Αυτοκαθορισμός

Αυτοκαθορισμός

Παρασκευή, 24 Φεβρουαρίου 2017

Στοιχεία αναβιωμένης ελληνικής μεταρωμαϊκής (μεταβυζαντινής) ταυτότητας / αναδημοσιεύσεις από Σμερδαλέο

Λαόνικος Χαλκοκονδύλης: ο πρώτος Νεοέλληνας ιστορικός;

Στην προηγούμενη ανάρτηση όπου παρέθεσα το κεφάλαιο του Τάσου Καπλάνη, ο Πέρτιναξ ορθά παρατήρησε πως ο Καπλάνης έσφαλε στο να μην συμπεριλάβει τις άσπετες φορές που ο όρος «Ἕλληνες» απαντά στο έργο του Λαόνικου Χαλκοκονδύλη. Η δικαιολογία του Καπλάνη ότι ο Χαλκοκονδύλης επιχειρεί «σκόπιμο αρχαϊσμό» και εμένα δεν μου άρεσε.
Kaplanis Lnk
Αν κάποιος επιχειρεί «σκόπιμο αρχαϊσμό» στην χρήση του όρου «Ἕλληνες» αυτός είναι λ.χ. ο Νικήτας Χωνιάτης τον οποίον όμως ο Καπλάνης συμπεριέλαβε παρέχοντας και την εξήγηση της Page για την «άκρως ρητορική χρήση» του όρου «Ἕλληνες» στα γραπτά του. Όπως εξήγησα στην προηγούμενη ανάρτηση, ο Νικήτας Χωνιάτης ήταν ένας εθνοτικός Ρωμαίος που λόγω της ελληνικής του παιδείας μπορούσε που και που να πετάξει και κάνα κλασσικίζον «Ἕλληνες», έχοντας πλήρη επίγνωση ότι οι Ἔλληνες ήταν ένας λαός του παρελθόντος.
Ο Λαόνικος Χαλκοκονδύλης όμως είναι κάτι διαφορετικό. Είναι πιο κοντά ιδεολογικά στους Νεοέλληνες Διαφωτιστές παρά στον Νικήτα Χωνιάτη και τους άλλους Ρωμαίους που εξιστορούν την ιστορία της Βασιλείας των Ρωμαίων και θα εξηγήσω γιατί. Οι Νεοέλληνες Διαφωτιστές, έχοντας μορφωθεί στην φιλελληνική (= φιλοκλασική) και δημοκρατική Ευρώπη που προέκυψε μετά την Γαλλική Επανάσταση, έχουν δύο χαρακτηριστικά:
1) Ενστερνιζόμενοι την ευρωπαϊκή λόγια κοινή γνώμη της εποχής που διαμορφώθηκε από «το ξόρκι του Edward Gibbon» (Gibbon’s spell), απέρριψαν την φάση της Ρωμαϊκής [«Βυζαντινής»] Βασιλείας ως «ανατολικό δεσποτισμό και θρίαμβο βαρβαρότητος και θρησκείας» και μαζί μ΄αυτήν και το ενδωνύμιο «Ρωμαίος/Ρωμιός».
Gibbon Spell
2) Ενστερνιζόμενοι την λατρεία της Ευρώπης για την αρχαία Ελλάδα, επέλεξαν μία διαχρονική Ελληνική ταυτότητα που τους συνέδεε με τους ένδοξους «θεμελιωτές του Δυτικού πολιτισμού».
Με άλλα λόγια, οι Νεοέλληνες Διαφωτιστές από ελληνόφωνοι Ρωμαίοι μετατράπηκαν σε Έλληνες που φορούσαν ένα «ευτελές Ρωμαϊκό πέπλο» το οποίο ένιωθαν ότι έπρεπε να αποβάλλουν.
RMagd1
Στο παραπάνω βιβλίο “Byzantium and the Modern Greek Identity” ο Αλέξης Πολίτης στο πρώτο κεφάλαιο περιγράφει την μετάβαση από Ρωμιούς που δεν κοιτούσαν πριν τον Μέγα Κωνσταντίνο και πίστευαν στους μυθικούς γίγαντες Έλληνες, σε αρχαιόπληκτους Έλληνες που πίστευαν ότι το Ελληνικό έθνος ήταν υποδουλωμένο τα τελευταία … 2138 χρόνια από το 338 π.Χ. πρώτα στους Μακεδόνες, έπειτα στους Ρωμαίους και, από το 1453 και μετά, στους Τούρκους. Τώρα πόσο γελοία είναι η αντίληψη για ένα περίλαμπρο Ελληνικὀ έθνος σαν μια λάμπα που έλαμψε «στιγμιαία» για 200 χρόνια κατά την κλάσσική περίοδο και μετά ήταν συνεχώς σβηστή το αφήνω σε εσάς. Εγώ εδώ θυμάμαι τα λόγια του Νίτσε για την “aere perennius” (διαχρονικά ανθεκτικότερη κι απ΄το χαλκό) Ρωμαϊκή αυτοκρατορία αν και διαφωνώ μαζί του στο ότι ο χριστιανισμός ευθύνεται για την πτώση της μιας και η χριστιανική πίστη ήταν το βασικότερο ίσως συστατικό της υπερχιλιάχρονης αντοχής του «Βυζαντίου».
RMagd2
aere perennius
Αυτό που άντεξε διαχρονικότερο κι απ΄το χαλκό, η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία, η μεγαλοπρεπέστερη μορφή πολιτικής οργάνωσης που έχει επιτευχθεί υπό τις πιο δύσκολες συνθήκες, σε σύγκριση με την οποία ό,τι προϋπήρχε αυτής και ό,τι ακολούθησε μετά από αυτήν δεν είναι παρά στοκαρίσματα, μπαλώματα και ερασιτεχνισμός.
Ο Homo Byzantinus μπορεί πολλές φορές να ήταν ένα μεσαιωνικό «παράλογο θρησκευτικό ζώο» (religious animal) όπως εύστοχα λέει ο Donald Nicol, αλλά αυτή η θρησκευτική ξεροκεφαλιά του ήταν βασικό συστατικό της λερναίας αντοχής των Rum που εντυπωσίασε τους Άραβες:
rlganm hydra
Ας πάμε τώρα στον Λαόνικο Χαλκοκονδύλη. Όπως έγραψα και πιο πριν, ιδεολογικά είναι πιο κοντά σε έναν μετα-Παπαρρηγοπούλειο Νεοέλληνα που κοιτάει το Βυζάντιο σαν μια Ελληνική αυτοκρατορία, της οποίας οι κάτοικοι είναι γραμμικοί απόγονοι και αλλόθρησκοι ομόφυλοι των αρχαίων Ελλήνων, παρά στους ύστερους Ρωμαίους [«Βυζαντινούς»] ιστορικούς, όπως ο Χωνιάτης που γνώριζε το ιδεολογικό τοιχίο που χώριζε τους ειδωλολάτρες Έλληνες από τους ελληνίζοντες χριστιανούς Ρωμαίους όπως αυτός.
Ο Χαλκοκονδύλης γεννήθηκε και μεγάλωσε σε μια Αθήνα που ήταν φραγκοκρατούμενη για περισσότερα από 200 χρόνια. Οι ελληνόφωνοι κάτοικοι της Αττικής ήταν «Γραικοί» στα μάτια των Φράγκων αρχόντων τους. Η μεγάλη αυτοκρατορία της εποχής του ήταν η Οθωμανική και η πάλαι πότε κραταιά Κωνσταντινούπολη «σαν πόρνη εκαρτέραγε τον Τούρκο να την πάρει» όπως έγραψε κι ο Παλαμάς. Αν σε όλα αυτά προσθέσουμε και το ότι δάσκαλος του Χαλκοκονδύλη ήταν ο ελληνόπληκτος Πλήθων, τότε γίνεται απόλυτα κατανοητό γιατί η Ρωμαϊκή ταυτότητα και η αυτοκρατορική Ρωμαϊκή ιδεολογία του ήταν έννοιες παντελώς άγνωστες και αηθείς. Όπως γράφει και ο Καλδέλλης, ο Χαλκοκονδύλης ενστερνίστηκε την φραγκική ητική αντίληψη περί «Γραικών», την οποία εξωράισε σε «Έλληνες με αρχαία κληρονομιά». Με άλλα λόγια, στα μάτια του Λαόνικου, το ένδοξο και πανάρχαιο Ελληνικό γένος δεν έπαψε ποτέ να υπάρχει, απλώς όταν κατακτήθηκε από τους Ρωμαίους, επέβαλε στους κατακτητές την γλώσσα του και αποδέχτηκε το όνομά τους. Σε όλη την ιστορία του, οι ελληνόφωνοι πληθυσμοί περιγράφονται σταθερά ως «Ἕλληνες», η Βασιλεία των Ρωμαίων ως «Ἑλληνικόν βασίλειον» και ο Βασιλεὺς Ρωμαίων ως «Ἕλλην βασιλεὺς».
Ο Καλδέλλης τα τελευταία χρόνια έχει ασχοληθεί συστηματικά με τον Χαλκοκονδύλη:
A New Herodotos: Laonikos Chalkokondyles on the Ottoman Empire, the Fall of Byzantium, and the Emergence of the West (Harvard University Press and Dumbarton Oaks Research Library and Collection: Cambridge, MA = Dumbarton Oaks Medieval Humanities)
Laonikos Chalkokondyles, The Histories (Cambridge, MA, and London: Harvard University Press = Dumbarton Oaks Medieval Library)
Στο βιβλίο του “Ethnography after Antiquity: Foreign Lands and Peoples in Byzantine Literature” (University of Pennsylvania Press, 2013) γράφει:
[72 σλδ] It is not a coincidence, then, that the revival of Herodotean ethnography at the very end of Byzantium, by Laonikos Chalkokondyles, was inspired by the Platonist ethnophilosophy of the anti-christian thinker Georgios Gemistos Plethon.
[174 σλδ] Looking ahead to the early fifteenth century, converts to Catholicism such as Argyropoulos and Bessarion would fully accept the western view and regard the Byzantines as Greeks, not “really” Romans at all, going further in this respect than Kydones ever did. By that point the appropriation of the Roman legacy by the West was complete, and there was hardly anyone left on the Byzantine side to reclaim it. This had dramatic consequences for the ability to write ethnography, for the Byzantines’ own subject-position was in question. One radical solution, proposed by Plethon and his student Laonikos, was to sever their ties to both the Roman and Orthodox legacies and construct a new Hellenic identity. This was an extension and amelioration of the Greek position in to which western aggression, both ideological and military, had forced the Byzantines, for all that it rejected Catholicism itself. Plethon and Laonikos enabled a new phase of Greek ethnography, in fact a revival of Herodotos, by resituating themselves amid the categories inherited from the classical tradition and drawning all new boundaries. But this is a story for a different discussion.
[184-186 σλδ] The later writers, especially Laonikos, the New Herodotos and student of Plethon (the most radical philosopher in Byzantine intellectual history), belong to a different world to which we cannot do justice here […] In the Athenian historian Laonikos, who self-consciously sought to become a new Herodotos for his age, these [i.e. Greek philosophical perspectives] moved to the center and shaped the expression of a new outlook. Laonikos shelved the Roman idea, following his master in advocating the radical theory that the Byzantines had really been Greeks all along. He also did not allow the Christian religion to color any aspect of his presentation of cultures and events. […] In his histories Laonikos adhered to this neutrality strictly, reserving his strongest criticism for the incompetence of the Palaiologoi, whim he called “kings of the Greeks”. His work actually focuses on the Turks, their institutions, and their conquests. […] He was the first Greek writer to present Islam in detail as a culture, not a theological error, and did so moreover without overt criticism. It is impossible to do justice to Laonikos Chalkokondyles here; I have devoted a separate study to him. All I can say here is that he realizes the full potential of Greek thought in Byzantium, which had remained mostly latent or covert in previous centuries. But we would have no imitators and start no traditions: Laonikos was enabled by the unique circumstances that appeared in the interstices between the death of an old world and the rise of a new one.
Παρέθεσα τα παραπάνω λόγια του Καλδέλλη για να δείξω πόσο ριζοτομικός υπήρξε ο Λαόνικος Χαλκοκονδύλης ως προς την Ρωμαϊκή και Χριστιανική κληρονομιά του. Είναι ο πρώτος μετα-βυζαντινός (ή Νεοέλληνας αν προτιμάτε) ιστορικός. Οι αναφορές του σε «Ἑλληνες» δεν είναι λόγια καπρίτσια εθνοτικών Ρωμαίων που χαίρουν Ελληνικής παιδείας, αλλά είναι απόρροια της ειλικρινούς του πεποιθήσεως για την ύπαρξη ενός διαχρονικού Ελληνικού έθνους.  Όπως γράφει ο Καλδέλλης λίγο πιο πάνω, δεν είχε μιμητές και δεν ξεκίνησε νέες παραδόσεις και, όπως είπα στην προηγούμενη ανάρτηση, «ένας κούκος δεν φέρνει την άνοιξη».
Παραθέτω σε pdf την ιστορία του Λαόνικου Χαλκοκονδύλη:
Στο βιβλίο “Ethnography after Aniquity”, o Καλδέλλης προσπαθεί να λύσει το εξής μυστήριο: γιατί οι Βυζαντινοί αν και μανιωδώς ιστοριογραφικοί δεν είχαν εθνογραφικά ενδιαφέροντα για τους άλλους λαούς. Η απάντηση που προτείνει ο Καλδέλλης είναι ότι τους εμπόδισε η ίδια τους η ιδεολογία: όταν είσαι ο «Περιούσιος Λαός του ενός και μοναδικού Θεού» τότε όλοι οι άλλοι λαοί χάνουν την πρωτοβουλία τους ως φορείς ιστορικής δράσης: όταν είναι εχθροί των Ρωμαίων είναι το απρόσωπο όργανο με το οποίο ο Θεός «παιδεύει» τον περιούσιο λαό του. Όταν πάλι είναι σύμμαχοι είναι γιατί ο Θεός τους έστειλε σαν βοήθημα. Για ποιο λόγο να ενδιαφερθεί κάποιος Ρωμαίος για τα ήθη και έθιμά ενός Ἔθνους όταν αυτά είναι βάρβαρα, δηλαδή εξ ορισμού κατώτερα; Για ποιο λόγο να ενδιαφερθεί για μια άλλη θρησκεία όταν αυτή είναι εξ ορισμού ετερόδοξο και αιρετικό ψέμα; Για ποιο λόγο να ενδιαφερθεί για τις ιδιαιτερότητες ενός λαού όταν ήδη από την πρώτη στιγμή τον εντάσσει σε γενικότερες κατηγορίες όπως «Σκύθαι» (για κάθε λαό συνήθως νομαδικό που σχετίζεται με τις στέπες), «Πέρσαι» (για κάθε ασιατικό εχθρό) και «Κελτοί» (για κάθε ξανθόμαλλο και αλκίμαχο βορειοευρωπαϊκό λαό);
Ο Χαλκοκονδύλης κατάφερε να ξαναγράψει μετά από πολλούς αιώνες εθνογραφία ακριβώς επειδή είχε απαγκιστρωθεί από την παραδοσιακή αυτοκρατορική ιδεολογία. Η εθνολογική του προσέγγιση είναι χερντεριανή, δηλαδή η γλώσσα έχει πρωτεύοντα ρόλο σαν κριτήριο εθνολογικής ταξινόμησης (volksgeist). Η διαχρονικότητα και εξάπλωση του Ελληνικού γένους οφείλονται στην διαχρονικότητα και εξάπλωση της ελληνικής του γλώσσας. Η σημασία της γλώσσας ως κριτηρίου είναι τέτοια που οι Έλληνες παραμένουν Έλληνες ακομα και μετά τον εκχριστιανισμό τους και την υιοθέτηση του ενδωνυμίου Ρωμαίοι. Από την άλλη, πίσω από τις υποδιαιρέσεις Τριβαλλοί (Σέρβοι), Μυσοί (Βούλγαροι), Κροάτες, Πολωνοί και Ρώσοι, ο Χαλκοκονδύλης βλέπει μια ευρύτερη σλαβική («Ιλλυρική») ομογλωσσία που έχει διασπαρθεί σε όλη την Ευρώπη και εκτείνεται από τον Ταΰγετο (Μηλιγγοί και Εζερίτες) μέχρι την ψυχρή Ρωσία. Η γλώσσα των Τούρκων «έρχεται κοντά» (σύνεγγγυς) και είναι σχεδόν όμοια με αυτή των Σκυθών (Τουρκικών φύλων των στεπών όπως οι Κουμάνοι και οι Μογγόλοι της Χρυσής Ορδής). Θεωρεί τους Βλάχους της Θεσσαλίας και της Πίνδου ως ὁμόγλωσσους των «Δακών» (Ρουμάνων) και εξηγεί ότι οι δύο λαοί μιλάνε «διεφθαρμένα ιταλικά» και είναι γνωστοί με το ίδιο όνομα «Βράχοι/Βλάκοι» [sic].
Παρακάτω θα παραθέσω τις απόψεις του για τους διάφορους λαούς:
1) Ἔλληνες
Lnk Hellenes1
Lnk Hellenes2
«Τῆς τε Ἑλλήνων φημὶ τελευτῆς», δηλαδή ορίζει σαν θέμα του το τέλος της «βυζαντινής» αυτοκρατορίας, θεωρώντας τους ελληνόφωνους Ρωμαίους «Ἕλληνες».
Μηδὲ ἐκεῖνο γε πάνυ ἐκφαύλως ἔχον ἡμῖν, ὡς Ἑλληνικῇ φωνῇ ταῦτα διέξιμεν, ἐπεὶ ἥγε τῶν Ἑλλήνων φωνή πολλαχῇ  ἀνὰ τὴν οἰκουμένην διέσπαρται καὶ συχναῖς ἐγκαταμέμικται.
Δεν υπάρχει απολύτως τίποτε το ευκαταφρόνητο με εμάς, που απλωθήκαμε μαζί με την ελληνική γλώσσα μιας και όντως η φωνή των Ελλήνων διεσπάρθηκε με ποικίλους τρόπους ανά την οικουμένη και ήρθε σε επαφή με πολλές άλλες  γλώσσες.
Η Χερντεριανή εξίσωση εθνότητας και γλωσσικής ομάδας (Ἕλληνες = ελληνόφωνοι) είναι εμφανέστατη.
Ἕλληνες μὲν οὖν ὅσα ἀποδεικνύμενοι ἔργα μεγάλα τε καὶ περιφανῆ ἐπὶ μέγα ἀφίκοντο κλέος κατὰ τε ἄλλα καὶ Εὐρώπην καὶ δὴ καὶ Λιβύην, ἐπὶ Γάγγην τε καὶ Ὠκεανὸν καὶ ἐπὶ Καύκασον ἔτι ἐλαύνοντες, …
Δεν πιστεύω ότι πρέπει να το μεταφράσω ή να το εξηγήσω.
[…] ἐς ὅ δὴ Ρωμαίους ἐπὶ τὴν τῆς οἰκουμένης μεγίστην ἀρχὴν ἀφικομένους, ἰσοτάλαντον ἔχοντας τύχην τῇ ἀρετῇ, ἐπιτρέψαντας Ρώμην τῷ μεγίστῳ αὐτῶν ἀρχιερεῖ καὶ διαβάντας ἐς Θράκην ὑφηγουμένου ἐπὶ τάδε τοῦ βασιλέως, καὶ Θράκης ἐπὶ χώραν ἥτις ἐς τὴν Ἀσίαν ἐγγυτάτην οἰκεῖται, Βυζάντιον, Ἑλληνίδα πόλιν μητρόπολιν σφῶν ὰποδεικνύντας.
Οι Ρωμαίοι κατάφεραν να γίνουν η μέγιστη πολιτική αρχή της οικουμένης, έχοντας τύχη ισόποση της αρετής τους (με άλλα λόγια, «ήταν ενάρετοι αλλά ήταν και τυχεροί» γράφει ο Λαόνικος για να δικαιολογήσει γιατί τελικά οι Ρωμαίοι επικράτησαν έναντι των «ένδοξων Ελλήνων»), έστειλαν βασιλέα και μέγιστο αρχιερέα στην Θράκη, όπου εγκαταστάθηκαν στην ελληνική πόλη του Βυζαντίου που εξελίχθηκε με τον καιρό στην πρωτεύουσά τους.
Πάμε τώρα στο πιο ριζοτομικό χωρίο του Χαλκοκονδύλη:
Ἕλληνας τε τὸ ἀπὸ τοῦδε Ρωμαίοις αύτοῦ ἐπιμιγνύντας, γλῶτταν μὲν καὶ ἤθη διὰ τῷ πολλῷ πλέονας Ρωμαίων Ἕλληνας αὐτοῦ ἐπικρατεῖν διὰ τέλους φυλάξαι, τοὔνομα μέντοι μηκέτι κατὰ τὸ πάτριον καλουμένους ἀλλάξασθαι, καὶ τοὺς γε βασιλεῖς Βυζαντίου ἐπὶ τῷ σφᾶς αύτοὺς Ρωμαίων βασιλεῖς τε καὶ αύτοκράτορας σεμνύνεσθαι ἀποκαλεῖν, Ἑλλήνων δὲ βασιλεῖς οὐκέτι οὐδαμῇ ἀξιοῦν.
Οι Έλληνες αναμείχθηκαν με τους Ρωμαίους διατηρώντας μέχρι τέλους την γλώσσα και τα ήθη τους, επειδή οι Έλληνες ήταν περισσότεροι των Ρωμαίων, χωρίς όμως να καταφέρουν να διατηρήσουν το «πάτριον» όνομά τους και τους βασιλείς του Βυζαντίου τους αποκαλούσαν «Ρωμαίους βασιλείς και αυτοκράτορες» για να τους παινέψουν, επείδή οι βασιλείς έκριναν ως ανάξιο τον τίτλο «βασιλείς Ελλήνων».
Βλέπουμε δηλαδή ήδη διαμορφωμένο στον Χαλκοκονδύλη το νεοελληνικό μύθευμα που θέλει τους βυζαντινούς «Ἕλληνες» και μόνον κατ΄όνομα ή μόνον κατ΄υπηκοότητα Ρωμαίους επειδή τάχα μόνον οι βασιλείς τους είχαν «το κακό το χούι» με το όνομα Ρωμαίοι. Από εκεί και μετά, ακόμα και το μύθευμα του Λαόνικου περί διαφύλαξης «γλώσσας και ηθών» πρέπει να αποδομηθεί μιας και κάθε λογικός άνθρωπος έχει κάθε λόγο να αμφιβάλλει την εθιμική συνέχεια από την παγανιστική αρχαιότητα ως τον ύστερο χριστιανικό μεσαίωνα.
Στην σελίδα 7 βλέπουμε την περιγραφή της τέταρτης σταυροφορίας. Ο Πάπας της Ρώμης ονομάζεται «ἀρχιερεῦς Ρωμαίων» και στέλνει Ενετούς και άλλους εσπέριους εναντίον των «Ἑλλήνων». Η διάδοχος αυτοκρατορία της Νίκαιας ιδρύεται σε «Ἑλληνίδα πόλιν» και ο Ιωάννης Βατάτζης (υποθέτω ότι σε αυτόν αναφέρεται) αποκαλείται «βασιλεὺς Ἑλλήνων» και δέχτηκε στην Νίκαια «τοὺς Βυζαντίου ἀρχιερεῖς καὶ Ἑλλήνων τοὺς ἐλλογίμους».
2) Τούρκοι
Lnk Turks1
Κάποιοι ισχυρίζονται πως οι Τούρκοι είναι απόγονοι των Σκυθών και χρησιμοποιούν σαν απόδειξη την ομοιότητα ηθών και γλώσσας των δύο λαών.
Οἱ μὲν γὰρ Σκυθῶν ἀπογόνους τοὺς Τούρκους οἴονται εἶναι … διὰ τὸ ἐς ἤθη οὐ πολὺ διεστηκότα καθισταμένους γλώττῃ σύνεγγυς μάλα διαχρῆσθαι ἔτι καὶ νῦν τῇ αὐτῇ.
Άλλοι πάλι ισχυρίζονται πως οι Τούρκοι ήταν Παρθοί που απέκτησαν νομαδικό βίο («ἐς τὸ νομαδικώτερον ἀποκλίνοντες») και για το λόγο αυτό αποκλήθησαν Τούρκοι, ενώ άλλοι λένε πως προέρχονται από την Περσική πόλη Τούρκη. Ο Λαόνικος στην επόμενη σελίδα θεωρεί πιθανότερη την πρώτη περίπτωση. Περιγράφοντας την βαθμιαία εξάπλωσή τους γράφει πως πρώτα κατέκτησαν την εσωτερική («ἄνω») Ἀσία και, στη συνέχεια, εγκαταστάθηκαν και σε περιοχές της «κάτω» Ασίας όπως η Καππαδοκία, η Φρυγία, η Λυδία και η Καρία, στις οποίες στις μέρες του κατοικούν «βάρβαρα ἔθνη Τούρκων ὁμόγλωττα και ὁμόσκευα  τῶν Σκυθῶν».
3) Σλάβοι, Αλβανοί και Βλάχοι
Όταν έρχεται η ώρα να παρουσιάσει τους Σέρβους («Τριβαλλούς») τους περιγράφει σαν γένος «Ἱλλυρικόν» (= σλαβικόν) που ξεκίνησε από την Αδριατική («Ιόνιος πόντος») Primorje (Μαυροβούνιο και παράκτια Βοσνία-Ερζεγοβίνη) και σιγά σιγά επεκτάθηκε προς την Επίδαμνο, την Μακεδονία όπου έκανε πρωτεύουσά τα Σκόπια και τέλος, ανατολικά μέχρι τον Δούναβη (Ίστρος). Από τα Σκόπια μέχρι τους Ενετούς υπάρχει μία κοινή «Ιλλυρική» (σλαβική και εδώ ειδικότερα σερβο-κροατική) γλώσσα. Εκτός από κλασικίζων όρος για τον ευρύτερο σλαβικό όμιλο, ο όρος Ιλλυριοί χρησιμοποιείται για ένα σλαβικό λαό μεταξύ των Τριβαλλών και των Κροατών (μάλλον το Βοσνιακό κράτος της δυναστείας Kotromanić). Από τη στιγμή που ο Λαόνικος χρησιμοποιεί τον όρο «Ἰλλυριοί» για τους σλαβικούς λαούς, εξηγεί γιατί διαφωνεί με αυτούς που χρησιμοποιούν τον κλασικίζοντα αυτό όρο για τους Αλβανούς. Κατά τον Χαλκοκονδύλη, οι Άλβανοί είτε είναι άποικοι από την Ιαπυγία (Puglia) της Ιταλίας, είτε ιθαγενικό στοιχείο των περιχώρων της Επιδάμνου «ὅμορον τῶν Ἱλλυριῶν (Σερβο-Κροατών)», χωρίς να μπορεί να αποφασίσει με βεβαιότητα.  Το πιθανότερο για την ερμηνεία της πρώτης περίπτωσης είναι να επηρεάστηκε από τους «Ἀλβανούς» Ιταλούς (κατά πάσα πιθανότητα οι Νορμανδοί) του Ατταλειάτη.
Lnk SCr Alb
Lnk Slavs-Vlachs
Αφού περιγράφει την ευρύτερη «Ἰλλυρική» (σλαβική) ομογλωσσία που εκτείνεται από τα σλαβικά φύλα του Ταϋγέτου μέχρι την ψυχρή Ρωσία και απορεί για το εάν η αρχική της κοιτίδα ήταν υποδουνάβια ή υπερδουνάβια, εισάγει στην συζήτηση τους «Βράχους» (Βλάχους) τους οποίους διαχωρίζει σε αυτούς της «Θεσσαλικής» Πίνδου και στους «Δάκες»,
[…] ἀπό Δακίας ἐπί Πίνδον τὸ ἐς Θετταλίαν καθῆκον ἐνοίκησαν ἔθνος. Βράκοι δὲ ἀμφότεροι ὀνομάζονται.
Άλλες σελίδες όπου αναφέρει τους Βλάχους της Πίνδου και τους «Δάκες» Ρουμάνους σαν «ὁμόγλωσσους» και ομιλούντες γλώσσα «διεφθαρμένη» και παραπλήσια αυτής των Ιταλών, έτσι ώστε αν ζοριστούν (χαλεπώς) μπορεί και να κατανοήσουν τους Ιταλούς λόγω του μεγάλου αριθμού κοινών λέξεων με την ίδια σημασία είναι οι παρακάτω:
Lnk Vlachs
[…] καὶ τὸ τε Πίνδον ὄρος – Βλάκοι δ΄ένοικοῦσιν αὐτόν, τῶν Δακῶν ὁμόγλωττοι. Τοῖς παρὰ τὸν Ἴστρον Δαξὶν ὁμοίωντο.
Όποιος ενδιαφέρεται για το πόσο κοντά ή μακριά έπεσε ο Χαλκοκονδύλης στις εθνολογικές του εκτιμήσεις και κοιτίδες ας διαβάσει τις παρακάτω αναρτήσεις:
3) Οι Βλάχοι (2 αναρτήσεις)
Όποιος πάλι θέλει να καταλάβει γιατί ο Λαόνικος είναι τελείως ριζοτομικός ως προς την «βυζαντινή» κληρονομιά του:
1) Ο μύθος του ανεθνοτικού Ρωμαίου (με τις δύο σειρές αναρτήσεων που παρατίθενται μέσα)
Και όποιος θέλει να πάρει μια ιδέα σύγχρονης εθνολογίας:

