Αυτοκαθορισμός

Αυτοκαθορισμός

Παρασκευή, 24 Φεβρουαρίου 2017

Απομυθοποιήσεις εθνικιστικών μύθων και ψευδών / Σμερδαλέος


Λίγα λόγια για την εθνολογία και την εθνοτικότητα

“Ethnology is the study of ethnicity είναι μια εισαγωγική φράση που θα συναντήσετε σε πολλά αγγλόγλωσσα βιβλία. Μόλις επιχειρήσουμε να μεταφράσουμε την παραπάνω φράση στα ελληνικά αρχίζουν τα προβλήματα. Πως θα μεταφράσουμε τον όρο “ethnicity”; Δεν μπορούμε να τον αποδώσουμε σαν «εθνικότητα» γιατί η τριάδα έθνος, εθνικός και εθνικότητα αποδίδει παραδοσιακά στα ελληνικά την τριάδα nation, national και nationality.  Ο όρος ethnicity είναι σχετικά καινούριος στην αγγλική γλώσσα και ακόμα πιο καινούρια είναι η εισαγωγή του όρου στην ελληνική ως εθνοτικότητα. Ο Irad Malkin στο βιβλίο του “The Returns of Odysseus: Colonization and Ethnicity “ (University of California Press, 1998) μελετά την λειτουργία των «νόστων» (μύθοι επιστροφής ηρώων από τον Τρωϊκό πόλεμο) στην δημιουργία εθνοτικών ταυτοτήτων τόσο στους Ἰταλιώτες (Έλληνες άποικοι στην Ιταλία) όσο και στους Ἰταλούς (ιθαγενείς λαοί της Ιταλίας). Στις σελίδες 55-61 κάνει μια απαραίτητη εισαγωγή στην εθνολογία για να ξεδιαλύνει τους όρους που θα χρησιμοποιήσει στο υπόλοιπο βιβλίο. Το κεφάλαιο ξεκινάει με τις παρακάτω δύο παραγράφους:
Ethnicity, a term coined in 1942, has been the focus of discussion by anthropologists, sociologists, historians (and ethnohistorians), and veterans of cultural studies. Whereas nationalism (sometimes ideologically based on ethnicity) is arguably a modern phenomenon, ethnicity and ethnic feelings are not, since we find primordialist group notions of ties of kinship, language, religion, race, shared experience, and territory already in antiquity. Current discussion seems to have gone beyond the essentialist or “natural” ethnicity of the myths of nation building originating in the late nineteenth century.Such myths potray nations as perennial and natural, waiting for the political moment to awaken. Current discussion also seems to have transcended the race-oriented and phenotypical definitions of group identity that were in vogue befορe World War II. These focused on “objective”, natural and inherited (mostly biological) traits. By contrast ethnicity (or ethnic identity) is now debated mainly in conceptual terms. There seems to be a general inclination to examine the ethnicity of “peoples” (to be distinguished from that of immigrants within modern states) while emphasizing its constructedness or “invention”. One definition, comfortable yet limited, considers ethnicity “the CONSCIOUS expression of group identity” or “the way in which social groups CONSCIOUSLY choose to assert their identity and to define and constitute themselves in relation to others in any given set of circumstances“. The comfort consists in the role of CONSCIOUSNESS; the severe limitation is the emphasis on self-definition. More often than not, as Benedict Anderson among others has shown, group definitions are the result of outsiders’ articulatons that become internalized and accepted.
Δηλαδή, εν συντομία, η εθνοτικότητα (ethnicity) είναι σχετικά καινούριος όρος που πρωτοεμφανίζεται στα αγγλικά λεξικά το 1942. Ενώ ο εθνικισμός (nationalism) είναι αναμφίβολα ένα σύγχρονο φαινόμενο, η εθνοτικότητα και τα εθνοτικά αισθήματα δεν είναι, μιας και βρίσκουμε αρχεγονικές (primordialist) αντιλήψεις για ομάδες ανθρώπων που βασίζονται σε δεσμούς συγγένειας, γλώσσας, θρησκείας, φυλής, κοινής εμπειρίας και κοινού εδάφους ήδη στην αρχαιότητα. Η τωρινή συζήτηση έχει απομακρυνθεί από την ουσιακή (essentialist) ή «φυσική» εθνοτικότητα των εθνοδομικών (nation building) μύθων του ύστερου 19ου αιώνα. Αυτοί οι μύθοι παρουσιάζουν τα έθνη σαν διηνεκείς (perennial) και «φυσικές» οντότητες που απλά περιμένουν την κατάλληλη πολιτική ευκαιρία για να «αφυπνιστούν». Η τωρινή συζητήση επίσης έχει ξεπεράσει/απορρίψει τους φυλετικούς (racial) και φαινοτυπικούς (αντικειμενικά βιολογικά χαρακτηριστικά που αποτελούν έκφραση γενετικής κληρονομιάς λ.χ. χροιά του δέρματος, χρώμα μαλλιών,ματιών κλπ.) ορισμούς της ταυτότητας των πληθυσμιακών ομάδων. Αντίθετα, η εθνοτικότητα σήμερα συζητάται πάνω σε αντιληπτικούς (conceptual) όρους. Υπάρχει μια γενική τάση να βλέπουμε την εθνοτικότητα με τέτοιο τρόπο ώστε να δίνουμε έμφαση στην «επινοημένη» κατασκευή της. Η εθνοτικότητα είναι η ΣΥΝΕΙΔΗΤΗ έκφραση συλλογικής ταυτότητας, δηλαδή ο τρόπος με τον οποίο ομάδες ανθρώπων αποφασίζουν ΣΥΝΕΙΔΗΤΑ να εκδηλώσουν την συλλογική τους ταυτότητα σε σχέση με άλλες ομάδες ανθρώπων κατά τις διάφορες ιστορικές συγκυρίες. Η ΣΥΝΕΙΔΗΤΟΤΗΤΑ (consciousness) εμπεριέχει τον βασικό περιορισμό του αυτοπροσδιορισμού. Όπως, μεταξύ άλλων έδειξε ο Benedict Anderson, συχνά ο αυτοπροσδιορισμός («ημική» αντίληψη, emic perception/self perception) προκύπτει από την υιοθέτηση και αποδοχή εξωτερικών ετεροπροσδιορισμώνητική» αντίληψη, etic perception). O Jonathan M. Hall από την άλλη, στο βιβλίο του “Hellenicity: Between Ethnicity and Culture” (University of Chicago Press,2002) αφιερώνει τις σελίδες 9-19 σε ένα κεφάλαιο με τίτλο “Defining Ethnicity” (~ απόπειρα ορισμού της εθνοτικότητας) ενώ στα πρώτα κεφάλαια του βιβλίου του “Ethnic Identity in Greek antiquity” (Cambridge University Press, 1997) αφιερώνει μεγαλύτερο μέρος στο φαινόμενο της εθνοτικότητας, την ιστορία της μελέτης του και τους μηχανισμούς σχηματισμού και δυναμικής εξέλιξης των εθνοτικών ομάδων. Από εδώ και πέρα οι αναφορές στα παραπάνω βιβλία θα είναι (HallH,σελίδα) για το “Hellenicity” και (HallE,σελίδα) για το “Ethnic Identity”. Πριν προχωρήσουμε παρακάτω είναι αναγκαίο να πούμε δυο λόγια για τον «ινστρουμενταλισμό» (instrumentalism) του Fredrik Barth. Κατά τον Barth (ο οποίος θεωρείται ο πατέρας της σύγχρονης εθνολογίας), οι εθνοτικές ομάδες είναι πρωτίστως φορείς δράσεις του ιστορικού γίγνεσθαι. Οι εθνοτικές ομάδες σχηματίζονται επειδή οι συστατικοί τους πληθυσμοί σε μια συγκεκριμένη στιγμή έχουν συμφέρον να ενωθούν. Δηλαδή η εθνογένεση είναι καιροσκοπική (circumstantial), περιστασιακή (situational) και πολλές φορές εφήμερη (evanescent). Για να εξασφαλιστεί η συνοχή του φορέα δράσης απαιτείται ένα ισχυρό αίσθημα αλληλεγγύης από τα συστατικά του μέλη. Δίνεται έμφαση στις υπαρκτές ομοιότητες των μελών (λ.χ. γλώσσα, θρησκεία, ήθη κλπ) ενώ την ίδια στιγμή γίνεται υποβιβασμός των υπαρκτών διαφορών (πάντα γλώσσα, θρησκεία, ήθη κλπ.). Ταυτόχρονα, νέες ομοιότητες και νεόι δεσμοί επινοούνται και συνήθως παρουσιάζονται εν είδει μακροχρόνιων παραδόσεων. H παραπάνω διαδικασία συνοψίζεται στο ρητό «φαντασιακές κοινότητες με επινοημένες παραδόσεις» (“imagined communities with invented traditions“) το οποίο συνδέει τον τίτλο του βιβλίου του Benedict Anderson Imagined Communities με την αρχή των «επινοημένων παραδόσεων» (invented traditions) του Eric Hobsbawm. Αυτό που τονίζει επίσης ο ινστρουμενταλισμός είναι η ευελιξία και η προσαρμοστικότητα της εθνοτικότητας. Όταν ο φορέας δράσης που ονομάζουμε εθνοτική ομάδα βρεθεί σε νέες συγκυρίες, τότε μπορεί να αλλάξει την υπάρχουσα παράδοση λ.χ. για να ενσωματώσει καινούριους πληθυσμούς ή για να αποκλείσει παλαιά μέλη ή τέλος, για να κατοχυρώσει δικαιώματα σε μια περιοχή. Συχνά αυτή η διαδικασία περιγράφεται με το ρητό ότι «το παρελθόν ερμηνεύεται με διαφορετικό τρόπο σε διαφορετικές στιγμές, ώστε να παραμένει συνεχώς νοηματούχο («μεστό με νόημα», επιτρέψτε μου την νεολογιστική αυτή απόδοση του αγγλικού meaningful). Ο Hall (HallE,19) συνοψίζει τα παραπάνω με τα παρακάτω λόγια:
The danger of the emic-etic dichotomy in the study of ethnic identity lies in the possibility of establishing a sterile debate between ethnic truth and ethnic fiction. Such a debate contributes little to the understanding of the phenomenon. On the one hand, there is -as we shall see- no doubt that ethnic identity is a cultural construct, perpetually renewed and renegotiated through discourse and social praxis. […] On the other hand, there is little to be gained, and much to be lost, by denying that the ethnic group does possess its own realm of reality.
Δηλαδή ενώ δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι η εθνοτική ομάδα είναι ένα πολιτισμικό κατασκεύασμα το οποίο αενάως ανανεώνει και επαναδιαπραγματεύει την οντότητά του, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι παύει να είναι υπαρκτή οντότητα στον χώρο του ιστορικού γίγνεσθαι και η θεώρησή της ως ψευδές σύνολο είναι επιζήμια τουλάχιστον όσον αφορά στην κατανόηση της εθνοτικότητας, γιατί μπορεί μεν να υπάρχουν «επινοημένες παραδόσεις», αλλά η αλληλεγγύη που αυτές σφυρηλατούν στα μέλη της εθνοτικής ομάδας και η ικανότητα δράσης της τελευταίας στο ιστορικό γίγνεσθαι είναι 100% πραγματικές. Ένας από τους κορυφαίους εθνολόγους της εποχής μας, ο Αnthony Smith στην σελίδα 15 του μνημιώδους βιβλίου του “The Ethnic Origins of Nations” (Blackwell,1986):
What I shall be arguing is that the ‘core’ of ethnicity, as it  has been transmitted in the historical record and as it shapes individual experience, resides in this quartet of  ‘myhs,memories,values and symbols’ and in the characteristic forms or styles and genres of certain historical configurations of populations. […] Special emphasis is laid on what is termed the ‘myth-symbol’ complex, and particularly the ‘mythomoteur’ or constitutive myth of the ethnic polity; both indicate the vital role of myths and symbols as embodying the corpus of beliefs and sentiments which the guardians of ethnicity preserve, diffuse and transmit to future generations. In other words, the special qualities and durability of ethnie are to be found, neither in their ecological locations, nor their class configurations, nor yet their military and political relationships, important as all these are for day-to-day experiences and medium-term chances of survival of specific ethnic communities. Rather one has to look at the nature (forms and content) of their myths and symbols, their historical memories and central values, which we can summarize as the ‘myth-symbol’ complex, at the mechanisms of their diffusion (or lack of it) through a given population, and their transmission to future generations, if one wishes to grasp the special character of ethnic identities.
Με λίγα λόγια, ο «πυρήνας» της εθνοτικότητας είναι η τετράδα «μύθοι,μνήμες, αξίες και σύμβολα» που συνιστούν το λεγόμενο «μυθο-συμβολικό σύμπλεγμα» τα οποία σχετίζονται με τον λεγόμενο mythomoteur ή καταστατικό/κεντρικό εθνοσυμβολικό μύθο ο οποίος παρέχει στα άτομα της εθνοτικής ομάδας την αίσθηση μέλους στην συλλογικότητα και την διαφοροποίησή τους από τα «μη μέλη». Η επιβίωση και συνέχεια των εθνοτήτων δεν πρέπει να αναζητηθεί στην γεωγραφική/οικολογική παραμονή ούτε στην διατήρηση κοινωνικών συστημάτων ούτε πάλι στην ικανότητα διατήρησης της πολιτικής αυτονομίας (και εννοείται ούτε σε βλακείες περί βιολογικής συνέχειας). Αντίθετα πρέπει να αναζητηθεί στο μυθο-συμβολικό σύμπλεγμα και στους μηχανισμούς διάχυσης και διαιώνισής του στις μελλοντικές γενιές. Έτσι μόνο καταφέρνει κάποιος να συλλάβει τον ιδιάζοντα χαρακτήρα των εθνοτικών ταυτοτήτων. Μέχρι στιγμής ορίσαμε την εθνοτικότητα σαν συνειδητή έκφραση συλλογικής ταυτότητας και αναφέραμε το μυθο-συμβολικό σύμπλεγμα που προσδίδει στα άτομα την αίσθηση τους μέλος και την διαφοροποίησή τους από τα «μη μέλη». Αυτό που δεν έχουμε ακόμα ξεκαθαρίσει είναι τι το ειδικό έχει η εθνοτικότητα που την ξεχωρίζει από τις άλλες μορφές συλλογικής ταυτότητας. Οι μορφές συλλογικής ταυτότητας είναι πολλές και ποικίλες. Έτσι συλλογικές ταυτότητες είναι η γλωσσική ομάδα (λ.χ. το σύνολο των αγγλόφωνων ή ισπανόφωνων πληθυσμών), η θρησκευτική ομάδα (λ.χ. το σύνολο των ορθόδοξων χριστιανών ή των μωαμεθανών) ή τέλος ο σύνδεσμος οπαδών αθλητικού σωματείου (λ.χ. οπαδοί του Ολυμπιακού ή της Manchester United). Τι το ειδικό έχει η εθνοτικότητα ώστε να ξεχωρίζει από τις παραπάνω μορφές συλλογικής ταυτότητας. Οι ειδικοί μελετητές είναι ομόφωνοι σε αυτό:  το καθοριστικό στοιχείο της εθνοτικότητας είναι η απόδοση της αλληλεγγύης και οικειότητας σε φαντασιακή κοινή καταγωγή (fictive/putative common descent) όποια κι αν είναι η πραγματική καταγωγή των μελών.
[HallH,9] Ultimately, the definitional criteria or ‘core elements’ which determine membership in an ethnic group –and distinguish the ethnic group from other social collectivities– are a putative subscription to a myth of common descent and kinship, an assosiation with a specific territory and a sense of shared history. [HallH,10] The centrality of fictive kinship and descent to definitions of ethnicity is hardly a novelty. Already in 1922, Max Weber defined ethnic groups as “those human groups that entertain a subjective belief in their common descent because of similarities of physical type or customs or both, or because of memories of colonization and migration; this belief must be important for the propagation of group formation; conversely, it does not matter whether or not an objective blood relationship exists“. [HallH,15] The important point, however, is that while ethnic identity revolves around notions of kinship, the genetic reality of this kinship is unimportant and not infrequently fictitious. What matters is that ethnic members act as if they are related. [HallH,16] Notions of shared kinship are not, of course, limited to the ethnic group. The paradigmatic expression of kinship is the family -and, by extension, social groupings based on aggregations of families- but it is precisely the fictive nature of the belief in kiship that distinguishes the ethnic group from the family. As Weber noted, “Ethnic membership differs from the kinship group precisely by being a presumed identity, not a group with concrete social action.”The ethnic group is, in other words, an imagined community whose constituents will never know most of their fellow-members, meet them, or even hear of them, yet in the minds of each lives the image of their communion (Benedict Anderson).”
Παράλληλα, ο Anthony Smith στις σελίδες 22-31 του “The Ethnic Origins of Nations” παραθέτει και αναλύει τα έξι κριτήριαδιαστάσεις όπως ο ίδιος γράφει) που πιστοποιούν την ύπαρξη εθνοτικής ταυτοτητας. Αυτά είναι:
1) Ένα κοινό συλλογικό όνομα 2) Ένας κοινός μύθος καταγωγής 3) Μια κοινή ιστορία 4) Ένας ιδιάζων κοινός πολιτισμός 5) Η σύνδεση με κάποια γεωγραφική περιοχή που αποκτά την έννοια της «πατρίδας» 6) Αίσθημα αλληλεγγύης των μελών
Σχετικά με το κριτήριο του κοινού μύθου καταγωγής γράφει [σελ. 24-25]:
In many ways the sine qua non of ethnicity […] It goes without saying that I am concerned here, not with actual descent, but with the sense of imputed common ancestry and origins. A myth of descent attempts to provide an answer to questions of similarity and belonging: why are we all alike? Why are we one community? […] The fused and elaborated myths provide an overall framework of meaning for the ethnic community, a mythomoteur, which “makes sense” of its experiences and defines its “essence”. Without a mythomoteur a group cannot define itself to itself or to others, and cannot inspire or guide collective action.
Δηλαδή ο μύθος κοινής καταγωγής είναι το ουκ άνευ (sine qua non) της εθνοτικότητας. Δεν έχει καμία απολύτως σημασία η πραγματική καταγωγή των μελών, γιατί αυτό που μετράει είναι η κοινή αποδοχή μιας επινοημένης (fictive), υποτιθέμενης (putative) και αξιωματικά δεδομένης (imputed) κοινής καταγωγής. Πολλοί προσπαθούν να μιμηθούν τον Smith και παρουσιάζουν απλά «ξερές» λίστες με «αντικειμενικά» κριτήρια για τον ορισμό της εθνοτικότητας. Με αυτόν το τρόπο ξεχνάνε να αναφέρουν ότι η εθνοτικότητα γίνεται υποκειμενικά αντιληπτή και ενέχει το στοιχείο της συνειδητής επιλογής ταυτότητας. Δηλαδή ένας άνθρωπος ή μια ομάδα ανθρώπων μπορεί να έχει όλα τα αντικειμενικά κριτήρια που σχετίζονται με την εθνοτική ταυτότητα Α, αλλά εάν δεν έχουν επιλέξει συνειδητά οι ίδιοι να είναι Α τότε πολύ απλά δεν είναι Α. Από την άλλη, ένα άτομο ή μια ομάδα ατόμων μπορεί να μην έχει κάποια από τα «αντικειμενικά» κριτήρια που σχετίζονται με την εθνοτική ταυτότητα Α, αλλά να έχει επιλέξει συνειδητά την ταυτότητα Α.  Στην περίπτωση αυτή, το άτομο αυτό ή η ομάδα ατόμων είναι εθνοτικά Α επειδή η εθνοτικότητα είναι εξ ορισμού  συνειδητή επιλογή εθνοτικής ταυτότητας. Ο Peter Heather στη σελίδα 14 του βιβλίου “Empires and Barbarians: Migration, Development and the Birth of Modern Europe” (MacMillan,2009) γράφει στην δική του εισαγωγή εθνολογίας για την μελέτη των μεσαιωνικών «βαρβάρων» πολλοί από τους οποίους χαρακτηρίζονται ως «βάρβαροι» την στιγμή t1 και την στιγμή t2 «Ρωμαίοι» αξιωματικοί (λ.χ. AsparStilicho και Arbogast):
People sharing the same set of measurable cultural traits (including language: the great symbol of group identity in the nationalist era) can think of themselves as belonging to different social groups, and people with different cultures can think of themselves as belonging to the same ones. Fundamentally, therefore, identity is about perception, not a check-list of measurable items: the perception of identity the individual has inside his or her head, and the way that individual is perceived by others. Cultural items may express identity, but they do not define it. A Scotsman may wear a kilt, but he remains a Scotsman even if he doesn’t. […] Up to 1945, identity was viewed as an unchanging given […] But studies inspired by Leach’s work have shown both that an individual’s group identity can and does change, and that a particular individual can have more than one group identity, sometimes even choosing them according to immediate advantage.
Δηλαδή, η εθνοτική ταυτότητα δεν είναι απλά μια λίστα αντικειμενικών κριτηρίων αλλά συνδέεται άμεσα με την υποκειμενική αντίληψη, τόσο αυτήν που το άτομο έχει για τον εαυτό του («ημικός» αυτοπροσδιορισμός) όσο και αυτήν που έχουν οι άλλοι γι΄αυτόν («ετικός» ετεροπροσδιορισμός). Τα αντικειμενικά κριτήρια μπορεί να εκφράζουν την ταυτότητα, αλλά δεν την ορίζουν.  Ένας Σκωτσέζος μπορεί να φοράει κιλτ, αλλά παραμένει Σκωτσέζος ακόμα και όταν δε το φοράει.
Επίλογος
Η εθνολογία ξεκινά με την πεποίθηση του Johann Gottfried Herder (18ος αιώνας) ότι η γλώσσα είναι το volksgeist (ιδιάζον χαρακτηριστικό του κάθε λαού). Επομένως, από νωρίς η έννοια της εθνοτικής ομάδας ταυτίστηκε με αυτήν της γλωσσικής ομάδας χωρίς να γίνεται πουθενά λόγος για αίμα και καταγωγή. Στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα οι Ρομαντικοί εθνικιστές προσπάθησαν να συνδέσουν το volksgeist με τη βιολογία και την γενετική. Το αποτέλεσμα ήταν η άνοδος του φυλετισμού και η περαιτέρω εξίσωση της γλωσσικής ομάδας με το «ομόαιμον». Η ιδέα αυτή της εθνοτικότητας σαν βιολογική ουσία (essence> Essentialism) που υπάρχει στο αίμα όπως το σάκχαρο και η χοληστερίνη και μπορεί σε άλλον να είναι ανεβασμένη («πιο καθαρόαιμος») και σε άλλον πεσμένη («λιγότερο καθαρόαιμος») ήταν η κυριάρχη ιδέα μέχρι και τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Από εκεί και μετά, οι «εθνολόγοι» άρχισαν να συνειδητοποιούν την υποκειμενική και δυναμική φύση της εθνοτικότητας κάτι που τους οδήγησε στο να απορρίψουν εντελώς τον εσσενσιαλισμό και τον φυλετισμό. Από εκείνη τη στιγή και μετά, αναγνωρίστηκε καθολικά ότι η εθνοτικότητα είναι ένα επίκτητο κοινωνικό κατασκεύασμα και, κατά συνέπεια, κάθε άνθρωπος γεννιέται ανεθνότιστος και εθνοτίζεται μέσα στην κοινωνία στην οποία μεγαλώνειεθνοτισμός δεν είναι απλά η υιοθέτηση αντικειμενικών κριτηρίων που σχετίζονται με την εθνoτική ταυτότητα αλλά είναι μια συνεχής διαπραγμάτευση ημικών και ετικών υποκειμενικών αντιλήψεων και προσωπικών επιλογών. Η εθνοτική ομάδα είναι η ιδεατή κοινότητα ανθρώπων που έχουν συνειδητά επιλέξει να εξηγούν την υπαρκτή αλληλεγγύη και την οικειότητά τους με έναν μύθο κοινής καταγωγής.


