Αυτοκαθορισμός

Αυτοκαθορισμός

Δευτέρα, 6 Μαρτίου 2017

Η έννοια της απόλαυσης στην ψυχανάλυση -- Γιώργος Δημητριάδης



Η έννοια της απόλαυσης στην ψυχανάλυση
Γιώργος Δημητριάδης
       Το 1969  στο σεμινάριό του  «Η ανάποδη όψη  της ψυχανάλυσης¨»[1]   ο  Lacan    δήλωνε ότι αν υπάρχει κάτι που απομένει να γίνει στην ψυχανάλυση είναι  η δημιουργία ενός άλλου πεδίου ενέργειας αυτού της απόλαυσης για το οποίο θα χρειαζότανε άλλες δομές από αυτές της φυσικής επιστήμης. Μετάνιωνε δε που για αυτό  το πεδίο δεν θα ονομαστεί, όπως θα ευχότανε, «το λακανικό πεδίο» γιατί δεν θα προλάβαινε  στον χρόνο που του απέμενε  ούτε τις βάσεις του να βάλει.  Στη διάρκεια της διδασκαλίας του ονόμασε επτά εκδοχές της απόλαυσης. Του Πράγματος, του Είναι, του Άλλου (ως γενική υποκειμενική και αντικειμενική), της εικόνας του σώματος, τη φαλλική, τη σεξουαλική και αυτή της ζωής. Για τον Freud   τα πράγματα τίθεντο αρκετά διαφορετικά όσον αφορά το θέμα της απόλαυσης. 
Περίγραψε διάφορες καταστάσεις οι οποίες θα μπορούσαν να αναφέρονται στην απόλαυση:  η δυσαρέσκεια,  ο πόνος, η  αηδία, ο μαζοχισμός, η λίμπιντο, η προκαταρτική σεξουαλική διέγερση και η σεξουαλική απόλαυση είναι κάποιες από αυτές. Με αυτή τη λίστα  ήδη προιδεαζόμαστε ότι στο γεγονός του ότι η έννοια της απόλαυσης δεν είναι ευχαρίστηση, αλλά, αντιθέτως η ευχαρίστηση είπε ο Λακάν είναι  «αυτό το οποίο μας σταματά σε κάποιο σημείο απομάκρυσης, πολύ σεβαστής απόστασης από την απόλαυση»[2]. 
Στην ίδια ομιλία «Ιατρική και ψυχανάλυση» ο Λακάν είπε για την απόλαυση ότι «είναι της τάξης της αύξησης της τάσης, του εξαναγκασμού, της δαπάνης, ακόμη και του κατορθώματος και συνορεύει με την στιγμή εμφάνισης του πόνου»[3]. Αν και η λέξη απόλαυση, Genuss,  υπάρχει στο  λεξιλόγιο του Freud   δεν είναι ένας  φροϋδικός εννοιολογικός όρος.  Η  λέξη αυτή Genuss   έρχεται ενίοτε σύμφωνα   με τον     Patrick Valas[4]  και τον  Nestor Braunstein[5],  στη θέση της λέξης    Lust   η οποία μπορεί να μεταφραστεί ως ευχαρίστηση ή  επιθυμία. Όταν ο Freud[6] περιγράφει το παιχνίδι του fort-da του 19μηνου  εγγονού του  με τη μπομπίνα  κλωστής  λέει ότι διέκρινε μία νοσηρή αγαλλίαση στο πρόσωπό του σαν να ένιωθε ο εγγονός του ένα είδος ευχαρίστησης μέσα στον πόνο του παιχνιδιού  αυτού το οποίο είχε ως έναυσμα, ως γνωστό, τον ψυχικό πόνο που του προκαλούσε η αποχώρηση της μητέρας του. 
Όταν όμως χρησιμοποιεί τη λέξη αυτή- Genuss -  όπως  για παράδειγμα  στον άνθρωπο με τα ποντίκια[7] όπου ο αναλυόμενος περιγράφει το κινέζικο μαρτύριο -  της εισχώρησης ενός ποντικού στον πρωκτό αυτού που βασανίζεται - ο   Freud    διακρίνει μία περίεργη έκφραση στο πρόσωπο του  ανθρώπου με τα ποντίκια την οποία, λέει, δεν μπορώ να ερμηνεύσω παρά ως την έκφραση, λέει, μίας απόλαυσης Genuss   που ο  ίδιος αγνοούσε. 
Έτσι «η απόλαυση όπως και η  ακραία ευχαρίστηση για τον     Freud   παραβιάζουν την αρχή της ευχαρίστησης».[8]
      Λίγα λόγια  όσον αφορά την αρχή της ευχαρίστησης.  Ο Freud,[9] ακολουθώντας αρχικά  την ιατρική ιδεολογία της εποχής του για τον ψυχισμό - ως ένα είδος σύνθετου αντανακλαστικού- είχε θεωρήσει, μεταξύ άλλων  στο άρθρο του  «Διατυπώσεις γύρω από τις δύο αρχές της ψυχικής λειτουργίας» (1911), ότι ο ψυχισμός   διέπεται από μία ρυθμιστική αρχή της οποίας ο ρόλος είναι να διασφαλίζει την αναζήτηση ευχαρίστησης (Lust)  και να αποφεύγει τη δυσαρέσκεια (Unlust).  
Έτσι ανεξαρτήτως του αν η ένταση για τον ψυχισμό προέρχεται από εσωτερικούς ή εξωτερικούς παράγοντες αυτός τις αντιλαμβάνεται ως δυσαρέσκεια ενώ η ευχαρίστηση είναι η μείωση της έντασης αυτής και η επιστροφή στην κατάσταση χαλάρωσης. 
Αυτή η αρχή τη ευχαρίστησης Lustprinzip, αδράνειας  ή  σταθερότητας - όροι που χρησιμοποιούνται από τον Freud  ως ισοδύναμοι σε διάφορα σημεία της επεξεργασίας  της οικονομικής του υπόθεσης για τον ψυχισμό-  επεκτείνεται στη σύνδεση που κάνει μεταξύ της αρχής αυτής με την αρχή της πραγματικότητας,  Realitätsprinzip. 
Οι ορμές τείνουν δηλαδή να ικανοποιούνται με τον πιο σύντομο τρόπο αλλά η πραγματικότητα τους επιβάλει παρακάμψεις και αναβολές όσον αφορά την επίτευξη της ικανοποίησης. 
Αλλά η  ικανοποίηση αυτή δεν είναι η ικανοποίηση μίας ανάγκης. 
Είναι τουλάχιστον αυτό που μπορούμε να συμπεράνουμε από τον τρόπο που ο   Freud  μιλάει για την ικανοποίηση μιας επιθυμίας, Wunscherfüllung, στο όνειρο[10]  στο οποίο   καμία ανάγκη εκτός από τη συνέχιση του ύπνου δεν ικανοποιείται[11].  
Η ιδέα ότι  η ενόρμηση  θανάτου αντιτίθενται στην αρχή της ευχαρίστησης σε φαινόμενα που αν και επώδυνα το υποκείμενο τείνει να τα επαναλαμβάνει,   την οποία εκφράζει  στο περίφημο κείμενό του για το   «Πέραν της αρχής της ευχαρίστησης» (1920), τον ωθεί στο να θεωρήσει την ύπαρξη ενός πρωτογενούς μαζοχισμού[12] ενώ μέχρι έκτοτε θεωρούσε ότι ο μαζοχισμός είναι δευτερογενής ως επιστροφή του πρωτογενούς σαδισμού στον ίδιο τον εαυτό. 
Τα θέματα αυτά, τα οποία προβάλουν μία δυσκολία στην οικονομική θεωρία του για τον ψυχισμό, θα τα επανεξετάσει στο λιγο  μεταγενέστερο άρθρο του[13]   (1924) για το πρόβλημα του μαζοχισμού όσον αφορά την οικονομική υπόθεση για τον  ψυχισμό.
     Ας γυρίσουμε όμως σε ένα κείμενο κατά 30 χρόνια προγενέστερο  δηλαδή στο περίφημο «Σχεδίασμα για μία ψυχολογία»[14] (1895) στο οποίο ο Freud  επιχειρεί να δείξει με ορολογία νευροφυσιολογίας[15] ότι οι νευρώσεις προέρχονται από τη δυσκολία του ψυχισμού να απαλλαγεί από την ενέργεια που την διαταράσσει.. 
