Αυτοκαθορισμός

Αυτοκαθορισμός

Κυριακή, 22 Ιανουαρίου 2017

Αντώνης Μπαλασόπουλος - Σπύρος Μανουσέλης, για την βιοπολιτική..


Η βιοπολιτική της «γυμνής ζωής» 

http://leninreloaded.blogspot.gr/2011/12/blog-post.html

Αντώνης Μπαλασόπουλος

Σημειώσεις για την θεωρητικοποίηση μιας θανατοπολιτικής οικονομίας

1. Γνωρίζουμε, τόσο από αφηγήσεις επιζώντων όσο και από τα έργα ιστορικών, ότι ο ρυθμός θανάτωσης κρατουμένων στα γερμανικά στρατόπεδα συγκέντρωσης ήταν αντιστρόφως ανάλογος με αυτόν της έντασης των παραγωγικών αναγκών των εργοστασίων, και συνεπώς, των καταναλωτικών αναγκών της γερμανικής οικονομίας: με άλλα λόγια, για όσο διάστημα οι ανάγκες για παραγωγική εργασία ήταν ιδιαίτερα ψηλές, οι κρατούμενοι είχαν καλύτερες πιθανότητες επιβίωσης διότι τρέφονταν κάπως καλύτερα, εκτίθεντο λίγο δυσκολότερα σε θανατηφόρες συνθήκες, και εκτελούνταν λιγότερο συχνά. 
2. Στο "Για την υπεράσπιση της κοινωνίας", ο Φουκώ γράφει ότι δεν μπορούμε να σκεφτούμε την μετατροπή της βιοπολιτικής σε θανατοπολιτική χωρίς την έννοια της φυλετικής διαφοράς, που επιτρέπει την κατασκευή της έννοιας της "υγείας" της συλλογικότητας ενός έθνους με όρους που καθιστούν μια άλλη πληθυσμιακή ομάδα επιβλαβή για αυτή την υγεία και άρα θανατώσιμη, εξαλείψιμη. Αυτό είναι δίχως αμφιβολία σωστό, θα πρέπει όμως να προστεθεί και ο "πραγματιστικός" παράγοντας των εργασιακών αναγκών που θίχτηκε πιο πάνω. Μια πληθυσμιακή ομάδα δεν μπορεί να είναι εξαλείψιμη εάν δεν θεωρείται επίσης παραγωγικά άχρηστη και ακόμα και επιζήμια. Και αυτό δεν μπορεί να συμβεί όταν οι παραγωγικές ανάγκες ενός κράτους υπερβαίνουν την δυνατότητά του να βρει επαρκή εργασιακή δύναμη στον πληθυσμό του.
3. Το "Μια μετριοπαθής πρόταση" του Τζόναθαν Σουίφτ (1729) αποκαθιστά τον διπλό χαρακτήρα του θανατοπολιτικού κριτηρίου που λείπει από την ανάλυση του Φουκώ: η εξαλειψιμότητα των Ιρλανδών βασίζεται αναμφίβολα στην κατασκευή τους ως κάτι λιγότερο από ανθρώπων με τους φυλετικούς όρους του αγγλικού αποικιακού βλέμματος της εποχής, αλλά βασίζεται εξίσου στην αντίληψή τους ως υπεράριθμων, πλεοναζόντων, παραγωγικά παρασιτικών, άχρηστων και επιζήμιων για την εθνική οικονομία. Ο Σουίφτ βασίζει την σκέψη του σε μια κυριολεκτικοποίηση και συνάμα αντιστροφή του νοήματος της γνωστής μερκαντιλιστικής φόρμουλας "ο πλούτος ενός έθνους είναι ο λαός του", αναδεικνύοντας ότι ως παραγωγική δύναμη, ο λαός της Ιρλανδίας είναι μάλλον αίτιο της φτώχειας της, και μπορεί να γίνει πηγή πλούτου όχι ως "ζώσα εργασία", όχι ως παραγωγός εμπορεύσιμων προϊόντων, αλλά ως νεκρό εμπόρευμα, ως προϊόν κανιβαλικής κατανάλωσης.
4. Μια θανατοπολιτική οικονομία μπορεί να αναπτυχθεί μόνον όταν συντρέχουν ταυτόχρονα οι συνθήκες της φυλετικής αλλοτριοποίησης και της παραγωγικής στασιμότητας και οικονομικής ύφεσης. Μετά το Ολοκαύτωμα, η θανατοπολιτική οικονομία συνέχισε την καριέρα της έξω από την Ευρώπη, σε ζώνες του "τρίτου κόσμου" όπου η ιστορική ενσωμάτωση της θανατοπολιτικής ως σύμφυτης με την ανάπτυξη από τον καιρό ήδη των αποικιοκρατικών γενοκτονιών (στο Μεξικό, το Κογκό, τη Βραζιλία, την Κολομβία) επέτρεψε την ταχεία