Μηχανισμός εφεύρεσης ανύπαρκτων Ελλήνων


Ο πιο αποτελεσματικός τρόπος εφευρέσεως ανύπαρκτων εθνοτικά μεσαιωνικών Ελλήνων είναι η μετάφραση δυτικών μελετητών και η αναμετάφραση στην νεοελληνική γλώσσα δυτικών μεταφράσεων των βυζαντινών κειμένων.  Βρίσκουμε λ.χ. κάποιον δυτικό ιστορικό να χαρακτηρίζει τους «Βυζαντινούς» σαν «Γραικούς» (Greeks, Greques, Greci κλπ), μεταφράζουμε την πρότασή του στα νεοελληνικά, αποδίδοντας το «Γραικοί» σαν «Έλληνες» και το πλασάρουμε στους πολλούς που «κεκόρηνται ὅκωσπερ κτήνεα» (που έλεγε και ο Ηράκλειτος) σαν «απόδειξη» της δήθεν αέναης εθνοτικής Ελληνικότητας του «Βυζαντίου».
Το «άλμα τριπλούν» (η έκφραση είναι του Νίκου Σαραντάκου) που γίνεται σε αυτήν την διαδικασία είναι το εξής:
1) Βρίσκουμε κάποιον δυτικό ιστορικό ή μεσαιωνικό συγγραφέα που περιγράφει τους «Βυζαντινούς» σαν «Γραικούς».
2) Εμείς στην σημερινή μας νεοελληνική γλώσσα μεταφράζουμε τα δυτικά Greeks, Greques, Greci κλπ. σαν «Έλληνες».
3) Άρα καταλήγουμε στο αφελές συμπέρασμα ότι οι «Βυζαντινοί ήταν Έλληνες», δηλαδή πιστεύουμε ότι δήθεν «αποδείξαμε»ότι υπήρχε μια αέναη και διάχυτη «Ελληνική» εθνοτική συνείδηση.
Το σφάλμα λογικής που διαπράττουμε σε αυτήν την διαδικασία είναι πως υποθέτουμε ότι οι δυτικοί γνώριζαν τους «Βυζαντινούς» καλύτερα απ΄ότι γνώριζαν οι ίδιοι τον εαυτό τους ή ότι η περιγραφή τους είναι αμερόληπτη. Το εθνολογικό σφάλμα που διαπράττουμε είναι ότι μπερδεύουμε την ητική (etic, ετεροπροσδιορισμός) αντίληψη με την ημική (emic, αυτοπροσδιορισμός). Η ητική αντίληψη έχει σημασία μόνον όταν είναι σε θέση να επηρεάσει την ημική. Από τη στιγμή που η εθνοτικότητα (ethnicity) είναι η συνειδητή επιλογή εθνοτικής ταυτότητας, κάθε λογικός άνθρωπος καταλαβαίνει ότι η κατανόηση μιας εθνοτικής ταυτότητας γίνεται μόνον μέσα από την εξέταση της ημικής αντίληψης.
Θα εφαρμόσω το παράλογο «τριπλούν άλμα» σε δύο παραδείγματα για να δείξω την αφέλεια που το διέπει.
Παράδειγμα #1:
1) Οι Μεξικάνοι χρησιμοποιούν τον όρο Gringo για τους Αμερικάνους.
2) H λέξη Gringo προέρχεται από το παλαιότερο Griego, την ισπανική εκδοχή του λατινικού Graecus
3) Εμείς σήμερα στην νεοελληνική γλώσσα αποδίδουμε το λατινικό Graecus σαν «Έλληνας»
4) Άρα οι Αμερικάνοι είναι Έλληνες, δηλαδή διέπονται από μία αέναη και διάχυτη Ελληνική εθνοτική συνείδηση.
Το σφάλμα που διαπράξαμε είναι ότι αγνοήσαμε πως η λέξη Graecus> Grecus > Griego > Gringo στο στόμα των Ισπανόφωνων ακολούθησε την σημασιολογική εξέλιξη «ελληνόφωνος» > «αλλόγλωσσος» (Graecum sunt non leguntur = It’s all Greek to me) > «ξένος».
Παράδειγμα #2:
1) Οι «Βυζαντινοί» αποκαλούσαν κλασικιστί τους Ούγγρους «Δάκες» και «Παίονες» (το τελευταίο προέκυψε από εσκεμμένη εξευγενίζουσα παραφθορά του όρου «Παννόνιοι» μιας και το σχεδόν ομόηχο «Παίονες» απαντά ήδη στα ομηρικά έπη).
2) Άρα οι Ούγγροι πίστευαν ότι ήταν οι απόγονοι των αρχαίων Δακών και των αρχαίων Παιόνων.
Φυσικά, όποιος ξέρει λίγα πράγματα για τους Ούγγρους, γνωρίζει ότι ουδέποτε έδειξαν διάθεση ταύτισης με τους αρχαίους Δάκες ή τους Παίονες. Ακόμα και το εξωνύμιο Ούγγροι προέκυψε από μπέρδεμα με τους Ουνουγκούρους Βούλγαρους που κατοικούσαν στα μέρη τους πριν από αυτούς. Οι ίδιοι οι Ούγγροι στην γλώσσα τους αυτοπροσδιορίζονται σταθερά σαν Magyar και έτσι τους ονομάζουν όλοι οι λαοί που έχουν άμεση ιστορική σχέση μαζί τους (λ.χ. Σερβ-Κρ. Mađari).
Όσο για τον όρο «Παίονες», ο Ιωάννης Τζέτζης έγραψε στις «Χιλιάδες» του ότι όσοι χρησιμοποιούν τον όρο «Παίονες» για τους Ούγγρους είναι ανιστόρητοι «βούβαλοι». Κατά τον Τζέτζη, αν κάποιος λαός πρέπει να χαρακτηρίζεται κλασικιστί σαν «Παίονες», αυτός είναι οι Βούλγαροι των οποίων τον αυχένα «έσπασε» ο κρατερός Βουλγαροκτόνος όταν τους κατέκτησε και, οι οποίοι, στις δόξες τους, κατείχαν όλα τα εδάφη από την ενδοχώρα του Δυρραχίου μέχρι την ενδοχώρα της Κωνσταντινουπόλεως!!! Ο Τζέτζης έκανε αυτόν τον συλλογισμό διότι στα χρόνια του, οι «Βούλγαροι» ήταν πρωτίστως όσοι κατοικούσαν στο θέμα Βουλγαρίας (το επίκεντρο της Βουλγαρικής αντίστασης στον Βουλγαροκτόνο), το οποίο συνέπεφτε  χονδρικά με την αρχαία Παιονία.
Byz class geo
Tzetzes Paiones
Και θα κλείσω με ένα διδακτικό παράδειγμα «εφεύρεσης ανύπαρκτων Ελλήνων». Όσοι από εσάς έχετε διαβάσει το βιβλίο του Donald Μ. Nicol “The Last Centuries of Byzantium: 1261-1453” (CUP, 2η έκδοση 1993), έχετε διαβάσει την σελίδα 375 όπου ο Nicol παρέχει μεταφρασμένα στα αγγλικά τα λόγια του τούρκου Βεζίρη Çandarlı Halil Pasha που διέσωσε στην ιστορία του ο Δούκας, όταν απεσταλμένοι της Κωνσταντινούπολης έναν περίπου χρόνο πριν την άλωση, επιχείρησαν να δουν αν ο Χαλίλ ενδιαφερόταν να συμμετάσχει σε ένα σχεδιαζόμενο πραξικόμημα που θα καθαιρούσε από τον Οθωμανικό θρόνο τον Μωάμεθ τον οσονούπω Πορθητή με τον φιλοβυζαντινό εξόριστο συγγενή του Ορχάν. Ο Βεζίρης Χαλίλ απάντησε:
Grecu
Εν ολίγοις, «”You stupid Greeks” … κάντε ό,τι νομίζετε, αλλά σας το λέω για να το ξέρετε ότι ο νέος σουλτάνος δεν είναι σαν τον παλιό, προσπαθήστε να κάνετε ό,τι κόλπα θέλετε, αλλά να ξέρετε ότι στο τέλος θα χάσετε και τα λίγα που ακόμα έχετε»!
«Οἱ δὲ πολλοί», που καθ΄Ηράκλειτον, «κεκόρηνται ὅκωσπερ κτήνεα» μόλις διαβάσουν αυτήν την φράση μεταφράζουν αμέσως το “you stupid Greeks σαν «ανόητοι Έλληνες» και θα τρέξουν να παρουσιάσουν την σελίδα σαν «περίτρανη» απόδειξη:
1) της δήθεν αέναης και διάχυτης «ελληνικότητας» του Βυζαντίου.
2) ότι δήθεν  ο Donald M. Nicol θεωρεί τους Βυζαντινούς αενάως «Έλληνες» ένα με τους Έλληνες της αρχαιότητας.
3) ότι ο Ιστορικός της Αλώσεως Δούκας δήθεν έγραψε εδω «Έλληνες».
4) ότι ο Βεζίρης Χαλίλ δήθεν θεωρούσε τους «Βυζαντινούς» Έλληνες.
Το παραπάνω κείμενο όμως είναι η αγγλική μετάφραση της ιστορίας του Δούκα που έκανε ο Ρουμάνος ιστορικός Grecu. Το αυθεντικό κείμενο του Δούκα είναι το εξής:
Doukas Halil1
Doukas Halil2
Δηλαδή γράφει «ὦ ἀνόητοι καὶ μωροί Ῥωμαίοι …» το οποίο, οι σωστοί μεταφραστές αποδίδουν απαράλλαχτο (λ.χ. λατιν. “o stulti et insipientes Romaei).
Όσον αφορά τα άλλα «συμπεράσματα» των πολλών που «κεκόρηνται ὄκωσπερ κτήνεα», η άποψη του Donald Nicol για την βυζαντινή ταυτότητα περιγράφεται ξεκάθαρα στο βιβλίο του, και ο Τούρκος βεζίρης φυσικά δεν θα μπέρδευε ποτέ τους Rum με τους αρχαίους Yunan, δύο λαούς τους οποίους η Ισλαμική παράδοση ξεχώριζε ξεκάθαρα. Μέχρι και την ίδρυση του Νεοελληνικού κράτους, οι Τούρκοι χρησιμοποιούν τον όρο Rumluk (λ.χ. η παραδοσιακά ελληνόφωνη περιοχή Ρουμλούκι = «Ρωμιότοπος» στην Μακεδονία [αντιπρβ. το Shopluk] και ο όρος Rumlar γι΄αυτό που λέμε σήμερα «Ελληνοκύπριος») για το ελληνόφωνο υποσύνολο του ευρύτερου και ετερόγλωσσου Rum Millet. Οι Τούρκοι αναβίωσαν από το Κοράνι τον όρο Yunan , για να αποδώσουν το νεοελληνικό εθνωνύμιο «Έλληνες», μετά την ίδρυση του Νεοελληνικού κράτους και την εθνική (national) πλέον ταυτότητα που αυτό προωθούσε με την κρατική του παιδεία.

Rumluk1

Περισσότερα:

Ο μύθος του «Ελληνικού Πολιτισμού» στο «Βυζάντιο» #1

Στην σημερινή ανάρτηση θα περιγράψω τον μύθο του «Ελληνικού Πολιτισμού» στο «Βυζάντιο».
Νομίζω πως το καλύτερο σημείο εκκίνησης της ανάρτησης είναι τα παρακάτω λόγια του βυζαντινολόγου Αντώνη Καλδέλλη:
[04:30-05:25]

«Μερικά γνωστικά πεδία πορεύονται πολύ καιρό χωρίς επανάσταση. Ένας εμπειρικός κανόνας (rule of thumb, κυριολεκτικά «κανόνας του αντίχειρα» ~ κανόνας χονδρικής εκτίμησης) είναι ο εξής: όταν βρίσκεις ότι σε ένα γνωστικό πεδίο οι ειδικοί, από ένα σημείο και μετά, απλώς επαναλαμβάνουν συνεχώς τις πεποιθήσεις που παρέλαβαν από τις προηγούμενες γενιές και απλώς αναπαράγουν προκατασκευασμένους τύπους τους οποίους, όταν τους διαβάζεις, σκέφτεσαι «για μισό λεπτό, αυτό το έχω ξαναδεί» και οι τύποι αυτοί φτάνουν σε σημείο να γίνονται [ακρίτως] γενικώς αποδεκτοί, έτσι ώστε να πρέπει να ξεκινήσεις εισαγωγικά να μιλάς γι΄αυτούς σαν κοινή γνώση και μετά να περνάς στο θέμα που εξετάζεις, τότε πιστεύω πως αυτού του είδους τα γνωστικά πεδία κινδυνεύουν να καταντήσουν «σκληρωτικά» (ο Καλδέλλης χρησιμοποιεί το ρήμα encrust = αποκτώ σκληρή και ανελαστική κρούστα) από τις ίδιες τις ιδεολογίες τους. Εγώ ανιχνεύω και εκθέτω (“sniff out” = «εντοπίζω οσφραίνοντας σαν λαγωνικό») αυτούς τους [ακρίτως] αναπαραγόμενους τύπους σκεπτόμενος «για μισό λεπτό, πρέπει να υπάρχει κάτι παραπάνω πίσω από αυτά».
Επέλεξα να ξεκινήσω την ανάρτηση με αυτά τα λόγια του Καλδέλλη, γιατί ο μύθος του «Ελληνικού Πολιτισμού» του «Βυζαντίου» είναι ένας από αυτούς τους ακρίτως αναπαραγώμενους τύπους στους οποίους αναφέρεται ο Καλδέλλης, από τότε που ο George Ostrogorsky διατύπωσε τον τύπο των τριών πυλώνων του Βυζαντίου: Ρωμαϊκή Πολιτική Ιδεολογία, Ελληνικός Πολιτισμός και Χριστιανισμός.
Αυτή η τριάδα του Ostrogorsky αναπαράγεται εδώ και δυο γενιές συνεχώς σαν θέσφατο αξίωμα, χωρίς να έχει κάποιος εντωμεταξύ αναρωτηθεί: τι ακριβώς εννοούμε όταν μιλάμε για «Ελληνικό Πολιτισμό» στο «Βυζάντιο»;
Όταν κάποιος θέσει το ερώτημα και μπει στον κόπο να το απαντήσει τότε καταλήγει στο συμπέρασμα του Καλδέλλη πως από τους τρεις πυλώνες του Ostrogorky, ο «Ελληνικός Πολιτισμός» είναι ο λιγότερο σημαντικός (least important) και ο πιο ολιγοβριθής (most rarefied, ο αγγλικός όρος κυριολεκτικά σημαίνει «αραιός, κούφιος, χωρίς εμβρίθεια και περιεχόμενο», μεταφορικά «χωρίς κοινωνικό εύρος/βάθος»).
Kaldellis-triad
Φυσικά, για να φτάσετε στο συμπέρασμα του Καλδέλλη πρέπει να διαβάσετε το βιβλίο του “Hellenism in Byzantium”, από το οποίο παρέθεσα την σελίδα 3 του προλόγου και την σελίδα 389 του επιλόγου. Η λογική που οδηγεί τον Καλδέλλη σε αυτό το συμπέρασμα περιγράφεται στις 386 σελίδες που χωρίζουν αυτές τις δύο σελίδες. 🙂
Για να εξετάσουμε ποια είναι η θέση του «Ελληνικού Πολιτισμού» στο «Βυζάντιο» πρέπει φυσικά πρώτα να ορίσουμε τι εννοούμε όταν μιλάμε για «Ελληνικό Πολιτισμό». Και εδώ πρέπει αμέσως να ξεκαθαρίσω ότι ο όρος «πολιτισμός» είναι ένας νεολογισμός που κατασκεύασε ο Αδαμάντιος Κοραής το 1804, στηριζόμενος στον φραγκικό όρο civilisation (cīvis = πολίτης, cīvitās = πόλις, cīvīlis = πολιτικός). Ο φραγκικός όρος κυριολεκτικά σημαίνει «αστική κουλτούρα». Ο όρος «πολιτισμός» που δανείστηκε από την αρχαία Ελληνική ο Κοραής για να αποδώσει το civilisation, απαντά κατά την ελληνιστική περίοδο, αλλά με την σημασία «διαχείριση των κοινών της πόλεως».
Σελίδα 117 από το βιβλίο του Peter MackRidge “Language and National Identity in Greece 1766-1976”.
politismos
Ο Κοραής είναι και ο πρώτος «αποβλακωμένος» (= ευρωδιαφωτισμένος 🙂 ) Ρωμιός που χρησιμοποίησε τους όρους «Βυζάντιο» και «βυζαντινός» το 1805 (ο MackRidge έχει 1807 στην πρώτη έκδοση και 1805 στην δεύτερη). Το 1811, ακολουθώντας κατά γράμμα τις τότε κυρίαρχες ιδέες του Edward Gibbon, μιλάει για τον «βυζαντινό βαρβαρισμό», ενώ ήταν γνωστή η απέχθειά του για το πατρώο ενδωνύμιο Ρωμιός, επειδή του «θύμιζε» την άτλητη υποδούλωση των Ελλήνων στους Ρωμαίους και το βάρβαρο Βυζάντιο. Τώρα αν ο παππούς του Κοραή ήξερε άλλο ενδωνύμιο πέρα από το Ρωμιός και αν είχε σκοτούρες για την υποδούλωση των «δυσσεβών» Ελλήνων στους «πάλαι» Ρωμαίους, αυτό είναι αλλουνού παπά ευαγγέλιο. 🙂
Τα παρακάτω είναι από τις σελίδες 48,50, 107 του Peter MackRidge.
Korais-byzantium
Επομένως, αν είναι να αναζητήσουμε την θέση του «Ελληνικού» «Πολιτισμού» στο «Βυζάντιο» (τρεις προβληματικοί όροι, ο πρώτος αμφίσημος και οι άλλοι δύο νεολογισμοί που εμφανίστηκαν στην Νεοελληνική μετά το 1800), πρέπει να ξεκινήσουμε από την ορολογία που χρησιμοποιούσαν οι ίδιοι οι «Βυζαντινοί».
Για την έννοια «πολιτισμός/κουλτούρα», οι ἑλληνίζοντες Ῥωμαῖοι (= “Βυζαντινοί”) χρησιμοποιούσαν διάφορους όρους, οι κυριότεροι εκ των οποίων ήταν οι όροι «παιδεία/παίδευσις», «σοφία», «δίαιτα», «ἤθη» και «νόμιμα». Η εθνική τους δίαιτα ήταν φυσικά ρωμαϊκή.
Ο Ιωάννης Κίνναμος γράφει για δύο τουρκογενείς Ρωμαίους (Ιωάννης Προσούχ και Ιωάννης Ίσης) ότι μεγαλώνοντας στην ρωμαϊκή κοινωνία απέκτησαν ρωμαϊκή «τροφή» (= ανατροφή, ορισμοί Α.2 και ΙΙ.2) και ρωμαϊκή «παιδεία/δίαιτα».
[2.14] ἅμα τῷ Προσούχ, οὗπερ ἤδη ἐμνήσθην, Πέρσῃ μὲν τὸ γένος τροφῆς δὲ καὶ παιδείας μεταλαχόντι Ῥωμαϊκῆς
[5.13] ὑπὸ στρατηγοῖς Μιχαήλ τε τῷ Γαβρᾷ καὶ τῷ Βρυεννίῳ Ἰωσήφ, ὑφ’ οὓς ἐτέλουν ἄλλοι τε τῶν ἐν Ῥωμαίοις ἐπιφανεστέρων, καὶ Ἰωάννης ὃν Ἄγγελον ἐπεκάλουν,ἀνὴρ ἐμπειροπόλεμος, καὶ Ἰωάννης ὁ Ἰσής, Πέρσης μὲν τὸ γένος τροφῆς δὲ καὶ διαίτης μεταλαχὼν Ῥωμαϊκῆς.
Αντίστοιχα, ο Μιχαήλ Ατταλειάτης, στο χωρίο όπου περιγράφει την ρωμαϊκή εκπόρθηση της Ιεραπόλεως, γράφει για τον «ασσυριογενή» μάγιστρο από την Αντιόχεια Πέτρο Λιβελλίσιο πως ήταν άκρως εξησκημένος στην ρωμαϊκή σοφία και παίδευση, αλλά και σε αυτήν των Σαρακηνών.
[17.8] κυριεύσαντες δὲ καὶ τῆς ἀκροπόλεως οἱ Ῥωμαῖοι, μεσιτεύοντος τοῖς πράγμασιν ἀνδρὸς Ἀσσυρίου μὲν τὸ γένος γέννημα τῆς Μεγάλης Ἀντιοχείας τυγχάνοντος, ἄκρως δ΄ἐξησκημένου τὴν τε ῥωμαϊκὴν σοφίαν καὶ παίδευσιν καὶ τὴν τῶν Σαρακηνῶν, […] Πέτρος ἡ προσηγορία τουτῷ τῷ ἀνδρί, τὸ ἐπίκλην Λιβελλίσιος, τῇ δὲ τῶν μαγίστρων ἀξίᾳ τότε τετιμημένος.
Σε αυτά τα χωρία η ρωμαϊκή «παιδεία/παίδευσις/σοφία/δίαιτα/τροφή» που απέκτησαν αυτοί οι αλλογενείς είναι η γενική ρωμαϊκή κουλτούρα που ξεχώριζε τους Ρωμαίους από τους άλλους λαούς:
  1. γνώση της «λιτής», «κοινής», «χυδαίας»(= κοινής) ή «ἰδιώτιδος» (= ανεπιτήδευτης/άκομψης) Ελληνικής γλώσσας.
  2. γνώση των ρωμαϊκών και χριστιανικών ηθών και νομίμων
Σχετικά με τα ήθη/έθη, τα πάτρια νόμιμα και τους ὁμοδίαιτους και ὁμότροπους πληθυσμούς παραθέτω:
[Τακτικά, 18,59] Ταῦτα μὲν τὰ τῶν Τούρκων [Ούγγρων] ἤθη τοσούτῳ μόνον διαφέροντα τῶν Βουλγάρων, ὅσῳ τὴν Χριστιανῶν οὗτοι ἀσπασάμενοι πίστιν καὶ τοῖς Ῥωμαϊκοῖς ἐπ΄ὀλίγον μεταβάλλοντο ἤθεσι, τότε τὸ ἄγριον καὸ νομαδικὸν τῷ ἀπίστῳ συναποβαλόντες.
[Τακτικά, 18.93/95] Καὶ τα Σκλαβικὰ δὲ ἔθνη ὁμοδίαιτα τε ἦσαν καὶ ὁμότροπα ἀλλήλοις,καὶ ἐλεύθερα, μηδαμῶς δουλοῦσθαι ἢ ἄρχεσθαι πειθόμενα, καὶ μάλιστα ὅτε πέραν τοῦ Δανουβίου κατῴκουν ἐν τῇ ἰδίᾳ χώρᾳ. Ὅθεν καὶ ἐνταῦθα περαιωθέντα, […] Ταῦτα δὲ ὁ ἡμέτερος ἐν θείᾳ τῇ λήξει γενόμενος πατὴρ καὶ Ῥωμαίων αὐτοκράτωρ Βασίλειος τῶν ἀρχαίων ἐθῶν ἔπεισε μεταστῆναι καὶ, γραικώσας, καὶ ἄρχουσι κατὰ τὸν Ῥωμαϊκὸν τύπον ὑποτάξας, καὶ βαπτισμάτι τιμήσας,
[Ατταλειάτης, 17.8] ἔνθα Σαρακηνοὶ ἀνιόντες καὶ τὴν ἄνοδον ὡς στενόπορον κατασχόντες, ἐφιλονείκησαν κατὰ τὸ πάτριον αὐτῶν νόμιμον τῆς ίδίας προκινδυνεῦσαι θρησκείας καὶ πόλεως,
Υπάρχει ένας ελληνικός όρος που έχει την ίδια σημασιακή ιστορία με το δυτικό cīvitās > civilized = (εκ)πολιτισμένος, από το οποίο ο Κοραής έπλασε τον νεολογισμό «πολιτισμός». Ο όρος αυτός είναι το επίθετο ἀστεῖος (< *ϝαστ-έϝ-ιος, ϝάστυ «πόλις» < IE *h2wost-u «οικισμός» > σανσκ.vāstu ~ «έδρα, τόπος»), το οποίο αρχικά σήμαινε κυριολεκτικά «πολιτισμένος, αστός», αλλά τελικά κατέληξε να σημαίνει ευχάριστος για παρέα > αστείος.
Ο Αγαθίας γράφει γύρω στο 575 μ.Χ. για τους Φράγκους των ημερών του πως αν και βάρβαροι δεν ήταν νομάδες, αλλά ζούσαν σε μια ρωμαϊκού τύπου πολιτεία και χρησιμοποιούσαν ρωμαϊκούς νόμους και έθιμαδιέθεταν ομόνοια και δικαιοσύνη, δεν μίαιναν την πατρίδα γαία τους με εμφύλιο αίμα, ήταν όλοι τους ευσεβέστατοι Χριστιανοί και επιτελούσαν τις γιορτές και τους γάμους τους όπως και οι Ρωμαίοι. Από όλα αυτά ο Αγαθίας συμπέρανε:
[Αγαθίας, Ι.2] και, ὡς ἐν βαρβάρῳ γένει, ἔμοιγε δοκοῦσι σφόδρα εἶναι κόσμιοι τε καὶ ἀστειότατοι καὶ οὐδὲν τι ἔχειν τὸ διαλάττον, ἢ μόνον τὸ βαρβαρικὸν τῆς στολῆς καὶ τὸ τῆς φωνῆς ἰδιάζον.
Μετάφραση: Για βάρβαρο γένος, εμένα μου φαίνονται σφόδρα κόσμιοι και αστειότατοι (αρκετά πολιτισμένοι) μιας και, εκτός από την βαρβαρική τους ενδυμασία και την ιδιάζουσά τους γλώσσα, δεν υπάρχει τίποτε άλλο που να τους διαφοροποιεί [από εμάς].
Λίγο πιο πάνω, στο ίδιο πάντοτε χωρίο για τους Φράγκους, ο Αγαθίας περιγράφει την πάλαι ποτέ ιωνική αποικία Μασσαλία ως «καὶ νῦν ἐξ Ελληνίδος ἐστὶ βαρβαρική, τὴν γὰρ πάτριον ἀποβεβληκυῖαν πολιτείαν, τοῖς τῶν κρατούντων [Φράγκων] χρῆται νομίμοις» (από ελληνική που ήταν κάποτε τώρα είναι βάρβαρη, έχοντας αποβάλλει την πάτριο πολιτεία και έχοντας υιοθετήσει τα νόμιμα των κρατούντων [Φράγκων]).
Agathias1
Agathias2
Σε αυτό το χωρίο ο Αγαθίας εμμέσως μας παραθέτει τα στοιχεία ενός «αστείου και κόσμιου» (πολιτισμένουλαού:
  1. Κατοχή μιας ρωμαϊκού τύπου πολιτείας (Rēs Pūblica)
  2. Κατοχή ρωμαϊκών νόμων και εθίμων
  3. Αποφυγή εμφυλίων πολέμων και καλλιέργεια Ομόνοιας
  4. Χριστιανισμός
Δεν είναι τυχαίο το ότι σε δύο ανεξάρτητες περιπτώσεις η ιδιότητα του «πολιτισμένου» ανθρώπου συνδέεται με την πόλη (cīvitās > civilization, ἄστυ > ἀστεῖος). Είναι η συμβίωση στην πόλη που ώθησε τους ανθρώπους να θεσπίσουν κοινά αποδεκτούς νόμους και είναι στις πόλεις που οι επαρχιώτες πήγαιναν για να μορφωθούν.
Η σχέση πόλεως και πολιτισμού έχει σημασία στην κατανόηση της παρακμής του λεγόμενου «Ελληνο-Ρωμαϊκού» πολιτισμού κατά την περίοδο 550-650. Η ειδοποιός διαφορά του κόσμου μετά το 650 ως προς τον προ του 550 κόσμο είναι η παρακμή της πόλης, ως μονάδας πολιτικοκοινωνικής οργάνωσης. Από το 650 και μετά, η νέα μονάδα κοινωνικής οργάνωσης στα ρωμαϊκά εδάφη γίνεται το χωριό που κατοικείται από μικροκαλλιεργητές-θεματικούς στρατιώτες, ενώ ο όρος «πόλις» αρχίζει κατά κανόνα να περιγράφει το «κάστρο» που κατοικείται από 1000-2000 ψυχές και στο οποίο εδράζει κάποιος τουρμάρχης ή δρουγγάριος. Θυμίζω πως το ιδανικό πρώιμο [μικρασιατικό] θέμα είχε περίπου 10.000 στρατιώτες, έναν θεματικό στρατηγό που κατοικούσε στην μεγαλύτερη «πόλη» του θέματος, τρεις τουρμάρχες που κατοικούσαν ο πρεσβύτερος μαζί με τον στρατηγό και οι άλλοι δύο στα επόμενα δύο μεγαλύτερα κάστρα του θέματος και 9 δρουγγάριοι που κατοικούσαν οι 3 μαζί με τους τουρμάρχες και οι υπόλοιποι 6 σε αυτά τα κάστρα 1000-2000 ατόμων που ανέφερα παραπάνω.
Ο Λέων ο Σοφός στα Τακτικά συμβουλεύει τον θεματικό στρατηγό –αν είναι δυνατόννα επιλέξει τουρμάρχες που να ξέρουν γράμματα!
[Τακτικά, 4.45] Τὰς δὲ μοίρας ταύτας ἤτοι τοὺς δρούγγους συνάξεις εὶς μέρη ἤγουν τούρμας καὶ ἐπιστήσονται αὐτοῖς γνώμῃ τῆς βασιλείας ἡμῶν μεράρχαι, οἱ λεγόμενοὶ ποτε καὶ στρατηλάται, νῦν δὲ τῇ συνηθείᾳ καλούμενοι τουρμάρχαι. Καὶ τούτους φρονίμους καὶ εὐτάκτους εἶναι καὶ ἐναρέτους καὶ ἐμπείρους, εἰ δυνατὸν, εἰδότας καὶ γράμματα
Αυτή η διαδικασία μετατροπής της κλασικής πόλεως σε πρώιμο μεσαιωνικό κάστρο ονομάζεται στην διεθνή βιβλιογραφία «εγκαστρώση» (αγγλ. encastlement, ιταλ. incastellamento). Δεν είναι μόνον ο ελληνικός όρος πόλις που έχασε την κλασική του σημασία και άρχισε να σημαίνει «κάστρο» (παρεμπιπτόντως, αυτή ήταν η ΙΕ σημασία του όρου), αλλά το ίδιο συνέβη και με τον λατινικό όρο cīvitās. Ο αλβανικός απόγονος του όρου qytet, το ρουμανικό cetate και το βλαχικό tsitati, όλα κατέληξαν να σημαίνουν «κάστρο» κατά τον μεσαίωνα. Όλες οι σλαβικές γλώσσες σήμερα χρησιμοποιούν για την «πόλη» απογόνους του όρου *gordŭ που ετυμολογικά σημαίνει «περιτειχισμένος οικισμός, κάστρο» (*gherdh- = «περιβάλλω, περιφράσσω», λ.χ. Βελιγράδι ~ Αργυρόκαστρο ~ White Castle).
incastellamento
Haldon-polis
Με την «κλασική» Ελληνο-Ρωμαϊκή σημασία του όρου, σύμφωνα με τον John Haldon, μετά το 650 -εκτός από την Κωνσταντινούπολη- υπήρχε μόνο μία «πόλις» σε όλα τα Βαλκάνια, η Θεσσαλονίκη.
Haldon-Thessaloniki
Ενδιαφέρον έχει το ότι οι Άραβες συγγραφείς όταν αναφέρονται σε βυζαντινές «πόλεις» δεν χρησιμοποιούν τον αραβικό όρο madināh = «πόλις» που χρησιμοποιείται για την Βαγδάτη, την Δαμασκό και την Κωνσταντινούπολη, αλλά χρησιμοποιούν τους όρους qilāʿ = «κάστρα» και husūn = «οχυρά».
Haldon-Arab-term
Επομένως, σε μία συζήτηση για τον υποτιθέμενο «ελληνικό» πολιτισμό του «Βυζαντίου» πρέπει πρώτα απ΄όλα να ξεκαθαριστούν μερικά πράγματα:
  1. Η «Ελληνική Παιδεία» ήταν δυνατή μόνο στα «κλασικά» αστικά κέντρα και αυτά αρχίζουν να παρακμάζουν από τον 6ο αιώνα και έχουν εξαφανιστεί στα μέσα του 7ου. Για να καταλάβετε το βάθος του ιδεολογικού χάσματος του 7ου αιώνα που χωρίζει τον παλιό κλασικό και αστικό κόσμο της Ύστερης Αρχαιότητας από τον Πρώιμο Βυζαντινό κόσμο που αναδύεται μετά το 700 πρέπει να διαβάσετε το βιβλίο του John F. Haldon “Byzantium in the Seventh Century: the Transformation of a Culture”.
  2. Η «Ελληνική Παιδεία» είχε φορτιστεί αρνητικά ως «θύραθεν/ἔξωθεν» από την κυρίαρχη χριστιανική ιδεολογία πολύ πριν εξαφανιστούν τα «κλασικά» αστικά κέντρα κατά την περίοδο του προαναφερθέντος χάσματος.
  3. Η «Ελληνική Παιδεία» ήταν εντελώς απρόσιτη στην μεγάλη πλειοψηφία του πληθυσμού και η ισχνή μειοψηφία που είχε την δυνατότητα πρόσβασης σε αυτήν έπρεπε να διαπραγματευτεί την σχέση της με την χριστιανική ιδεολογία. Αυτό οδήγησε σε μια «ντεκαφεϊνέ» αναβίωση της Ελληνικής Παιδείας μετά το 800, όπως πολύ ωραία την ονομάζει ο Καλδέλλης, γιατί το μόνο που ενδιαφέρει τους αττικίζοντες βυζαντινούς, από ένα σημείο και μετά, είναι η γλωσσική/υφολογική μίμηση των αρχαίων συγγραφέων και όχι η αποδοχή των ιδεών τους.
Ας δούμε λίγο αυτές τις τρεις επισημάνσεις.