Εθνολογικές παρατηρήσεις στην Αλεξιάδα της Άννας Κομνηνής: Ρωμαίοι και βάρβαροι

Μετά την πρώτη ιστορικού περιεχομένου ανάρτηση μπορούμε να περάσουμε στα εθνολογικά.
Ο κόσμος της Άννας Κομνηνής κυριαρχείται από την παραδοσιακή «βυζαντινή» διάκριση του κόσμου σε Ρωμαίους και βαρβάρους. Αυτό που θα κάνω σε αυτήν την ανάρτηση είναι να προσπαθήσω να αποσαφηνίσω αυτούς τους δύο όρους και να δείξω με ποια ακριβώς κριτήρια γίνεται αυτή η διάκριση. Θυμίζω ότι την εποχή που γράφει η Κομνηνή υπάρχουν δύο ειδών ρωμαϊκές ταυτότητες:
1) Η πολιτική ρωμαϊκή ταυτότητα (the Political Roman identity) είναι η παλαιότερη και ορίζεται από δύο βασικά κριτήρια: ορθοδοξη χριστιανική πίστη και ρωμαϊκή υπηκοότητα. Δηλαδή οι πολιτικοί Ρωμαίοι είναι οι ορθόδοξοι πολίτες της Βασιλείας/Ἀρχῆς/Ἡγεμονίας τῶν Ῥωμαίων ή, μονολεκτικά, της Ῥωμανίας και, κατά συνέπεια, οι υπήκοοι του Βασιλέα/Αὐτοκράτορα τῶν Ῥωμαίων.
2) Η εθνοτική ρωμαϊκή ταυτότητα (the Ethnic Roman identity) είναι η πιο πρόσφατη μιας και πρωτοαπαντά στις ιστορίες που γράφτηκαν στα τέλη του 11ου αιώνα, όπως αυτή του Μιχαήλ Ατταλειάτη (γραμμένη λίγα χρόνια μετά το 1080) και η Σύνοψις Ἱστοριῶν του Ιωάννη Σκυλίτση (γραμμένη γύρω στο 1090). Αυτή η δεύτερη ρωμαϊκή ταυτότητα είναι πιο συρρικνωμένη από την πρώτη και αποδίδεται σε ορισμένους μόνο πολιτικούς Ρωμαίους που κατέχουν ένα συγκεκριμένο πολιτισμικό πακέτο, το οποίο περιλαμβάνει -μεταξύ άλλων- την ελληνοφωνία. Με άλλα λόγια, οι εθνοτικοί Ρωμαίοι είναι οι ορθόδοξοι και ελληνόφωνοι πολίτες της Ρωμανίας. Το βασικό χαρακτηριστικό αυτής της ταυτότητας είναι ότι απαντά στις πηγές μας σε αντιδιαστολή με τους αλλόγλωσσους πολίτες της Ρωμανίας, λ.χ. Αρμένιοι, Βούλγαροι, Αλβανοί, Βλάχοι κλπ.
Η Gill Page ορίζει τις δύο Ρωμαϊκές ταυτότητες (πολιτική και εθνοτική) ως εξής:
Roman-IDs
Έτσι, σύμφωνα με τον Σκυλίτση, εντός της Ρωμανίας κατοικούν «Ῥωμαῖοι» και «γένη/ἔθνη τοῖς Ῥωμαίοις ὑπήκοα» που συνήθως βρίσκονται προς τα σύνορα της αυτοκρατορίας:
 [Ρωμαν. 3.4] ἐκδρομάς τε γὰρ ἐποίει συνεχεῖς, καὶ τὴν Ἀντιόχειαν ἐκάκου καὶ τὰ ὁμοροῦντα ἔθνη καὶ πρόσοικα τὰ τοῖς Ῥωμαίοις ὑπήκοα. πρὸς ὃν Σπονδύλης, τῆς Ἀντιοχείας, ὡς εἴρηται, κατάρχων ἐκστρατεύει ἔτι περιόντος τοῦ Κωνσταντίνου, βουλόμενος τάχα νεανικόν τι καὶ γενναῖον ἐνδείξασθαι.
[Κωνστ. 9.2.10] Στεφάνου γὰρ τοῦ καὶ Βοϊσθλάβου, ὥσπερ ἔμπροσθεν ἐρρήθη, ἀποδράντος ἐκ Βυζαντίου καὶ τὰ Ἰλλυρικὰ κατασχόντος ὄρη, καὶ Τριβαλλοὺς καὶ Σέρβους καὶ τὰ πρόσοικα γένη καὶ Ῥωμαίοις ὑπήκοα κατατρέχοντος καὶ ληϊζομένου
Τα κριτήρια της εθνοτικής ρωμαϊκής ταυτότητας, ο Σκυλίτσης μας τα παραθέτει στο περιστατικό με τον αυτοεξόριστο στην Βαγδάτη Βαρδά Σκληρό (later years). Ο Χοσρόης του πρότεινε να του δώσει Αραβικά ή Σαρακηνά στρατεύματα για να καταστείλει μία εξέγερση Περσών και ο Σκληρός του ζήτησε να ελευθερώσει από τις φυλακές όσους αιχμάλωτους Ρωμαίους στρατιώτες είχε, με τους οποίους θα πολεμούσε τους Πέρσες αποστάτες. Όταν οι δύο στρατοί συναντήθηκαν στο πεδίο της μάχης οι Πέρσες ξαφνιάστηκαν και πανικοβλήθηκαν επειδή κατάλαβαν ότι οι αντίπαλοί τους ήταν Ρωμαίοι:
Πείθεται τὸ τελευταῖον ὁ Σκληρός, καὶ ἐκτελέσειν ὑπέσχετο τὸ κεκελευσμένον. Στρατεύματα μέντοι λαβεῖν Ἀράβων ἢ Σαρακηνῶν ἢ ἑτέρων ἐθνῶν τῶν τῷ Χοσρόῃ ὑποκειμένων οὐδ’ ὅλως ἠνέσχετο, τὰς δὲ φυλακὰς τῶν ἐν Συρίᾳ πόλεων ἀναζητῆσαι ἠξίωσε, καὶ τοὺς ἐν αὐταῖς κρατουμένους Ῥωμαίους ἐξαγαγεῖν καὶ καθοπλίσαι, μετὰ τούτων καὶ οὐκ ἄλλως λέγων εἶναι δυνατὸν αὐτῷ τὸν πρὸς τοὺς Πέρσας ἀναδέξασθαι πόλεμον. ἐδέξατο ὁ Χοσρόης τὸν λόγον, καὶ αἱ φυλακαὶ ταχὺ ἀνεῴγνυντο, καὶ οἱ ἐν αὐταῖς ἠλευθεροῦντο Ῥωμαῖοι, καὶ συνηθροίσθησαν ἀπὸ τούτων ἄνδρες τρισχίλιοι. οὓς εἰς βαλανεῖα ἐκδοὺς καὶ τῶν ἐκ τῆς καθείρξεως ῥύπων ἀποκαθάρας ἐσθῆσί τε καὶ περιβολαῖς καιναῖς ἀμφιάσας, καὶ ἑκάστῳ τὴν προσήκουσαν καὶ ἀρκοῦσαν δοὺς παντευχίαν, ὁδηγοὺς τῆς ὁδοῦ λαβὼν ἔξεισι μετ’ αὐτῶν κατὰ τῶν Περσῶν. γενομένης δὲ ἀντιπαρατάξεως, καὶ μετὰ ῥύμης σφοδρᾶς τῶν περὶ τὸν Σκληρὸν ἐπιθεμένων τοῖς Πέρσαις, ἐκεῖνοι τῷ ξένῳ τῆς καθοπλίσεως καὶ τῷ ἀήθει τῆς φωνῆς καὶ τῷ ἀγνώστῳ τῆς παρατάξεως, τὸ δὲ πλέον καὶ τῇ ῥαγδαίᾳ φορᾷ καὶ ῥύμῃ τῶν Ῥωμαίων καταπλαγέντες τρέπονται κατὰ κράτος καὶ πίπτουσι πανσυδί,
Πως κατάλαβαν οι Πέρσες ότι οι αντίπαλοί τους ήταν Ρωμαίοι; Από τα κριτήρια των δύο τελευταίων γραμμών:
1) τῶ ξένῳ τῆς καθοπλίσεως
2) τῷ ἀήθει τῆς φωνῆς
3) τὸ ἀγνώστῳ τῆς παρατάξεως
4) τὸ δὲ πλέον καὶ τῇ ῥαγδαίᾳ φορᾷ καὶ ῥύμῃ τῶν Ῥωμαίων
Δηλαδή οι Ρωμαίοι έχουν δικιά τους καθόπλιση (στρατιωτική στολή), δικιά τους γλώσσα, δικιά τους παράταξη στην μάχη, αλλά αυτό που τους τρόμαξε περισσότερο ήταν η ραγδαία φορά (= ορμή) και η Ρωμαϊκή τους ρύμη (ορμητική έφοδος, ορισμός 2). Όπως εξηγώ αναλυτικά στις Εθνολογικές παρατηρήσεις στον Σκυλίτση, ο τελευταίος συχνά διακρίνει την Ρωμαϊκή «στολή» (ενδυμασία) από την Βουλγαρική, Ιταλική και Αρμενική.
Το ότι ο Σκυλίτσης έχει την ελληνοφωνία ανάμεσα στα κριτήρια της εθνοτικής ρωμαϊκής ταυτότητας του επιτρέπει, από τη μια, να ονομάσει την ελληνική γλώσσα ρωμαϊκή (αφού η Ελληνική ήταν η γλώσσα των Ρωμαίων) και, από την άλλη, να ξεχωρίσει τους βυζαντινούς αιχμαλώτους του Τσάρου Σαμουήλ σε Ρωμαίους και Αρμένιους (πολιτικά Ρωμαίοι και οι δύο, αλλά εθνοτικά Ρωμαίοι μόνον οι ελληνόφωνοι). Έτσι οι Βούλγαροι στρατιώτες του Συμεών έξω από τα τοίχη της Κωνσταντινούπολης κρατούσαν στα χέρια τον ηγεμόνα τους και τον αποκαλούσαν «βασιλέα» στην ρωμαϊκή γλώσσα (Ῥωμαϊκῇ τῇ φωνῇ), για να τους ακούσουν οι Κωνσταντινοπολίτες που τους έβλεπαν από τα τείχη:
 οἱ μὲν γὰρ ἦσαν χρυσάσπιδες καὶ χρυσᾶ δόρατα ἔχοντες, οἱ δὲ ἀργυράσπιδες, οἱ δὲ χαλκάσπιδες, οἱ δὲ ἄλλῃ χροιᾷ, ὥς πῃ ἑκάστῳ ἐδόκει, ἐκεκόσμηντο. οἵτινες μέσον αὐτῶν εἰληφότες τὸν Συμεὼν ὡς βασιλέα εὐφήμουν Ῥωμαϊκῇ τῇ φωνῇ. πάντες δὲ οἱ ἐν τέλει καὶ ὁ ἀστικὸς δῆμος ἐκ τῶν τειχῶν ἐθεῶντο τὰ δρώμενα. πρῶτος οὖν ὁ βασιλεὺς Ῥωμανὸς τὴν εἰρημένην ἀποβάθραν καταλαβὼν τὸν Συμεὼν ἐξεδέχετο. ὅμηρα δὲ δόντες ἀλλήλοις, καὶ τὴν ἀποβάθραν οἱ Βούλγαροι διερευνήσαντες ἀκριβῶς, μή πού τις δόλος ἢ ἐνέδρα κρύπτηται, τότε κατελθεῖν τὸν Συμεὼν τοῦ ἵππου προετρέψαντο καὶ εἰσελθεῖν πρὸς τὸν βασιλέα.
καὶ τῶν αἰχμαλώτων Ῥωμαίων τοὺς βουλομένους κατὰ χώραν μένειν κελεύσας, τοὺς δὲ λοιποὺς ἕπεσθαι προστάξας, καὶ τῶν ἁλόντων ποτὲ στρατιωτῶν· ἦσαν γὰρ πολλοὶ ἔκ τε Ῥωμαίων καὶ Ἀρμενίων
ἔν τε Πελαγονίᾳ καὶ Πρέσπᾳ καὶ τῇ Ἀχρίδι ὑπὸ Σαμουὴλ κατῳκισάμενοι,
Στο δεύτερο χωρίο, ο πρώτος όρος «Ρωμαίοι» (τῶν αἰχμαλώτων Ῥωμαίων) έχει την πολιτική σημασία, αλλά στην συνέχεια αναλύεται σε εθνοτικούς Ρωμαίους και Αρμένιους (ἐκ τε Ῥωμαίων καὶ Ἀρμενίων).
Ο Ατταλειάτης κινείται στις ίδιες γραμμές μιας και διακρίνει τα στρατεύματα που συνέλεξε ο Νικηφόρος Βασιλάκης από τις παρακείμενες του Δυρραχίου χώρες σε Ρωμαίους, Βουλγάρους, Αρβανίτες και Φράγγους μισθοφόρους ἐξ Ἰταλίας.
ὁ γὰρ ἐκεῖσε ὑπὸ τοῦ προβεβασιλευκότος ἀποσταλεὶς δούξ, ὁ πρωτοπρόεδρος Βασιλάκης, μετὰτὸφθάσαι παρελθεῖν τὸν Βρυέννιον καὶ ἀπελθεῖν εἰς Ἀδριανούπολιν καταλαβὼν τὸ Δυρράχιον, στρατιὰν ἐκ πασῶν τῶν ἐπικειμένων ἐκεῖσε χωρῶν συνελέγετο, καὶ Φράγγους μεταπεμψάμενος ἐξ Ἰταλίας φιλοτίμοις δεξιώσεσι τῆς ἑαυτοῦ μερίδος καὶ συμμορίας ἐτίθετο δεξιῶς. ἤθροιζε γὰρ χρυσίον ἐκ πάσης αἰτίας καὶ τρόπου παρὰτῶν πειθομένων καὶ καταδυναστευομένων αὐτῷ, καὶ κατάλογον θέμενος πρόφασιν ἐποιεῖτο τῆς τοιαύτης ὁπλίσεως τὴν κατὰ τοῦ Βρυεννίου ὡς ἀποστάτου ἐπίθεσιν. ἐπὰν δἔγνω πολύ τι στρατόπεδον συναγηοχὼς καὶ ἀξιόμαχον δύναμιν (εἶχε γὰρ καὶ Ῥωμαίων πολλῶν στρατιωτικόν, Βουλγάρων τε καὶ Ἀρβανιτῶν, καὶ οἰκείους ὑπασπιστὰς οὐκ ὀλίγους), ἄρας ἐκεῖθεν πρὸς τὴν Θεσσαλονίκην ἠπείγετο.
Από αυτές τις ομάδες οι Φράγγοι μισθοφόροι δεν είναι πολιτικοί Ρωμαίοι, οι Βούλγαροι και οι Αρβανίτες ως ορθόδοξοι υπήκοοι του Βυζαντινού αυτοκράτορα είναι πολιτικοί Ρωμαίοι, αλλά δεν θεωρούνται εθνοτικοί Ρωμαίοι επειδή δεν είναι ελληνόφωνοι. Παρομοίως:
 Ἐπανελθὼν δὁ βασιλεὺς εἰς τὸν χάρακα μετὰ τὴν τῶν ἐχθρῶν ἀποσόβησιν, ἔγνω τὴν ἀκρόπολιν τῆς Ἱεραπόλεως ἐνοικίσαι καὶ στρατηγὸν ἀποδεῖξαι ταύτης, ἐφᾧ κατὰ μικρὸν καὶ τὴν ἄλλην πόλιν Ῥωμαίων γενέσθαι καὶ Ἀρμενίων κατοικητήριον, καὶ διὰ τοῦτο χρονίσας ἐκεῖσε, καὶ φρουράν, ὅση τις ἐδόκει πρὸς φυλακὴν αὐτάρκης, καὶ στρατηγὸν ἐπιστήσας Φαρασμάτιον ἐκεῖνον βέστην τὸν Ἀποκάπην, ἐξ Ἀρμενίων τὸ γένος ἕλκοντα, χώραν δέδωκε τοῖς ἐναντίοις ἀνακαλέσασθαί τε τὴν ἧτταν καὶ ἀντίπαλα φέρεσθαι.
Ο βασιλέας Ρωμανός Διογένης αποφάσισε να κάνει την κατεκτημένη Ιεράπολη και την ακρόπολή της κατοικητήριο «Ῥωμαίων …καὶ Ἀρμενίων» και διόρισε ως στρατηγό της τον βέστη Φαρασμάτιο Αποκάπη « ἐξ Ἀρμενίων τὸ γένος ἕλκοντα».
Δηλαδή Αρμένιοι, Βούλγαροι και Αρβανίτες είναι όλοι τους πολιτικά Ρωμαίοι, αλλά ο Ατταλειάτης δεν έχει κανένα απολύτως πρόβλημα να τους διαχωρίσει από τους εθνοτικούς (= ελληνόφωνους) Ρωμαίους.
