήγει» η ιστορία των Φορμαλιστών (Selden, 2004).
Μέλη & φίλοι της OPOJAZ σε αναμνηστική φωτογραφία. Διακρίνονται από αριστερά_όρθιοι : Vladimirus Majakovskij, Iosephus Brik, Boris Pasternak, Sergius Tret’jakov, Victor Šklovskij, Leo Grinkrug, Iosephus Beskin, Petrus Neznamov. καθήμενες: Elsa Triolet, Lilia Brik, R. S. Kushner, Eugenia Pasternak, Helga Tret’jakova. πηγή: wikiwand
Αίτια εμφάνισης – εξαφάνισης φαινομένου
Ο Ρωσικός φορμαλισμός αντιπροσωπεύει την ριζική απομάκρυνση από την έως τότε δεσπόζουσα μιμητική θεωρία περί τέχνης, ήτοι αποτελεί αντίδραση σ’ αυτήν. Οι θιασώτες του αντιστρατεύτηκαν την άποψη ότι η λογοτεχνία αποτελεί το απαύγασμα της ψυχής του συγγραφέα, ιστορικοκοινωνικό τεκμήριο, ή εκδήλωση ενός φιλοσοφικού συστήματος, η οποία επικρατούσε μέχρι τότε. Επίσης, οι Ρώσοι φορμαλιστές παρακινήθηκαν από το κίνημα του φουτουρισμού, με το οποίο συνδέθηκαν στενά εξαρχής, καθότι ο φουτουρισμός έδιδε έμφαση στο στοιχείο της έκπληξης στην τέχνη αλλά και στην αντίληψη της ποίησης ως «ανάπτυξη της λέξης αυτής καθ’ αυτής» κάτι ανάλογο στην ποιητική του Ρωσικού φορμαλισμού. Εν ολίγοις, θα λέγαμε ότι βασική αιτία και συγχρόνως ζητούμενο για την ίδρυση του φορμαλισμού ήταν η προτεραιότητα και η αυτονομία της ποιητικής γλώσσας στην μελέτη της λογοτεχνίας.
Όσον αφορά στην εξαφάνισή του, κατά την Σοβιετική περίοδο, οι Αρχές ανέπτυξαν περαιτέρω τις υποτιμητικές συνδηλώσεις του όρου με σκοπό να καλύψουν κάθε τέχνη, η οποία μετερχόταν πολύπλοκες τεχνικές και μορφές προσβάσιμες μόνο στην ελίτ, αντί να απλοποιηθούν για τον «λαό» (όπως συνέβαινε στον σοσιαλιστικό ρεαλισμό). Έτσι με την εμφάνιση του Σταλινισμού οι φορμαλιστές παραγκωνίστηκαν εντελώς και βρέθηκαν στο περιθώριο.
Ήδη από την έναρξή του, ο Ρωσικός φορμαλισμός, ήταν γεωγραφικά κατανεμημένος σε δύο κέντρα: στον Γλωσσολογικό Κύκλο της Μόσχας, που ιδρύθηκε το 1915, μέλη του οποίου υπήρξαν οι Petr Bogatyrev, Roman Jakobson και Grigorij Vinokur και την Εταιρεία για τη Μελέτη της Ποιητικής Γλώσσας στην Αγία Πετρούπολη (O.PO.JAZ = Obščestvo izučenija POètičeskogo JAZyka) η οποία ιδρύθηκε το 1916, με μελετητές όπως οι Boris Eichenbaum, Viktor Sklovsky και Jurij Tynjanov. Η OPOJAZ διαλύθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1920, για να ενσωματωθεί στο Κρατικό Ινστιτούτο για την Ιστορία των Τεχνών της Πετρούπολης (Selden, 2004).
