Παρασκευή, 23 Αυγούστου 2019

Εν-Μηδέν-Αφανισμός [11 δοκίμια 2013-2019][πριν τις εκλογές τού 2019]

Πρόλογος.


Τελειώνω εδώ με την σειρά των [επεξεργασμένων] αναδημοσιεύσεων κειμένων από μια άλλη, δική μου και δική μας εποχή, όπου παρά το γεγονός ότι ήμασταν ήδη -άντα, μας φλόγιζε ακόμα το πάθος ή η αυταπάτη ότι θα υπάρξει κάτι άλλο στην κοινωνία, την ζωή μας, και ειδικά στην κοινωνική τάξη που ανήκουμε. Διαβάζοντας σήμερα αυτά τα άνισα κείμενα, μέχρι αυτή τη τελευταία σειρά τους που αναδημοσιεύω τώρα, δεν μπορώ να μη νιώσω θλίψη έως απορία, για το πόσο αφελείς ήμασταν μερικοί γράφοντας, διαβάζοντας, συνομιλώντας ακόμα με ανθρώπους για καταστάσεις που ήταν ήδη (από τότε) και από αυτούς προδιαμορφωμένες και προκαθορισμένες σε ένα στενό και θλιβερά ιδεολογικό πλαίσιο.


Η θλίψη μου μετατρέπεται σε οργή όταν σκέφτομαι ότι όλοι αυτοί ήταν και είναι θλιβερά ανθρωπάκια και συκοφάντες με μια μόνη ιδιότητα, την κατοχή μιας ιδιωτικοκαπιταλιστικής επιχείρησης "προοδευτικών" και ψευδο"αριστερών" χαρακτηρισμών και συκοφαντιών, η οποία μάλλον πρόκειται να χρεωκοπήσει σύντομα, παρασέρνοντας και τις θυγατρικές της.  


-------------------------------------------------------------------------------
1.
Το Μηδέν είναι ένας αριθμός (δηλαδή ως αριθμήσιμος και ο ίδιος) κατά μια υπαγωγική έννοια του (μαθηματικού) Λόγου όταν ο ίδιος αυτός ο Λόγος συγκροτείται σε μιά συμβολική τάξη που υπάρχει ως απώθηση και ταυτόχρονα ενσωμάτωση της μη-ταυτότητάς της με την τάξη του πραγματικού. Το Μηδέν είναι λοιπόν αριθμός με την ολοκληρωμένη του έννοια, ήτοι ως στοιχείο του συνόλου των αριθμήσιμων αριθμών, όταν είναι ένα απολύτως αναγκαίο σημείο ενός Λόγου που συγκροτεί το πραγματικό (και) ως ένα Άλλο του Λόγου που όμως ως Άλλο του Λόγου είναι σημειωμένο εντός του Λόγου όχι μόνον ως το Άλλο του αλλά και ως Ίδιό του. Αυτό θα ακούγεται μάλλον ως μια φιλοσοφική σοφιστεία αν δεν το επαναδιατυπώσουμε αλλιώς: Αν το πραγματικό τεθεί μόνον ως ένα Άλλο του Λόγου, χωρίς αυτή του η "αλλότητα" να ενταχθεί στον Λόγο, τότε ο Λόγος παραμένει το Άλλο τού πραγματικού και το πραγματικό το Άλλο τού Λόγου. Σε αυτή την περίπτωση υπάρχει μια εξέλιξη σε σχέση με την υποθετική κατάσταση εκείνη κατά την οποία ο Λόγος δεν αναγνωρίζει ότι υπάρχει ένα Άλλο (του) έξω από αυτόν, εφόσον ο Λόγος έστω αναγνωρίζει το Άλλο (του) και κατ΄αυτό τον τρόπο παράγει τον εαυτό του (και τον φορέα του) ως έναν περιορισμένο καθορισμό του όντος-Είναι και όχι ως το άπαν. Ο Λόγος που αυτοπεριορίζεται από ένα Άλλο (του) χωρίς όμως να εντάσσει αυτό το Άλλο (του) στον "εαυτό" του, δεν είναι αναγκαίο να είναι ένας ορθολογικός Λόγος, μπορεί κάλλιστα να είναι ένας θεολογικός Λόγος. Όταν ο Λόγος θέλει να εντάξει αυτό το Άλλο (του) εις τον "εαυτό" του "πρέπει" και να το απαλείψει ως μόνον Άλλο, να πάψει δηλαδή να το δέχεται ως ένα καθαρό Άλλο τού "εαυτού" του, και ταυτόχρονα να το διατηρήσει ως Άλλο (του "εαυτού" του). Αν το εξαφάνιζε εντελώς ως Άλλο (του) θα επέστρεφε στην κατάσταση εκείνη εις την οποία δεν υπήρχε διάκριση του Λόγου και του Άλλου του, αν το διατηρούσε ως καθαρό(ά) Άλλο του τότε θα παράγονταν και ο ίδιος ως το Άλλο ενός εαυτού. Θα έπρεπε δηλαδή να δεχθεί (όπως και έκανε, ως θεολογικός ή θρησκευτικός Λόγος) ότι το Άλλο του εφόσον είναι καθαρά Άλλο του ή θα έπρεπε να είναι ένα απόλυτο μη-Εγώ, ένας μη-εαυτός, ή θα έπρεπε να είναι ένα απόλυτο Εγώ, ένας ακόμα εαυτός. Όσο απομακρύνεται ο Λόγος από την επιθυμία επανένωσής του με το αναγνωρισθέν Άλλο του τόσο αυτές οι δύο εκδοχές της αλλότητας του "Άλλου του Λόγου" παράγονται σε μιαν σκλήρυνση της ταυτότητάς τους παράγοντας ανακλαστικά και τον Λόγο σε μιαν μεγαλύτερη σκλήρυνση της δικής του ταυτότητας: Φανταστείτε έναν Λόγο που αναγνωρίζει ότι υπάρχει Άλλο του, αλλά δεν κινείται προς την επανα-οικειοποίηση αυτού του Άλλου. Αν αυτό το Άλλο ως καθαρά Άλλο είναι εντελώς μη-εαυτοτικό λαμβάνει τα χαρακτηριστικά μια απροσπέλαστης τυφλής και μυστικής δύναμης, αν αυτό το Άλλο είναι και εαυτοτικό χωρίς όμως να πάψει να είναι ένα καθαρά Άλλο λαμβάνει τα χαρακτηριστικά του Λόγου ως εαυτού αλλά χωρίς να αποφεύγει να λάβει και τα χαρακτηριστικά που μόλις προαναφέραμε, δηλαδή της απροσπέλαστης τυφλής και μυστικής δύναμης. Αυτό το μισο-πρόσωπο μισο-ζώον και μισο-υπερβατική δύναμη μπορεί να είναι ταυτόχρονα λουσμένο στο φως της διάνοιας και του νου και βυθισμένο στα σκοτάδια της ακαθοριστίας ενός καθαρού Άλλου του Λόγου. Ο Θεός ή οι Θεοί παύουν να μας ενδιαφέρουν εδώ ως δυνατότητες σημειοποίησης του Άλλου του Λόγου.
------------------------------------------------- 
2.

Η δομή του Άλλου του Λόγου είναι ο Λόγος ως αφαίρεση του καθεκάστου όντος αν έχει δομηθεί δια της δόμησης αυτής της δομής ένα συγκεκριμένο είδος Μηδενός που αφορα την φιλοσοφία και τα μαθηματικά. Στις μορφές δόμησης του Άλλου του Λόγου που εξετάσαμε στην προηγούμενη δημοσίευσή μας ενυπάρχει ίσως ένα είδος του Μηδενός, αλλά όχι το καθαρό Μηδέν της φιλοσοφίας και των μαθηματικών. Θα μπορούσε κανείς να αντικαταστήσει ακόμα και την έννοια του Μηδενός ως "καθαρού" αν τελικά δέχονταν την ύπαρξη του Μηδενός ως ενός δεδομένου που αφορά στην οντολογική και θεωρησιακή κυριολεξία του μόνον τα μαθηματικά και την φιλοσοφία. Αλλά έτσι θα άφηνε να αιωρείται η εικόνα της οντο-θεολογίας και κάποιων πολιτικών οντολογιών σε έναν χώρο που θα ήταν ακατανόητος ως προς την καταγωγική του θεμελίωση έστω. Υποθέτουμε πως όλα αυτά τα οντο-θεολογικά σχήματα σκέψης και δράσης δεν είναι δυνατόν να μην είναι μια προσπάθεια ανακάλυψης ενός Άλλου του Λόγου και συνεπαγωγικά μιας οικειοποίησης αυτού του Άλλου ως Ίδιου δια μίας έννοιας του Μηδενός. Το ερώτημα ωστόσο τίθεται από την φιλοσοφία και τα μαθηματικά με έναν ολοκληρωμένο τρόπο τέτοιο που αποκλείει τελικά την συζήτησή του με έναν άλλο τρόπο. Η φιλοσοφία και τα μαθηματικά ως μορφές ύπαρξης και γένεσης του Μηδενός προηγούνται Λογικά και οντολογικά κάθε άλλης μορφής γένεσης και ύπαρξης του Μηδενός. Τι είναι το Άλλο του Λόγου αν δεν είναι ο Λόγος ήδη ένα Άλλο του Λόγου; Ο Λόγος, ή η ισχύς ως προς την ουσιαστική της έννοια, δεν είναι δυνατόν να υπάρξει αν δεν είναι ήδη το Άλλο του, ήτοι ένα Μηδέν. Ο Λόγος και το Άλλο του είναι το ένα και το αυτό πράγμα αλλά οφείλουμε να διακρίνουμε την ουσία αυτού του Ίδιου ως προς τις πτυχώσεις και τους τροπισμούς του. Η ύλη του Λόγου υπάρχει αρχικά ως ένα ακόμα Μηδέν, η ύλη γενικά μπορεί να υπάρξει ως μορφή κατηγόρησης του όντος αν υπάρξει αρχικά ως ένα από τα Μηδέν του Λόγου, ως ο Λόγος-ως-Μηδέν ως ύλη. Επίσης: Αν το Μηδέν υφίσταται ως αυτό το Άλλο του Λόγου που υφίσταται ως το Μηδέν του φαινομένου ή ως το φαινόμενο που είναι ένα Μηδέν του Λόγου μπορούμε να μιλάμε (και) για την φαινομενικότητα. Η φαινομενικότητα λοιπόν είναι και αυτή συνυφασμένη ως έννοια με την μηδενοποιητική υφή του Λόγου ως ενός όντος που περιέχει εντός του τον καθορισμό του φαινομένου. Αν όμως ενώσουμε λοιπόν όλη αυτή την διεργασία της "μηδενιστικής" αυτο-θεμελίωσης του Λόγου με την φαινομενικότητα και την υλικότητα ως εσωτερικούς καθορισμούς της σαν να αποτελούν (αυτοί οι καθορισμοί) ειδικές κατηγορήσεις της ίδιας της κατηγόρησης του Μηδενός-Λόγου-Είναι τότε θα έπρεπε να ανακαλύψουμε και εντός αυτών (των ειδικών κατηγορήσεων) την ύπαρξη του Μηδενός με έναν αυτάρκη τρόπο: Δεν είναι δυνατόν να καταναγκάσουμε το ον ως ύλη ή φαινόμενο να είναι Μηδέν αν δεν εμφανίζονται από "μόνα" τους ως Μηδέν.


