Τρίτη, 18 Ιουλίου 2017

Σίγμα..







Ένα σίγμα στην αρχή των δρόμων
ανοίγει και κλείνει τα ύδατα του ήλιου
να μη τυφλώνονται οι άνθρωποι, 
όλο φωνήεντα φωνήεντα..
 
Ας κυλήσουν λοιπόν οι μέρες
με ψωμί και νερό σιγμικό
Ο ήλιος καίει,
 
Τελώ ένα φυλαγμένο φως
Κι ένα τέλος για αρχή θα ταξιδέψω 
ως το τέλος,
Θέλω να σας αγαπήσω
μα δε μπορώ,
 
Ένα παράταιρο μήνυμα
περιφραγμένο στο αδύνατο 
να συμβεί..
 
 
Ήταν δύσκολο να χαθούμε
σε αδιανόητο ταξίδι
ας το αφηγούνται όλα τα τραγούδια
όλοι οι χάρτες,
 
Κυριακές και Δευτέρες μοιρασμένες
σε μονοπάτια
Τρίτες ξεκούραστες
Τετάρτη πάλι στον δρόμο..
 
Την Πέμπτη ανοίγω το βήμα να προλάβω
Έρχεται η μέρα 
που μου υποσχέθηκε
ο ουρανός
και δεν τον προλαβαίνω,
 
Θα φτάσω την άλλη μέρα
Για τις άλλες δε ξέρω..
 
 
 
Ιωάννης Τζανάκος
 

Σάββατο, 15 Ιουλίου 2017

Μικρό διήγημα.. - 2014-2017


Γραμμένο το 2014, το ξανααφιερώνω στον θείο μου, τώρα που παίρνει το δρόμο για την μεγάλη Πόλη, την Ισταμπούλ-Κωνσταντινούπολη, για να πάρει την θέση του στην ψαλτάδικη ιεραρχία ως ένας από τους πρωτοψάλτες του Πατριαρχείου, μακριά από "εθνικιστικές" ή "διεθνιστικές" αναπαραστάσεις.
Αυτός στην Πόλη, ο μουσικός συνεχιστής του, ο γιός του ο Ιάσωνας Τζανάκος στην Βιέννη να θεραπεύει την δυτική κλασική παράδοση, εμείς οι υπόλοιποι μπορούμε να χαζοκαμαρώσουμε λίγο ως "μέλη" του καλλιτεχνικού σογιού μας, γνωρίζοντας βέβαια ότι η περιπλάνηση είναι μοίρα για τον δημιουργό και η στασιμότητα θάνατος.. 

Μικρό διήγημα.. - Αυτοκαθορισμός

23 ιανουαρίου 2014

Αφιερωμένο στον Θείο μου Παναγιώτη Τζανάκο και τις αναμνήσεις του απ'το χωριό μας..