Οι πολέμιοι του κινήματος του Ρωσικού φορμαλισμού χρησιμοποιούσαν τον όρο «φορμαλισμό» με μειωτική πρόθεση, διότι το εν λόγω κίνημα εστίαζε την προσοχή του στα μορφικά σχήματα και επινοητικά τεχνάσματα της λογοτεχνίας, αφήνοντας στο περιθώριο κάθε ενασχόληση με το θεματικό υλικό και τις κοινωνικές αξίες της (M.H.Abrams, 2005). Ως απλώς ειπείν, ο όρος «φορμαλισμός» ήταν μία μομφή των αντιπάλων, επειδή οι θεωρητικοί του κινήματος επέμεναν υπερβολικά στην μορφή, στη «φόρμα». Δηλαδή το ενδιαφέρον των Ρώσων Φορμαλιστών επικεντρωνόταν στον τρόπο δημιουργίας του κειμένου και όχι στο περιεχόμενο, δηλαδή το «τι».
Roman Osipovich Jakobson
Ο φορμαλισμός προτείνει μια θεμελιώδη διάκριση ανάμεσα στην λογοτεχνική, ή ποιητική χρήση της γλώσσας και στην καθημερινή, «πρακτική» χρήση της γλώσσας, που χρησιμοποιούμε για την επικοινωνία μας. Ένα αξιόλογο γεγονός είναι ο τρόπος με τον οποίον ο Roman Osipovich Jakobson διαμορφώνει τον όρο «λογοτεχνικότητα» (literariness ) όπως έγραφε χαρακτηριστικά το 1921: «Η επιστήμη της λογοτεχνίας δεν έχει ως αντικείμενο μελέτης την λογοτεχνία αλλά την «λογοτεχνικότητα», δηλαδή αυτό που καθιστά ένα έργο λογοτεχνικό». Ένας βασικός όρος/τέχνασμα που διαμορφώνει ο Viktor Sklovskij είναι η «ανοικείωση» (defamiliarize) ήτοι η χειραφέτηση των λέξεων από την συνηθισμένη τους σημασία μέσω νέων συνδυασμών. Η απόκλιση από την γλωσσική νόρμα για τους φορμαλιστές αποτελεί βασική επιδίωξη επειδή πιστεύουν ότι η ανοικείωση αποτελεί εξωτερίκευση βιώματος το οποίο λειτουργεί μέσα σε συγκινησιακό πλαίσιο. Το οικείο προκειμένου να καταστεί λογοτεχνικό πρέπει να μετατραπεί σε ανοίκειο (M.H.Abrams, 2005).
Ο όρος της ανοικείωσης εισήχθη, στην θεωρία της λογοτεχνίας από τον Viktor Shklovsky στο δοκίμιο του «Art as Device» (Η τέχνη ως τέχνασμα) στο οποίο ισχυρίζεται ότι ο σκοπός της τέχνης είναι να δημιουργήσει την αίσθηση των πραγμάτων όπως αυτά γίνονται αντιληπτά και όχι όπως είναι γνωστά (Todorov, 1995).
Viktor Sklovsky
Η έννοια της ανοικείωσης είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με το μηχανιστικό μοντέλο – πρότυπο (mechanistic formalism) σύμφωνα με το οποίο τα λογοτεχνικά έργα μοιάζουν με μηχανές: αποτελούν το προϊόν μιας εμπρόθετης ανθρώπινης δραστηριότητας, κατά την οποία μια ειδική δεξιότητα μετατρέπει την πρώτη ύλη σε σύνθετο μηχανισμό κατάλληλο για έναν συγκεκριμένο σκοπό. Το ουσιώδες εδώ είναι κατά πόσο το λογοτεχνικό έργο ανταποκρίνεται στην προκαθορισμένη αποστολή του. Έτσι λοιπόν, οι φορμαλιστές εξετάζοντας ποια είναι ακριβώς αυτή η αποστολή, ανέπτυξαν την έννοια της ανοικείωσης. Σκοπός της τέχνης είναι να αλλάζει τον τρόπο της ανθρώπινης αντίληψης, να μετατρέπει σε ασυνήθεις και απτές τις μορφές που λόγω χρήσης δεν τις αντιλαμβανόμαστε. Για να επιτευχθεί αυτό, πρέπει τα φαινόμενα της ζωής (το υλικό της τέχνης) να αποσπαστούν από τα αυτοματοποιημένα τους συμφραζόμενα και να διαμορφωθούν μέσω των καλλιτεχνικών τεχνασμάτων.