Επίσης, εφόσον μιλάμε σε ένα φρεγκιανό πλαίσιο:


Αν μιλάμε σε ένα πλαίσιο εις το οποίο δεν δύναται να υπάρξει "υποκειμενική" παρουσία, όπως μας το παρουσιάζει ο Frege, η φαινομενικότητα και η υλικότητα ως στοιχεία της αυτοκατηγόρησης του Λόγου-Μηδενός "πρέπει" να περιέχουν εννοιολογικά την έννοια του Μηδενός χωρίς την παρουσία μιας (υποκειμενικής) ενέργειας. Για να μιλήσουμε σχηματικά αν ο Λόγος είναι Μηδέν και αν θεωρούμε πως συστατικα στοιχεία του Λόγου-Μηδενός είναι η ύλη και το φαινόμενον τότε θα "πρέπει" σ'αυτό το φρεγκιανό πλαίσιο (αυτά τα συστατικά στοιχεία) να παράγονται χωρίς την παρουσία ενός ενεργούντος υποκειμένου. Το Άλλο του Λόγου ως ο Λόγος ο ίδιος είναι λοιπόν μεν το Μηδέν αλλά με έναν τρόπο που αυτό θα αυτοκαθορίζεται χωρίς την παρουσία του ενεργούντος υποκειμένου ακόμα και αν αυτό (το ενεργόν υποκείμενο) εμφανίζεται ως ύλη και φαινόμενον.
Το φαινόμενον και η ύλη ως στοιχεία του Άλλου του Λόγου δεν είναι, σε αυτή την οπτική που παρουσιάζουμε, αυτοκαθοριζόμενα (στοιχεία) αλλά σημεία-στοιχεία του Άλλου του Λόγου που αυτοκαθορίζεται ως Μηδέν όντας όλον. Εδώ θα κάνω και μια πρόσθετη, αλλά κρίσιμη νομίζω επισήμανση: Η ύλη και το φαινόμενον πρόκειται να υπάρξουν εδώ ως εκδηλώσεις του Ίδιου, ήτοι του Λόγου-Μηδενός χωρίς να είναι επίσης με έναν έμμεσο τρόπο ο Λόγος αυτός ένα ενεργό υποκείμενο συγκρότησής τους. Βλέπουμε να παράγεται μια ένταση της πολλαπλότητας των καθορισμών του Λόγου Μηδενός αλλά και μια ανάγκη ισχυρότερης ένωσης όλων αυτών των ειδικών καθορισμών σε μια ακόμα "μηδενιστικότερη" μηδενικότητα. Βλέπουμε λοιπόν, σε αυτή την περίπτωση, την δημιουργία πολλών Άλλων του Λόγου, πολλών μηδενοποιητικών καθορισμών και την ανάγκη όλα τα είδη του Μηδενός να ενωθούν υπό την κραταιά εξουσία ενός ισχυρότερου Μηδενός που θα είναι ισχυρότερο ακριβώς για να μην εκπέσει όλο το σχήμα σε μιαν οντολογική έννοια του Μηδενός η οποία θα επαναφέρει την εικόνα του Λόγου ως ενός (απρόσωπου η εμπρόσωπου) Είναι κατά τα οντο-θεολογικά πρότυπα. 
----------------------------------------------------------------------- 


3. Η εξαφάνιση των ιδιαίτερων χωροχρονικών χαρακτηριστικών των πραγμάτων δημιουργεί την κατάσταση της έννοιας. Η έννοια είναι ένα ενικό ον, ένα μοναδικό ένα που υπάρχει όταν η προαναφερθείσα αφαίρεση υφίσταται ως αυθύπαρκτο στοιχείο. Ο Λόγος ως έννοια είναι ένα στοιχείο που υφίσταται μόνον ως το πλάτος (εύρος) της κατηγόρησης η οποία όμως είναι αυτονόητα μια κατηγόρηση, ήτοι μια απόδοση ιδιότητας στο ον. Δεν μπορούμε ακόμα να μιλήσουμε για μια κενή μορφή εν γένει εφόσον η έννοια ως το εκάστοτε πλάτος μιας κατηγόρησης είναι ως ένα εν γένει παραταύτα ένα πάντα αναφέρον σε μια συγκεκριμένη ιδιότητα. Είναι η ίδια λοιπόν ως έννοια (η έννοια της έννοιας) συνυφασμένη με την απόδοση μιας συγκεκριμένης ιδιότητας και όχι ένα κενό σημαίνον που θα μπορούσε να χωρέσει κατά κάποιο τρόπο τα "πάντα". Σε αυτό το φρεγκιανό επίπεδο η έννοια παρουσιάζεται ως το αντικείμενο (χ) χωρίς να έχει παρουσιαθεί ακόμα το Μηδέν (0). Το Μηδέν (0) παρουσιάζεται στον βαθμό που αυτό το αντικείμενο (χ) αίρεται κατά την διεργασία της αρίθμησης παύοντας να είναι αντικείμενο. Αυτό όμως συμβαίνει με ταυτόχρονη διατήρηση της ταυτοσημίας ως δεδομένου της συγκροτημένης ποσοτικά αληθολογικής ή ορθολογικής πρακτικής της σκέψης.


Ας δούμε πως:


Στην αρίθμηση όπως παρουσιάζεται ως ολοκληρωμένα αυτόνομη διεργασία δεν υπάρχει μια αρίθμηση των αντικειμένων που αντιστοιχούν στην κατηγόρηση (χ). Τα ίδια τα μαθηματικά φανερώνουν αυτή την απόλυτη αυτονόμηση από το αντικείμενο (χ) σχεδόν ως την αυτονόητη παρουσία της ειδικής τους υπόστασης, εφόσο διενεργούμε τις πράξεις αρίθμησης και εν γένει τις μαθηματικές πράξεις χωρίς να είναι απαραίτητη καμία παρουσία ενός αντικειμένου (χ) ως (υλικής) ιδιότητας. Όμως η διαδικασία της αρίθμησης μπορεί να υπάρξει ως καθαυτή ή διεαυτή αν ενταχθεί το Μηδέν (0) αυτής της εξαφάνισης του καθέκαστου όντος ως καθέκαστου στο ίδιο το "σώμα" της.  Η εμφάνιση του Μηδενός στην αριθμητική σημαίνει την θεματοποίηση (ενύπαρξη) του αφανισμού του καθέκαστου-ως-καθέκαστου "δια" τού αριθμού.
Ο αφανισμός των καθεκάστων όντων ως καθεκάστων έχει θεματοποιηθεί "αρχικά" και ελλειπτικά στον αριθμό Έν-α [1].


Το Εν-α σημαίνει τον αφανισμό του καθεκάστου των όντων αλλά και μια διατήρησή τους ως καθεκάστων, είναι λοιπόν η έννοιά τους ως αυτόνομη (εννοιολογική) ύπαρξη αλλά όχι εις έναν βαθμό που θα αφανίζονταν εντός της η εκάστοτε ιδιότητα. Δεν υπάρχει δηλαδή ακόμα απόλυτη κατάργηση της ταυτότητας των αντικειμένων ως ιδιαίτερων αντικειμένων αλλά μια ελλειπτική παρουσία τους στην "έννοια" σαν αυτά να είναι το απόλυτα αναγκαίο της παρουσίας τους ως το αναφερόμενο της έννοιας. Κάθε αντικείμενο παρουσιάζεται ακόμα ως η αλήθεια εκείνη που είναι: και η ταυτότητά του με τον εαυτό του ως ατομική ύπαρξη με συγκεκριμένη ιδιότητα και η ταυτότητά του με τον εαυτό του ως ύπαρξη καθαυτή και διεαυτή ανεξάρτητα από την εκάστοτε ιδιότητά του. Αν η αλήθεια είναι η δυνατότητα απόλυτης υποκαταστασιμότητας έχουμε εδώ (δηλαδή εις την φάση κατά την οποία η έννοια είναι ταυτισμένη με το αφανιστικό -του καθέκαστου- γίγνεσθαι της σκέψης ως Εν-α) μιαν ελλειπτική υποκαταστασιμότητα. Η ταυτότητα που σημαίνει το Έν-α είναι μια διττή ταυτότητα που υπονομεύει ακόμα την απόλυτη υποκαταστασιμότητα των καθεκάστων όντων: Μπορούν τα καθέκαστα όντα παρ'όλο που είναι υποκαταστάσιμα στην ολότητα του Εν-ός (που δημιουργείται από την εμφάνιση του συνόλου [Εν] ως μιας κοινής ιδιότητάς τους) να αναδιπλωθούν στην πραγμική ή οντική τους ξέχωρη ιδιότητα ως καθεκάστων. Ενα "μήλο" σε ένα σύνολο με το όνομα "μήλο" (ή "μήλα") παραμένει σε αυτή την φάση του διαλεκτικού αφανίζεσθαι της καθεκαστότητας ένα ενικό "μήλο" ως μια ύπαρξη διακρινόμενη από την γενική ουσία "μήλο". Το "μήλο" ως ύπαρξη εντός του συνόλου "μήλο" παραμένει σε αυτή την φάση κάτι που παραμένει καθέκαστο 0ν-πράγμα ανεξάρτητα από την (όποια) "μηλότητά" του. Το Έν-α επιτελεί μιαν συνόλιση των όντων που περιέχει ακόμα μια διττή ταυτότητα μη-ταυτοτική εις όλο το εύρος της οντικότητας των όντων: Η αλήθεια της ενότητας των όντων ως στοιχείων περιεχομένων εις μιαν ιδιότητά τους συνυπάρχει σε μια παράδοξη ενότητα με την αλήθεια τους ως γενικής ενότητάς τους με την ύπαρξή τους σαν "αυτή" (δηλαδή η "ύπαρξη") να είναι μια άλλη αυτόνομη ιδιότητα. Θα μπορούσε βέβαια κανείς να θεωρήσει πως αυτή η συνύπαρξη αυτών των δυο κεντρικών ειδών ταυτοτικού αυτοκαθορισμού δεν είναι προβληματική ή παράδοξη εφόσον αφορά δύο οντικές πραγματικότητες ή ιδιότητες του όντος που ως συνυπάρχουσες δεν επικοινωνούν "οργανικά" μεταξύ τους. Θα μπορούσε δηλαδή κανείς να θεωρήσει πως το ον περιέχει ταυτόχρονα-ταυτόχωρα ως κατηγορήση: α) την ιδιότητα να είναι μια κοινότητα ιδιότητας ή ιδιοτήτων μεταξύ καθεκάστων όντων και β) την ιδιότητα να είναι μια κοινότητα της ιδιότητάς του να υπάρχει ως ένα σύνολο καθεκάστων όντων ανεξάρτητα από τις άλλες ιδιότητες που ενώνουν ή διαχωρίζουν αυτά τα καθέκαστα όντα. Όταν όμως συμβαίνει αυτό, όταν δηλαδή αυτά τα δύο είδη αυτο-κατηγόρησης του όντος δεν περιέχονται εις μια ταυτότητα, η αλήθεια του όντος ως όντος, η αλήθεια ως ένας καθολικός ταυτοτικός αυτοκαθορισμός του όντος, δεν υφίσταται. Αν δεν υφίσταται όμως η αλήθεια ως ένας καθολικός αυτοκαθορισμός του όντος γιατί να μην πάψει να υφίσταται και ως ένας μερικός αυτοκαθορισμός του; Η εμφάνιση του Μηδενός (0) -- κατά την οπτική αυτή που μεταφέρουμε εδώ -- έρχεται να διασώσει την καθολικότητα-γενικότητα της ταυτοσημίας ή ταυτότητας: Αν το αντικείμενο (χ) είναι ταυτόν με τον εαυτό του μπορεί να είναι αληθές. Αν όμως ένα αντικείμενο μπορεί να είναι ταυτόν με τον εαυτό του με δύο τρόπους (όπως είδαμε πριν), κατά την διεργασία όπου αυτό επιτελείται δια του Εν-ός, δεν είναι δυνατόν τελικά να είναι ταυτόν με τον εαυτό του. Δια του Μηδενός (0) μπορεί να διασωθεί η απόλυτη ταυτοσημία του αντικειμένου με τον εαυτό του εφόσον με μια κίνηση σημειοποίησης της απόλυτης μη-ταυτοσημίας στον αριθμό Μηδέν (0) την ίδια στιγμή αφαιρείται η όποια διττότητα, εφόσον καταργείται η μη-ταυτότητα της οντικότητας δια τής καθεκαστότητας με την μεταφορά τής καθεκαστότητας ως ιδιαίτερου στοιχείου στον αριθμό αυτό (το Μηδέν). Η κοινή ιδιότητα των καθεκάστων να είναι μόνον καθέκαστα και τίποτα άλλο μετατρέπεται σε αριθμό, ή απλά σε ξεχωριστή έννοια. Αυτό που μετατρέπεται σε έννοια είναι κατά την γνώμη μας το "τίποτα" των καθεκάστων όπως όμως αυτό απορρέει (ως "τίποτα") από την "καθαρή" καθεκαστότητά τους και όχι από την θεωρησιακή ή οντική μη-ταυτοσημία τους. Η μη-ταυτοσημία (μη-ταυτότητα) ως ένα είδος πιθανής ύπαρξης είναι ένα εξάρτημα της διττής ταυτότητας που περιγράψαμε προηγουμένως και όχι κάτι που έχει μιαν απόλυτη αυθυπαρξία έστω ως πρόβλημα. Η αυθυπαρξία (του προβλήματος) της μη-ταυτοσημίας είναι έκφραση του κενού που προϋπάρχει στο "μεταξύ διάστημα" της κατηγόρησης του όντος ως (κάποιας) κοινής ιδιότητας και της κατηγόρησης του όντος να υπάρχει ως μόνον υφίστασθαι-καθέκαστον (ύπαρξη). Το Μηδέν είναι έτσι η ενικότητα του καθέκαστου των όντων ως ένα απόλυτο καθαυτό και διεαυτό. Με αυτό τον τρόπο, με την "δημιουργία" του αριθμού Μηδέν (0), ενώνεται το Έν-α με το τίποτα όπου όμως το τελευταίο είναι η ιδιότητα του όντος να υπάρχει ως μόνον καθέκαστον.