προσαρμογή "παρα-οικονομιών" (αλλά στην πραγματικότητα οικονομιών κλίμακας, πολλές φορές πολύ μεγαλύτερης από αυτή των "νόμιμων" οικονομιών) στην βάση του θανάτου και της θανάτωσης. Κεντρικοί άξονες της "τριτοκοσμικής" θανατοπολιτικής οικονομίας: το εμπόριο ναρκωτικών, το εμπόριο ανθρώπινων οργάνων, το εμπόριο ζωντανών σωμάτων (πορνεία, σύγχρονη δουλεία), το εμπόριο όπλων, μορφές ακραία ανθυγιεινής αλλά επικερδούς εργασίας που οδηγούν τους εργάτες βραχυπρόθεσμα στον θάνατο και δημιουργούν ανάγκες για εύκολα και χωρίς νομικές επιπλοκές αναλώσιμα σώματα (ορυχεία, εξόρυξη ραδιενεργών υλικών, διαχείριση τοξικών αποβλήτων, κλπ). Στο γιγαντιαίο της μυθιστόρημα Το Αλμανάκ των νεκρών, η Αμερικανο-Ινδιάνα Λέζλι Μάρμον Σίλκο διερευνά εξονυχιστικά την συγκρότηση ενός δικτύου από θανατοπολιτικούς άξονες που απλώνεται στα σύνορα Μεξικού-ΗΠΑ, με πρωταγωνιστικά εμπορεύματα τα ανθρώπινα σώματα, τα όπλα, και τα ναρκωτικά. Με δεδομένη την συνεπή εξαφάνιση στοιχείων για τις ανθρώπινες ζωές που φονεύονται στα πλαίσια της θανατοπολιτικής οικονομίας, την αδιαφορία κρατών και νόμου, η γραφή που κινείται έξω από τα πλαίσια της παραδοσιακής τεκμηρίωσης εξακολουθεί να είναι μια εξίσου σημαντική πηγή ανάλυσης της θανατοπολιτικής οικονομίας, όπως ήταν και στο ευρωπαϊκό πλαίσιο αναφοράς. Το Άκλαφτοι νεκροί της Nancy Scheper-Hughes (για τη Βραζιλία), όπως και μια νέα γενιά ακαδημαϊκής έρευνας πάνω στην οικονομία που προϋποθέτει την αναλωσιμότητα της ζωής ανθρώπινων σωμάτων (Achille Mbembe, Neferti Tadiar, Rosi Braidotti, Melissa W. Wright, κ.α), από την άλλη, είναι απαραίτητες υπενθυμίσεις του γεγονότος ότι η θανατοπολιτική οικονομία δεν είναι απλά το προϊόν της νοσηρής φαντασίας συγγραφέων όπως ο Σουίφτ του "Μια μετριοπαθής πρόταση" (για την Ιρλανδία), ο Τζόζεφ Κόνραντ της Καρδιάς του Σκότους (για το Βελγικό Κογκό), ο Κόρμακ Μακάρθυ του Αιματηρός μεσηβρινός (για τις Νοτιοδυτικές ΗΠΑ και το Μεξικό) ή η Λέζλι Μάρμον Σίλκο του Αλμανάκ των Νεκρών (για τις Νοτιοδυτικές ΗΠΑ και το Μεξικό).
5. Η "θανατοπολιτική οικονομία" δεν εδραιώνεται στη βάση της σύλληψης και ανάλυσης της χρήσης της εργασιακής δύναμης και της παραγωγικότητας όπως κυρίαρχησε να γίνεται στον δέκατο ένατο αιώνα. Οι έννοιες αυτές ήταν καθοριστικής σημασίας σε μια εποχή ραγδαίας βιομηχανικής ανάπτυξης, και φυσικά βρέθηκαν στο κέντρο της βιοπολιτικής, της πολιτικής οικονομίας, αλλά και των φυσικών επιστημών όπως η θερμοδυναμική (βλ. Anson Rabinbach, Η ανθρώπινη μηχανή). Η αποκλειστική ενασχόληση του Μαρξ με τις έννοιες της εργασιακής δύναμης και της παραγωγικότητας αποτελεί ένα από τα πραγματικά όρια της εργασίας του από τη σκοπιά του παρόντος. Η κριτική της πολιτικής οικονομίας που περιέχει το Κεφάλαιο δεν είναι ακόμα κριτική της θανατοπολιτικής οικονομίας, και δεν θα μπορούσε να είναι, εφόσον ο θάνατος δεν συλλαμβάνεται εκεί παρά ως "ατύχημα", προϊόν της αδιαφορίας του κεφαλαίου για την ανθρώπινη ζωή μπροστά στην παραγωγικότητα και στις παραγωγικές ανάγκες. Η θανατοπολιτική οικονομία όμως δεν είναι μια οικονομία για την οποία ο θάνατος είναι ένα "ατυχές" παράγωγο μιας διαδικασίας με άλλους πρωτογενείς στόχους. Ο θάνατος, ως βιολογικό γεγονός, ως απειλή, ως μορφή "επίλυσης" οικονομικών προβλημάτων, ως δυνατότητα που καθιστά ένα σώμα εμπορικά χρήσιμο, είναι αντίθετα θεμελιώδης προϋπόθεση της θανατοπολιτικής οικονομίας. 
