Αυτοκαθορισμός

Αυτοκαθορισμός

Σάββατο, 15 Ιουλίου 2017

Μικρό διήγημα.. - 2014-2017


Γραμμένο το 2014, το ξανααφιερώνω στον θείο μου, τώρα που παίρνει το δρόμο για την μεγάλη Πόλη, την Ισταμπούλ-Κωνσταντινούπολη, για να πάρει την θέση του στην ψαλτάδικη ιεραρχία ως ένας από τους πρωτοψάλτες του Πατριαρχείου, μακριά από "εθνικιστικές" ή "διεθνιστικές" αναπαραστάσεις.
Αυτός στην Πόλη, ο μουσικός συνεχιστής του, ο γιός του ο Ιάσωνας Τζανάκος στην Βιέννη να θεραπεύει την δυτική κλασική παράδοση, εμείς οι υπόλοιποι μπορούμε να χαζοκαμαρώσουμε λίγο ως "μέλη" του καλλιτεχνικού σογιού μας, γνωρίζοντας βέβαια ότι η περιπλάνηση είναι μοίρα για τον δημιουργό και η στασιμότητα θάνατος.. 

Μικρό διήγημα.. - Αυτοκαθορισμός

23 ιανουαρίου 2014

Αφιερωμένο στον Θείο μου Παναγιώτη Τζανάκο και τις αναμνήσεις του απ'το χωριό μας..