Ο Γ.Ευσταθίου συμπυκνώνει την ερμηνεία του Jacques-Alain Miller λέγοντάς μας:


"..Σχόλιο: Aν το 1 που αποδίδεται στην έννοια ''ταυτόσημο με τον εαυτό του'' σημαίνει πως καθ-ένα αντικείμενο υπάγεται στην έννοια ''ταυτόσημο με τον εαυτό του'' (με το 1 εδώ να μην είναι, όπως είδαμε, ένας απλός αριθμός, αλλά η δυνατότητα της αρίθμησης και της διαδοχής των αριθμών, το σύμβολο του ''κάθε'' αντικειμένου), το 0 αποδίδεται σε μια έννοια στην οποία δεν υπάγεται κανένα αντικείμενο. Η έννοια αυτή είναι η ακριβώς αντίθετη από εκείνη στην οποία υπάγεται το κάθε αντικείμενο, η έννοια ''μη ταυτόσημο με τον εαυτό του''. Έτσι το 0 είναι η έκταση της έννοιας ''μη ταυτόσημο με τον εαυτό του''. Με το τρόπο, λέει ο Miller, η αλήθεια υπάρχει, αφού, όπως συνήγαγε από την εξέταση του ορισμού της αλήθειας από τον Λάιμπνιτς, η πλέον βασική προϋπόθεση της αλήθειας είναι κάθε αντικείμενο να είναι ταυτόσημο με τον εαυτό του. Αφού για κανένα (0) αντικείμενο δεν ισχύει ότι είναι μη ταυτόσημο με τον εαυτό του, η αλήθεια έχει διασωθεί.."



Όμως αυτό που είναι η έκταση (έννοια) της έννοιας "μη ταυτόσημο με τον εαυτό του" προτού ακόμα υπάρξει ως Μηδέν έχει όπως δείξαμε πιθανόν υπάρξει ως προ-μηδενική-μηδενική ιδιότητα ενός σύνθετου και ήδη σχεσιακά καθορισμένου αντικειμένου: {Μπορεί να μην ισχύει για κανένα αντικείμενο (χ) το: "είναι μη ταυτόσημο με τον εαυτό του"}(1), αλλά αυτό που λέμε τώρα ως αρνητική απόφανση (1) ίσως να ισχύει μόνον στον βαθμό που παραμένουμε στην επικράτεια του νοήματος του όντος ως ειδικού όντος, ήτοι του Είναι ως συγκεκριμένα καθορισμένου Είναι. Ένα αντικείμενο (0ν) (χ) μπορεί να είναι: και ταυτόσημο με τον εαυτό του ως προς την κοινή του ιδιότητα με ένα άλλο και ως προς την απλή ταυτότητα του με τον εαυτό ως προς αυτή την ιδιότητα, αλλά ταυτόχρονα-ταυτόχωρα (να είναι) και μη-ταυτόσημο με τον εαυτό του, αν θεωρηθεί ως ένα σύνθετο αντικείμενο (ον) (χ) που απαρτίζεται τόσο από αυτήν του την κοινότητα-ταυτότητα όσο και από μιαν άλλη κοινότητα-ταυτότητα που έχει να κάνει μόνον με την ύπαρξή του ως μόνον καθέκαστου (ενικού) όντος. Η δυνατότητα δε, να ορθωθεί το Μηδέν (0) ως μια αυτονόμηση της γενικής ύπαρξης-ανυπαρξίας του όντος ανεξάρτητα από άλλες ειδικές ιδιότητες δεν παύει να υφίσταται. Μπορεί λοιπόν να ορθωθεί το Μηδέν (0) ως εκείνο το στοιχείο της συνόλισης του όντος που αφανίζει την καθεκαστότητα ως απόλυτη καθεκαστότητα (ενικότητα) -- διατηρώντας την ως ίχνος στον Λόγο, αλλά αυτό δεν αποκλείει την προϋπαρξή του ως ενός μη-ταυτόσημου που αντανακλά την αντικειμενικότητα ή οντικότητα του όντος ως καθεκαστότητας (ενικότητας), όπως βέβαια αυτή δομείται (ως αντικειμενικότητα) ως το κενό που δημιουργείται από την συσχέτιση δύο κεντρικών κατηγορήσεων του όντος.
-----------------------------------------------------

4. Η έννοια ως αφανισμός και ταυτόχρονα διατήρηση του καθέκαστου όντος ως καθέκαστου είτε είναι οριοθετημένη σε ένα πλαίσιο εις το οποίο τον λειτουργικό ρόλο αυτού του αφανισμού και αυτής της διατήρησης τον επιτελεί το Εν, είτε είναι οριοθετημένη σε ένα πλαίσιο εις το οποίο τον λειτουργικό ρόλο αυτού του αφανισμού και αυτής της διατήρησης τον επιτελεί το Μηδέν. Στην μια φάση του αφανίζειν (Εν) υπάρχει μια σχετική διατήρηση της μη-υποκαταστασιμότητας των καθεκάστων όντων, ενώ στην άλλη φάση του αφανίζειν (Μηδέν) θεωρείται πως αυτή η μη-υποκαταστασιμότητα αίρεται αφήνοντας μόνον ένα ίχνος της ως ίχνος του "πραγματικού" (στην πραγματικότητα του πραγματικού ως καθέκαστου πραγματικού). Έχουμε αμφισβητήσει στην προηγούμενη δημοσίευσή μας την αυτάρκη παρουσία της πιθανής μη-ταυτοσημίας του όντος ως προβλήματος της αλήθειας του, ενώ έχουμε δεχτεί πως η ένταξή της ως οντικού στοιχείου μέσω του Μηδενός στον Λόγο όντως έχει γόνιμες επιδράσεις σε αυτόν και την σκέψη, εφόσον με αυτόν τον τρόπο ο Λόγος αποκτά όντως μια μεγαλύτερη δύναμη στο αφανίζειν (που διενεργεί) του καθέκαστου όντος ως καθέκαστου. Η σημασία του Εν-ός ωστόσο ως εσωτερικής πλοκής του Μηδενός-Είναι δεν έχει αναλυθεί επαρκώς εδώ. Νομίζω πως σε μια οπτική που αναπτύσσουμε εδώ στα πλαίσια της δημιουργικής αμφισβήτησης της λακανικής και μετα-λακανικής έννοιας του Μηδενός η παρουσίαση του ζητήματος του Εν-ός έχει έναν κρισιμότατο ρόλο. Οι διάφορες μορφές του Λόγου-Μηδενός (όπως το φαινόμενο ή η ύλη) που εξετάσαμε έχουν δημιουργήσει μιαν κάπως πολύχρωμη και πολύπλοκη πολλαπλότητά του ως (θεωρούμενου) καθορισμού. Αν αναφερθούμε μάλιστα και στην σχέση του καθορισμού του Μηδενός με τον χρόνο (όπως έχουμε κάνει παλαιότερα) δεν θα τελειώσουμε ποτέ, ή μάλλον θα χαθούμε σε ένα πυκνό οντικό δάσος και αυτό δεν είναι η τωρινή έγνοια μας. Θα προσπαθήσουμε να περιορισθούμε στην ανάλυση της πιθανής σχέσης του καθορισμού του Μηδενός με το Εν. Όπως είδαμε ακόμα και ο Miller παρ'όλο που στοχεύει να εννοήσει την αρίθμηση και την μαθηματική και φιλοσοφική οντολογία υπό το φως του μηδενοποιείν δεν μπορεί να αποφύγει την έκθεση του θέματος του Εν-ός. Το Εν ως ελλειπτική μορφή έκφρασης και υλοποίησης της υποκαταστασιμότητας του καθέκαστου του όντος είναι ωστόσο ακόμα και έτσι μια πλήρης μορφή λειτουργικής υποκατάστασης της καθεκαστότητας εν γένει. Μπορεί κανείς να πει πως ο Miller υπονοεί πως υπάρχει ένα είδος Λογικής προτεραιότητας του μηδενίζειν έναντι της χρονικής προτεραιότητας του Εν-οποιείν. Η ιστορία της σκέψης και της δράσης του ανθρώπου μιλάει αλλιώς και όχι όπως θα τρέξετε να πείτε μόνον λόγω της μη-ύπαρξης πληρότητας του Μηδενός στα αρχαία ελληνικά μαθηματικά και την αρχαία ελληνική φιλοσοφία, πράγμα αληθινό. Θα μπορούσε κανείς να βρεί στα Διοφάντεια μαθηματικά αλλά και πριν στοιχεία της άλγεβρας και του μηδενοποιείν, όπως θα μπορούσε να βρει ανάλογα στοιχεία και στην αρχαία ελληνική και ρωμαϊκή φιλοσοφία. Δεν υπάρχει απόλυτη απουσία του Μηδενός ακόμα και στις ελληνικές και ελληνορωμαϊκές απαρχές, αλλά όντως δεν υπάρχει κάποια εμφανής ανάπτυξη της έννοιάς του αλλά και της πρακτικής του, όπως και ανάπτυξη της άλγεβρας εν γένει. Να μιλήσουμε για λογική προτεραιότητα του μηδενοποιείν (του Μηδενός) ως προς την θεμελίωση των μαθηματικών και της φιλοσοφίας που εμφανίζεται ωστόσο στοιχειακά στην σκέψη και την δράση, αν μιλάμε για τον χώρο της Ευρώπης και της Εγγύς Ανατολής κατά την αρχαιοελληνική ελληνιστική και ρωμαϊκή περίοδο, είναι ένα έωλο επιχείρημα. Να μιλήσουμε για Λογική προτεραιότητα χωρίς εμφάνιση του Λογικά πρότερου εις μιαν έστω στοιχειακή μορφή είναι ένα εξίσου έωλο επιχείρημα. Πότε λοιπόν εμφανίζεται το μηδενοποιείν (Μηδέν) εις τον ευρύτερο χώρο που μας απασχολεί; Δεν αναφερόμαστε στην Ινδία που το "έχει" μάλλον πολύ πριν υπάρξει καν ο δυτικός και ο ανατολικομεσογειακός και μεσανατολικός-μεσοποταμιακός κόσμος.  Από την Ινδία έρχεται το Μηδέν ως πλήρες αριθμητικό ον και φτάνει "εδώ".