Πριν από το χάσμα του 7ου αιώνα

Γύρω στα μέσα του 4ου αιώνα, ο «Μέγας/Άγιος» Αθανάσιος έγραψε τον «Βίο και Πολιτεία του Αγίου Αντωνίου του Μεγάλου», ένα αγιολογικό κείμενο που έδρασε σαν αρχέτυπο για την συγγραφή των μεταγενέστερων Βίων Αγίων. Στο κείμενο αυτό, ο Αθανάσιος προωθεί την αντίληψη ότι «εμείς οι Χριστιανοί» δεν έχουμε ανάγκη των Ελληνικών Λόγων, επειδή αρκεί η Πίστις μας στον Χριστό. Με άλλα λόγια, δεν μπαίνει στο στόχαστρο μόνον ο Ελληνισμός ως πολυθεϊσμός, αλλά και ο Ελληνισμός ως Παιδεία. Παραθέτω επιλεκτικά κάποια χωρία.
Ἕλληνες μὲν οὖν ἀποδημοῦσι, καὶ θάλατταν περῶσι, ἵνα γράμματα μάθωσιν· ἡμεῖς δὲ οὐ χρείαν ἔχομεν ἀποδημῆσαι διὰ τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν, οὔτε περᾶσαι θάλατταν διὰ τὴν ἀρετήν. Φθάσας γὰρ εἶπεν ὁ Κύριος· Ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν ἐντὸς ὑμῶν ἐστιν·
Μετάφραση: Οι Έλληνες για να μάθουν γράμματα αποδημούν και διασχίζουν την θάλασσαν, ενώ εμείς δεν χρειάζεται ούτε ν΄αποδημήσουμε για την βασιλεία των ουρανών ούτε την θάλασσα να διασχίσουμε για την αρετή … η βασιλεία των ουρανών βρίσκεται μέσα μας.
Πρῶτον τοίνυν τοῦτο γινώσκωμεν, ὅτι οἱ δαίμονες οὐ καθ’ ὃ δαίμονες καλοῦνται, οὕτω γεγόνασιν· οὐδὲν γὰρ κακὸν ἐποίησεν ὁ Θεός· ἀλλὰ καλοὶ μὲν γεγόνασι καὶ αὐτοί, ἐκπεσόντες δὲ ἀπὸ τῆς οὐρανίου φρονήσεως, καὶ λοιπὸν περὶ τὴν γῆν καλινδούμενοι, τοὺς μὲν Ἕλληνας ἠπάτησαν ταῖς φαντασίαις, ἡμῖν δὲ τοῖς Χριστιανοῖς φθονοῦντες, πάντα κινοῦσι, θέλοντες ἐμποδίζειν ἡμᾶς τῆς εἰς οὐρανοὺς ἀνόδου·
Τοὺς μὲν οὖν Ἕλληνας οὕτως ἠπάτησαν· οὕτως γὰρ ἐνομίσθησαν παρ’ αὐτοῖς ψευδώνυμοι θεοί· ἡμᾶς δὲ οὐκ ἀφῆκεν ὁ Κύριος ἀπατηθῆναι παρὰ τοῦ διαβόλου, ὁπηνίκα τὰς τοιαύτας αὐτῷ ποιοῦντι φαντασίας ἐπιτιμῶν εἴρηκεν· Ὕπαγε ὀπίσω μου, Σατανᾶ· γέγραπται γάρ· Κύριον τὸν Θεόν σου προσκυνήσεις, καὶ αὐτῷ μόνῳ λατρεύσεις.
Μετάφραση: Οι δαίμονες […] απάτησαν με τη φαντασία τους Έλληνες και, επειδή φθονούνε εμάς τους Χριστιανούς, προσπαθούν συνεχώς να εμποδίσουν την άνοδό μας στους ουρανούς. […]Έτσι απάτησαν τους Έλληνες [οι δαίμονες] και ενομίσθησαν από αυτούς ως ψευδώνυμοι θεοί. Εμάς όμως δεν μας άφησε ο Κύριος να εξαπατηθούμε από τον διάβολο.
Ποτὲ γοῦν φιλόσοφοι δύο ἦλθον πρὸς αὐτὸν Ἕλληνες, νομίζοντες δύνασθαι τὸν Ἀντώνιον πειράσαι·
Ἀμέλει μετὰ ταῦτα πάλιν ἐλθόντων ἑτέρων τινῶν· ἦσαν δὲ οὗτοι τῶν παρ’ Ἕλλησι δοκούντων εἶναι σοφῶν· καὶ ἀπαιτούντων αὐτὸν λόγον περὶ τῆς καθ’ ἡμᾶς ἐν Χριστῷ πίστεως· ἐπιχειρούντων δὲ συλλογίζεσθαι περὶ τοῦ κηρύγματος τοῦ θείου σταυροῦ, καὶ βουλομένων χλευάζειν· ὀλίγον ἐπισχὼν ὁ Ἀντώνιος, καὶ πρῶτον οἰκτείρας αὐτοὺς ἐπὶ τῇ ἀγνωσίᾳ, ἔλεγε δι’ ἑρμηνέως, τοῦ καλῶς τὰ ἐκείνου διερμηνεύοντος·
Μετάφραση: Κάποτε ήρθαν προς αυτόν δύο Έλληνες φιλόσοφοι, νομίζοντας πως μπορούσαν να πειράξουν τον Αντώνιο […] Ήρθαν και μερικοί από αυτούς τους Έλληνες που περνιούνται για σοφοί (= φιλόσοφοι) και απαιτούσαν λογική εξήγηση της πίστης μας στον Χριστό. Και άρχισαν τους συλλογισμούς με σκοπό να χλευάσουν το κήρυγμα του θείου σταυρού. Ο Αντώνιος τους οικτίρησε για την αγνωσία τους.
Ἡμεῖς τοίνυν οἱ Χριστιανοὶ οὐκ ἐν σοφίᾳ λόγων Ἑλληνικῶν ἔχομεν τὸ μυστήριον· ἀλλ’ ἐν δυνάμει πίστεως ἐπιχορηγουμένης ἡμῖν διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ παρὰ Θεοῦ. Καὶ ὅτι ἀληθής ἐστιν ὁ λόγος, ἰδοὺ νῦν, μὴ μαθόντες ἡμεῖς γράμματα, πιστεύομεν εἰς τὸν Θεόν, ἐπιγινώσκοντες διὰ τῶν ποιημάτων αὐτοῦ τὴν εἰς πάντα πρόνοιαν. Καὶ ὅτι ἐνεργής ἐστιν ἡ πίστις ἡμῶν, ἰδοὺ νῦν ἡμεῖς ἐπερειδόμεθα τῇ πίστει τῇ εἰς τὸν Χριστόν, ὑμεῖς δὲ σοφιστικαῖς λογομαχίαις. Καὶ τὰ μὲν παρ’ ὑμῖν τῶν εἰδώλων φάσματα καταργεῖται, ἡ δὲ παρ’ ἡμῖν πίστις ἐπεκτείνεται πανταχοῦ. Καὶ ὑμεῖς μὲν συλλογιζόμενοι καὶ σοφιζόμενοι, οὐ μεταπείθετε ἀπὸ Χριστιανισμοῦ εἰς Ἑλληνισμόν·
Μετάφραση: εμείς οι Χριστιανοί δεν έχουμε το μυστήριον στη σοφία των Ελληνικών συλλογισμών […] πιστεύουμε στον Θεό χωρίς να μάθουμε γράμματα […] και όταν συλλογίζεστε και σοφίζεστε να μην μεταπείθετε από τον Χριστιανισμό στον Ελληνισμό.
Ἡμεῖς μὲν οὐκ ἐν πειθοῖς σοφίας Ἑλληνικῆς λόγοις, ὡς εἶπεν ὁ διδάσκαλος ἡμῶν, ἀποδείκνυμεν·
Μετάφραση: εμείς, όπως είπε ο δάσκαλός μας, δεν αποδεικνύουμε με πειθούς λόγους (πειστικούς συλλογισμούς) της Ελληνικής σοφίας.
Κατά τον έκτο αιώνα, στο άρθρο [1.11] του Ιουστινιάνειου Κώδικα (επίσημος νόμος της Ρωμαϊκής Πολιτείας) με τίτλο «De Pagani/Περὶ Ἑλλήνων», οι «δυσσεβείς, ἀνόσιοι μυσαροί καὶ ἀλιτήριοι Έλληνες» όχι μόνο θεωρούνται η αιτία για την οποία η πολιτεία πλήττεται από την δίκαιη οργή του φιλάνθρωπου Θεού, αλλά χαρακτηρίζονται και «δῆθεν παιδευόμενοι», επειδή κατέχουν την λάθος παιδεία.
CJ-1-11
Είναι ο Ιουστινιανός πάντα που με την νομοθεσία του θα εξωθήσει σε κλείσιμο το 529 την Νεοπλατωνική Ακαδημία των Αθηνών και την εφήμερη φυγή των φιλοσόφων στην Περσία (Αγαθίας, ΙΙ.30).
Την ίδια πάνω κάτω εποχή έδρασε ο Ρωμανός ο Μελωδός και έγινε η συγγραφή του Ακάθιστου Ύμνου.
Στον Ακάθιστο Ύμνο διαβάζουμε τους στίχους:
Ρήτορας πολυφθόγγους,
ὡς ἰχθύας ἀφώνους,
ὁρῶμεν ἐπὶ σοὶ Θεοτόκε
ἀποροῦσι γὰρ λέγειν,
τὸ πῶς καὶ Παρθένος μένεις,
καὶ τεκεῖν ἴσχυσας•
ἡμεῖς δὲ τὸ μυστήριο ν θαυμάζοντες,
πιστῶς βοῶμεν•
Χαῖρε, σοφίας Θεοῦ δοχεῖον,
χαῖρε, προνοίας αὐτοῦ ταμεῖον.
Χαῖρε, φιλοσόφους ἀσόφους δεικνύουσα,
χαῖρε, τεχνολόγους ἀλόγους ἐλέγχουσα.
Χαῖρε, ὅτὶ ἐμωράνθησαν οἱ δεινοὶ συζητηταί,
χαῖρε, ὅτι ἐμαράνθησαν οἱ τῶν μύθων ποιηταί.
Χαῖρε, τῶν Ἀθηναίων τὰς πλοκὰς διασπῶσα,
χαῖρε, τῶν ἁλιέων τὰς σαγήνας πληροῦσα.
Χαῖρε, βυθοῦ ἀγνοίας ἐξέλκουσα,
χαῖρε, πολλοὺς ἐν γνώσει φωτίζουσα.
Χαῖρε, ὁλκὰς τῶν θελόντων σωθῆναι,
χαῖρε, λιμὴν τῶν τοῦ βίου πλωτήρων.
Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.
Η Θεοτόκος εξυμνείται επειδή μπροστά της γίνονται «άφωνοι ιχθύες» οι «πολύφθογγοι ρήτορες», επειδή απέδειξε «άσοφους τους φιλόσοφους» και «άλογους τους τεχνολόγους», επειδή απ΄αυτήν χάζεψαν οι δεινοί συζητητές και μαράθηκαν οι των μύθων ποιητές και, τέλος, επειδή διέσπασε τις «πλοκές» των «Αθηναίων» (= Ελλήνων φιλοσόφων).
Δεν υπάρχει τομέας της «Ελληνικής Παιδείας» (ρητορική, ποίηση, φιλοσοφία, τεχνολογία ~ επιστήμη) που να μην έχει «ηττηθεί από την Θεοτόκο».
Όσον αφορά τον Ρωμανό τον Μελωδό, αυτός συνέγραψε το περίφημο κοντάκιο:
Τί φυσῶσι καὶ βαμβεύουσιν οἱ Ἕλληνες;
Τί φαντάζονται πρὸς Ἄρατον τὸν τρισκατάρατον;
Τί πλανῶνται πρὸς Πλάτωνα;
Τί Δημοσθένην στέργουσι τὸν ἀσθενῆ;
Τί μὴ ὁρῶσιν Ὅμηρον ὄνειρον ἀργόν;
Τί Πυθαγόραν θρυλλοῦσι τὸν δικαίως φιμωθέντα;
Τί δὲ καὶ μὴ τρέχουσι και σέβουσιν οἷς ἐνεφανίσθη τὸ Πανάγιον Πνεῦμα;
(Εις Πεντηκοστήν οίκος ιζ΄).
Ο Βίος και Πολιτεία του Αγίου Αντωνίου, οι Ύμνοι του Ρωμανού του Μελωδού και ο Ακάθιστος Ύμνος είναι μερικά από τα χριστιανικά κείμενα που θα χαίρουν μεγάλης απηχήσεως στην επικείμενη βυζαντινή κοινωνία. Η σελίδα του Καλδέλλη (HiB,155) που θα παραθέσω γι΄αυτά τα κείμενα περιέχει και μια ρήση του Ιωάννη του Χρυσόστομου ότι οι Έλληνες φιλόσοφοι ήταν όμορφοι απ΄έξω, αλλά:
Ἂν δὲ τὰ ἔνδοθεν ἴδῃς, τέφρα καὶ κόνις, καὶ ὑγιὲς οὐδὲν, ἀλλὰ τάφος ἀνεῳγμένος ὁ λάρυγξ αὐτῶν, πάντα ἀκαθαρσίας ἔχων γέμοντα καὶ ἰχῶρος, καὶ τὰ δόγματα πάντα σκωλήκων.
«αν όμως τους δεις από μέσα, όλο τέφρα και σκόνη και τίποτα το υγιές, και ο λάρυγγάς τους είναι σαν ανοιγμένος τάφος γεμάτος με όλες τις ακαθαρσίες και ιχώρα (=πύον) και τα δόγματά τους γεμάτα σκουλήκια».
anti-intellectualism
Αν αυτή είναι η γενική ιδεολογική τάση πριν από το χάσμα του 7ου αιώνα, φανταστείτε πόσο εκτός τόπου και χρόνου είναι αυτοί που μιλάνε για «Ελληνικό Πολιτισμό» μετά το χάσμα. 🙂
Αλλά αφήνω την περιγραφή της περιόδου του χάσματος που δημιούργησε την πλήρη ρήξη με την Ύστερη Αρχαιότητα και την μεταχασματική περίοδο για την επόμενη (δεύτερη) ανάρτηση.


Ο μύθος του «Ελληνικού πολιτισμού» στο «Βυζάντιο» #2

Στην πρώτη ανάρτηση της σειράς παρουσίασα την αρνητική φόρτιση που είχε αποκτήσει η «Ελληνική Παιδεία» στα μάτια των χριστιανών ήδη κατά την ύστερη αρχαιότητα και ανέφερα περιληπτικά το αβυσσαλέο πολιτισμικό χάσμα του 7ου αιώνα που δημιουργήθηκε από την καθολική παρακμή του αστικού βίου. Η μεταχασματική εποχή που αναδύεται μετά το 800 δεν έχει καμία σχέση με την προχασματική εποχή.
Στην σημερινή ανάρτηση θα παραθέσω την περιγραφή του John Haldon για το χάσμα του 7ου αιώνα, ενώ στην επόμενη και τελευταία ανάρτηση της σειράς θα συνεχίσω με την περιγραφή της θέσης που είχε η «Ελληνική Παιδεία» στην μεταχασματική βυζαντινή κοινωνία.
Όποιος θέλει να κατανοήσει το χάσμα του 7ου αιώνα (στην πραγματικότητα το χάσμα της περιόδου 550-800) πρέπει να διαβάσει το βιβλίο του John F. Haldon “Byzantium in the Seventh Century: the Transformation of a Culture” (Cambridge University Press, 2η έκδοση paperback 1997).
Όποιος θέλει να κατανοήσει την βαθμιαία ανάκαμψη της βυζαντινής κοινωνίας κατά την περίοδο 780-842 (εντός της οποίας φυσικά περιγράφεται και η ανάκαμψη της Παιδείας), τότε πρέπει να διαβάσει το βιβλίο του Warren Treadgold “The Byzantine Revival 780-842” (Stanford University Press, 2η έκδοση paperback 1991).