Τόσο στον Σκυλίτση όσο και στον Ατταλειάτη, οι μισθοφόροι των Ρωμαίων πάντοτε διακρίνονται από τους (πολιτικούς) Ρωμαίους υπήκοους.
Λ.χ. ο Σκυλίτσης ξεχωρίσει τους Ρωμαίους στρατιώτες από τους «Κελτούς» Βαράγγους/Ρώς μισθοφόρους, όπως ξεχωρίζει τους Ρωμαίους από τους Φράγγους μισθοφόρους:
ταχὺ μὲν οἱ φυλάσσοντες ἐν τῷ παλατίῳ στρατιῶται Ῥωμαῖοί τε καὶ Βάραγγοι (γένος δὲ Κελτικὸν οἱ Βάραγγοι μισθοφοροῦντες Ῥωμαίοις) καθοπλίζονται, ταχὺ δὲ καὶ οἱ ταῖς βασιλικαῖς ὑπηρετοῦντες τριήρεσιν ἠγείροντο.
ἔτυχον γὰρ τῷ τότε καιρῷ δύο τάγματα Φραγγικὰ καὶ Ῥωσικὸν ἓν ἐπιχωριάζοντα τῷ τόπῳ πρὸς παραχειμασίαν· … γράμματα γὰρ πλασάμενος βασιλικά, ὡς εἴη προστεταγμένον αὐτῷ ἀνειληφότι τὰ τῶν συμμάχων τρία τάγματα καὶ τὰ δύο τῶν τε Κολωνειατῶν καὶ τῶν Χαλδαίων ἀνελθεῖν κατὰ τοῦ Σαμούχ, καὶ τὰ πέντε ταῦτα κατὰ τὴν πεδιάδα τῆς Νικοπόλεως ἀθροισθῆναι κελεύσας … καὶ τὸν ἶσον τρόπον ποιῶν πάντας καὶ ἄκοντας ὥρκισε. καὶ πρῶτον μὲν ὑπηγάγετο τὰ δύο Ῥωμαϊκὰ τάγματα, μετ’ ἐκεῖνα δὲ καὶ τοὺς οἰκείους, καὶ τοῖς ἐξ ἐθνῶν προῆγε τὰς προσβολάς, ῥᾳδίως δὲ τούτους καταπληξάμενος καὶ ὅρκοις ἐμπεδωσάμενος καὶ ἤδη ἐν τῷ ἀφόβῳ γενόμενος, τοὺς Σεβαστηνοὺς καὶ τοὺς Μελιτηνοὺς καὶ τοὺς ἐκ τῆς Τεφρικῆς καὶ τῶν λοιπῶν Ἀρμενίων ἄρχοντας καὶ στρατιώτας συναθροίσας ἥψατο τῆς πορείας, προάγγελον στείλας πρὸς τὸν Κομνηνόν,
«Τὰ τῶν συμμάχων τρία τάγματα» (= «δύο τάγματα Φραγγικά και Ῥωσικὸν ἕν») διακρίνονται από «τὰ δύο Ῥωμαϊκά τάγματα» (= τὰ δύο τῶν τε Κολωνειατῶν καὶ τῶν Χαλδαίων»), ενώ οι Αρμένιοι έχουν μια θέση «μπαλαντέρ» και μπαίνουν σε τρίτη κατηγορία: ούτε Ρωμαίοι ούτε σύμμαχοι/ἐξ ἐθνῶν αλλά κάτι ενδιάμεσο, γιατί αν και Ρωμαίοι υπήκοοι πολλοί δεν ήταν Χαλκηδονικοί (= ορθόδοξοι), αλλά «αιρετικοί» μιαφυσίτες).
Αναλόγως, ο Ατταλειάτης γράφει:
Ἀλλὁ μὲν βασιλεύς, οὕτω διασωθεὶς καὶ διασώσας τὸ στρατόπεδον, πρὸ τῆς τοῦ Χάλεπ χώρας πανστρατιᾷ κατεσκήνωσε. Πρὸ τοῦ καταβῆναι δὲ τοῦ ἵππου, τούς τε Σκύθας καὶ τῶν Ῥωμαίων οὐκ ὀλίγους εἰς προνομὴν ἀποστείλας τὴν πολεμίαν χώραν κατεληίσατο, […] οὔπω δὲ τὴν ἀποσκευὴν οἱ Ῥωμαῖοι βεβαίως ταῖς σκηναῖς ἀποθέμενοι, μηδἐγχρονίσαντες ταύταις, ὅσοι τῆς ὑπηρεσίας ὑπῆρχον καὶ τῆς τῶν Ἀρμενίων συντάξεως, εὐθὺ τῆς πόλεως ὥρμησαν.
Ο στρατός που έστειλε ο βασιλεύς Ρωμανός Διογένης εναντίον της χώρας του [Σαρακηνού] Χαλέπ αποτελούνταν από «τε Σκύθας καὶ τῶν Ῥωμαίων οὐκ ὀλίγους», δηλαδή από  Πατζινάκους μισθοφόρους και (πολιτικούς) Ρωμαίους υπήκοους. Οι τελευταίοι, παρακάτω, χωρίζονται περαιτέρω σε εθνοτικούς Ρωμαίους και Αρμένιους («οἱ Ῥωμαίοι … καὶ τῆς τῶν Ἀρμενίων συντάξεως»).
Ἐπεὶ δὲ κατὰ νώτων τῶν ἐναντίων ἐλαύνοντες οἱ Ῥωμαῖοι, προηγουμένου καὶ μισθοφορικοῦ τῶν Σκυθῶν, παρῆλθον τοὺς μηνοειδεῖς ἐκείνους ἀγκῶνας καὶ κατόπιν ἐγένοντο, λόχος Τουρκικὸς καθήμενος ἐν ἀδήλῳτῇ Ῥωμαϊκῇ παρεμβολῇ προσεπέλασεν, ἐν οὐκ ὀλίγοις ἀνδράσι παραμετρούμενος· οὓς οἱ παραλειφθέντες εἰς φυλακὴν στρατιῶται δεξάμενοι, πρὸπάντων δοἱ Φράγγοι, καὶ ἀγχεμάχως συμπλακέντες καὶ ἱκανῶς ἀνθαμιλληθέντες ἐτρέψαντο, μηδενὸς τῶν ἱσταμένων ταγμάτων Ῥωμαϊκῶν τοῖς Φράγγοις μέχρι καὶ ἁπλῆς ὁρμῆς παραβοηθήσαντος.
Ο Ρωμαϊκός στρατός αποτελείται από Ρωμαίους, μισθοφορικό των Σκυθών και Φράγγους (μισθοφόρους). Κάποιοι Ρωμαίοι μαζί με τους Σκύθες κυνήγησαν τον εχθρό και ένας Τουρκικός λόχος βρήκε ευκαιρία να επιτεθεί στο Ρωμαϊκό στρατόπεδο («παρεμβολή»), στο οποίο υπήρχαν Φράγγοι που συνεπλάκησαν αμέσως με τους Τούρκους και Ρωμαϊκά τάγματα που δεν βοήθησαν τους Φράγγους. Εδώ γίνεται σαφής διάκριση μεταξύ (πολιτικών) Ρωμαίων υπήκοων και μισθοφόρων (Σκυθών και Φράγγων).
Σταματάω εδώ υποσχόμενος μια μελλοντική ανάρτηση με θέμα τις «Εθνολογικές παρατηρήσεις στον Ατταλειάτη», την οποία κανονικά θα έπρεπε να είχα κάνει πριν αρχίσω με την Αλεξιάδα της Κομνηνής.
Η Κομνηνή, ενώ διαχωρίζει συνεχώς τους πολιτικούς Ρωμαίους από τους μισθοφόρους, όπως κάνουν ο Σκυλίτσης και ο Ατταλειάτης, στα 8 πρώτα βιβλία της -που έχω διαβάσει μέχρι τώρα- δεν χρησιμοποιεί ποτέ την εθνοτική Ρωμαϊκή ταυτότητα, εκτός από δύο ειδικές περιπτώσεις που θα περιγράψω αναλυτικά. Δηλαδή, ενώ αναφέρεται σε Αρμένιους, Βούλγαρους, Βλάχους και Αρβανίτες πολίτες της Ρωμανίας, δεν αντιπαραβάλλει ποτέ σ΄αυτούς τον όρο Ρωμαίοι, αλλά δείχνει ότι τους συνυπολογίζει ως Ρωμαίους. Άρα κάνει χρήση μόνο της πολιτικής Ρωμαϊκής ταυτότητας. Το βασικό κριτήριο για να είναι κάποιος Ρωμαίος στα μάτια της Κομνηνής είναι η «αὐτοχθονία», δηλαδή να έχει γεννηθεί εντός των ρωμαϊκών συνόρων (και φυσικά η Ορθόδοξη πίστη). Η μόνη έμμεση ένδειξη της εθνοτικής ρωμαϊκής ταυτότητας στα 8 πρώτα βιβλία είναι η χρήση του ρήματος ρωμαΐζω = «μιλάω την (Ελληνική) γλώσσα των Ρωμαίων».
Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.
1) Το όνομα της Πολιτείας και ο τίτλος του Ηγεμόνα της.
Η πολιτεία ονομάζεται «Βασιλεία/Ἀρχή/Ἡγεμονία τῶν Ῥωμαίων» ή, πιο σύντομα, «ἡ Ῥωμαίων» και, πιο σπάνια, Ῥωμανία. Ο ηγεμόνας της είναι ο «Βασιλεύς/Αὐτοκράτωρ Ῥωμαίων» και οι υπήκοοί του είναι οι Ῥωμαῖοι.
[Προοίμιο, 4.1] Ἐγὼ δ’ ἐνταῦθα γενομένη σκοτοδίνης ἐμπίπλαμαι τὴν ψυχὴν καὶ ῥείθροις δακρύων περιτέγγω τοὺς ὀφθαλμούς. Ὢ οἷον ἡ Ῥωμαίων ἀπόλωλε βούλευμα·
[1.1.1-2] Ὁ βασιλεὺς Ἀλέξιος καὶ ἐμὸς πατὴρ καὶ πρὸ τοῦ τῶν σκήπτρων ἐπειλῆφθαι τῆς βασιλείας μέγα ὄφελος τῇ βασιλείᾳ Ῥωμαίων γεγένηται. Ἤρξατο μὲν γὰρ στρατεύειν ἐπὶ Ῥωμανοῦ τοῦ Διογένους. Θαυμαστός τις γὰρ ἐφαίνετο ἐν τοῖς κατ’ αὐτὸν καὶ φιλοκινδυνότατος. Οὗτος γὰρ τεσσαρες και δεκάτου ἔτους ὢν κατ’ ἐκεῖνο καιροῦ συνεκστρατεύειν ἠπείγετο τῷ βασιλεῖ Διογένει κατὰ Περσῶν βαρυτάτην ἄγοντι στρατιὰν, καὶ ἀπό γε τοῦδε ὁρμήματος ἀπειλὴν κατὰ τῶν βαρβάρων ἐμφαίνων καὶ ὡς, εἰ συμπλακήσεται τοῖς βαρβάροις, τὸ ξίφος αὐτοῦ μεθύσει ἀφ’ αἵματος· οὕτως ἦν φιλοπόλεμος ὁ νεανίσκος. Ἀλλὰ τότε οὐκ ἐξεχώρησεν ὁ αὐτοκράτωρ Διογένης αὐτῷ ξυνέπεσθαι, ἅτε πάθους καταλαβόντος τὴν μητέρα βαρυτάτου. Ἐθρήνει γὰρ τὸ τηνικαῦτα θάνατον τοῦ πρωτοτόκου υἱοῦ Μανουήλ, ἀνδρὸς μεγάλα καὶ ἀξιάγαστα ἔργα ἐνδεδειγμένου τῇ τῶν Ῥωμαίων ἀρχῇ. Καὶ ἵνα μὴ ἀπαραμύθητος εἴη ἐκείνη, τὸν μὲν τῶν υἱέων μηκέτι γινώσκουσα οὗ κατορύξειε, τὸν δὲ ἀποστέλλουσα ἐν πολέμοις καὶ δεδοικυῖα μή τι ἀπαίσιον συναντήσοι τῷ νεανίσκῳ καὶ οὐδ’ οἷ γῆς πεσεῖται ἐπιγνώσεται, διὰ ταῦτα ὑποστρέψαι πρὸς τὴν μητέρα τὸ μειράκιον Ἀλέξιον κατηνάγκασε. Καὶ τότε μὲν ἀπελείφθη καὶ ἄκων τῶν συστρατευομένων, ἀλλ’ ὅ γε ἐφεξῆς καιρὸς πέλαγος ὑπανέῳξεν αὐτῷ ἀνδραγαθη μάτων. Ἐπὶ γάρ τοι τοῦ βασιλέως Μιχαὴλ τοῦ Δούκα μετὰ τὴν τοῦ Διογένους βασιλέως καθαίρεσιν, ὅσος ἦν εἰς ἀνδρείαν, παρέδειξε τὰ κατὰ τὸν Οὐρσέλιον πράγματα.
Ἧν μὲν γὰρ οὗτος Κελτὸς ἀνέκαθεν τῇ στρατιᾷ Ῥωμαίων κατειλεγμένος, εἰς δὲ μέγα τύχης ἐξογκωθεὶς καὶ δύναμιν συναθροίσας ἀμφ’ αὐτὸν καὶ στρατιὰν ἀξιόλογον τῶν μὲν ἐκεῖθεν ὄντων ὅθεν καὶ αὐτὸς ὥρμητο, τῶν δὲ καὶ ἐξ ἄλλου γένους παντοδαποῦ βαρὺς ἦν αὐτόθεν τύραννος. Πολλὰς δὲ ταλαντεύσεις λαβούσης τῆς τῶν Ῥωμαίων ἡγεμονίας καὶ τῶν Τούρκων καθυπερτερησάντων τῆς τύχης Ῥωμαίων, τῶν δὲ εἰς τὸ κατόπιν ὑπαχθέντων ὥσπερ ψάμμου ποδῶν ὑποσπασθείσης, τηνικαῦτα καὶ οὗτος τῇ βασιλείᾳ Ῥωμαίων ἐπέθετο. Καὶ ἄλλως μὲν ὢν τυραννικώτατος τὴν ψυχήν, τότε δὲ καὶ μᾶλλον ἐξαφθεὶς πρὸς καθαρὰν τυραννίδα διὰ τὸ κατηφὲς τῶν τῆς βασιλείας πραγμάτων τὰ τῆς ἑῴας πάντα σχεδὸν ἐλῄσατο.
[3.6.5, λόγια του Αλέξιου] Ἀλλ’ ἐπεὶ καὶ μετὰ τὸ ἐπιλαβέσθαι τῶν τῆς βασιλείας σκήπτρων οὐκ ἔφερε μὴ συμπονουμένη ἐπίσης τῇ βασιλείᾳ μου καὶ τοῦ συμφέροντος αὐτῇ ἀντεχομένη καὶ τοῦ κοινοῦ, ἑτοιμαζομένη δὲ ἤδη ἡ βασιλεία μου σὺν Θεῷ πρὸς τὴν κατὰ τῶν ἐχθρῶν τῆς Ῥωμανίας ἐξέλευσιν διὰ φροντίδος μὲν πολλῆς ποιεῖται καὶ τὴν τοῦ στρατιωτικοῦ συλλογήν τε καὶ διευθέτησιν, οὐκ ἐλάχιστον δὲ ταύτῃ νενόμισται καὶ ἡ περὶ τῆς τῶν σεκρετικῶν τε καὶ πολιτικῶν πραγμάτων διοικήσεως φροντίς.
2) Εξωτερικοί Βάρβαροι = όλοι οι εξωτερικοί εχθροί των Ρωμαίων
Ο Αλέξιος δηλώνει ότι θα πολεμήσει (και, αργότερα, ότι έχει πολεμήσει) εναντίον των βαρβάρων εχθρών της Ρωμανίας που την έχουν περικυκλώσει από ανατολή και δύση («Πέρσαι», «Σκύθαι» και Νορμανδοί «ἐκ Λογγιβαρδίας»):
[3.6.5, 3.7.1] Ἀλλ’ ἐπεὶ καὶ μετὰ τὸ ἐπιλαβέσθαι τῶν τῆς βασιλείας σκήπτρων οὐκ ἔφερε μὴ συμπονουμένη ἐπίσης τῇ βασιλείᾳ μου καὶ τοῦ συμφέροντος αὐτῇ ἀντεχομένη καὶ τοῦ κοινοῦ, ἑτοιμαζομένη δὲ ἤδη ἡ βασιλεία μου σὺν Θεῷ πρὸς τὴν κατὰ τῶν ἐχθρῶν τῆς Ῥωμανίας ἐξέλευσιν διὰ φροντίδος μὲν πολλῆς ποιεῖται καὶ τὴν τοῦ στρατιωτικοῦ συλλογήν τε καὶ διευθέτησιν, οὐκ ἐλάχιστον δὲ ταύτῃ νενόμισται καὶ ἡ περὶ τῆς τῶν σεκρετικῶν τε καὶ πολιτικῶν πραγμάτων διοικήσεως φροντίς. […] Τοὺς μὲν γὰρ πρὸς τοὺς βαρβάρους πολέμους καὶ ὅσα τῶν ἄθλων καὶ τῶν ἀγώνων ὑπῆν αὐτὸς ἀνεζώσατο, πᾶσαν δὲ τῶν πραγμάτων διοίκησιν καὶ πολιτικὰς ἀρχὰς καὶ τοὺς περὶ τῶν εἰσφορῶν λόγους καὶ τῶν ὑπὲρ τῆς βασιλείας ἀναλωμάτων τῇ μητρὶ κατεπίστευσε.