Αυτή η παράκαμψη  από το κατά πολύ προγενέστερο αυτό κείμενο θα μας διευκολύνει στο να περάσουμε στην έννοια της απόλαυσης  στον Lacan διαμέσου της έννοιας που ορίζει ο Freud  στο «Σχεδίασμα» ως «Το Πράγμα», Das Ding. Το οποίο και ορίζει διαμέσου του εξής  συλλογισμού [16] :
 Τη διαδικασία δημιουργίας του ψυχισμού ο Freud την εξηγεί ως απότοκη της εμπειρίας απόλυτης ανημποριάς του νεογνού το οποίο δεν μπορεί να τα βγάλει πέρα με  τις εσωτερικές του διεγέρσεις παρά με την παρέμβαση του συνανθρώπου του,  Nebenmensch, ο οποίος αντιδρώντας στην κραυγή του νεογνού ασκεί  μια ειδική ενέργεια.
Αυτή η πρωταρχική διαδικασία επικοινωνίας επιτρέπει μία πρώτη εμπειρία ικανοποίησης η οποία θα είναι εφεξής η πυξίδα της επιθυμίας για το υποκείμενο. 
Δηλαδή η επιθυμία είναι η ψυχική κίνηση με την οποία το υποκείμενο θα ανάβει, θα λέγαμε, την  ενδεικτική λυχνία[17] αυτής της πρώτης εμπειρίας ικανοποίησης  η οποία θα είναι εφεξής  ο χαμένος παράδεισός  του. 
Καμία καινούργια εμπειρία ικανοποίησης δεν θα είναι στο επίπεδο αυτής της πρώτης εμπειρίας ικανοποίησης η οποία, ως εκ τούτου, θα έχει μία μυθική διάσταση για το υποκείμενο. 
Το άναμμα της ενδεικτικής λυχνίας στην αρχή δημιουργεί μία ψευδαίσθηση της αρχικής αυτής εμπειρίας ικανοποίησης η οποία συγκρινόμενη με την πραγματική εμπειρία δεν μπορεί παρά να δημιουργεί απογοήτευση. 
Οι καινούργιες εμπειρίες δεν μπορούν δηλαδή παρά να ανταποκρίνονται παρά κατά ένα  μέρος και μόνο  στην πρωταρχική εμπειρία ικανοποίησης. 
Τα μερικώς ικανοποιητικό αυτό  καινούργιο αντικείμενο  αίσθησης ικανοποιεί και δεν ικανοποιεί την επιθυμία. Θα έχει δηλαδή δύο συνιστώσες, μία απαράλλαχτη που θα ονομάσει «Το Πράγμα», Das Ding  και μία άλλη που θα παραλλάσει που θα είναι το κατηγόρημα που θα κρίνει το κατά πόσο η καινούργια εμπειρία ανταποκρίνεται στο Πράγμα. 
Ερωτήματα που θα επαναφέρει ακριβώς 30 χρόνια μετά στο κείμενό του για την «Άρνηση»[18]. 
Τα ηθικά κίνητρα αλλά και ολη η διαδικασία της σκέψης προέρχονται σύμφωνα με τον Freud από αυτή τη διαδικασία «κρίσης» του υποκειμένου το οποίο έχει καταδικαστεί  με τον τρόπο αυτό να ζει μέσα στην απογοήτευση. 
Ούτως ώστε  ο πρωταρχικός συνάνθρωπος είναι ο σωτήρας και ταυτόχρονα το πρώτο εχθρικό αντικείμενο.
Από το σημείο αυτό, δηλαδή το πέραν της αρχής της ευχαρίστησης και την έννοια του Πράγματος στον Freud, μπορούμε να πιάσουμε το νήμα  την έννοιας της απόλαυσης στο Lacan η οποία έχει όχι μόνο υπόσταση έννοιας αλλά και ημερομηνία γέννησης η οποία είναι το σεμινάριο γύρω από «Τα μορφώματα του ασυνειδήτου»[19] της   5ης     Μαρτίου 1958,    στο οποίο εισάγει τον όρο αυτό  βάζοντάς τον   σε αντίθεση   με την έννοια της επιθυμίας και του σημαίνοντος.  
Στην συνεδρία αυτή του σεμιναρίου του o Lacan είπε ότι «στο βάθος αυτό που βρίσκουμε στην αναλυτική διερεύνηση της επιθυμίας είναι ο μαζοχισμός - το υποκείμενο δηλαδή  συλλαμβάνει τον εαυτό του ως υποφέρον, συλλαμβάνει την εμπειρία  του να ζει ως υποφέρον, δηλαδή ως υποκείμενο της επιθυμίας» και στη συνέχεια  «Το υποκείμενο δεν ικανοποιεί μόνο μία επιθυμία, αλλά, απολαμβάνει  με το να επιθυμεί και αυτό είναι μία ουσιαστική διάσταση της απόλαυσης».  
Είναι το είδος αυτής της αντιθετικής σύνδεσης μεταξύ απόλαυσης και επιθυμίας (αλλά και του σημαίνοντος) που θα  εξετάσει, αναθεωρώντας την διαδοχικά, σε διάφορα στάδια της διδασκαλίας του από το 1957 έως το 1975 στο σεμινάριο R.S.I. 
Στοιχεία της έννοιας της απόλαυσης βρίσκει κανείς και πριν το 1957 στη διδασκαλία του  Lacan  σε συνάρτηση κυρίως με το φαντασιακό όπως υποδεικνύει για παράδειγμα στο στάδιο του καθρέφτη όπου υπάρχει ο όρος ανάληψη της εικόνας του εαυτού με αγαλλίαση. 
Ο   Jacques-Alain Miller[20] από τα έξι διαδοχικά παραδείγματα  απόλαυσης που βρίσκει στο  Lacan το πρώτο το ονομάζει φαντασιοποίση της απόλαυσης γιατί σε αυτό η απόλαυση εμφανίζεται, σύμφωνα με το συγγραφέα αυτόν, ως αυτό που ανθίσταται στη συμβολική επεξεργασία· είτε πρόκειται για  acting out  είτε για παροδικές διαστροφές (στο 4ο σεμινάριο) είτε διαμέσου της φιγούρας του θηριώδους Υπερεγώ. 
Ακολουθώντας τον   Miller στο σημείο αυτό θα λέγαμε ότι την περίοδο αυτή  η σκέψη του Lacan  όσον αφορά την απόλαυση - την οποία δεν είχε ονοματίσει ακόμη[21] - ήταν  συναρτημένη με το πέραν της συμβολικής επεξεργασίας στον διαρρηγμένο ορίζοντα της οποίας εμφανίζονται φαντασιωτικά παράγωγα της απόλαυσης.
    Αλλά πέραν αυτών των προοιμίων της έννοιας της απόλαυσης το σεμινάριο στη διάρκεια του οποίου αναπτύσσει ο Lacan  για πρώτη φορά την έννοια αυτή είναι η «Ηθική της ψυχανάλυσης» της χρονιάς 1959-1960. 
Στο σεμινάριο αυτό προσεγγίζει  την απόλαυση μέσα από το πρίσμα του ανέφικτου, αυτού που  είναι σχετικό με την έννοια του φροϋδικού Πράγματος, das Ding[22], τον απόλυτο Άλλο[23] του υποκειμένου˙  ενός πραγματικού  το οποίο είναι μία ενδόμυχη εξωτερικότητα (extériorité intime) για το υποκείμενο[24], αυτό δηλαδή που του είναι ότι πιο εξωτερικό και συνάμα ότι πιο κοντινό. 
Είναι επίσης αυτό το Πράγμα η πεμπτουσία του κακού αλλά και η πηγή της μετουσίωσης. Η μητέρα ως απαγορευμένη έρχεται στο σεμινάριο αυτό ως ενσάρκωση του Άλλου, του Πράγματος[25][26]. Στο σεμινάριο αυτό  πέραν της απαγόρευσης είναι το ανέφικτο του Πραγματικού που έρχεται να σημάνει το διαζύγιο μεταξύ της απόλαυσης και του σημαίνοντος. 
Το Πράγμα  είναι αυτό   που δεν γίνεται να ξαναβρεθεί για λόγους όχι μόνο απαγόρευσης αλλά αδυνατότητας. 
Η οιδιπόδεια απαγόρευση γίνεται έτσι μία μυθοποιημένη εκδοχή αυτής της πρωταρχικής αδυνατότητας. 