Είχε καταλάβει την ατιμία της πνευμονίας. 
Δεν έπρεπε να ξαναρρωστήσει. 
Όταν έπαιρνε το δρόμο ξανά, για να κατέβει από το χωριό και να πάει στη πόλη του τόπου του, τυλίγονταν με ένα βαρύ παλτό, έβαζε τις χοντρές μάλλινες κάλτσες, και άκουγε τα προσεκτικά λόγια των μεγαλύτερων για τους κινδύνους που έχει το κάθε μικρό παγωμένο αεράκι αν σε βρεί ακάλυπτο και ιδρωμένο από τη κούραση του δρόμου. 
Σταμάταγε συχνά και μάσαγε τα παξιμάδια του, έπινε νερό σε κάθε πηγή ακόμα κι αν δεν δίψαγε, μιλούσε σε κάθε πλάσμα που του άνοιγε τη κουβέντα, χωρίς να ξεχάσει να το χαιρετήσει. 
Έπρεπε να πηγαινοέρχεται συνέχεια, αν και όχι τόσο συχνά, στη πόλη. 
Είχαν πάψει να φοβούνται οι διαβάτες των μονοπατιών τους ληστές. 
Πέρσι, πριν ακόμα αρρωστήσει, τους είχαν πιάσει όλους, τους είχαν κρεμάσει σκοτωμένους πάνω σε μικρές σιδερένιες πόρτες περιφέροντας τα νεκρά σώματά τους σε όλα τα χωρία, με μιά μικρή ταμπελίτσα πάνω τους πού'λεγε "αυτά παθαίνουν οι εχθροί της πατρίδας" και άλλα τέτοια. 
Αυτός δεν φοβότανε τους ληστές. Είχε συναντήσει πολλές φορές μερικούς από δαύτους και είχε συνφάγει , ειδικά αν ήταν νύχτα και δεν τους έβλεπε κανείς. 
Ποτέ δεν άνοιξε κουβέντα μαζί τους. 
Με κανέναν δεν άνοιγε κουβέντα εδώ και χρόνια, από τότε που πέθανε το μοναδικό του παιδί. 
Είχε κάθε λόγο να μη μιλάει με κανέναν στο χωριό και κανείς δεν τον παρεξηγούσε από τότε που χάθηκε στη μαυρίλα του πένθους. 
Και πριν δεν μίλαγε πολύ. Σχεδόν καθόλου. 
Αλλά κι οι κατσαπλιάδες σα να ξέρανε και δε του μίλαγαν, άνθρωποι κι αυτοί ξένοι, ίσως να ένιωθαν πως έχουν κάτι κοινό μαζί του. 
Όταν κάτι γίνονταν κακό, όλοι ένιωθαν κάτι να τους δένει μαζί του. 
Τυλίγοντας το παλτό του πιο σφιχτά σκέφτηκε πως δε τον νοιάζει τίποτα από όλα αυτά, μα μήτε και λυπήθκε με τους θανάτους αυτούς που τον έφερναν κοντά με τους άλλους σχωριανούς και τού'διναν λίγη ψίχα χρόνου ακόμα να μη νοιάζεται για κανέναν. 
Τη μέρα που φέρανε το νεκρό σώμα ενός από τους κατσαπλιάδες δε βγήκε καθόλου απ'το παγωμένο σπίτι. 
Είχε την δικαιολογία της αρρώστειας του παιδιού. Κανείς δε νοιάστηκε πάλι. 
Τέλος πάντων. 
Τη μέρα που ξεκίνησε ξανά οι ακτίνες του πρωϊνού ήλιου πέφτανε όπως πάντα, σα βέλη στη καρδιά του. 
Κακό ξύπνημα έχει όποιος συναντά τον Ήλιο αν έχει τη καρδιά του στο πρόσωπο απλωμένη. 
Τα βέλη του φωτός διαπερνούν τα πιό προστατευμένα πρόσωπα,  τα ανοιχτά πρόσωπα, τα πρόσωπα του πένθους, τα σπάνε κομμάτια. 
Πόσο θα ήθελε να μη ξημερώνει ποτέ, να μένει μέσα στο σπίτι του αναδεύοντας τα ξύλα της φωτιάς, αν γίνονταν να έμενε κάπου μόνος του, μακριά απ'το χωριό. 
Αλλά έπρεπε να βγαίνει κάθε τόσο, να φεύγει και να ξαναγυρνά, να κάνει κάτι. 
Και ο ήλιος τον περίμενε όπως δε περίμενε κανέναν. 
Θά'πρεπε να τον καλοδεχτεί, να ανοίξει το παλτό, ν'αφήσει τις ακτίνες να χαιδέψουν το στήθος του, αλλά αυτό δε γίνεται. Έπεφτε πάνω του και τον έσπαγε, τον έκαιγε όπως ο εχθρός τα σπαρτά. 
Θα περπατήσει χωρίς ούτε μια σκέψη παραπάνω. Να μην αρρωστήσει ξανά. 
Να πεθάνει γέρος σαν την ελιά. Δυνατός σα πέτρα. Κάθε ώρα που κατέβαινε δε θυμόταν και ξέραινε τις σκέψεις μέχρι που έμοιαζαν μικρά κουκούτσια για φύτεμα. 
Είχε φυτέψει πολλά σε μέρη που δε ξαναπέρασε ποτέ. Δεν ήθελε να ξαναπερνά όπου σκέψεις. 
Έτσι κι'αλλιώς έρχονται ξανά και ξανά. 
