Κυριακή 5 Απριλίου 2026

11 απορητικές προβληματικές για στρατηγικά θεωρητικά αδιέξοδα


Πρόλογος

Το παρόν κείμενο δεν προτείνει κλειστό σύστημα, ούτε υπόσχεται την παρηγορία μιας τελικής σύνθεσης. Συγκροτείται ως σειρά απορητικών θέσεων γύρω από ορισμένα στρατηγικά θεωρητικά αδιέξοδα της διαλεκτικής, της κοινωνικής επιστήμης, της οντολογίας, της ισχύος, της ταξικής μετάβασης και της εργασιακής δύναμης. 

Η πρόθεσή του δεν είναι να προσφέρει μια νέα μεταφυσική εγγύηση της ιστορίας, αλλά να αναδείξει τις ζώνες εκείνες όπου η θεωρία συναντά τα όριά της και όπου η πολιτική πράξη, αντί να φωτίζεται, συχνά συγκαλύπτεται από τα ίδια της τα σχήματα.

Το ενοποιητικό νήμα των έντεκα αυτών προβληματικών είναι απλό. 

Καμία έννοια, ούτε καν η διαλεκτική, δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως αυτονόητος δρόμος διεξόδου. Καμία επιστήμη του κοινωνικού δεν δικαιούται σήμερα να μιλά με το κύρος της θεμελιωμένης επιστήμης χωρίς να λογοδοτεί για τα στοιχειώδη της προβλήματα. 

Καμία θεωρία της ισχύος, της κυριαρχίας, της εργασίας ή της μετάβασης δεν μπορεί να παραμένει ασαφής ως προς τις υλικές της προϋποθέσεις και, συγχρόνως, να αξιώνει στρατηγική δεσμευτικότητα.
 
1. Η διαλεκτική ως δυνατό αδιέξοδο
Η διαλεκτική δεν συνιστά από μόνη της λύση. 
Δεν είναι φυσική νομοτέλεια σωτηρίας, ούτε λογική εγγύηση υπέρβασης. 
Μπορεί κάλλιστα να αποτελεί το νοηματικό περίβλημα μιας καταστροφικής διαδικασίας χωρίς διέξοδο. 
Δεν υπάρχει κανένας υπερκείμενος Λόγος που να διασφαλίζει εκ των προτέρων ότι η αντίφαση θα εκβάλει σε ανώτερη μορφή. 
Ούτε, αντιστρόφως, υπάρχει λόγος που να επιβάλλει ότι κάθε διαλεκτική κίνηση είναι καταδικασμένη να παραμένει εγκλωβισμένη στην ίδια αρνητικότητα. 
Το ερώτημα παραμένει ανοιχτό.
Εάν συνοψιστεί στοιχειωδώς, η διαλεκτική μπορεί να οριστεί ως εμμενής διαδικασία μέσα από την οποία ένα σύστημα, αυτο-αντιφασκόμενο, εκβάλλει σε ένα άλλο. 
Το κρίσιμο, όμως, είναι ότι αυτό το «άλλο» δεν μπορεί να προκαθοριστεί με πλήρεις, μη προβληματικούς θετικούς όρους. 
Συνεπώς, η μετάβαση δεν εγγυάται καθόλου άρση του γενικού περιορισμού που χαρακτήριζε το προηγούμενο σύστημα. 
Ένα νέο σύστημα μπορεί να διαφέρει ριζικά ως προς την εσωτερική του διάταξη και ωστόσο να αναπαράγει, σε άλλη μορφή, τον ίδιο γενικό τροπισμό κυριαρχίας της εσωτερικότητας επί της εξωτερικότητας.
Από αυτό προκύπτει μια αυστηρή συνέπεια. 
Η αναδιάταξη ή ακόμη και η ανατρεπτική μεταδόμηση ενός συστήματος δεν αρκεί, εφόσον δεν θίγεται η γενική σχέση μέσω της οποίας η συστημική εσωτερικότητα υποτάσσει την εξωτερικότητα. 
Σε μια τέτοια περίπτωση, τα γνωρίσματα που οδήγησαν το σύστημα σε καταστροφικό ιστορικό συμβάν διατηρούνται κάτω από νέες μορφές. 
Η σημερινή ιστορική συγκυρία καθιστά αυτή τη δυνατότητα υπερθετικά επικίνδυνη, επειδή τα ανθρώπινα συστήματα φέρουν πλέον την καταστροφική δυνατότητα σε κλίμακα συνολική.
2. Οι κοινωνικές επιστήμες και το ανεκπλήρωτο αίτημα της θεμελίωσης.
Πριν προσδιοριστεί οποιαδήποτε θέση απέναντι στο περιεχόμενο των κοινωνικών επιστημών, προηγείται ένα αυστηρότερο ερώτημα. 
Είναι πράγματι σήμερα επιστήμες; 
Η απάντηση που υποστηρίζεται εδώ είναι αρνητική. 
Η άρνηση αυτή δεν σημαίνει ούτε προκαθορισμό του μέλλοντός τους ούτε ισοπέδωση όλων των επιμέρους προσπαθειών. 
Σημαίνει, απλώς, ότι το πεδίο τους δεν έχει ακόμη αποκτήσει εκείνο το επίπεδο εννοιολογικής και μεθοδολογικής αυστηρότητας που θα επέτρεπε τη χρήση του όρου «επιστήμη» με ισχυρή έννοια.