[6.3.3] «Ἐγώ» φησι «τὴν βασιλείαν πανταχόθεν κυκλουμένην βαρβάροις εὑράμενος καὶ μηδέν τι πρὸς τοὺς ἐπικειμένους ἐχθροὺς ἀξιόμαχον ἔχουσαν, ἴστε ὁπόσοις κινδύνοις περιπέπτωκα, μικροῦ καὶ βαρβαρικοῦ ξίφους ἔργον γεγονώς. Καὶ γὰρ πολλαπλασίους ἦσαν οἱ ἑκατέρωθεν ἡμᾶς τοξεύοντες. Τὰς γὰρ τῶν Περσῶν ἐπελεύσεις καὶ τὰς τῶν Σκυθῶν ἐκδρομὰς οὐκ ἀγνοεῖτε καὶ τῶν ἐκ Λογγιβαρδίας ὀξυνομένων δοράτων οὐκ ἐπιλέλησθε.
Ο σύζυγος της Κομνηνής Καίσαρ Νικηφόρος Βρυέννιος εξεστράτευσε μαζί με τον αδελφό της Ιωάννη κατά «Σύρων» (= «Συρίων») και άλλων βαρβάρων:
[Προοίμιο, 3.2] Ἧν μὲν οὖν ἐν πᾶσιν ἐπιφανέστατος, συνεστράτευσε δ’ Ἰωάννῃ τῷ αὐτοκράτορι ἐμῷ ἀδελφῷ καὶ κατ’ ἄλλων μὲν βαρβάρων καθιστάντι στρατίαν, καὶ δὲ καὶ κατὰ τῶν Σύρων ἐξορμημένῳ καὶ πάλιν ἐπὶ νόμῳ ἔχοντι τὴν Ἀντιόχου πόλιν.
Οι βάρβαροι «Πέρσαι» = Τούρκοι
[1.1.1] Ὁ βασιλεὺς Ἀλέξιος καὶ ἐμὸς πατὴρ καὶ πρὸ τοῦ τῶν σκήπτρων ἐπειλῆφθαι τῆς βασιλείας μέγα ὄφελος τῇ βασιλείᾳ Ῥωμαίων γεγένηται. Ἤρξατο μὲν γὰρ στρατεύειν ἐπὶ Ῥωμανοῦ τοῦ Διογένους. Θαυμαστός τις γὰρ ἐφαίνετο ἐν τοῖς κατ’ αὐτὸν καὶ φιλοκινδυνότατος. Οὗτος γὰρ τεσσαρες και δεκάτου ἔτους ὢν κατ’ ἐκεῖνο καιροῦ συνεκστρατεύειν ἠπείγετο τῷ βασιλεῖ Διογένει κατὰ Περσῶν βαρυτάτην ἄγοντι στρατιὰν, καὶ ἀπό γε τοῦδε ὁρμήματος ἀπειλὴν κατὰ τῶν βαρβάρων ἐμφαίνων καὶ ὡς, εἰ συμπλακήσεται τοῖς βαρβάροις, τὸ ξίφος αὐτοῦ μεθύσει ἀφ’ αἵματος· οὕτως ἦν φιλοπόλεμος ὁ νεανίσκος.
Ο βάρβαρος Τούρκος φύλαρχος Τουτάχ και οι ἀμφὶ τὸν Τουτὰχ βάρβαροι Τούρκοι του, τους οποίους χρημάτισε ο Αλέξιος, για να του παραδώσουν τον αποστάτη «Κελτό» μισθοφόρο Ουρσέλιο Φραγκόπουλο.
[1.2.1,3] Ἄρτι γὰρ τοῦ βαρβάρου Τουτὰχ ἐκ τῶν βαθυτέρων τῆς ἀνατολῆς μερῶν κατεληλυθότος μετὰ βαρυτάτου στρατεύματος, ἐφ’ ᾧ τὰ τῶν Ῥωμαίων λῄζεσθαι […] Ταῦτα διαπρεσβευσάμενος πρὸς τὸν ἄνωθεν εἰρημένον Τουτὰχ ὁ ἐμὸς πατὴρ καὶ τῆς Ῥωμαϊκῆς στρατιᾶς ἀρχηγὸς κατ’ ἐκεῖνο καιροῦ καὶ ἅμα καὶ ὁμήρους πέμψας τῶν ἐνδοξοτάτων τινὰς ἐπὶ συγκειμένῳ χρόνῳ καὶ χρημάτων ποσότητι πείθει τοὺς ἀμφὶ τὸν Τουτὰχ βαρβάρους κατασχεῖν τὸν Οὐρσέλιον. Καὶ τούτου ταχὺ γεγονότος ἀποστέλλεται εἰς Ἀμάσειαν τῷ στρατοπεδάρχῃ.
Οι Τούρκοι ως «ἑῷοι» (= ανατολικοί) βάρβαροι:
[3.8.7] Ἐπεὶ τοὺς ἑῴους βαρβάρους τῶν ἐπιχειρημάτων φθάσας ἀνεῖρξε, καὶ τοῦτο δὴ ἀπραγμο νέστατον αὐτῷ ἐγεγόνει τὸ τμῆμα. Καὶ δὴ τὸ ὁπλιτικὸν ἅπαν συλλεξάμενος τῆς πρὸς τὰ ἐκεῖσε φερούσης ὁδοῦ ἥψατο ἀπελάσαι βουλόμενος τῶν Ῥωμαϊκῶν ὅρων αὐτούς
Ο βάρβαρος «Κέλτης» (Νορμανδός) μισθοφόρος του Ρωμαϊκού στρατού και αποστάτης Ουρσέλιος Φραγκόπουλος :
[1.1.1-3] Ἐπὶ γάρ τοι τοῦ βασιλέως Μιχαὴλ τοῦ Δούκα μετὰ τὴν τοῦ Διογένους βασιλέως καθαίρεσιν, ὅσος ἦν εἰς ἀνδρείαν, παρέδειξε τὰ κατὰ τὸν Οὐρσέλιον πράγματα.Ἧν μὲν γὰρ οὗτος Κελτὸς ἀνέκαθεν τῇ στρατιᾷ Ῥωμαίων κατειλεγμένος, εἰς δὲ μέγα τύχης ἐξογκωθεὶς καὶ δύναμιν συναθροίσας ἀμφ’ αὐτὸν καὶ στρατιὰν ἀξιόλογον τῶν μὲν ἐκεῖθεν ὄντων ὅθεν καὶ αὐτὸς ὥρμητο, τῶν δὲ καὶ ἐξ ἄλλου γένους παντοδαποῦ βαρὺς ἦν αὐτόθεν τύραννος. […] Ὅτε δὴ καὶ ὑπὸ τἀδελφῷ ἐτάττετο ὁ ἐμὸς πατὴρ Ἀλέξιος καὶ ἄντικρυς ὑπεστρατήγει τούτῳ, τὰ στρατεύματα πάντα ἑῴας καὶ ἑσπερίου λήξεως ἐγκεχειρισμένῳ. Ἐπεὶ δὲ ἐν ἀμηχάνοις ἦν τὰ πράγματα τηνικαῦτα Ῥωμαίοις, τοῦ βαρβάρου τούτου δίκην κεραυνοῦ τὰ πάντα ἐπερχομένου, εἰς ἀξιόμαχον ἀντικατάστασιν ἐπινοεῖται ὁ ἀξιάγαστος οὗτος Ἀλέξιος στρατηγὸς αὐτοκράτωρ ὑπὸ τοῦ βασιλέως Μιχαὴλ ἀναδεδειγμένος.
Συνάθροισε αξιόλογη στρατιά από ομόχθονές του (τῶν μὲν ἐκεῖθεν ὄντων ὅθεν καὶ αὐτὸς ὥρμητο) και άλλους παντοδαπούς γένους (τῶν δὲ καὶ ἐξ ἄλλου γένους παντοδαποῦ).
Ο Αλέξιος, μιλώντας στον Τούρκο Τατούχ, λέει πως ο Ρωμαίος Βασιλεύς και ο Τούρκος Σουλτάνος είναι φίλοι και χαρακτηρίζει τον Ουρσέλιο βάρβαρο και εχθρό τόσο των Ρωμαίων όσο και των Τούρκων:
[1.2.2] Ἀλλ’ ὁ στρατοπεδάρχης Ἀλέξιος ἀντιστρατηγεῖται πρὸς ταῦτα καὶ ὀξύτερον οἰκειοῦται τὸν βάρβαρον καὶ ἐπισπᾶται πρὸς ἑαυτὸν καὶ λόγοις καὶ δώροις καὶ πᾶσι τρόποις καὶ μηχανήμασιν. Ἦν γὰρ εἴπερ τις ἄλλος ἐφευ ρετὴς καὶ πόρους ἐν τοῖς ἀπορωτάτοις ξυμμηχανώμενος. Ὁ γοῦν δυνατώτατος αὐτῷ τῶν τρόπων τοιοῦτός τις ἦν, ὡς ἐν τύπῳ εἰπεῖν, δεξιώσασθαι τὸν Τουτάχ· καί φησι «φίλοι μὲν ἄμφω ἀλλήλοις ὅ τε σὸς σουλτάνος καὶ ἐμὸς βασιλεύς. Ὁ δὲ βάρβαρος οὗτος Οὐρσέλιος καὶ πρὸς ἄμφω ἀνταίρει τὰς χεῖρας καὶ ἐχθρὸς καὶ ἀμφοτέροις καθίσταται φοβερώτατος ἐκείνου μὲν κατατρέχων καὶ ἀεί τι τῆς μερίδος Ῥωμαίων κατὰ μικρὸν ὑποσπώμενος, ἀποστερίσκων δὲ τῇ Περσίδι ἅπερ ἂν καὶ ἐξῆν κἀκείνῃ περιγενέσθαι. Τέχνῃ δὲ τὸ ἅπαν μετέρχεται νῦν μὲν ἐμὲ παρασκιάζων διὰ τῆς σῆς δυνάμεως, αὖθις δὲ τοῦ καιροῦ τούτῳ συμπνεύσαντος ἀφέ μενος ἐμοῦ ὡς ἤδη ἐν ἀκινδύνῳ καθεστηκὼς πάλιν ἐξ ὑποστροφῆς κατὰ σοῦ ἀρεῖται τὰς χεῖρας. Ἀλλ’ εἴ τι ἐμοὶ πείθῃ, ἐπειδὰν καὶ αὖθις ἐλεύσεται πρὸς ὑμᾶς, χρημάτων πολλῶν κρατῆσαι τὸν Οὐρσέλιον καὶ πρὸς ἡμᾶς ἐξαποστεῖ λαι δεσμώτην. Τρία γὰρ ἐντεῦθέν» φησι «κερδανεῖς, ἓν μὲν χρημάτων πλῆθος ὅσον καὶ οἷον οὐδείς πω πρότερον, ἕτερον δὲ τὴν εὔνοιαν τοῦ αὐτοκράτορος συνεπισπάσῃ, ἀφ’ οὗπερ εἰς ἄκρον εὐδαιμονίας φθάσεις ἐληλυθώς, τρίτον δὲ ὅτι καὶ ὁ σουλτάνος τὰ μεγάλα ἡσθήσεται ἐχθροῦ τηλικούτου ἐκποδὼν γεγονότος καὶ τὰς χεῖρας ἀσκοῦντος καθ’ ἑκατέρων κατά τε Ῥωμαίων καὶ Τούρκων».
Ο Αλέξιος χαρακτηρίζει τον Ουρσέλιο βάρβαρο στους κατοίκους της Αμάσειας που του είχαν δώσει άσυλο:
[1.2.4] Ἀλλ’ ἐντεῦθεν ἐχρονοτρίβει τὰ χρή ματα· αὐτὸς μὲν γὰρ οὐκ εἶχεν ὁπόθεν ἀποπληρώσειε, τὰ δ’ ἐκ βασιλέως ἠμέλητο· καὶ οὐχ ὅτι βραδεῖ ποδὶ κατὰ τὴν τραγῳδίαν ἔστιχεν, ἀλλ’ οὐδαμοῦ κατεφαίνετο. Οἱ μὲν γὰρ ἀμφὶ τὸν Τουτὰχ ἐνέκειντο τὸν τῶν χρημάτων ἀπαιτοῦν τες ὄγκον ἢ τὸν ἐωνημένον ἐξόπισθεν λαμβάνειν καὶ παλιν δρομεῖν ἐᾶν τοῦτον ὅθεν κατείληπτο· ὁ δὲ οὐκ εἶχεν ὅθεν ἀποδοίη τὴν τοῦ ἐωνημένου τιμήν. Τοῖς ὅλοις οὖν δι’ ὅλης νυκτὸς ἐξαπορούμενος ἐρανίσασθαι παρὰ τῶν οἰκητόρων Ἀμασείας ἐλογίσατο τὴν τιμήν.
[1.2.5] Καὶ αὐγαζούσης ἡμέρας, κἂν ἀργαλέον ἐδόκει, ἀλλ’ ὅμως συνεκαλεῖτο ἅπαν τάς τε καὶ μᾶλλον τοὺς τὰ πρῶτα φέροντας καὶ χρημάτων εὐποροῦντας. Πρὸς οὓς μᾶλλον θεασάμενος ἔφη «ἴστε πάντες, ὅπως ὁ βάρβαρος οὑτοσὶ τὰς τοῦ Ἀρμενιακοῦ διέθετο πόλεις ἁπάσας ὅσας τε κωμοπόλεις ἐπόρθησε καὶ ὁπό σους κακῶς διέθετο συμφοραῖς ἀφορήτοις ὑποβαλὼν ὁπόσα τε χρήματα ἀφ’ ὑμῶν ἐκομίσατο. Ἀλλὰ καιρὸς ἤδη πάρεστι τῶν ἐξ αὐτοῦ ὑμᾶς ἀπαλλάττειν κακώσεων, εἰ βούλεσθε. Δεῖ τοιγαροῦν μὴ προέσθαι τοῦτον. Ὁρᾶτε γὰρ ὡς δεσμώτης ἡμῖν ὁ βάρβαρος νεύσει πάντως Θεοῦ καὶ ἡμετέρᾳ σπουδῇ. Ὁ δὲ τοῦτον ζωγρήσας Τουτὰχ ἐξ ἡμῶν αἰτεῖ τὴν τιμήν. Ἡμεῖς δ’ ἀποροῦμεν παντάπασιν ἐπ’ ἀλλοδαπῆς τε ὄντες καὶ συχνὸν ἤδη χρόνον μετὰ τῶν βαρβάρων μαχόμενοι καὶ τὰ προσόντα δεδαπανηκότες. Εἰ μὴ γοῦν πόρρω ὁ βασιλεὺς ἦν καὶ καιρὸν ἀναμονῆς ἐδίδου ὁ βάρβαρος, ἔσπευσα ἂν ἐκεῖθεν κομισθῆναι τὰ τῆς τιμῆς. Ἐπεὶ δ’, ὡς ἴστε καὶ αὐτοί, οὐδὲν τούτων ἔξεστι πράττειν, δέον ὑμᾶς συνεισενεγκεῖν τὴν τιμήν, καὶ λήψεσθε πάντα δι’ ἡμῶν ἐκ βασιλέως ὁπόσα παράσχοιτε»
[1.2.6] Εἶπε ταῦτα καὶ ἐξεκρούσθη παραυτίκα καὶ θόρυβον ἀνῆψε σφοδρότατον τῶν Ἀμασειανῶν εἰς ἀποστασίαν κεκινημένων. Ἦσαν γὰρ οἳ τούτους εἰς θόρυβον ἠρέθιζον ἄνδρες κακουργότατοί τινες καὶ ῥέκται πραγμάτων εἰδότες ὀτρύνειν δῆμον εἰς ταραχήν. Θόρυβος τοίνυν ἦρτο πολὺς τῶν μὲν βουλομένων σῴζεσθαι τὸν Οὐρσέλιον καὶ τὸ πλῆθος ἀντιλαβέσθαι τούτου ἐρεθιζόντων, τῶν δὲ ἐκταραττομένων (τοιοῦτον γὰρ τὸ συρφετῶ δες πλῆθος) καὶ τὸν Οὐρσέλιον ἁρπάσαι θελόντων καὶ τῶν δεσμῶν ἀπολύειν. Δῆμον οὖν ὁ στρατοπεδάρχης τοσοῦτον ὁρῶν μαινόμενον ὡς ἐν στενῷ κομιδῆ τὰ κατ’ αὐτὸν ἐγνώ κει, καταπεπτώκει μὲν οὐδαμῶς, ἀλλ’ ἐπιρρώσας ἑαυτὸν κατεσίγαζε τῇ χειρὶ τὸν θόρυβον.
[1.2.7] Ὀψὲ δὲ καὶ μόλις τούτους καταπαύσας καὶ πρὸς τὸ πλῆθος τὸν λόγον ἀνενεγκὼν ἔφη «θαυμάζειν ἔπεισί μοι, ἄνδρες Ἀμασειανοί, ὅπως τὴν συσκευὴν τουτωνὶ τῶν ἐξαπατώντων ὑμᾶς παντάπασιν ἠγνοήσατε τὴν σφῶν αὐτῶν σωτηρίαν τῷ ὑμετέρῳ αἵματι ἐξωνουμένων καὶ μεγίστην ὑμῖν τὴν βλάβην προξενούντων ἀεί. Ποία γὰρ ὑμῖν τῆς τοῦ Οὐρσελίου τυραννίδος ἡ ὠφέλεια, εἰ μὴ σφαγαὶ καὶ πηρώσεις καὶ ἀκρωτηριασμοὶ μελῶν; Οὗτοι δὲ οἱ τῶν τοιούτων ὑμῖν πρόξενοι ἔνθεν μὲν τὰ οἰκεῖα ἀσινῆ διετήρουν τὸν βάρβαρον θεραπεύοντες, ἐκεῖθεν δὲ αὖθις τῶν ἐκ βασιλέως ἐνεφοροῦντο δωρημάτων χαριζόμενοι τούτῳ, ὅτι μὴ ὑμῶν τε καὶ τῆς πόλεως Ἀμασείας παρεχώρησαν τῷ βαρβάρῳ, καὶ ταῦτα μηδένα λόγον ὑμῶν ποιησάμενοι πώποτε. Διὰ τοῦτο καὶ τὴν τυραννίδα συνί στασθαι βουλόμενοι, τῷ μὲν τυράννῳ χρηστὰς ὑποσαίνοντες ἐλπίδας ἀσινῆ τὰ οἰκεῖα διατηρῶσιν, ἐκ βασιλέως δὲ αὖθις ἀπαιτῶσι τιμάς τε καὶ δωρεάς. Ἢν δέ τι καὶ νεωτερισθείη, αὐτοὶ μὲν πάλιν ἑαυτοὺς τοῦ δράματος ἐξάγωσι, τὸν δὲ βασιλέως θυμὸν καθ’ ὑμῶν ἐξάψωσιν. Εἴ τι οὖν ἐμοὶ πείθε σθε, τούτους μὲν ὑμᾶς πρὸς θόρυβον ἐρεθίζοντας τὸ παρὸν ἐρρῶσθαι ἐάσατε, ἕκαστος δὲ ὑμῶν οἴκαδε ἀπελθὼν τὰ λεχθέντα σκοπείτω, καὶ εἴσεσθε ὁποῖος ὑμῖν τὸ ξυμφέρον βουλεύεται».