Πως φτάνει;
Περιοριζόμαστε στο ευρύτερο "εδώ".
"Εδώ" φτάνει, από την Ινδία, μέσω των Αράβων. Το μηδενοποιείν (και η άλγεβρα) εις μια εύληπτη καθαρή πλήρη και αναπτυγμένη μορφή εμφανίζεται (εμφανίζονται) με το Μηδέν ως δανεισμένο από τους Ινδούς αλλά ιδιαίτερα ισχυροποιημένο εντός της άλγεβρας, στα πλαίσια του τεράστιου ισλαμικού-αραβικού πολιτισμού και σε συνάφεια με το θέμα του Εν-ός, το οποίο είναι προφανώς γονιμοποιημένο από τις βαθιές πλωτινικές παραδόσεις που παραδίδονται στους μουσουλμάνους φιλόσοφους και λόγιους με παράξενο ψευδο-αριστοτελικό τρόπο, αλλά και σε συνάφεια με την έννοια του Αλλάχ, του Υψίστου του Ισλάμ ο οποίος είναι ένα απόλυτο Εν. Η δυτική και η ελληνική περηφάνεια ακόμα και σήμερα δεν μπορεί να δεχτεί αυτή την ριζική δημιουργία του Ισλάμ, και γι'αυτό υπάρχει πραγματικά λύσσα από διάφορους ειδήμονες στην Δύση και την Ελλάδα να την σχετικοποιήσουν όσο μπορούν. Πρόκειται για ντροπή ειδικά για Έλληνες διανοούμενους που θα έπρεπε να ξέρουν πως η φιλοσοφική, θεολογική και επιστημονική συνεισφορά της Ελλάδας και του ελληνιστικού κόσμου στην ισλαμική αναγέννηση της παγκόσμιας σκέψης και της επιστήμης, μέσω του (νεο-πλατωνικού) Πλωτίνου και όχι μόνον του Αριστοτέλη, ήταν καθοριστική και άγνωστη ακόμα εις όλο της το εύρος. Οι μουσουλμάνοι λόγιοι της μεγάλης και δοξασμένης εποχής του Ισλάμ το είχαν αυτό πάντα υπόψιν τους και γι' αυτό ο φιλελληνισμός τους ήταν έκδηλος. Από την άλλη το Ισλάμ ως θεωρητικός και επιστημονικός πολιτισμός έδωσε στην κυριολεξία τα φώτα του με την ολοκλήρωση κάποιων πτυχών της ελληνικής σκέψης που παραμείναν όμως πτυχές και θα παρέμεναν μόνον πτυχές λόγω της βαθιάς ανάσχεσης που αυτή είχε ως προς την μελέτη του Ενός-Μηδενός ως θεμελιακής πτυχής του όντος.
---------------------------------------------------------------- 

5. Η αναζήτηση μιας εκκίνησης κατά την συγκρότηση του φιλοσοφικού Λόγου είναι σε κάποιο βαθμό μια αδιέξοδη αναζήτηση, εφόσον η ίδια η υφή της φιλοσοφίας ως ολότητας περιέχει μια πολλαπλότητα θεωρητικών καθορισμών ως προς την ιεράρχηση των καθορισμών ανάλογα με την θέση της εκάστοτε φιλοσοφικής σχολής. Επιλέγοντας θέση για το θέμα της εκκίνησης της συγκρότησης του φιλοσοφικού Λόγου επιλέγεις ταυτόχρονα φιλοσοφική σχολή, ακόμα και επιμέρους τάση μέσα σε μια επιμέρους φιλοσοφική σχολή. Η αυτοαναφορικότητα της φιλοσοφίας εκφράζεται και στην επιλογή της ιστορίας της φιλοσοφίας. Γι΄αυτό και είναι μάλλον άγονο να παραμείνει πλέον κανείς σε αυτή την συζήτηση παραπάνω από ένα σημείο, αν και πάντα είναι απαραίτητη η ιστορική έρευνα κ.λπ Στο θέμα που μας απασχολεί εδώ, στο θέμα του Λόγου του Μηδενός, είναι αναγκαίο να δεχθούμε τους ιστορικούς όρους της συζήτησης αυτής κυρίως για να διαλύσουμε τις δυτικοκεντρικές και ρατσιστικές αντιλήψεις που επιμένουν να αποκρύπτουν την ιστορική καταγωγή του από την Ανατολή. Από την άλλη αυτό δεν είναι ντε και καλά αφορμή για να διαλύσουμε το "σώμα" της ελληνικής, ρωμαϊκής ή γενικότερα δυτικής φιλοσοφικής θεώρησης και ενατένισης, εφόσον τελικά αυτό που έχει σημασία είναι και η γένεση και η ανάπτυξη του καθορισμού του Μηδενός, ούτε μόνον η γένεση ούτε μόνον η ανάπτυξή του. Χωρίς να παραβλέπουμε λοιπόν τις καταγωγικές θεμελιώσεις της διαφωτισμένης θεώρησης του μηδενοποιείν ας σταθούμε στις έννοιες καθαυτές και διεαυτές του ίδιου ως διεργασίας του Λόγου. Εάν η (νοητική) διεργασία αφανισμού της ιδιαιτερότητας των καθέκαστων όντων ηγεμονεύεται από το Εν και όχι από το Μηδέν (εφόσον ακόμα τα θεωρούμε ως δύο διαφορετικές οντότητες του αφανίζειν, και ως δύο διαφορετικές λειτουργίες) τότε υπάρχει όπως είπαμε μια μερική διατήρηση της μη-υποκαταστασιμότητας των όντων.
Ας σταθούμε όμως σε αυτό το Εν, μη αναφερόμενοι όπως είπαμε εισαγωγικά στις ιστορικές θεμελιώσεις κ.λπ και ας δούμε τι μπορεί να είναι το Εν.
Θα παραμείνουμε στην περιορισμένη οπτική μας του Λόγου, της γλώσσας ως άρνησης.
Αν ο Λόγος θεωρηθεί ως άρνηση ιδρύει την ουσία ως φαινόμενο και την ύλη ως αναφερόμενο αντικείμενο του νοείν.
Σε ένα τέτοιο πλαίσιο η ίδρυση του Εν-ός υφίσταται σε μιαν αντίστροφη σειρά από αυτήν που προκρίνει ή επιτάσσει ο κοινός νους, χωρίς όμως να παραβιάζεται (κάθε άλλο) η επιστημονική μεθοδολογία ως προς την ανασυγκρότηση της θεματικής.
Κατά την άμεση και παραστασιακή εννόηση της ίδρυσης του Εν-ός αυτό που μάλλον προηγείται είναι η πολλαπλότητα εκ της οποίας το Εν φαίνεται να συλλέγεται δια της αφαίρεσης (νοητικής και αριθμητικής):
Συλλαμβάνουμε εκ της δεδομένης πολλαπλότητας των όντων το Εν ως προκύπτον από την αποκοπή του εξ'αυτής της πολλαπλότητας.
Όμως η πολλαπλότητα δεν είναι δυνατόν να υπάρξει ως εννόηση, εποπτεία και κυρίως ως έννοια χωρίς την ταυτόχρονη εννόηση, εποπτεία και έννοια του Εν-ός.
Η ίδρυση μιας περιεκτικής και εποπτικής έννοιας δεν είναι ποτέ περιέχουσα μιαν απόλυτη διάσπαση των υπο-καθορισμών της.
Αυτό που μας προβληματίζει είναι ωστόσο η ανάγκη της μερικής ιεράρχησης και διάσπασης αυτών των υποκαθορισμών ως πιθανά αντίστροφη της προ-δεδομένης κατά την κοινή αντίληψη.
Δηλαδή, το αντίθετο από αυτό που έχουμε υπόψιν μας είναι το πιθανότερο, αλλά με την έννοια πως παραταύτα δεν αναπαράγεται ο απόλυτος ιεραρχισμός και ο απόλυτος αλλοτριωτισμός της κοινής αντίληψης σε μια ας πούμε πλήρη αντιστροφή η οποία καταλήγει στην εξομοίωση με αυτό που αντιστρέφει.
Τι εννοούμε λέγοντας αυτό;
Ας το κάνουμε λιανά:
Το πιθανότερον είναι να υπάρχει ταυτόχρονη ίδρυση των βασικών εννοιών του Εν-ός και της πολλαπλότητας, άρα αλληλο-ίδρυσή τους, αλλά από την άλλη αυτό που φαίνεται στην κοινή αντίληψη ως το ιδρυόμενο είναι το ιδρύον:
Αυτό που ιδρύει είναι το Εν, ή μάλλον η ίδρυση της σχέσης Εν-πολλαπλόν περιέχει ως ενεργητικό συντελεστή της το Εν, χωρίς όμως αυτός ο ενεργητικός συντελεστής να έχει την απόλυτα εξωτερική και απόλυτα κυριαρχική σχέση προς το ιδρυόμενο ["πολλαπλότητα"] εντός της ιδρυόμενης σχέσης.
Ας ξεκινήσουμε την απεικόνισή μας από αυτό το σημείο.
Ιδρύεται μια σχέση Εν-πολλαπλόν με ενεργητικό συνελεστή της ίδρυσης το Εν, η οποία είναι όμως κοινή ως ίδρυση:
Μπορεί το Εν να είναι ο ενεργητικός συντελεστής της σχέσης Εν-πολλαπλόν αλλά δεν αυτο-ιδρύεται για να ιδρύσει μετά το πολλαπλόν.
Συν-ιδρύεται με το πολλαπλόν ιδρύοντάς το ενόσω αυτο-ιδρύεται ιδρύοντάς το.
Το Εν όμως έχει κάποιες λίγο παράξενες ιδιότητες πέραν των σχετικά γνωστών που αναφέρει και ο Miller.
Οι "γνωστές" ιδιότητες είναι να είναι το ταυτόν, το σημείο που αφορά την αλήθεια ως ταυτότητα του όντος με τον εαυτό του κ.λπ
Η "άγνωστη" ιδιότητά του είναι η παράξενη και παράδοξη σχέση του με την ενικότητα ή το καθέκαστον ως καθέκαστον.
Η ίδια η λέξη ενικότητα θα έπρεπε να μας βάζει σε προβληματισμό ως προερχόμενη (στην δική μας γλώσσα τουλάχιστον) από το Εν, αλλά αυτό είναι το φιλολογικό και δευτερεύον παρεπόμενο.
Το κρίσιμο είναι να δούμε εδώ πως είτε προερχόμενο από την αφαίρεση εντός μιας προ-δεδομένης πολλαπλότητας είτε ως ένα ιδρύον-συνιδρύον στοιχείο της σχέσης Εν-πολλαπλόν, το Εν είναι ένα παράδοξο παράξενο ενικόν, ένα παράδοξο παράξενο καθέκαστον.
Ας δούμε όμως παρακάτω τις πτυχές αυτής της "παραξενιάς".
  Το Εν ως μια γενική λειτουργική οντότητα της νόησης ενώνει όλα τα όντα όντας το ίδιο ένα κενό, ένα Μηδέν των όντων, χωρίς ωστόσο να είναι ακόμα ένα Μηδέν-Μηδέν των όντων.
Το Εν είναι το κενό των όντων αλλά όχι ακόμη το κενό καθαυτό, εφόσον υπάρχει εντός του η εγγενής αναφορικότητά του εις την αναφορικότητα στα όντα.
Το ίδιο δεν είναι άμεσα αναφορικό στα όντα, αλλά εις την ίδια την αναφορικότητα καθαυτή, η οποία βέβαια ως αναφορικότητα δεν είναι δυνατόν να είναι μόνον ένα καθαυτό: Το γεγονός πως είναι λειτουργία της αναφορικότητας δημιουργεί την παρουσία των όντων εντός της, αναγκαστικά, και διαμέσω αυτής της παρουσίας ακόμα και η αναφορικότητα της αναφορικότητας, δηλαδή το Εν, αποκτά εντός της τα όντα, ως ίχνος αλλά παραταύτα ακόμα ως όντα.
Το Εν είναι από αυτή την σκοπιά η αναφορικότητα καθαυτή και διεαυτή, μια αποκοπή όχι από την λειτουργία της αλλά από την λειτουργία ως ενεργή πράξη.
Είναι δηλαδή ένα κενό ή ένα Μηδέν το οποίο όμως αν και κενό ή Μηδέν δεν είναι δυνατόν να θεωρηθεί πέραν της λειτουργικότητας του να αναφέρει τα όντα παρά το γεγονός πως αυτή η λειτουργικότητα είναι ούτως ειπείν ανενεργή.
Η ανενεργός παρουσία μιας λειτουργικής νοητικής οντότητας που έχει ως ιδιότητα της το "αγκάλιασμα" όλου το όντος, του όντος ως όλου που είναι πλήρες πολλαπλότητας και πολυμορφίας, συνυφαίνεται παράξενα με την ενικότητά της.
Ο Νους των όντων είναι ένα ενικόν και ένα καθέκαστον.
Θα μπορούσαμε να πούμε, χρησιμοποιώντας πάλι παραστασιακή γλώσσα:
Δεν είναι αυτό το γεγονός ένα παράξενο γεγονός;
Είναι απλά ένα γεγονός;
Υπάρχει δια του Εν-ός ακόμα μια διατήρηση της ζωής της πολλαπλότητας, αλλά υπάρχει ωστόσο μια άρση αυτής της ζωής, μια νέκρωσή της.
Ξανά, με αντίστροφη σειρά:
Υπάρχει δια του Εν-ός μια νέκρωση της ζωής της πολλαπλότητας, αλλά υπάρχει ωστόσο μια διατήρησή της, υπάρχει ζωή εδώ για την πολλαπλότητα.
Σύμφωνα με την βιταλιστική προπαγάνδα των δύο τελευταίων αιώνων αυτή η νέκρα ζωντάνια είναι ένας προπομπός ή ακόμα και μια προφητεία της απόλυτης νέκρωσης που επέρχεται ή επήλθε μετά και την σύντομη ή παρατεταμένη βασιλεία του Εν-ός Λόγου.
Μπορεί κανείς ως δημαγωγός νεο-ορθόδοξος να δώσει ή προσθέσει σε αυτή την ψευδή εικόνα του Εν-ός Λόγου ως μεταβατικού σημείου του Μηδενός Λόγου έναν αντι-μηδενιστικό τόνο και να κατακεραυνώσει ως επαρχιώτης δημοδιδάσκαλος τον "δυτικό μηδενισμό".
Απαξιώ και να ασχοληθώ, και η αναφορά μου αυτή είναι υπεραρκετή για να εκφράσει την περιφρόνησή μου.
Ας επανέλθουμε στην ενικότητα του Εν-ός.
 