Η απόλαυση του Πράγματος είναι ως εκ τούτου ανέφικτη ούτως ώστε ο εναρκτήριος καθαυτός ορισμός της απόλαυσης από τον Lacan   είναι η απόλαυση του Πράγματος ως ανέφικτη.  Στο ίδιο σεμινάριο  θα επιχειρήσει να ορίσει την έννοια της απόλαυσης ως ικανοποίηση της ορμής[27] – και όχι δηλαδή της ανάγκης – ορισμό όμως που δεν θα επαναλάβει. 
H ορμή δεν έχει σκοπό την ικανοποίηση αλλά το αντίθετο την αποτυχία ικανοποίησης που ανακινεί την ορμή και ως εκ τούτου αν η απόλαυση είναι ικανοποίηση μίας ορμής δεν μπορεί να είναι παρά στο βαθμό που κάθε ορμή είναι  κατά βάθος  ενόρμηση θανάτου. 
Στο βαθμό δηλαδή όπως λέει ο  Braunstein    που η ορμή εννοεί να περάσει την απόλαυση μέσα από την αλυσίδα των σημαινόντων ιστορικοποιώντας ταυτόχρονα το υποκείμενο[28].           
      Αλλά η απόλαυση δεν είναι από τη φύση της  συνδεδεμένη με την επιθυμία θα πει στο σεμινάριό του «Το άγχος»[29] της χρονιάς 1962-1963. 
Η σύνδεση   με τα σημαίνοντα και την επιθυμία γίνεται  (ή δεν γίνεται) διαμέσου μίας διαδικασίας υποκειμενοποίησης με ενδιάμεσο σταθμό το άγχος.  
Στο ίδιο σεμινάριο εισάγει τη σχέση μεταξύ του αντικειμένου μικρού α ως υποκατάστατο του Πράγματος και της απόλαυσης  διαμέσου του σχήματος της υποκειμενικής διαίρεσης με ενδιάμεσο σταθμό το άγχος. 
Η λέξη διαίρεση αναφέρεται στη μπάρα του διχασμού του υποκειμένου. Πόσες φορές το  S χωρά sτο Α. 
Η πρώτη φάση αυτής της διαίρεσης είναι αυτή της μυθικής  απόλαυσης (του είναι[30]) ενός πρωτουποκειμένου μη διχασμένου  και η πρώτη αυτή σχέση με το Α[31], δημιουργεί τη σύνδεση με το πρώτο σημαίνον της επιθυμίας του Άλλου που εγείρει το συναφές ερώτημα του «Τι με θέλει  ο  Άλλος», ερώτημα που προκαλεί το άγχος, εξ’ού και η ονομασία από το Lacan της λογικής αυτής στιγμής ως στιγμής του άγχους. 
Παράγει δε  την εγγραφή της απόλαυσης ως αντικείμενο μικρό α το οποίο είναι το υπόλοιπο αυτής της διαίρεσης. 
Το αποτέλεσμα αυτής της διαίρεσης είναι η μπάρα του Άλλου η οπο εμφανίζεται, ως εκ τούτου, ελλιπής. 
To υποκείμενο αφού περάσει από τη θέση μικρού α για τον Άλλο - που είναι ελλιπής – στη συνέχιση της διαδικασίας της διαίρεσης του μικρού α από το  S διχάζεται  μεταξύ του πρώτου σημαίνοντος και των υπόλοιπων σημαινόντων που θα  έρθουν από τον Άλλο. 
Αυτή είναι η λογική στιγμή της διαίρεσης που δημιουργεί το ενδεχόμενο πέρασμα  - μέσω του άγχους όπως είδαμε- από την απόλαυση του υποκειμένου στην επιθυμία του υποκειμένου. 
Το  δε αντικείμενο μικρό α είναι το αίτιο αυτής της επιθυμίας. 
Ο Lacan  θα πει στο σεμινάριο αυτό ότι μόνο η αγάπη μπορεί να κάνει την απόλαυση να συγκατανεύσει στην επιθυμία[32] εννοώντας με τον τρόπο αυτό ότι η σύμπτωση της επιθυμίας και της απόλαυσης αν και ενδεχόμενη δεν είναι αναγκαία.  
Στην ίδια ημερομηνία το σεμιναρίου θα πει ότι το να επιθυμεί το υποκείμενο τον Άλλο, δεν είναι ποτέ παρά το να επιθυμεί το αντικείμενο μικρό α - κάτι δηλαδή, θα λέγαμε, που αφενός έχει να κάνει με την έλλειψη του Άλλου αφενός αφετέρου με τον ίδιο το υποκείμενο  ως έλλειψη αυτού του Άλλου.
    Συνοψίζοντας με πιο απλά λόγια  τα παραπάνω θα λέγαμε ότι οι πρώτες εμπειρίες ευχαρίστησης και δυσαρέσκειας συνιστούν μια κατάσταση απόλαυσης του σώματος  για το υποκείμενο που είναι να δημιουργηθεί. Η απόλαυση αυτή έχει να κάνει με το σώμα του αλλά και τον Άλλο του οποίου «η ειδική  ενέργεια» μπορεί να ικανοποιήσει ή να στερήσει την ικανοποίηση. 
Στην κατάσταση αυτή δεν υπάρχει ακόμη διαχωρισμός από τον Άλλο, δεν υπάρχει δηλαδή ταυτότητα. Τα σημαίνοντα από τον Άλλο,  οι λέξεις φερ’ειπείν, έρχονται  να  συνδέσουν την κατάσταση της απόλαυσης, το πραγματικό των ορμών. Αν υποθέσουμε ότι ένα πρώτο σημαίνον έρχεται να  συνδεθεί με την ορμή η διαδικασία αυτή της σύνδεσης παραμένει πάντα ατελής, δηλαδή δεν μπορεί το σημαίνον να ονομάσει την ορμή. Υπάρχει πάντα ένα υπόλοιπο στη διαδικασία που οι ορμές αποκτούν αντιπρόσωπο από την τάξη των σημαινόντων. 
Δηλαδή υπάρχει ένα χάσμα υπάρχει μεταξύ του πραγματικού του σώματος από τη μια πλευρά και τη δυνατότητα του σημαίνοντος να αποστραγγίσει, να πει το πραγματικό του σώματος. 
Γι’ αυτό μετά από αυτήν τη  ατυχή απόπειρα, (τη δομικά ατυχή απόπειρα) του πρώτου σημαίνοντος να πει το πραγματικό του σώματος θα έρθουν τα επόμενα  σημαίνοντα να επιχειρήσουν να πουν αυτό που το πρώτο δεν μπόρεσε να ολοκληρώσει χωρίς όμως  ποτέ η διαδικασία αυτή να μπορεί να ολοκληρωθεί.. 
Η σύνδεση με το πρώτο σημαίνον, η πρώτη αυτή αλλοτρίωση,  θα μπορούσε να είναι η πρωτογενής απώθηση  που ο Freud αναπτύσσει ελάχιστα στο έργο του. 
Ενώ η σύνδεση με τα υπόλοιπα, η δεύτερη αλλοτρίωση στον Άλλο δηλαδή του Λόγου,  είναι θα λέγαμε η δευτερογενής απώθηση. 
Θα μπορούσαμε να πούμε ότι το διχασμένο υποκείμενο της λακανικής άλγεβρας δημιουργείται αφ’ής στιγμής, αυτό το δεύτερο σημαίνον έρχεται να το αντιπροσωπεύσει για το πρώτο σημαίνον. 
Είπα προηγουμένως ότι το χάσμα μεταξύ του λόγου και του σώματος είναι δομικό χαρακτηριστικό. Τα ζώα φερ’ειπείν δεν έχουν την ίδια σχέση με το συμβολικό και η ικανοποίηση των ενστίκτων δεν παρουσιάζει την ίδια πολυπλοκότητα γιατί το κύκλωμα της ανάγκης βρίσκει - εν δυνάμει τουλάχιστον- εύκολα απάντηση. 
Ο άνθρωπος είναι προδιατεθειμένος στο τραυματικό του Λόγου δηλαδή στο γεγονός του ότι  η εμπειρία με το πραγματικό του σώματός του  δεν θα βρει τελική απάντηση από τον Άλλο που είναι και ο Άλλος του Λόγου. 
Η σύνδεση αυτή   της απόλαυσης με τα σημαίνοντα της επιθυμίας διαμορφώνει τη συνθήκη για τη σύνδεση με κάτι που υφίσταται εκτός σώματος και το οποίο έχει να κάνει με τα σημαίνοντα. 