Είχε καταλάβει την ατιμία της πνευμονίας. 
Δεν έπρεπε να ξαναρρωστήσει. 
Όταν έπαιρνε το δρόμο ξανά, για να κατέβει από το χωριό και να πάει στη πόλη του τόπου του, τυλίγονταν με ένα βαρύ παλτό, έβαζε τις χοντρές μάλλινες κάλτσες, και άκουγε τα προσεκτικά λόγια των μεγαλύτερων για τους κινδύνους που έχει το κάθε μικρό παγωμένο αεράκι αν σε βρεί ακάλυπτο και ιδρωμένο από τη κούραση του δρόμου. 
Σταμάταγε συχνά και μάσαγε τα παξιμάδια του, έπινε νερό σε κάθε πηγή ακόμα κι αν δεν δίψαγε, μιλούσε σε κάθε πλάσμα που του άνοιγε τη κουβέντα, χωρίς να ξεχάσει να το χαιρετήσει. 
Έπρεπε να πηγαινοέρχεται συνέχεια, αν και όχι τόσο συχνά, στη πόλη. 
Είχαν πάψει να φοβούνται οι διαβάτες των μονοπατιών τους ληστές. 
Πέρσι, πριν ακόμα αρρωστήσει, τους είχαν πιάσει όλους, τους είχαν κρεμάσει σκοτωμένους πάνω σε μικρές σιδερένιες πόρτες περιφέροντας τα νεκρά σώματά τους σε όλα τα χωρία, με μιά μικρή ταμπελίτσα πάνω τους πού'λεγε "αυτά παθαίνουν οι εχθροί της πατρίδας" και άλλα τέτοια. 
Αυτός δεν φοβότανε τους ληστές. Είχε συναντήσει πολλές φορές μερικούς από δαύτους και είχε συνφάγει , ειδικά αν ήταν νύχτα και δεν τους έβλεπε κανείς. 
Ποτέ δεν άνοιξε κουβέντα μαζί τους. 
Με κανέναν δεν άνοιγε κουβέντα εδώ και χρόνια, από τότε που πέθανε το μοναδικό του παιδί. 
Είχε κάθε λόγο να μη μιλάει με κανέναν στο χωριό και κανείς δεν τον παρεξηγούσε από τότε που χάθηκε στη μαυρίλα του πένθους. 
Και πριν δεν μίλαγε πολύ. Σχεδόν καθόλου. 
Αλλά κι οι κατσαπλιάδες σα να ξέρανε και δε του μίλαγαν, άνθρωποι κι αυτοί ξένοι, ίσως να ένιωθαν πως έχουν κάτι κοινό μαζί του. 
Όταν κάτι γίνονταν κακό, όλοι ένιωθαν κάτι να τους δένει μαζί του. 
Τυλίγοντας το παλτό του πιο σφιχτά σκέφτηκε πως δε τον νοιάζει τίποτα από όλα αυτά, μα μήτε και λυπήθκε με τους θανάτους αυτούς που τον έφερναν κοντά με τους άλλους σχωριανούς και τού'διναν λίγη ψίχα χρόνου ακόμα να μη νοιάζεται για κανέναν. 
Τη μέρα που φέρανε το νεκρό σώμα ενός από τους κατσαπλιάδες δε βγήκε καθόλου απ'το παγωμένο σπίτι. 
Είχε την δικαιολογία της αρρώστειας του παιδιού. Κανείς δε νοιάστηκε πάλι. 
Τέλος πάντων. 
Τη μέρα που ξεκίνησε ξανά οι ακτίνες του πρωϊνού ήλιου πέφτανε όπως πάντα, σα βέλη στη καρδιά του. 
Κακό ξύπνημα έχει όποιος συναντά τον Ήλιο αν έχει τη καρδιά του στο πρόσωπο απλωμένη. 
Τα βέλη του φωτός διαπερνούν τα πιό προστατευμένα πρόσωπα,  τα ανοιχτά πρόσωπα, τα πρόσωπα του πένθους, τα σπάνε κομμάτια. 
Πόσο θα ήθελε να μη ξημερώνει ποτέ, να μένει μέσα στο σπίτι του αναδεύοντας τα ξύλα της φωτιάς, αν γίνονταν να έμενε κάπου μόνος του, μακριά απ'το χωριό. 
Αλλά έπρεπε να βγαίνει κάθε τόσο, να φεύγει και να ξαναγυρνά, να κάνει κάτι. 
Και ο ήλιος τον περίμενε όπως δε περίμενε κανέναν. 
Θά'πρεπε να τον καλοδεχτεί, να ανοίξει το παλτό, ν'αφήσει τις ακτίνες να χαιδέψουν το στήθος του, αλλά αυτό δε γίνεται. Έπεφτε πάνω του και τον έσπαγε, τον έκαιγε όπως ο εχθρός τα σπαρτά. 
Θα περπατήσει χωρίς ούτε μια σκέψη παραπάνω. Να μην αρρωστήσει ξανά. 
Να πεθάνει γέρος σαν την ελιά. Δυνατός σα πέτρα. Κάθε ώρα που κατέβαινε δε θυμόταν και ξέραινε τις σκέψεις μέχρι που έμοιαζαν μικρά κουκούτσια για φύτεμα. 
Είχε φυτέψει πολλά σε μέρη που δε ξαναπέρασε ποτέ. Δεν ήθελε να ξαναπερνά όπου σκέψεις. 
Έτσι κι'αλλιώς έρχονται ξανά και ξανά. 
Σα τις ακτίνες του Ήλιου, από ψηλά. 
Δεν έρχονται, ξεπροβάλανε πάλι όταν υψώνει το κεφάλι. 