Το χάσμα του 7ου αιώνα

Τα περισσότερα λόγια που θα παραθέσω παρακάτω είναι από το κεφάλαια “Literature, Piety and the End of Antiquity” (Γραμματεία, Ευσέβεια και το τέλος της Αρχαιότητας, σλδ 425-443) και “Contradiction and Regeneration: the Dynamic of the Byzantine Social Formation” (Αντίφαση και Αναγέννηση: η Δυναμική της Βυζαντινής Κοινωνικής Διαμόρφωσης, σλδ 443-458) του προαναφερθέντος βιβλίου του Haldon. Συμπληρωματικές πηγές θα είναι «Η Πολιτική Ιδεολογία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας» της Αρβελέρ και, πάντοτε, το βιβλίο του Αντώνη Καλδέλλη “Hellenism in Byzantium” (Cambridge University Press, 2007).
Το πρώτο πράγμα που πρέπει να ξεκαθαριστεί είναι ότι ο τίτλος «το Χάσμα του 7ου αιώνα» για την πολιτισμική ρήξη/μεταμόρφωση που χωρίζει την Ύστερη Αρχαιότητα από το Πρώιμο Βυζάντιο είναι λίγο παραπλανητικός, και αυτό γιατί το χάσμα ξεκινάει ήδη στα τελευταία χρόνια του Ιουστινιανού και το «βαθύτερό» του σημείο τοποθείται στο πρώτο μισό του 8ου αιώνα. Επομένως, στην πραγματικότητα έχουμε να κάνουμε με ένα ευρύτερο πολιτισμικό χάσμα δυόμισι περίπου αιώνων (~ 550-780).
Πηγές του 9ου αιώνα όπως ο Θεοφάνης ο Ομολογητής (που φυσικά χρεώνει την απαιδευσία της χασματικής περιόδου στον «σαρακηνόφρονα» εικονοκλάστη Λέοντα τον Ίσαυρο 🙂 ) και ο Γεώργιος ο Αμαρτολός/Μοναχός τοποθετούν την επίτευξη του «βυθού» του μορφωτικού χάσματος στο 726 (άλλες πάλι πηγές τοποθετούν τον «βυθό» μετά το τέλος της βασιλείας του Ιουστινιανού Β΄ του Ρινότμητου το 711), ενώ ο Σκυλίτσης (γράφοντας γύρω στο 1090 και χρησιμοποιώντας κυρίως πηγές του δευτέρου μισού του 10ου αιώνα) ταυτίζει την έναρξη της μορφωτικής αναγέννησης στην πρωτεύουσα και το τέλος της περιόδου «αγροικίας και αμάθιας» με την ίδρυση του εκπαιδευτηρίου της Μαγναύρας στα μέσα του 9ου αιώνα από τον Καίσαρα Βάρδα. Στην πραγματικότητα όμως, όπως θα δείξω με μερικά χωρία από τον Treadgold, οι πρώτες σπίθες αυτής της αναγέννησης εμφανίζονται με την «πρώτη φουρνιά» λογίων όπως ο Ιγνάτιος ο Διάκονος που, παρόλο που αναγνωρίζε ως δάσκαλό του τον Πατριάρχη Ταράσιο (784-806), καυχιόταν ότι αυτός ήταν το πρόσωπο σταθμός που ξεκίνησε «την μελέτη της γραμματείας που είχε καλυφθεί από τη θάλασσα της λήθης», ενώ ο Φώτιος σε ένα γράμμα που έγραψε γύρω στο 845 αντιπαραβάλλει την σύγχρονή του βελτιωμένη κατάσταση της παιδείας «με τους παλιούς καιρούς, όταν ο κόσμος αδιαφορούσε για την διάσωση των χρήσιμων βιβλίων». Φυσικά, αυτή η μορφωτική αναγέννηση είναι αποκλειστικό χαρακτηριστικό της Κωνσταντινούπολης. Μόνον από τον 12ο αιώνα και μετά μπορούμε να μιλάμε για ένα κάπως ανάλογο φαινόμενο στις μεγάλες πόλεις της επαρχίας (λ.χ. Θεσσαλονίκη, Σμύρνη, Αδριανούπολη κλπ). Το Ψαλτήρι (Psalter), από τα μέσα του 7ου αιώνα και έπειτα, γίνεται το βασικό μέσο διδαχής αναγνώσης σε Κωνσταντινούπολη και επαρχία.
726-secular
[Χρονικό Θεοφάνους, έτος 725/6] Οἱ δὲ κατὰ τὴν βασιλίδα πόλιν ὄχλοι σφόδρα λυπούμενοι ἐπὶ ταῖς καιναῖς διδασκαλίαις αὐτῷ τε ἐμελέτων ἐπελθεῖν καί τινας βασιλικοὺς ἀνθρώπους ἀνεῖλον καθελόντας τὴν τοῦ κυρίου εἰκόνα τὴν ἐπὶ τῆς μεγάλης Χαλκῆς πύλης, ὡς πολλοὺς αὐτῶν ὑπὲρ τῆς εὐσεβείας τιμωρηθῆναι μελῶν ἐκκοπαῖς καὶ μάστιξι καὶ ἐξορίαις καὶ ζημίαις, μάλιστα δὲ τοὺς εὐγενείᾳ καὶ λόγῳ διαφανεῖς· ὥστε καὶ τὰ παιδευτήρια σβεσθῆναι καὶ τὴν εὐσεβῆ παίδευσιν τὴν ἀπὸ οῦ ἐν ἁγίοις Κωνσταντίνου τοῦ μεγάλου καὶ μέχρι νῦν κρατήσασαν, ἧς καὶ μετὰ ἄλλων πολλῶν καλῶν καθαιρέτης ὁ σαρακηνόφρων οὗτος Λέων γέγονεν.
Οι Mango-Scott-Greatrex στην αγγλική μετάφραση του Θεοφάνη παραθέτουν το παρακάτω σχόλιο:
Mango
Παραθέτω τα λόγια του Ιγνάτιου του Διακόνου (~830) και του Φώτιου (~845) από τον Treadgold:
Ignatius
Τέλος, παραθέτω τα λόγια του Σκυλίτση για την λήξη «της μακράς περιόδου αγροικίας και αμάθιας» με την ίδρυση του εκπαιδευτηρίου της Μαγναύρας στα μέσα του 9ου αιώνα, όπου ξεκίνησε να διδάσκεται η «ἔξω σοφία» («θύραθεν/έξωθεν» [= όχι δική μας] Ελληνική παιδεία, φυσικά με «ντεκαφεϊνέ» τρόπο όπως θα εξηγήσω παρακάτω).
[Σκυλίτσης, Μιχ. 3.14] ὁ Βάρδας δὲ διεῖπε τὰ πολιτικὰ καὶ τῆς βασιλείας κατεστοχάζετο, ὡς αὐτὴν εὐκαίρως παραληψόμενος. ἐπεμελήθη δὲ καὶ τῆς ἔξω σοφίας (ἦν γὰρ ἐκ πολλοῦ χρόνου παραρρυεῖσα καὶ πρὸς τὸ μηδὲν ὅλως χωρήσασα τῇ τῶν κρατησάντων ἀγροικίᾳ καὶ ἀμαθίᾳ), διατριβὰς ἑκάστῃ τῶν ἐπιστημῶν ἀφορίσας, τῶν μὲν ἄλλων, ὅπῃ περ ἔτυχε, τῆς δ’ ἐπὶ πᾶσιν ἐπόχου φιλοσοφίας κατ’ αὐτὰ τὰ βασίλεια ἐν τῇ Μαγναύρᾳ. καὶ οὕτως ἐξ ἐκείνου ἀνηβάσκειν αἱ ἐπιστῆμαι ἤρξαντο. τοῦτο τὸ ἔργον κάλλιστόν τε καὶ περιβόητον ὂν οὐκ ἴσχυσεν ἀποπλῦναι τὰς ἐνούσας ἄλλας τῷ Βάρδᾳ κῆρας.
Ξεκίνησα με αυτές τις αναφορές για να δείξω ότι οι Βυζαντινοί λόγιοι μετά το 830 έχουν πλήρη συνείδηση του πολιτισμικού χάσματος που προκάλεσε η λήθη της «θύραθεν/έξωθεν» Ελληνικής Παιδείας κατά την περίοδο 640-800.
Ας δούμε τώρα πως περιγράφει αναλυτικά αυτό το χάσμα ο John F. Haldon στα κεφάλαια που έχω αναφέρει παραπάνω.
Ο Haldon ξεκινώντας από το γεγονός ότι μεταξύ του Θεοφύλακτου του Σιμοκάττη (~630) και του Θεοφάνη του Ομολογητή (~813) υπάρχει πλήρης απουσία της κοσμικής γραμματείας, ενώ η θεολογική και εκκλησιαστική γραμματεία συνέχισε απτόητη, εξηγεί το χάσμα με το παρακάτω σχήμα. Μέχρι και τον Σιμοκάττη υπήρχαν δύο διαχειριστές της αρχαίας γραμματείας: οι αστυεξαρτημένοι κοσμικοί διαχειριστές (εξειδικευμένοι δάσκαλοι που δίδασκαν την Ελληνική Παιδεία στα παιδιά των αριστοκρατών) και η Εκκλησία που διέθετε έναν αστυανεξάρτητο μηχανισμό διδαχής της Αρχαίας Ελληνικής, για την ικανοποίηση των δικών της αναγκών (μόρφωση των ιερέων και θεολόγων ώστε να μπορούν να διαβάζουν τα πατερικά κείμενα).
Η παρακμή της Ελληνο-Ρωμαϊκής πόλης που πραγματοποιήθηκε κατά την διαδικασία της «εγκάστρωσης» (incastellamento, 550-700) που περιέγραψα στην προηγούμενη ανάρτηση, είχε ως συνέπεια την εξαφάνιση των αστυεξαρτημένων κοσμικών διαχειριστών της αρχαίας Γραμματείας, επειδή αυτοί μπορούσαν να λειτουργήσουν μόνον εντός του στρώματος της αρχαίας πόλης, που χαρακτηρίζεται από τοπικές αριστοκρατικές ελίτ που ενδιαφέρονται για Κλασική Παιδεία.
Αντίθετα, η παρακμή των αστικών κέντρων δεν έπληξε τον αστυανεξάρτητο εκκλησιαστικό διαχειρισμό της Αρχαίας Γραμματείας. Γι΄αυτό και το μόνο είδος γραμματείας που συνεχίζει απτόητο κατά την περίοδο του χάσματος 640-800 είναι θεολογικού και εκκλησιαστικού περιεχομένου (Βίοι Αγίων, Θεολογικές Ερμηνείες κλπ). Η βασική παρενέργεια αυτής της διαδικασίας ήταν πως οι εκκλησιαστικοί διαχειριστές της Αρχαίας Γραμματείας, οι μόνοι από ένα σημείο και έπειτα που μπορούσαν να διδάξουν την Αρχαία Ελληνική που ήταν απαραίτητη για την πρόσβαση σε αυτήν την Παιδεία, πολύ απλά αδιαφόρησαν για την διδαχή της «έξωθεν/θύραθεν» παιδείας, λόγω της Χριστιανικής τους προκατάληψης αλλά και επειδή, κατά την περίοδο της αβεβαιότητας (650-750) όπου οι Βυζαντινοί δεν ξέρουν αν θα επιβιώσουν ή όχι και προσπαθούν να «καταλάβουν» γιατί τους τιμωρεί ο «δίκαιος και φιλεύσπλαχνος» Θεός, η Εκκλησία έχει διοχευτεύσει το πνευματικό της έργο στην ικανοποίηση των μεταφυσικών ανησυχιών μιας αγροτικής κοινωνίας που έχει ως μόνη παρηγοριά την ιδεολογία του «Περιούσιου Λαού» που «δοκιμάζεται» από το Θεό. Αυτή η ανάγκη διαπεραίωσης του Περιούσιου Λαού από την δοκιμασία που του έχει επιβάλει ο Θεός για την επίτευξη της -υποτιθέμενης- μεταθανάτιας αιώνιας ευδαιμονίας έκανε την βυζαντινή κοινωνία λιγότερο ανεκτική -ή καλύτερα αυστηρώς μη ανεκτική- στις διάφορες αποκλίσεις από την -υποτιθέμενη- Ορθοδοξία («αιρέσεις», «θύραθεν/έξωθεν» παιδεία κλπ).
Όταν πια μετά το 800 αρχίζει σιγά σιγά να αναθερμαίνεται το ενδιαφέρον για την κοσμική Αρχαία Γραμματεία, το κατάλοιπο αυτού του εκκλησιαστικού διαχειρισμού της Αρχαίας Γραμματείας ήταν η «ντεκαφεϊνέ» νοοτροπία στην πρόσληψη της  Ελληνικής Παιδείας που θα περιγράψω στην επόεμνη ανάρτηση.
Αυτή είναι η ερμηνεία του Haldon για το πολιτισμικό χάσμα του 7ου αιώνα. Ας δούμε τα ακριβή του λόγια:
[σλδ 425]
The second of the two phenomena noted above, namely the more or less complete disappeance after the first quarter of the seventh century of a secular literature, has provoked much comment and discussion. […] After the late-sixth- or early-seventh century works of Theophylact Simocatta, for example, or the anonymous Paschal Chronicle, or that of John of Antioch, there is a lacuna of almost two centuries until the next surviving historical work. Similarly, the seventh and much of the eighth century provide no examples of geographical, philosophical or philological literature; there is no historical poetry after George of Pisidia, and only a trickle of legal literature and secular rhetoric. Apart from supposed lost histories of a certain Trajan patrikios of the seventh century and of the so-called megas chronographos, or “great chronographer”, of the eighth century […] the literary output of the seventh century appears to have been almost entirely theological in nature, or at least concerned with matters of dogma, devotion, various aspects of liturgical practice, problems of day-to-day piety and observance, and so on.
[σλδ 426]
Two elements in particular seem to be relevant: the decline during the later sixth, but especially during the seventh, century of traditional municipal society and culture; and the qualitative change in the nature and constitution of the ruling elite. The two are intimately bound up together, as I have tried to show in chapters 3 and 4 above. And it is clear that the demise of the urban civilization within which late Roman literary culture has flourished has a dramatic effect. […] There si no reason to assume, of course, that the new elite did not acknowledge the value of the old culture and its traditions […] But the dominant tendency does seem to have been at least apathetic in our period with regard to these traditions.
The lack of literature in the fields mentioned above […] confirms the hypothesis; the fact that theological literature does survive, and in considerable volume, makes it certain. For the Church maintained its traditional administrative organization and, to a great extent, within the empire, its sources of revenue. It needed to be able to educate its clergy, and it needed literate and cultured men for its highest offices.
[σλδ 427]
Interest in the pre-Constantinian, much less the pre-Christian, culture of the past was a rariry.
[σλδ 428]
The use of the Psalter reinforces the impression gained from the types of literary activity that did flourish at this time that the Church and the clergy came to play a much more central role in basic and more advanced education than hitherto, as well as in the transmission of literacy and a literary culture in general, especially in respect of what was read. In effect, a cycle of developments was set in train that could have had only one result: a decline, even in temporary, of interest in, and transmission of, the secular literature of the sixth century and before, contrasting with the emphasis that fell upon the reading and production of theological literature. The more pivotal position of the clergy in the maintenance of literacy and the selection of reading matter was to have important consequences for a later period. And it marks also a decisive break with the literary and cultural pluralism ofthe late antique world.
What I am suggesting, therefore, is quite straightforward. The old culture had been maintained within a specific ideological and social-economic framework, that of the municipal economies and the senatorial elite which dominated central and provincial culture and politics. During the seventh century this economic and ideological framework was shattered. In its place there developed gradually from the second half of the seventh century a new, and quite different, social and political elite drawn from a wider variety of social and cultural backgrounds […] This new elite had very much less interest in and commitment to the traditional literary culture and its values,
[…] Slowly, as this new elite became entrenched and as the structures of the medieval Byzantine state began to emerge from the difficulties of the seventh and eighth centuries, it began once more to cultivate its interest in a supposedly classical past that was, as several historians have shown, more late Roman than pre-Christian.
[σλδ 429]
The crucial importance for the inhabitants of this threatened world of belonging, and being seen to belong, to the Chosen People, of being a meaningful part of God’s plan, is the message constantly reiterated in the public and private culture of the second half of the seventh century: the icon, whether of Christ, the Virgin, a saint or an archangel, reminds of and invokes a Christian orthodox and local tradition. […] The very process of teaching to read and write were now almost entirely under the guidance of the clergy. And these forms were, in a sense, classless. They were not directed at any specific social group, but at allthe faithful; and the sources make it clear that their effectiveness was indeed universal.
[σλδ 430-1]
The cultural pluralism and relative openness of literary forms, which still typified the period before the Persian and especially the Arab invasions (and in spite of the increasingly successful screening out of classical motifs which became a feature of post-Justinianic culture), was past. Religious writing which had been tolerated, but which had come to be regarded by the later seventh century as dangerous or subversive, were banned. Canon 63 of the Quinisext counsil, for example, ordered the destruction of the apocryphal Acts of the Apostles.
The disappearance of secular literature and the concentration of both rural and especially urban culture (for it is from the latter context that the greater part of the evidence comes) on these devotional forms of a consciously collective identity, an awareness made all the more powerful through the emphasis on the individual’s  relationship and responsibilities within the wider society to the Almighty, marks the qualitative cultural transformation. Late antique civilization had given way to that of the early medieval world.
[σλδ 433-5]
The period from the middle decades of the seventh century demonstrates the rapid collapse of the traditional forms of secular literary culture, a phenomenon which accompanied the disappearance of the old educated social elite and the conditions which maintained it. Municipal culture died with the cities. In its place occured a levelling out of cultural niveax, in which a new ruling elite of administrative officialdom, many of whom can have been only marginally acquainted with the older literary culture, comes to share a set of common cultual beliefs and values with the greater part of the rural and urban population of the empire, cultural patterns determined by the stubborn anti-pluralism of the Church and the increasingly dominant role played by the clergy -and by religious literature- in the maintenance of literacy.
Of course, this is a generalised picture […] The maintenance of a literary tradition, with its classical pretensions, rhetorical artifice and stylistic conservatism is not to be doubted.
[…] But the elite culture of late antique municipal society had passed away for ever, and with it the pluralistic and multi-faceted world which it represented. The icon and the Psalter are the hallmarks of the later seventh-century world, a world which, while now now more compact and tightly controlled than before, was inhabited by individuals searching for unity and a common identity through the symbols available to them – the orthodox faith, the icon and the emperor.
[σλδ 437]
It is a world in which the public pluralism of the late antique past had been eradicated, because it no longer represented a comfortable mode of understanding and acting within )and upon) the world as it was perceived. Security, and the assurance of doing the “right thing”, could be found in a uniformity of belief, both imposed from above and at the same time desired by the “ordinary” people.
[σλδ 439] Ο ορισμός του ευρύτερου χάσματος 550-780:
And it also seems to be clear that we are dealing with a period which represents only the resolution of many much more long-term developments; indeed, it is perhaps only the later eight century which sees the completion of these processes of transformation. […] The seventh century is clearly a qualitatively very different era from the sixth, or it becomes so as it progresses; and the beginnings of this cumulative qualitative evolution, which affected different aspects of different elements of East Roman culture and perceptions at different times, can be situated, as we have seen, already in the last years of Justinian.
[σλδ 440]
The trauma of the Arab attacks and victories, the loss of the East, the devastation of much of Anatolia and the great siege of the years 674-8, as well as the loss of effective imperial control in the greater part of the Balkans– together with the cumulative results of the withering away of urban centres as meaningful social, economic and political elements within both state and society- all had a drastic effect, throwing once more the legitimating theories of the imperial political ideology into question, opening up a gulf between the “reality” of actual events and the traditional narrative representation fo the world.
[σλδ 443-447] Το κόστος της επιβίωσης ήταν η αλλαγή της ιδεολογικής φυσιογνωμίας, όπως στον άνθρωπο που επιστρέφει ζωντανός μεν από τον πόλεμο, αλλά με διαφορετική δε προσωπικότητα εξαιτίας των ψυχικών ουλών που σχηματίστηκαν.
Why did the Byzantine empire not succumb to the various forces, internal and external, which during the seventh century threatened to destroy it? The question has often exercised the minds of the historians. Some have seen its survival as mere accident, the failure of its foes adequately to organise their efforts at conquest or the result of unavoidable internal divisions within the caliphate. Others have seen the impregnable position of Constantinople, the queen of cities, as the key; yet others have regarded the strength of orthodox Christianity and the cultural bonds it forged as crucial factor; while some historians have seen the well-structured and flexible administrative, fiscal, and military apparatuses of the state as the foundation of its survival. All of these -although I should wish to modify each statement in different ways- played a role, of that there can be little doubt. But to look for single causes, or indeed prime movers, is to misunderstand the very nature of historical change. For in many ways the late Roman state did not survive […] the geography and climate […] remain much the same. But late Roman urban culture vanishes entirely, along with much of the cultural baggage it carried with it. Instead new systems of thought develop […] the old senatorial establishement,with much of the literary culture associated with it, disappears, to be replaced by a very different elite, of different social, cultural and often ethnic origins. […] Continuity of language, at least as regards Greek and Armenian, is clear, while the native languages af Asia Minor were by the early seventh century mostly extinct. Continuity of tradition, in terms of economic organisation at community level, of the rituals accompanying birth, marriage death, of popular forms of music and song, these can all be found, or assumed, to a degree. But even here, the developments of the seventh century brought about considerable changes […]
Whatever continuities and survivals one might point to, therefore, a very different culture emerges on the surviving remains of late Antiquity. […] But when the basic structures which determine how that social formation works and reproduces itself can be seen to have been fundamentally changed, then we can hardly talk of a real continuity, but only, at the most, of the survival of traditions and forms […]
An East Roman of Byzantine state “survived” the seventh century, therefore, for all the reasons listed at the beginning of this section. But it was, as I hope I have been able to show in this book, a very different state in its workings from that of the late Roman period.
[…] The first, and probably the most obvious point, concerns the fate of the late Roman cities. The evidence which we have reviewed suggests quite clearly that the urban centres of the late ancient world were almost totally eclipsed during the period with which we are concerned. […] One way of looking at these changes is to see in them a decline in urban civilisation. A more productive approach is to see them as a gradual change in the function and relevance of cities to the needs of the late Roman state and the society which supported it. However we approach the problem, of course, the results were the same for the late Roman culture and, in particular, for the state. Centralisation of tax-collection and the replacement of local centres of power by Constantinople, with the resultant attraction of social life to the capital, were part of the history of the late Roman world which the events of the seventh century brought to completion. The Byzantine state which emerged into the eight century was effectively an empire of one major urban centre, together with a few fortunate provincial urban centres which were able to survive as emporia and ports.
This development had several implications. […] It was to Constantinople that the provincial wealthy would send their sons to be educated or to gain an entrée to Church ot state service;
Νομίζω πως τα παραπάνω χωρία από τα συμπεράσματα του Haldon περιγράφουν αναλυτικότατα την φύση του πολιτισμικού χάσματος του 7ου αιώνα (±), καθώς και τις αιτίες και συνέπειές του.
Παρέθεσα παραπάνω σε ένα χωρίο του Haldon τις συνήθεις αιτίες με τις οποίες οι βυζαντινολόγοι εξηγούν γιατί επιβίωσε κατά την περίοδο ~650-750 η Βυζαντινή Αυτοκρατορία: τύχη, απόρθητη πρωτεύουσα, εγκαρτέρηση και συνοχή της Ορθόδοξης Χριστιανικής Ιδεολογίας (ο χριστιανικός πυλώνας του Ostrogorsky) και ποιότητα και ελαστικότητα της ρωμαϊκής κρατικής υποδομής που κληρονομήθηκε από την Ύστερη Αρχαιότητα (ο ρωμαϊκός πυλώνας του Ostrogorsky). Όπως είδατε, όσοι αξιωθήκατε να διαβάσετε, ο Haldon πιστεύει ότι όλες αυτές οι αιτίες έδρασαν πολυπαραγοντικά και συνεπικουρικά.
Το μόνο πράγμα που δεν έχει προταθεί ως αιτία της επιβίωσης είναι ο -δήθεν- «Ελληνικός Πολιτισμός» του «Βυζαντίου»! 🙂
Δεν μας εκπλήσσει λοιπόν το ότι η Ελληνική Παιδεία ήταν μια περιττή πολυτέλεια που εξαφανίστηκε μαζί με την παρακμή του αστικού βίου και η οποία χρειάστηκε να αναγεννηθεί υπό «ντεκαφεϊνέ» συνθήκες μετά το 800. Κανένας ελληνόφωνος ή αρμενόφωνος Χριστιανός Μικρασιάτης -οι μόνοι αληθώς άπτωτοι Ρωμαίοι της χασματικής περιόδου- δεν πήρε τα όπλα εναντίον των Αράβων είτε γιατί εμψυχώθηκε από την Ελληνική Παιδεία είτε από διάθεση για να την διασώσει. Η αυτοπεποίθηση κατοχής της «ορθής» πίστης και οι «μεταθανάτιες απολαβές» της, καθώς και η μοναδική ικανότητα της Romanitas/Ρωμιοσύνης για επανάκαμψη, ανασυγκρότηση και υπέρβαση αντιξοοτήτων είναι οι λόγοι που σταμάτησαν τους Άραβες στην οροσειρά του Ταύρου και επέτρεψαν στην Ρωμανία να επιβιώσει.
Ο Πολύβιος, μετά την περιγραφή της μάχης των Καννών (216 π.Χ.) στην οποία ο Αννίβας αποδεκάτισε 70.000 Ρωμαίους (κατά τον Πολύβιο, μεταγενέστεροι συγγραφείς μιλάνε για ~40.000) γράφει πως «τῇ τοῦ πολιτεύματος ἰδιοτήτι καὶ τῷ βουλεύεσθαι καλῶς» οι Ρωμαίοι κατάφεραν να ξεπεράσουν την καταστρεπτική σειρά ηττών από τον Αννίβα, να ανακτήσουν την δυναστεία της Ιταλίας, να νικήσουν τους Καρχηδόνιους και, λίγα χρόνια αργότερα, να γίνουν «τῆς οἰκουμένης ἁπάσης ἐγκρατεῖς».
[3.118.5-9] Ῥωμαῖοί γε μὴν τὴν Ἰταλιωτῶν δυναστείαν παραχρῆμα διὰ τὴν ἧτταν ἀπεγνώκεισαν, ἐν μεγάλοις δὲ φόβοις καὶ κινδύνοις ἦσαν περί τε σφῶν αὐτῶν καὶ περὶ τοῦ τῆς πατρίδος ἐδάφους, ὅσον οὔπω προσδοκῶντες ἥξειν αὐτὸν τὸν Ἀννίβαν[…] ὁμολογουμένως γὰρ Ῥωμαίων ἡττηθέντων τότε καὶ παραχωρησάντων τῆς ἐν τοῖς ὅπλοις ἀρετῆς, τῇ τοῦ πολιτεύματος ἰδιότητι καὶ τῷ βουλεύεσθαι καλῶς οὐ μόνον ἀνεκτήσαντο τὴν τῆς Ἰταλίας δυναστείαν, νικήσαντες μετὰ ταῦτα Καρχηδονίους, ἀλλὰ καὶ τῆς οἰκουμένης ἁπάσης ἐγκρατεῖς ἐγένοντο μετ᾽ ὀλίγους χρόνους.
Με αυτό το χωρίο του Πολύβιου οι Steven Williams και Gerald Friell αρχίζουν την βιογραφία τους του Μεγάλου Θεοδόσιου (The Empire at Bay), γιατί η ιστορία που διηγούνται είναι πάλι μια Ρωμαϊκή επανάκαμψη ύστερα από την καταστρεπτική ήττα της Αδριανουπόλεως το 378 που άφησε την ανατολική αυτοκρατορία χωρίς στρατό, λίγο πριν κάνουν την εμφάνισή τους οι Ούννοι του Αττίλα. Κι όμως, πάλι, ήταν οι Ούννοι αυτοί που έπαξαν να υφίστανται πριν τελειώσει ο 5ος αιώνας, ενώ οι Εώοι Ρωμαίοι όχι μόνο επιβίωσαν, αλλά ήταν πάλι το κυρίαρχο κράτος της Μεσογείου επί Ιουστινιανού.
Polybius
Αντίστοιχα, ακολουθώντας τους Williams & Friell, παραπέμπω και εγώ σε αυτό το χωρίο του Πολύβιου, γιατί ενώ οι Άραβες είχαν το πάνω χέρι στρατιωτικά για 150 χρόνια (~ 650-800), στο τέλος ήταν το Xαλιφάτο που διαλύθηκε και ήταν οι Άραβες που παραδέχτηκαν πως, ενώ οι Πέρσες έπεσαν αναίσθητοι με το πρώτο χτύπημα, οι Rum ήταν σαν την πολυκέφαλη [Λερναία] Ύδρα: μόλις τους κόβεις ένα κεφάλι, αμέσως ένα άλλο φυτρώνει! Στα μέσα του 10ου αιώνα, η Ρωμανία ήταν πάλι το ισχυρότερο στρατιωτικά κράτος του μεσογειακού κόσμου και τα «δυσάντητα, δυσεκβίαστα και ακαταγώνιστα» Εώα (Μικρασιατικά) στρατεύματα του Φωκά και του Τσιμισκή ήταν «ο καθοπλισμένος γίγαντας που τον έτρεμε και τον θαύμαζε άπαν το βάρβαρον», κατά τον Λέοντα τον Διάκονο.
Σύμφωνα με την αραβική παράδοση, ο πρώιμος Άραβας στρατηγός ‘Amr b. al-‘As πίστευε ότι οι Rum ειναι ο πιο «τλησικάρδιος» λαός σε κακουχίες και πολέμους και αυτός που, μετά από καταστροφή, ανασυγκροτείται/επανακάμπτει ταχύτερα.
Rum-recover
Κάντε κλικ για μεγέθυνση της παρακάτω εικόνας για τους Rum ως «πολυκέφαλη Ύδρα».
Hydra
Μετά από αυτήν την μικρή παρένθεση στο θέμα της επιβίωσης του Βυζαντινού κράτους κατά τον 7ο και 8ο αιώνα, επιστρέφω στο πολιτισμικό χάσμα που περιέγραψα με τα λόγια του Haldon. Όταν διαβάζετε συνοπτικά στον Καλδέλλη και στην Αρβελέρ για το χάσμα αυτής της περιόδου, να θυμάστε ότι εννοούν όλα αυτά που αναφέρει λεπτομερώς ο Haldon.
Ο Καλδέλλης HiB, σλδ 72, 179,180 για το χάσμα 640-780 (τις απαρχές του οποίου όμως και αυτός,  δίνοντας ως παραπομπή την Averil Cameron (1981), τοποθετεί στο δεύτερο μισού του 6ου αιώνα όπως και ο Haldon):
Kaldellis-chasm
Kaldellis-gap
Περιγραφή του ίδιου πάντα χάσματος (πλήρης ρήξη με την Ελληνο-Ρωμαϊκή παράδοση της Ύστερης Αρχαιότητας και Απαστικοποίηση/Αγροτοποίηση) από την Αρβελέρ:
Ahrweiler1
Ahrweiler2
Λοιπόν, στην πρώτη ανάρτηση περιέγραψα την θέση στην οποία βαθμιαία εξωθήθηκε η Ελληνική Παιδεία κατά την προχασματική περίοδο 350-550. Στην σημερινή δεύτερη ανάρτηση ελπίζω να περιέγραψα αναλυτικά την χασματική περίοδο 640-800. Στην επόμενη και τελευταία ανάρτηση θα περιγράψω την θέση της Ελληνικής Παιδείας κατά την μεταχασματική περίοδο 800-1204.