Την εκδοχή της – εκτός σώματος - απόλαυσης  που έχει να κάνει με τα σημαίνοντα θα την ονομάσει αργότερα (τη δεκαετία του 70) φαλλική απόλαυση[33] γιατί η σημασία έχει πάντα αναφορά στο φαλλό ως σημαίνον  Φ. 
Για το φαλλικό σημαίνον στο άρθρο του «Ανατροπή του υποκειμένου και διαλεκτική της επιθυμίας» του 1960 θα  πει ότι είναι το σημαίνον της απόλαυσης το οποίο ως τέτοιο συνιστά εξαίρεση στην αλυσίδα των σημαινόντων γιατί  χωρίς αυτό τα υπόλοιπα σημαίνοντα δεν σημαίνουν τίποτα .[34]  
 Στο επόμενο σεμινάριο από «Το άγχος» για τις «Τέσσερεις θεμελιώδεις έννοιες της ψυχανάλυσης»[35]  του 1964 θα κάνει πιο συγκεκριμένη τη σχέση μεταξύ του αντικειμένου μικρού α ως στοιχείου απόλαυσης το οποίο έρχεται στη θέση της μαζικής απόλαυσης του Πράγματος. 
Το αντικείμενο μικρό α είναι από τη μία πλευρά στοιχειώδης φιγούρα του Πράγματος αλλά από την άλλη πλευρά έχει σύνδεση με τον Άλλο ως τόπο των σημαινόντων. 
‘Έχει ρόλο   μεσολάβησης μεταξύ του Πράγματος και του Άλλου. Το αντικείμενο μικρό α είναι ένα στοιχείο  και από  αυτή την άποψη προσεγγίζει το σημαίνον που είναι επίσης στοιχείο, - είναι δηλαδή διακεκομμένο. 
Από την άλλη όμως έχει να κάνει με την ουσία όπως και το Πράγμα, δηλαδή με τις πρώτες σωματικές διεγέρσεις  και κυρίως με τα στόμια του σώματος. 
Εν αντιθέσει με το Πράγμα οι  διεγέρσεις στο αντικείμενο μικρό α έχουν υποστεί την επίδραση της επιθυμίας του Άλλου, έχουν υποστεί την έλλειψη του Άλλου όπως λέγαμε παραπάνω. 
Κάτι στη δομή του σώματος, στη λειτουργία των ορμών, είναι  ομογενές με τη δομή του ασυνειδήτου. 
Ο Lacan περιγράφει στο σεμινάριο αυτό το ασυνείδητο ως κάτι δυναμικό  και όχι πλέον ως μία στατική σειρά σημαινόντων που επαναλαμβάνεται. 
Κάτι σαν ένα χείλος που ανοίγει και κλείνει και το οποίο είναι ομογενές με μία ερωτογόνο ζώνη όπως το στόμα και ο πρωκτός που ανοίγει και κλείνει. 
Η έλλειψη του σημαίνοντος αρθρώνεται στην έλλειψη του σώματος. 
Η έλλειψη όμως του σώματος δεν παράγεται από το σημαίνον είναι φυσική και πρωτογενής. 
Έτσι και η απόλαυση από τη μία μεριά παραμένει αυτοφυής, απόλαυση  του ακατέργαστου σώματος, του σώματος ως ζώντος οργανισμού θα λέγαμε, και από την άλλα ενδέχεται να εγγραφεί στο σύστημα των σημαινόντων του ασυνειδήτου τα οποία όμως ποτέ δεν θα μπορέσουν να την εγγράψουν ολικά. 
Με τον τρόπο αυτό στο σεμινάριο όμως αυτό η απόλαυση δεν ορίζεται μονάχα αρνητικά δηλαδή  ως αυτό που δεν αφομοιώνεται από το συμβολικό όπως γινότανε στο σεμινάριο της «Ηθικής».
Το 1969-1970 στο σεμινάριο με τίτλο «Η  αντίστροφη όψη της ψυχανάλυσης»,  ο Lacan θα ορίσει την απόλαυση σε συνάρτηση με την έννοια της επανάληψης. 
Σύμφωνα με την θεώρηση αυτή είναι η απόλαυση που απαιτεί την επανάληψη, ή, διαφορετικά ειπωμένο, είναι στην απόλαυση που προσβλέπει η επανάληψη. 
Μέχρι τότε η έννοια της επανάληψης είχε να κάνει με την αλυσίδα των σημαινόντων  και την τακτή επιστροφή κάποιων σημαινόντων.  
Στη καινούργια εκδοχή του 1969-1970 ο Lacan επιχείρησε  την αναθεώρηση της έννοιας της επανάληψης  με τη βοήθεια της έννοιας  του «εναδικού χαρακτηριστικού» νεολογικό όρο που εισήγαγε - με διάφορες εκδοχές από το σεμινάριό του πάνω στην ταύτιση   και μετά -στηριζόμενος στα μαθηματικά της θεωρίας των συνόλων του Φρέγκε αλλά κυρίως στο φροϊδικό όρο - του κειμένου του  Φρόιντ, «Ψυχολογία των μαζών και ανάλυση του εγώ» - μοναδικό χαρακτηριστικό einziger Zug το οποίο αφορά την  ταύτιση με τον ηγέτη διαμέσου του ιδεώδους του εγώ[36]. 
Ως δεύτερη εκδοχή του μοναδικού χαρακτηριστικού αυτού ο Φρόιντ στο ίδιο κείμενο είχε μιλήσει για την ταύτιση διαμέσου του συμπτώματος. 
Το κλασσικό παράδειγμα είναι  ο βήχας της Ντόρας ως χαρακτηριστικό που «ξεπατικώνει» η Ντόρα από τον πατέρα της και διαμέσου του οποίου ταυτίζεται μαζί του όπως έλεγε και ο Freud. 
Ο Lacan προτίμησε το νεολογισμό trait unaire που μεταφράζω με το επίσης νεολογικό εναδικό χαρακτηριστικό. 
Όμως όταν αναφέρεται στο  «εναδικό χαρακτηριστικό»  όσον αφορά την απόλαυση[37] το θεωρεί ως προερχόμενο από τη συνάντηση, από την Τύχη  και που, αντί να «συλλογικοποιεί», αντί να ταυτίζει, όπως στις άλλες δύο περιπτώσεις, χαρακτηρίζει μοναδικά κάθε υποκείμενο, του είναι «διακριτικό». Αυτό το διακριτικό προέρχεται από τη συνάντηση με μία εμπειρία απόλαυσης. 
Ως εκ τούτου προέρχεται από το Τυχαίο, από το ενδεχόμενο δηλαδή της συνάντησης. 
Και ως εκ τούτου είναι ένα στίγμα ειδικό του συγκεκριμένου υποκειμένου της συνάντησης.[38]  Είναι ένας απλός  τρόπος να συλλάβουμε το εναδικό χαρακτηριστικό ως  χαρακτηριστικό της εμπειρίας απόλαυσης που επαναλαμβάνεται ως αυτόματο.
     Αλλά η επανάληψη δεν είναι απλά επανάληψη του εναδικού χαρακτηριστικού. 
Η επανάληψη είναι στο επίπεδο των επιπτώσεων που έχει πάνω στην απόλαυση η επανάληψη του εναδικού χαρακτηριστικού. 
Υπάρχουν τρεις χρόνοι στη επανάληψη του  εναδικού χαρακτηριστικού προκειμένου να εμφανιστεί η επανάληψη θα πει ο Lacan.[39] Ο χρόνος 1 είναι ο χρόνος της συνάντησης της εμπειρίας απόλαυσης, δηλαδή ο χρόνος κατά τον οποίο θα φιξαριστεί αυτό που ο Λακάν  ονομάζει μνημείο απόλαυσης, το εναδικό χαρακτηριστικό ως μνημείο απόλαυσης. 
Ο χρόνος 2 είναι η επανάληψη του χαρακτηριστικού, ή μάλλον  το εγχείρημα επανάληψης του χαρακτηριστικού. Λέω εγχείρημα γιατί επιδιώκοντας την επανάληψη  προκύπτει αυτό που ο Λακάν ονομάζει ‘ανάμιξη της διαφοράς’ (immixtion de la difference.[40]). 