Σα τις ακτίνες του Ήλιου, από ψηλά. 
Δεν έρχονται, ξεπροβάλανε πάλι όταν υψώνει το κεφάλι. 
Το ύψωσε για να δει που είναι. 
Μέσα στο πυκνότερο σημείο του δάσους έπρεπε να κοιτά κάποτε ψηλά, αν και δε βλέπει κανείς τίποτα εκεί ψηλά ακόμα κι αν είναι χαμένος. 
Γιατί κοιτάω ψηλά; σκέφτηκε..γιατί το κάνω; αφού δε βοηθά σε τίποτα και καίγομαι πάλι. 
Το άλλο που φοβάται όταν τριγυρνά στα μονοπάτια είναι τις μυρωδιές. 
Κάποιοι του είπαν πως σαπίζουν ακόμα πολλά πτώματα στις άκρες των μονοπατιών, και καλά θα κάνει να περνάει από τα γνωστότερα που έχουν καθαριστεί. 
Γιά όλα φρόντισε η χωροφυλακή. 
Και να μη φρόντισε υπάρχουνε ύαινες. 
Έχουν πληθύνει τώρα τελευταία, παρ'όλο που τα πτώματα σχεδόν τελείωσαν. 
Κάποιοι λένε πως τα πτώματα δε τελειώνουν, και δεν είναι μόνο οι κατσαπλιάδες που αφανίζονται. 
Αυτοί αφανίστηκαν για τα καλά. Είναι κι άλλοι. Πάντα είναι κι άλλοι. 
Με σκέψεις πάλι να μη σκέφτεται άλλο, έφτασε στο ένα αγαπημένο του σημείο. 
Εκεί που δε φαίνεται το χωριό ούτε στην άκρη του ορίζοντα. Παράξενο. 
Δε θέλει να φύγει όταν φεύγει μα όταν φεύγει θέλει να μην υπάρχει πίσω τίποτα από αυτό που άφησε. Μα θα ξαναγυρίσει. 
Κι όταν ξαναγυρνά δε θέλει να ζει το δρόμο μέχρι να δεί ξανά το χωριό του στον ορίζοντα. Αυτό είναι το δεύτερο αγαπημένο σημείο. 
Λίγο παρακείθε το ένα από το άλλο. 
Πολύ κοντά. Αλλά δεν είναι το ίδιο. 
Κι όταν από το ένα φτάνει στο άλλο άλλα είναι τα αισθήματα. 
Σα φεύγει και περνά από το σημείο που λιγοδείχνει το ορμητήριό του νιώθει το βαρύ πλάκωμα του αποχαιρετισμού και τρέχει, τρέχει μπρός, προς το πρώτο σημείο της αγάπης. 
Σα γυρνά και περνά από το σημείο αυτό, που' ναι το πιό κοντά στον ορίζοντα, το ξεπερνά με πυρετώδικη αδιαφορία και τρέχει, τρέχει μπρος, προς το σημείο που λιγοδείχνει, και βουρκώνει. 
Μα τώρα προχωρά, προχωρά στη σιωπή του ταξιδιού, με όλες αυτές τις ενοχλήσεις να του ζαλίζουν το μυαλό. 
Πως θα βρεί ένα νέο δρόμο, πως θα απόφύγει τις συναντήσεις. 
Γιατί αν συναντήσει θα μιλήσει. 
Θα σταθεί. 
Θα φτιάξει μια πατρίδα από ψωμοτύρι και κρασί, θα γελάσει και θα κλάψει. 
Και δε θέλει. 
Θέλει μόνο μια φορά να γίνεται αυτό, ή το πολύ δυό. 
Οι πολλές συναντήσεις του θυμίζουν τα βιβλία του πατέρα του. 
Χαμένος όπως ήταν στο ένα και τ'άλλο βιβλίο σκόρπαγε τη ζωή του σε ξένες έγνοιες, ώσπου μια μέρα τα χάρισε στη βιβλιοθήκη της κοινότητας. 
Ήταν δάσκαλος ο πατέρας και καλός δάσκαλος. Τον αγαπούσαν όλα τα χωριά, ο παππάς τον λάτρευε. 
Μόνο η μάνα γκρίνιαζε που και που για τα λίγα λεφτά και τις πνευμονίες που άρπαζε δω και κει με τις τόσες περιοδίες για "θέματα του τόπου". 
Ίσως από κει να άρπαξε η οικογένεια αυτή την ευαισθησία με τα πνεμόνια. 
Η μάνα γκρίνιαζε αν και έφτιαχνε πάντα τα πράγματα τρυφερά. Διάβαζε μόνο τη γραφή. 
Τη ήξερε απ΄έξω αν και με λάθη πολλά. 
Ο πατέρας τη διόρθωνε τρυφερά. Δε γίνονταν τέτοια πράγματα στα χωριά, μόνο σε αυτούς γίνονταν. 
Κακό το ριζικό τους να έχουνε τέτοια κουσούρια. Μια φορά που διάβαινε συνάντησε έναν μαύρο καλόγερο και του το έχωσε καλά στο μυαλό αυτό. "Τον φάγανε τα άθεα τα βιβλία τον πατέρα σου, καταραμένος έγινε". 
Δεν είχε τέτοια πράγματα ο πατέρας μου, σκέφτηκε, μόνον βιβλία για το θεό. 
Αλλά μάλλον ο μαυροκαλόγερος όλα το ίδιο τα βλέπει. Προχωρώντας είχε τόσα να αποφύγει. 