Η καθοριστική λογική αρχή με την οποία ο μηχανιστικός φορμαλισμός οργάνωσε τις βασικές του έννοιες είναι η διάζευξη. Αυτή η αρχή διαχωρίζει αποφασιστικά την τέχνη από την μη τέχνη. Επομένως οι ιδέες του εκφράζονται με όρους διπολικών αντιθέσεων. Μια από τις πιο γνωστές διχοτομήσεις που εισήχθησαν από τους θιασώτες του μηχανιστικού φορμαλισμού είναι η διάκριση μύθου και πλοκής (fabula και sjuzet). Μύθος (fabula) είναι μία ακολουθία συμβάντων όπως θα εκτυλίσσονταν στην πραγματικότητα, σύμφωνα με την χρονική και αιτιακή αλληλουχία. Εν ολίγοις, ο μύθος ορίζεται ως γεγονότα σε χρονολογική σειρά, ενώ η πλοκή (sjuzet) μπορεί να εκτυλιχθεί σε μη χρονολογική σειρά. Τα τεχνάσματα της επανάληψης, του παραλληλισμού, της κλιμάκωσης και της επιβράδυνσης αναστατώνουν την φυσική τάξη των γεγονότων στην λογοτεχνία και καθιστούν τη μορφή της καλλιτεχνική.
Οργανικός Φορμαλισμός (Organic Formalism)
Απογοητευμένοι από τους περιορισμούς του μηχανιστικού προτύπου, ορισμένοι Ρώσοι φορμαλιστές υιοθέτησαν το οργανικό μοντέλο: χρησιμοποίησαν την ομοιότητα ανάμεσα στο οργανικό σώμα και στο λογοτεχνικό φαινόμενο με δύο διαφορετικούς τρόπους: εφαρμόζοντάς την σε μεμονωμένα έργα και σε λογοτεχνικά είδη.
Vladimir Propp
Η αναλογία έχει ως εξής: Όπως ένας οργανισμός, έτσι και το έργο είναι ενιαίο σώμα, του οποίου τα τμήματα είναι διατεταγμένα ιεραρχικά. Σύμφωνα με αυτήν την αντίληψη, το κείμενο δεν είναι πλέον ένα αθροιστικό σύνολο, αλλά ένα «σύστημα τεχνασμάτων».
propp-morphology-of-the-folktale
Εξώφυλλο της μελέτης «Morphology of the Folktale» – 1928 του Vladimir Propp
Η αναλογία μεταξύ βιολογίας και λογοτεχνικής θεωρίας αφορά ευρύτερες λογοτεχνικές κατηγορίες. Όπως κάθε ατομικός οργανισμός μοιράζεται ορισμένα χαρακτηριστικά με άλλους οργανισμούς του τύπου του και όπως τα είδη που ομοιάζουν μεταξύ τους ανήκουν στο ίδιο γένος, έτσι και το ατομικό έργο παρουσιάζει ομοιότητες με άλλα έργα της ίδιας μορφής και συνεπώς ομόλογες λογοτεχνικές μορφές ανήκουν στο ίδιο λογοτεχνικό γένος. Η διασημότερη μελέτη που διέπεται από αυτήν την αναλογία είναι Η μορφολογία του παραμυθιού (Morphology of the Folktale – 1928) του Vladimir Propp, όπου επιχειρείται να αποτυπωθεί η γενολογική ταυτότητα του παραμυθιού.
Συστημικός Φορμαλισμός ( Systemic Formalism)
O Zhirmunskij χρησιμοποίησε τον όρο «σύστημα» για να δηλώσει την οργανική συνοχή του κειμένου. Ενώ όμως οι φορμαλιστές που ακολουθούν την μεταφορά του οργανισμού, έβλεπαν το έργο τέχνης ως αρμονικό σύνολο, οι συστημικοί φορμαλιστές το αντιλαμβάνονταν ως ανισορροπία, ως αγώνα κυριαρχίας ανάμεσα στα συστατικά του μέρη.