Οι «Σκύθαι» μισθοφόροι του Αλέξιου στην μάχη της Καλαβρύης με τα βάρβαρικά τους όπλα («σκυθικά» τόξα, «Θετταλία» παρακάτω είναι το θέμα Θεσσαλονίκης = «ἡ τῶν Θετταλῶν πόλις» κατά την Κομνηνή):
[1.5.2] Ἤδη γὰρ ἀλλήλοιν αἰσθόμενοι καὶ ὅτι πολέμων ἤδη καιρὸς ὁ μὲν Βρυέννιος, ἐπειδὴ τὰς ἐφόδους αὐτοῦ προϋποτέμνεσθαι τὸν Κομνηνὸν Ἀλέξιον μεμαθήκοι καὶ περὶ Καλαυρὴν στρατοπεδεύειν, οὕτω ξυνταξάμενος ἀντεπήρχετο. Εἴς τε γὰρ δεξιὸν κέρας καὶ εὐώνυμον τάξας τὸ στράτευμα τοῦ μὲν δεξιοῦ κατάρχειν τὸν αὐτάδελφον Ἰωάννην ἐπέταττε· πεντακισχίλιοι δ’ ἦσαν οἱ τοῦτο τὸ μέρος συμπληροῦντες, Ἰταλοί τε καὶ τῆς τοῦ Μανιάκου ἐκείνου ἀποσπάδος καὶ μὴν καὶ ἐκ Θετταλίας ἄνδρες ἱππεῖς καὶ μοῖρά τις τῶν ἀπὸ τῆς ἑταιρίας οὐκ ἀγεννής. Θάτερον δὲ τὸ εὐώνυμον κέρας ὁ Ταρχανειώτης εἶχε Κατακαλών, Μακεδόνας τε καὶ Θρᾷκας ἐξωπλισμένους εἰς τρισχιλίους τοὺς ξύμπαντας συναριθμουμένους. Αὐτὸς δ’ ὁ Βρυέννιος τὸ μέσον κατεῖχε τῆς φάλαγγος ἔκ τε Μακεδόνων καὶ Θρᾳκῶν συντεταγμένον καὶ τοῦ ἀρχοντικοῦ σύμπαντος ὅσον ἐπίλεκτον. Πάντες δὲ ἐφ’ ἵππου Θετταλῆς ἐποχούμενοι καὶ τοῖς σιδηροῖς θώραξι καὶ τοῖς περὶ τὴν κεφαλὴν κράνεσιν ἐξαστράπτοντες, τῶν τε ἵππων διεγειρομένων ἐς ὀρθὸν οὖς καὶ τῶν ἀσπίδων πρὸς ἀλλήλας παταγουσῶν πολλή τις αὐγὴ αὐτῶν τε καὶ τῶν κορύθων ἐκεῖθεν ἐξέπιπτε μετὰ δείματος. Ὁ δὲ εἰς μέσους κυκλούμενος ὁ Βρυέννιος καθάπερ τις Ἄρης ἢ Γίγας ὑπερωμίας εἰς πῆχυν ἕνα τῶν ἄλλων πάντων ὑψούμενος καὶ αὐτόχρημα θάμβος ἦν καὶ φόβος τοῖς θεωμένοις. Ἔξωθεν δὲ τοῦ τάγματος ὅλου ὡσανεὶ δυεῖν σταδίων διάστημα Σκύθαι τινὲς ἧσαν σύμμαχοι βαρβαρικοῖς κεκοσμημένοι τοῖς ὅπλοις. Παρήγγελτο δέ, ἐπειδὰν οἱ πολέμιοι προφανεῖεν καὶ ἡ σάλπιγξ πολέμιον ἀλαλάξειεν, εὐθὺς κατὰ νώτων ἐμπίπτειν καὶ βάλλειν τοὺς Σκύθας τοῖς πολεμίοις καὶ θλίβειν αὐτοὺς τοῖς πυκνοῖς καὶ συνεχέσι τοξεύμασι, τοὺς δὲ λοιποὺς πυκνὰ συνασπισαμένους ἐμπίπτειν κατὰ τὸ καρτερώτατον.
Παρακάτω η Κομνηνή αναφέρει Φράγγους και Τούρκους μισθοφόρους και διακρίνει τα στρατεύματα του Αλέξιου σε «βάρβαρες» και «τὰς ἐαυτοῦ» (δικές του) φάλαγγες:
[1.6.6] καὶ ὥσπερ μέγα κῦδος ἀράμενοι κομίζουσιν Ἀλεξίῳ τῷ Κομνηνῷ οὐ πάνυ μέν τοι πορρωτέρω καθεστηκότι τῆς τοῦ Βρυεννίου ἁλώσεως, ἐκτάττοντι δὲ τάς τε τῶν βαρβάρων καὶ τὰς ἑαυτοῦ φάλαγγας καὶ πρὸς τὸν πόλεμον ἐρεθίζοντι.
Οι «πελεκυφόροι βάρβαροι εκ Θούλης» (= Βάραγγοι) σωματοφύλακες του Βασιλέα των Ρωμαίων και οι βάρβαροι «Νεμίτζοι» (=Γερμανοί) μισθοφόροι.
[2.9.4] Ἐπυνθάνετο οὖν, τίνες ἂν εἶεν οἱ ἑκασταχοῦ τοὺς πύργους φυλάσσοντες. Ὡς δὲ ἐνθαῦθα μὲν ἐφεστάναι τοὺς ἀθανάτους λεγομένους ἐμάνθανε (στράτευμα δὲ τοῦτο τῆς Ῥωμαϊκῆς δυνάμεως ἰδιαίτατον), ἐκεῖσε δὲ τοὺς ἐκ τῆς Θούλης Βαράγγους (τούτους δὴ λέγω τοὺς πελεκυφόρους βαρβάρους), ἀλλαχόσε δὲ τοὺς Νεμίτζους (ἔθνος δὲ καὶ τοῦτο βαρβαρικὸν καὶ τῇ βασιλείᾳ Ῥωμαίων δουλεῦον ἀνέκαθεν),
Οι βάρβαροι Νορμανδοί: ὁ ἔξωθεν, ἐπείσακτος, ἑτερόφυλος και βάρβαρος τύραννος Ρομπέρτος που συμπεθέριασε με τον Μιχαήλ Ζ’ Δούκα:
[1.10.1] Καθάπερ, οἶμαι, τὰ πονηρευόμενα τῶν σωμάτων πὴ μὲν ταῖς ἔξωθεν αἰτίαις κακοῦνται, ἔστι δ’ ὅπου καὶ τὰ αἴτια τῶν νοσημάτων ἀφ’ ἑαυτῶν ἀναβλύζουσι, καὶ αἰτιώ μεθα πολλάκις μὲν τὰς τοῦ περιέχοντος ἀνωμαλίας καί τινας τροφῶν ποιότητας πυρετῶν γενέσεις, ἐνίοτε δὲ καὶ χυμῶν σηπεδόνας· οὕτω δῆτα καὶ ἡ τῶν Ῥωμαίων κακότης κατ’ ἐκεῖνο καιροῦ νῦν μὲν ἀνεβλάστησε θανατώδεις κῆρας τοὺς προειρημένους ἄνδρας ἐκείνους, λέγω δὴ Οὐρσελίους καὶ Βασιλακίους καὶ ὅσοι τὸ τυραννικὸν συνεπλήρουν πλῆθος, νῦν δὲ ἔξωθέν τινας καὶ ἐπεισάκτους τυράννους τὰ τῆς τύχης ταύτῃ ἐπεισηγάγετο ἀπρόσμαχόν τι κακὸν καὶ ἀνίατον νόσημα, καθά γε καὶ τὸν ἐπὶ τυραννικῇ γνώμῃ διαβόητον Ῥομπέρτον ἐκεῖνον τὸν ἀλαζόνα, ὃν Νορμανία μὲν ἤνεγκε, φαυλότης δὲ παντοδαπὴ καὶ ἐθρέψατο καὶ ἐμαίευσεν.
[1.10.2] Ἡ δὲ Ῥωμαίων ἐχθρὸν τηλικοῦτον ἐφ’ ἑαυτῆς εἵλκυσε πρόφασιν δεδωκυῖα τῶν ἀπ’ ἐκείνου πολέμων τοῖς πρὸς ἡμᾶς κῆδος ἑτερόφυλόν τε καὶ βάρβαρον καὶ τὰ πρὸς ἡμᾶς ἀπροσάρμοστον, μᾶλλον δὲ ἀπροσεξία τοῦ τότε κρατοῦντος Μιχαὴλ τοῦ τὰς τοῦ γένους σειρὰς πρὸς τοὺς Δούκας ἀνάπτοντος. Εἰ δὲ καὶ καθαπτοίμην τινὸς τῶν καθ’ αἷμά μοι προσηκόντων (καὶ γὰρ κἀμοὶ τὰ πρὸς μητρὸς ἐκεῖθεν καταρρεῖ), νεμεσάτω μηδείς· τήν τε γὰρ ἀλήθειαν ἐξ ἁπάντων προειλόμην ξυγγράφειν καὶ ὅσον ἐπὶ τούτῳ τὰς ἐξ ἁπάντων μέμψεις ἀνεστειλάμην. Ἐκεῖνος γὰρ ὁ εἰρημένος αὐτοκράτωρ ὁ Δούκας Μιχαὴλ τὴν τοῦ βαρβάρου τούτου θυγατέρα εἰς τὸν ἑαυτοῦ υἱὸν κατηγγυήσατο Κωνσταντῖνον, κἀντεῦθεν ἀνερράγη τὰ τῶν πολεμίων. Καὶ περὶ μὲν τοῦ υἱέος τοῦ βασιλέως τουτουὶ Κωνσταντίνου καὶ τοῦ περὶ αὐτὸν γαμικοῦ συναλλάγματος καὶ ὅλως τοῦ βαρβαρικοῦ κήδους καὶ δὴ καὶ ὅπως εἶχε κάλλους τε καὶ μεγέθους ὁ ἀνὴρ καὶ ὁποῖος ἦν τὴν φύσιν καὶ ποδαπός, κατὰ καιρὸν ἐροῦμεν, ἐπειδὰν ἀπολοφυροίμην καὶ τὰς ἐμὰς συμφορὰς μικρὸν μετὰ τὴν τοῦ κήδους τούτου διήγησιν καὶ τὴν ἧτταν τῆς βαρβαρικῆς ἁπάσης δυνάμεως καὶ τὴν ἀπώλειαν τῶν Νορμανόθεν τυράννων, οὓς ἐξ ἀλογίας κατὰ τῆς τῶν Ῥωμαίων ἐθρέψατο.
[1.10.3] Ἀλλὰ πρότερον δεῖ ἄνωθέν που τὸν λόγον ἀναγαγοῦσαν τὰ περὶ τοῦ Ῥομπέρτου τούτου διηγήσασθαι, ὅπως τε εἶχε γένους καὶ τύχης καὶ εἰς οἷον κράτος καὶ ὕψος ἡ φορὰ τῶν πραγμάτων τοῦτον ἀνήνεγκε, μᾶλλον δέ, ἵν’ εὐσεβέ στερον φαίην, οὗ παρεχώρησε τοῦτον ἡ πρόνοια προελθεῖν ἐνδοῦσα πρὸς τὰς ἐκείνου κακοτρόπους ὁρμάς τε καὶ μη χανάς.
[1.10.4] Ὁ δὲ Ῥομπέρτος οὗτος Νορμάνος τὸ γένος, τὴν τύχην ἄσημος, τὴν γνώμην τυραννικός, τὴν ψυχὴν πανουργότατος, τὴν χεῖρα γενναῖος, ἐπιθέσθαι μὲν δεινό τατος πλούτῳ καὶ περιουσίᾳ μεγάλων ἀνδρῶν, καταπρᾶξαι δὲ ἀφυκτότατος, ἐς τὸ ἀναντίρρητον τὰ τοῦ σκοποῦ περιάγων. Τὰ δὲ τοῦ σώματος τοσοῦτος εἰς μέγεθος, ὡς καὶ τῶν μεγίστων ὑπερανέχειν, πυρσὸς τὸ χρῶμα, τὴν κόμην ξανθός, τοὺς ὤμους εὐρύς, τοὺς ὀφθαλμοὺς ἀλλὰ πῦρ ἀπ’αὐτῶν μονουχὶ ἀπεσπινθηρίζετο. Καὶ ὅπου μὲν ἔδει διοργανῶσαι τὴν φύσιν τὸ πλάτος, εὐμήχανον ἦν, ὅπου δὲ ἀποστενῶσαι τοῦτο, εἰς τὸ εὔρυθμον διωμάλιστο. Οὕτως ἐξ ἄκρας κεφαλῆς ἐς πόδας ὁ ἀνὴρ κατερρύθμιστο, ὡς πολλῶν λεγόντων πολλάκις ἀκήκοα. Τὸ δὲ φθέγμα Ὅμηρος μὲν περὶ Ἀχιλλέως ἐποίησεν, ὡς ἄρα φωνήσαντος ἐκείνου φαντασίαν ἐσχήκεσαν οἱ ἀκούοντες πολλῶν θορυβούντων, τούτου δὲ τοῦ ἀνδρός, ὥς φασι, τὸ ἐμβόημα πολλὰς ἐτρέπετο μυριάδας. Οὕτως ἔχων καὶ τύχης καὶ φύσεως καὶ ψυχῆς, ἀδούλωτος ἦν, ὡς εἰκός, μηδενὶ τῶν ἁπάντων ὑποταττόμενος· τοιαῦται γὰρ αἱ μεγάλαι φύσεις, ὥς φασι, κἂν τύχης ὦσιν ἀφαυροτέρας.
Σύμφωνα με ορισμένες πηγές της Κομνηνής, ο Ρομπέρτος παρουσίασε έναν μοναχό ως τον συμπεθερό του Μιχαήλ Δούκα και δικαιολογούσε τον πόλεμο κατά του Αλέξιου λέγοντας ότι ήθελε να ξαναφέρει τον συμπεθερό του στον θρόνο. Στην πραγματικότητα ήθελε τον Ρωμαϊκό θρόνο γι΄αυτόν, αλλά δεν καταλάβαινε ότι οι Ρωμαίοι πολίτες («δῆμος») και ο στρατός («στράτευμα») δεν θα αποδέχονταν ποτέ έναν βάρβαρο ως αυτοκράτορά τους.
[1.12.2] Ἀεὶ δέ τι ὁ Ῥομπέρτος οὗτος ἐπινοῶν τυραννικώτερον καὶ φανταζόμενος τὴν βασιλείαν Ῥωμαίων προφάσεως, ὡς ἔφην, τῆς πρὸς τὸν αὐτοκράτορα Μιχαὴλ συμπενθερίας ἐπιδραξάμενος τὸν πρὸς Ῥωμαίους ἀνερρίπιζε πόλεμον. Ἔφθημεν γὰρ εἰρηκότες, ὅτι Μιχαὴλ ὁ αὐτοκράτωρ οὐκ οἶδ’ ὅπως τὴν τοῦ τυράννου τούτου θυγατέρα (Ἑλένη δὲ αὕτη προσηγορεύετο) τῷ υἱῷ Κωνσταντίνῳ κατηγγυήσατο.
[1.12.5] Ὁ γάρ τοι Ῥομπέρτος ἐκεῖνος ἐξ ἀφανοῦς πάνυ τύχης περιφανὴς γεγονὼς καὶ πολλὴν δύναμιν ἀθροίσας περὶ αὑτὸν ἐπεβάλετο καὶ Ῥωμαίων αὐτοκράτωρ γενέσθαι, καὶ προφάσεις εὐλόγους δῆθεν ἐπλάττετο τῆς πρὸς Ῥωμαίους δυσμενείας καὶ τῶν πολέμων. Διττὸς δὲ ἐντεῦθεν φέρεται λόγος.
[1.12.7] Τοῦτον ὑπεκρίθη ὁ εἰρημένος μοναχὸς ἐκεῖνος Ῥαίκτωρ ἢ καὶ ὡς οὕτως εἰπεῖν ῥέκτης τῶν ἁπαν ταχοῦ τολμηρότατος. Πρόσεισί τε τῷ Ῥομπέρτῳ ὡς δῆθεν συμπενθέρῳ καὶ τὰ τῆς ἀδικίας ἐκτραγῳδεῖ, ὡς καθαιρεθείη μὲν τῶν βασιλικῶν θρόνων καὶ εἰς ὅπερ σχῆμα τοῦτον ὁρώῃ περιελθεῖν. Καὶ διὰ τούτων πάντων εἰς ἄμυναν ἐξεκαλεῖτο τὸν βάρβαρον· τὴν γὰρ καλήν φησι μείρακα τὴν αὐτοῦ νύμφην Ἑλένην ἀπερίστατον καταλεῖψαι καὶ χήραν ἄντι κρυς τοῦ νυμφίου· τὸν γὰρ υἱὸν Κωνσταντῖνον καὶ τὴν βασιλίδα Μαρίαν προσρυῆναι τῷ Βοτανειάτῃ καὶ ἄκοντας διὰ τὴν τυραννίδα ἐβόα. Ταῦτα λέγων παρώξυνέ τε τὸν θυμὸν τοῦ βαρβάρου καὶ πρὸς πόλεμον κατὰ Ῥωμαίων ἐξώπλιζε. Τοιοῦτος μὲν λόγος διαρρεῖ μου τὰς ἀκοάς, καὶ οὐκ ἔχω γε διὰ θαύματος, εἴ τινες ἀδοξότατοί τινας τοὺς ἐπὶ δόξης καὶ γένους εὐγενοῦς ὑποκρίνονται.
[1.12.8] Ἕτερος δέ με περιβομβεῖ πιθανώτερος λόγος ἑτέρωθεν φημιζόμενος, ὡς οὔτε μοναχός τις τὸν βασιλέα Μιχαὴλ ὑπεκρίνατο οὔτε τοιοῦτόν τι τὸν Ῥομπέρτον πρὸς τὸν κατὰ Ῥωμαίων ἐκίνησε πόλεμον, ἀλλ’ αὐτὸς ὁ βάρβαρος πολυτροπώτατος ὢν τὰ τοιαῦτα ῥᾳδίως ἐπλάττετο. Ἔχει γὰρ ὧδε τὰ ἐφεξῆς. Αὐτὸς μέν, ὥς φασιν, ὁ Ῥομπέρτος ῥᾳδιουργότατος ὢν καὶ τὴν κατὰ Ῥωμαίων ὠδίνων μάχην καὶ πρὸ πολλοῦ πρὸς τὸν πόλεμον παρασκευαζόμενος ἐκωλύετο μὲν ὡς ἀδίκων πολέμων ἄρχων καὶ κατὰ Χριστιανῶν εὐτρεπιζόμενος παρά τινων τῶν περὶ αὐτὸν ἐνδοξοτάτων ἀνδρῶν καὶ αὐτῆς τῆς γυναικὸς αὐτοῦ Γαΐτης, καὶ ἀνεκόπτετο πολλάκις ἐπιχειρήσας τῆς τοιαύτης ὁρμῆς.
