Αυτοκαθορισμός

Αυτοκαθορισμός

Τετάρτη, 26 Απριλίου 2017

Σημαίνεσθαι και σημαίνειν..(6)



Η (θεωρούμενη από εμάς) λακανική μετατροπή του ε-σύ σε μιαν πανοπτική μορφή ενός εκπέμποντος θεσμικού (κατά την ψυχαναλυτική έννοια) εγώ, με την μορφή πάντα τού σημαίνοντος, δεν σημαίνει βέβαια έναν ευκόλως καταγγελλόμενο εγω-λογισμό του λακανικώς σημαινόμενου (ως) σημαίνοντος.
Ελπίζω να μην νοείται έτσι η κριτική μας.
Αλλά και να νοείται έτσι, ας υποθέσουμε ότι έχετε την δυνατότητα να την εκλάβετε έστω υστερόχρονα με μιαν πλαγιότερη κλίση, ας υποθέσουμε λοιπόν πως υπάρχει ένα είδος δυνατότητας να στρίψετε λίγο το βλέμμα σας σε μιαν κάπως περιπλοκότερη κριτική γενικά της εγω-λογίας.
Είναι βέβαια δύσκολο, αν έχεις συνηθίσει σε μιαν τόσο εκτεταμένη κριτική τής εγω-λογίας και της εγω-πάθειας από το ανθρώπινο γένος και ειδικά μερικές φορές από τους εγωπαθητικότερους εντός αυτού, μετά από όλα αυτά λοιπόν, να καλοδείς μια κριτική της εγω-λογίας όταν μάλιστα απευθύνεται (φανταστικά) σε μια περίπτωση που μάλλον φημίζεται γι' αυτήν ακριβώς την κλίση, την οποία υποτίθεται πάντα υπηρετείς και εσύ, στην προκειμένη περίπτωση ο δικός μας πληθυντικός αγενείας.
Η κριτική που ασκείται στην θεωρητική εμπλοκή σε μιαν εμπρόθετη και εκπεμπόμενη σημαινότητα, ή στο σημαίνον ως σημαίνειν υπό την διάκρισή του από το σημαίνεσθαι, δεν είναι μια εύκολη υπόθεση ως προς την ανάδυσή της αλλά και την ίδια την υπεράσπισή της όταν ακριβώς ξεμυτίσει μπροστά σε τόσο φημισμένα θηρία του Λόγου.
Είναι δεδομένο ότι (το) πιθανότερο είναι να υπάρξει μια ακόμα βύθιση στην ίδια την απροσωπία που το ίδιο το ιδανικό μιας πραγματικά αφηρημένης σημαινότητας τού σημαίνοντος ως σημαίνεσθαι επιτάσσει, όταν ακριβώς τούτος που ακολουθεί αυτό το ιδανικό το ακολουθεί.
Το λέγειν ως ένα σημαίνεσθαι του ίδιου του λέγειν, ως δηλαδή ένα σύστημα σημείων που δεν διεκδικεί καμία εμπρόθετη κίνηση/ενέργεια ή την αναζήτηση ενός ε-σύ ως εγώ αλλά ούτε βέβαια την αναζήτηση ενός εγώ, τι άλλο θα μπορούσε να είναι εκτός από απεμπλοκή από κάθε όνομα ή σήμανση αυτής τής υποδεκτικότητας και από κάθε ατομική προσπάθεια με διακριτό χαρακτήρα;
Ας προσπαθήσουμε να πιστέψουμε ότι δεν είναι μόνον έτσι, και ας συνεχίσουμε λοιπόν.