Το ύψωσε για να δει που είναι. 
Μέσα στο πυκνότερο σημείο του δάσους έπρεπε να κοιτά κάποτε ψηλά, αν και δε βλέπει κανείς τίποτα εκεί ψηλά ακόμα κι αν είναι χαμένος. 
Γιατί κοιτάω ψηλά; σκέφτηκε..γιατί το κάνω; αφού δε βοηθά σε τίποτα και καίγομαι πάλι. 
Το άλλο που φοβάται όταν τριγυρνά στα μονοπάτια είναι τις μυρωδιές. 
Κάποιοι του είπαν πως σαπίζουν ακόμα πολλά πτώματα στις άκρες των μονοπατιών, και καλά θα κάνει να περνάει από τα γνωστότερα που έχουν καθαριστεί. 
Γιά όλα φρόντισε η χωροφυλακή. 
Και να μη φρόντισε υπάρχουνε ύαινες. 
Έχουν πληθύνει τώρα τελευταία, παρ'όλο που τα πτώματα σχεδόν τελείωσαν. 
Κάποιοι λένε πως τα πτώματα δε τελειώνουν, και δεν είναι μόνο οι κατσαπλιάδες που αφανίζονται. 
Αυτοί αφανίστηκαν για τα καλά. Είναι κι άλλοι. Πάντα είναι κι άλλοι. 
Με σκέψεις πάλι να μη σκέφτεται άλλο, έφτασε στο ένα αγαπημένο του σημείο. 
Εκεί που δε φαίνεται το χωριό ούτε στην άκρη του ορίζοντα. Παράξενο. 
Δε θέλει να φύγει όταν φεύγει μα όταν φεύγει θέλει να μην υπάρχει πίσω τίποτα από αυτό που άφησε. Μα θα ξαναγυρίσει. 
Κι όταν ξαναγυρνά δε θέλει να ζει το δρόμο μέχρι να δεί ξανά το χωριό του στον ορίζοντα. Αυτό είναι το δεύτερο αγαπημένο σημείο. 
Λίγο παρακείθε το ένα από το άλλο. 
Πολύ κοντά. Αλλά δεν είναι το ίδιο. 
Κι όταν από το ένα φτάνει στο άλλο άλλα είναι τα αισθήματα. 
Σα φεύγει και περνά από το σημείο που λιγοδείχνει το ορμητήριό του νιώθει το βαρύ πλάκωμα του αποχαιρετισμού και τρέχει, τρέχει μπρός, προς το πρώτο σημείο της αγάπης. 
Σα γυρνά και περνά από το σημείο αυτό, που' ναι το πιό κοντά στον ορίζοντα, το ξεπερνά με πυρετώδικη αδιαφορία και τρέχει, τρέχει μπρος, προς το σημείο που λιγοδείχνει, και βουρκώνει. 
Μα τώρα προχωρά, προχωρά στη σιωπή του ταξιδιού, με όλες αυτές τις ενοχλήσεις να του ζαλίζουν το μυαλό. 
Πως θα βρεί ένα νέο δρόμο, πως θα απόφύγει τις συναντήσεις. 
Γιατί αν συναντήσει θα μιλήσει. 
Θα σταθεί. 
Θα φτιάξει μια πατρίδα από ψωμοτύρι και κρασί, θα γελάσει και θα κλάψει. 
Και δε θέλει. 
Θέλει μόνο μια φορά να γίνεται αυτό, ή το πολύ δυό. 
Οι πολλές συναντήσεις του θυμίζουν τα βιβλία του πατέρα του. 
Χαμένος όπως ήταν στο ένα και τ'άλλο βιβλίο σκόρπαγε τη ζωή του σε ξένες έγνοιες, ώσπου μια μέρα τα χάρισε στη βιβλιοθήκη της κοινότητας. 
Ήταν δάσκαλος ο πατέρας και καλός δάσκαλος. Τον αγαπούσαν όλα τα χωριά, ο παππάς τον λάτρευε. 
Μόνο η μάνα γκρίνιαζε που και που για τα λίγα λεφτά και τις πνευμονίες που άρπαζε δω και κει με τις τόσες περιοδίες για "θέματα του τόπου". 
Ίσως από κει να άρπαξε η οικογένεια αυτή την ευαισθησία με τα πνεμόνια. 
Η μάνα γκρίνιαζε αν και έφτιαχνε πάντα τα πράγματα τρυφερά. Διάβαζε μόνο τη γραφή. 
Τη ήξερε απ΄έξω αν και με λάθη πολλά. 
Ο πατέρας τη διόρθωνε τρυφερά. Δε γίνονταν τέτοια πράγματα στα χωριά, μόνο σε αυτούς γίνονταν. 
Κακό το ριζικό τους να έχουνε τέτοια κουσούρια. Μια φορά που διάβαινε συνάντησε έναν μαύρο καλόγερο και του το έχωσε καλά στο μυαλό αυτό. "Τον φάγανε τα άθεα τα βιβλία τον πατέρα σου, καταραμένος έγινε". 
Δεν είχε τέτοια πράγματα ο πατέρας μου, σκέφτηκε, μόνον βιβλία για το θεό. 
Αλλά μάλλον ο μαυροκαλόγερος όλα το ίδιο τα βλέπει. Προχωρώντας είχε τόσα να αποφύγει. 
Ύαινες, μαυροκαλόγερους, και ψυχρούς αγέρηδες. 
Δε πρέπει να αρρωστήσω ξανά, είπε. 
Κουράστηκε να σκέφτεται. 
Κάθε φορά σκέφτονταν και κάτι παραπάνω. 
Ένα νέο εμπόδιο. Ίσως θά' πρεπε να πάρει το συντομότερο δρόμο για τη δημοσιά. 