Η έννοια που πιθανότατα θα βρεθεί στον πυρήνα μιας μελλοντικής θεμελίωσης είναι η έννοια της δύναμης-αλληλεπίδρασης. 

Οι μεγάλες θεωρίες της κοινωνίας, από την αρχαιότητα έως τη μαρξική και τη νεωτερική κοινωνιολογική παράδοση, περιστρέφονται γύρω από αυτήν χωρίς να έχουν κατορθώσει να την ορίσουν με την ακρίβεια που πέτυχε η νεότερη φυσική στις δικές της θεμελιακές περιοχές. 
Το γεγονός αυτό δεν σημαίνει ότι οι κοινωνικές θεωρίες είναι άνευ αξίας. 
Σημαίνει ότι παραμένουν, σε αποφασιστικό βαθμό, σε προθεμελιωτικό στάδιο.
Το χάσμα γίνεται ορατό όταν συγκριθεί το κοινωνικό πεδίο με τη φυσική επιστήμη. 
Η φυσική συγκρότησε μια αυστηρή έννοια δύναμης, αλληλεπίδρασης και πεδίου, έστω μέσα σε ανοιχτές ακόμα θεωρητικές συγκρούσεις ως προς την ενοποίηση των θεμελιωδών αλληλεπιδράσεων. 
Αντίθετα, στις κοινωνικές επιστήμες η «δύναμη», η «ισχύς», η «εργατική δύναμη» και οι συναφείς όροι λειτουργούν συχνά ως νεφελώδεις σημασιακές περιοχές, όχι ως αυστηρά θεμελιωμένες έννοιες.
Εδώ βρίσκεται και η σημασία του διαλεκτικού υλισμού. 
Υπήρξε η μόνη απόπειρα οικοδόμησης καθολικού, ρωμαλέου επιστημονικού κόσμου ικανού να συνδέσει κοινωνία, ιστορία και οντολογία. 
Όμως το εγχείρημα αυτό συνάντησε σοβαρά όρια, τόσο στο κοσμολογικό επίπεδο όσο και στην πολιτική οικονομία. 
Η συμβολή του Λένιν στο Υλισμός και εμπειριοκριτικισμός υπήρξε αποφασιστική ως πολεμική απέναντι στον ιδεαλισμό και τον υποκειμενισμό, αλλά το γεγονός αυτό δεν αρκεί για να κλείσει οριστικά τα ερωτήματα που άνοιξαν η μεταγενέστερη φυσική και οι μετασχηματισμοί του ίδιου του καπιταλισμού.
Η έννοια της δύναμης-αλληλεπίδρασης λείπει, συνεπώς, όχι ως λέξη αλλά ως μετρήσιμος και θεμελιωμένος καθορισμός. 
Αυτό ακριβώς επιτρέπει στις αστικές θεωρίες να κατασκευάζουν σοφιστικές περιγραφές της κοινωνικής ισχύος και της αξίας, ενώ επιτρέπει ταυτόχρονα και στον μαρξισμό να επαναπαύεται σε σχετικές νίκες εναντίον θεωριών τόσο αδύναμων, ώστε η κατάρριψή τους να μη συνεπάγεται αναγκαία πρόοδο της δικής του θεωρητικής βάσης.
3. Η υπόσταση και η κακοποίηση της νεότερης μεταφυσικής.
Η έννοια της υπόστασης κατέχει κεντρική θέση στη νεότερη φιλοσοφία, επειδή ακριβώς βρίσκεται στο σημείο διασταύρωσης του νοητικού και του πραγματικού. 
Η σημασία της δεν είναι απλώς λογική. 
Είναι οντολογική και πρακτική. 
Στη γερμανική ιδεαλιστική παράδοση, η ερμηνεία της υπόστασης καθορίζεται αποφασιστικά από την προτεραιότητα του υποκειμενικού-νοητικού στοιχείου. 
Αυτό παρήγαγε μεγάλα θεωρητικά αποτελέσματα, αλλά και σοβαρές ερμηνευτικές στρεβλώσεις.
Η περίπτωση του Σπινόζα είναι ενδεικτική. 
Στον Σπινόζα, η υπόσταση δεν είναι απλώς αντικείμενο εξωτερικής εξέτασης της διάνοιας. 