Ο μύθος του «Ελληνικού Πολιτισμού» στο «Βυζάντιο» #3


Στην πρώτη ανάρτηση της σειράς εξέτασα την θέση της Ελληνικής Παιδείας κατά την προχασματική περίοδο (~350-550), ενώ στην δεύτερη ανάρτηση εξέτασα την μοίρα της Ελληνικής Παιδείας και της κοσμικής γραμματείας εν γένει κατά την χασματική περίοδο (640-800) και μίλησα για την αναζωπύρωση του ενδιαφέροντος για την Ελληνική Παιδεία κατά τον 9ο αιώνα.
Στην σημερινή ανάρτηση θα περιγράψω την θέση της Ελληνικής Παιδείας κατά την μεταχασματική περίοδο (800-1204) και στο τέλος θα καταλήξω σε κάποια γενικά συμπεράσματα.

Η μεταχασματική περίοδος

Τα τρία βασικά σημεία που πρέπει κάποιος να κατανοήσει για την «Ελληνική Παιδεία» κατά την μεταχασματική περίοδο είναι:
  1. ότι αυτή χαρακτηρίζεται ρητά «θύραθεν/έξωθεν», δηλαδή «ξένη».
  2. ότι αυτή ήταν προσιτή μόνο σε μία ισχνή μειοψηφία λογίων
  3. ότι αυτή η ισχνή μειοψηφία λογίων τηρούσε μια «ντεκαφεϊνέ» στάση στην πρόσληψη της Ελληνικής Παιδείας.
Σύμφωνα με μια εκτίμηση αριθμών που παρουσιάζει ο Ιωάννης Στουραΐτης, κατά τον 10ο αιώνα (δηλαδή έναν αιώνα μετά την αναζωπύρωση του ενδιαφέροντος), σε έναν συνολικό πληθυσμό 18 εκατομμυρίων, υπήρχαν μόνο 300 άτομα που μπορούσαν να διαβάσουν την Αρχαία Γραμματεία. Με άλλα λόγια, σύμφωνα με αυτήν την εκτίμηση, στο «Βυζάντιο» του 10ου αιώνα υπήρχε ένας αττικίζων για κάθε 60.000 άτομα. Ακόμα και αν στρογγυλέψουμε προς τα πάνω αυτήν την εκτίμηση, θεωρώντας ότι υπήρχαν 1000 αττικίζοντες σε 10 εκατομμύρια πληθυσμό, αυτό σημαίνει ότι η Ελληνική Παιδεία ήταν προσβάσιμη μόνο στο 0,01% του πληθυσμού (1/10.000) και παρέμενε εντελώς απρόσβατη στο υπόλοιπο 99,99% του πληθυσμού.
Στο ίδιο άρθρο του Στουραΐτη, το ποσοστό γενικού εγγραμματισμού (δηλαδή η ικανότητα γραφής και ανάγνωσης στην «λιτή» ~ «κοινή/χυδαία» ~ «ιδιώτιδα» γλώσσα) εκτιμάται στο 15-20% πιο αισιόδοξη εκτίμηση).
Stouraitis-literacy
Έξω από το Πανδιδακτήριον/Εκπαιδευτήριον της Μαγναύρας και έξω από τα θέατρα λογίων της Κωνσταντινουπόλεως του 12ου αιώνα, ο πραγματικός βυζαντινός κόσμος είναι αυτός όπου ο Λέων ο Σοφός στα Τακτικά του (~900) συμβουλεύει τον Θεματικό Στρατηγό αν είναι δυνατόν να επιλέξει εγγράμματους για την θέση του Τουρμάρχη, ιδίως για την θέση του υποστρατήγου (ο πρεσβύτερος εκ των τριών τουρμαρχών).
[Τακτικά, 4.45] νῦν δὲ τῇ συνηθείᾳ καλούμενοι τουρμάρχαι. Καὶ τούτους φρονίμους καὶ εὐτάκτους εἶναι καὶ ἐναρέτους καὶ ἐμπείρους, εἰ δυνατόν, εἰδότας καὶ γράμματα, καὶ μάλιστα τὸν τοῦ μέσου μέρους, τὸν λεγόμενον ὑποστράτηγον.
Γράφει ο Καλδέλλης στις σελίδες 137-8 του “Hellenism in Byzantium”:
small-elite
Η ισχνή μειοψηφία λογίων που είχε την δυνατότητα πρόσβασης στην Αρχαία Γραμματεία χαρακτηρίζεται από μία «ντεκαφεϊνέ» στάση στο θέμα της πρόσληψης της Ελληνικής Παιδείας. Τον εύστοχο όρο «ντεκαφεϊνέ» τον βρήκα στον Καλδέλλη που, με την σειρά του, τον πήρε από τον A.H. Armstrong. «Ντεκαφεϊνέ» στάση σημαίνει πως θέλω την «γεύση», χωρίς τις [βλαβερές/επικίνδυνες] παρενέργειες της «ουσίας». Οι θεμελιωτές της «ντεκαφεϊνέ» στάσης προς την Ελληνική Παιδεία είναι ο Μέγας/Άγιος Βασίλειος της Καισαρείας και ο Άγιος Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός που στα γραπτά τους εξηγούν την «έμφιλτρη» πρόσληψη (σαν την μέλισσα που συλλέγει το νέκταρ των ανθών αποφεύγοντας τα αγκάθια, έτσι και εμείς πρέπει να κρατάμε το «χρήσιμο» και να απορρίπτουμε το «άχρηστο/επικίνδυνο» της Ελληνικής Παιδείας).
Γράφει ο Καλδέλλης στην σελίδα 164 του Hellenism in Byzantium:
decaffeinated
Προσέξτε την υποσημείωση 122 του Καλδέλλη, όπου ο Βασίλειος παρομοιάζει την «θύραθεν/ἔξωθεν» Ελληνική Παιδεία με την γυναίκα ενός άλλου άνδρα! Κατά συνέπεια, η ενασχόληση με την Ελληνική Παιδεία παρομοιάζεται με το αμάρτημα της μοιχείας: μπορεί μεν να προσφέρει «τέρψη» σε αυτόν τον εφήμερο και επιχθόνιο βίο, αλλά είναι παραβίαση της -υποτίθεται- θεϊκής εντολής «οὐ μοιχεύσεις» και, κατά συνέπεια, είναι κάτι που –ἄνευ μετανοίας– οδηγεί στην Κόλαση. 🙂
Η συνέπεια αυτής της «έμφιλτρης/ντεκαφεϊνέ» λόγιας χριστιανικής στάσης στην Ελληνική Παιδεία, ήταν η παρεμπόδιση της πλήρους αποδοχής του περιεχομένου της: Μελετούμε -“εμείς” οι «τρεις κι ο κούκος» βυζαντινοί λόγιοι– την «έξωθεν/θύραθεν» Ελληνική παιδεία ως Ρητορική και Γραμματική, δηλαδή ως μέσο βελτίωσης και εκλεπτισμού του γλωσσικού μας ύφους, αλλά απορρίπτουμε το ιδεολογικό της περιεχόμενο που έρχεται σε αντίθεση με τις χριστιανικές μας πεποιθήσεις.
Ο Καλδέλλης περιγράφει αυτήν την «έμφιλτρη/ντεκαφεϊνέ» στάση με τα παρακάτω λόγια:
[45:45-46:30]

Ο Steve Balch τον ρωτάει αν οι Βυζαντινοί λόγιοι έφτασαν σε σημείο να συμβιβάσουν την χριστιανική τους πίστη με τις ιδέες των [αρχαίων] Ελλήνων στοχαστών και ο Καλδέλλης απαντά:
«Αυτό συνέβη μόνο σε περιθωριακές/μεμονωμένες περιπτώσεις. Οι Βυζαντινοί λόγιοι και θεολόγοι ήταν σε γενικές γραμμές σαφείς ότι, όταν υπάρχει διαφωνία, το χριστιανικό δόγμα είναι το «ορθό» και οι [αρχαίοι] Έλληνες στοχαστές «σφάλλουν». Και αυτή είναι η γενική γραμμή. Θα χρησιμοποιήσουμε ότι είναι χρήσιμο και βολικό από τον Αριστοτέλη, θα διαβάσουμε τον Πλάτωνα επειδή μας αρέσει το όμορφο Αττικό του ύφος (το οποίο θέλουμε να μιμηθούμε), αλλά ΔΕΝ θα πάρουμε «στα σοβαρά» τις ιδέες τους. Και αυτή μάλλον ήταν η κυρίαρχη και κοινώς αποδεκτή στάση [των βυζαντινών λογίων] στο θέμα. Δεν υπήρξε ποτέ [στο Βυζάντιο] κάποια διάθεση συστηματικής και ενδελεχούς μελέτης [του αρχαιοελληνικού στοχασμού] με σκοπό την κατανόησή του
Παράδειγμα αυτής της στάσης βρίσκουμε στον Λέοντα τον Διάκονο. Παρόλο που έγραψε μία κλασικίζουσα ιστορία η οποία δείχνει ένα άριστο αττικό ύφος και επιμελή γνώση του Ομήρου, του Θουκυδίδη και του Ηροδότου (έχοντας όμως ως βασικό μιμητικό πρότυπο τον Αγαθία και, σε μικρότερο βαθμό, τον Προκόπιο), όταν -με αφορμή έναν σεισμό στην Κλαυδιούπολη της Γαλατίας- ο Λέων φτάνει σε σημείο να ερμηνεύσει το φαινόμενο του σεισμού («κλόνος, ἔνοσις»), τότε απορρίπτει τις εἰκαιομυθίες = «παπαρολογίες» των Ελλήνων (πολυθεϊστών στοχαστών) και των Μαθηματικών (εἰκαῖος = άσκοπος, άχρηστος) και προτιμά να συμβαδίσει με τον θείο Δαβίδ, ερμηνεύοντας τον σεισμό ως «επισκοπή» (=επίσκεψη) του Θεού στην γη.
[4.9] Κλαυδιούπολιν τε, τὸ εὐδαιμονέστατον χωρίον τῶν Γαλατῶν, τότε συνέβη, κατεριπωθεῖσαν ἐκ τῆς ἀνυποστάτου κινήσεως καὶ ἐνόσεως, αἰφνίδιον τῶν οἰκητόρων τάφον γενέσθαι, […] Αἴτιον δὲ τῆς τοσαύτης ἐνόσεως καὶ κινήσεως ἀτμοὺς μὲν οἱ μαθηματικοὶ καὶ ἀναθυμιάσεις μυθολογοῦσι τινας, […] ἀλλὰ ταῦτα μὲν ἡ τῶν Ἑλλήνων εἰκαιομυθία πρὸς τὸ ταύτῃ δοκοῦν ἐξηγήσατο. Ἐγὼ δὲ τῷ θείῳ Δαβίδ συνεπόμενος, ἐπισκοπῇ φαίην τοῦ Θεοῦ πρὸς ἡμᾶς τὸν τοσοῦτον κλόνον ἐγγίνεσθαι,
Ο μόνος «τολμηρός» Βυζαντινός λόγιος σε αυτό το θέμα ήταν ο Μιχαήλ Ψελλός (και, αργότερα, ο μεταβυζαντινός και ακόμα πιο ριζοσπαστικός -αλλά και πιο χαοτικός- Γεώργιος Γεμιστός-Πλήθων). Ο Ψελλός ήταν ο μόνος βυζαντινός λόγιος που τόλμησε να επεκτείνει την «έμφιλτρη/ντεκαφεϊνέ» στάση ΚΑΙ στο Χριστιανικό Δόγμα, καταλήγοντας στο συμπέρασμα πως τόσο ο Ελληνισμός ΟΣΟ ΚΑΙ ο Χριστιανισμός είναι μείγματα αλήθειας και ψεύδους και είναι το χρέος του νουνεχούς ανθρώπου ν΄αποδεχτεί την αλήθεια και ν΄απορρίψει το ψεύδος ΣΕ ΑΜΦΟΤΕΡΑ τα είδη σοφίας. Με άλλα λόγια, ο Ψελλός προσπάθησε ν΄αποδομήσει την πολική αντίθεση Ελληνικής και Χριστιανικής Σοφίας, μέσα από το κριτικό φιλτράρισμα αμφοτέρων. Δυστυχώς, ο Ψελλός όχι μόνο δεν είχε διαδόχους, αλλά προκάλεσε την αντίδραση των επίσημων φορέων (κυβέρνηση, εκκλησία), οι οποίοι έκαναν την μελέτη της Ελληνικής Φιλοσοφίας ακόμη πιο στείρα, θέτοντάς την υπό την αυστηρή επίβλεψή τους. Έτσι, μετά τον Ψελλό, ο μαθητής και διάδοχός του στην θέση του «Ύπατου των Φιλοσόφων» Ιωάννης ο Ιταλός αφορίζεται, ενώ ο αυτοκράτορας Αλέξιος Κομνηνός, όταν είδε ότι η μικρή του προφυρογέννητη κόρη Άννα είχε πέσει «με τα μούτρα» στην μελέτη της Ελληνικής Παιδείας, της απαγόρεψε την περαιτέρω μελέτη της Ρητορικής και Γραμματικής, φοβούμενος την διαφθορά της ψυχής της.
Οι παρακάτω σελίδες είναι από το Hellenism in Byzantium του Καλδέλλη.
Psellos-deconstruction
Όπως παραδέχεται ο Μιχαήλ Ψελλός «ανέστησα μόνος μου την εδώ και καιρό νεκρή φιλοσοφία» και «φιλοσοφώ μοναχός σε αφιλόσοφους καιρούς». Ο φίλος και συνάδελφος του Ψελλού Ιωάννης Ξιφιλινός (ο μετέπειτα Πατριάρχης), που δίδασκε «Νομική» στην ίδια σχολή με τον Ψελλό, γράφει σε μια επιστολή του προς τον Ψελλό «χάνεις άσκοπα τον χρόνο σου με τον Πλάτωνά σου και τους άλλους Έλληνες [στοχαστές]». Ο Ψελλός κλήθηκε για Ομολογία Πίστεως δύο φορές από τους επίσημους φορείς (Παλάτι, Πατριαρχείο).
Psellos-alone
Pesellos-Xiphilinos
Γράφει ο Ψελλός για την εδώ και καιρό νεκρή μελέτη της Φιλοσοφίας που καυχιέται ότι μόνος του ανέστησε:
Psellos-nama
[Χρονογραφία, 6.37] καί μοι συμμαρτυρήσετε οἱ τήμερον τὸν λόγον ἀναγινώσκοντες, ὅτι ἐκπνεύσασαν τὴν σοφίαν καταλαβὼν ὅσον ἐπὶ τοῖς μετέχουσιν, αὐτὸς ἀνεζωπύρησα οἴκοθεν, οὔτε διδασκάλοις ἀξιολόγοις περιτυχὼν, οὔτε σπέρμα σοφίας ἐν τῇ Ἑλλάδι ἢ τῇ βαρβάρῳ τὸ ξύμπαν διερευνησάμενος εὑρηκώς·
[Χρονογραφία, 6.42-3] καὶ εἴ μέ τις, λέγω δὲ ἁπλῶς καὶ οὐ κομψευόμενος, ἐπαινεῖν ἐπὶ τοῖς λόγοις βούλοιτο, μήμε ἐντεῦθεν, μηδὅτι πολλοῖς βιβλίοις ὡμίλησα, οὐ γὰρ ἐκ φιλαυτίας ἠπάτημαι, οὐδὲ τὸ ἐμὸν μέτρον ἠγνόηκα, ὅτι πολλοστόν ἐστι τῶν ὑπὲρ ἐμὲ σοφιστευσάντων ἢφιλοσοφησάντων, ἀλλὅτι μὴ ἐκ ῥεούσης πηγῆς εἴ τίμοι σοφίας μέρος συνείλεκται ἠρα νισάμην, ἀλλἐμπεφραγμένας εὑρηκὼς ἀνεστόμωσά τε καὶ ἀνεκάθηρα, καὶ ἐν βάθει που τὸ νᾶμα κείμενον σὺν πολλῷ ἀνείλκυσα πνεύματι.
Νῦν γὰρ οὔτε Ἀθῆναι, οὔτε ἡ Νικομήδεια, οὔτε ἡ πρὸς Αἰγύπτῳ Ἀλεξάνδρεια, οὔτε Φοινίκη, οὔτε μὴν ἑκατέρα Ῥώμη, ἥ τε πρώτη καὶ ἥττων καὶ ἡ μετἐκείνην καὶ κρείττων, οὔτἄλλη τις πόλεων ἐπί τινι τῶν λόγων σεμνύνεται τανῦν, ἀλλὰ καὶ αἱ χρυσίτιδες φλέβες καὶ αἱ μετἐκείνας καὶ ἀργυρίτιδες, καὶ εἴ τινες ἄλλαι τῆς ἀτιμοτέρας τούτων ὕλης, ἐμπεφραγμέναι ξύμπασαι πᾶσι τεθέανται·
Ο Ψελλός λοιπόν, «χωρίς να θέλει να κομπαστεί, χωρίς να έχει χάσει την αίσθηση του μέτρου και χωρίς να έχει εξαπατηθεί από φιλαυτία», ισχυρίζεται ότι μόνος του και χωρίς να έχει βοηθηθεί από κάποιον δάσκαλο, «ανεστόμωσε και ανεκαθάρισε τις εμπεφραγμένες πηγές» επιτρέποντας την επανεκροή του «νάματος» της φιλοσοφίας και αναζωπυρώνοντας την μελέτη της.
Ο Καλδέλλης γράφει πως ο μόνος λόγος που ο 11ος αιώνας θεωρείται περίοδος «πνευματικής αναγέννησης» είναι ο Ψελλός. Χωρίς τον Ψελλό, ο 11ος αιώνας θα ήταν ένας από τους πιο πνευματικά άτονους αιώνες του Βυζαντίου. «Ο Ψελλός ήταν ο μοναδικός προφήτης του [διανοητικού] Ελληνισμού της εποχής του», χωρίς φυσικά να έχει την παραμικρή διάθεση εθνοτικής ταύτισης με τους αρχαίους Έλληνες.
Psellos-11thce
Επομένως, τι ακριβώς «αναζωπύρωσαν» οι Βυζαντινοί λόγιοι κατά τον 9ο αιώνα, όταν διαβάζουμε στις πηγές για διδαχή της Φιλοσοφίας στην Μαγναύρα και για τον «Λέοντα τον Φιλόσοφο ή Μαθηματικό ή Έλληνα»;
Η αλήθεια είναι πως δεν πρέπει να περιμένουμε πολλά πράγματα. Το μόνο σίγουρο είναι ότι δημιουργήθηκε πάλι μια μεταχασματική ομάδα κοσμικών διαχειριστών της Αρχαίας Γραμματείας, η οποία όμως θα φτάσει στο ζενίθ της μόνο κατά τον 12ο αιώνα. Αναζωπυρώθηκε το ενδιαφέρον συλλογής και αντιγραφής των «χρησίμων βιβλίων», όπως ομολογεί και ο Φώτιος, αλλά πάντοτε με την «έμφιλτρη/ντεκαφεϊνέ» στάση να δεσπόζει αδιαμφισβήτητη.
Ο κυρίαρχος ορισμός της φιλοσοφίας που επανεμφανίζεται εδώ και εκεί κατά την περίοδο ~500-1000, είναι αυτός που θέλει την Φιλοσοφία ως ανόρθωση των ηθών και αναζήτηση της Αλήθειας, προσδιορίζοντας τους Έλληνες και Ιουδαίους ως «αποτυχημένους φιλοσόφους», επειδή φιλοσόφησαν χωρίς τον Χριστό, που είναι η [μόνη] Αλήθεια.
Φιλοσοφία γὰρ ἐστιν ἠθῶν κατόρθωσις μετὰ δόξης τῆς περὶ τοῦ ὄντος γνώσεως ἀληθοὺς. Ταύτης δὲ ἀπεσφάλησαν ἄμφω καὶ Ἰουδαῖοι καὶ Ἕλληνες, τὴν ἀπ΄οὐρανοῦ παραγενομένην σοφίαν παραιτησάμενοι καὶ χωρίς Χριστοῦ φιλοσοφεῖν ἐπιχειρήσαντες τοῦ μόνου παραδείξαντος ἔργῳ καὶ λόγῳ τὴν ἀληθῇ φιλοσοφίαν.
Αυτός ο ορισμός πρωτοδιατυπώθηκε προχασματικά κατά τον 5ο αιώνα από τον Νείλο τον Σιναΐτη/Αγκυρίτη, αναδιατυπώθηκε μεταχασματικά από τον Γεώργιο τον Αμαρτολό/Μοναχό κατά τον 9ο αιώνα και είναι αυτός που εν τέλει καταγράφηκε στο Λεξικό Σούδα (~1000).
Στον πρόλογο της Αλεξιάδας, η Άννα Κομνηνή καυχιέται για την «ἐς ἄκρον» Ελληνική Παιδεία που κατείχε. Ωστόσο, όπως ανέφερα παραπάνω, ο φίλος και συνθαμώνας της στα θέατρα λογίων Γεώργιος Τορνίκης, στον επικήδειο λόγο του για την Κομνηνή μας πληροφορεί ότι η Άννα ολοκλήρωσε την σπουδή της Ρητορικής και της Γραμματικής κρυφά από τους γονείς της που, από ένα σημείο και έπειτα, απαγόρεψαν την περαιτέρω μόρφωση της κόρης τους, φοβούμενοι την διαφθορά της ψυχής της.
[Αλεξιάς, Προοίμιο, 1.2] Ταῦτα δὲ διεγνωκυῖα ἐγὼ Ἄννα, θυγάτηρ μὲν τῶν βασιλέων Ἀλεξίου καὶ Εἰρήνης, πορφύρας τιθήνημά τε καὶ γέννημα, οὐ γραμμάτων οὐκ ἄμοιρος, ἀλλὰ καὶ τὸ Ἑλληνίζειν ἐς ἄκρον ἐσπουδακυῖα καὶ ῥητορικῆς οὐκ ἀμελετήτως ἔχουσα καὶ τὰς Ἀριστοτελικὰς τέχνας εὖ ἀναλεξαμένη καὶ τοὺς Πλάτωνος διαλόγους καὶ τὸν νοῦν ἀπὸ τῆς τετρακτύος τῶν μαθημάτων πυκάσασα
GTornikes-Anna
Στις αρχές του 9ου αιώνα, ο αυτοκράτορας Θεόφιλος, στο κλίμα της αναζωπύρωσης του ενδιαφέροντος για την «ἔξωθεν/θύραθεν» Ελληνική Παιδεία που προκλήθηκε από την πολιτισμική άμιλλα με το Χαλιφάτο (θυμίζω πως ήταν το ενδιαφέρον του Χαλίφη που έφερε τον Λέοντα τον Φιλόσοφο στην προσοχή του Θεόφιλου), έκλεισε τον αρμενικής καταγωγής εικονοκλάστη Πατριάρχη Ιωάννη τον Γραμματικό (θείος του Λέοντα του Φιλοσόφου) σε ένα «εργαστήριον» με σκοπό να μελετήσει τα «έξωθεν» κείμενα και να εξακριβώσει αν αυτά περιείχαν κάποιον σίγουρο τρόπο πρόβλεψης του μέλλοντος.
Σύμφωνα με την προπαγάνδα της εικονόφιλης παράταξης που εν τέλει επικράτησε, ο Ιωάννης ο Γραμματικός «όντας ισάξιος των Ελλήνων [σε δυσσέβεια]», όταν ήταν στο «πονηρόν εργαστήριόν» του «που έμοιαζε με το υπόγειο μαντείο του Τροφωνίου», μελετούσε [Ελληνικά] βιβλία που οι δίκαιες χριστιανικές φωνές είχαν αποδείξει άχρηστα και ξελόγιαζε και διέφθειρε καλόγριες και όμορφες γυναίκες, τις οποίες χρησιμοποιούσε ως βοηθούς του! 🙂 🙂
ergasterion
Για τις ξελογιασμένες και διεφθαρμένες γυναίκες παραθέτω τους Συνεχιστές Θεοφάνους [156-7]:
ergasterion2
Μόνο σε αυτό το κλίμα πολιτισμικής άμιλλας με τους Άραβες , όπου ο Θεόφιλος αρνήθηκε να κάνει την χάρη στον Χαλίφη και να στείλει τον Λέοντα στο Χαλιφάτο, βρίσκουμε μια αναφορά της «ἔξωθεν/θύραθεν» Ελληνικής Παιδείας ως «γνῶσιν, δι΄ἥν τὸ Ῥωμαίων γένος θαυμάζεται» που δεν πρέπει να χαριστεί στα «Έθνη».
[Σκυλίτσης, Μιχ. 3.15] (αφού στο [3.14] έχει αναφέρει ότι ο Καίσαρ Βάρδας ίδρυσε το Πανδιδακτήριον της Μαγναύρας και έληξε η περίοδος της [ρωμαϊκής] αγροικίας και αμάθιας) Τῆς μὲν οὖν φιλοσοφίας ἐξηγεῖτο Λέων ἐκεῖνος ὁ μέγας τε καὶ φιλόσοφος, ἀνεψιὸς ὢν Ἰαννῆ τοῦ πατριάρχου, ὃς καὶ τὸν θρόνον ἔλαχε τῆς Θεσσαλονίκης […]  Ὁ δὲ τοῦδε καιροῦ τῶν Ἰσμαηλιτῶν κατάρχων Μαμοὺμ ἄλλοις τε μαθήμασιν Ἑλληνικοῖς σχολάζων, καὶ δὴ καὶ γεωμετρίας διαφερόντως ἐξεχόμενος ἦν. […] εὐθὺς οὖν πρεσβεία πρὸς τὸν Θεόφιλον καὶ γράμματα ταύτην ἔχοντα τὴν διάνοιαν· […] αὕτη ἡ αἰτία τῷ φιλοσόφῳ Λέοντι πρὸς τὸν βασιλέα γνῶσις γίνεται καὶ οἰκείωσις, […] δεξάμενος δὲ τὰ γράμματα ὁ Θεόφιλος, ἄτοπον κρίνας, εἰ τὴν τῶν ὄντων γνῶσιν, δι’ ἣν τὸ Ῥωμαίων γένος θαυμάζεται, ἔκδοτον ποιήσει τοῖς ἔθνεσι, πρὸς τὰ αἰτηθέντα οὐκ ἐπένευσε. τὸν δὲ Λέοντα διὰ μείζονος ἦγε τιμῆς καὶ τῆς Θεσσαλονίκης προχειρίζεται πρόεδρον,
Παρακάτω θα παραθέσω μερικές αναφορές στην Ελληνική Παιδεία ως «θύραθεν/ἔξωθεν» σοφία που αντιπαραβάλλεται στην «ἡμετέρα» Χριστιανική Παιδεία.
thyrathen
Ο Λέων ο Διάκονος μας πληροφορεί ότι όταν ο Θεόδωρος Κολωνείας επιλέχθηκε από τον Πατριάρχη Πολύευκτο ως Πατριάρχης Αντιοχείας κατείχε ελάχιστα την «θύραθεν» παιδεία (οὐ πάνυ ἠκριβωκότα), αλλά ήταν φιλοτιμότατα εξησκημένος στην «θείαν καὶ ἡμετέραν» παιδεία. Αντίθετα, ο Πατριάρχης Πολύευκτος κατείχε «είς ἄκρον» τόσο την «θεία» όσο και την «ανθρώπινη» σοφία.
[6.6] ἦλθεν ὁ ἐκ Κολωνείας Θεόδωρος, ἀνὴρ ἐξ ὀνύχων τὸν ἐρημικὸν καὶ ἀπράγμονα βίον αἱρετισάμενος, καὶ πολλοῖς ἱδρῶσιν ἀσκητικοῖς τὸ σαρκίον καταδαμάσας. Τρίχινον γὰρ ῥάκος ἐνδιδυσκόμενος, […] τοῦτον τῷ Βυζαντίῳ τότε παρουσιάζοντα ὁ Ἰωάννης προσάγει τῷ Πολυεύκτῳ. Ὁ δὲ, ἅμα τοῖς ἐνδημούσι τῶν ἐπισκόπων τὸν ἄνδρα ἐξητακὼς, ἐφευρών τε τὴν μὲν θύραθεν παιδείαν οὐ πάνυ ἠκριβωκότα, τήν γε μὴν θείαν καὶ ἡμετέραν ἐξησκημένον φιλοτιμότατα, χρίει αὐτὸν πατριάρχην ἈντιοχείαςὉ δὲ Πολύευκτος, μικρὰς ἡμέρας ἐπιβιοὺς μετὰ τὴν Θεοδώρου προχείρισιν, […] καὶ τὴν γνῶσιν τῆς θείας καὶ ἀνθρωπίνης σοφίας και ἐπιστήμης, ἣν εἰς ἄκρον ἐξήσκησε.
Ο Σκυλίτσης μας πληροφορεί ότι ο Καίσαρ Βάρδας ίδρυσε το Πανδιδακτήριον της Μαγναύρας για την διδαχή της «ἔξω σοφίας» και, αργότερα, γράφει για τον Αρχιεπίσκοπο Βουλγαρίας Λέοντα τον Παφλαγόνα πως κατείχε τόσο την «θύραθεν» όσο και την «ἡμετέρα» παιδεία.
[Μιχ. 3.14] ὁ Βάρδας δὲ διεῖπε τὰ πολιτικὰ καὶ τῆς βασιλείας κατεστοχάζετο, ὡς αὐτὴν εὐκαίρως παραληψόμενος. ἐπεμελήθη δὲ καὶ τῆς ἔξω σοφίας (ἦν γὰρ ἐκ πολλοῦ χρόνου παραρρυεῖσα καὶ πρὸς τὸ μηδὲν ὅλως χωρήσασα τῇ τῶν κρατησάντων ἀγροικίᾳ καὶ ἀμαθίᾳ), διατριβὰς ἑκάστῃ τῶν ἐπιστημῶν ἀφορίσας, τῶν μὲν ἄλλων, ὅπῃ περ ἔτυχε, τῆς δ’ ἐπὶ πᾶσιν ἐπόχου φιλοσοφίας κατ’ αὐτὰ τὰ βασίλεια ἐν τῇ Μαγναύρᾳ. καὶ οὕτως ἐξ ἐκείνου ἀνηβάσκειν αἱ ἐπιστῆμαι ἤρξαντο. τοῦτο τὸ ἔργον κάλλιστόν τε καὶ περιβόητον ὂν οὐκ ἴσχυσεν ἀποπλῦναι τὰς ἐνούσας ἄλλας τῷ Βάρδᾳ κῆρας.
[Μιχ. 4.10] καὶ Ἰωάννου δὲ τοῦ Βουλγαρίας ἀρχιεπισκόπου κοιμηθέντος, ἕτερον ὁ βασιλεὺς προχειρίζεται, Παφλαγονίας μὲν ὁρμώμενον, κἂν τῇ μεγάλῃ δὲ ἐκκλησίᾳ διαπρέψαντα, καὶ τὸ τοῦ χαρτοφυλάκου διακόνημα ἐν πολλοῖς ἔτεσιν διανύσαντα, ἔρωτι δὲ ἡσυχίας καὶ τῷ (τὸ U) μὴ καλῶς τὰ θεῖα οἰκονομεῖσθαι παραιτησάμενον τοὺς ἐν μέσῳ θορύβους, καὶ διὰ τὸ μὴ θέλειν τῷ πατριάρχῃ προσκρούειν ἡσυχάζοντα καὶ ἰδιοπραγοῦντα. οὗτος Λέων μὲν ἐκαλεῖτο, πᾶσαν δὲ παιδείαν ἐξήσκητο τήν τε θύραθεν καὶ τὴν ἡμετέραν, ἐπιστὰς δὲ τῇ Βουλγαρίᾳ πολλὰ μνημεῖα τῆς αὐτοῦ ἀρετῆς καταλέλοιπεν.
Από την βιογραφία του Αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου μαθαίνουμε ότι ο άγιος στα νιάτα του (τέλη 10ου αιώνα) προτίμησε να ΜΗΝ «ἐξελληνισθῆναι τὴν γλῶτταν τῇ ἀναλήψει παιδείας τῆς θύραθεν … τῆς ἔξωθεν», δηλαδή προτίμησε να μην εξαττικίσει (= «εξελληνίσει») την γλώσσα του μέσα από την ανάληψη της θύραθεν/έξωθεν παιδείας.
Symeon
Τέλος, ο διπλωμάτης και επίσκοπος Συννάδων Λέων (10ος αιώνας) στην διαθήκη του εξομολογείται ότι δεν προσευχόταν καθόλου και ότι μελέτησε λιγότερο απ΄όσο έπρεπε τα θρησκευτικά κείμενα και περισσότερο απ΄όσο έπρεπε τα «ἔξωθεν/θύραθεν» κείμενα. Αυτές οι ανησυχίες θυμίζουν τον Βασίλειο της Καισαρείας που παρομοίασε την μελέτη της «ἔξωθεν/θύραθεν» Ελληνικής Παιδείας με την μοιχεία: τερπνή μεν, επικίνδυνη δε.
Leon-Synnada
Ο Ψελλός μπορεί να μην είχε ιδεολογικούς διαδόχους στο θέμα της πρόσληψης των Ελληνικών Ιδεών, αλλά τουλάχιστον, η πεποίθησή του ότι η κατοχή Ελληνικής Παιδείας ήταν κάτι το θετικό (και, αντίστοιχα, η έλλειψή της κάτι το αρνητικό), κληροδοτήθηκε στους «Ελληνιστές» της Κομνήνειας Περιόδου, οι οποίοι κατάφεραν να αποκαταστήσουν τους Αρχαίους Έλληνες ως πρότυπα αρετής και σοφίας. Όπως είδαμε με την Κομνηνή, κατά τον 12ο αιώνα, η κατοχή Ελληνικής Παιδείας (πλέον πιο ευρεία, αλλά πάντοτε στην «ντεκαφεϊνέ» της μορφή) γίνεται προσδιοριστικό συστατικό του αρχετυπικού Ρωμαίου λογίου και λόγος υπερηφάνειας.
Τα παρακάτω χωρία είναι από την Χρονογραφία του Ψελλού:
[2.6] Γράμματα μὲν γὰρ οὐ πολλὰ μεμαθήκει, ἀλλὰ βραχύ τι καὶ ὅσον ἐς παῖδας ἀνήκει τῆς ἑλληνικῆς μετέσχε παιδείας·
[4.7] Παιδείας μὲν γὰρ ἑλληνικῆς ἄμοιρος παντάπασιν ἦν, ἐρρύθμιστο δὲ τὸ ἦθος μᾶλλον ἢ οἱ κατἐκείνην φιλοσοφήσαντες,
Κατά τον 12ο αιώνα, η Ελληνική Παιδεία γίνεται δείκτης ανώτερης κοινωνικής θέσης. Το αρχαίο εθνοτικό δίπολο «Ἕλλην-βάρβαρος» επανεμφανίζεται με κοινωνική σημασία, για να διαχωρίσει τους Αττικίζοντες  των «θεάτρων/πανελληνίων» (λέσχες λογίων) της πρωτεύουσας από τους «βαρβαρίζοντες» που μιλούν την «χυδαία» και «ιδιώτιδα» κοινή γλώσσα. Έτσι ο Μιχαήλ Χωνιάτης θα γράψει για τον δάσκαλό του Ευστάθιο Θεσσαλονίκης πως «θεράπευε τις γλώσσες από βαρβαρισμό διδάσκοντάς τες να αττικίζουν», ενώ την ίδια στιγμή, σε επιστολές προς άλλους λόγιους, γράφει πως «βεβαρβάρωμαι χρόνιος ὤν ἐν Ἀθήναις» (μακριά από τα θέατρα λογίων της Κωνσταντινούπολης) και περιγράφει το Αθηναϊκό του ποίμνιο ως «βαρβαριστές που κάποτε αττίκιζαν (στην αρχαιότητα) και τώρα βαρβαρίζουν».
theatron
social-hellenism
attic-barbarian
(κάντε κλικ στην παρακάτω επιστολή του Χωνιάτη για να μεγαλώσει)
MChoniates