Ύαινες, μαυροκαλόγερους, και ψυχρούς αγέρηδες. 
Δε πρέπει να αρρωστήσω ξανά, είπε. 
Κουράστηκε να σκέφτεται. 
Κάθε φορά σκέφτονταν και κάτι παραπάνω. 
Ένα νέο εμπόδιο. Ίσως θά' πρεπε να πάρει το συντομότερο δρόμο για τη δημοσιά. 
Τόσο καιρό έγινε αυτός ο καινούργιος δρόμος αλλά ήταν τόσο άσχημος που τον απέφευγε. 
Ή σκόνη ή λάσπη. 
Ακόμα δεν είχε ανοίξει γραμμή για κτελ. 
Έμαθε πως θα ανοίξει του χρόνου. 
Ο δρόμος θα συντομέψει πολύ. 
Μισή μέρα με τα πόδια, λίγες ώρες με το λεωφορείο. 
Μέχρι τότε ποιός ζεί, ποιός πεθαίνει. 
Θα κοιμηθεί λίγο νωρίς σήμερα, αν τρέξει λίγο και φτάσει στη πόλη λίγο πριν βραδιάσει. 
Όταν ο Ήλιος πέφτει θα ήθελε να πιεί το καφεδάκι του στον θειό που τον περιμένει, πριν ξαπλώσει κι αλλάξει. 
Να δει τη πτώση αυτού του γίγαντα νικητής, και τις φουσκάλες του καφέ να ιριδίζουν στο μωβ της πτώσης. 
Να ήταν όλα καλά. 
Πόσο καλά θα ήταν τα πράγματα αν ήταν καλά. 
Να ζούσαν όλοι και αυτός να κοίταγε μόνον δουλεύοντας. 
Να πέθαινε κάποτε χωρίς κουβέντα περιτριγυρισμένος από σκληρά πρόσωπα έγνοιας. Αυτά τα πρόσωπα που δεν τα διαπερνάει καμμία ακτίνα. 
Αυτά που απλώνουν χέρια, σε σηκώνουν, σε σκεπάζουν και σε κρύβουν βαθιά στον εαυτό σου. Θυμάται μια μέρα με τι έκπληξη κοίταγαν κάτι πρωτευουσιάνοι αυτά τα πρόσωπα όταν τους έμπασαν σε ένα σπίτι που αρρώσταινε. 
Νόμισαν στην αρχή πως κανείς δε νοιάζονταν. Έτοιμοι θαρρείς να επιπλήξουν τους αγροίκους για τη σκληρότητά τους. 
Αλλά τους πρόλαβε το βήξιμο του γέρου. 
Όλοι σώπαιναν και δούλευαν εντατικά γιά κάθε πνοή του. 
Ο δικός τους γέρος ήταν σε ένα λευκό σπίτι, με καθαρά σεντόνια και γλυκύτατους νοσηλευτές. Αναρωτιέται πότε θα συναντήσει κανέναν από δαύτους. 
Δεν είδε ποτέ κανένα να περνά. 
Τούς έβλεπε μόνο τα καλοκαίρια στη πόλη να κάνουν φασαρία και να χαρίζουν ευτυχισμένα χαμόγελα. 
Μόνο αυτό θυμάται και το απέφευγε σα το διάολο. Αλλά τώρα που δεν είναι και καλά τα πράγματα δε θυμόταν ούτε αυτό. 
Ήταν εύκολο να είσαι δυστυχισμένος τελικά. Περπατάς και περπατάς ώσπου να σπάσεις για τα καλά. 
Γι'αυτό είπε να περπατά κάπου κάπου. 
Μπορεί και να έπαιρνε μαζί του και αυτές τις ακτίνες που τον ταλαιπωρούν. 
Να τις βύθιζε ξανά στη γη μαζί του, εκεί κάτου. Πως να είναι η γη ακόμα πιό κάτου απ'το πόδι του; όχι δε σκέφτονταν το θάνατο τότε, αλλά την ανάσταση μέσα στη γη. 
Μιά ρίζα που θα φύτρωνε μέσα στη γη με μιά χούφτα αρπαγμένες ακτίνες, για πάντα. 
Όλα αυτά για πάντα χωμένα στη ζέστη της και στα ρέματα που την ποτίζουν από μέσα της. 
Δε θα χώνονταν τίποτα εκεί μέσα. 
Ούτε θα τρύπωνε ο θάνατος ξανά. 
Και θα έβλεπε αυτά που ήθελαν να ιδωθούν. Πολλές φορές σκάλιζε το χώμα. 
Κάποτε με μανία αν στέκονταν κάτω από κανά πλατάνι, κουρασμένος από το δρόμο. 
Μιά φορά ένας περαστικός νόμισε πως ψάχνει κάτι. 
Δε τον διάψευσε, να μη τον κάνει πιο υποψιάρη. 
Ναι του'πε. 
Ψάχνω ένα δακτυλίδι που έχασα κάποτε κάπου δω. Μήπως τό'δες πουθενά; Και τότε ο άλλος ησύχασε. 
Τι να πεις σ'ανθρώπους που ψάχουν και ψάχουν θησαυρούς; τι να τους πεις; πως ψάχεις ρίζα και νερό; χυμούς και φωτιά φυλαγμένη μέσα στη ζωή; θα σε περάσουν για λωλό. 
Ψάχτε λοιπόν χρυσάφι και θα βρείτε ό,τι βρείτε. Εγώ φεύγω, τού'πε. Αν βρείς κάτι κράτα το. 
Στο χαρίζω. Και τότε έφυγε. Κι αυτό το θυμάται. 
Σα πολλά μαζεύτκαν, είπε. Σα πολλά..