Yury Tynyanov
Bασικός θιασώτης του «συστημικού μοντέλου» ήταν ο Yury Tynyanov. Η αντίληψη για τη λογοτεχνική εξέλιξη ως πάλη ανάμεσα σε ανταγωνιστικά στοιχεία φωτίζει διαφορετικά και τη μέθοδο της παρωδίας του «διαλεκτικού παιχνιδιού των τεχνασμάτων», η οποία προβάλλει τώρα ως σημαντικό όχημα της λογοτεχνικής αλλαγής.
Το συστημικό πρότυπο επιχειρεί να γεφυρώσει το χάσμα που άνοιξε η μεταφορά της μηχανής, μεταξύ τέχνης και μη τέχνης. Η λογοτεχνική σειρά, σύμφωνα με τον Tynjanov, αποτελεί μέρος του συνολικού πολιτισμικού συστήματος και σε αυτό το «πλέγμα συστημάτων» αλληλεπιδρά αναπόφευκτα με άλλες ανθρώπινες δραστηριότητες, όπως επί παραδείγματι η γλωσσική επικοινωνία.
Γλωσσικός Φορμαλισμός (Linguistic Formalism)
Η φιγούρα του συγγραφέα και του αναγνώστη υποτιμήθηκαν, επίσης, από τους γλωσσολόγους φορμαλιστές. Το γλωσσολογικό πρότυπο περιορίζει τη λογοτεχνία στο υλικό της – την γλώσσα – και υποκαθιστά με τη γλωσσολογία, την επιστήμη της γλώσσας, την ποιητική. Καθοριστική έννοια στην περίπτωση αυτή είναι η «ποιητική γλώσσα».
Η ποιητική γλώσσα ήταν ήδη ένας φορτισμένος όρος όταν ενσωματώθηκε στο φορμαλιστικό λεξιλόγιο. Για τους Ρώσους φιλολόγους που εντάσσονται στην παράδοση του Humboldt ήταν το αντίθετο της πεζολογικής γλώσσας. Ο ποιητικός χαρακτήρας μιας λέξης πήγαζε, κατά τη γνώμη τους, από την εικονιστική της φύση, από την δυνατότητά της να ανακαλεί πολλαπλά νοήματα.
Mikhail Bakhtin
Οι θεωρητικοί της OPOJAZ επαναπροσδιόρισαν την ποιητική γλώσσα με βάση τις κατευθύνσεις του μηχανιστικού προτύπου. Χώρισαν όλες τις γλωσσικές δραστηριότητες σε δύο αλληλοαποκλειόμενες διαλέκτους, ανάλογα με τον σκοπό που εξυπηρετούσαν. Ειδικότερα, προχώρησαν στην θεμελιώδη διάκριση ανάμεσα στη ποιητική και στην πρακτική γλώσσα. Η πρακτική γλώσσα χρησιμοποιείται στην καθημερινή επικοινωνία για να μεταφέρει πληροφορίες. Αντίθετα, στην ποιητική γλώσσα, σύμφωνα με τη διατύπωση του Lev Jakubinskij το 1916, «ο πρακτικός σκοπός υποχωρεί στο παρασκήνιο και οι γλωσσικοί συνδυασμοί αποκτούν αυτόνομη αξία». Όταν συμβαίνει αυτό, τότε η γλώσσα γίνεται ανοικειωτική και τα εκφωνήματα ποιητικά.
Ο Roman Jakobson, αντιπρόεδρος του Γλωσσολογικού Κύκλου της Μόσχας και πρωτοπόρος της φωνολογίας, για να περισώσει την έννοια της ποιητικής γλώσσας, απέρριψε τον αυστηρό διπολισμό της πρώιμης OPOJAZ, ο οποίος αντιπαρέθετε την ποιητική στην πρακτική γλώσσα με βάση την παρουσία, ή την απουσία νοήματος. Το νόημα επέμενε, είναι το ουσιώδες συστατικό στοιχείο της ρηματικής πράξης και δεν μπορεί να αφαιρεθεί, χωρίς να την στερήσει από τον γλωσσικό της χαρακτήρα. Αυτή η θεώρηση, την οποία ο Jakobson οφείλει στη σύγχρονη φαινομενολογία και φωνολογία, προσπόρισε νέα πνοή στο γλωσσολογικό πρότυπο.