Συμπέρασμα

Με αυτές τις τρεις αναρτήσεις προσπάθησα να εξηγήσω, γιατί ο Καλδέλλης στο τέλος του βιβλίου του “Hellenism in Byzantium” γράφει πως από τους τρεις ιδεολογικούς πυλώνες του Βυζαντίου κατά Ostrogorsky (Ρωμαϊκή Πολιτική Ιδεολογία, Ελληνικός Πολιτισμός και Ορθόδοξος Χριστιανισμός), ο πυλώνας του «Ελληνικού Πολιτισμού» είναι ο λιγότερο σημαντικός και o ολιγοβριθέστερος. Η ολιγοβρίθεια του «Ελληνικού Πολιτισμού» είναι διδιάστατη. Στην δημογραφική διάσταση του ζητήματος, ο Ελληνικός Πολιτισμός ήταν ολιγοβριθής επειδή ήταν προσιτός μόνο σε μια ισχνή μειοψηφία λογίων και εντελώς απρόσβατος στην πλειοψηφία του πληθυσμού, η οποία όμως ήταν πλήρως εμποτισμένη στους άλλους δύο πυλώνες του Ostrogorky (Ρωμαϊκότητα και Χριστιανισμός). Στην ιδεολογική διάσταση του ζητήματος, ο Ελληνικός Πολιτισμός ήταν ολιγοβριθής επειδή η στάση των λίγων «ελληνιζόντων» λογίων ήταν «έμφιλτρη» και «ντεκαφεϊνέ», δηλαδή οι λόγιοι αυτοί -εκτός από μεμονωμένες εξαιρέσεις όπως ο Ψελλός- δεν έδειξαν ποτέ μια ειλικρινή διάθεση πρόσληψης των Ελληνικών Ιδεών. Το μόνο που τους ενδιέφερε ήταν η καλλιέργεια ενός επιτηδευμένου γλωσσικού ύφους (αττικισμός) που, μαζί με την γνώση της Αρχαίας Γραμματείας που συνόδευε αυτήν την καλλιέργεια, διαφοροποιούσε την λόγια τάξη από την «μάζα».
Η «Ελληνική Παιδεία», επομένως, ήταν μια τρυφηλή πολυτέλεια των ολίγων και πεπαιδευμένων, κατά τις περιόδους της αμέριμνης ευδαιμονίας. Όταν όμως οι καιροί γίνονταν δύσκολοι και απαιτούσαν πληθυσμιακή συσπείρωση, η επίτευξη αυτής της συσπείρωσης στηριζόταν πάντοτε στους δύο ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΥΣ πυλώνες του Βυζαντίου: Ρωμαϊκότητα και Χριστιανισμό. Αν υπάρχει ένα παράδειγμα που δείχνει αυτό το συμπέρασμα, αυτό είναι οι τρεις πολιορκίες της Κωνσταντινουπόλεως: το 626 συνέβη η τριπλή Αβαρο-Σλαβο-Περσική πολιορκία με τους Αβαρο-Σλάβους να πολιορκούν την πόλη από τα Θεοδοσιανά Τείχη και τους Σασσανίδες Πέρσες να βρίσκονται στην ασιατική όχθη του Βοσπόρου, ενώ το 674-8 και 717-8 είναι οι Άραβες που πολιορκούν την Βασιλίδα των Πόλεων. Σύμφωνα με την παράδοση, και στις τρεις πολιορκίες οι πολιορκημένοι Κωνσταντινουπολίτες τραγούδησαν τον Ακάθιστο Ύμνο, δηλαδή τον Ύμνο που εξυμνεί τον θρίαμβο της Θεοτόκου εναντίον της Ελληνικής Παιδείας. Όποιος θέλει να διαλογιστεί για την θέση του «Έλληνικού Πολιτισμού» στο «Βυζάντιο» ας αναρωτηθεί γιατί η παράδοση που σχηματίστηκε γύρω από αυτές τις πολιορκίες, δεν θέλει τους Κωνσταντινουπολίτες να απαγγέλλουν κάποιο Ομηρικό Έπος ή κάποιον Πλατωνικό Διάλογο.
akathistos
Τῇ ὑπερμάχῳ στρατηγῷ τὰ νικητήρια,
ὡς λυτρωθεῖσα τῶν δεινῶν εὐχαριστήρια,
ἀναγράφω σοι ἡ Πόλις σου Θεοτόκε.
Ἀλλ’ ὡς ἔχουσα τὸ κράτος ἀπροσμάχητον,
ἐκ παντοίων με κινδύνων ἐλευθέρωσον,
ἵνα κράζω σοι·

Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε
[…]
Ρήτορας πολυφθόγγους,
ὡς ἰχθύας ἀφώνους,
ὁρῶμεν ἐπὶ σοὶ Θεοτόκε•
ἀποροῦσι γὰρ λέγειν,
τὸ πῶς καὶ Παρθένος μένεις,
καὶ τεκεῖν ἴσχυσας•
ἡμεῖς δὲ τὸ μυστήριο ν θαυμάζοντες,
πιστῶς βοῶμεν•
Χαῖρε, σοφίας Θεοῦ δοχεῖον,
χαῖρε, προνοίας αὐτοῦ ταμεῖον.

Χαῖρε, φιλοσόφους ἀσόφους δεικνύουσα,
χαῖρε, τεχνολόγους ἀλόγους ἐλέγχουσα.
Χαῖρε, ὅτὶ ἐμωράνθησαν οἱ δεινοὶ συζητηταί,
χαῖρε, ὅτι ἐμαράνθησαν οἱ τῶν μύθων ποιηταί.
Χαῖρε, τῶν Ἀθηναίων τὰς πλοκὰς διασπῶσα,
χαῖρε, τῶν ἁλιέων τὰς σαγήνας πληροῦσα.
Χαῖρε, βυθοῦ ἀγνοίας ἐξέλκουσα,
χαῖρε, πολλοὺς ἐν γνώσει φωτίζουσα.
Χαῖρε, ὁλκὰς τῶν θελόντων σωθῆναι,
χαῖρε, λιμὴν τῶν τοῦ βίου πλωτήρων.

Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.


Ο Ζουράρις και η βλακώδης επιχειρηματολογία του περί συνέχειας

Οι περισσότεροι πιστεύω ότι έτυχε να δείτε την ομιλία του Ζουράρι στην Βουλή, με την οποία ο κατά φαντασίαν λόγιος πιστεύει ότι «απέδειξε» τη συνέχεια της ελληνικής εθνοτικής ταυτότητας.
Εδώ πρέπει να ομολογήσω ότι, κάθε φορά που ακούω το Ζουράρι να μιλάει, θυμάμαι την φράση από την τανία Ace Ventura: Pet detective:
“You see, the engine is running, but there’s nobody behind the wheel.”
«Βλέπεις, η μηχανή δουλεύει, αλλά δεν υπάρχει κανένας πίσω από το τιμόνι.» 🙂

Αυτή εδώ είναι η «αποδεικτική» ομιλία του Ζουράρι, με την οποία ο ίδιος, λόγω της απύθμενης άγνοιάς του και των ιδεών ανοήτου μεγαλείου που τον χαρακτηρίζουν, πιστεύει ότι έβαλε στην θέση του αυτό που ο ίδιος αποκαλεί «σκῶρ» (με πληθυντικό τα σκατά, ετερόκλιτο ουδέτερο r/n).