Και συνέχισε..





Ιωάννης Τζανάκος

Παρασκευή, 14 Ιουλίου 2017

θάλασσα..



Η θάλασσα με τις αβυσσαλέες της ιδιότητες είναι ιδανική στο να συμβολίζει το ασυνείδητο, αλλά δεν παύει να έχει επιφάνεια η οποία ενίοτε μόνον αντανακλά το φως και δύναται να στηρίξει ένα πλοιάριο που δεν θα βυθισθεί ποτέ εντός της.
Το φως δεν αντανακλάται μόνον στην επιφάνειά της αλλά και βυθίζεται εντός της, και πάντα η επιφάνεια μπορεί να γίνει η παγίδα βύθισης τού αμέριμνου ή ανήσυχου πλοιαρίου, αλλά δεν υπάρχει ούτε μοίρα ούτε προκαθορισμός. 


Ιωάννης Τζανάκος

Τρίτη, 11 Ιουλίου 2017

2 προβληματικές ορολογίες...



Από τη στιγμή που πέρασε στο ιστορικό παρασκήνιο ή αποσύρθηκε σιγά σιγά πλήρως η αποικιακή μορφή της (δυτικής κυρίως) ιμπεριαλιστικής κυριαρχίας, για να περιγραφεί η συνέχιση τής κυριαρχίας αυτής πάνω στις πρώην αποικίες ή και ευρύτερα στο "άλλο" μέρος του πλανήτη χρησιμοποιήθηκε ο όρος νεοαποικιοκρατία ή ακόμα και ο πρόχειρος όρος μισο-αποικία.
Νομίζω πως πέραν της χρησιμότητας αυτής της χρήσης, όταν έχουμε επίγνωση του πρόχειρου και μεταφορικού, ίσως και αναγκαίου ρητορικού, χαρακτήρα της, χρειάζεται μια κριτική απόσταση και ένας περιορισμός της, ακόμα και κατάργηση των όρων αυτών.
Χρειάζεται ένα άλλο πλαίσιο κατανόησης της ιμπεριαλιστικής εξάρτησης.

Το ίδιο πρόβλημα παρουσιάζεται και με τον όρο της "εθνικής ανεξαρτησίας" στον βαθμό που αυτός αυτονομείται υπέρμετρα και σημαίνει ξεκάθαρα δημαγωγικές εθνικιστικές ή υπερεθνικιστικές αλλοιώσεις του πραγματικού πλαισίου που σήμαινε και σημαίνει ακόμα κάτι σημαντικό στα πλαίσια της κρατικής και λαϊκής κυριαρχίας ως κοινωνικών ορίων απέναντι στην μεγάλη ξένη κυριαρχία, τα οποία (όρια) δεν σημαίνουν ποτέ μιαν πλήρη και μεταφυσικοποιημένη εθνική ανεξαρτησία, δηλ. ένα όνειρο ή μια φενάκη που μόνον ως φασιστικό απομονωτικό και ομογενοποιητικό εθνοολοκληρωτικό ιδεολόγημα μπορεί να "σταθεί".
Η εθνική ανεξαρτησία μπορεί να υπάρξει περισσότερο ως εθνική ή λαϊκή αυτονομία και ακεραιότητα στα πλαίσια τής αντικειμενικής και υποκειμενικής ενότητας, αλληλεξάρτησης και αλληλεπίδρασης μεταξύ κοινωνιών και λαών, η οποία προϋποθέτει αυτή την αυτονομία για να είναι δημοκρατική αλλά δεν περιορίζεται ούτε καν από αυτήν ακόμα κι αν αυτή (η εθνική ή λαϊκή αυτονομία) έχει ήδη υπάρξει με τον περιορισμένο τρόπο που αρμόζει στην έννοια ή ιδέα.
Η κριτική της ιδεολογικής φετιχοποίησης και αλλοτριωτικής αυτονόμησης αυτού του "συνθήματος" δεν μπορεί παρά να είναι κριτική και του ίδιου του συνθήματος καθαυτού.
Εννοείται πως οι υπερεθνικιστικές κραυγές για την "σημερινή" εγκατάλειψή του κάθε άλλο παρά ανταποκρίνονται στην πράξη στα όποια δημοκρατικά εθνικά συμφέροντα και τις όποιες δημοκρατικές εθνικές αξίες.