Αυτό δηλαδή που επαναλαμβάνεται διαφέρει[41] και εδώ υπεισέρχεται βέβαια η απώλεια, -η διαφορά δηλαδή μεταξύ της πρώτης απόλαυσης  για την οποία υπάρχει το μνημείο απόλαυσης, και της απόλαυσης  που μένει από το εγχείρημα της επανάληψής του δεύτερου χρόνου.  
Με όρους φυσικής θα λέγαμε - για αυτή την απώλεια -  ότι είναι η λεγόμενη εντροπία[42]. 
Και από το γεγονός της διαφοράς, της απώλειας, αυτής προκύπτει ακόμη  θέμα για επανάληψη. 
Αυτό που επαναλαμβάνει τώρα ο χρόνος 3 είναι τόσο την απώλεια όσον και  το στοιχείο της απόλαυσης  με τη διαφορά.   
Το εναδικό χαρακτηριστικό εισάγει τη διάσταση της επανάληψης με τη διπλή σημασία. 
Από τη μια μεριά ως νοσταλγία της απώλειας και από την άλλη ως αναζήτηση επανάκτησης. 
Ο όρος  plus de jouir που εισάγει στο σεμινάριο αυτό σε αντιστοιχία με την υπεραξία (plus value) του Μαρξ δηλώνει, με την αμφισημία του όρου plus  το σταμάτημα της απόλαυσης ως προϋπόθεση για την αναζήτηση του «κέρδους» της. 
Το αντικείμενο μικρο α μνημονεύει την απώλεια απόλαυσης. 
Αλλά επειδή ως αντικείμενο αντιπροσωπεύει ένα υπόλοιπο απόλαυσης που διέφυγε από τη διαδικασία της σημαινότητας (signifiance) ο Lacan θα το ονομάσει  plus de jouir. 
 Στο σεμινάριο «Ακόμη»  (Encore), τρείς χρονιές του σεμιναρίου αργότερα, είναι  ο ίδιος ο γλωσσικός κώδικας που θα θεωρηθεί καταρχήν ως απόλαυση και δευτερευόντως  ως επικοινωνία. Είναι με τον όρο lalangue  που θα ονοματίσει αυτή την απόλαυση. 
Ο όρος αυτός είναι νεολογισμός που δημιούργησε ο Lacan από τη λέξη lallation[43] η οποία αναφέρεται στην εκπομπή ήχων από το βρέφος πριν αυτό  αρχίσει να τους αρθρώνει μεταξύ τους εν είδη ομιλίας. Το σημαίνον έτσι αποσυνδέεται από το σημαινόμενο, το πρώτο παραπέμπει στην απόλαυση το δεύτερο στο νόημα.Η απόλαυση της ομιλίας, του μπλα μπλα, αποκτά έτσι αυτή τη διάσταση αποκοπής από το νόημα της ομιλίας. Στο γράμμα 52[44] του Φρόιντ προς τον Φλις βρίσκουμε  νομίζω τον πρόδρομο της ιδέας αυτής. Στο γράμμα αυτό υπάρχουν τρία διαδοχικά συστήματα  εγγραφής (Niederschrift) των προσλαμβανουσών, Wahrnehmungen. Το πρώτο Wahrnehmungszeichen στο οποίο γίνεται μία άτακτη καταγραφή τους ως αντιληπτικά σημεία-ίχνη. Με λακανική ορολογία θα λέγαμε ότι ο λογικός αυτός χρόνος αντιστοιχεί στη μυθική απόλαυση, την απόλαυση του «είναι» ενός πρωτουποκειμένου η οποία προηγείται της έλευσης του διχασμένου υποκειμένου. 
Στο χρόνο αυτό γίνεται μία πρώτη κωδικοποίηση με την έννοια του ίχνους, του σημείου (και όχι του σημαίνοντος) που εγγράφεται στο σώμα (στη σάρκα  η οποία θα γίνει από αυτή τη διαδικασία εγγραφής σώμα) και το οποίο έξυπνα ο  Braunstein το τοποθετεί ως αυτό που αργότερα ο Φρόιντ της δεύτερης τοπικής και της εποχής του «Μαγικού μπλόκ»[45] θα ονομάσει “το Αυτό”, das Id . 
Αυτή η πρώτη γραφή γίνεται με την ταυτόχρονη και χωρίς διάταξη (χρονική ή λογική) εγγραφή εμπειριών του πραγματικού[46]. 
Αυτή η απόλαυση του είναι  η οποία δεν συνδέεται με τα σημαίνοντα του Άλλου, θα λέγαμε ότι είναι η απόλαυση της lalangue. 
Το δεύτερο σύστημα καταγραφής είναι αυτό του ασυνείδητου, της πρώτης τοπικής, das Unbewusste, στο οποίο λέει ο Φρόιντ δεν είναι οι συνδέσεις συγχρονίας που κυριαρχούν αλλά «ένας άλλος σύνδεσμός, ενδεχομένως σύνδεσμος αιτιότητας». 
Η αιτιότητα συνεπάγεται μία σύνδεση  αλλά η αιτιότητα αυτή δεν είναι η διάταξη της οργανωμένης σκέψης από τη σύνταξη και την λογική της συνειδητής σκέψης. Αλλά πρόκειται για μία αποκωδικοποίηση των ιχνών του πρώτου χρόνου εγγραφής που μόλις περιγράψαμε, μία ερμηνεία τους από τις πρωτογενείς διαδικασίες του ασυνειδήτου, το οποίο είναι δομημένο ως γλωσσικός κώδικας εξ αιτίας των μεταφορομετωνυμικών διαδικασιών που το κυβερνούν. 
Και πάλι εδώ ισχύει  η συγχρονία των  εγγραφών και όπως και στο προηγούμενο σύστημα δεν υπάρχει  αντίφαση ούτε αναπαράσταση του θανάτου. 
Αλλά εδώ οι εγγραφές συνδέονται με τον Άλλο και η απόλαυση  υπόκειται στο φαλλικό σημαίνον και στη – μη γραμμική - λογική του «Εκ των υστέρων». 
Ως λόγος το ασυνείδητο είναι κάτι που ακούγεται αλλά είναι επίσης  «ένα υλικό στο οποίο η απόλαυση θα παραμείνει ξεχασμένη» λέει ο Braunstein[47]. 
Στον τρίτο χρόνο εγγραφής  οι αναπαραστάσεις πραγμάτων του ασυνειδήτου του προηγούμενου χρόνου θα υποστούν την ερμηνεία από τις δευτερογενείς διαδικασίες του προσυνειδητού Vorbewusste, και θα συνδεθούν με τις αναπαραστάσεις λέξεων. 
Σε αυτό το σύστημα εγγραφών ισχύει η διαχρονία και ο χρονικότητα με την κλασική έννοια και κυριαρχούν οι κανόνες της κλασικής λογικής.
Μετά την παρένθεση αυτή από το γράμμα 52 επεξεργασμένο λακανικά ας επανέλθουμε στο σεμινάριο «Ακόμη».
Το σώμα  προεξάρχει όσον αφορά την απόλαυση στο σεμινάριο αυτό του οποίου ο τίτλος, όπως υποδεικνύει ο  ίδιος ο Lacan το περιέχει ομοφωνικά (en corps- εν σώματι). Δεν υπάρχει απόλαυση λέει παρά ως ιδιότητα του ζώντος σώματος. Και διευκρινίζει  επ’αυτού  «Αυτό που  καθαυτό προϋποθέτει η ψυχαναλυτική εμπειρία είναι η ουσία του σώματος[48] υπό τη συνθήκη ότι – αυτή- ορίζεται μονάχα ως αυτό που απολαμβάνεται». Υπό την έννοια αυτή υπάρχει μία διάζευξη  της απόλαυσης από τον Άλλο, μία ανυπαρξία σχέσης˙ η ανυπαρξία σχέσης των φύλων [49] είναι το moto του σεμιναρίου αλλά η ανυπαρξία σχέσης στο σεμινάριο αυτό είναι μία γενικότερη κατάσταση που επεκτείνεται και στη σχέση (της μη σχέσης δηλαδή) της απόλαυσης με τον Άλλο και του σημαίνοντος με το σημαινόμενο . 
 Ούτως ώστε η σεξουαλική απόλαυση  είναι ένα αδιέξοδο γιατί το κάθε φύλο δεν απολαμβάνει τον Άλλο γιατί η απόλαυση και για τα δύο φύλα διαμεσολαβείται από το φαλλό. 