Η μετάβαση από την πολλαπλότητα των πολλών όντων στην πολλαπλότητα του Εν-ός είναι μια ίδρυση της νόησης. Η ανθρώπινη νόηση δεν υπάρχει όμως σε ένα "πριν" αυτής της ίδρυσης, εφόσον μιλάμε για το κοινωνικό και γλωσσικά υπάρχον ον "άνθρωπος" και όχι για μια αφαίρεση κατασκευασμένη από την "φυσιοκρατία" η οποία βλέπει τον άνθρωπο ως μια υπόσταση, ως κάτι δηλαδή που υφίσταται πριν την γλωσσική και νοητική του οντότητα -- ακόμα και όταν δέχεται την κοινωνική οντότητά του. Η πολλαπλότητα των πολλών όντων λοιπόν υπάρχει ως μια πιθανή αφαίρεση της ίδιας της σκέψης κατά την διενέργεια της συστηματοποίησης της θεώρησής της για την γένεση και ανάπτυξη της ανθρώπινης οντότητας ως σκεπτικής, γλωσσικής και κοινωνικής οντότητας. Αν υπάρχει ένα πολλαπλόν ως αντικείμενο της σκέψης χωρίς την ταυτόχρονη ύπαρξη ενός ενοποιητικού Εν-ός ας μας το δείξει κάποιος. Αλλά δεν υπάρχει. Το πολλαπλόν είναι τουλάχιστον συνιδρύον στοιχείο της κατηγοριακής ενότητας Εν-πολλαπλόν. Αυτό που υπάρχει στ΄αλήθεια είναι το αντίθετο από αυτό που αφηγείται ο κοινός νους και σε σημαντικό βαθμό η ίδια η φιλοσοφία, και είναι μάλλον: ένα αυτο-ιδρυόμενο Εν το οποίο από την άλλη δεν είναι ένα εν αρχή αυτο-ιδρυόμενο το οποίο μετέπειτα ιδρύει την πολλαπλότητα, αλλά ένα αυτο-ιδρυόμενο Εν το οποίο ταυτόχρονα και ταυτόχωρα ιδρύει την πολλαπλότητα, άρα ως πολλαπλότητά του. Η συνίδρυση του νοήματος του Εν-ός/πολλαπλού ως κατάσταση πλοκής ενός αυτο-ιδρυόμενου Εν-ός και μιας ιδρυόμενης πολλαπλότητας εμφανίζει τελικά και την ίδια την πολλαπλότητα αν και ιδρυόμενη επίσης ιδρύουσα. Το ιδρύειν της πολλαπλότητας δεν περιέχει "εντός" της το αυτο-ιδρύειν αλλά μόνον την λειτουργική της ενέργεια ως επαγόμενη από την αυτολειτουργική και ταυτόχρονα δια-λειτουργική (ή ετερο-λειτουργική) ενέργεια του ιδρύοντος Εν-ός. Το Εν ως αυτο-ιδρυόμενο στοιχείο είναι με βάση τα προηγούμενα ένας κεντρικός κατηγοριακός κόμβος του θεωρητικού και οντικού πλέγματος "Εν-πολλαπλόν" και ως εκ τούτου περιέχει εντός του την κατηγοριακή επενέργεια του ιδρυόμενου από αυτό και συνιδρύοντος στοιχείου της πολλαπλότητας. Η θεωρητική διαύγαση της κατηγοριακής δομής "Εν-πολλαπλόν" μπορεί να μετατρέψει την θεωρησιακή υπόθεση της πρωτοκαθεδρίας του Εν-ός σε φιλοσοφική υπόθεση, ή ακόμα σε επιστημονική υπόθεση. Η δυνατότητα του Εν-ός ως κατηγοριακής δύναμης να εντάξει οργανικά ως μέρος της την πολλαπλότητα ως κατηγοριακή δύναμη χωρίς να την καταστρέφει ή να την υποτάσσει όπως υποτάσσει ένας αφέντης τον δούλο του σημαίνει την πραγματική δύναμη, εφόσον η πραγματική δύναμη εν γένει εκφράζεται με την κυριαρχική ερωτική διείσδυση στο εσωτερικό ενός όντος από ένα άλλο με ταυτόχρονη όμως την διείσδυση του κυριαρχούμενου εις το (κυρίαρχο) διεισδύον. Η ερωτική δυνατότητα σε αυτή την διείσδυση να υπάρχει ως κυριαρχούμενη από την δύναμη του ενός από τα δύο στοιχεία άρα δεν σημαίνει πάντα την απουσία της επενέργειας του δεχόμενου την διείσδυση ως εξίσου διεισδυτική ως επενέργεια στο κυρίως διεισδύον. Η ενικότητα του Εν-ός σχετίζεται με αυτήν την διαλεκτική δομή ως μορφή ερωτικής σύμπλεξης του όντος, είτε αυτό είναι το ανθρώπινο ον εν γένει είτε είναι ειδικότερα το ανθρώπινο ον που επιθυμεί να γνωρίσει. Το Εν είναι μια γνωσιακή ενοποίηση χωρίς την ενέργεια του γνωρίζοντος υποκειμένου. Το υποκείμενο ενεργεί πάντα ως πράττειν. Το υποκείμενο είναι εγκλεισμένο πάντα σε ένα πράττειν, άρα και αναφορικά προς την γνώση σε ένα γνωσιακό πράττειν. Με αυτή την έννοια η γνώση ως μια μη-υποκειμενική ενέργεια δεν δύναται να αναφέρεται στο όποιο υποκείμενο, ακόμα κι αν αυτό θεωρηθεί ως διακριτή δομή από την υπόσταση, ή το υποστασιακό εγώ. Η ουτοπία της γνώσης είναι η ουτοπία της γνώσης ως ενυπάρχουσας σε ένα Εν το οποίο δεν ενεργεί πρακτικά γνωσιακά ούτε δέχεται κάποια άλλη διαμορφωτική αυτού γνωσιακή πρακτική ενέργεια. Η αλληλενέργεια του ενικού Εν-ός και του άλλου ενικού όντος ως γνωσιακή αλληλενέργεια δεν περιέχει πρακτικές γνωσιακές ενέργειες. Είναι προφανές πως η ουτοπία αυτής της άμεσης γνωσιακής αυτοσυλλογής του όντος σε έναν Νου ο οποίος υπάρχει ως το μοναδικό ενικόν και καθέκαστον της γνώσης αν και παραμένει ουτοπία είναι την ίδια στιγμή το αίτιο της ίδιας της συγκρότησης της ενότητας και της πολλαπλότητας του όντος ως γνωριζόμενου και μορφοποιούμενου από τον Νου όντος. Αυτή η κενή και σχετικά μη-υπάρχουσα αιτία της γνωσιακής ενέργειας πριν ακόμα υπάρξει η όποια ενέργεια του υποκειμένου φανερώνεται πότε ως όντως υπάρχουσα (Πλάτων) πότε ως μια δημιουργική αυταπάτη (Kant) αλλά δεν είναι τίποτα από όλα αυτά εφόσον θεμελιώνεται σε μια μη-υποστασιακή μη-υποκειμενική δομή της υποκειμενικότητας που δεν έχει την ανάγκη της ύπαρξης ή μη-ύπαρξης, ή του Είναι ή του μη-Είναι. Το Εν ως η επιθυμία του (ανθρώπινου) όντος είναι ένα μη-ον, ένα αρνητικό ον το οποίο υπερβαίνει την έννοια του Είναι και του μη-Είναι με την έννοια πως αν και αναφέρεται σε μια πολλαπλότητά τους δεν αναφέρεται σε αυτήν (την πολλαπλότητά τους) ως αν (αυτή) ήταν υπάρχουσα αυτάρκως. Το Εν ιδρύει το ον ως πολλαπλότητα αυτο-ιδρυόμενο, άρα σε εκείνη τη στιγμή που δεν έχει υπάρξει ακόμα μια παγίωση της δημιουργίας σε ένα (καθορισμένο-)Είναι είναι στην πραγματικότητα διαχεόμενο ως Εν σε όλο το φάσμα της πολλαπλότητας που ιδρύει. Το Εν είναι ένα ενικό ον αλλά συναντάται ως δυνητικότητα παντού όπου υπάρχει ανθρώπινη ματιά και ανθρώπινο χέρι. Η αρνητικότητα του Εν-ός δεν έχει ακόμα ορισθεί και περιορισθεί στην εκμηδένιση του όντος ως καθέκαστου ή πολλαπλού, αντίθετα είναι αναφερόμενο παντού. Κάθε (ανθρώπινο) καθέκαστο, κάθε (ανθρώπινο) ον ως ενικόν είναι ένα δυνητικό Εν που αναβλύζει ωστόσο αυτήν του την δυνητικότητα ως μια μορφή αφανισμού της ίδιας του της ιδιότητας να είναι καθέκαστον ή μόνον ενικόν. Η απόλυτη ενικότητα είναι ένας αυτο-αφανισμός της ενικότητας δια της ενικότητας του Εν-ός. Η μεταγενέστερη απολυτοποίηση ή αυτο-επίταση και αυτής ακόμα της απόλυτης ενικότητας του Εν-ός θα φέρει το Μηδέν. Η σκιά του θανάτου της ενικότητας ενώνεται σε μιαν ακατάλυτη ένωση με την αυτο-ανάβλυσή της σε ουσία του κόσμου, αν και εφόσον όμως αυτή η αυτο-ανάβλυση περιέχει σε μιαν επίταση της αφανιστικότητάς της την όντως εξαφάνιση της ενικότητας στο Μηδέν που φέρει η έννοια ως Μηδέν. Κάθε λέξη εδώ για ζωή ή θάνατο δεν λέει τίποτα, αφού η αλληλομετατροπή της αρνητικής δύναμης σε δύναμη ύπαρξης και της δύναμης της ύπαρξης σε αρνητική δύναμη περιέχει σε όλες της τις πτυχές (αυτές τις δύο πτυχές) τόσο θάνατο όσο και ζωή. Αυτό το κενό ρέον της φωτιάς του Εν-ός δεν ξέρεις αν είναι ένα ρέον πλήρες ζωής ή θανάτου γιατί είναι πλήρες ζωής και θανάτου. Συνεχίζει να υπάρχει ωστόσο η ανάγκη μιας ισχυρότερης κατηγοριακής διαύγασης.
-----------------------------------------------------------------
6.
Για να υπερβεί θετικά και ταυτόχρονα να καταστρέψει την μεταφυσική οντολογία, ο Kant δημιούργησε την «υπερβατολογική φιλοσοφία» (Transzendentalphilosophie). Υπάρχει ένας καντιανός όρος που συνήθως συγχέεται με τη λέξη «υπερβατικό» (transzendent). Αυτός ο όρος είναι το «υπερβατολογικό» (transzendental) και σημαίνει το γνωσιο-οντολογικό ον που σχετίζεται και με τους εμπειρικούς και τους ("καθαρά") νοητικούς όρους στον βαθμό και μόνον που αυτοί καθιστούν δυνατή την εμπειρία. Για να εντοπίσει κάποιος τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες συγκροτείται η γνωστική λειτουργία και ο εννοιολογικός καθορισμός των φαινομένων, και πως μπορεί η σκέψη και οι μορφές της να αξιώσουν την αντικειμενική τους εγκυρότητα, πρέπει να δομήσει συγκεκριμένα τόσο την ίδια την γνωστική λειτουργία όσο και τον έλεγχό της ως προς την αντικειμενικότητα και την αλήθεια της: Η αντικειμενική εμπειρία χρειάζεται αναγκαία-νομοτελειακά άμεσες παραστάσεις των πραγμάτων, δηλαδή την «εποπτεία» (Anschauung), όμως αν περιχαρακωθεί από την «εποπτεία», η εμπειρία η ίδια δεν μπορεί από "μόνη" της να καταλήξει σε αντικειμενικές και ελεγχόμενες ως προς την αντικειμενικότητά τους προτάσεις. Η ορθότητα των προτάσεων και των κρίσεων, η ούτως εννοούμενη (λειτουργική) αλήθεια, είναι εφικτή όταν η «εποπτεία» καθορίζεται και μορφοποιείται και από έννοιες που είναι δεδομένες στη «διάνοια» (Verstand). Ο Kant έθεσε τα όρια της εγκυρότητας της αντικειμενικής γνώσης, χωρίς να αποκλείει όμως τον πυρήνα της μεταφυσικής από το πεδίο της δυνητικής εμπειρίας εφόσον η παραγωγή των εστιών της μορφοποίησης της εμπειρίας από την σκέψη παράγονται ή μάλλον αυτοπαράγονται στο πεδίο του "καθαρού Λόγου". Προϋπόθεση της θετικότητας της σχέσης του εσωτερικού πυρήνα του Λόγου με την δυνητική εμπειρία, όταν αναφερόμαστε στην γνώση, είναι επίσης η υποταγή του στην αποκλειστική χρήση των νοητικών μορφών του στην μορφοποίηση της εμπειρίας. Ο Λόγος λοιπόν ως νοητική-γνωσιακή παραγωγική δύναμη είναι μεν μια από τις αναγκαίες προϋποθέσεις για την εμπειρία αλλά ταυτόχρονα θεμελιακή προϋπόθεση για να επιτελεί αυτό τον "ρόλο" είναι να λαμβάνεται (ως Λόγος) μόνον κατά τον λειτουργικό του προσανατολισμό στην εμπειρία. Θα μπορούσε κανείς βέβαια να δείξει, αποδεικνύοντάς το αυτό αναφερόμενος στο ίδιο το καντιανό κείμενο, ότι αυτός ο λειτουργικός προσανατολισμός ή η νομοθέτηση της αναγκαίας λειτουργικότητας του Λόγου έχει έλθει (κατά τον Κάντ) αφού πρώτα έχει υπάρξει μια εποχή του κατά την οποία αυτός δημιουργούσε τις μεταφυσικές-οντολογικές εστίες του ακριβώς έχοντας την ελευθερία να μην υπόκειται στον αναγκαστικό αλλά τεθειμένο νόμο της "λειτουργικότητας" (όπως την περιγράψαμε). Αυτή η κεντρική έννοια της καντιανής θεωρίας που σημαίνει την κεντρική μορφοποιητική δύναμη του εσωτερικού νοητικού πυρήνα της σκέψης, ο «Λόγος» (Vernunft), εκδηλώνεται και εκφράζεται σε τρεις θεμελιώδεις ικανότητες:
1) Στην «διάνοια» (Verstand) η οποία παράγει αντικειμενικές εμπειρικές κρίσεις (Erfahrungsurteile)