Δεν είναι μια ουσία που αποκτά εννοητότητα μόνο μέσω εξωτερικής διανοητικής πρόσληψης. 
Είναι η ίδια το ον καθαυτό, το οποίο εκφράζεται σε κατηγορήματα και τρόπους χωρίς η τροπικότητα να συνιστά κατώτερο οντολογικό επίπεδο. 
Η εγελιανή απορρόφηση του σπινοζικού σχήματος μέσα στην κίνηση της έννοιας συχνά αλλοιώνει αυτή την οριζόντια εκφραστική ολότητα.
Η ερμηνευτική βία γίνεται ιδιαίτερα εμφανής όταν η νοητική πρόσληψη της υπόστασης μετασχηματίζεται σε αποκλειστικά διανοητικό καθεστώς νοήματος. 
Το αποτέλεσμα είναι να εξαφανίζεται η αντικειμενική πραγματικότητα ως εξω-υποκειμενικό ον. 
Εδώ πρέπει να επιμείνει κανείς. 
Η σπινοζική ενότητα σκέψης και έκτασης δεν συνεπάγεται νοητικοποίηση του όντος. 
Συνεπάγεται, αντιθέτως, μια μη ιεραρχική πολλαπλότητα τρόπων έκφρασης της ίδιας υποστασιακής καθολικότητας. 
*
4. Η αφαίρεση και το ψευδο-συγκεκριμένο.
Η κριτική του αφηρημένου δεν οδηγεί αναγκαστικά σε αληθινό συγκεκριμένο. 
Αυτό είναι το πρώτο που πρέπει να αποσαφηνιστεί. 
Η αφαίρεση δεν αίρεται ούτε με την παραμονή στην αφηρημένη καθολικότητα ούτε με μια βίαιη στροφή προς το αδιαμεσολάβητο «πράγμα». 
Το συγκεκριμένο δεν είναι ό,τι αντιτίθεται ακαριαία στην αφαίρεση, αλλά εκείνο που την έχει ήδη διαπεράσει και υπερβεί.
Στη σύγχρονη φιλοσοφική και πολιτική γλώσσα, ο όρος «συγκεκριμένο» χρησιμοποιείται συχνά ως πολεμικό όπλο κατά της ίδιας της θεωρίας. 
Κάθε αναφορά στην πράξη, στο άμεσο, στην πραγματικότητα, λειτουργεί σαν εκπυρσοκρότηση εναντίον της διαλεκτικής διαμεσολάβησης. 
Έτσι, το συγκεκριμένο εξοντώνεται ακριβώς στο όνομά του. 
Από τη μία πλευρά, οι υπερασπιστές της αφηρημένης καθολικότητας απορρίπτουν κάθε κριτική της. 
Από την άλλη, οι αντι-οικουμενισμοί, παλαιοί ή νέοι, ανακηρύσσουν ως συγκεκριμένο κάθε αδιαμεσολάβητη ταυτότητα.
Το παράδειγμα του χρήματος είναι αποκαλυπτικό. 
Η διαλεκτική κριτική της αφαιρετικής οικουμενικότητας του χρήματος μπορεί να πολεμηθεί τόσο από τον φιλελεύθερο υπερασπιστή της αφηρημένης ανταλλακτικότητας όσο και από τον αντιδραστικό εχθρό κάθε οικουμενικότητας. 
Έτσι δημιουργείται η παράδοξη σκηνή όπου δύο αντίπαλοι φασισμοί τρέφονται από το ίδιο κέντρο σύγκρουσης: την αφαίρεση και την άρση της.
*
5. Ένταση, ισχύς και η ιδιαιτερότητα του εμβίου.
Η ισχύς μιας αφηρημένης μονάδας ύπαρξης δεν μπορεί να νοηθεί αποκλειστικά με φυσικομηχανικούς όρους. 
Η έντασή της εκφράζει την εσωτερική ενότητα ποσοτικού μεγέθους και ιδιαίτερων ποιοτικών προσδιορισμών. 
Αυτό ισχύει κατεξοχήν όταν περνάμε από τον τυπικά μη έμβιο στο έμβιο πεδίο.
Στο έμβιο, ορισμένοι ποιοτικοί καθορισμοί αυτονoμούνται και αποκτούν επιτελεστική σημασία που δεν έχουν, τουλάχιστον με τον ίδιο τρόπο, στον μη έμβιο κόσμο. 