Ζουράρις #1 [02:30] Όταν μιλάς για ασυνέχεια πρέπει να μας πεις επιστημονικά σε ποιο σημείο [και] πότε τελείωσε ο Ελληνισμός.
Με άλλα λόγια, ο εικαιορρήμων (εἰκαῖος = άσκοπος, άχρηστος) και ακριτόμυθος Ζουράρις ρωτάει να μάθει πότε συνέβη η ρωγμή στη συνέχεια της ελληνικής εθνοτικής ταυτότητας, η οποία προκάλεσε την ασυνέχεια.
Λοιπόν, ο πατέρας της Σύγχρονης Εθνολογίας Fredrik Barth στο βιβλίο “Ethnic Groups and Boundaries” (1969, βιβλίο που σήμερα θεωρείται ως το πρώτο πόνημα σύγχρονης εθνολογίας) πολύ απλά λέει πως, για να κατανοήσουμε την εθνοτικότητα (ethnicity) ως φαινόμενο πρέπει να επικεντρώσουμε την προσοχή μας στο εθνοτικό τοιχίο (ethnic boundary) «εμείςαυτοί (οι άλλοι)» και στις συνειδητές και υποκειμενικές διαδικασίες κοινωνικής διαπραγμάτευσης με τις οποίες αυτό ανεγείρεται, διατηρείται ή/και αναδιαμορφώνεται.
Η συνειδητή διατήρηση ενός στατικού εθνοτικού τοιχίου σημαίνει εθνοτική «συνέχεια», ενώ η αναδιαμόρφωσή του σημαίνει εθνοτική «ασυνέχεια» και επανεθνοτισμό.
Fredrik-Barth
Μετάφραση:
Τα τοιχία των εθνοτικών ομάδων
Το κυρίως θέμα πάνω στο οποίο πρέπει να επικεντρωθεί η [εθνολογική] έρευνα, από αυτήν την άποψη (δλδ την συνειδητοποίηση ότι οι εθνοτικές ομάδες δεν είναι απλά αναπαραγόμενες βιολογικές οντότητες αλλά κοινωνικές συλλογικότητες που διαπραγματεύονται συνεχώς την έννοια του «εμείς»), γίνεται πια το εθνοτικό τοιχίο που αφορίζει την εθνοτική ομάδα και όχι το περιεχόμενο που αυτό περιέχει. Τα τοιχία αυτά είναι φυσικά κοινωνικά (δλδ κοινωνικές (εφήμερες) κατασκευές) […] Αν μία εθνοτική ομάδα διατηρεί την ταυτότητά της όταν τα μέλη της αλληλεπιδρούν [κοινωνικά] με άλλους, αυτό προϋποθέτει κριτήρια καθορισμού του ανήκειν (membership) και τρόπους σημάνσεως του ανήκειν και μη ανήκειν (αποκλεισμός, exclusion).
Το εθνοτικό τοιχίο «εμείς-αυτοί» πρέπει να εξεταστεί τόσο σε συγχρονικό επίπεδο όσο και σε διαχρονικό. Αν σκεφτούμε τον ιστορικό χρόνο σαν τον άξονα ενός σαλαμιού, το συγχρονικό τοιχίο είναι η διάκριση «εμείς-αυτοί» στην παρούσα χρονική τομή (φέτα του σαλαμιού) ή, με άλλα λόγια, είναι η απάντηση στην ερώτηση ποιοι είμαστε «εμείς» τώρα και ποιοι είναι οι τωρινοί «άλλοι»;
Το διαχρονικό εθνοτικό τοιχίο είναι η προβολή στο παρελθόν της εθνοτικής διάκρισης «εμείς-αυτοί» ή, με άλλα λόγια, είναι η απάντηση στην ερώτηση ποιους θεωρούμε εμείς τώρα ως προγόνους μας και ποιους δεν θεωρούμε ως προγόνους μας σε μια προγενέστερη χρονική τομή;
salami
Όπως ήδη έχω αναφέρει, κάθε φορά που υπάρχει αναδιαμόρφωση σε αυτά τα δύο τοιχία «εμείς-αυτοί» υπάρχει εθνοτική ασυνέχεια ή, διαφορετικά, επανεθνοτισμός.
Ο Πλούταρχος κατά τον 2ο μ.Χ. αιώνα πίστευε πως ήταν Έλλην, απόγονος των προγενέστερων ενδόξων Ελλήνων (των οποίων τους βίους περιγράφει στα πάμπολλα βιβλία του και των οποίων τα λόγια παραθέτει, όταν αυτοί οι προγενέστεροι Έλληνες πρόγονοί του χαρακτήριζαν τους Ρωμαίους ως βάρβαρους και αλλόφυλουςκαι θεωρούσε τους Ρωμαίους της εποχής του ως βάρβαρους/αλλόφυλους κατακτητές αλλά, επειδή ο Τίτος Φλαμινίνος ήταν χρηστός και λογικός άρχων, αυτό έκανε τους Ρωμαίους υποφερτή «αλλόφυλη αρχή» της Ελλάδος η οποία, επειδή προτιμά τις συνηθισμένες μορφές αυτοδιακυβέρνησής της, δεν αγάπησε εύκολα τους «αλλόφυλους αφέντες» της.
[Πλούταρχος, Φλαμινίνος, 2.4]
δ᾽ Ἑλλὰς οὔπω πολλὰ συνενηνεγμένη Ῥωμαίοις, ἀλλὰ τότε πρῶτον ἐπιμιγνυμένη ταῖς πράξεσιν, εἰ μὴ φύσει τε χρηστὸς ἦν ἄρχων καὶ λόγῳ μᾶλλον πολέμῳ χρώμενος, ἐντυγχάνοντί τε προσῆν πιθανότης καὶ πρᾳότης ἐντυγχανομένῳ καὶ τόνος πλεῖστος ὑπὲρ τῶν δικαίων, οὐκ ἂν οὕτως ῥᾳδίως ἀντὶ τῶν συνήθων ἀλλόφυλον ἀρχὴν ἠγάπησε. ταῦτα μὲν οὖν ἐπὶ τῶν πράξεων αὐτοῦ δηλοῦται.
Ειδικότερα, ο Πλούταρχος αναφέρει ότι κάποιος Ρωμαίος χαρακτήρισε τον Φιλοποίμενα ως «τον έσχατον των Ελλήνων» (τον τελευταίο των (ένδοξων) Ελλήνων), γιατί μετά από αυτόν η Ελλάς δεν γέννησε κανέναν άξιο άνδρα. Επίσης, στον Βίο του Αράτου, ο ίδιος ο Πλούταρχος θεωρεί ότι η ανάκτηση του Ακροκορίνθου από τους Αχαιούς του Αράτου και η εκδίωξη της Μακεδονικής/βασιλικής φρουράς από εκεί ήταν «η έσχατη Ελληνική πράξη». Άντε τώρα ο Ζουράρις να καταλάβει γιατί η εκδίωξη των Μακεδόνων από τον Ακροκόρινθο θεωρείται από τον Πλούταρχο ως  «η τελευταία (ένδοξη) Ελληνική πράξη», αλλά αυτό είναι για άλλη ανάρτηση.
[Πλούταρχος, Φιλοποίμην, 1.4]
αὐτοί γε μὴν ἐν τοῖς ἄλλοις ἔργοις καὶ τὴν Φιλοποίμενος ἐποιοῦντο παίδευσιν, ὡς κοινὸν ὄφελος τῇ Ἑλλάδι τὸν ἄνδρα τοῦτον ὑπὸ φιλοσοφίας ἀπεργασόμενοι. καὶ γὰρ ὥσπερ ὀψίγονον ἐν γήρᾳ ταῖς τῶν παλαιῶν ἡγεμόνων ἐπιτεκοῦσα τοῦτον ἀρεταῖς Ἑλλὰς ἠγάπησε διαφερόντως καὶ συνηύξησε τῇ δόξῃ τὴν δύναμιν. Ῥωμαίων δέ τις ἐπαινῶν ἔσχατον αὐτὸν Ἑλλήνων προσεῖπεν, ὡς οὐδένα μέγαν μετὰ τοῦτον ἔτι τῆς Ἑλλάδος ἄνδρα γειναμένης οὐδὲ αὑτῆς ἄξιον.
[Πλούταρχος, Άρατος, 24.1-2]
δὲ Ἄρατος εὐθὺς τό τε Ἡραῖον ὑφ᾽ ἑαυτῷ καὶ τὸ Λέχαιον ἐποιήσατο: καὶ νεῶν μὲν εἰκοσιπέντε βασιλικῶν ἐκυρίευσεν, ἵππους δὲ πεντακοσίους καὶ Σύρους τετρακοσίους ἀπέδοτο τόν τε Ἀκροκόρινθον ἐφύλαττον οἱ Ἀχαιοὶ τετρακοσίοις ὁπλίταις καὶ πεντήκοντα κυσὶ καὶ κυνηγοῖς ἴσοις ἐν τῷ φρουρίῳ τρεφομένοις.
Οἱ μὲν οὖν Ῥωμαῖοι τὸν Φιλοποίμενα θαυμάζοντες Ἑλλήνων ἔσχατον προσηγόρευον, ὡς μηδενὸς μεγάλου μετ᾽ ἐκεῖνον ἐν τοῖς Ἕλλησι γενομένου: ἐγὼ δὲ τῶν Ἑλληνικῶν πράξεων ταύτην ἐσχάτην καὶ νεωτάτην φαίην ἂν πεπρᾶχθαι, τοῦτο μὲν τόλμῃ, τοῦτο δὲ τύχῃ ταῖς ἀρίσταις ἐνάμιλλον, ὡς ἐδήλωσεν εὐθὺς τὰ γινόμενα.
Από ένα σημείο και μετά, οι ελληνικές πόλεις-κράτη και τα Κοινά απώλεσαν κάθε ουσιαστική δυνατότητα αυτονομίας σε μείζονα θέματα και δεν κουνιόταν ούτε φύλλο αν δεν το ενέκρινε η «ἀλλόφυλος ἀρχή» των Ρωμαίων. Το μόνο που μπορεί να κάνει ένας Έλληνας σήμερα, γράφει αλλού ο Πλούταρχος, είναι να ασχοληθεί με τα τοπικά κοινά της πόλης του και να έχει ισχυρούς Ρωμαίους φίλους, γιατί οι Ρωμαίοι φροντίζουν τους φίλους τους. Αλλού ο Πλούταρχος συμβουλεύει τους σύγχρονούς του Έλληνες να μην προσπαθήσουν να μιμηθούν τις ένδοξες πράξεις [ελευθερίας] των προγόνων τους, επειδή δεν είναι καιροί για τέτοια γελοία πράγματα. Η Ρωμαϊκή αιχμή ήταν νηλεής και ανίκητη και δεν συγχωρούσε ατασθαλίες.
[Πλούταρχος, Πολιτικά Παραγγέλματα, 814α]
τὰ μὲν γὰρ μικρὰ παιδία τῶν πατέρων ὁρῶντες ἐπιχειροῦντα τὰς κρηπῖδας ὑποδεῖσθαι καὶ τοὺς στεφάνους περιτίθεσθαι μετὰ παιδιᾶς γελῶμεν, οἱ δ᾽ ἄρχοντες ἐν ταῖς πόλεσιν ἀνοήτως τὰ τῶν προγόνων ἔργα καὶ φρονήματα καὶ πράξεις ἀσυμμέτρους τοῖς παροῦσι καιροῖς καὶ πράγμασιν οὔσας μιμεῖσθαι κελεύοντες ἐξαίρουσι τὰ πλήθη, γέλωτά τε ποιοῦντες οὐκέτι γέλωτος ἄξια πάσχουσιν, ἂν μὴ πάνυ καταφρονηθῶσι. πολλὰ γὰρ ἔστιν ἄλλα τῶν πρότερον
Επιπλέον, μετά από τρεις αιώνες αδιατάρακτης εξουσίας, όπως παραδέχεται και η Ελληνίδα ποιήτρια Μελιννώ στον Ύμνο της υπέρ της Ρώμης, η Μοίρα φαινόταν να είχε δώσει στην «δαΐφρονα άνασσα» και «Άρηος θυγατέρα» Ρώμη το «βασίλειον κύδος αρρήκτου αρχής.» Η Μελιννώ μάλλον ήταν από τους Επιζεφύριους Λοκρούς αλλά, επειδή προσπάθησε να μιμηθεί την αιολική διάλεκτο της Σαπφούς, σχηματίστηκε η λάθος εντύπωση κατά την ύστερη αρχαιότητα ότι ήταν Λέσβια.
Romans-barbariansΟ Ύμνος της Μελιννούς για την Ρώμη:
melinno-rome
Χαίρε μοι Ῥωμα, θυγάτηρ Ἄρηος,
χρυσεομίτρα δαΐφρων ἄνασσα,
σεμνὸν ἃ ναίεις ἐπὶ γᾶς Ὄλυμπον
αἰὲν ἄθραυστον.
Σοι μόνᾳ, πρέσβιστα, δέδωκε Μοῖρα
κῦδος ἀρρήκτω βασιλῇον ἀρχᾶς,
ὄφρα κοιρανῇον ἔχοισα κάρτος
ἁγεμονεύεις
«Χαίρε Ρώμη, θυγάτηρ Άρηος, χρυσεομίτρα δαΐφρων ἄνασσασε εσένα μόνον, ω πρέσβιστη, έχει δώσει η Μοίρα βασίλειον κύδος αρρήκτου αρχής
δαΐφρων ἄνασσα = Βασίλισσα με μαχητικό φρόνημα
βασίλειον κύδος αρρήκτου αρχής = βασιλική δόξα αδιάκοπης (δλδ αιώνιας) εξουσίας.
Στην παρακάτω σελίδα παραθέτω την περιγραφή της άποψης του Πλουτάρχου για τους Ρωμαίους και τους «πάλαι καὶ νῦν» Έλληνες από τον Αντώνη Καλδέλλη στις σελίδες 55-6 του Hellenism in Byzantium:
kaldellis-plutarch
Επαναλαμβάνω το identikit του Πλουτάρχου:
  1. Ομόφυλοί μου Συνέλληνες, «εμείς» είμαστε Έλληνες, απόγονοι των ενδόξων [Ελλήνων] προγόνων μας που έχουμε κατακτηθεί από «αυτούς» τους βάρβαρους/αλλόφυλους Ρωμαίους, οι οποίοι είναι μια υποφερτή αλλόφυλος αρχή, επειδή δεν είναι εντελώς βάρβαροι.
  2. Δεν είναι καιρός «εμείς» να μιμηθούμε τις ένδοξες πράξεις των Ελλήνων προγόνων μας, αλλά είναι καιρός να σκύψουμε το κεφάλι, γιατί «αυτή» η Ρωμαϊκή αιχμή είναι νηλεής και ανίκητη και δεν συγχωρεί ανόητες ατασθαλίες.
  3. Το καλύτερο που μπορούμε να κάνουμε «εμείς» οι νυν Έλληνες είναι να γίνουμε «βλαχοδήμαρχοι» στις πόλεις μας και ν΄αποκτήσουμε ισχυρούς Ρωμαίους φίλους για κάνα ρουσφέτι, γιατί «αυτοί» οι αλλόφυλοι/βάρβαροι Ρωμαίοι φροντίζουν τους φίλους τους.
Το εθνοτικό τοιχίο «εμείς-αυτοί» που έχει ανεγείρει ο Πλούταρχος είναι ξεκάθαρο.
Σχεδόν έναν αιώνα μετά τον Πλούταρχο, ο ελληνόφωνος Ρωμαίος συγκλητικός από την Βιθυνία Δίων ο Κάσσιος είναι ο πρώτος γνωστός εκρωμαϊσμένος ελληνόφωνος και το άκρως αντίθετο του Πλουτάρχου. Ίσως ήταν εξαίρεση στην εποχή του, αλλά ήταν ο πρόδρομος αυτών που ακολούθησαν. Συνέγραψε στην Ελληνική μία Ρωμαϊκή Ιστορία, η οποία περιγράφει τα πράγματα από την Ρωμαϊκή οπτική γωνία. Ήταν η αγαπημένη πηγή των «Βυζαντινών» για την αρχαία Ρωμαϊκή ιστορία και ο «βυζαντινός» διοικητής του θέματος Ελλάδος Κεκαυμένος, που έγραψε γύρω στο 1070, τον χαρακτηρίζει «Δίωνα τον Ρωμαίο» για να τον ξεχωρίσει από τον «Δίωνα τον Χρυσόστομο».
Dion
Από τη μια, ο πολιτικός εκρωμαϊσμός των ελληνοφώνων αρχίζει σταδιακά να διαβρώνει την εθνοτική αντίθεση Έλλην-Ρωμαίος ενώ, από την άλλη, οι Ρωμαίοι αρχίζουν να διαβρώνουν την αντίθεση Έλλην-βάρβαρος, όταν υιοθετούν τον όρο «βάρβαρος» για τους μη Ρωμαίους (ιδίως αυτούς που κατοικούσαν στο Barbaricum εκτός της αυτοκρατορίας). Τέλος, ο Χριστιανισμός ανεγείρει ένα νέο θρησκευτικό τοιχίο «εμείς-αυτοί» μεταξύ των νυν ελληνόφωνων Χριστιανών και των πάλαι και νυν πολυθεϊστών «Ἑλλήνων».
Μετά το 400 μ.Χ. η κυρίαρχη σημασία του όρου «Ἕλλην» είναι αυτή με την οποία χρησιμοποιεί τον όρο ο Χριστιανισμός: «Ἕλλην» είναι πια ο «δυσσεβής» πολυθεϊστής, για το 90% περίπου του πληθυσμού της αυτοκρατορίας που είναι πια χριστιανικό και, από τον Θεοδόσιο και μετά, ζει σε μια επισήμως «Φιλόχριστο των Ρωμαίων Πολιτεία».
Στα χρόνια του Ιουστινιανού, στον επίσημο νομικό κώδικα του κράτους, «οι Ἕλληνες» είναι οι «δυσσεβείς, μυσαροί, ανόσιοι, αλιτήριοι, νοσούντες από “ανοσιομανία” και δήθεν παιδευόμενοι (επειδή μορφώνονται στην λάθος και «θύραθεν/έξωθεν» παιδεία), εξαιτίας των οποίων η Φιλόχριστος των Ρωμαίων Πολιτεία πλήττεται από την δίκαια οργή του φιλάνθρωπου Θεού.» Όλοι αυτοί οι χαρακτηρισμοί απαντούν στο άρθρο [CJ, 1.11] του Ιουστινιανικού κώδικα που φέρει τον τίτλο De Pagani/Περὶ Ἑλλήνων.
CJ-1-11
Αν δούμε τι πιστεύουν οι «Βυζαντινοί» κατά την περίοδο 600-1000 μ.Χ θα δούμε ότι έχουν διαβρωθεί/αναδιαμορφωθεί όλα τα εθνοτικά τοιχία του Πλουτάρχου και έχει ανεγερθεί ένα νέο θρησκευτικό.
Εδώ κάθε νοήμον πρωτεύον που ξέρει να μετράει μέχρι το 10 είναι σε θέση να καταλάβει ότι μεταξύ Πλουτάρχου και των πρώιμων Βυζαντινών έχει συμβεί ένας ριζικότατος επανεθνοτισμός και, κατά συνέπεια, υπάρχει μια σαφέστατη εθνοτική ασυνέχεια στην διαχρονική ελληνόφωνη κοινότητα.
Ενώ για τον Πλούταρχο «οι πρόγονοί μας» ήταν οι παλαιότεροι [ελεύθεροι] Έλληνες και οι Ρωμαίοι ήταν οι βάρβαροι/αλλόφυλοι κατακτητές, οι ελληνόφωνοι πρώιμοι «Βυζαντινοί» πιστεύουν ότι είναι «ἑλληνίζοντες Ῥωμαίοι» (= Ρωμαίοι που έμαθαν να μιλάνε Ελληνικά), ότι η «πάτριος/πατρώα» (προγονική) γλώσσα τους ήταν τα Λατινικά, ότι οι πρόγονοί τους ήταν οι «Πάλαι Ῥωμαῖοι» που ίδρυσαν την Ἀρχή τῶν Ῥωμαίων/Ῥωμαίων Πολιτεία (Imperium Romanum, Res Publica Romana) και, τέλος, πιστεύουν ότι οι [αρχαίοι] Έλληνες ήταν οι «δυσσεβείς» και «μυσαροί» εχθροί των Χριστιανών προγόνων τους. Πριν από κάθε μάχη του 10ου μ.Χ. αιώνα, τα εμψυχωτικά λόγια ενός «βυζαντινού» στρατηγού προς τους «βυζαντινούς» στρατιώτες του είναι «θυμηθείτε ότι είστε Ρωμαίοι!»
Οι ελληνόφωνοι ως «ἑλληνίζοντες Ῥωμαίοι»:
Οι «ἑλληνίζοντες Ῥωμαῖοι» πλέον λένε τις clausurae κλεισούρες και τον rationalis λογοθέτη.
[Προκόπιος, Πόλεμοι, 2.29.25] κλεισούρας ἑλληνίζοντες τὰς τοιάυτας ὁδούς καλοῦσι Ῥωμαίοι.
[Προκόπιος, Πόλεμοι, 7.128] λογοθέτην τὴν τιμὴν ταύτην ἑλληνίζοντες καλοῦσι Ῥωμαίοι.
Οι «πάλαι Ρωμαίοι» που για τον Πλούταρχο ήταν «ἀλλόφυλοι», για τον Βασιλέα των Ρωμαίων Θεόφιλο είναι οι αγαθοί τα πολέμια πρόγονοι των Ρωμαίων στρατιωτών του και ζητάει  από τους τελευταίους να επανακτήσουν την πολεμική αρετή των Ρωμαίων προγόνων τους (πρὸς τὴν τῶν προγόνων Ῥωμαίων ἐπανάγεσθαι ἀρετὴν).
capillare
Για τον Πλούταρχο ο Ιούλιος Καίσαρ ήταν ένας «αλλόφυλος Ρωμαίος». Για τον Βασιλέα των Ρωμαίων Κωνσταντίνο Πορφυρογέννητο, αντίθετα, ο Ιούλιος Καίσαρ ήταν ένας εκ των «ὅτε βασιλέων» που μιλούσε την «πάτριο Ρωμαϊκή φωνή» την οποία, μετά τον Ηράκλειο, οι «ἑλληνίζοντες» διάδοχοί του Καίσαρα απέβαλαν.
ConstPorph-patrios
Για τον Ιωάννη Κυριώτη τον Γεωμέτρη, ο Ιούλιος Καίσαρ είναι ο ένδοξος αγαθός τα πολέμια πρόγονος των «Αὐσονίων» (= γνήσιων Ρωμαίων, «βυζαντινών») τον οποίο καλεί ν΄αναστηθεί και να πάρει γρήγορα τα όπλα (ὅπλα λάμβανε θᾶττον), επειδή τα τόξα των «Μυσών» (Βουλγάρων) αποδείχθηκαν ισχυρότερα από τα δόρατα των «Αυσονίων» και ο «Ίστρος » (Βουλγαρία) κατάφερε να πάρει το στεφάνι της «Ρώμης» (αναφέρεται στην ταπεινωτική ήττα του νεαρού Βασιλείου Β΄ από τον Τσάρο Σαμουήλ στην μάχη των Πυλών του Τραϊανού το 986).
Ausonians-Geometres
Για τον Πλούταρχο, η gens Fabia ήταν ένας αριστοκρατικός οίκος των «αλλόφυλων Ρωμαίων». Για τον Ατταλειάτη ήταν οι «πάλαι Ῥωμαίοι» και οι πρόγονοι των Φωκάδων και του Νικηφόρου Βοτανειάτη.
Ἐκ τούτων οὖν, ὡς ὁ λόγος αἱρεῖ καὶ ἡ τοῦ γένους ἀναφορὰ περιάγει, οἱ Φωκάδες αὐτοὶ καταγόμενοι τὴν τε περιφάνειαν ἄνωθεν ἔσχον καὶ τὸ τῆς ἀνδρίας ἀλκιμώτατον καὶ ἀνύποιστον ἐκ τῶν ἐκείνων Φαβίων, ὥς που διὰ βίβλου τινὸς παλαιᾶς ἐχειραγωγήθην ποτέ, τὴν ἀρχὴν τοῦ γένους ἐφέλκοντες. Οὖτοι δὲ οἱ Φάβιοι ἐν τῇ παλαιᾷ Ῥώμῃ τὰς πρώτας ἔσχον ἀρχὰς καὶ τιμὰς καὶ ῥίζα πάντων τῶν εὐγενῶν καὶ κατὰ χεῖρα καρτερῶν ἐγνωρίζοντο καὶ οὐδεὶς τούτων ἐσφάλη ποτὲ περὶ πολέμους καὶ κινδύνους ἀγωνιζόμενος.
Μετάφραση: Εκ τούτων λοιπόν, όπως δείχνει η διήγηση και περιγραφή της καταγωγής, αυτοί οι Φωκάδες κατάγονται από τους ξακουστούς Φαβίους, από τους οποίους έχουν κληρονομήσει την περιφάνεια και το αλκιμώτατο (= τολμηρό) και ανύποιστο (=ακαταμάχητο) της ανδρείας τους. Αυτοί οι Φάβιοι κατείχαν τα υψηλότερα αξιώματα και τιμές στην Παλαιά Ρώμη και ήταν η ρίζα όλόκληρης της αριστοκρατίας και όλων των «κατὰ χεῖρα καρτερῶν» ανδρών (~ τρανών πολεμιστών). Ουδείς εξ αυτών ουδέποτε απέτυχε αγωνιζόμενος σε πολέμους και κινδύνους.
Όσο για την Λατινική ως την «πάτριο/πατρώα» (=προγονική) γλώσσα των «βυζαντινών» (ἑλληνιζόντων Ῥωμαίων), εκτός από το χωρίο του Πορφυρογέννητου που παρέθεσα παραπάνω, υπάρχουν άλλες δύο αναφορές.
Ο Θεοφύλακτος ο Σιμοκάττης που εξιστόρησε γύρω στο 630 μ.Χ. τα γεγονότα της βασιλείας του Μαυρικίου πολλάκις αναφέρεται στην «Λατινίδα φωνή» ως την «πάτριο/πατρώα», «επιχώριο» και «συνήθη» γλώσσα των Ρωμαίων, στους οποίους πιστεύει ότι ανήκει, ασχέτως αν έγραψε την ιστορία του σε αυτήν που ονομάζει ως «εὐγενίδα Ἑλλάδα γλῶττα» (εννοεί την κλασική γλώσσα στην οποία γράφει και όχι την «ἰδιώτιδα» φωνή του απλού κόσμου).
skulka
[…] τῆς διαφρουρᾶς κατημέλησεν, ἣν σκούλκαν σύνηθες τῇ πατρίῳ φωνῇ Ῥωμαίοις ἀποκαλεῖν.
Η «διαφρουρά», στην πάτριο φωνή των [νῦν ἑλληνιζόντων] Ρωμαίων λέγεται «σκούλκα».
Θα καταλάβετε τον δημώδη λατινικό όρο «σκούλκα» μόλις σας δώσω τον ορισμό του όρου «σκουλκάτωρες» από τα «Τακτικά» του Λέοντος του Σοφού.
[Τακτικά, 4.26] Σκουλκάτωρες δὲ οἱ κατάσκοποι λέγονται οἵτινες μανθάνοντες τὰ τῶν ἐχθρῶν ἀπαγγέλλουσιν.
«Σκουλκάτωρες», λοιπόν, είναι οι κατάσκοποι που στέλνονται για να κρυφακούσουν αυτά που λένε οι εχθροί. Ευχαριστώ τον Simplizissimus που μου υπέδειξε πως ο όρος ανάγεται στο λατινικό exculcatores = « πρόσκοποι» και όχι στο auscultatores = «ακουστές»,  όπως νόμιζα μέχρι τώρα.
Ο Θεοφάνης ο Ομολογητής που έγραψε την Χρονογραφία του κατά την περίοδο 810-814 μ.Χ., όταν περιγράφει μια ρωμαϊκή εκστρατεία του 587 μ.Χ. κατά των Αβάρων στην Θράκη, γράφει:
ἑνὸς γὰρ ζώου τὸν φόρτον διαστρέψαντος, ἕτερος τὸν δεσπότην τοῦ ζώου προσφωνεῖ τὸν φόρτον ἀνορθῶσαι τῇ πατρῴᾳ φωνῇ· τόρνα, τόρνα, φράτερ.” καὶ ὁ μὲν κύριος τῆς ἡμιόνου τὴν φωνὴν οὐκ ᾐσθάνετο, οἱ δὲ λαοὶ ἀκούσαντες καὶ τοὺς πολεμίους ἐπιστῆναι αὐτοῖς ὑπονοήσαντες εἰς φυγὴν ἐτράπησαν, “τόρνα, τόρναμεγίσταις φωναῖς ἀνακράζοντες. ὁ δὲ Χαγάνος μεγάλην δειλίαν περιβαλόμενος ἀκρατῶς ἔφυγεν. καὶ ἦν ἰδεῖν Ἀβάρους τε καὶ Ῥωμαίους ἀλλήλους διαδιδράσκοντας, μηδενὸς διώκοντος.
Κάποιος Ρωμαίος στρατιώτης, βλέποντας ότι ο φόρτος πάνω σε σε έναν νωτοφόρο ημίονο ήταν έτοιμος να πέσει, προσεφώνησε προς τον δεσπότη (χειριστή) του ζώου στην πατρώα φωνή «τόρνα, τόρνα φράτερ!» («γύρνα (τον), γύρνα (τον), αδελφέ! (τον φόρτο)»). Οι δε λαοί (οι υπόλοιποι στρατιώτες) κατάλαβαν ότι με το «τόρνα, τόρνα!» εννοούσε «γύρνα (πίσω), γύρνα (πίσω)!» και, πανικόβλητοι, άρχισαν να υποχωρούν ατάκτως. Το περίεργο του συμβάντος είναι ότι και οι Άβαροι υποχώρησαν πανικόβλητοι, κάτι που γεννά το ερώτημα ποια ήταν η lingua franca των ετερογενών αβαρικών εκστρατευτικών σωμάτων; Στα αβαρικά στρατεύματα υπήρχαν, εκτός από τους μάλλον τουρκόφωνους Αβάρους, γερμανόφωνοι Γήπες/Γήπιδες, Σλάβοι και, μεταξύ άλλων, αυτόμολοι Ρωμαίοι). Μήπως η lingua franca του Αβαρικού Χαγανάτου ήταν η δημώδης Λατινική της εποχής; Τέλος πάντως, δεν είναι αυτό το θέμα της παρούσης αναρτήσεως.
Οι ελληνόφωνοι «Βυζαντινοί» (δηλαδή οι μεσαιωνικοί ελληνίζοντες Ρωμαίοι) όχι μόνο θεωρούσαν ως προγόνους τους «αλλόφυλους Ρωμαίους» του Πλουτάρχου και τη λατινική γλώσσα αυτών ως την «πάτριο/πατρώα» γλώσσα τους, αλλά θεωρούσαν τον ίδιο τον Πλούταρχο «ἀλλότριο». Ο δάσκαλος του Μιχαήλ Ψελλού Ιωάννης Μαυρόπους (ανήκε στο ίδιο λόγιο ρεύμα με τον Ψελλό που ισχυρίζεται στα γραπτά του ότι μόνος του αναβίωσε την λησμονημένη μελέτη της Ελληνικής φιλοσοφίας) σε ένα ποίημά του ζητάει από τον Χριστό, αν έχει διάθεση να σώσει [από την καταδίκη στην κόλαση] την ψυχή κάποιων αλλότριων, ας σώσει τις ψυχές του Πλάτωνα και του Πλουτάρχου.
εἴπερ τινός βούλοιο τῶν ἀλλοτρίων
τῆς σῆς ἀπειλῆς ἐξελέσθαι, Χριστέ μου,
Πλάτωνα καί Πλούταρχον ἐξέλοιό μοι,
ἄμφω γάρ εἰσι καί λόγον καί τόν τρόπον
τοῖς σοῖς νόμοις ἔγγιστα προσπεφυκότες,
εἰ δ’ ἠγνόησαν ὡς Θεός εἶ τῶν ὅλων,
ἐνταῦθα τῆς σῆς χρηστότητος δεῖ μόνον
δι’ ἥν ἅπαντας δωρεάν σῲζειν θέλεις.
Εδώ φυσικά, ο όρος «ἀλλότριος» σημαίνει ειδικά «αλλόπιστος», δηλαδή ο Πλάτων και ο Πλούταρχος είναι «Ἕλληνες» (=μη Χριστιανοί) όπως είναι και οι μουσουλμάνοι Άραβες και οι ζωροαστριστές Πέρσες, καθώς και οι τεγκριστές Βούλγαροι και οι Ρώς πριν από τον εκχριστιανισμό τους.
hellenes-polytheists
Στο [10:40] του παρακάτω βίντεο, η Αρβελέρ αναφέρει τα λόγια με τα οποία ο Πατριάρχης Φώτιος ανακοίνωσε τον εκχριστιανισμό των Βουλγάρων στους άλλους Πατριάρχες της Ανατολής.