Με ευαρέσκεια και ηδονή, σε μια από τις επιστροφές μου στο λακανικό κείμενο περί των ψυχώσεων, διαπίστωσα την λακανική ολίσθηση, ότι δηλαδή ο κύριος Λακάν υποχρεωμένος καθώς είναι κατά την υπεράσπιση τού συστήματός του ως αντι-κείμενου (εκ του αντίκειται) στις υπαρξιοβιωματικές αρλούμπες και άλλες αρλούμπες -εμπλεκόμενες με την λατρεία του φαντασιακού-, αναγκάζεται ωστόσο παρά τούτο το δογματοκαθολικόν καθήκον να σχετικοποιήσει ακόμα και την σημασία, ή την λειτουργική αξία τού ρήματος, με τελικό θλιβερό αποτέλεσμα να προχωρεί σε μιαν ένταξή του στο γενικό προτασιακό ή φρασιακό μόρφωμα ως σχεδόν ουσιαστικού.
Η ένταξη αυτή συμβαίνει σε πρώτο φόντο και σε σχέση με τα συμφραζόμενα του κειμένου και για να μας δείξει πως τούτο το αναθεματισμένον υπερεγωτικό ε-σύ ως προσλαμβανόμενο ή υπάρχον ακόμα ακόμα σε ένα αυτοτελές σημείο δεν μπορεί παρά να είναι και τούτο ένα εγώ, πάντα με την θεσμική αλλά πλέον υπόρρητη θεσμική έννοια, λέω...εγώ.
Μέσα στο υπερεγώ φώλιασε ένα εγώ και μάλιστα αυτό συνέβει με την ίδια του την γλωσσική υποστασιοποίηση.
Αυτή η ίδια η γλώσσα που δεν στέκεται ως ενότητα χωρίς την  ρηματική μορφή, πετσοκόβεται στο κατάντημα μιας ουσιαστικοποίησης, τόσο χαμηλά πέφτει ο κύριος Ζακ για να κρατήσει μεν την ενότητα του Λόγου και της γλώσσας χωρίς όμως να αναγκαστεί να άρει κάποια στιγμή, έστω για κάποια στιγμή, την υποκειμενικότητα εντός της, μιαν ειδικά ανθρώπινη υποκειμενικότητα.
Η ίδια η γλώσσα (το σημαίνον) υποστασιοποιείται ούτως ως μια εκδήλωση ενός διπόλου μεταξύ εγώ και ε-σύ, όπου αν και κυριαρχικό ρόλο επιτελεί το ε-σύ τούτο δεν είναι παρά ένα ε-σύ που εκπέμπεται από ένα εγώ, ένα εγώ ωστόσο που είναι περίκλειστο στην εκπομπή του ε-σύ.
Αυτή η σημαντική περίκλειση τού εγώ στο ε-σύ που εκπέμπει προς το υποδεχόμενον δεν είναι για να ξεπεραστεί όμως τόσο εύκολα, ας δώσουμε μια πρέπουσα σημασία στο γεγονός πως το υποσημαινόμενο και εμφανιζόμενο (από τον Λακάν) εγώ που εκπέμπει το ε-σύ δεν μπορεί εις την διακριτότητά του αυτή που μας απασχολεί παρά να είναι ένα εγώ που υπάρχει αποκλειστικά ως ένα εκπέμπον το ε-σύ.
Το ε-σύ δεν είναι λοιπόν μόνον ένα κυριαρχικό εγώ που προηγείται ως φωνολογική, γραμματική ή άλλη σημαίνουσα αρχή, ενόσω η ίδια η αρχή κρύπτεται μάλλον πίσω από την άμεση εκπομπή της εμφανιζόμενη ως ένα εκμπεμπόμενο ε ε-σύ!, αν και είναι όλα αυτά, αλλά είναι επίσης και αυτό το ίδιο το ε-σύ που περικλείει το εγώ ως εκπέμπουσα αρχή.
Η εκπέμπουσα αρχή προηγείται μεν αλλά πάντα εμπερικλείεται απόλυτα σε αυτό που εκπέμπει.
Ποιό είναι όμως το εγώ πίσω από όλα τα εγώ που συγκροτούν την αλυσίδα όλων των εγώ εκτός από ένα εγώ, πάλι εγώ και μόνον εγώ, αλλά που θα είχε ίσως αυτή την ικανότητα ή δυνατότητα;
Είμαι, είπεν ο Κύριος, όχι Εγώ.
Δεν το είπε ακριβώς έτσι, αλλά εδώ επικεντρώνουμε στο ρήμα-μη/ρήμα.