Η εντατικοποίηση ενός τέτοιου στοιχείου δεν είναι απλή αύξηση μιας ιδιότητας. 
Είναι αυτο-ενεργοποίηση. 
Αυτό σημαίνει ότι το έμβιο μπορεί να υπάρξει ως σχετική αυτονόμηση στοιχείων της γενικής ουσίας των πραγμάτων.
Από εδώ αρχίζει να αποκτά κεντρική σημασία η ετεροκαταστροφική ικανότητα. 
Πολλά έμβια όντα εξαρτούν την αυτοσυντήρησή τους από την καταστροφή άλλων έμβιων όντων. 
Στον άνθρωπο, όμως, αυτή η δυνατότητα συνδυάζεται με τη νοητική ικανότητα και με την παραγωγή εργαλείων. 
Το αποτέλεσμα είναι η δυνατότητα όχι μόνο καταστροφής, αλλά και συστηματικής άντλησης αλλότριας ζωϊκής ενέργειας μέσω καθυπόταξης, οικειοποίησης σκοπού και ιδιοποίησης προϊόντος. 
Η εξημέρωση, η δουλεία, η εκμετάλλευση και η πειθαρχική βία αποτελούν εκφράσεις αυτής της ενότητας.
Ο άνθρωπος, υπό αυτή την έννοια, είναι το μόνο έμβιο που στρέφεται συστηματικά εναντίον των ομοειδών του όχι απλώς για επιβίωση, αλλά για εκμετάλλευση, οργάνωση κυριαρχίας και καθολικοποίηση της άντλησης. 
Στην καπιταλιστική εποχή, η τάση αυτή γενικεύεται και εκλεπτύνεται. 
Ο καπιταλισμός δεν είναι απλώς οικονομικό σύστημα. 
Είναι η καθολική μορφή ετεροφαγίας, ετεροάντλησης και ετεροκαταστροφής.
6. Υπερίσχυση και το ειδικό στοιχείο της ισχύος.
Η ανθρώπινη υπερίσχυση είναι η εντατική όψη αγώνων που έχουν ως επίκεντρο τη δύναμη. 
Η ένταση, εδώ, δεν είναι απλώς αύξηση ποσότητας. 
Είναι η ενότητα μεγέθους και ειδικού στοιχείου το οποίο, μολονότι δεν εξαντλεί την ουσία της μορφής, καθίσταται αποφασιστικό για τη λειτουργία της.
Η υπερίσχυση δεν είναι ένας οποιοσδήποτε δείκτης αποτελέσματος. 
Σε ορισμένα κοινωνικά συστήματα, η ισχύς τείνει να αυτονoμείται και να αποκτά κανονιστική πρωτοκαθεδρία. 
Αυτό γίνεται ιδίως αισθητό στις ταξικές κοινωνίες, όπου η κυρίαρχη τάξη δεν είναι απλώς οικονομικός μηχανισμός άντλησης υπερ-εργασίας, αλλά ειδικό σώμα κυριαρχίας που διοικεί το συνολικό σώμα της κοινωνίας.
Η αρχέγονη ανάδυση της άρχουσας τάξης δεν μπορεί να αποσπαστεί από τη συνύφανσή της με τον πόλεμο και τη θρησκεία. 
Η πολεμική αριστοκρατία και το ιερατικό στοιχείο δεν αποτελούν δευτερεύουσες συνοδείες της ταξικής εξουσίας. 
Αποτελούν καταστατικές μορφές της.
*
7. Η μετάβαση από την αταξική πολυπλοκότητα στην ταξική απλότητα.
Το πρώτο μεγάλο παράδοξο στη μελέτη των πρωταρχικών κοινοτήτων είναι ότι η έξοδος από την ιερή πολυπλοκότητα της αταξικής κοινωνίας προς τη χυδαία απλότητα της ταξικής κοινωνίας δεν μπορεί να εξηγηθεί με απλοϊκά σχήματα προόδου. 
Αν ο ερευνητής εγκαταλείψει την προοδευτική αλαζονεία, έρχεται αντιμέτωπος με την ανάγκη να εξηγήσει πώς μια σύνθετη κοινωνικο-συμβολική ολότητα αποσυντέθηκε σε χωριστές, ιεραρχικές και σχετικά απλούστερες δομές.