6. Θα ονομάσουμε "θανατοπολιτική οικονομία" την συνάντηση της δυνατότητας ενός σώματος όχι να εργαστεί απαραίτητα αλλά να πεθάνει με την επινόηση νέων δυνατοτήτων συσσώρευσης κεφαλαίου. Στην περίπτωση της εμπορίας οργάνων (προϊόντος της εκρηκτικής αντίφασης ανάμεσα στην ανάπτυξη των βιοτεχνολογιών απ' τη μία και την μαζική φτώχεια απ' την άλλη), είναι η δυνατότητα ενός άρρωστου αλλά εύπορου σώματος να πεθάνει, και η απειλή του θανάτου από οικονομικά αίτια ενός άλλου σώματος που επιτρέπουν την απόσπαση ζωτικών οργάνων από το δεύτερο σώμα (με όσες συνέπειες υγείας μπορεί να έχει αυτή) προς όφελος του πρώτου σώματος. Στην περίπτωση της μαζικής θανάτωσης εργατριών σε maquiladoras του Μεξικού, είναι η αναλωσιμότητα του "παράνομα" εργαζόμενου και ανώνυμου σώματος, η εύκολη αντικαταστασιμότητά του, που το καθιστά πρακτικότερα φονεύσιμο παρά οικονομικά αποζημιώσιμο, προς όφελος της μεγιστοποίησης της συσσώρευσης. Στην περίπτωση του εμπορίου ναρκωτικών και της χρήσης ανθρώπινων σωμάτων ως μεταφορέων ναρκωτικών ουσιών, το σώμα του μεταφορέα είναι ένα ασήμαντο δοχείο για την μεταφορά ενός άκρως επικίνδυνου για το ίδιο εμπορεύματος, χρήσιμο μόνο για αυτή τη λειτουργία, εύκολα αντικαταστάσιμο ως μέσο διακίνησης ουσιών που είναι οι ίδιες συχνά θανατηφόρες για άλλα σώματα, στοιβαγμένα σε παραγκουπόλεις ή στα αστικά κέντρα του μητροπολιτικού καπιταλισμού. 
7. Η "θανατοπολιτική οικονομία" αναπτύσσεται παράλληλα με την βιοπολιτική, είναι η άλλη της οικονομικά σημαίνουσα όψη, δεν είναι όμως καθαρά αναγώγιμη στην κυρίαρχη εξουσία, όπως ισχυρίζεται στο έργο του ο Τζιόρτζιο Αγκάμπεν. Η εργασία του Αγκάμπεν, ακολουθώντας τις αρχικές διερευνήσεις του Καρλ Σμιτ, υποπίπτει σε ένα σφάλμα για το οποίο είχε προειδοποιήσει ήδη ο Φουκώ στο "Για την υπεράσπιση της κοινωνίας": υποστασιοποιεί την νομική σφαίρα και συνεπώς την κυρίαρχη εξουσία πάνω στην οποία βασίζεται κάθε έννοια δικαίου και δικαιωμάτων, ενώ τόσο η βιοπολιτική όσο και η πειθαρχική εξουσία κινούνται εξ ορισμού έξω από την σφαίρα αυτή, και συνεπώς δεν αφορούν ούτε την κυρίαρχη εξουσία ούτε το περιοριστικό της παραπλήρωμα που κληροδότησαν κυρίως οι αστικές επαναστάσεις: τα "δικαιώματα του ανθρώπου και του πολίτη." Δεν είναι ότι υπάρχει, για να το θέσουμε διαφορετικά, απλώς μια "κατάσταση εξαίρεσης" από την "ορθή" νομική τάξη που επιτρέπει την ανάδυση της θανατοπολιτικής οικονομίας· είναι ότι η θανατοπολιτική οικονομία αναδύεται ακριβώς στο σταυροδρόμι μορφών βίας που κινούνται κάτω ή πάνω από την νομική σφαίρα, μορφών βίας που δεν παραπέμπουν στην κυρίαρχη εξουσία και δεν την εγκαλούν στην ύπαρξη.