2) Στον «πρακτικό Λόγο» (praktische Vernunft) ο οποίος παράγει ηθικές κρίσεις (moralische Urteile) και τέλος


3) Στην καθαρή «κριτική δύναμη» (Urteilskraft) η οποία παράγει τελ(ε)ολογικές κρίσεις και αισθητικές κρίσεις (teleologische Urteile - ästhetische Urteile).
----------------------------------------------------------------------------------

7. Η πολλαπλότητα στον Καντ δεν είναι μόνον το μορφοποιήσιμο από την ανθρώπινη νοητική-γνωσιακή δραστηριότητα "Είναι": Ως το αποκλειστικό πεδίο της εγκυρότητας των εννοιακών μορφών αυτής της δραστηριότητας επανακαθορίζει την ίδια την νοητική-γνωσιακή δραστηριότητα ως πολλαπλοειδή. Η μορφοποίηση της πολλαπλότητας στον Κάντ παρουσιάζει τον (γνωσιακό) Λόγο ως κυρίαρχο της πολλαπλότητας και ταυτά κυριαρχούμενο από την πολλαπλότητα. Ο Λόγος ως προς την γνωσιακή του λειτουργία, στον Κάντ, δεν έχει μιαν εσωτερική αυτονομία, ακόμα και όταν σε ένα αρχικό σημείο δημιουργεί μόνος του τις προ-εμπειρικές εστίες "του", εφόσον και αυτές αποκτούν την πραγματική γνωσιακή τους σημασία όταν ρίχνονται τελικά στο πεδίο της εμπειρίας, στο πεδίο της πολλαπλότητας. Μιλάμε πάντα για την προβληματική της Κριτικής του Καθαρού Λόγου που αντιστοιχεί στο πεδίο της γνωσιακής λειτουργίας του Λόγου.
---------------------------------------------------------------------------------------- 

8.   Η πολλότητα ( ή πολλαπλότητα) είναι και αυτή μια αφηρημένη έννοια.
Περιέχει ωστόσο αρκετούς εσωτερικούς καθορισμούς που την αίρουν μερικώς ως αφηρημένο νοητικό καθορισμό (και) ως ενδογενώς καθορισμένο ως αφηρημένο χωρίς (γι'αυτή την άρση) να είναι αναγκαία η συνθετική κατηγόρησή του από μία εξωτερική κατηγοριακή αρχή. Η κατηγοριακή αρχή μπορεί να είναι μια και μοναδική (νοητική) κατηγορία ή ένα πλέγμα (νοητικών) κατηγοριών. Με λίγα λόγια η πολλότητα, ακόμα κι αν θεωρήσουμε πως οι έννοιες και οι καταστάσεις που οι έννοιες απεικονίζουν είναι συνυφασμένες με τις αντίθετές τους (η πολλότητα από την εν-ότητα κ.λπ), περιέχει (όπως και η αντίθετή της) μιαν ειδική ουσιακή αυτογένεια και έναν ειδικό γνωσιο-οντολογικό αυτοκαθορισμό. Αυτό που είναι η πολλότητα ως γενικός αφηρημένος οντικός και νοητικός καθορισμός περιέχει έναν βαθμό άρσης της αφηρημένης διάστασης των πραγμάτων εφόσον ακριβώς σημαίνει έναν συνεχή πολλαπλασιασμό (διαίρεση) της διάστασης της συγκεκριμενότητας των καθορισμών του όντος εντός της γενικής ενότητας αφηρημένου-συγκεκριμένου που συγκροτεί καταστατικά την σκέψη και την δράση. Ακριβώς δηλαδή επειδή υπάρχει εντός του καταστατικά ενιαίου καθορισμού "αφηρημένο-συγκεκριμένο" το "συγκεκριμένο" ως η συνεχώς πολλαπλασιασμένη διάστασή του γιά τούτο και η πολλότητα -ως η ρίζα της διάστασης της συγκεκριμενότητας- και τροφοδοτείται από την συγκεκριμενότητα ως το φυόμενό της αλλά και τροφοδοτεί αυτήν (την συγκεκριμενότητα), καθιστάμενη και αυτή το φυόμενον της συγκεκριμενότητας και η συγκεκριμενότητα το φυόμενον της πολλότητας (η σειρά παράθεσης είναι τυχαία). Η πολλότητα είναι εκείνη η νοητική και οντική κατάσταση που σημαίνει την συνεχή αλληλοτροφοδότηση της διάστασης της συγκεκριμενότητας και της διάστασης της πολλότητας, και αυτή πλέον η υπο-ενότητα που απαρτίζεται όπως είδαμε από τους καθορισμούς της συγκεκριμενότητας και της πολλότητας (του διαιρείσθαι-διαιρείν ή του πολλαπλασιάζεσθαι-πολλαπλασιάζειν) αποτελεί τον πραγματικό ένα πόλο "συγκεκριμένο" της ενότητας αφηρημένο-συγκεκριμένο. Η πολλότητα είναι ο οντολογικός πυρήνας αυτού του πόλου δια του συνεχούς πολλαπλασιασμού (διαίρεσης).
Ας το συνοψίσουμε για λόγους ευκολίας:


Υπάρχει η καταστατική νοητικο-οντική ενότητα "αφηρημένο-συγκεκριμένο". Ο πόλος (υπο-ενότητα) "συγκεκριμένο" αποτελείται από δύο συντελεστές: την πολλότητα και την συγκεκριμενότητα. [Αντίστοιχα, όπως έχουμε δείξει αλλού όχι τόσο αναλυτικά, ο πόλος "αφηρημένο", ως υπο-ενότητα και αυτός της γενικής ενότητας "αφηρημένο-συγκεκριμένο", αποτελείται από την εν-ότητα ως καθέκαστη εν-ότητα των πολλών και ως ριζική απόλυτη εν-ότητα (Εν)..] Όπως λοιπόν μπορούμε να πούμε ότι στην υπο-ενότητα ή πόλο "αφηρημένο" (της γενικής ενότητας "αφηρημένο-συγκεκριμένο") ενυπάρχει μεν ο αντίθετος πόλος με την μορφή του κυριαρχούμενου εφόσον μιλάμε για πολλότητα που ενοποιείται αλλά κυριαρχεί δε το κυρίαρχο στοιχείο της υπο-ενότητας (αυτής) (πράγμα που παρουσιάζεται ως το ριζικό Εν), έτσι μπορούμε επίσης να πούμε ότι στην υπο-ενότητα ή πόλο "συγκεκριμένο" (της γενικής ενότητας "αφηρημένο-συγκεκριμένο") ενυπάρχει μεν ο αντίθετος πόλος με την μορφή του κυριαρχούμενου εφόσον μιλάμε για ενότητα που πολλαπλασιάζεται (διαιρείται) αλλά κυριαρχεί δε το κυρίαρχο στοιχείο της υπο-ενότητας (αυτής) (πράγμα που παρουσιάζεται ως το ριζικό πολλαπλόν).
-------------------------------------------------------------------------
9.   Αν ο πόλος του Εν-ός εξετασθεί ως προς την ειδική σύνθεσή του παρουσιάζεται ως μια υπο-ενότητα της γενικής ενότητας "αφηρημένο-συγκεκριμένο" που απαρτίζεται από το συντελεστή καθέκαστη "εν-ότητα της πολλότητας"(1) και το συντελεστή "ριζική εν-ότητα"(2) ή Εν. Η ριζική Εν-ότητα ή Εν σημαίνει το αμιγές της υπο-ενότητας (ή πόλου) της εν-ότητας. Όπως έχουμε δει στην προηγούμενη δημοσίευσή μας αντίστοιχη δομική σύνθεση έχει και η υπο-ενότητα (ή πόλος) της πολλότητας. Η αλληλοδιείσδυση λοιπόν των καθορισμών της πολλότητας και της εν-ότητας δεν οδηγεί ποτέ σε μια καθολική αλληλοσυγχώνευσή τους, εφόσον υπάρχει πάντα ένας μη-διαλεκτικοποιημένος πυρήνας σε κάθε επιμέρους υπο-ενότητα (ή πόλο). Ο μη-διαλεκτικοποιημένος (ή μη-διαλεκτικοποιήσιμος) πυρήνας της υπο-ενότητας (πόλου) της εν-ότητας είναι το Εν. Το Εν δεν είναι το συμμετρικόν αντίθετο της πολλότητας, γι'αυτό και οι ιδιότητες που εκφράζουν την πολλότητα, η οποία είναι ένα πλέγμα πολλαπλασιασμών-διαιρέσεων συγκεκριμενοτήτων κ.λπ, δεν είναι αυτές που νοηματοδοτούν το Εν. Μπορεί η πολλότητα να υφίσταται ακόμα και ως ριζική ή πυρηνική πολλότητα ως ετεροκαθορισμένη από την εν-ότητα, να σημαίνει δηλαδή ακόμα και στον βαθύτερο καθορισμό της μιαν αντιστροφική νοηματοδότηση από αυτήν, αλλά η εν-ότητα ειδικά στην ριζική ύπαρξή της (το Εν) δεν έχει την ίδια μορφοπεριεχομενική συγκρότηση. Η δομική αναλογία και ομοιότητα δεν σημαίνει ουσιακή αναλογία και ομοιότητα. Το Εν ως ριζικό και απόλυτο έχει ετεροαναφορά και αυτοσυγκρότηση πέραν της όποιας διαλεκτικής σχέσης με το παρουσιαζόμενο και εκφραζόμενο ως αντίθετό του (την πολλότητα). Ο πυρήνας της πολλότητας είναι αντικατοπτριστικός ενώ ο πυρήνας της εν-ότητας, το Εν, είναι κατοπτριστικός ή αυτο-κατοπτριστικός και γι'αυτό και είναι συνήθως λεγόμενος ως άρρητος (κακώς λεγόμενος θαρρώ). Το Εν καθαυτό είναι μια α-διάφορη αρχή και συλλαμβάνεται μόνον αν σχετισθεί οντολογικά "και" νοητικά με το Μηδέν (ή Τίποτα). Η γενική ενότητα "αφηρημένο-συγκεκριμένο" αποκτάει δια του ριζικού Εν-ός (το οποίο είναι ο ηγεμόνας της υπο-ενότητας "αφηρημένο") το σημείο τής προοπτικής της φυγής: Το Εν-Μηδέν είναι ο μη ορατός ορίζοντας που καθιστά και το ορατόν και το οράν δυνάμενο να υπάρξει ακόμα και εις το ελάχιστον των προϋποθέσεων της όποιας ύπαρξης. Ας πλέξουμε όμως τώρα μιαν αντίστιξη όλων αυτών των όρων για να προσπαθήσουμε να δούμε αυτό το οποίο είναι το δυσκολότερο να συλλάβουμε δια των όποιων αισθητηριακών ή νοητικών αισθήσεων (εικόνων): Η πλοκή των οντικών διαμεσολαβήσεων είναι στιγματισμένη από μια συνεχή διεργασία γεννήσεων και εξαφανίσεων, οντοποιήσεων και εκμηδενίσεων, όπου όμως ο τελικός οντικός συντελεστής είναι ένα ον που είναι, ένα Είναι που είναι Είναι. Στον κόσμο που υφίσταται και μόνον υφίσταται, παρά τις πολλές ποιότητες και τις πολλές συσχετίσεις των ποιοτήτων, παρά την συνεχή εξαφάνιση και ανάδυση των όντων δια της αλληλοσυγκρότησης των συγκροτητικών όρων, αυτό που παραμένει είναι το Είναι, το Είναι ως υφίστασθαι. Ο τελικός νικητής είναι μια ύπαρξη, ένα Είναι ως Είναι, το οποίο δια των υποστασιακών εξαφανίσεων αναδύει άλλες υποστάσεις και εις το οποίο η φθορά και το αφανίζεσθαι αποτελούν τον οντολογικό προπομπό μιας εμμενούς εν-ότητας σε κάτι. Δεν έχει σημασία αν η έκβαση μιας συνθετοποιητικής και εξελικτικής διεργασίας μπορεί να είναι καταστροφική για την παροδικά συνθετότερη μορφή ύπαρξης (ή απλά μορφής) ή για το συνθετότερο μορφοπεριεχόμενο, αφού αυτό που παρα-μένει ακόμα και μετά από την πιθανή καταστροφή της σύνθετης ή συνθετότερης μορφής είναι πάλι μια μορφή (ύπαρξης). Το Είναι, το τόσο δοξασμένο -από τους δειλούς συνήθως- Είναι, είναι Είναι ό,τι και αν συμβεί ως προς την συνθετότητα ή πολυπλοκότητά του. Οι συνεχείς μεταμορφώσεις του όντος-Είναι ακόμα και δια των αφανιστικότερων μέσων επιτέλεσής τους έχουν κατασφαλισμένη την παρα-μονή τους στον υπαρκτικό καθορισμό των πραγμάτων. Δεν είναι τυχαία η προσκόλληση κάθε είδους εξουσίας σε αυτή την οντολογική διάσταση των πραγμάτων, εφόσον αυτό που τελικά επικρατεί είναι η συνέχεια και η σταθερότητα της ζωής ή του όντος ως γεννητικής υπόστασης του υπαρκτού. Όμως και μη-εξουσιαστικές δυνάμεις είναι προσκολλημένες στον καθορισμό του όντος-Είναι, ό,τι κι αν λένε δια αερολογιών περί "γίγνεσθαι", εφόσον το ψευδές όραμά τους περιέχει τελικά απλά μιαν άλλη μορφή στάσεως και αταραξίας. Αυτό που θέλουν είναι ένα ον-Είναι χωρίς "εξουσία" (αστεία πράγματα). Η πραγματική έξοδος από τον διαρκή ύπνο της διαλεκτικής της γεννητικότητας και της συνεχούς ανα-ανάδυσης του υπαρκτού δια του ενός ή του άλλου ποιοτικού καθορισμού, ή ακόμα και δια μιας γενικής πλοκής των ποιοτικών καθορισμών του υπαρκτού, είναι η μεταφορά της σκέψης και της οντικής κατοπτριστικότητας στον μη-τόπο του Εν-ός Μηδενός. Το πραγματικό πέραν των οντικών διαμεσολαβήσεων και αμεσοποιήσεων δεν είναι ούτε υπερβατικό ούτε εμμενές, ούτε θεολογικό ούτε υλιστικό ούτε κριτικό, αφού αφορά μιαν νοητική και υπαρκτική στάση που σημαίνει την ριζική επιθυμία της εν-ότητας των όντων, χωρίς την καθοριστική παρουσία της πολλότητας, και με κάθε πιθανό "μηδενιστικό" τίμημα. Υπό αυτή την "σκοπιά" των πραγμάτων το ερώτημα δεν περιορίζεται τελικά στην επιλογή κάποιας ψυχικής ή νοητικής ιδιότητας του υποκειμένου (επιθυμητική ικανότητα, Λόγος ή φαντασία) αλλά ανοίγεται στο πεδίο του συμβολικού, την αποκοπή του από την αλυσίδα του υπαρκτού. Ας το δούμε λίγο αυτό: Το Εν-Μηδέν ως το αυτονομημένο συμβολικόν, ως το απολυτοποιημένο συμβολικόν. Καλούμαστε τώρα να εξετάσουμε την ιδιαίτερη πλοκή αυτού του "αποκομμένου" Συμβολικού και την σχέση του με την (αυτο-)κατοπτριστική ιδιότητα του όντος.
------------------------------------------------------------------

Όσο ασκείται η υποταγή τόσο υπομένουμε,
όσο υπομένουμε πεθαίνουμε αν και νεκροί..


Η γη δεν υπάρχει, άρα έχει ήδη σβήσει ο ήλιος,
έχει ληστευτεί η ζωή μας από την γέννησή μας..


Πριν ακόμα..


γιατί υπομένουμε;


Όσο υπομένουμε σβήνει ο ήλιος και ληστεύεται η γη,  
 



Έχουμε πεθάνει αιώνες τώρα σε ένα κελλί από την γέννησή μας, αλλά την θέλουν τη ζωή μας..  