Το πρόβλημα δεν τελειώνει στη μεταβατική φάση. 
Πρέπει επίσης να εξηγηθεί πώς η ταξική κοινωνία, μολονότι χυδαία και απλουστευτική ως προς τη βασική της αρχή, διατηρεί και αυτή μορφές διαμεσολαβητικής πολυπλοκότητας. 
Εδώ εμφανίζεται η υπόθεση ότι το υπερ-διαμεσολαβητικό στοιχείο ίσως αποτελεί τον αληθινό φορέα επιβίωσης της αρχέγονης κοινοτικής ευγένειας μέσα στη μακρά ιστορία των ταξικών κοινωνιών.
Αν αυτό ισχύει, τότε και ο ίδιος ο όρος «κομμουνισμός» καθίσταται προβληματικός, όχι επειδή είναι ψευδής, αλλά επειδή ίσως φέρει ακόμη τη σφραγίδα της ιστορικής απλούστευσης που θέλει να υπερβεί. Το ερώτημα τότε μετασχηματίζεται. 
Υπάρχει μια δι-ιστορική διαλεκτική που να εξηγεί μαζί τόσο την κοινοτική πολυπλοκότητα όσο και την ταξική απλότητα; Και αν υπάρχει, γιατί ο αναγκαίος δρόμος της ανθρωπότητας πήρε τη μορφή του χειρότερου δυνατού περάσματος;
Η νεωτερική μετάβαση προς αταξικές μορφές δεν επαναλαμβάνει συμμετρικά την πρώτη ιστορική μετάβαση. 
Η φορά είναι αντίστροφη. 
Στην πρώτη περίπτωση έχουμε μετάβαση από πολυπλοκότητα σε χωριστή απλότητα. 
Στη δεύτερη, η δυνατότητα μετάβασης βρίσκεται στην κίνηση από τη χωριστή δομικότητα προς μια νέα, ριζική ολότητα αδιαχώριστου χαρακτήρα. 
Αυτή ακριβώς η συνειδητοποίηση μπορεί να λειτουργήσει ως πολιτικός οδηγός.
*
8. Η οιονεί δυστυχισμένη συνείδηση των ταξικών κοινωνιών.
Οι ταξικές κοινωνίες παράγουν μια ιδιότυπη μορφή δυστυχισμένης συνείδησης, όχι μόνο στο επίπεδο του ατόμου αλλά και στο επίπεδο της κοινωνικής υπόστασης. 
Από αυτήν εκπορεύεται μια τεράστια επικράτεια φαινομένων που εκτείνεται στα όρια ενός σώματος κυριαρχίας και ενός διανοητικού μηχανισμού ο οποίος, μολονότι φαινομενικά απεριόριστος, είναι γεμάτος όρια ως προς τη σύλληψη του κοινωνικο-φυσικού και κοινωνικο-ψυχικού όντος.
Σε αντίθεση με τις πρωταρχικές κοινότητες, όπου οι κρίσεις μπορούσαν να επανενταχθούν σε ένα κοινό παραληρηματικό και συμβολικό συνεχές χωρίς πλήρη διάρρηξη της κοινωνιο-ψυχικής συνοχής, οι ταξικές κοινωνίες απαντούν στη διάσπαση με περαιτέρω διάσπαση. 
Διαχωρίζουν το ήδη διαχωρισμένο, θεραπεύουν οξύνοντας, οργανώνουν την παθολογία ως θεσμό.
Έτσι προκύπτει ολόκληρο φάσμα «παροξυντικών θεραπειών»: οικονομικών, βιολογικών, ψυχιατρικών, στρατιωτικοπολιτικών. 
Μέθοδοι που θα μπορούσαν να είναι ουδέτερες μετατρέπονται σε τεχνικές κυριαρχίας, επειδή υπηρετούν την κορύφωση του διαχωρισμού. 
Όπου δεν υπάρχει ενιαίος Λόγος των λόγων, ενιαίος χώρος των χώρων και ενιαίος χρόνος των χρόνων, απομένει ως μοναδικός θεσμοποιημένος τρόπος ικανοποίησης της ανάγκης η ίδια η επιτάχυνση του διαχωρισμού.
 