Ιωάννης Τζανάκος

Τρίτη, 4 Ιουλίου 2017

Η αναγνώριση ως μη ον..



Η αναγνώριση του υποκειμένου στο άλλο του, ένα άλλο υποκείμενο ή ένα συμβολικό υποκείμενο, ήταν πάντα, όσο γνωρίζουμε, μια διεργασία με μη κανονικές ή ομαλές δομικές παραμέτρους.
Και έτσι θα παραμείνει, γιατί ο άνθρωπος δεν είναι φυσικό ον, ή μάλλον ο άνθρωπος δεν είναι φυσικό ον γιατί αυτή η διεργασία θα παραμείνει πάντα έτσι.
Όσοι σήμερα διαμαρτύρονται για την "αποφυσικοποίηση" τού ανθρώπου στην "χρυσή εποχή" τους είχαν βάλει κι αυτοί ένα λιθαράκι στο οικοδόμημα αυτό.
Η αναγνωρισιακή διεργασία είναι ένα τυπικό παράδειγμα του γεγονότος της μη φυσικότητας και της μη ομαλότητας κάθε διεργασίας ανθρωποποίησης και απανθρωποποίησης, μόνον που και "αυτό" έχει "εντός" του όλο το φορτίο τού πόνου και της βαθύτερης ξένωσης, όπως και της συνεχούς μετατροπής της ως ξένωσης σε μηχανισμό παραγωγής και αναπαραγωγής ενός θραυσματικού όντος το οποίο συνεχίζει και θα συνεχίσει να κατατρύχεται από τους ίδιους αγώνες και τις ίδιες παρορμήσεις κυριαρχίας, τις κατεξοχήν μη φυσικές και μη ομαλές διεργασίες παρώθησης προς ένα κενό ή ένα μηδέν χωρίς κανένα κατασφαλιστικό ή τελικό νόημα, οι οποίες όμως υπάρχουν μόνον μέσω κυριαρχικών πράξεων και αντικατοπτρισμών, εξίσου πρακτικών με την υλική πράξη.
Θα ήταν γοητευτικό το σόφισμα να θεωρήσει κάποιος χωρίς να το ονομάζει και να το ορίζει αυτή την κατάσταση ως την πραγματική πραγματικότητα ή την αληθινή "φύση" των ανθρώπων, αλλά δεν είναι δυνατόν να το πράξει αυτό ούτε με συνέπεια ούτε με έμμεσο τρόπο, εφόσον η ίδια η διεργασία αναγνώρισης και αλληλοαναγνώρισης θέτει κάθε επιχείρημα και κάθε πρακτική επιθυμία φυσικοποίησης εκτός παιχνιδιού της πραγματικής ζωής.
Η διαρκής μόχλευση της αστάθειας του όντος, αυτό που είναι δηλαδή ο άνθρωπος ως συγκεκριμένο μη ον, δεν πρόκειται να υπάρξει χωρίς την ίδια της την ανυπαρξία, δεν είναι ένα ον, ούτε το μη ον ως ον, αλλά σημαίνει την κίνηση στην ιδανική και άσκοπη κίνησή της προς την απεικόνιση και τον κατοπτρισμό, ήτοι τον άνθρωπο που μέσα από την αναγνώρισή του στον άλλον ή την μη αναγνώρισή του στον άλλον άνθρωπο θα παράγει πάντα ένα χάσμα, μια παρερμηνεία, ένα άλλο δόγμα, μια άλλη εννόηση ή απλά έναν άλλο τρόπο βίωσης του κόσμου.