8. Ό,τι είναι ο κυρίαρχος για την βιοπολιτική-ως-θανατοπολιτική του Αγκάμπεν είναι η αγορά για την θανατοπολιτική οικονομία. Ό,τι είναι το στρατόπεδο συγκέντρωσης ως βιομηχανία θανάτωσης για τον Αγκάμπεν είναι μια σειρά διαφορετικών --σημερινών και παλαιοτέρων-- ζωνών για την θανατοπολιτική οικονομία. Από μια οπτική, το Γκουλάγκ είναι συμβατότερο με τις σημερινές θανατοπολιτικές ζώνες στον ύστερο, παγκοσμιοποιημένο καπιταλισμό από ότι το στρατόπεδο συγκέντρωσης. Στις Αφηγήσεις για την Κολύμα --το διαβόητο Γκουλάγκ-- o Βαρλάμ Σαλάμοφ αναδεικνύει ήδη μια σημαίνουσα διαφορά ανάμεσα στους δύο σημαντικότερους χώρους θανατοπολιτικής των μέσων του εικοστού αιώνα: στο Γκουλάγκ, η θανάτωση δεν είναι αυτοσκοπός· μάλλον, η αναλωσιμότητα του σώματος είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την αύξηση της παραγωγικότητας, την μείωση των καταναλωτικών αναγκών των εργαζομένων, και την αύξηση της συσσώρευσης κάτω από απαγορευτικές για την υγεία καιρικές συνθήκες· τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, αντίστροφα, εξυπηρετούν παραγωγικές ανάγκες μόνο κατ' εξαίρεσιν, όταν υπάρχει έλλειψη επαρκούς ντόπιου εργατικού δυναμικού, και είναι υπό "φυσιολογικές" συνθήκες αφιερωμένα στη μαζική θανάτωση. Το Γκουλάγκ είναι εκ θεμελίων χώρος θανατοπολιτικής οικονομίας, για αυτό και η μαζική θανάτωση με εκτέλεση είναι σπανιότατο φαινόμενο· το στρατόπεδο συγκέντρωσης είναι χώρος απλής θανατοπολιτικής, με την μαζική θανάτωση να έχει πρωταγωνιστικό ρόλο, και με τις οικονομικές διαστάσεις και χρήσεις να είναι δευτερεύουσες, συγκυριακές, συχνά "εκ των υστέρων" σκέψεις που απλώς συμπληρώνουν την ούτως ή άλλως επιβαλλόμενη θανάτωση με ένα οικονομικού χαρακτήρα μπόνους, όπως η συλλογή χρυσών δοντιών, τριχών από τα μαλλιά, ανθρώπινου λίπους ή σκελετών γυαλιών για τις ανάγκες της γερμανικής βιομηχανίας σε καιρό πολέμου. Από μια άλλη οπτική, η επιμονή των φυλετικών κριτηρίων στην διαμόρφωση της κάστας των κολασμένων της γης που τροφοδοτούν με φονεύσιμα ή αναλώσιμα σώματα τη νέα θανατοπολιτική οικονομία παραπέμπει περισσότερο στο ναζιστικό μοντέλο παρά σε αυτό που περιγράφει ο Σαλάμοφ.
9. Οι συνέπειες της οικονομικής κρίσης στην Ευρώπη, και κυρίως η κάθετη αύξηση πληθυσμιακών ομάδων που, από την σκοπιά της ορθόδοξης πολιτικής οικονομίας, είναι επίσημα πλέον παραγωγικά άχρηστες (εφόσον έχουν απολυθεί και παραμένουν άνεργες) αλλά ακόμα και επιζήμιες, εφόσον αποτελούν βάρος για τα ήδη ουσιαστικά χρεοκωπημένα συστήματα κοινωνικής πρόνοιας (ιδιαίτερα το ταμείο ανεργίας και τα συνταξιοδοτικά ταμεία) και υγείας, καθώς επίσης και η αύξηση ομάδων ανθρώπων που εκτίθενται στη βία του δρόμου έξω από κάθε κοινωνική μέριμνα και προστασία (όπως οι αυξανόμενοι άστεγοι), μάς αναγκάζουν να ακολουθήσουμε προσεκτικότερα την έρευνα που διεξάγεται στα σύνορα πρώτου και τρίτου κόσμου, καθώς ο τρίτος κόσμος "εσωτερικεύεται" στον πρώτο, τόσο ως στόχος νέων θυματοποιήσεων όσο και ως δυνητικό μοντέλο για τη μοίρα "γηγενών" τμημάτων του ευρωπαϊκού πληθυσμού που θα παίξουν τον ρόλο των νέων "αλλότριων" της Ευρώπης. Θα πρέπει συνεπώς να στραφούμε με αρκετά επείγοντα τρόπο στην κατανόηση και χαρτογράφηση των λειτουργιών μιας θανατοπολιτικής οικονομίας, για την οποία ο νεκρός, θνησιγενής ή φονεύσιμος άνθρωπος είναι πια χρησιμότερος από τον άνθρωπο ως φορέα ζωντανής εργασίας.