Οι φορμαλιστές, απλοποιώντας τα νοήματα, ήθελαν να κατανοήσει ο αναγνώστης ότι η ποίηση και ειδικότερα η γλώσσα της, η οποία χρησιμοποιείται για να μεταφέρει νοήματα, τα οποία με μια πρώτη ματιά δεν γίνονται αντιληπτά, διαφέρει ολοκληρωτικά από την καθομιλουμένη, την οποία χρησιμοποιούμε σε καθημερινή βάση για να επικοινωνήσουμε και να μεταφέρουμε μηνύματα και πληροφορίες στον συνομιλητή μας και ότι το τέχνασμα της ανοικείωσης σχετίζεται με ότι μας ξαφνιάζει, μας εκπλήσσει, μας παραξενεύει διότι μας φαίνεται ξένο, μη οικείο στα μάτια μας. Τέλος, ήθελαν να καταστήσουν σαφές ότι η λογοτεχνία πρέπει να διακρίνεται, να ξεχωρίζει από οτιδήποτε εξωλογοτεχνικό όπως για παράδειγμα η ιστορία.
Η αναίρεση προηγούμενων παραδειγμάτων από την πλευρά του φορμαλισμού και ο πλούτος των θεωρήσεών του γύρω από την φύση της λογοτεχνικής διαδικασίας έκαναν προσφορότερο το έδαφος στις νέες συνθέσεις και στα νέα επιστημονικά σχήματα που άρχισαν να εμφανίζονται την στιγμή του θανάτου του, στα τέλη της δεκαετίας του 1920. Ένα από αυτά αναδύθηκε στην Πράγα με το όνομα δομισμός και για τα επόμενα 40 χρόνια κατόρθωσε να έχει ολοένα και μεγαλύτερη επίδραση σε παγκόσμιο επίπεδο. Το άλλο ήταν η «Μπαχτινική» μετασημειωτική (Θεωρία Michail Michailowitsch Bachtin) που ενώ επί αρκετές δεκαετίες παρέμενε αναγκαστικά στο περιθώριο, από την δεκαετία του 1970 και εφεξής αναγνωρίζεται διεθνώς ως μια βιώσιμη εναλλακτική κατεύθυνση σε σχέση με τον δομισμό.
Πηγές
Βιβλιογραφία-Αναφορές
Selden, R. (2004) (Επιμ.) Ιστορία της θεωρίας της λογοτεχνίας, τ. 8: Από τον φορμαλισμό στον μεταδομισμό. (μτφ. Α. Βαλδραμίδου, Γ. Δεληβοριά, Ι. Ναούμ, Α. Παπανικολάου, Φ. Χατζηιωαννίδου, θεώρηση μτφ. Μ. Πεχλιβάνος – Μ. Χρυσανθόπουλος). Θεσσαλονίκη: Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών.
Todorov, T. (1995). (Επιμ.) Θεωρία Λογοτεχνίας, Κείμενα των Ρώσων Φορμαλιστών. (μτφ. Η.Π. Νικολούδη). Αθήνα: Οδυσσέας.
Abrams, M.H. (2005). Λεξικό Λογοτεχνικών όρων. (μτφ., Γ. Δεληβοριά, Σ. Χατζηιωαννίδου). Αθήνα: Πατάκης
Γερακίνη, Αλεξάνδρα, (2016), «Φορμαλισμός, Νέα Κριτική και Δομισμός: Μια κριτική προσέγγιση στις κειμενοκεντρικές θεωρίες της Λογοτεχνίας», Έρκυνα, τευχ. 8ο, σ. 231-240.

Δρεπάνι

Δρεπάνι
Δρεπάνι..

Αρχειοθήκη ιστολογίου

Kurdistan

Nichts

Nichts

Πολιτική και Γεωπολιτική..

Στα όρια..

Ουρανός

Ουρανός

Ερμηνείες της ιστορίας..

Επιστημονικά και επιστημονικοφανή..