Αλλά θα πει[50] «Αυτό που ονομάζουμε σεξουαλική απόλαυση είναι σημαδεμένο, κυριαρχείται, από την αδυνατότητα  του της εγκατάστασης  μέσα στη εκφορά αυτού του Ενός που μας ενδιαφέρει, του Ενός της σχέσης, του σεξουαλικού συσχετισμού». 
Και παρακάτω «Η απόλαυση ως σεξουαλική είναι φαλλική, δηλαδή δεν αναφέρεται στον Άλλο ως τέτοιο»[51]. 
Και σε ένα επόμενο σημείο διευκρινίζοντας τι εννοεί ως Άλλο «Ο Άλλος, στην ορολογία μου, δεν μπορεί να είναι παρά το Άλλο φύλο». 
Κεντρικό επίσης στοιχείο αυτού του σεμιναρίου είναι  η διατύπωσή του για  «Τη γυναίκα» και τη παραπληρωματική της απόλαυση. 
Αυτή η απόλαυση είναι η Άλλη απόλαυση την οποία γνωρίζουν επίσης οι μυστικιστές, οι οποίοι ψυχανεμίζονται ότι πρέπει να υπάρχει μία απόλαυση επέκεινα της φαλλικής απόλαυσης. 
Η γυναίκα δηλαδή έχει αφενός να κάνει με τη φαλλική απόλαυση. Αλλά όλη της η απόλαυση δεν είναι φαλλική γιατί έχει μία Άλλη απόλαυση για την οποία δεν λέει λέξη, γιατί δεν  γνωρίζει κάτι άλλο εκτός του ότι την αισθάνεται[52]. 
Διευκρινίζει όμως ότι αυτό δεν ισχύει για όλες τις γυναίκες. 
Αυτή η Άλλη απόλαυση, που δεν είναι η απόλαυση του Άλλου, η οποία ως απόλαυση του Άλλου φύλου  είναι είχε πει ανέφικτη, είναι παραπληρωματική -  και όχι συμπληρωματική γιατί στην περίπτωση αυτή θα ξαναπέφταμε στην ψευδαίσθηση της ύπαρξης της σεξουαλικής σχέσης.
      Στον πίνακα της γραφής της σεξουαλικής  σχέσης - ως αποτυχία  - στη  μορφή του  στο σεμινάριο «Ακόμη» φαίνεται ότι  οι μεν άνδρες  αποτυγχάνουν γιατί αυτό με το οποίο έχουν να κάνουν όταν επιχειρούν το συσχετισμό τους με το Άλλο φύλο είναι να σχετιστούν με το αντικείμενο μικρό α μέσω της φαντασίωσης. 
Το σώμα του Άλλου έτσι περιορίζεται στο αντικείμενο μικρό α (σημειωμένο στη στήλη που αφορά «τη γυναίκα») και όλη τους η απόλαυση είναι φαλλική απόλαυση η οποία περιέχει τον περιορισμό από τον ευνουχισμό  (-φ). Εξ’άλλου ακόμη και στη διαδικασία της σεξουαλικής επαφής, στη διάρκεια της οποίας θα λέγαμε ότι ο φαλλός  ενσαρκώνεται  για τον άντρα  στιγμιαία από το πέος, ο οργασμός επιφέρει την περίοδο ανερεθιστότητας που περιορίζει την απόλαυση. 
Η οποία παραμένει απόλαυση του οργάνου του πέους[53] και όχι απόλαυση του Άλλου φύλου. 
Ενώ για «τη γυναίκα» [54]   αυτό που συνιστά αίτιο της επιθυμίας της είναι ο φαλλός που δεν έχει. 
Η γυναίκα αποφεύγει υπό μια έννοια  το σύμπλεγμα του ευνουχισμού αλλά σχετίζεται με το φαλλό  έστω και αν πρέπει να περάσει διαμέσου ενός άνδρα για να το επιτύχει, π.χ. αποκτώντας ένα παιδί.
Στο βαθμό αυτό η απόλαυσή της είναι επίσης φαλλική. Αλλά για εκείνη αυτή η φαλλική απόλαυση αφήνει  τη δυνατότητα πρόσβασης στην Άλλη απόλαυση, την παραπληρωματική, λέει  ο Lacan. Για αυτό είναι «μη όλη» και τη γράφει ως διαγραμμένη. 
Στον πίνακα με τις διατυπώσεις δύο βέλη ξεκινούν από τη διαγραμμένη γυναίκα. 
Το ένα κατευθύνεται προς το φαλλό που βρίσκεται στη ανδρική στήλη. Και το Άλλο προς το  S(/A) το οποίο είναι το σύμβολο που είχε χρησιμοποιήσει στο γράφημα της επιθυμίας για το σημαίνον της έλλειψης στον Άλλο που ως τέτοιο αντιπροσωπεύει την απόλαυση  γιατί έρχεται στη θέση του φαλλικού σημαίνοντος το οποίο απουσιάζει από την αλυσίδα και το οποίο είναι το σημαίνον της απόλαυσης. 
Αυτή η  αποκλεισμένη απόλαυση από τον τόπο του Άλλου  λέει ο Valas «επιστρέφει στο πραγματικό, ιδιαίτερα στο πραγματικό του ίδιου του σώματος»[55].
Το βέλος αυτό προς το S(/A)   παραμένει στη στήλη που αφορά «τη γυναίκα» «η οποία», ως εκ τούτου, δεν είναι όλη φαλλική. [56]Για την αγάπη που όπως είδαμε  όσον αφορά  το σεμινάριό του  «Το άγχος»  θα πει και πάλι σε αυτό το σεμινάριο ότι αυτό που  μπορεί να αναπληρώσει την απουσία  σεξουαλικής σχέσης είναι η αγάπη.[57] Ο Valas[58] σημειώνει επίσης ότι «Ακόμη   είναι ο τίτλος ενός σεμιναρίου γύρω από τη γυναικεία απόλαυση. 
Ακόμη  (Εncore /en – corps) είναι η έλλειψη του Άλλου, S(/A), από όπου εφορμά ο λόγος της αγάπης, ακόμη , ακόμη, ακόμη προκειμένου να φτάσει επέκεινα του φαλλού στην ύπαρξη της γυναικείας απόλαυσης». 
Θα λέγαμε ότι μία γυναίκα στη σχέση  με ένα  άνδρα δίνει από αυτό που δεν έχει αντιπροσωπεύοντας το φαλλό (τον οποίο δεν έχει) για ένα άνδρα, και αυτό το δόσιμο είναι αγάπη, σύμφωνα με τον ορισμό της αγάπης από το Λακάν – δηλαδή του να δίνει κανείς από αυτό που δεν έχει. 
Ο Λακάν μετά από την αναφορά του στη γυναικεία απόλαυση στο σεμινάριο αυτό δεν θα αναφερθεί ξανά στην απόλαυση αυτή. 
Από τα παραπάνω διαφαίνεται ότι οι απολαύσεις των δύο φύλων είναι ασύμμετρες και ως εκ τούρου δεν συναντιούνται και αυτός είναι ένας άλλος τρόπος να πει κανείς το ότι δεν υπάρχει η σχέση των δύο φύλων.
Συνοψίζοντας κάπως τα προηγούμενα όσον αφορά τα είδη απόλαυσης θα λέγαμε ότι η λειτουργία του λόγου μας επιτρέπει να διακρίνουμε τρεις όψεις της απόλαυσης.
Α)Την απόλαυση που σχετίζεται με τα σημαίνοντα δηλαδή φαλλική απόλαυση που υπόκειται στον ευνουχισμό, τον Νόμο και το όνομα του Πατρός. Η απόλαυση αυτή παρασιτεί τις  άλλες όψεις της απόλαυσης.
Β)Την απόλαυση πριν την σύνδεση με τον Άλλο των σημαινόντων η οποία έχει να  κάνει με τις πρώτες εμπειρίες με τον Άλλο, τον μητρικό Άλλο κυρίως, αυτήν δηλαδή του φροϋδικού Πράγματος που είναι εγγεγραμμένη μεν στο σώμα (και ως εκ τούτου είναι απόλαυση του σώματος) αλλά μη κατονομάσιμη κι ως εκ τούτου μυθική γιατί το ομιλούν υποκείμενο δεν μπορεί να την  αντικειμενοποιήσει. Είναι η απόλαυση του «είναι» και την οποία μπορεί μόνο  να συνάγουμε υποθετικά και αναδρομικά μετά το διχασμό του από το σημαίνον οπότε όμως δεν έχει πλέον πρόσβαση σε αυτή, γι’αυτό είναι και ανέφικτη.