Η βιοπολιτική της «γυμνής ζωής»


Συντάκτης: 
Στο προηγούμενο άρθρο, παρουσιάζοντας ορισμένες πρόσφατες επιστημονικές έρευνες, επιχειρήσαμε να κατανοήσουμε πώς αλλά και γιατί η κυρίαρχη σήμερα βιοπολιτική έχει επιβάλει τον εθελοντισμό ως μέσο διαχείρισης και εκτόνωσης της κοινωνικής οργής ενός ολοένα διογκούμενου αριθμού περιθωριοποιημένων πολιτών.
Οπως είδαμε, κάθε εθελοντική κοινωνική πρακτική αναπληρώνει -έστω και φαντασιακά- την πραγματική αλλά συχνά ανικανοποίητη ανάγκη των περισσότερων ανθρώπων να επιτελούν μια προσωπική, δημιουργική και κυρίως κοινωνικά επωφελή δραστηριότητα (Βλ. «Εφ.Συν.» 14-01-2017).
Ολα αυτά δεν οδηγούν βέβαια στην αμφισβήτηση των προθέσεων ή της προσφοράς των εθελοντών, αλλά στην κριτική του «εθελοντισμού» ως μαζικού κοινωνικού φαινομένου που, ενώ εμφανίζεται σαν μια ανθρωπιστική συμπεριφορά, στην πραγματικότητα εξυπηρετεί τις ανάγκες των κυρίαρχων, σήμερα, βιοεξουσιαστικών σχέσεων.
Για να τεκμηριώσουμε αυτήν τη μάλλον προκλητική δήλωσή μας θα χρειαστεί να ανατρέξουμε στο έργο δύο σημαντικών σύγχρονων στοχαστών: του Μισέλ Φουκό και του Τζόρτζιο Αγκάμπεν.
Οι ιδιοφυείς αναλύσεις τους μας αποκαλύπτουν πώς η βιοπολιτική διαμορφώνει τον τρόπο που σκεπτόμαστε και δρούμε ως έμβια κοινωνικά όντα.
Πρώτος ο Γάλλος φιλόσοφος Μισέλ Φουκό εισηγείται την έννοια «βιοπολιτική» για να εξηγήσει το ιστορικά επιβεβαιωμένο γεγονός ότι για τις σύγχρονες μορφές άσκησης εξουσίας το πραγματικό πολιτικό διακύβευμα είναι η ίδια η «ζωή» και ειδικότερα οι άνθρωποι ως «έμβια όντα».
Μια καινοφανής προσέγγιση που υιοθετείται και διευρύνεται από τους σημαντικότερους σύγχρονους πολιτικούς φιλοσόφους, όπως ο Τζόρτζιο Αγκάμπεν, αλλά και από τα ριζοσπαστικά κοινωνικά κινήματα.
Ο όρος «βιοπολιτική» εισάγεται το 1976 από τον Γάλλο φιλόσοφο Μισέλ Φουκό (M. Foucault) για να περιγράψει τις τεχνικές διαχείρισης και ρύθμισης της ζωής και του θανάτου των ανθρώπινων πληθυσμών από τη νεωτερική εξουσία.
Οπως εξηγεί στον πρώτο τόμο του βιβλίου του «Ιστορία της σεξουαλικότητας» (κυκλοφορεί από εκδ. Πλέθρον), η προϋπόθεση για την επιλογή, κατά τον 18ο και τον 19ο αιώνα, της βιοπολιτικής ως κυρίαρχης εξουσιαστικής πρακτικής στις δυτικές κοινωνίες ήταν να υποβαθμιστούν και να ξεπεραστούν σταδιακά οι μεσαιωνικές «πειθαρχικές» και τιμωρητικές πρακτικές άσκησης της εξουσίας για χάρη των νεωτερικών «βιορυθμιστικών» πρακτικών, οι οποίες κατέληξαν να εφαρμόζονται όχι μόνο σε μεμονωμένα άτομα ή σε μικρές κοινωνικές ομάδες αλλά σε πληθυσμούς και τελικά στο σύνολο των ανθρώπων.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η κυρίαρχη νεωτερική εξουσία έπαψε να ασκεί κατασταλτικές ή και θανατηφόρες πολιτικές όποτε το έκρινε απαραίτητο.
Εντούτοις, κατά τον 20ό αιώνα, έγινε απολύτως σαφές ότι η πρωταρχική επιλογή της κυρίαρχης εξουσίας ήταν μάλλον ο προληπτικός έλεγχος και όχι η εκ των υστέρων καταστολή.
Συνεπώς, η βιοπολιτική ρύθμιση θεωρείται πλέον προτιμότερη -και κυρίως πολύ πιο αποτελεσματική- από τη βίαιη καταστολή!