«Έχω την ευχάριστη είδηση να σας πω ότι το Βουλγαρικόν έθνος απεποιήθη την Ελληνικήν [του] ειδωλολατρεία και έγινε χριστιανόν […]»
Η «ελληνική ειδωλολατρεία» των (στεπαίων/τουρκόφωνων) Βουλγάρων ήταν ο Τεγκρισμός (ο Τεγκρί ήταν ο Τουρκομογγολικός θεός του Ουρανού).
Τις «ελληνικές» θυσίες και τα «ελληνικά» όργια που οι παγανοί «Ταυροσκύθες» Ρως κληρονόμησαν από τον «Σκύθη» Αχιλλέα και τους Μυρμιδόνες του, τα έχω περιγράψει εδώ, ενώ εδώ έχω περιγράψει τον αυτοχαρακτηρισμό του Ζωροάστρη Σασσανίδη βασιλέα Χοσρόη Β΄ ως «Έλληνα» (σε αντίθεση με την Χριστιανή γυναίκα του «Σειρέμ»/Shirin), σε μια επιστολή του στα Ελληνικά που διέσωσε ο Θεοφύλακτος ο Σιμοκάττης.
Επομένως, για να περάσω στις άλλες κοτσάνες του Ζουράρι, η απάντηση στην ερώτηση του «πότε συνέβη η ασυνέχεια της ελληνικής εθνοτικής ταυτότητας;» είναι κατά τον βαθμιαίο επανεθνοτισμό και την αναδιαπραγμάτευση ταυτοτήτων που υπέστησαν οι ελληνόφωνοι πληθυσμοί κατά την περίοδο 350-600 μ.Χ. Ο όρος που περιγράφει αυτή τη διαδικασία είναι «εκρωμαϊσμός» (romanization).
Τα λόγια του Αντώνη Καλδέλλη για το θέμα, σε μια πρόσφατη συζήτηση που είχε με τον διευθυντή του Ινστιτούτου Μελέτης του Δυτικού Πολιτισμού στο Texas Tech Steve Balch μπορείτε να τα ακούσετε στο [08:20-10:20]

 Καλδέλλης: Ανέφερες την [ρωμαϊκή] συνέχεια του Βυζαντίου που είναι ένα πολύ σημαντικό θέμα. Πρέπει πρώτα να ξεκαθαρίσω ότι δεν ενδιαφέρομαι για τις συνέχειες που συνήθως συζητούνται στις ημέρες μας, δηλαδή τις σύγχρονες εθνικιστικές ιδεολογίες συνέχειας. Στην Ελλάδα, ειδικότερα, «Βυζάντιο και συνέχεια» σημαίνει πως οι Νεοέλληνες είναι οι απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων και το Βυζάντιο είναι η απαραίτητη για την σύνδεση γέφυρα.
Steve Balch: Εσύ όμως πιστεύεις ότι οι Βυζαντινοί αν και ελληνόφωνοι ένοιωθαν Ρωμαίοι.
Καλδέλλης: Απολύτως! Όταν προτάσσεις την ρωμαϊκή συνέχεια του Βυζαντίου, αυτό αυτομάτως σημαίνει ότι δέχεσαι πως υπάρχει μια ελληνική [εθνοτική] ασυνέχεια. Αυτό που συναντάς [στις πηγές] είναι ότι, κατά την ύστερη αρχαιότητα, οι ελληνόφωνοι πληθυσμοί του ανατολικού μέρους της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας σταματούν να αυτοπροσδιορίζονται ως Έλληνες, για ποικίλους λόγους, γίνονται Ρωμαίοι και Χριστιανοί και τέτοιοι παραμένουν για τα επόμενα 1000 χρόνια [του Βυζαντίου]. Βρίσκω ενδιαφέρουσα την ασυμφωνία πραγματικότητας και ιδεολογίας που υπάρχει στους κλασικιστές που πιστεύουν ότι η Ρώμη κατέκτησε την Ελληνική Ανατολή, αλλά κατακτήθηκε από τον ανώτερο πολιτισμό της τελευταίας. Δεν έγιναν έτσι ακριβώς τα πράγματα! Οι κλασικιστές έχουν αυτήν την εντύπωση επειδή σπανίως εξετάζουν την περίοδο μετά τον 2ο/3ο μ.Χ. αιώνα [όταν οι Έλληνες υπάρχουν ακόμα σαν εθνότητα που αντιστέκεται στον εκρωμαϊσμό και όταν ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Μάρκος Αυρήλιος γράφει στην Ελληνική το προσωπικό του ημερολόγιο και ολόκληρο φιλοσοφικό σύγγραμμα]. Αν εξετάσεις όμως την κατάσταση μερικούς αιώνες αργότερα, βρίσκεις τους ελληνόφωνους να είναι Ρωμαίοι, χωρίς να κρύβουν πίσω από αυτόν τον αυτοπροσδιορισμό τους κάποια λανθάνουσα και ελλοχεύουσα Ελληνική ταυτότητα. Οι Νεοέλληνες μελετητές, όχι όλοι τους φυσικά, αλλά αυτοί που δέχονται το Εθνικό Αφήγημα, πιστεύουν ότι οι Έλληνες συνεχίζουν να υπάρχουν «υπογείως» και ότι η Ελληνική τους ταυτότητα συνεχίζει να υπάρχει «υποβρυχίως» για 1200 περίπου χρόνια, μέχρι που τελικά ξαναναδύεται στην επιφάνεια. Δεν έγιναν φυσικά έτσι τα πράγματα!
Πάμε στην επόμενη κοτσάνα του Ζουράρι.
Ζουράρις #2 [03:07]: Η γλώσσα … οι λέξεις θεός, θάλασσα, χέζω υπάρχουν από τα ομηρικά χρόνια καταλαβαίνετε ότι δεν μπορύμε να μιλούμε περί ασυνεχείας.
Εδώ ο ακριτόμυθος παλιάτσος δείχνει περίτρανα την εθνολογική του άγνοια, μην μπορώντας να κατανοήσει ότι η γλωσσική συνέχεια και η εθνοτική συνέχεια είναι δύο εντελώς διαφορετικά πράγματα. Είμαι σίγουρος ότι ψεύδεται και για την υποτιθέμενη γλωσσολογική μελέτη στην οποία αναφέρεται. Η γλωσσική «συνέχεια» δεν «αποδεικνύεται» ούτε με 4 λέξεις ούτε με 14. Όταν οι γλωσσολόγοι εξετάζουν την εξέλιξη μιας γλώσσας, εξετάζουν την φωνολογία της, την μορφολογία της, το συντακτικό της, το λεξιλόγιό της και τις σημασιακές αλλαγές των όρων.
Οι Αμερικάνοι συνεχίζουν να μιλάνε την αποικιακή Αγγλική που έφεραν οι Άγγλοι άποικοι στον νέο κόσμο. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι οι Αμερικάνοι είναι Άγγλοι επειδή συνεχίζουν να μιλάνε Αγγλικά και συνεχίζουν να τα ονομάζουν Αγγλικά. Ήδη στα τέλη του 19ου αιώνα, και ύστερα από μια διαδικασία επανεθνοτισμού που διήρκεσε έναν περίπου αιώνα, οι αγγλόφωνοι Αμερικάνοι και οι Βρετανοί ανέγειραν ένα εθνικό τοιχίο, το οποίο πλέον χωρίζει δύο διαφορετικά νεωτερικά έθνη.
Ένας Αμερικάνος σχολιαστής του Άμαζον (ιταλοαμερικάνος αν κρίνω από το όνομά του), αφού διάβασε το τελευταίο βιβλίο του Καλδέλλη, κατάλαβε πόσο λάθος είναι ο όρος «Βυζάντιο» έναντι του όρου Ανατολική/Μεσαιωνική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και, κατάλαβε πόσο ακόμα πιο λάθος είναι να θεωρούνται οι «Βυζαντινοί» ως «Γραικοί» [από την Δύση] λέγοντας «πρέπει επειδή μιλάμε Αγγλικά εμείς να θεωρούμαστε Άγγλοι και όχι Αμερικάνοι;»
Michael Popolino:
This is a excellent and scholarly work that puts the so-called “Byzantine” Empire into a clearer perspective. Connected to his thesis that the emperors did not have the absolute power we have always assumed them to have, and that a form of republicanism was very much alive in the empire, Kaldellis approaches this civilization as the continuation of the late Roman empire in the East, and not what other scholars of the period have fabricated into a “Byzantine”, or even worse, “Greek” one. [Consider that the common language of the United States is English. So, should we consider ourselves to be English rather that American?] I am looking very forward to the second volume that will go deeper into arguing that the empire was a continuation, albeit transformed in many ways, of the late Roman empire. Although, I am somewhat puzzled as to why he retains “Byzantine” in the title of his book.
Αντίστοιχα, το ότι οι Βραζιλιάνοι είναι πορτογαλόφωνοι δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει ένα Βραζιλιάνικο έθνος διαφορετικό του Πορτογαλικού και η κοινή ισπανοφωνία Ισπανών, Μεξικάνων και Αργεντίνων δε σημαίνει ότι οι λαοί αυτοί δεν αποτελούν τρία διαφορετικά έθνη (και υπάρχουν άλλα πολλά πολλά ισπανόφωνα έθνη). Τέλος, οι Σέρβοι και οι Κροάτες μιλάνε την ίδια γλώσσα και όχι μόνο δεν ανέπτυξαν ποτέ στην ιστορία τους μία κοινή εθνοτική ταυτότητα, αλλά δεν κατάφεραν να συμφωνήσουν σε ένα κοινό όνομα για την κοινή τους γλώσσα. Ο όρος «Σερβο-Κροατική» γλώσσα (ή καλύτερα Βοσνιο-Σερβο-Κροατο-Μαυροβουνιακή) είναι, κατά μία άποψη, τόσο παράλογος όπως ο όρος «Μεξικο-Κολομβιανο-Αργεντινική» για την Ισπανική της Νοτίου Αμερικής.
Η γλώσσα είναι ένα σημαντικό κριτήριο εθνοτικότητας, αλλά από μόνη της δεν αρκεί για να καθορίσει την εθνοτική ταυτότητα. Ανήκει σε αυτό που ο Fredrik Barth, στο χωρίο που έχω παραθέσει παραπάνω, ονόμασε «πολιτισμικό περιεχόμενο», συνιστώντας μας να μην εστιάσουμε την προσοχή μας σε αυτό -αν θέλουμε να κατανοήσουμε τα εθνοτικά φαινόμενα- αλλά στο εθνοτικό τοιχίο (υποκειμενική και συνειδητή ανέγερση, διατήρηση ή/και αναδιαμόρφωση της διάκρισης «εμείς-αυτοί»), στο οποίο μας προτρέπει να εστιάσουμε την προσοχή μας.
Ένας από τους μεγαλύτερους εθνολόγους της εποχής μας, ο Anthony D. Smith, στην σελίδα 27 του μνημειώδους βιβλίο του “The Ethnic Origin of Nations” γράφει:
Smith-language
Υπάρχουν πολλά ακόμα παραδείγματα που δείχνουν ότι η γλώσσα, που για πολύ καιρό θεωρούνταν ως ο βασικότερος, αν όχι ο μόνος, δείκτης εθνοτικότητας, συχνά είναι ασήμαντη ή και διαχωριστική στην αντίληψη της εθνοτικής κοινότητας. […] Παρόλα αυτά, κάποιοι μελετητές συνεχίζουν να θεωρούν την γλώσσα ως το διακριτικό σημάδι της εθνοτικότητας (το Volksgeist = ιδιάζον χαρακτηριστικό ενός λαού, όπως το όρισε ο Χέρντερ στα τέλη του 18ου αιώνα), μία θεώρηση που οδηγεί σε χονδροειδή απλοποίηση και παρεξήγηση των εθνοτικών κοινοτήτων, τόσο στην προνεωτερική όσο και στην σύγχρονη περίοδο.
Ο Peter Heather, στην εθνολογική εισαγωγή του βιβλίου του Empires and Barbarians, περιγράφει με ένα πολύ ωραίο παράδειγμα πως το «πολιτισμικό περιεχόμενο» του Barth έχει δευτερεύουσα σημασία στην Εθνολογία. Όταν βλέπουμε κάποιον να φοράει σκωτσέζικο κιλτ καταλαβαίνουμε ότι είναι Σκωτσέζος. Ωστόσο, το ίδιο άτομο παραμένει Σκωτσέζος ακόμα και όταν δεν φοράει κιλτ ή, ακόμα και όταν γνωρίζει μόνο αγγλικά, αγνοώντας την Σκωτική Γαελική γλώσσα των προγόνων του (όπως συμβαίνει με την πλειοψηφία των Σκωτσέζων σήμερα που αρκούνται να δείχνουν την ιδιατερότητά τους με την σκωτσέζικη προφορά της Αγγλικής). Αυτό που κάνει κάποιον Σκωτσέζο είναι η συνειδητή (και φυσικά υποκειμενική) αποδοχή της σκωτσέζικης ταυτότητας των προγόνων του και τα εθνοτικά τοιχία με τα οποία η σκωτσέζικη εθνότητα απέκτησε την δική της υπόσταση, σε αντιπαραβολή με τις άλλες εθνότητες της Βρετανίας.
Heather-kilt
Επομένως, πιστεύω πως εξήγησα επαρκώς και την δεύτερη κοτσάνα του ακριτόμυθου και εικαιορρήμονα Ζουράρι.
Πάμε παρακάτω.
Ζουράρις #3 [03:45]: Το 1237 π.χ. ο Βατάτζης …
Επειδή ο Βατάτζης παραδέχτηκε αυτό που του είπε ο Πάπας, ότι δηλαδή η σοφία πηγάζει από το «γένος μας» (των Ελλήνων), ο Ζουράρις πιστεύει οτι υπήρχε ελληνικό έθνος κατά τον 13ο αιώνα.
Αυτό που δεν γνωρίζει ο Ζουράρις είναι πως για να υπάρχει Ελληνική εθνοτική κοινότητα δεν αρκεί να αυτοπροσδιορίζονται ως «Έλληνες» μόνον οι αττικίζοντες λόγιοι οι οποίοι, σύμφωνα με μια εκτίμηση, τον 10ο αιώνα ήταν 300 ψυχές σε 18 εκατομμύρια «χυδαίας» λαοθάλασσας (δηλαδή αποτελούσαν το 0,00166% της αυτοκρατορίας), αλλά χρειάζεται αυτό που οι εθνολόγοι ονομάζουν «κοινωνικό βάθος» και «ευθυγράμμιση των κοινωνικών στρωμάτων». Ελληνική εθνότητα υπάρχει από τότε που η πλειοψηφία των «χυδαίων» ελληνοφώνων που γνώριζαν μόνο την «ἰδιώτιδα» (= άτεχνη, άκομψη, ανεπιτήδευτη) Ελληνική γλώσσα άρχισαν και αυτοί να αυτοπροσδιορίζονται ως «Έλληνες» και να θεωρούν τους εαυτούς τους ως απόγονους των αρχαίων Ελλήνων. Αυτή η κατάσταση επιτεύχθηκε μετά τον νεοελληνικό διαφωτισμό (από τον οποίο προέκυψε μια μέση αστική τάξη πλήρως συνειδητοποιημένη για την Ελληνική της ταυτότητα) και, ειδικότερα για την λαοθάλασσα, μετά την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους το οποίο, μέσα από την δωρεάν κρατική παιδεία, επανεθνότισε αυτήν την λαοθάλασσα.
Η λαοθάλασσα αυτή μέχρι και τον 19ο αιώνα πίστευε ότι οι Έλληνες ήταν ή κακόψυχοι γίγαντες που ο θεός τους τιμώρησε στέλνοντάς τους τεράστια κουνούπια με σιδερένιες μύτες για να τους πιουν το αίμα ή ότι οι Έλληνες ήταν οι πρόγονοι των Φράγκων και των Μυλόρδων που έρχονταν και προσκυνούσαν τα «παλιολιθάρια» (αρχαιοελληνικά ερείπια).
(Πηγές για τα παραπάνω εδώ και εδώ)
Επιπλέον, το ότι ο Βατάτζης και ένα σωρό άλλοι λόγιοι μετά τον Ιωάννη Τζέτζη και των Γεώργιο Τορνίκη (που πρώτοι γύρω στο 1150 αυτοπροσδιορίστηκαν ως «Έλληνες») κάνουν χρήση της Ελληνικής ταυτότητας, δεν σημαίνει ότι δεν έπαψε να υπάρχει η προϋπάρχουσα πλήρης εθνοτική ασυνέχεια (ακόμα και στην λόγια αντίληψη) μεταξύ των αρχαίων Ελλήνων και των «ἑλληνιζόντων Ῥωμαίων» της περιόδου 600-1100 μ.Χ.
Για την απόδειξη της Ελληνικής εθνοτικής ασυνέχειας αρκεί μία και μόνο ρωγμή και αυτή υπάρχει σαφέστατα κατά την περίοδο 600-1100 μ.Χ.
Ζουράρις #4 [04:30] 1237 [ο Βατάτζης]. 5 αιώνες πιο πριν στις επιστολές που γίνονται στη σύγκρουση με τον Λιουπράνδο … πολλές φορές όπως ξέρετε [η ταυτότητα ενός λαού] μαθαίνεται από τους αντιπάλους, από τους ξένους … Όλες οι επιστολές των δυτικών στα λατινικά μιλάνε για τους «Έλληνες» επισκόπους. Episcopi Graeci …
Λοιπόν ο Ζουράρις εδώ όχι μόνο δείχνει την ανιστοριογνωσία του όταν χρονολογεί τον Λιουτπράνδο της Κρεμόνας «5 αιώνες πιο πριν από το 1237», όταν ο άνθρωπος ήρθε στην Κων/πολη δυο φορές τον 10ο αιώνα, δηλαδή 3 αιώνες πριν το 1237, αλλά κατάφερε να δείξει περίτρανα την ασχετοσύνη του σε εθνολογικά θέματα.
Λέει ότι η ταυτότητα ενός λαού μαθαίνεται από το πως τον βλέπουν οι άλλοι. Εδώ έχει παραβιάσει εντελώς την βασική αρχή της εθνολογίας που λέει ότι για την κατανόηση της εθνοτικής ταυτότητας εξετάζουμε την ημική (emic) αντίληψη ενός λαού (αυτοπροσδιορισμό) και όχι τις διάφορες ητικές (etic, αντιλήψεις άλλων για τον λαό).
Δεν θα καταλάβουμε την ταυτότητα των Ούγγρων λαμβάνοντας υπόψη το ότι οι «βυζαντινοί» τους αποκαλούσαν «Τούρκους», «Δάκες» και «Παίονες». Οι Ούγγροι μια ζωή αυτοπροσδιορίζονται ως «Μαγκιάροι» (Magyars) και δεν έδειξαν ποτέ καμία διάθεση συσχέτισης με τους αρχαίους Δάκες και τους Παίονες.
Αντίστοιχα, οι Αμερικάνοι δεν είναι «Γραικοί» μόνο και μόνο επειδή όλοι οι ισπανόφωνοι νοτιοαμερικάνοι και οι πορτογαλόφωνοι Βραζιλιάνοι τους αποκαλούν “Gringos” (< ισπανικό Griegos = «Γραικοί»).
Οι λατινοαμερικάνοι κληρονόμησαν από τους γλωσσικούς τους προγόνους που κάποτε ζούσαν στην Ισπανία και την Πορτογαλία την συνήθεια να ονομάζουν τους αλλόγλωσσους «Γραικούς» (λ.χ. η λατινική παροιμία Graeca sunt non leguntur = «Ελληνικά είναι δεν διαβάζονται» και η αγγλική παροιμία it’s all Greek to me). Σε κάποια φάση, οι αγγλόφωνοι άποικοι ήταν οι αρχετυπικοί αλλόγλωσσοι «άλλοι» που ήξεραν οι λατινόφωνοι του νέου Κόσμου και ο όρος «Γραικός» άρχισε να σημαίνει ειδικά «Αμερικάνος». Οι ίδιοι οι αγγλόφωνοι Αμερικάνοι δεν έδειξαν ποτέ καμία διάθεση ταύτισης με τους «Γραικούς».
Στο παρακάτω βίντεο, μια Βραζιλιάνα ρωτάει έναν Αμερικάνο αν θεωρεί προσβλητικό τον χαρακτηρισμό “Gringo”.

[01:00]
Βραζιλιάνα: Είναι προσβλητικός για εσάς τους Αμερικάνους ο χαρακτηρισμός Gringo;
Αμερικάνος: Σε εμάς είναι λίγο προσβλητικός, γιατί συνήθως τον ακούμε από Μεξικάνους που χρησιμοποιούν το Gringo με προσβλητική διάθεση για εμάς τους Αμερικάνους. Αλλά ξέρουμε ή, καλύτερα, εγώ προσωπικά γνωρίζω, ότι εσείς οι Βραζιλιάνοι δεν τον χρησιμοποιείτε προσβλητικά, αλλά για εσάς είναι ένας γενικός όρος που σημαίνει «ξένος, μη Βραζιλιάνος».
Ο εικαιορρήμων Ζουράρις πιστεύει ότι θα καταλάβει την ταυτότητα των «Βυζαντινών» (= Μεσαιωνικών Ρωμαίων) από τον Λιουτπράνδο και όχι από την αντίδραση των ίδιων των Ρωμαίων όταν, εντελώς προπαγανδιστικά, ο Λιοτπράνδος αποκάλεσε τον Νικηφόρο Φωκά «αυτοκράτορα των Γραικών».
Η αντίδραση των Ρωμαίων στο «Γραικοί» του Λιουτπράδου ήταν:
[Περιγράφει ο Λιουτπράνδος στα Λατινικά τις συζητήσεις που έγιναν στην Κωνσταντινούπολη στα Ελληνικά]
[Rel, 47] Imperatorem, inquiunt, universalem Romanorum, augustum, magnum, solum Nicephorum scripsisse Graecorum, hominem quendam barbarum, pauperem Romanorum, non piguit! O coelum! o terra! o mare! Sed quid, inquiunt, faciemus hominibus istis sceleratis, criminosis?
«Δεν ντράπηκε [ο Πάπας] (non piguit, ο τελευταίος ορισμός Β.2 εδώ) όταν έγραψε τον οικουμενικό (universalem), σεβάσμιο (augustum), τρανό (magnum) και μοναδικό (solum) Αυτοκράτορα των Ρωμαίων Νικηφόρο ως [αυτοκράτορα] «των Γραικών» και, ταυτόχρονα, [όταν έγραψε] έναν βάρβαρο και πένητα [ως αυτοκράτορα] «των Ρωμαίων»; Ω Ουρανέ! Ω Γη! Ω Θάλασσα! Τι θα κάνουμε μ΄αυτά τα συκοφαντικά παλιοτόμαρα!»
[Rel., 51] Papa fatuus, insulsus, ignorat Constantinum sanctum imperialia sceptra huc transvexisse, senatum omnem, cunctamque Romanam militia. Romae vero vilia mancipia, piscatores scilicet, cupedinarios, aucupes, nothos, plebeios, servos tantummodo dimisisse.
Δηλαδή «ο χαζός και ανόητος Πάπας αγνοεί ότι ο Άγιος Κωνσταντίνος μετέφερε εδώ τα σκήπτρα της αυτοκρατορικής εξουσίας, μαζί με όλη τη σύγκλητο και όλους τους Ρωμαίους Ιππείς και δεν άφησε πίσω στην παλαιά Ρώμη παρά τους ασήμαντους ψαράδες, μάγειρες, τους κυνηγούς, τα νόθα παιδιά, τους πληβείους και τους δούλους».
Τι είναι πιο σημαντικό για την κατανόηση της «βυζαντινής» ταυτότητας: το ότι οι δυτικοί προπαγανδιστικά τους αποκαλούσαν «Γραικούς» για να τους απορρωμαιοποιήσουν ή το ότι οι ίδιοι οι «βυζαντινοί» ένιωθαν προσβεβλημένοι όταν τα «συκοφαντικά παλιοτόματα» (homines scelerati, criminosi) τους παρωνυμίαζαν ως «Γραικούς» αντί για Ρωμαίους, που ήταν το πραγματικό τους όνομα, μιας και η βασική ιδεολογία τους ήταν η translatio Urbis και το γεγονός ότι πίστευαν πως ήταν (και ήταν) οι μόνοι «ἄπτωτοι Ῥωμαίοι» που είχαν απομείνει;
Τέλος, το άλλο σφάλμα του Ζουράρι είναι πως υπέθεσε ότι το λατινικό “Graeci” σημαίνει μόνον «Ἕλληνες». Όταν όμως ο Fazio Degli Uberti τον 14ο αιώνα μεταφράζει στην Ελληνική το ιταλικό “sono Greco“, γράφει “ime Romeos” (είμαι Ρωμαίος)!
dittamondo
Όποιος θέλει να κατανοήσει την «βυζαντινή» ταυτότητα πρέπει να καταλάβει την ημική αντίληψη των «Βυζαντινών». Και αυτή κατά την περίοδο 600-1100 μ.Χ. είναι ξεκάθαρη: είμαστε «ἀληθεῖς Ῥωμαῖοι», είμαστε «Αὔσονες/Αὐσόνιοι» (= γνήσιοι Ρωμαίοι) και δεν έχουμε καμία σχέση -πέρα από την γλωσσική- με τους «δυσσεβείς, μυσαρούς και ανόσιους Ἕλληνες».
[Τακτικά, 20.40] Ἀλλὰ μετὰ Θεὸν καὶ ἐν τοῖς ὅπλοις ἔχε τὴν πεποίθησιν, καὶ μὴ τοῦτων ἀμέλει διὰ τὴν ἄλλην φρουράν, εἴγε Ῥωμαῖος ὑπάρχεις ἀληθής. Πρώτη γὰρ σωτηρία καὶ τελευταία τῷ ἀληθινῷ στρατιώτῃ ἡ τῶν ὅπλων ἐστὶν ἐπιμέλεια καὶ μεταχείρισις, τὰ δὲ ἄλλα καὶ τοῖς χυδαίοις τῶν ὄχλων ἐπινοείται πολλάκις. Καὶ γὰρ καὶ τοῖς πάλαι Ῥωμαίοις κατ΄ἀρχὰς ἀντὶ τειχῶν τῇ Ῥώμῃ φόσσαν καὶ τὰ ὅπλα χρηματίζειν λέγεται. Καὶ Λακεδαιμονίῳ ποτὲ στρατιώτῃ ἐρωτώμενῳ: «ποῦ οἱ τῆς γῆς ὑμῶν ὅροι;» λέγεται εἰπεῖν «ὧδε» δείξαν τὸ ἐν τῇ χερὶ κατεχόμενον δόρυ.
Μετάφραση: [Στρατηγέ] μετά τον Θεό να βασίζεσαι στα όπλα σου, τα οποία δεν πρέπει ν΄αμελήσεις βασιζόμενος μόνο στην θεοφύλαξη (ἄλλην φρουράν), αν είσαι αληθινός Ρωμαίος. Γιατί η πρώτη και τελευταία σωτηρία για τον αληθινό στρατιώτη είναι η επιμέλεια και συντήρηση των όπλων, κι ας νομίζουν ένα σωρό άλλα πράγματα οι χυδαίοι (= κοινοί) των όχλων. Λέγεται δε ότι οι «πάλαι Ῥωμαῖοι» στην αρχή προστάτευαν την Ρώμη όχι με τείχη, αλλά μόνο με μια τάφρο (φόσσα) και τα όπλα τους. Και όταν ρωτήθηκε ένας Λακεδαιμόνιος στρατιώτης «που είναι τα όρια της γης σας;» λέγεται ότι απάντησε «εδώ» δείχνοντας το δόρυ που κρατούσε στο χέρι του.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ιωάννης Τζανάκος - Ιστολόγια

Δρεπάνι

Δρεπάνι
Δρεπάνι..

Αρχειοθήκη ιστολογίου

Kurdistan

Nichts

Nichts

Πολιτική και Γεωπολιτική..

Στα όρια..

Ουρανός

Ουρανός

Ερμηνείες της ιστορίας..

Επιστημονικά και επιστημονικοφανή..