Αυτοκαθορισμός

Αυτοκαθορισμός

Κυριακή, 16 Απριλίου 2017

Η μυθιστορία τής τρέλας..



Μιλούσε εκ των ενόντων ξένων, και τότε όπως οι λέξεις έρρεαν ρώτησε την καταγωγή τους, ενόντων και ξένων, ή μήπως έχει άλλο τρόπο να αντανακλάται η ακτίνα στο νερό;

Θυμάμαι μια διαμάχη, όπου ο ένας κοίταγε προς τον άλλον, δεν είχαν βέβαια να μοιράσουν τίποτα άλλο από τις ερωτήσεις που αναπαδογύριζαν μεταξύ τους, κάποιος λόγος θα υπήρχε πέραν του λόγου, είπε μια φαφούτα γριά παραδίπλα, κανένας λόγος τής είπανε με μια φωνή, δεν μπορεί κάποιος λόγος υπάρχει ξαναείπε, υπήρξε τής είπανε τούτοι πάλι με μια φωνή αλλά τους ντουμπλάριζε κι εκείνος ο τύπος από κάτω, από κάτω ήταν ένα συνεργείο αυτοκινήτων, τίποτα δεν έφτιαχνε ο τύπος, χαλασμένο το έφερναν χαλασμένο έφευγε το μηχάνημα. 
Να λοιπόν, είπε θριαμβευτικά η γριά και τα σάλια εκσφεδονίζονταν παντού, να λοιπόν που υπήρξε λόγος, ναι τής λένε πάλι και οι δυό τους, υπήρξε δεν υπάρχει, ο τύπος από το συνεργείο δεν έλεγε τίποτα, γέλαγε και έπινε μια χλιαρή μπύρα, ώσπου τους πέταξε όλους έξω, τούς ξανάβαλε μετά, άει σικτίρ κωλόπαιδα, έχω να πάρω την κόρη μου από το ίδρυμα, με περιμένει να την σκοτώσω να με σκοτώσει να φάμε να πιούμε να δούμε τηλεόραση όλοι αυτοί οι ξένοι με συγχύζουν είναι τόσο βρωμιάρηδες, πρέπει να πάρω μετάληψη αίμα σάρκα, όλα, άει σικτίρ βρωμιαρέοι, και συ ρε παλιόπαιδο, γυρνάει στον μηχανικό που ο ύψιστος να τον κάνει, και συ καφεδάκια τέλος, με δουλεύετε παλιόπαιδα.
Στο τέλος έμειναν όλοι, η γριά καλόβολη όπως πάντα τους έψησε καφεδάκια, τα είπανε, παρά λίγο να κλάψει, έκλανε συνέχεια, τους έβλεπε να γελάνε πονηρούτσικα, άτιμα, άρχισε να γκρινιάζει, η συγκίνηση έφτασε στο φόρτε όταν θυμήθηκε τον άντρα της, ήταν στρατιωτικός, μάλλον χωροφύλακας, μετά πήρε ταξί, την πήρε παρθένα, την πήρε πάντως, τής έκανε παιδιά, ευτυχώς δεν έκανε γιό, θα ήταν άντρακλας, σκέτο ψυχιατρείο, περιορίστηκαν στις κόρες, την πρώτη την γάμησαν στην σχεδόν κυριολεξία, η δεύτερη γεννήθηκε σε ένα εκτρωσάδικο και έχασε το μισό μυαλό της, η τρίτη την γλύτωσε και έγινε ένα τέλειο κάθαρμα, τέταρτη δεν υπήρξε, μπορεί να είχε και μούλικα ο άντρας, ήταν μεγάλος γαμιάς, μισούσε τους κομμουνιστές, είχε αρχές παρθενίας, παρθένα χριστιανή, την πήρε με το βρακί της μόνον, δεν την άφηνε να ξεμυτίσει ούτε μέχρι το περίπτερο, την πέρναγε είκοσι χρόνια, που θα πάει θα ψοφήσει ο αλήτης, πέθανε και έκατσε πάνω στην σύνταξη πενήντα χρόνια και κάθεται ακόμα, κλάνει μια χαρά, την σιάχνουν και οι γιατροί, είχε νεύρα γερά και στομάχι, θα τους ξεκάνει όλους, να τώρα πως την κοιτάνε όλοι, κωλόγρια την ανεβάζουν αγία την κατεβάζουν, α ρε πελλοπόνησος τι μπουμπούκια βγάζεις, αδάμαντες, και τότε ήρθε η κόρη.
Θα φάς κάτι κόρημ; όχι, γιατί πουλάκιμ; δεν πεινάω, βάλε στα παιδιά αν θες, όχι ευχαριστούμε φεύγουμε, το είδαν πως σκοτείνιαζε ο χρόνος, γιατί ρε μάνα μαλώνανε τα παιδιά; και αυτός ο μαλάκας από κάτω τι ήθελε πάλι; τίποτα μωρέ μη σε νοιάζει, τι να μη με νοιάζει; μέχρι την γωνία ακουγόντουσταν, τι θες τώρα; να λένε πως φωνάζει πάλι η τρελή; σώπα παιδί μου δεν λέει κανείς τίποτα, τι δε λέει μάνα; τότε γιατί με κοιτάνε έτσι; πως δηλαδή; σου φαίνεται, τι μου φαίνεται ρε μάνα; άστα τώρα τούτα θα φάς κάτι; αμά ρε μάνα με το φαί φτάνει πιά, δεν βλέπεις πως την έκανες την άλλη; αλήθεια που ναι την; δεν την πήρες ακόμα; πότε θα πάς; τώρα φεύγω, νά ρθω και γω; όχι, τότε τι με φώναξες, με δουλεύεις μωρέ; όχι, τι ναι αυτά που λές; πάλι τα ίδια άρχισες; τι λές ρε μάνα; πάλι τα ίδια; θα πάμε επιτέλους; άντε πάμε; πάμε, αλλά εσύ φαγώθηκες νά ρθεις, εγώ; ναι εσύ, καλά τώρα πάμε, πάμε.

Με τίποτα, με τίποτα σας λέω, δεν πρόκειται να πέσει η ακτίνα πάνω στο νερό, είναι σάπιο, δεν ξέρω αν είναι νερό ή κάτι άλλο.





Ιωάννης Τζανάκος 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Δρεπάνι

Δρεπάνι
Δρεπάνι..

Αρχειοθήκη ιστολογίου

Kurdistan

Nichts

Nichts

Πολιτική και Γεωπολιτική..

Στα όρια..

Ουρανός

Ουρανός

Ερμηνείες της ιστορίας..

Επιστημονικά και επιστημονικοφανή..