Από τη βιοπολιτική στη θανατοπολιτική

Ηδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1970ο Γάλλος κοινωνικός φιλόσοφος Μισέλ Φουκό εισάγει την έννοια «βιοπολιτική» στις ιστορικές-κοινωνικές μελέτες του για να εξηγήσει το αναμφισβήτητο πια γεγονός ότι για τις σύγχρονες μορφές εξουσίας το πραγματικό πολιτικό διακύβευμα όλων των κοινωνικών αγώνων και των νέων οικονομικών στρατηγικών είναι η ίδια η «ζωή» και ειδικότερα οι άνθρωποι ως «έμβια όντα».
Παραδόξως, η «απανθρωποποίηση» της πολιτικής προϋποθέτει και, ταυτοχρόνως, συνεπάγεται τη «βιολογικοποίηση» της ανθρώπινης κατάστασης: η νέα βιοεξουσία δεν θεωρεί πλέον τους ανθρώπους απαραίτητες -οικονομικά ή κοινωνικά- παραγωγικές μονάδες αλλά ένα αναλώσιμο βιολογικό απόθεμα, το οποίο μπορεί να διαχειρίζεται κατά βούληση μέσω της βιοπολιτικής.
Ιδού πώς συνοψίζει ο ίδιος ο Φουκό στο τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου «Ιστορία της σεξουαλικότητας» αυτήν την κοσμοϊστορική αλλαγή:
«Ο άνθρωπος, επί χιλιετίες, παρέμεινε ό,τι ήταν για τον Αριστοτέλη: ένα ζώο που είναι επιπλέον ικανό να διάγει μια πολιτική ύπαρξη· ο νεότερος άνθρωπος είναι ένα ζώο στην πολιτική του οποίου τίθεται υπό αίρεση η ζωή του ως έμβιου όντος».
Σε αντίθεση με την άσκηση της αρχαίας και μεσαιωνικής πειθαρχικής εξουσίας πάνω στα ανθρώπινα σώματα, π.χ. μέσω της τιμωρίας ή της επιβολής της θανατικής ποινής από τον ηγεμόνα, η νέα βιοπολιτική ασκείται πάνω σε κάθε πτυχή της ζωής και της σκέψης των ανθρώπων. Και, εντέλει, αφορά τον άνθρωπο ως... βιολογικό είδος.
Οπως πολύ ορθά διέβλεψε ο Μισέλ Φουκό, σήμερα, όχι απλώς οφείλουμε αλλά είμαστε υποχρεωμένοι να μιλάμε για βιοπολιτική «προκειμένου να περιγράψουμε αυτό που εισάγει τη ζωή και τους μηχανισμούς της στον τομέα των ρητών υπολογισμών και μετατρέπει την εξουσία-γνώση σε παράγοντα μετασχηματισμού της ανθρώπινης ζωής».
Δυστυχώς, ο πρόωρος θάνατος του Φουκό δεν του επέτρεψε να αναπτύξει επαρκώς αυτές τις ριζοσπαστικές ιδέες.
Ωστόσο, αρκετά χρόνια μετά, το 1995, ένας άλλος μεγάλος κοινωνικός φιλόσοφος, οΤζόρτζιο Αγκάμπεν (Giorgio Agamben), θα διαφωτίσει και θα διευρύνει με τρόπο αποφασιστικό την ανατρεπτική ιδέα της βιοπολιτικής εξουσίας.
Πράγματι, στο συγκλονιστικό βιβλίο του «Homo sacer - Κυρίαρχη εξουσία και γυμνή ζωή», αυτός ο εβραϊκής καταγωγής Ιταλός στοχαστής, μολονότι ξεκίνησε να διερευνά τα αίτια της απάνθρωπης ναζιστικής εξολοθρευτικής πολιτικής στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, κατέληξε σε μια πολύ ευρύτερη ανθρωπολογική θεώρηση των σύγχρονων βιοπολιτικών πρακτικών.
Οι οποίες εκμεταλλεύονται τις εκάστοτε βιοτεχνολογικές και βιοϊατρικές προόδους για να μετατρέψουν πλέον μαζικά τη ζωή των ανθρώπων σε... «γυμνή ζωή».
Σύμφωνα με την εμβριθή και ιστορικά τεκμηριωμένη ανάλυση του Αγκάμπεν:
«Η γυμνή ζωή δεν είναι πλέον εντοπισμένη σε έναν ιδιαίτερο και απομονωμένο τόπο ούτε και περιορίζεται σε μια συγκεκριμένη κατηγορία, αλλά κατοικεί στο βιολογικό σώμα κάθε έμβιου όντος». Με άλλα λόγια, η επιλογή της νεωτερικής εξουσίας να ασκείται αποκλειστικά μέσω της βιοπολιτικής οδήγησε όχι μόνο στα διάφορα «αποτρόπαια» εγκλήματα των δύο τελευταίων Παγκόσμιων Πολέμων αλλά, ευρύτερα, στην απανθρωποποίηση της ανθρώπινης ζωής. Η οποία κατέληξε να θεωρείται από τη βιοεξουσία ως απαξιωμένη και άρα δυνητικά φονεύσιμη «γυμνή ζωή»!
Πράγματι, αναλύοντας τα όσα «ανήκουστα» βλέπουμε να συμβαίνουν γύρω μας ή και σε εμάς τους ίδιους, ο Αγκάμπεν καταλήγει στο εύλογο και, δυστυχώς, πολύ συχνά επιβεβαιωμένο συμπέρασμα ότι:
«Στη νεωτερική βιοπολιτική κυρίαρχος είναι εκείνος που αποφασίζει για την αξία ή τη μη αξία της ζωής ως τέτοιας, δηλαδή για το αν η ζωή ως τέτοια έχει ή δεν έχει αξία».
Ετσι, ανάλογα με τις ιστορικοπολιτικές περιστάσεις, η «βιοπολιτική» μπορεί κάλλιστα να μετατραπεί σε «θανατοπολιτική».

