Αυτοκαθορισμός

Αυτοκαθορισμός

Κυριακή, 14 Μαΐου 2017

Ο Λόγος..[23]



Το σημαίνον ως συνολικό επιτέλεσμα μας φαίνεται ως άπειρο και είναι όντως απέραντο (imensum).
Όμως το σημαίνον είναι ένα περιορισμένο ον του κόσμου και η απεραντοσύνη του δεν μπορεί να ενωθεί εννοιολογικά με την όποια μορφή του απείρου, ακόμα κι αν αναφερθούμε στις μαθηματικές μορφές τού σημαίνοντος ως μέσα ή φόρμες προσπάθειας σύλληψης τού απείρου.
Αυτό που λέμε δεν αποκλείει την (πολλαπλή) εννοιακή μαθηματική σύλληψη τού απείρου αλλά το όχι και τόσο προφανές γεγονός, μερικές φορές, στους επιχειρούντες την μαθηματική σύλληψη του απείρου, ότι η όποια σύλληψη ενός όντος εκτός του σημαίνοντος από το σημαίνον "το ίδιο" δεν προσδίδει στο ίδιο το σημαίνον τις ιδιότητες αυτού τού συλλαμβανόμενου (όντος).
Αν υπάρχει ασυνέχεια και οντική ετερότητα τού σημαίνοντος με (-από) τα ενικά όντα του κόσμου φανταστείτε "πόσο περισσότερον" το ίδιο το ον ως (πιθανά) άπειρο είναι έτερον της συμβολικής ή γλωσσικής μορφής του.
Όμως, θα πει κάποιος, τι είναι εκείνο το οποίο θα απέκλειε την παρουσία τού απείρου στο ίδιο το σημαίνον-ως-σημαίνον; χωρίς να υπάρχει καν παραπομπή μας στην ομοιωματική ή μιμητική ή ακόμα και αναφορισιακή λειτουργία του;
Νομίζω ότι το συγκεκριμένο θέμα είναι θέμα απόφασης, έχοντας πάντα κατά νου την όποια ορθολογική επιχειρηματολογία.
Και η απόφαση αυτή σχετίζεται με το είδος τής εννόησης (τής λειτουργίας) τού σημαίνοντος και τον τρόπο που αξιολογεί κάποιος (θεωρητικός) την σχέση τής ισχύος του με την έκτασή του.
Αν το σημαίνον δεν είναι ισεκτατό με το ον και ειδικά το ον ως άπειρον, τούτο δεν σημαίνει ότι στερείται ισχύος, εφόσον ίσως να ισχύει μάλιστα το αντίθετο, ότι (το σημαίνον) είναι δηλαδή ισχυρότερο από το άπειρο του όντος τού ίδιου λόγω ακριβώς της δυνατότητας που εμπεριέχει να εντάσσει το άπειρον (τού όντος) σε μιαν πραγμική ομοιωματική ή μιμητική σχέση.
Βέβαια τούτο θα είχε νόημα να λεχθεί εάν παρουσιάζονταν ταυτόχρονα (στην θεωρία/αξιο-λόγηση) αυτή η (μεγαλύτερη) ισχύς να ταίριαζε και να συναρμόζονταν με μιαν αδυναμία ή μιαν μικρότερη ισχύ απορρέουσα από την ομοιωματικότητα ή μιμικότητα καθεαυτήν.
Περισσότερη σημασία έχει να δούμε αν ωστόσο εντός και αυτής τής απεραντοσύνης που αν και περιορισμένη σε σχέση με το άπειρο το "περιέχει", υπάρχουν ιδιότητες που την καθιστούν έτερη αν και όμοια προς το άπειρο αλλά πάντα και μόνον εντός του καθορισμού του σημαίνοντος ως σημαίνοντος.
Ερχόμαστε πάλι αντιμέτωποι με το ζήτημα τής πραγμικότητας και τής ετερότητας-τού σημαίνοντος-προς-το-υπόλοιπον-ον, είτε τούτο είναι άβιον είτε (ακόμα περισσότερο) τούτο είναι μόνον-έμβιον.