 Γ)Την απόλαυση επέκεινα των σημαινόντων, πέραν της λειτουργίας του φαλλού, και του ονόματος του Πατρός. Δηλαδή την Άλλη απόλαυση στην οποία έχουν πρόσβαση οι γυναίκες η οποία είναι πέραν του λόγου και που είναι αδύνατον για το ομιλούν ον  να την αρθρώσει λεκτικά αν και οι γυναίκες την αισθάνονται·όχι όλες τους διευκρινίζει παρά ταύτα.
   Στο σεμινάριο   R.S.I.   καθώς και την Τρίτη ομιλία του στη Ρώμη στη λεγόμενη ως εκ τούτου «La troisième» θα διακρίνει δύο απολαύσεις τη φαλλική και την απόλαυση του Άλλου με την έννοια της γενικής αντικειμενικής. Δεν πρόκειται να επεκταθώ σε αυτή τη φάση της ανάπτυξης που κάνει γύρω από την έννοια της απόλαυσης γιατί αυτό θα απαιτούσε μία εισαγωγή στον βορρώμειο κόμβο. Θα πω πάντως ότι σε αυτόν  το αντικείμενο μικρό α βρίσκεται «σφιγμένο» μεταξύ 
Α)του νοήματος το οποίο είναι  μεταξύ φαντασιακού και συμβολικού
Β)τη φαλλική απόλαυση η οποία βρίσκεται μεταξύ συμβολικού και πραγματικού
Γ)την απόλαυση του Άλλου (γενική αντικειμενική) η οποία βρίσκεται μεταξύ του πραγματικού και του φαντασιακού και άρα εκτός γλωσσικού κώδικα. 
Ο Λακάν την ονομάζει επίσης απόλαυση της ζωής αντιπαραθέτοντας την στην φαλλική απόλαυση η οποία είναι απόλαυση θανάτου καθότι έχει να κάνει με το σημαίνον την ιστοροποίηση κλπ. όπως αναφέραμε και παραπάνω και την θανάτωση, δηλαδή την εκκένωση των άλλων απολαύσεων.
  Τέλος λίγα λόγια για την έννοια της απόλαυσης και την διεύθυνση της θεραπείας. 
Για τον Λακάν η ψυχανάλυση δεν αποσκοπεί στο να απαλλάξει κάποιον από το τα συμπτώματά του αλλά να του επιτρέψει να μάθει το από τι είναι φυλακισμένος.
Το υποκείμενο έτσι μαθαίνει να χρησιμοποιεί τα συμπτώματά του. 
Δηλαδή με το να εργαλειοποιεί το σύμπτωμά του, με το να ταυτιστεί με το σίνθωμά του ο αναλυόμενος μπορεί να βρει μία ικανοποίηση και να πάψει να δαπανάται από την απόλαυση. 
Δηλαδή με την ψυχανάλυση το υποκείμενο αποποιείται ένα κομμάτι νοσηρής απόλαυσης που του έρχεται από τον Άλλο στο βαθμό που αυτός ο Άλλος έχει μία αλλοτριωτική γνώση γι’αυτό. 
Μαθαίνει έτσι στο υποκείμενο να ξαναβρίσκει στο Λόγο αυτό που του χρειάζεται ως απόλαυση προκειμένου να συνεχιστεί η ιστορία του. 
Η ψυχανάλυση λέει ο Βαλάς κάνει την απόλαυση να υπάρξει μέσα σε ένα λέγειν που αφορά την αγάπη το οποίο δίνει νόημα στην επιθυμία[59]». 
Ο αναλυτής έχοντας φτάσει στο τέλος της ανάλυσής του πρέπει λέει ο Σαρλ Μελμάν «να είναι τουλάχιστον ικανός να αντιληφθεί  ότι τέλος πάντων η απόλαυσή του είναι μία, ότι ο δικός του τρόπο απόλαυσης είναι ένας μεταξύ άλλων, και ότι ο καθένας από αυτούς τους τρόπους είναι με τον τρόπο του  μία απόπειρα να απαντήσουμε  στο ανέφικτο του πραγματικού. 
Το ανέφικτο  αυτό δεν είναι ένας διφορούμενος όρος, αλλά το ανέφικτο αυτό είναι το ανέφικτο της σεξουαλικής σχέσης[60]».
[1] J.Lacan, L’envers de la psychanalyse, Paris : Seuil, 1991,σ.93
[2]J.Lacan, Psychanalyse et médecine p.46
[3] Ομοίως
[4]Patrick Valas, Les di(t)mensions de la jouissance, Paris : Eres, 1998, σ.27
[5] Nestor Braunstein, Desire and jouissance in the teaching of Lacan, in The Cambridge compagnion to Lacan,  ed..Jean-Michel Rabaté, Cambridge : Cambridge university press, 2003, σ.102-115, σ.103
[6] S.Freud, Au delà du principe de plaisir σ.16
[7] S.Freud, L’homme aux rats, in  Cinq psychanalyses, Paris : PUF, 1971, σ.207
[8] Ομοίως, σ.19
[9] S.Freud, Formulations sur les deux principes du fonctionnement psychique, in Resultats,  idées,  problèmes I, Paris : PUF, 1984
[10]Γιώργος Δημητριάδης, Η επιθυμία, η εικόνα και η φαντασίωση στο όνειρο, in Εκ  των υστέρων,
[11] Ούτως ώστε θα λέγαμε ότι αν και ορμές έχουν για τον άνθρωπο ως σημείο αφετηρίας τις ανάγκες η καθυπόταξή τους από την τάξη του λόγου τους επιβάλει ένα εντελώς διαφορετικό πεπρωμένο από ότι στα άλλα ζώα. Σε βαθμό μάλιστα που η ικανοποίηση, Befriedigung, μίας  ανάγκης, της διατροφικής για παράδειγμα  στην ανορεξία-βουλιμία, έρχεται με ακραίο τρόπο  να   αντιτεθεί στην ικανοποίηση της επιθυμίας.
[12]Ομοίως , σ. 89
[13] S.Freud, Le problème économique du masochisme, in Névrose, psychose et perversion, Paris : PUF, 1974, σ.286
[14] S.Freud, Esquisse pour une psychologie scientifique, in La naissance de la psychanalyse, Paris : PUF, 1
[15]Ο Jean-Marie Jadin θα πει ότι το «Σχεδίασμα»  είναι  μία νευροφυσιολογία της απόλαυσης, Jean-Marie Jadin et Marcel Ritter, La jouissance au fil de l’ensignement de Lacan, Paris :Eres, 2009,    σ.55
[16]με πνεύμα θα λέγαμε αριστοτελικό στο οποίο είχε μυηθεί από τη διδασκαλία του Brentano βλ.
[17]
[18]
[19]
[20] Jacques-Alain Miller, Τα έξι παραδείγματα της απόλαυσης, in   ΟΛακάν και η ψυχανάλυση, επιμέλεια Νασία Λινάρδου Μπλανσέ,Εκκρεμές,2003,  σ.107
[21] Ένα σημαίνον μέσα στο πραγματικό της ψυχαναλυτικής εμπειρίας θα πει στις 30 Μαίου 1967, ένας καινούργιος όρος στις 14 Ιουνίου της ίδιας χρονιάς στο σεμινάριο «Η λογική της φαντασίωσης»
[22] J.Lacan, L’éthique de la psychanalyse, Paris : Seuil, 1986, σ.69
[23] σ.65
[24] σ.167
[25] σ.82
[26] Μία ψυχωτική μου έλεγε σε κατάσταση άγχους θανάτου μετά από τσακωμό με  τη μητέρα της την οποία δεν μπορούσε, παραταύτα,  να αποχωριστεί. «Η μητέρα μου είναι killer».
[27] Ο.π., σ.248
[28] Bλ.  Braunstein Ο.π.,σ.56-66
[29] L.Lacan,L’angoisse, Paris:Seuil, 2004
[30]
[31] Η σχέση αυτή του πρωτουποκειμένου με τον
[32] Ομοίως, σ.209
[33] Αρκετά αργότερα το 1974  θα την  ονομάσει και σημειωτική απόλαυση J.Lacan Les non dupes errant, 11 Juin 1974
[34]J.Lacan, Subversion du sujet et dialectique du désir,  Ecrits, Paris: Seuil, σ.821-823
[35]