Τα νέα εργαλεία της βιοεξουσίας

Με αυτήν ακριβώς την έννοια της εγγενούς αμοιβαιότητας μεταξύ βιοπολιτικής και θανατοπολιτικής, στο τελευταίο μας άρθρο, μιλήσαμε για «ανθρωποκτόνο ανθρωπισμό» όταν περιγράφαμε τη σημερινή βιοπολιτική του εθελοντισμού, η οποία δεν πρέπει, επ’ ουδενί, να συγχέεται με τη φυσική ανθρώπινη αλληλεγγύη ούτε και με την υποκριτική αστική φιλανθρωπία.
Ωστόσο, η σύγχρονη βιοπολιτική δεν καταφεύγει μόνο στον εθελοντισμό και στη μαζική προπαγάνδα για να νομιμοποιεί και να επιβάλλει στην κοινωνία τις επιλογές της.
Ολοένα και πιο συχνά, διαπιστώνουμε ότι προστρέχει στις πιο πρόσφατες κατακτήσεις των επιστημών για να δικαιολογήσει και, ενδεχομένως, να επιβάλει κάποιες εμφανώς απάνθρωπες ή και ανθρωποκτόνες στρατηγικές της.
Ακολουθώντας, μάλιστα, το σκεπτικό του Μισέλ Φουκό και του Τζόρτζιο Αγκάμπεν σχετικά με την ιστορική εξέλιξη της βιοπολιτικής, θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι η σημερινή βιοπολιτική εκδηλώνεται κυρίως μέσω των κοινωνικών εφαρμογών της βιοϊατρικής, της γενετικής μηχανικής και, πιο πρόσφατα, της νευροπολιτικής.
Πώς αλλιώς θα μπορούσε να εξηγηθεί το ότι στις πιο ανεπτυγμένες δυτικές κοινωνίες οι κυβερνήσεις, τα κόμματα αλλά και οι μεγάλες διεθνείς επιχειρήσεις προσλαμβάνουν ως ειδικούς συμβούλους κοινωνικούς ψυχολόγους ή και ειδικούς νευροεπιστήμονες προκειμένου να αναλύσουν όχι τόσο τις οικονομικοπολιτικές ανάγκες των πολιτών αλλά τις νευροψυχολογικές αδυναμίες και τις νοητικές έξεις τους.
Χάρη στα νέα επιστημονικά εργαλεία που διαθέτουν, αυτοί οι ειδικοί αναλαμβάνουν -με το αζημίωτο!- να αποκαλύψουν τις βαθύτερες πολιτικές προτιμήσεις, τις κοινωνικές συνήθειες ή τις φοβίες ενός πληθυσμού, πληροφορίες που διευκολύνουν αποτελεσματικά τη διαχείριση αυτών των ανθρώπων.
Εξάλλου, ο σκοπός ύπαρξης και επίσημα διακηρυγμένος στόχος τόσο της «νευροπολιτικής» όσο και της «νευροοικονομίας» είναι το να καταφέρουν να διαχειριστούν την πολιτική ή οικονομική αβεβαιότητα που δημιουργείται όχι μόνο από τα ανταγωνιστικά ιδιωτικά συμφέροντα αλλά κυρίως από τη θλιβερή άγνοια των πολιτών για το πώς αντιδρά ο εγκέφαλός τους σε απρόσμενες κοινωνικές συνθήκες.
Σε αντίθεση με ό,τι υποστήριζε ο Αριστοτέλης στο περίφημο βιβλίο του «Περί Ψυχής», σήμερα δεν είναι πλέον δυνατό να διακρίνουμε τον πολιτικό «βίο» από την απλή υλική-βιολογική «ζωή» των ανθρώπων.
Για τη σύγχρονη βιοπολιτική, τα ιδιαίτερα βιολογικά, σωματικά και εγκεφαλικά χαρακτηριστικά των ανθρώπων διαπλέκονται στενότατα και, σε μεγάλο βαθμό, επηρεάζουν τις δήθεν «μοναδικές» πνευματικές, ψυχικές συμπεριφορές τους.
Σε αυτό ακριβώς βασίζεται κάθε βιοεξουσία για να επιβάλλει στους ανθρώπους την ιδιαίτερη βιοπολιτική της.