Νομίζω πως θα άξιζε ίσως να επαναφέρουμε εδώ, σε αυτό το σημείο, για λίγο, την συσχέτιση τής λειτουργίας του σημαίνοντος με την λειτουργία της εργαλειακότητας για να θυμηθούμε λίγο έναν άλλο όρο που δείχνει όμως εμφανέστερα την ανάδυση τής ετερότητας και τής ισχύος/ανισχυρότητας που αναφέραμε μέσω τής ανάδυσης μιας περιοριστικής και οριοθετικής πραγμικής ομοίωσης (των άλλων όντων), αλλά θέτει ταυτοχρόνως το ερώτημα τής δομής ανάδυσης τής καθέκαστης ετερότητας, ήγουν της διαφοράς τής ετερότητας του εργαλείου από την ετερότητα τού σημαίνοντος.
Αν η γλώσσα είναι σαν το εργαλείο (δεν λέω ότι είναι εργαλείο) τότε υπάρχει λόγος για να θεωρήσουμε ότι εξ΄αυτού προκύπτει μια ανάλογη ισχύς και αδυναμία εις το σημαίνον, αλλά δεν μπορούμε ωστόσο με τον ίδιο "αναλογικό" τρόπο να υποθέσουμε τόσο εύκολα ότι υφίσταται η ίδια υφή κατά την δόμηση τής ετερότητάς τους από το έμβιον και το σύνολο έμβιου/άβιου.
Υπάρχει λοιπόν μια μεταξύ των ετερότητα εκτός από την κοινότητα των ιδιοτήτων τους, πράγμα που μπορεί κανείς να υποθέσει από την αρχή ακόμα της τοπο-θέτησης της κοινότητας των ιδιοτήτων τους.
Ας δούμε όμως επ'αυτού κάποια μορφολογικά χαρακτηριστικά, υπό την μορφή ευρετικών υποθέσεων και περιγραφών, που θα μας οδηγήσουν σε μια πιο συγκεκριμένη εξέταση, ειδικά του σημαίνοντος.
Το εργαλειακό στοιχείο αν και δυνάμενο να εκτείνεται και τούτο σε μια τάση προς το άπειρο έχει μια συγκεκριμένη δόμηση που το περιορίζει σε σχέση με την πρακτική του υλοποίηση.
Υπάρχει λοιπόν μια αντικειμενική αναφορικότητα, μια εγγεγραμμένη αναφορισιακή τελ(ε)ολογία στο εργαλείον.
Αυτή μεταφράζεται από εμάς άμεσα σε μιαν μορφή εντονότερης και εκτατικότερης ισχύος η οποία ταυτοχρόνως-ταυτοτόπως εκφράζεται και ως μεγαλύτερη ανισχυρότητα [η ένταση και το ποσόν προς "τα κάτω" (τάση προς τον περιορισμό) είναι συναρμοσμένα με την ένταση και το ποσόν προς "τα άνω" (τάση προς το άπειρον), αναφερόμενα όλα αυτά σε διαφορετικές και αλληλομετατιθέμενες "ένδον" λειτουργίες (τής εργαλειακότητας): το ένα στοιχείο της μειώνεται προς το όριον όσο το άλλο αυξάνεται σπώντας το κάθε όριον ].
Στο σημαίνον έχουμε μια μεγαλύτερη δυνατότητα έκτασης, και τούτο μεταφράζεται επίσης από εμάς άμεσα ως μια μορφή εντονότερης και εκτατικότερης ισχύος η οποία ταυτοχρόνως-ταυτοτόπως εκφράζεται και ως μεγαλύτερη ανισχυρότητα [η ένταση και το ποσόν προς "τα κάτω" (τάση προς τον περιορισμό) είναι συναρμοσμένα με την ένταση και το ποσόν προς "τα άνω" (τάση προς το άπειρον) , αναφερόμενα όλα αυτά σε διαφορετικές και αλληλομετατιθέμενες  "ένδον" λειτουργίες (του σημαίνοντος): το ένα στοιχείο του μειώνεται προς το όριον όσο το άλλο αυξάνεται σπώντας το κάθε όριον].
Η διαφορά ή ετερότητα ωστόσο μεταξύ της εργαλειακότητας και της δομής τού σημαίνοντος όσον αφορά στην έκταση που περιέχουν ως γενικές δυνατότητες, δεν καθιστά το δυνητικά "μεγαλύτερο", ήτοι το σημαίνον, περισσότερο προσεγγίζον την απειρία. 