[36] Ο Λακάν επαναπροσδιορίζει  το φροιδικό ‘ιδεώδες του εγώ’  το οποίο γράφει ως ‘ιδεώδες του Άλλου’ σε συνάρτηση με το εναδικό στοιχείο στο “Subversion du sujet et dialectique du desir”.Σύμφωνα με την   Κολέτ Σολέρ γράφοντας το Λόγο του Κυρίου ο Λακάν επαναδιατυπώνει, μαθηματικοποιεί  τη συλλογικοποίηση που συνεπάγεται η ταύτιση με τον ηγέτη.
[37] Αυτό που κάνει απαραίτητη την επανάληψη είναι η απόλαυση….Όπως όλα μας το υποδεικνύουν στα γεγονότα,  την εμπειρία, την κλινική- η επανάληψη θεμελιώνεται πάνω σε μία επιστροφή της απόλαυσης….Η επανάληψη είναι μία ακριβής ένδειξη ενός χαρακτηριστικού το οποίο σας το ανέδειξα από το κείμενο του Φρόιντ ως ταυτόσημο  με το εναδικό  χαρακτηριστικό, με το μικρό  μπαστούνι που φέρει το στοιχείο της γραφής, ενός χαρακτηριστικού που μνημονεύει την έκρηξη της απόλαυσης. Le Séminaire, livre XVII, L’envers de la psychanalyse. Paris : Seuil, mars 1991, σελ. 50 και 89
[38] Τέτοιου είδους στίγματα, σύμφωνα με την   Κολέτ Σολέρ  βρίσκουμε ήδη στη φροϋδική θεωρία της επιλογής ερωτικού αντικειμένου. Η Σολέρ φέρνει για παράδειγμα το περιστατικό του  Φρόιντ του λεγόμενου  ‘ανθρώπου με τους λύκου’ ο οποίος   ανεξάρτητα από την πραγματικότητα ή μη της σκηνής της συνουσίας  a tergo των γονιών του, στην οποία θα είχε παραβρεθεί    μεταξύ 6 μηνών και 11/2 έτους, αυτό που υφίσταται ως  ακριβής ανάμνηση απόλαυσης είναι με την γκουβερνάντα του  Γκρούτσα  σκυμμένη στο πάτωμα ενώ εκείνος  τη βλέπει από πίσω  ουρώντας σε όρθια στάση. Ούρηση η οποία μαρτυρά τη φαλλική απόλαυση του παιδιού. Αυτή η απόλαυση ήταν ένα χαρακτηριστικό το οποίο, σύμφωνα με το Φρόιντ, το βρίσκουμε καθ’όλη τη διάρκεια της ζωής του ‘ανθρώπου με τους λύκους’,  το οποίο λειτουργεί με τρόπο σχεδόν αυτόματο και το οποίο μετατίθεται μετωνυμικά λέει η  Κολέτ Σολέρ. Δηλαδή η θέση του σώματος στο πάτωμα μπορεί να εννοηθεί μετωνυμικά με άλλους τρόπους υποβάθμισης της γυναίκας, στη διάρκεια της ζωής του Σεργκέι. Καθότι κατά τις περιγραφές του Freud επακολούθησε μια τάση του Σεργκέι να θέλγεται από υπηρέτριες που ήταν σε αυτή τη γονατιστή θέση αλλά και από γυναίκες «χαμηλού ήθους». Δηλαδή, παρά τις προσπάθειες του Freud να του δώσει, διαμέσου της πρωταρχικής σκηνής οιδιποδιακό νόημα, είναι απλά και μόνο ένα χαρακτηριστικό απόλαυσης  εκτός νοήματος  (όχι sens αλλά jouissance) πράγμα που  έχει το ενδιαφέρον, στην περίπτωση αυτή, να ενώνει κατά κάποιο τρόπο το θέμα της επιλογής αντικειμένου, δηλαδή το τι είδος γυναίκας και σε ποια κατάσταση, με το θέμα της απόλαυσης του υποκειμένου η οποία είναι εδώ φαλλική απόλαυση με την ουρητική της μορφή.
[39] βλ. ....ou pire στο Autres Ecrits, Παρίσι, Seuil, 2001 σελ. 551 
[40] ‘...είναι αυτή η πράξη, ...με την οποία γίνεται, αναχρονική, η ανάμιξη της διαφοράς που  επιφέρετε  στο σημαίνον. Αυτό που επαναλαμβάνεται διαφέρει , και έτσι γίνεται θέμα για να επανειπωθεί (sujet à rédite)’ στο " Compte rendu avec interpolations du Séminaire de l’Éthique ", dans Ornicar ?, Revue du champ freudien, n° 28, Παρίσι, Navarin, άνοιξη 1984, σελ.  7-18 βλ. σελ. 15
[41] Βλ επίσης ερμηνεία των ονείρων σελ.481
[42] Oπως και ο Kίρκεγκαρντ ο Λακάν υποστηρίζει  ότι η επανάληψη είναι πάντα καινούργια και ότι η επανάληψη δεν είναι στραμμένη προς το παρελθόν αλλά προς το μέλλον. Βλ. Το βιβλίο του συγγραφέα ‘Η επανάληψη’ και για την έννοια της επανάληψης στο Λακάν σε σχέση με το κείμενο του Kίρκεγκαρντ βλ. Rodolphe Adam, Lacan et Kierkegaard, Παρίσι, PUF, 2005
[43] Conférence à Genève sur le symptôme, Bloc Notes de la psychanalyse, 5, Génève,1985
[44]
[45] Wunderblock
[46] Ο Λακάν θα τις παρομοιάσει με τα μπαλάκια του λότο που όταν τραβηχτούν θα εισχωρήσουν στη συμβολική μήτρα που ια δώσει σειρά και νόημα658
[47]Ο οποίος θυμίζει στο σημείο αυτό τη φράση του   Λακάν από το Etourdit  «Το λέγειν μένει ξεχασμένο πίσω από αυτό που λέγεται μέσα σε αυτό που ακούγεται» Qu’on dise reste oublié derrière ce qui se dit dans ce qui s’entend, Silicet, 1973, n.4, p.5-52
[48] 26
[49] (Il n’y a pas de rapport sexuel-Δεν υπάρχει σχέση μεταξύ των δύο φύλων)
[50] 13
[51] 14
[52] 69
[53] 13
[54] 75
[55] 155
[56] Ο Valas σημειώνει επίσης ότι «Το να τοποθετεί κανείς τη γυναικεία απόλαυση με το ‘ότι λέει όχι  στον ευνουχισμό’ αυτό συνεπάγεται ότι  η απόλαυση αυτή είναι παραδόξως συνδεδεμένη με το λέγειν. Είναι το Λέγειν της αγάπης που θέτει τον ευατό της εκτός του Νόμου. Είναι συνεπώς σημαντικό να σημειώσουμε το σύνδεσμο μεταξύ της απόλαυσης «της γυναίκας» με την ασυνεσία του Λέγειν. Οι όροι που μπορεί να απευθύνει μία γυναίκα μυστικήστρια προς το Θεό μιλώντας του στο ενικό  δείχνουν επαρκώς ότι δεν πρόκειται για έλλειψη αιδούς».
[57] 44
[58] 156
[59] 158
[60]C.Melman, Le symptome à la fin de la cure, in  Clinique psychanalytique et lien social


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ιωάννης Τζανάκος - Ιστολόγια

  • Αποσύνδεση των στοιχείων.. - Η συμπλοκή όλων των δομών ενός συστήματος παρουσιάζει την εικόνα μιας μόνιμης ύπαρξής τους, ακόμα κι αν θεωρείται πως υπάρχει μια εικόνα (ριζικής) μετατρο...
    Πριν από 5 δευτερόλεπτα
  • Σχόλια σε λακανικά κείμενα [2] - Το σχόλιο [2] αναφέρεται στο κείμενο του Λακάν: *Μιλάω στους τοίχους*, από τη σελίδα 47 έως την σελίδα 69 [τής ελληνικής μετάφρασης], του κεφαλαίου: *Γνώση...
    Πριν από 3 ώρες

Δρεπάνι

Δρεπάνι
Δρεπάνι..

Αρχειοθήκη ιστολογίου

Kurdistan

Nichts

Nichts

Πολιτική και Γεωπολιτική..

Στα όρια..

Ουρανός

Ουρανός

Ερμηνείες της ιστορίας..

Επιστημονικά και επιστημονικοφανή..