Δύο πολύ αποκαλυπτικά βιβλία για τη βιοπολιτική




«Για την υπεράσπιση της κοινωνίας». Αυτόν τον τίτλο χρησιμοποιεί ο Φουκό για τη σειρά των διαλέξεών του στο College de France κατά την περίοδο 1975-1976.
Σ’ αυτές τις διαλέξεις, τις τόσο ουσιώδεις και ως προς το εύρος της ιστορικής έρευνας και ως προς την αναλυτική διεισδυτικότητα με την οποία αναπτύσσεται η θεματική, ο Φουκό θέτει το όλο πρόβλημα σε σχέση με τη διερεύνηση και/ή διαχείριση της ιστορικής σφαίρας και των κοινωνικών διαδικασιών που διαμορφώνονται εντός της επικράτειάς της.
Σταθερή βάση των αναλύσεων του Φουκό είναι η διερεύνηση του κρίσιμου προβλήματος της γνώσης και της εξουσίας.
Η ιδιαιτερότητα αυτών των μαθημάτων είναι ότι σε αυτές αναλύει λεπτομερώς τις πρωτοποριακές του ιδέες για τη βιοπολιτική, το πώς δηλαδή η νεωτερική βιοεξουσία επιβάλλει τον κοινωνικό αποκλεισμό και τον ρατσισμό ως μέσο διαχείρισης της κοινωνίας.
Ιδού πώς ο ίδιος ο Φουκό διατυπώνει, στο τελευταίο από αυτά τα μαθήματα, το σχετικό ερώτημα:
«Πώς αυτή η εξουσία, η οποία έχει κύριο στόχο της την εξασφάλιση της ζωής, μπορεί να αφήνει τους ανθρώπους να πεθαίνουν;» δηλαδή «πώς ασκείται η εξουσία του Θανάτου, πώς ασκείται η λειτουργία του Θανάτου, μέσα σε ένα πολιτικό σύστημα επικεντρωμένο στη βιοεξουσία;»!
Η τεράστια σημασία της μεταγραφής αυτών των προφορικών μαθημάτων σε βιβλίο επιτρέπει στον αναγνώστη να παρακολουθήσει ζωντανά το πώς ο μεγάλος Γάλλος στοχαστής διαμόρφωνε και επεξεργάζονταν σταδιακά τις ρηξικέλευθες πολιτικές απόψεις και τις φιλοσοφικές του ιδέες, αρκετές από τις οποίες είτε δεν τις είχε αναλύσει επαρκώς στα βιβλία του είτε δεν πρόλαβε να τις παρουσιάσει σε ένα βιβλίο.


Το κορυφαίο και άριστα μεταφρασμένο στα ελληνικά βιβλίο του Τζόρτζιο Αγκάμπεν «Homo sacer» έρχεται να ανανεώσει τις κριτικές μελέτες γύρω από την έννοια της κυριαρχίας και να εμβαθύνει στους τρόπους με τους οποίους ασκείται και εμπεδώνεται η βιοπολιτική.
Κυρίαρχο μοτίβο αποτελεί η γυμνή ζωή του homo sacer (ιερού ανθρώπου), αυτής της σκοτεινής φιγούρας του ρωμαϊκού δικαίου στην οποία αποτυπώνεται για πρώτη φορά η παράδοξη σχέση εξουσίας/κυριαρχίας και απλής βιολογικής ζωής.
Για τον Αγκάμπεν η «γυμνή ζωή» και η «κατάσταση εξαίρεσης» αποτελούν δύο βασικά στοιχεία του τρόπου με τον οποίο συγκροτείται και αναπαράγεται η κυριαρχική αντίληψη της εξουσίας.
Και η μορφή του «ιερού ανθρώπου» γίνεται όχι μόνο το θεμέλιο της γυμνής ζωής της ανθρωπότητας αλλά και το αντικείμενο της βιοεξουσίας κατά τη νεωτερική εποχή.
Σε αυτό το βιβλίο, ο Αγκάμπεν συνομιλεί και επεκτείνει τον διάλογο με στοχαστές όπως ο Αριστοτέλης, ο Καρλ Σμιτ, ο Μισέλ Φουκό, η Χάνα Αρεντ κ.ά.
Αυτός ο διάλογος με προγενέστερους στοχαστές τού επιτρέπει να δείξει ότι η παραγωγή ενός βιοπολιτικού σώματος είναι η πρωταρχική δραστηριότητα της κυρίαρχης εξουσίας.
Παράλληλα, η μελέτη των ολοκληρωτικών φαινομένων του 20ού αιώνα του επιτρέπει να αναλύσει τα στρατόπεδα συγκέντρωσης από τη μεριά της βιοπολιτικής, ανάγοντάς τα σε ένα καίριο παράδειγμα της πολιτικής νεωτερικότητας.
Στα ελληνικά κυκλοφορούν επίσης «Κατάσταση εξαίρεσης» (Πατάκης, 2007), «Η κοινότητα που έρχεται» (Ινδικτος, 2007), «Βεβηλώσεις» (Αγρα, 2006), «Χρόνος και ιστορία» (Ινδικτος, 2003), τα οποία και διαφωτίζουν πολλά θέματα αυτού του βιβλίου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ιωάννης Τζανάκος - Ιστολόγια

Δρεπάνι

Δρεπάνι
Δρεπάνι..

Αρχειοθήκη ιστολογίου

Kurdistan

Nichts

Nichts

Πολιτική και Γεωπολιτική..

Στα όρια..

Ουρανός

Ουρανός

Ερμηνείες της ιστορίας..

Επιστημονικά και επιστημονικοφανή..