Τόσο καιρό έγινε αυτός ο καινούργιος δρόμος αλλά ήταν τόσο άσχημος που τον απέφευγε. 
Ή σκόνη ή λάσπη. 
Ακόμα δεν είχε ανοίξει γραμμή για κτελ. 
Έμαθε πως θα ανοίξει του χρόνου. 
Ο δρόμος θα συντομέψει πολύ. 
Μισή μέρα με τα πόδια, λίγες ώρες με το λεωφορείο. 
Μέχρι τότε ποιός ζεί, ποιός πεθαίνει. 
Θα κοιμηθεί λίγο νωρίς σήμερα, αν τρέξει λίγο και φτάσει στη πόλη λίγο πριν βραδιάσει. 
Όταν ο Ήλιος πέφτει θα ήθελε να πιεί το καφεδάκι του στον θειό που τον περιμένει, πριν ξαπλώσει κι αλλάξει. 
Να δει τη πτώση αυτού του γίγαντα νικητής, και τις φουσκάλες του καφέ να ιριδίζουν στο μωβ της πτώσης. 
Να ήταν όλα καλά. 
Πόσο καλά θα ήταν τα πράγματα αν ήταν καλά. 
Να ζούσαν όλοι και αυτός να κοίταγε μόνον δουλεύοντας. 
Να πέθαινε κάποτε χωρίς κουβέντα περιτριγυρισμένος από σκληρά πρόσωπα έγνοιας. Αυτά τα πρόσωπα που δεν τα διαπερνάει καμμία ακτίνα. 
Αυτά που απλώνουν χέρια, σε σηκώνουν, σε σκεπάζουν και σε κρύβουν βαθιά στον εαυτό σου. Θυμάται μια μέρα με τι έκπληξη κοίταγαν κάτι πρωτευουσιάνοι αυτά τα πρόσωπα όταν τους έμπασαν σε ένα σπίτι που αρρώσταινε. 
Νόμισαν στην αρχή πως κανείς δε νοιάζονταν. Έτοιμοι θαρρείς να επιπλήξουν τους αγροίκους για τη σκληρότητά τους. 
Αλλά τους πρόλαβε το βήξιμο του γέρου. 
Όλοι σώπαιναν και δούλευαν εντατικά γιά κάθε πνοή του. 
Ο δικός τους γέρος ήταν σε ένα λευκό σπίτι, με καθαρά σεντόνια και γλυκύτατους νοσηλευτές. Αναρωτιέται πότε θα συναντήσει κανέναν από δαύτους. 
Δεν είδε ποτέ κανένα να περνά. 
Τούς έβλεπε μόνο τα καλοκαίρια στη πόλη να κάνουν φασαρία και να χαρίζουν ευτυχισμένα χαμόγελα. 
Μόνο αυτό θυμάται και το απέφευγε σα το διάολο. Αλλά τώρα που δεν είναι και καλά τα πράγματα δε θυμόταν ούτε αυτό. 
Ήταν εύκολο να είσαι δυστυχισμένος τελικά. Περπατάς και περπατάς ώσπου να σπάσεις για τα καλά. 
Γι'αυτό είπε να περπατά κάπου κάπου. 
Μπορεί και να έπαιρνε μαζί του και αυτές τις ακτίνες που τον ταλαιπωρούν. 
Να τις βύθιζε ξανά στη γη μαζί του, εκεί κάτου. Πως να είναι η γη ακόμα πιό κάτου απ'το πόδι του; όχι δε σκέφτονταν το θάνατο τότε, αλλά την ανάσταση μέσα στη γη. 
Μιά ρίζα που θα φύτρωνε μέσα στη γη με μιά χούφτα αρπαγμένες ακτίνες, για πάντα. 
Όλα αυτά για πάντα χωμένα στη ζέστη της και στα ρέματα που την ποτίζουν από μέσα της. 
Δε θα χώνονταν τίποτα εκεί μέσα. 
Ούτε θα τρύπωνε ο θάνατος ξανά. 
Και θα έβλεπε αυτά που ήθελαν να ιδωθούν. Πολλές φορές σκάλιζε το χώμα. 
Κάποτε με μανία αν στέκονταν κάτω από κανά πλατάνι, κουρασμένος από το δρόμο. 
Μιά φορά ένας περαστικός νόμισε πως ψάχνει κάτι. 
Δε τον διάψευσε, να μη τον κάνει πιο υποψιάρη. 
Ναι του'πε. 
Ψάχνω ένα δακτυλίδι που έχασα κάποτε κάπου δω. Μήπως τό'δες πουθενά; Και τότε ο άλλος ησύχασε. 
Τι να πεις σ'ανθρώπους που ψάχουν και ψάχουν θησαυρούς; τι να τους πεις; πως ψάχεις ρίζα και νερό; χυμούς και φωτιά φυλαγμένη μέσα στη ζωή; θα σε περάσουν για λωλό. 
Ψάχτε λοιπόν χρυσάφι και θα βρείτε ό,τι βρείτε. Εγώ φεύγω, τού'πε. Αν βρείς κάτι κράτα το. 
Στο χαρίζω. Και τότε έφυγε. Κι αυτό το θυμάται. 
Σα πολλά μαζεύτκαν, είπε. Σα πολλά..

Και συνέχισε..





Ιωάννης Τζανάκος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ιωάννης Τζανάκος - Ιστολόγια

Δρεπάνι

Δρεπάνι
Δρεπάνι..

Αρχειοθήκη ιστολογίου

Kurdistan

Nichts

Nichts

Πολιτική και Γεωπολιτική..

Στα όρια..

Ουρανός

Ουρανός

Ερμηνείες της ιστορίας..

Επιστημονικά και επιστημονικοφανή..