Θα περίμενε κάποιος ο κύριος Ζακ να χρησιμοποιήσει τούτο το παράδειγμα, και όντως αναφέρεται αμέσως μετά στα ρήματα μέσης διαθέσεως με μιαν κίνηση που θα το προσέγγιζε τούτο.
Θα μου πούνε πως ο Λακάν το ένα ο Λακάν το άλλο, κάπου αλλού, μπορεί και να το λέει αυτό, στο περίπου ή στο ακριβέστερον.
Αναφερόμαστε πάντοτε στο σημείο εκείνο όπου ο κύριος Ζακ παραμένει ένας παρθένος ιατρός ή ιατροκαλόγερος, όχι μόνο στο επάγγελμα αλλά όπως λέει και ο λαός (και) στη ψυχή. 
Και εκεί, σε ένα τέτοιο σημείο, είναι όπου δεν λέγεται τίποτα που να εμβάλλει ένα κάτι, το οποίο όχι απαραίτητα ως θεο-λογικό θα ήταν ωστόσο αναφερόμενο σε μιαν μη εγω-λογική διάσταση του σημαίνοντος.
Η αναφορά στα ρήματα μέσης διάθεσης, πέραν των ωραίων της, είναι αυτό που θα έλεγε κανείς οι προφάσεις εν αμαρτίαις του Καθολικού υποκειμενιστή για να θέσει πάλι μέσα στο σώμα του Κυρίου μια Μαντονολατρεία του σημαίνοντος εγώ, άσχετα αν η Μαντόνα αυτή, το σημαίνον ως Μαντόνα του σημαίνειν, λέει πάντα μόνον ένα ε-σύ και δεν ζητάει πέραν των δικαιωμάτων της ως παρθένας τίποτα άλλο από μια ερωτική υποταγή σε αυτό το ε-σύ, ως όμως ενός αμόλυντου από την ίδια την Αλλό-τητα εγω-εσύ, αμολύντου μολοντούτο γαμευθέντος εκ του (μεγάλου) Άλλου.
Η παρθενία και η αμόλυντη σύλληψη του Λόγου προϋποθέτει όμως πάντα μιαν βατικάνεια ένωση της παρθενομαριακής εγω-πάθειας προς ένα ε-σύ με την ίδια την υπόσταση και ουσία του Κυρίου, όπου Κύριος είναι μόνον και πάντα ο Λόγος.
Ο Κύριος και Λόγος μας, επιμολύνεται συνέχεια από ένα τέτοιο Καθολικό μαντονολατρικό παρθενομαριακό έκτρωμα, άρα και το παθείν τού σημαίνειν, το σημαίνεσθαι (και) ως δυνατότητα ανθρώπινης εσωτερικής υποδεκτικότητας τού Λόγου αίρεται συνέχεια με τον αποκλεισμό του παραδόξου του ρήματος, με αποκλεισμό του προβλήματος της ρηματικής μορφής.
Γιατί, ξέρει ο παρθενολάτρης ότι το ρήμα ως μια εμφάνιση της ενέργειας είναι ακριβώς το σημείον εκείνο που θα την εκδιώξει, και θα μας εισάγει στο πεδίο του πάθους του σημαίνειν, στο πεδίο εκείνο δηλαδή όπου ο Λόγος και ως λέγειν θα εδύνατο να παρουσιασθεί ως απρόσωπος και εν εαυτώ προνοιακός και ως έχων απόλυτο προορισμό χωρίς την οντολογική παρουσία μιας υποκειμενικής ενέργειας ή πράξης ή ενέργειας ως πράξης. 

Σε επόμενη δημοσίευσή μας θα εξετάσουμε το πρόβλημα ακόμα σχολαστικότερα, τσιτάροντας Ζακ, αλλά ίσως και διασκεδαστικότερα.
Μέχρι τότε βρείτε μόνοι σας, όσοι έχετε το βιβλίο του Ζακ για τις ψυχώσεις (σύνολο διαλέξεων), και ανατρέξτε μόνοι σας σε ό,τι αναφέρθηκα [κεφάλαιον ΚΒ']..






Ιωάννης Τζανάκος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Δρεπάνι

Δρεπάνι
Δρεπάνι..

Αρχειοθήκη ιστολογίου

Kurdistan

Nichts

Nichts

Πολιτική και Γεωπολιτική..

Στα όρια..

Ουρανός

Ουρανός

Ερμηνείες της ιστορίας..

Επιστημονικά και επιστημονικοφανή..