[1.15.6] Ἐτραγῴδει δὲ καὶ ὁ Ῥαίκτωρ τὰς παλαμναιοτάτας ἀπειλὰς τἀδελφῷ τοῦ Ῥαοὺλ τῷ πρὸς Ῥωμαίους αὐτομολήσαντι μεγάλα τε κεκραγὼς καὶ τὸν μηρὸν τῇ δεξιᾷ πλήττων καὶ ἐξαιτούμενος τὸν Ῥομπέρτον καὶ λέγων «ἓν τοῦτο καὶ μόνον αἰτῶ, ὡς εἰ τῆς βασιλείας ἐπιδραξοίμην καὶ ἀποκατασταίην τοῖς θρόνοις, παραδοῦναί μοι τὸν Ῥογέρην, καὶ εἰ μὴ τοῦτον οἰκτίστῳ θανάτῳ παραδοίην αὐτίκα ἐν μέσῃ τῇ πόλει ἀνασταυρώσας, τάδε καὶ τάδε πείσομαι ἐκ Θεοῦ». Ἀλλὰ μεταξὺ τῶν διηγήσεων τούτων γελᾶν ἔπεισί μοι τοὺς ἄνδρας τούτους καὶ τῆς ἀπονοίας καὶ τῆς κουφότητος, μάλλον δὲ τῆς κατ’ ἀλλήλων ἀλαζονείας. Ὁ μὲν γάρ τοι Ῥομπέρτος πρόφασιν εἶχε τὸν ἀπατεῶνα τοῦτον καὶ δέλεαρ καὶ οἷόν τι πρόσχημα τοῦ συμπενθέρου καὶ βασιλέως καὶ διεδείκνυ τοῦτον ταῖς πόλεσι καὶ πρὸς ἀποστασίαν ἐπῆρεν, ἐφ’ οὓς ἂν παρα γένοιτο καὶ συμπείθειν ἠδύνατο, ἐν νῷ ἔχων, ἐπειδὰν κατὰ ῥοῦν αὐτῷ τὰ τοῦ πολέμου καὶ τῆς τύχης ἐπέλθοι, ἐπὶ τοῦ τραχήλου ῥαπίσας ἀποπέμψαι σὺν γέλωτι· μετὰ γὰρ τὴν θήραν καταγελᾶται τὸ δέλεαρ. Ὁ δὲ καὶ αὐτὸς ἐλπίσιν ἠπατημέναις ἐτρέφετο, εἴ που συμβαίη καὶ μετά σχοι κράτους τινός, οἷα φιλεῖ πολλάκις γίνεσθαι παραλόγως. Ἀλλ’ ἐκεῖνος μὲν τῆς βασιλείας ἀπρὶξ ἐπιδράξοιτο, ὡς οὐκ ἂν τὸν βάρβαρον Ῥομπέρτον προσηκαμένου εἰς βασιλείαν τοῦ Ῥωμαϊκοῦ δήμου καὶ τοῦ στρατεύματος, αὐτῷ δὲ τῷ τέως ἀποχρῷτο καθάπερ ὀργάνῳ εἰς τὴν ὅλην τῆς σκευωρίας οἰκονομίαν. Ταῦτα ἐνθυμουμένῃ μοι μειδιᾶν ἐπέρχεται καὶ γέλως ἐπιτρέχει τοῖς χείλεσι πρὸς λύχνον ἐπισυρούσῃ τὸν κάλαμον.
Ο βάρβαρος Πάπας και η βαρβαρική ύβρις: ο ἀρχιερέας Λατίνων που συμμάχησε με τον Ρομπέρτο κατά των Ρωμαίων και του «ῥηγός» της Αλαμανίας (= Γερμανίας). Ο Πάπας υποσχέθηκε να δώσει την αξία του ρηγός στον Ρομπέρτο όταν ο δεύτερος θα κατακτούσε την Κων/πολη. Έδωσαν όρκους προς αλλήλους οι βάρβαροι. 
[1.13.1] Ξυμπίπτει δὲ μεταξὺ καί τι τοιοῦτον, ὅπερ ἄξιον ἀφηγήσασθαι· ἔστι γὰρ καὶ τοῦτο εἰς εὐτυχίαν τούτου ἀνα φερόμενον. Καὶ γὰρ καὶ τοὺς τῆς δύσεως ἅπαντας ἀρχηγοὺς ἀναχαιτίζεσθαι τῆς πρὸς τοῦτον φορᾶς σφόδρα τῆς τῶν πραγμάτων εὐροίας τῷ βαρβάρῳ λογίζομαι, ἁπαν ταχόθεν τῆς τύχης αὐτῷ συνεργούσης καὶ ἐπαιρούσης εἰς τυραννίδα καὶ πᾶν τὸ ἐπωφελὲς περαιουμένης. Ὁ γάρ τοι πάπας τῆς Ῥώμης (γενναία δὲ αὕτη ἀρχὴ καὶ στρατεύμασι παντοδαποῖς περιφραττομένη) μετὰ τοῦ ῥηγὸς Ἀλαμανίας Ἐνερίχου διαφορὰν ἐσχηκὼς ἐβούλετο πρὸς συμμαχίαν ἑλκύσαι Ῥομπέρτον ἤδη περιφανέστατον γεγονότα καὶ πρὸς μεγάλας ἀρχὰς ἀκμάσαντα.
[1.13.2] Ἡ δὲ διαφορὰ ῥηγός τε καὶ πάπα τοιαύτη τις ἦν. Ὁ μὲν γὰρ κατῃτιᾶτο τὸν ῥῆγα Ἐνέριχον ὡς τὰς ἐκκλησίας οὐ προῖκα διδόντα, ἀλλὰ δωρημάτων ἀποδιδόμενον καί που καὶ ἀναξίοις ἀνδράσι τὴν ἀρχιερωσύνην καταπιστεύοντα καὶ τοιούτων ἐγκλημάτων ἐδίωκεν. Ὁ δέ γε ῥὴξ Ἀλαμανίας τυραννίδος τὸν πάπαν ἐγράφετο, ὡς ἄτερ γνώμης αὐτοῦ τὸν ἀποστολικὸν ἐξαρπάσειε θρόνον. Καί που καὶ ἀπηναισχυντήκει πρὸς τοῦτον καὶ ἰταμωτέροις ἐχρήσατο λόγοις, ὡς, εἰ μὴ ἐκσταίη τῆς αὐθαιρέτου προεδρίας, μεθ’ ὕβρεως ἐκεῖθεν ἀπελαθήσεται.
[1.13.3] Τούτων οὖν ἀκούσας ὁ πάπας τῶν λόγων κατὰ τῶν πρέσβεων εὐθὺς ἐμεμήνει καὶ αἰκισάμενος πρότερον ἀπανθρώπως, εἶτα καὶ κείρας τὰς κεφαλὰς καὶ ἐπικείρας τοὺς πώγωνας, τὰς μὲν ψαλίσι, ξυρῷ δὲ τοὺς πώγωνας, καὶ ἄλλο τι προσεξεργασάμενος ἀτοπώτατον καὶ βαρβαρικὴν ὕβριν ὑπερελαῦνον ἀφῆκεν. Εἶπον ἂν καὶ τὴν ὕβριν, εἰ μή με καὶ γυναικεία καὶ βασιλικὴ ἐπεῖχεν αἰδώς. Ἐκεῖνο γὰρ οὐχ ὅπως ἀνάξιον ἀρχιερέως τὸ παρ’ ἐκείνου πραχθέν, ἀλλ’ οὐδ’ ὅλως ἀνθρώπου Χριστιανικὸν ἐπιφερομένου καὶ τοὔ νομα. Ἐβδελυξάμην καὶ τὸ ἐνθύμημα τοῦ βαρβάρου, μὴ ὅτι γε τοὖργον, ἐπεὶ καὶ τὸν γραφέα κάλαμον καὶ τὸν χάρτην ἐμόλυνα ἄν, εἰ τὸ πραχθὲν κατὰ μέρος διεξῄειν. Ἀλλ’ εἰς παράστασιν καὶ βαρβαρικῆς ὕβρεως καὶ ὅτι ὁ χρόνος ῥέων ἤθη ἀνδρῶν παντοδαπὰ πρὸς κακίαν ἀναφύει καὶ πάντολμα, ἀρκέσει αὐτὸ τοῦτο τὸ μηδὲ μικρόν τι τοῦ πραχθέντος ἀνασχέσθαι ἡμᾶς παρεμφῆναι ἢ διηγήσασθαι.
[1.13.6]] Ὁ μὲν οὖν πάπας ἐπειδὴ ταῦτα πεπραχὼς καὶ τοὺς πρέσβεις οὕτως, ὡς εἶπον, ἀποπεμψάμενος πρὸς τὸν ῥῆγα, μέγιστον πόλεμον ἀνηρέθισεν. Ἵνα δὲ μὴ τῷ Ῥομπέρτῳ προσθέμενος ὁ ῥὴξ ἀφορητότερος γένοιτο, φθάνει τὰ πρὸς εἰρήνην τῷ Ῥομπέρτῳ διακηρυκευσάμενος, οὐδὲ πρότερον φιλίως διακείμενος πρὸς αὐτόν. Πυθόμενος γὰρ τὸν δοῦκα Ῥομπέρτον κατειληφότα τὴν Σάλερνον ἀπάρας ἐκεῖνος τῆς Ῥώμης εἰς Βενεβενδὸν παραγίνεται. Καὶ διὰ πρέσβεων πρὸς ἀλλήλους διαλεχθέντες εἶθ’ οὕτως καὶ αὐτοπροσώπως ἐντετυχηκότες ἀλλήλοις. Καὶ γὰρ ὁ μὲν τῆς Βενεβενδοῦ μετὰ τοῦ οἰκείου ξυντάγματος, ὁ δὲ τῆς Σαλέρνου μετὰ στρατιᾶς ἐξιόντες, κᾆθ’ οὕτως τῶν στρατευμάτων γεγονότων ἐκ διαστήματος ἱκανοῦ, ἑκάτερος τοῦ οἰκείου τάγματος ἀποστάς, συνηλθέτην τε τὼ ἄνδρε καὶ πίστεις παρ’ ἀλλήλων καὶ ὅρκους λαβόντες ὑπέστρεψαν. Οἱ δὲ ὅρκοι, ἵν’ ὁ μὲν πάπας τήν τε τοῦ ῥηγὸς ἀξίαν περιθείη αὐτῷ καὶ συμμαχίαν δοίη καιροῦ καλοῦντος κατὰ Ῥωμαίων· ὁ δὲ δοὺξ ἀνθωρκίζετο τῷ πάπᾳ προσβοηθεῖν ὅποι βούλοιτο. Μάταια δ’ ἄρα ἦσαν τὰ τῶν ὅρκων παρ’ ἀμφοτέρων τελούμενα. Ὅ τε γὰρ πάπας κατὰ τοῦ ῥηγὸς εὖ μάλα παρώξυντο καὶ ὁ πρὸς ἐκεῖνον πόνος κατήπειγεν, ὅ τε δοὺξ Ῥομπέρτος τῇ Ῥωμαίων ἐπωφθαλμία καὶ ὥσπερ τις κάπρος ἄγριος τοὺς ὀδόντας κατὰ τούτων ἐτετρίγει τε καὶ τὸν θυμὸν ἔθηγεν, ὥστε μέχρι λόγων οἱ ὅρκοι τούτων. Καὶ ὀμνύντες αὐτίκα τὸ πρὸς ἀλλήλους οἱ βάρβαροι τὸ παραυτίκα καὶ παρεσπόνδουν.
Οι βάρβαροι «Σκύθαι» (Πατζινάκοι)
[7.1.1-2] Ἔαρος δὲ ἐπιφανέντος διελθὼν ὁ Τζελγοὺ τὰ ὑπερ κείμενα τοῦ Δανούβεως τέμπη (ἡγεμὼν δὲ οὗτος ὑπερέχων τοῦ Σκυθικοῦ στρατεύματος) σύμμικτον ἐπαγόμενος στράτευμα ὡσεὶ χιλιάδας ὀγδοήκοντα ἔκ τε Σαυροματῶν καὶ Σκυθῶν καὶ ἀπὸ τοῦ Δακικοῦ στρατεύματος οὐκ ὀλίγους, ὧν ὁ οὕτω καλούμενος Σολομὼν δημαγωγὸς ἦν, τὰς κατὰ τὴν Χαριούπολιν παρακειμένας πόλεις ἐλῄζετο. Καὶ εἰς αὐτὴν δὲ φθάσας τὴν Χαριούπολιν καὶ λείαν πολλὴν ἀναλαβόμενος κατέλαβε τόπον τινὰ Σκοτεινὸν καλούμενον. Μεμαθηκὼς τοῦτο ὁ Μαυροκατακαλὼν Νικόλαος καὶ ὁ Βεμπετζιώτης τὴν ἐπωνυμίαν ἀπὸ τῆς ἐνεγκαμένης λαχὼν μετὰ τῶν ὑπ’ αὐτοὺς δυνάμεων καταλαμβάνουσι τὸ Πάμφυλον. Ὁρῶντες δὲ τοὺς περὶ τὰς κωμοπόλεις τῶν παρα κειμένων χωρῶν πρὸς τὰς πόλεις καὶ τὰ φρούρια συνελαυνομένους διὰ πτοίαν πολλὴν ἀπάραντες τοῦ οὑτωσὶ καλουμένου Παμφύλου τόπου καταλαμβάνουσι τὸ τοῦ Κούλη πολίχνιον τὸ ἅπαν συνεπαγόμενοι στράτευμα. Ὄπισθεν δὲ τούτων ἐρχόμενοι καὶ τὸν οὑτωσὶ καλούμενον κοπὸν τοῦ ῥωμαϊκοῦ στρατεύματος (λέξις δὲ αὕτη συνήθης τοῖς στρατιώταις) εὑρόντες οἱ Σκύθαι παρείποντο ἰχνηλατοῦν τες οἷον τὸ ῥωμαϊκὸν στράτευμα. Αὐγαζούσης δὲ ἤδη τῆς ἡμέρας τὰς ἰδίας ὁ Τζελγοὺ καθιστᾷ δυνάμεις καὶ τὸν κατὰ τοῦ Μαυροκατακαλὼν ἐβουλεύετο πόλεμον. Ἐκεῖνος δὲ κατὰ τὸν ὑπερκείμενον τῆς πεδιάδος αὐχένα ἀνῆλθε μετά τινων λογάδων κατασκοπήσων τὰς βαρβαρικὰς δυνάμεις. Ὁρῶν δὲ τὸ πλῆθος τῶν Σκυθῶν ἐσφάδᾳζε μὲν τὴν συμπλοκὴν τοῦ πολέμου, ἀνεβάλλετο δὲ τὴν ῥωμαϊκὴν στρατιὰν κατανοῶν μηδὲ τὸ πολλοστὸν σῴζουσαν τῆς τῶν βαρβάρων δυνάμεως. Ἐπανελθὼν δὲ μετὰ τῶν λογάδων τοῦ ὁπλιτικοῦ παντὸς καὶ αὐτοῦ τοῦ Ἰωαννάκη διεσκοπεῖτο, εἰ χρὴ προσβαλεῖν τοῖς Σκύθαις. Τῶν δὲ πρὸς τοῦτο ἐποτρυνόντων, ἐπεὶ καὶ αὐτὸς πρὸς τοῦτο μᾶλλον κατάρροπος ἦν, τριχῆ διελὼν τὰς δυνάμεις καὶ τὸ ἐνυάλιον ἠχῆσαι κελεύσας ξυμμίγνυται τοῖς βαρβάροις. Πολλοὶ μὲν οὖν τηνικαῦτα τρωθέντες πίπτουσι, κτείνονται δὲ οὐχ ἥττους· καὶ αὐτὸς ὁ Τζελγοὺ γενναίως μαχόμενος καὶ ὅλας συνταράσσων φάλαγγας καιρίαν πληγεὶς ἀφῄρηται τὴν ψυχήν. Οἱ πλείους δὲ ἐν τῷ φεύγειν πίπτοντες εἰς τὸν ἀναμεταξὺ τοῦ καλουμένου Σκοτεινοῦ καὶ τοῦ Κούλη ῥύακα ἀπεπνίγοντο ὑπ’ ἀλλήλων συμπατούμενοι. Λαμπρὰν τοίνυν τὴν κατὰ τῶν Σκυθῶν νίκην ἀράμενοι οἱ τοῦ βασιλέως εἰσῆλθον εἰς τὴν μεγαλόπολιν. Δωρεὰς δὲ καὶ τιμὰς ἀπὸ τοῦ βασιλέως δεξάμενοι κατὰ τὸ ἀνάλογον ὑπέστρεψαν μετὰ τοῦ τηνικαῦτα προχειρισθέντος μεγάλου δομεστίκου τῆς δύσεως Ἀδριανοῦ Κομνηνοῦ καὶ αὐταδέλφου τοῦ αὐτοκράτορος.
Παρέθεσα όλα τα παραπάνω χωρία, για δείξω ότι κανένας «ἔξωθεν ἑτερόφυλος» – είτε είναι εχθρός είτε είναι μισθοφόρος των Ρωμαίων- δεν γλιτώνει την προσηγορία «βάρβαρος» της Κομνηνής. Τα πράγματα είναι τελείως διαφορετικά για τους «εσωτερικούς ετερόφυλους» Ρωμαίους πολίτες (λ.χ. Βούλγαροι, Αρμένιοι, Αρβανίτες, Βλάχοι): σχεδόν ποτέ δεν χαρακτηρίζονται «βάρβαροι» και οι λίγες εξαιρέσεις είναι διδακτικές. Αυτό θα είναι το θέμα μιας μελλοντικής ανάρτησης. Αλλά πριν από αυτήν την ανάρτηση πρέπει πρώτα να ξεκαθαρίσουμε το αντιθετικό ζεύγος «αὐτόχθων/ἐξ ἡμεδαπῆς» – «ξενικός/ἐξ ἀλλοδαπῆς» που έχει κεντρική θέση στην Ρωμαϊκή ταυτότητα της Κομνηνής. Αυτό λοιπόν θα είναι το θέμα της επόμενης ανάρτησης.