Ιωάννης Τζανάκος

Κυριακή, 2 Ιουλίου 2017

Σοσιαλισμός και "από τα κάτω" και "από τα πάνω"..



Κάποτε ήταν αναγκαίο να κρίνουμε και να αποδομούμε τον σοσιαλισμό (ή κομμουνισμό) "από τα πάνω".
Ήταν η εποχή τού αναγκαίου αλλά και αμέριμνου έως ανόητου και ουτοπικού αντισταλινισμού και αντιλενινισμού.
Αυτή η εποχή έχει παρέλθει αν και σήμερα βλέπουμε στο παγκόσμιο κίνημα την κυριαρχική κορύφωση αυτής της κριτικής πράξης μέσω της επικράτησης, μέσα στην ευρύτερη αριστερά, τα εργατικά και λαϊκά ή ελευθεριακά κινήματα, τού δόγματος της κριτικής στον λενινισμό σταλινισμό (ακόμα και τροτσκισμό) όπως αυτό όμως έχει μετατραπεί και σε δόγμα κριτικής στον ίδιο τον καπιταλισμό.
Γι΄αυτό έχουμε πολλούς νεοσοσιαλδημοκράτες, αριστεριστές, αναρχικούς και νεοαναρχικούς ή αυτόνομους κάθε μορφής, αλλά πραγματικό κομμουνιστή δεν θα βρείτε εύκολα.
Και όταν λέω πραγματικό κομμουνιστή δεν εννοώ το νέο είδος ελευθεριακού ή αριστεριστή κομμουνιστή αλλά κάποιον που να συνεχίζει με κάποιο τρόπο τον "ενστικτώδη" συγκεντρωτισμό και μπλανκισμό των κομμουνιστών όπως τους γνωρίσαμε και όπως θα είναι πάντα αν είναι και όταν είναι ένα διακριτό και μαζικό πράγμα.
Η μερική αλλαγή του καπιταλιστικού συστήματος, και η μετατροπή τού κρατικού του υπο-συστήματος, έχει δημιουργήσει μιαν αντικειμενική ή αντικειμενικίζουσα επίστρωση πάνω από τις απαράλλαχτες βαθύτερες δομές του.
Πάνω σε αυτή την επίστρωση έχουν αναπτυχθεί φενακιστικά τα διάφορα βολικά υπο-δόγματα αυτού του νέου δόγματος που αναφέραμε και το οποίο σχηματίστηκε αρχικά ως ένα ιδεολογικό θεωρητικό υπο-σύστημα του ευρύτερου ιδεολογικού κομμουνιστικού ρεύματος.
Επαναλαμβάνω ότι σε όλα αυτά έπαιξε πάντα ρόλο η αποτυχία και η κρατική αγριότητα των κρατικοσοσιαλιστικών εξουσιών και κυριαρχιών.
Με την πτώση του υπαρκτού το πράγμα ξέσπασε κανονικότατα και η ιδεολογική ηγεμονία μέσα στην ευρύτερη αριστερά των θεωρήσεων για έναν "σοσιαλισμό από τα κάτω" ολοκληρώθηκε.
Μη κοιτάτε που στην Ελλάδα έχουμε την ιδιομορφία του κκε.
Στην πραγματικότητα και το κκε και οι επιρροές του έχουν υποχωρήσει και σε αυτό. 
Θα μιλήσω συνοπτικά παρακάτω.
Τώρα ζούμε την ιδεοληψία τού "από τα κάτω", "χωρίς αρχηγούς", "αντι-ιεραρχία" και απόλυτος αντικαπιταλισμός αντικρατισμός ακόμα και όταν "βρισκόμαστε" σε ιδιόμορφες περιφερειακές χώρες όπως είναι και η δική "μας".
Όπως είπα μόλις πριν ακόμα και το κκε ή κόμματα σαν το κκε εκ των πραγμάτων έχουν υποχωρήσει σε θεμελιοκρατικές αριστεροκομμουνιστικές θέσεις, αριστερίστικες.
Είναι παράξενο αλλά είναι και απόδειξη ότι η γενική τάση όταν αλλάζει παρασύρει τους πάντες, ακόμα και αυτούς που είναι υποτίθεται ταγμένοι στην προηγούμενη τάση.
Γι'αυτό και το κκε έχει αλλάξει και έχει προσχωρήσει στον "αριστερό κομμουνισμό" της εποχής, άσχετα αν αυτό γίνεται αναγκαστικά με τους ειδικούς όρους κοινωνικο-ιδεολογικής αναπαραγωγής αυτού του χώρου που εκφράζει ως έναν ειδικό χώρο.
Αν κάτι έφερε η αρνητική εμπειρία του "υπαρκτού", όσο ήταν αρνητική, αλλά και τα επιτεύγματά του, η θετική πτυχή, ήταν και είναι η επίγνωση της ενότητας και της αλληλεπίδρασης του σύχρονου κόσμου σε βασικούς δομικούς καθορισμούς του, αλλά το συμπέρασμα των ηττημένων είναι ακόμα ότι αυτό ήταν το απόλυτο κακό.
Εξετάζουν δε, όλοι τους πλέον, σε ένα κοινό μυστικιστικό πλαίσιο, την αδυναμία τους να επιβιώσουν πολιτικά εξουσιαστικά και ιδεολογικά μόνον υπό το πλαίσιο αυτής τής ομοιότητας ή ενότητας τού σύγχρονου κόσμου, το εξετάζουν αυτό λοιπόν ως ένα κακό, ως το θεμελιακό αμάρτημα.
Όταν έρχονται λίγο στα συγκαλά τους, αν έρθουν, είναι αναπόφευκτο να προσαρμοστούν σε κάποια μορφή σοσιαλδημοκρατίας.
Η απόλυτη άρνηση οδηγεί συνήθως σε μια απόλυτη προσαρμογή.
Η επιστροφή άρα, σε τυπικές και "ξενερωτικές" ορολογίες και αναλύσεις είναι αναγκαία όσο ποτέ.
Αντί να ακούμε αρλούμπες για "κοινωνική ιδιοκτησία" ή "κοινωνικοποίηση" σε διάκριση προς την κρατική "σοσιαλιστική ιδιοκτησία" οφείλουμε να κάνουμε στάση και να θέσουμε το θέμα ξανά από την αρχή και χωρίς θεμελιοκρατικές ομιχλώσεις.
Το ζήτημα λόγου χάριν είναι, σε ποιόν ανήκει το κράτος αυτό, τι έχει από κάτω του, ποιός το στηρίζει και το δομεί; είναι εργατικο; τι είναι εργατικό κράτος;
Παράδειγμα έφερα.
Πάντως η παραφιλογογία για το απόλυτο "από τα κάτω" πρέπει κάποια στιγμή να τεθεί σε κριτική.
Το πράμα αυτό, η απόκάτω-λογία έχει σαπίσει πιά.