------------------------------------------------------------
10.
Η γέννηση της συμβολικής πράξης είναι αξεχώριστη από την γέννηση και την ανάπτυξη της γλωσσικής μορφής. Όμως η συμβολική πράξη δεν περιέχεται στην γλωσσική μορφή, εφόσον σημαίνει μιάν απόσπαση από την οντικότητα του υπαρκτού η οποία δεν μπορεί να υπάρξει αποκλειστικα εντός τής γλωσσικής μορφής. Η συμβολική πράξη δεν μπορεί επίσης να θεωρηθεί μια επίταση [μόνον] των αφαιρετικών δυνατοτήτων της γλωσσικής μορφής. Υπάρχει ένα ποιοτικό στοιχείο στην δυνατότητα της συμβολικής μορφής, το οποίο σημαίνει την δυνατότητα της αυτονόμησης της σκέψης τόσο από την γλωσσική μορφή όσο και από την οντικότητα του υπαρκτού και το οποίο δεν μπορεί να εξηγηθεί με την αναγωγή της αποκλειστικά στην γλωσσική μορφή. Από την άλλη είναι προφανής η καταγωγή της συμβολικής πράξης από την γλωσσική μορφή. Ας δούμε όμως πως είναι δυνατή η κατανόηση της συμβολικής πράξης σε αυτό το γενικό πλαίσιο. 
Η δυνατότητα της ανθρώπινης σκέψης να δημιουργεί τον εαυτό της ως κενή μορφή συμβολικότητας δημιουργεί την ίδια την σκέψη ως εαυτό: Δεν προϋπάρχει δηλαδή η σκέψη ως εαυτός τής κενής μορφής της συμβολικότητας, αλλά και οι δύο πτυχές (σκέψη ως εαυτός και κενή συμβολική μορφή) δημιουργούνται στα πλαίσια μιας δημιουργίας χωρίς να υπάρχει χρονικο-οντολογική ή λογικο-οντολογική προτεραιότητα κάποιας από τις δύο. Η δυνατότητα να υπάρξει τέτοιος βαθμός συμβολικής αφαίρεσης και κενότητας ενυπάρχει στην γλωσσική μορφή αλλά η ενεργοποίηση αυτής της δυνατότητας σημαίνει την υπέρβαση των περιορισμών της γλωσσικής μορφής. Υπάρχει ωστόσο πλήρης και ολοκληρωτική υπέρβαση της γλωσσικής μορφής; Ακόμα κι αν υποθέσουμε πως ο φορέας της συμβολικής δυνατότητας και πράξης δεν μεταβιβάζει τις εμπειρίες και τα ιστορικά βιώματά του στην ενεργή συμβολική πράξη και (αν υποθέσουμε) πως αυτή η συμβολική πράξη λαμβάνεται στην τελική και αμιγή της μορφή, θα δούμε ωστόσο πως και ούτως δεν είναι δυνατόν να αποκοπεί πλήρως από την γλωσσική μορφή. Η γλωσσική μορφή επίσης δεν υπάρχει ως ένα υπόλειμμα μιας προηγούμενης διεργασίας που υποστήριξε την διεργασία ανάδυσης της συμβολικής πράξης και "έπειτα" παρέμεινε ως το απομεινάρι της (τής διεργασίας "αποκόλλησης" του συμβολικού) και ως ένας αναγκαστικός περιορισμός της συμβολικής πράξης. Η γλωσσική μορφή ενυπάρχει στην συμβολική πράξη-διεργασία ως ένα από τα ενεργά και κυριαρχικά στοιχεία της, χωρίς να παρα-μένει παθητικά σε αυτήν αλλά και χωρίς να είναι αυτή που καθορίζει αποκλειστικά το είδος, την μορφή, την ουσία της.
----------------------------------------------------------------------

11.
Εν και αφανισμός..
Η δυνατότητα να ενώσεις τα όντα περιέχεται στην δυνατότητα να τα αφανίσεις και η δυνατότητα να τα αφανίσεις είναι α-δύνατη χωρίς την δυνατότητα να τα ενώσεις. Το Εν είναι ο κυρίαρχος ενός αφανισμού και μιας νέας ζωής των όντων. Αλλά, θα πούνε, μόνον εις το πολύπλοκο πλαίσιο διεργασιών που συντελούνται ως πλοκές ποιοτικών καθορισμών είναι δυνατή κάθε ζωή, οπότε πως το Εν μπορεί να δωρίσει την ζωή, αν μάλιστα έχει συνυφανθεί αναπόδραστα με την αφανιστική δύναμη; Η βάση της υλικότητας είναι ένα μικρό (σε πολλότητα ιδιοτήτων) και απλό πλέγμα στοιχειωδών σωματιδίων (-ιδιοτήτων) που εκτυλίσσουν την δυναμική τους και παράγουν ακόμα και τις φυσικές διαστάσεις του υπαρκτού, και κάθε εκτύλιξη πέραν από βαθιά αναγόμενη σε αυτό το μικρό πλέγμα είναι καθορισμένη από αυτό. Εάν ο αναπτυγμένος κόσμος της "αρχέγονης" υλικότητας ανάγεται καταγωγικά σε ένα απλό και μικρό (σε πολλότητα ιδιοτήτων) πλέγμα σωματιδίων-ιδιοτήτων, είναι και ο ίδιος ως μορφή "εκτύλιξής" τους καθορισμένος από τις ίδιες νομοτέλειες. Η διαφορά της αναπτυγμένης μορφής της ύλης, ανεξάρτητα αν είναι έμβια ή ά-βια, από την "αρχέγονη" μορφή της (που ωστόσο συνεχίζει μια χαρά να υπάρχει, υποτίθεται "κάτω" μας ως ατομικός και υπο-ατομικός μικρόκοσμος), είναι πως η αναπτυγμένη μορφή (της ύλης) είναι εμπλεκόμενη σε μια ατέρμονη διεργασία συγκρότησης και απο-συγκρότησης, δόμησης μιας νέας συνθετότερης μορφής και απο-δόμησης αυτής της μορφής σε πρωταρχικότερα ή μεικτά (συνδυασμός από ανώτερα/συνθετότερα-κατώτερα/πρωταρχικότερα) επίπεδα. Η διεργασία του αφανισμού και του εκ-μηδενισμού είναι μια από τις χαρακτηριστικές ιδιότητες της συνθετότερης ύλης που καθορίζει όχι μόνον την διεργασία τής πιθανής "πτώσης" της σε "κατώτερα" επίπεδα συνθετότητας και οργάνωσης αλλά και την διεργασία της πιθανής "ανόδου" της σε "ανώτερα" επίπεδα συνθετότητας και οργάνωσης. Και δεν υπάρχει κανένας κανόνας, ειδικά ηθικός, που να προσδιορίζει και να καθορίζει "ποιά" είναι εκείνη η μορφή αφανιστικής και εκμηδενιστικής δράσης η οποία προσιδιάζει σε ανώτερες μορφές συνθετότητας της (έμβιας) ύλης. Μέχρι τώρα μάλιστα η ανάδυση ανώτερων συνθετότερων μορφών οργάνωσης του ανθρώπινου έχει συνοδευθεί από όλες τις μορφές αφανισμού και εκμηδένισης των "απλούστερων" μορφών. Αυτό που μας απασχολεί ιδιαίτερα είναι η μορφή "συμβολική πράξη" σε συνάφεια με την γενικότερη διεργασία αφάνισης και εκμηδένισης του οντικού υπαρκτού. Οι διάφοροι ιερείς της νεωτερικής ηθικής χωρίς νοητικό έρεισμα στην πραγματική πραγματικότητα (σε αυτούς συμπεριλαμβάνω και μεγάλους όπως ο Καντ, για να μην παρεξηγούμεθα) έχουν "τελευταία" ανάγει την συμβολική μορφή της ανθρώπινης πράξης σε ένα αντικείμενο της αόριστης ηθικής τους με σκοπό τον εξαγιασμό, καθαρμό και εξορθολογισμό της και δι'αυτών των ιεροπραξιών τον αντίστοιχο εξαγιασμό, καθαρμό και εξορθολογισμό της πραγματικότητας. Βέβαια, και αυτό εντάσσεται στην γενικότερη αφανιστική διεργασία που ιδρύεται μαζί με τον αυτονομημένο συμβολικό Λόγο. Αυτό που αποκρύπτεται με κάθε δυνατό μέσο και με τρόπο που εντυπωσιάζει για τον ηθικολογικό σκοταδισμό του είναι η αναγκαιότητα της αφανιστικής διεργασίας, και η αναγκαιότητα της εν-οποιητικής (και κυριαρχημένης από το απόλυτο Εν) διαμεσολάβησης για να επιτελεσθεί η καταστροφική-δημιουργική δράση αυτής (της αφανιστικής διεργασίας). Η αδυναμία, "σκόπιμη" αδυναμία, να τεθεί το ζήτημα του Λόγου και της πράξης σε γενική συνάφεια (θεωρητική καταρχάς) με την γενική διεργασία αφανισμού είναι και αυτή που προκαλεί τελικά την γενική επιλογή αποδοχής της όταν περιέλθουν οι σκοταδιστές σε ανάγκη. Αρα, με αυτό τον τρόπο, επιλέγοντας την ηθικολογική γενικολογία και απαρνούμενοι ιδεολογικά και παπαδίστικα τον "μηδενισμό" της δημιουργικής σκέψης και της πράξης, όταν έρθει η στιγμή των επιλογών και των αποφάσεων "μεταξύ" ή στα όρια πραγματικών αβύσσων δεν έχουμε τίποτα άλλο στα χέρια μας εκτός από τις γνωστές γενικολογίες και ηθικολογίες. Καλό θα ήταν βέβαια να προσδιορίσουμε όσο μπορούμε μερικά στοιχεία γύρω από την σχέση του Λόγου με το Εν-Μηδέν και τις δυνατότητες της γλώσσας. Η βία της αφάνισης του καθέκαστου όντος κατά την διεργασία συγκρότησης της νοητικής ή νοηματικής αφαίρεσης είναι απόλυτη και συντελείται με έναν τρόπο που είναι ριζικότερος της "ενσώματης" βίας. Το Εν-Μηδέν καταστρέφει το καθέκαστο ον κατά έναν τρόπο όπου αυτό δεν παρουσιάζεται ξανά στην μορφή (Εν-Μηδέν) που το υπήγαγε. Η υπαγωγή του καθέκαστου όντος δια της ένταξής του στο αφηρημένο πλαίσιο της εν-ότητας και του μηδενός φαίνεται να διατηρείται στον ίδιο τον αυτοπροσδιορισμό του καθέκαστου ή της ενικότητας, εφόσον αυτό που πραγματικά σημαίνει η ενικότητα είναι μιαν διεργασία αλληλονοηματοδότησης των δύο εσωτερικών στοιχείων [Εν ως καθέκαστον (ενικότητα) και Μηδέν] τα οποία συγκροτούν τον πυρήνα της υπο-ενότητας (ή πόλου) της αφαίρεσης, χωρίς καν να αναφερόμαστε ακόμα στην έννοια-κατάσταση της πολλότητας (πολλαπλότητας). Αυτό ας το διευκρινήσουμε: Η υπο-ενότητα (ή πόλος) της αφαίρεσης (στο γενικό ενιαίο σχήμα "αφηρημένο-συγκεκριμένο") είδαμε (σε προηγούμενες δημοσιεύσεις) πως απαρτίζεται από έναν "πυρήνα" (το ριζικό Εν) και από ένα "περίβλημα" (η εν-ότητα ως εν-ότητα των πολλών). Εδώ δεν αναφερόμαστε σε αυτή την διττότητα του πόλου "αφηρημένο" αλλά στην διττότητα που υφίσταται εντός του πυρήνα του (εντός του ριζικού Εν-ός). Για την ακρίβεια η έννοια και η κατάσταση της πολλότητας (πολλαπλότητας) επέρχεται (έστω ως νοητική σύλληψη) αφού πρώτα έχουν τακτοποιηθεί οι καθορισμοί-προσδιορισμοί εις τον εσώτατο πυρήνα του πυρήνα του καθορισμού (ο οποίος καθορισμός είναι το (ριζικό) Εν). Το μυχιότερο στοιχείο της αφαίρεσης δεν είναι λοιπόν καν ο γενικός καθορισμός του πυρήνα του που είναι το (ριζικό) Εν αλλά (είναι) ο πυρήνας αυτού του πυρήνα που είναι η διεργασία αλληλοκαθορισμού και αλληλονοηματοδότησης της ενικότητας και του μηδενός. Το μυχιότερο Εν είναι η ενικότητα ως ον και εξαφάνιση του όντος. Αυτή η ενικότητα στο συνολό της δεν έχει καμμίαν ανάγκη θεμελίωσης σε καμμία πολλαπλότητα, ούτε καν στο Εν ως γενικό ον της ριζικότητάς του αφού είναι αυτή η ριζικότητα καθαυτή.
--------------------------------------------------------------------------------------

Ιωάννης Τζανάκος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Άραγε θα ζήσουμε να τα πούμε όλα αυτά με την πρέπουσα αδιαφορία;

Όταν οι χοϊκοί προφήτες Ρίχνουν με σύνεση κρυμμένη στο πουγγί τους Συνθήματα ζωής Τότε, ένα...