Ο Ιωάννης Καναβούτζης και η μετα-βυζαντινή ταυτότητα

Κοιτώντας στο phorum είδα ότι άνοιξε συζήτηση πάνω στον Ιωάννη Καναβούτζη (θυμίζω πως στην μεσαιωνική ελληνική η γραφή «τζ» αποδίδει τον ήχο /τσ/ που σήμερα αποδίδουμε ως «τσ») στην οποία συμμετέχουν πολλοί σχολιαστές του ιστολογίου (Πέρτιναξ, Μπάμπης, Έκτωρ κλπ).
Ο Καναβούτζης ανήκει στους μετα-βυζαντινούς συγγραφείς, δηλαδή σε εκείνη την γενιά συγγραφέων στους οποίους η παραδοσιακή «Βυζαντινή» Ρωμαϊκή ιδεολογία έχει παύσει να έχει νόημα και αντιστάθμισαν το κενό με στροφή προς την Ελληνική αρχαιότητα. Όπως έχω γράψει σε προηγούμενη ανάρτηση, η αποκορύφωση αυτού του ρεύματος είναι ο Γεώργιος Γεμιστός/Πλήθων και ο μαθητής του Λαόνικος Χαλκοκονδύλης που έφτασαν σε σημείο να απορρίψουν πλήρως την Ρωμαϊκή ιδεολογία (εξού και ο όρος μετα-βυζαντινοί).
Ο εθνολογική περιγραφή της λεγόμενης υστερο-βυζαντινής περιόδου (1261-1453) είναι πολύ δύσκολη και δυσκολεύει ολοένα και περισσότερο προς το τέλος της. Έχω δώσει για κατέβασμα το βιβλίο της Gill Page που μελετά την βυζαντινή ταυτότητα κατά την ίδια λίγο πολύ περίοδο. Η δυσκολία έγκειται στο ότι οι διάφοροι συγγραφείς κατανέμονται ο καθένας σε διαφορετική θέση στο φάσμα Ρωμαίος-Έλλην και αυτό διότι η Ρωμαϊκή Οικουμενική Ιδεολογία πέθανε το 1204. Όπως λέει και ο Edward Luttwak στην εκπομπή που έχω παρεθέσει σε παλαιότερη ανάρτηση, το διάδοχο Παλαιολόγειο κράτος μόνο κατά λέξη πια ήταν Ρωμαϊκό και δεν ήταν παρά μόνο μία σκιά της Ρωμαϊκής Πολιτείας που υπήρχε πριν την άλωση του 1204.
Κάποιος θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι κατά την περίοδο 1204-1453, οι ελληνόφωνοι υφίστανται την μετάβαση ταυτότητας που συνέβη στην Δυτική Ρωμαϊκή αυτοκρατορία κατά τον 5ο αιώνα. Εκεί, η παλαιά Ρωμαϊκή ταυτότητα έδωσε χώρο στις νέες «βασιλειακές» ταυτότητες (regnal identities, ο όρος είναι της Susan Reynolds) που άρχισαν να σχηματίζονται στα «βάρβαρα» διάδοχα βασίλεια.
regnal-id
Στην περίπτωση των υστεροβυζαντινών υπάρχουν δύο ειδών βασιλειακές ταυτότητες:
1) Νικαιακή και Παλαιολόγεια «βασιλειακή» ταυτότητα. Η αυτοκρατορία της Νικαίας ήταν σίγουρα το πιο οργανωμένο διάδοχο «βυζαντινό» κράτος. Οι ιστορικοί της Νίκαιας (Ακροπολίτης, Παχυμέρης) προσπάθησαν να οικειοποιηθούν την παλαιά πολιτική Ρωμαϊκή ταυτότητα ράβοντάς την όμως στα μέτρα τους. Η νέα Ρωμαϊκή πολιτική ταυτότητα που φρόντισαν να προώθησουν ήταν μια συρρικνωμένη εκδοχή της παλαιάς Ρωμαϊκής πολιτικής ταυτότητας. Έτσι λ.χ. μέρος της προπαγάνδας της Νίκαιας ήταν η «απορωμαιοποίηση» του άλλου ισχυρού διάδοχου Ρωμαϊκού κράτος, δηλαδή του Δεσποτάτου της Ηπείρου. Περιττό να πω ότι ήταν ένα καθαρά ιστορικό ατύχημα το ότι η Νίκαια ελευθέρωσε την Κωνσταντινούπολη το 1261. Θα μπορούσε κάλλιστα να το είχε επιτύχει το Δεσποτάτο της Ηπείρου αν δεν είχε συμβεί η ήττα στην μάχη της Κλοκοτνίτσας το 1230. Η ήττα αυτή προκάλεσε την παρακμή του Δεσποτάτου και έδωσε το προβάδισμα στην Νίκαια. Οι ιστορικοί της Νίκαιας περιγράφουν με τέτοιο τρόπο το Δεσποτάτο της Ηπείρου ώστε να μην δηλώνεται ξεκάθαρα ότι πρόκειται για ένα ισότιμα Ρωμαϊκό διάδοχο κράτος. Εκφράσεις όπως «τὸ δύτικὸν γένος», «οἱ τῶν δυτικῶν [μερῶν] οἰκήτορες» χρησιμοποιούνται ακριβώς για να αποφευχθεί ο όρος «οι δυτικοί Ρωμαίοι», ενώ συχνά οι Ηπειρώτες Ρωμαίοι χαρακτηρίζονται «ἐναντιόφρονες τῶν Ῥωμαίων» (= εχθροί των Ρωμαίων) και ο τρόπος άσκησης της εξουσίας του Ηπειρώτη ηγεμόνα «βουλγαρικώτερος ἤ μᾶλλον βαρβαρικώτερος». Αντίθετα, στα μέρη όπως η Πελοπόννησος ή το Μελένικο που δεν εκλαμβάνονταν ως απειλή για την πολιτική ηγεμονία της Νίκαιας, οι παραδοσιακοί Ρωμαϊκοί πληθυσμοί εξακολουθούν να χαρακτηρίζονται Ρωμαίοι και διαχωρίζονται εθνοτικά από τους Φράγκους και τους Βούλγαρους. Παραθέτω 3 σελίδες από την Gill Page όπου εξηγεί αυτήν την Νικαιακή προπαγάνδα:
Akropolites
Ελπίζω να παρατηρήσατε τον Ακροπολίτη να γράφει πως όταν η Θεσσαλονίκη πέρασε από τους Ηπειρώτες στους Νικαιάτες «ήρθε σε Ρωμαϊκά χέρια ενώ προηγουμένως την κρατούσαν οἱ ἐναντιόφρονες Ῥωμαῖοις».
Αντίθετα με την προπαγάνδα της Νίκαιας, ο Ιωάννης Καντακουζηνός αργότερα, όταν προσπαθεί να φέρει την Ήπειρο υπό τον έλεγχο της Παλαιολόγειας αυτοκρατορίας  θυμίζει στους Ηπειρώτες πως η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία ήταν η πατρίδα τους από τον καιρό του Ιούλιου Καίσαρα και γι΄αυτό το δίκαιο είναι να δεχθούν τον έλεγχο των Παλαιολόγων.
kntzn-Epeiros
Αντίθετα, λοιπόν, από τους ιστορικούς της Νίκαιας που προσπαθούσαν προπαγανδιστικά να απορωμαιοποιήσουν τους Ηπειρώτες Ρωμαίους, η Παλαιολόγεια Κωνσταντινούπολη που δεν απειλούταν από άλλους Ρωμαίους ανταγωνιστές, οικειοποιήθηκε την παλαιά Ρωμαϊκή ταυτότητα που υπήρχε πριν το 1204 και το 1340 προσπαθεί να πείσει τους Ηπειρώτες ότι ήταν ανέκαθεν Ρωμαίοι μέχρι την Λατινοκρατία του 1204 και γι΄αυτό πρέπει να ξαναεπιστρέψουν στην Ρωμαϊκή (= Παλαιολόγεια) Αυτοκρατορία και να μην συμμαχούν με τους «βάρβαρους [Ανδεγαβούς] Ταραντίνους».
2) Τέλος δεν λείπουν εκείνοι οι μεταβυζαντινοί συγγραφείς που αναπτύσσουν μία Οθωμανική βασιλειακή ταυτότητα και γίνονται οι ιστορικοί της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και οι βιογράφοι των Οθωμανών Σουλτάνων. Τέτοια παραδείγματα είναι λ.χ. οι ιστορικοί της Αλώσεως όπως ο Δούκας και ο Κριτόβουλος ο Ίμβριος που έγραψε την βιογραφία του Μωάμεθ του Πορθητή. Όπως γράφει ο Καλδέλλης στο “Ethnography after antiquity” (University of Pennsylvania Press, 2013) «οι ιστορικοί της Αλώσεως είναι βασικά Ιστορικοί των Οθωμανών Τούρκων και περιγράφουν τις κατακτήσεις τους»:
[σλδ 142-3] Ethnography reappeared vigorously, in fact more so than at any other time in Byzantine history, in Laonikos Chalkokondyles, who wrote his Histories after the Fall and, to a lesser degree, in the other historians of the Fall, Doukas and Kritoboulos. The history of this period could be written only in retrospect, when the City had fallen and it was clear that the Byzantine order would not be reconstituted soon, or again. This called for approaches that dispensed with the fixtures and certainties of the ancient imperial and Christian world view. I will say a few words about these historians here, as the following sections will not focus on them. This book will reach only until the later fourteenth century, when Byzantium was absorbed into the Ottoman empire and relations with the west took on a new aspect. Beyond that was a different world that followed different rules: the three historians of the Fall were basically historians of the Turks, a perspective that sets them apart from the Byzantine tradition as ethnographers.
Εκτός από την ανάπτυξη διαδόχων βασιλειακών ταυτοτήτων μία άλλη μετα-βυζαντινή αντίδραση στην διάβρωση της Ρωμαϊκής ταυτότητας ήταν η στροφή προς την αρχαία Ελλάδα και η ανάτπυξη ελληνικής εθνοτικής ταυτότητας. Η ελληνική ταυτότητα ήταν ένα μέσο συνοχής των ελληνόφωνων λογίων σε μια εποχή που ο παραδοσιακός Βυζαντινός κόσμος ήταν πλέον πολιτικά κατακερματισμένος και δεν υπήρχε ελπίδα Ρωμαϊκής ανάκαμψης/ανάστασης. Όπως έγραψα πιο πάνω, αυτή η διαδικασία έφτασε στην πληρέστερη μορφή της στον Πλήθωνα και τον Χαλκοκονδύλη. Ο Ιωάννης Καναβούτζης κινείται προς αυτήν την κατεύθυνση, αλλά δεν είναι ακόμα έτοιμος να σβήσει τελείως το Ρωμαϊκό του παρελθόν, όπως δεν είναι ακόμα έτοιμος να γίνει πλήρης Έλληνας.
Σε αυτήν την ανάρτηση θα προσπαθήσω να δείξω την υβριδική στάση του Καναβούτζη που είναι τυπική πολλών υστερο-βυζαντινών ή μετα-βυζαντινών συγγραφέων που δεν ακολούθησαν την ακραία λύση του Πλήθωνα και του Χαλκοκονδύλη.
Ο Καναβούτζης, αν και πιστεύει πως είναι ιστορικός, στην πραγματικότητα δεν είναι διότι δεν διηγείται ιστορικά γεγονότα. Το βιβλίο του αφιερώνεται στον Λατίνο άρχοντα της Αίνου και της Σαμοθράκης με σκοπό να δείξει την σημασία της δεύτερης: παίζοντας με τον μύθο του Διονυσίου του Αλικαρνασσέως προσπαθεί να «δείξει» ότι η Σαμοθράκη ήταν η προγονική γη των Τρώων και η Τροία ήταν η μητρόπολις της Ρώμης, άρα η Σαμοθράκη είναι η κοιτίδα των «Λατίνων» όπως ο άρχοντας του νησιού στον οποίο αφιερώνει το βιβλίο.
Παραθέτω το βιβλίο του Καναβούτζη σε pdf για κατέβασμα.
kanaboutzes
Kanaboutzes-intro
Kanaboutzes-theme
Ακριβώς επειδή δεν είναι πραγματικός ιστορικός μαθαίνουμε λίγα πράγματα για την εποχή του και τις πεποιθήσεις που κυριαρχούν. Ενώ είναι σίγουρο ότι έχει κατά νου μία εθνοτική ταυτότητα για τον ελληνόφωνο πληθυσμό, δεν την κατονομάζει ποτέ, με συνέπεια να μην γνωρίζουμε αν ήταν εθνοτικός Ρωμαίος ή εθνοτικός Έλληνας. Πάντως, ακουμπάει εφαπτομενικά και τις δύο ταυτότητες. Η κάθε εθνοτική ομάδα που έχει κατά νου έχει τη δική της γλώσσα, δηλαδή, όπως και ο Χαλκοκονδύλης, έχει μία Χερντεριανή όψη των πραγμάτων (Ο Herder πίστευε πως η γλώσσα είναι το volksgeist = ιδιάζον στοιχείο κάθε λαού και, κατά συνέπεια, για τον Herder οι εθνοτικές ομάδες ταυτίζονταν με τις γλωσσικές ομάδες).
Έτσι λ.χ. οι Τούρκοι μιλάνε την τουρκική τους γλώσσα/διάλεκτο και οι λατινόφωνοι «Ρωμᾶνοι» μιλούσαν την λατινική τους γλώσσα.
Kanaboutzes kas-dag
Kanaboutzes-Romanoi