Ιωάννης Τζανάκος

Σάββατο, 1 Ιουλίου 2017

Facebook; όχι ευχαριστώ..


Άνοιξα για λίγες ώρες σελίδα στο φατσοβιβλίον, και περιηγήθηκα, και έχω να πω τα εξής:
Ούτε για αστείο δεν πρόκειται να (ξανα)ανοίξω σελίδα σε αυτό το πράμα, που εξοντώνει την επικοινωνία και τον Λόγο.
Δεν θα κάνω ανάλυση εκτεταμένη, πάντως δεν είμαι εχθρικός με την τεχνολογία, ούτε με το νετ.
Το αντίθετο:
Θα με προσδιόριζα όσον αφορά στο ζήτημα "τεχνική" ως και θετικιστή.
Όμως το πράμα αυτό είναι εντελώς άχρηστο ή λίγο χρήσιμο και επιπλέον βρωμάει ναρκισσισμό και επιδειξιομανία από μακριά.
Θα συνεχίσει να υπάρχει, κανένα πρόβλημα, και άλλα πράγματα θα συνεχίσουν να υπάρχουν, αλλά εγώ δεν θα πάρω, όχι ευχαριστώ, τα λέμε μόνο από δω (και αν, ακόμα και αυτό που κάνω εδώ είναι από ανάγκη και γιατί δεν έχω καμία πρόσβαση σε εκδότες και τα σχετικά, ούτε θα παρακαλέσω), και από πουθενά αλλού, εκτός ίσως από κανένα ανθρώπινο μέρος υπό όρους ζωντανής και όχι ψόφιας ζωής, ακόμα κι αν αυτή η ζωντανή ζωή πονάει και υποφέρει.
Έχετε ξεφύγει όλοι σας και δεν πρόκειται να σας ακολουθήσω στον κατήφορο.
Λυπάμαι πραγματικά για αυτό το φιάσκο της ανθρώπινης ύπαρξης.
Και το μπλόγκ παραπάει για μένα, ήδη με έχει κουράσει. 
Άντε μεγαλώστε και πάτε και καμιά βόλτα.



Ιωάννης Τζανάκος