Όπως είδαμε κάθε ξεχωριστός συντελεστής έχει μιαν ενδογενή τάση και προς το πεπερασμένο και προς το άπειρο (απέραντο) αλλά επίσης (είδαμε) ότι το σημαίνον έχει μιαν μεγαλύτερη δυνητική εκτατικότητα, τούτα όμως τα δεδομένα δεν σημαίνουν μεγαλύτερη σχέση του ενός ή του άλλου με το άπειρον, ειδικότερα μιλώντας για το σημαίνον, εφόσον αλήθεια πως είναι δυνατόν ένα "πολύ μεγαλύτερον" να είναι εγγύτερα από το "μικρότερο" προς το άπειρον; υπάρχει έστω και μια μαθηματική εννόηση που θα το θεμελίωνε και θα το ισχυρίζονταν αυτό;
Ας δούμε όμως τι γίνεται όταν συμπλέξουμε τους όρους:
Αν ενώσουμε αυτούς τους δύο προσδιορισμούς, και τους καταστήσουμε τώρα αυτούς πόλους ή τάσεις τής "ενότητάς" τους, θα δούμε πως δεν επαναλαμβάνεται η αντιθετική (πολική) δυϊκή συμμετρία όπως την είδαμε πριν στον καθένα από αυτούς ξεχωριστά (στο "ένδον" τους), δεν έχουμε άρα μιαν αντίστοιχη μεταξύ των αλληλομετάθεση ή αλληλομεταβίβαση ισχύος/ποσότητας-και-έντασης.
Όσο εκτείνεται και εντείνεται η ισχύς του σημαίνοντος δεν μειώνεται η αντίστοιχη ισχύς της εργαλειακότητας, και αντίστροφα το ίδιο.
Η πλοκή των δύο διαστατώσεων της πραγμικότητας του ανθρώπινου έμβιου, (μας) εκβάλλει σε μιαν άλλη ερμηνευτική τής ίδιας τής υφής τους, η οποία δεν είναι εφικτή με την αρχική εξέτασή τους ως ξεχωριστών, και τούτο έχει ίσως άμεσες συνέπειες για τον ίδιο τον προσδιορισμό του απείρου όπως τουλάχιστον δυνάμεθα να τον εννοήσουμε εντός του σημαίνοντος.
Πάντως η υπόθεση πως το σημαίνον είναι "περισσότερον" προσεγγίζον το άπειρον ή απέραντον από την εργαλειακότητα δεν στέκει με τίποτα, είτε το αγγίξουμε το θέμα εξετάζοντας κάθε συντελεστή ξεχωριστά είτε το αγγίξουμε εξετάζοντας την πλοκή τους, διατηρώντας πάντα την ετερωτικότητα τής κάθε λειτουργίας ή οντικής διαμεσολάβησης που το κάθε στοιχείο αυτό ενέχει. 
Κρατάμε μόνον σε ένα απλό μη μαθηματικό συμβολικό σχήμα την εκτατική διαφορά και την μη ουσιαστική σημασία της σε σχέση με τον προσδιορισμό του απείρου:

 [άπειρον(σημαίνον(εργαλειακότητα)σημαίνον)άπειρον]


Το εργαλειακόν αν και "περιέχεται" (υπολείπεται) ποσοτικά από το σημαίνον δεν είναι οντικά πιο απομακρυσμένο από το άπειρον από τι είναι το σημαίνον, ούτε (αντίστοιχα) το σημαίνον αν και περιέχει (υπερέχει) ποσοτικά (προς) το εργαλειακόν δεν είναι εγγύτερο στο άπειρον από τι το εργαλειακόν.  







Ιωάννης Τζανάκος


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Δρεπάνι

Δρεπάνι
Δρεπάνι..

Αρχειοθήκη ιστολογίου

Kurdistan

Nichts

Nichts

Πολιτική και Γεωπολιτική..

Στα όρια..

Ουρανός

Ουρανός

Ερμηνείες της ιστορίας..

Επιστημονικά και επιστημονικοφανή..