[σλδ 16] ὁ Διονύσιος […] ἔμαθε τὴν γλῶσσαν τὴν λατινικήν καὶ λατινικὰ γράμματα καὶ ἀνέγνωσεν ὅλα τὰ ἱστορικὰ βιβλία, ὅσα ἔγραψαν οἱ Ῥωμᾶνοι καὶ οἱ ἄλλοι Λατῖνοι περὶ τῆς κτίσεως τῆς Ῥώμης […]
[σλδ 47] […] ἀκροτήριον ὁ οἱ παλαιοὶ ἔλεγον Ἄβυδον ἀπὸ τῆς πόλεως ἥτις ὑπήρχεν ἐκεῖ, οἱ δὲ σήμερον λέγουσι Γενησάρη τουρκικῇ διαλέκτῳ ὁ σημαίνει νέον κάστρον […]
Ἱδαῖα γοῦν ἐκλήθησαν τὰ ὄρη ταῦτα […] ἅτινα καλοῦσιν σήμερον οἱ Τούρκοι τῇ ἑαυτῶν γλώσσῃ Κας Ταγ ἤτοι Βουνός τῶν Χηνῶν.
Όπως είδατε παραπάνω, ο Καναβούτζης αποδίδει τον όρο «Ῥωμαῖοι» του Διονυσίου ως «Ῥωμᾶνοι» (< λατ. Rōmāni), ενώ ονομάζει την Βυζαντινή αυτοκρατορία «Βασιλεία τῶν Ῥωμαίων» και περιγράφει τον [λατινόφωνο] αυτοκράτορα Ιουστινιανό ως «τὸν μέγα εἰς τοὺς καθ΄ἡμᾶς βασιλεῖς» (= ο τρανότερος των δικών μας βασιλέων). Αυτό δείχνει μια ταύτιση με το Βυζάντιο και την Ρωμαϊκή του ταυτότητα. Η μόνη φορά που ονομάζει τους αρχαίους λατινόφωνους ως «Ῥωμαίους» αντί για «Ῥωμάνους» είναι σε έναν χρησμό όπου έλαβαν την προφητεία της παγκόσμιας κυριαρχίας. Υποθέτω ότι εδώ εσκεμμένα επέλεξε τον όρο που χρησιμοποιεί για τους βυζαντινούς διότι η Βυζαντινή Ρωμαϊκή οικουμενικότητα πήγαζε από την αρχαία Ρωμαϊκή, άρα η προφητεία παγκόσμιας «Ρωμανικής» κυριαρχίας ήταν ταυτόχρονα και προφητεία παγκόσμιας «Ρωμαϊκής» (Βυζαντινής)  κυριαρχίας.
Στην σελίδα 26 οι αρχαίοι Ρωμαίοι παρουσιάζονται ως οι «πρόγονοι» και οι «πατέρες» των Βυζαντινών Ρωμαίων και όπως οι πρώτοι έκαναν την Ρώμη από μικρή, άδοξη και ταπεινή σε μεγάλη, ένδοξη και περίφανη έτσι και οι Βυζαντινοί συνέχισαν να κάνουν την πολιτεία που παρέλαβαν «μεγαλωτέρα καὶ ἐνδοξοτέρα».
Kanaboutzes-Justinian
Kanaboutzes-Romaioi
Η προφητεία παγκόσμιας κυριαρχίας που εξέλαβαν οι αρχαίοι Ρωμαίοι και στην οποία προτιμά τον όρο «Ῥωμαίοι» αντί του συνήθους «Ῥωμᾶνοι»:
[σλδ 33] νικηθεὶς οὖν ὁ μάντις ὑπὸ τῶν παρακλήσεων εἶπε πρὸς αὐτοὺς: ἀπήλθατε ἄνδρες Ῥωμαῖοι καὶ εἰπατε τῷ βασιλεῖ ὑμῶν καὶ πᾶσι τοῖς Ῥωμαίοις ὅτι πρόκειται ἵνα γένηται κεφαλὴ τοῦ κόσμου ὅλου ὁ τόπος ἐκεῖνος ἐν ᾦ εὐρέθη ἡ κεφαλή αὕτη […] ἀπὸ τότε ἐκλήθη ὁ λόφος ἐκεῖνος Καπιτολῖνος ἤγουν τόπος τῆς κεφαλῆς. Κάπιτα γὰρ οἱ Ῥωμαῖοι λέγουσι τὰς κεφαλὰς.
Όπως είπα όμως ο Καναβούτζης θεωρεί πως είναι ένας από τους πολλούς διαχρονικούς Έλληνες ιστορικούς.
[σλδ 36] εἶπον τοῦτο καὶ ἄλλοι πρὸ ἐμοῦ χρονικοί καὶ ἱστορικοί Ἕλληνες
Βέβαια και ο Νικήτας Χωνιάτης ενέτασσε τον εαυτό του στους «Ἑλληνες ιστορικοὺς», μιας και θεωρούσε την ιστορία ελληνική τέχνη, αλλά εκείνος ήταν ακόμα ξεκάθαρα Ρωμαίος τόσο πολιτικά όσο και εθνοτικά: αντιπαραβάλλει τους μιξοβάρβαρους πολίτες στον Ρωμαίο άνδρα και παραθέτει τα λόγια με τα οποία περιγράφει ο αδελφός του Μιχαήλ τον Λέοντα Σγουρό που αψήφησε την Κων/πολη και αυτονόμησε την νότιο Ελλάδα λίγο πριν την Άλωση πολεμώντας εναντίον των ομοφύλων του (πολιόρκησε την Αθήνα στην οποία ήταν ο Μιχαήλ) :
[Χων. 606] μὴ δεῖν λέγων ἀπὸ Χριστοῦ καλούμενον καὶ Ῥωμαίοις συνεξεταζόμενον διὰ μάχης Ῥωμαίοις χωρεῖν, εἰ μὴ πιστοῦται μόνοις χείλεσι τὸν Χριστώνυμον, ὡς ἐσθῆτι καὶ γλώττῃ τὸν Ῥωμαίοις ὁμόφωνον, τῇ δὲ καρδίᾳ πόρρω πλάζοιτο τῶν καλουμένων ἀπὸ Χριστοῦ.
Λέει πως είναι Χριστιανός και Ρωμαίος, αλλά είναι Χριστιανός μόνο στα χείλη (λόγια) και πολέμησε τους Ρωμαίους, αυτός που φορούσε τα ρούχα και μιλούσε τη γλώσσα των Ρωμαίων, αλλά είχε ψυχή που δεν έμοιαζε με αυτήν αυτών που αποκαλούνται Χριστιανοί.
Γράφει η Gill Page για το θέμα:
Sgouros
 Με άλλα λόγια, ο Σγουρός πίστευε φυσικά πως ήταν Ρωμαίος, διέθετε όλο το «πολιτισμικό πακέτο» της Ρωμαϊκής εθνοτικής ταυτότητας (ρούχα και γλώσσα), αλλά ο Χωνιάτης δεν τον θεωρεί Ρωμαίο γιατί είχε «κακή ψυχή» και πολέμησε εναντίον των Ρωμαίων.
Όπως όμως είπα, ο Χωνιάτης σαν λόγιος που διέθετε ελληνική παιδεία, αραιά και που χαρακτηρίζει τους Βυζαντινούς «Ἕλληνες» και τους αντιπαραβάλλει στους βάρβαρους «Λατίνους» που λεηλατούν την Πόλη:
[585] Πὼς ἂν εἴην ἐγὼ τὸ βέλτιστον χρῆμα, τὴν Ἱστορίαν, τὸ κάλλιστον εὕρημα τῶν Ἑλλήνων, βαρβαρικαῖς καθ’ Ἑλλήνων πράξεσι χαριζόμενος;
Επομένως, ο Καναβούτζης κινείται λίγο πολύ στις ίδιες γραμμές με τον Χωνιάτη με τη μόνη διαφορά ότι ουδέποτε αυτοπροσδιορίζεται ως Ρωμαίος ή μας μιλάει για Ρωμαίους συγχρόνους του, ενώ μόνο σε αυτό το σημείο αυτοπροσδιορίζεται ως ένας «ἐκ τῶν Ἑλλήνων χρονικῶν καὶ ἱστορικῶν».
Kanaboutzes-barbarian
Στην δεύτερη σελίδα στην παραπάνω εικόνα φαίνεται ο αυτοπροσδιορισμός του ως ένας «ἐκ τῶν Ἑλλήνων χρονικῶν καὶ ἱστορικῶν» και στην πρώτη σελίδα κάνει μια ενδιαφέρουσα σύγκριση. Δεν ταυτίζει την εθνότητά του με τους αρχαίους Έλληνες αλλά κάνει αναλογική σύγκριση («οἱ Ἑλληνες τότε… έτσι καὶ εμείς τώρα», αλλά ποιοί ακριβώς είμαστε «εμείς» τώρα;): Όπως οι Ἑλληνες θεωρούσαν τους ομόθρησκούς τους Τρώες ως «βάρβαρους», έτσι και εμείς τώρα θεωρούμε τους ομόθρησκους Βούλγαρους, Βλάχους, Αλβανίτες και Ρώσους ως «βαρβάρους», γιατί δεν είναι μόνο η θρησκεία (Ορθοδοξία) κριτήριο βαρβαρότητας αλλά και το γένος (καταγωγή), η γλώσσα, η τάξη της πολιτείας και η παίδευση.
[σλδ 35] πῶς οἱ Ἕλληνες εἶχον τοὺς Τρῶας ὡς βαρβάρους, ἐπειδὴ μίαν πίστιν εἶχον καὶ τοὺς αὐτοὺς θεοὺς προσεκύνουν καὶ ἐσέβοντο, λέγομεν ὅτι τὸ βάρβαρον οὐδὲν νοεῖται περὶ τῆς πίστεως, ἀλλὰ νοεῖται διὰ τὸ γένος καὶ τὴν γλῶτταν καὶ τὴν τάξιν τῆς πολιτείας καὶ τὴν παίδευσιν. Ἡμεῖς γὰρ Χριστιανοί ὄντες καὶ μίαν πίστιν ἔχοντες καὶ ἕν βάπτισμα μετὰ πολλών ἐθνῶν ὅμως βαρβάρους ἔχομεν καὶ λέγομεν τοὺς Βουλγάρους, τους Βλάχους, τους Ἀλβανίτας τοὺς Ῥούσους καὶ καθ΄ἐξῆς τὰ ἄλλα ἔθνη. Οὕτω καὶ οἱ Ἕλληνες μίαν πίστιν ἔχοντες μετὰ τῶν ἐθνῶν ὅμως πάντας ὅσοι ἦσαν ἔξω τοῦ γένους αὐτῶν καὶ τῆς γλώσσης τῆς ἑλληνικῆς ἐκάλουν βαρβάρους.
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: Όπως οι Έλληνες είχαν τους Τρώες ως βαρβάρους παρόλο που είχαν την ίδια πίστη και προσκυνούσαν και σέβονταν τους ίδιους θεούς, έτσι λέμε ότι το βάρβαρο δεν προσδιορίζεται από την πίστη, αλλά προσδιορίζεται από το γένος και τη γλώσσα και την τάξη της πολιτείας και την παιδεία. Εμείς όντας Χριστιανοί έχουμε κοινή πίστη και βάπτισμα με πολλά έθνη τα οποία θεωρούμε βάρβαρα, όπως οι Βούλγαροι, οι Βλάχοι, οι Αλβανίτες, οι Ρώσοι και ένα σωρό άλλα έθνη. Έτσι και οι Έλληνες έχοντας μία πίστη με τα έθνη που ήταν έξω από το γένος τους και την ελληνική γλώσσα, αποκαλούσαν τα έθνη αυτά βάρβαρα.
Αν προσέξατε καλά οι Έλληνες είναι ένας λαός του παρελθόντος (οἱ Ἕλληνες εἶχον, οἱ Ἑλληνες ἐκάλουν). Αυτό σημαίνει ότι υπάρχουν 3 αντιπαραθέσεις, δύο σύγχρονες και μία ετερόχρονη:
1) Τότε οι Έλληνες θεωρούσαν τους ομόθρησκους Τρώες ως βάρβαρους.
2) Τώρα εμείς θεωρούμε του ομόθρησκούς μας Βούλγαρους, Βλάχους, Αλβανίτες, Ρώσους κλπ ως βάρβαρους.
3) Οι Έλληνες ήταν «τότε» ενώ εμείς (ποιοι άραγε;) είμαστε στο «τώρα».
Όπως έγραψα προηγουμένως, εδώ ο Καναβούτζης ξεχωρίζει τους ελληνόφωνους ως εθνοτική ομάδα χρησιμοποιώντας σαν κριτήρια το γένος, την γλώσσα, την πολιτική τάξη και την παιδεία, αλλά δυστυχώς δεν μας παρέχει το όνομα της ελληνόφωνης εθνοτικής ομάδας. Πάντως, παρόλου που αυτοπροσδιορίστηκε ως «Ἕλλην ἱστορικός και χρονικός», φαίνεται να θεωρεί τους Ἕλληνες λαό του παρελθόντος.
Το άλλο παράδοξο στοιχείο έχει να κάνει με τον Ιουστιανό τον «μέγα καθ΄ἡμᾶς βασιλέα». Ενώ θεωρεί τον λατινόφωνο Ιουστινιανό «δικό μας», παρόλα αυτά θεωρεί τους Βλάχους και τους Αλβανίτες «βάρβαρους». Βέβαια, ο Ιουστινιανός ήταν αυτοκράτορας και των προγόνων των Βλάχων και των Αλβανιτών και, στο θέμα της Δακο-Θρακικής καταγωγής του και της λατινικής του γλώσσας (το γένος και η γλώσσα του Καναβούτζη) ο «δικος μας» Ιουστινιανός ήταν πιο κοντά στους «βάρβαρους» Βλάχους και Αλβανίτες παρά στους ελληνόφωνους.
Ο Andre Du Nay στο “The Origins of the Rumanians” γράφει πως στις δυτικές δημώδεις ρωμανικές γλώσσες το λατινικό imperator ξεχάστηκε επειδή η Δυτική Ρωμαϊκή αυτοκρατορία έπεσε τον 5ο αιώνα και ο όρος επανήλθε ως λόγιο δάνειο μετά τον Καρλομάγνο. Αντίθετα, στην Ανατολική Βαλκανική Ρωμανική (ABΡ), το λατινικό imperator μέσα από την δημώδη του μορφή imperatus συνέχισε να χρησιμοποιείται στον καθημερινό λόγο επειδή στην Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία ο θεσμός Imperator Romanorum/Βασιλεύς Ῥωμαίων συνέχισε να υφίσταται. Το δημώδες ΑΒΡ imperatus εξελίχθηκε στο Βλαχικό ampiratu, στο Ρουμανικό împărat και στο Αλβανικό mbret.
imperator
Τέλος, ο Καναβούτζης δεν ξεχνά να ξεκαθαρίσει ότι σαν καλός Χριστιανός μισούσε τον «ἑλληνισμό» (= ειδωλολατρεία) και εκείνα τα έθιμα της εποχής του που κατάγονταν από τους [αρχαίους] Έλληνες. Έτσι, ενώ ένας Έλληνας σήμερα μάλλον αισθάνεται υπερηφάνεια όταν μαθαίνει ότι η λέξη νεράιδα προέρχεται από το αρχαίο «Νηρηίδες» = «κόρες του Νηρέα», ο Καναβούτζης θεωρούσε τον όρο «βρομιά ελληνικής ασχημοσύνης» που δεν ξεπλύθηκε, γιατί οι Έλληνες φλυαρούσαν για «πόρνους καὶ ἀσελγεῖς θεοὺς» και φυσικά χαιρόταν που ο «ελληνισμός έπαψε να υφίσταται για χάρη του αληθινού και πρώτου και μόνου Θεού και της Αγίας Τριάδος».
Kanaboutzes-hellenism

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ιωάννης Τζανάκος - Ιστολόγια

Δρεπάνι

Δρεπάνι
Δρεπάνι..

Αρχειοθήκη ιστολογίου

Kurdistan

Nichts

Nichts

Πολιτική και Γεωπολιτική..

Στα όρια..

Ουρανός

Ουρανός

Ερμηνείες της ιστορίας..

Επιστημονικά και επιστημονικοφανή..