9. Το σώμα κυριαρχίας και το κράτος
Το σώμα κυριαρχίας δεν ταυτίζεται χωρίς υπόλοιπο με το κράτος. 
Η έννοια του κράτους προϋποθέτει ορισμένο επίπεδο αυτονόμησης του διοικητικού μηχανισμού από την κοινωνία, καθώς και ειδική οργάνωσή του γύρω από τη διαχείριση και καθυπόταξη της εργασιακής δύναμης. 
Δεν αρκεί, συνεπώς, κάθε μορφή εξουσίας για να μιλήσουμε για κρατικότητα.
Το κράτος εμφανίζεται εκεί όπου η εργασία έχει ήδη διασπαστεί σε δύναμη-δυνατότητα και ενέργεια-πράξη, και όπου ο εργαζόμενος έχει αποστερηθεί σε ικανό βαθμό τους αντικειμενικούς όρους της παραγωγής του. 
Χωρίς τέτοιες μορφές αποστέρησης, μπορεί να υπάρχει ληστρική, πολεμική ή ιερατική εξουσία, όχι όμως ακόμη κράτος με πλήρη έννοια.
Το σώμα κυριαρχίας είναι ευρύτερη έννοια. 
Περιλαμβάνει τη βία, τη δολοφονική θεωρία, την επιτελεστική αγριότητα και την πρωτογενή αυτοεπιβεβαίωση της εξουσίας. 
Η κρατικότητα δεν αναιρεί αυτό το σώμα. 
Το εξορθολογίζει, το οργανώνει και το παρατείνει. 
Γι’ αυτό, σε περιόδους συντριπτικής κρατικής επικράτησης, το σώμα κυριαρχίας μπορεί να επιστρέφει ως μύθος ανατροπής, επανάστασης ή ακόμη και αντιδραστικής αντεπανάστασης με αυθεντικά επαναστατικά γνωρίσματα.
10. Η εργασιακή δύναμη και η αποξένωση της ουσίας.
Η εργασιακή δύναμη γίνεται ιστορικά ορατή όταν η εργασία διαχωρίζεται από τους αντικειμενικούς όρους της ουσίας της. 
Το ίδιο ισχύει για τη σωματικότητα του ανθρώπινου υποκειμένου. 
Η ουσία εμφανίζεται ως «ξέχωρη» όταν ο φορέας της έχει αποκοπεί από την αντικειμενική εξωτερικότητα που τη συναποτελεί. 
Η κατεξοχήν ιστορική μορφή αυτής της διαδικασίας είναι η εργατική τάξη μέσα στον καπιταλισμό.
Απέναντι στις ρομαντικές καταγγελίες της βιομηχανικής εργατικής τάξης ως έκπτωσης της ανθρωπινότητας, η επαναστατική θεωρία προτείνει το αντίθετο. 
Η καθολική αποστέρηση δεν είναι μόνο απώλεια. 
Είναι και το σημείο από το οποίο καθίσταται δυνατή η καθολική επανάκτηση. 
Η εργατική τάξη, ως φορέας της γενικής αποξένωσης, είναι ταυτόχρονα το μόνο υποκειμενικό σώμα που δύναται να επανενωθεί με την ολότητα της παραγωγής και να την αναδιατάξει.
Το σύνθημα «Κάτω το σύστημα της μισθωτής εργασίας» συμπυκνώνει αυτή τη διττή άρση. 
Δεν σημαίνει απλώς κατάργηση της ιδιωτικής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής. 
Σημαίνει επίσης άρση της εμπορευματοποίησης της εργατικής δύναμης και, μαζί της, άρση του υποκειμενισμού ως φιλοσοφικού συστήματος που ιεροποιεί την αποκοπή του υποκειμένου από τους αντικειμενικούς όρους της ουσίας του.
Η αποξένωση αυτή έχει δύο μορφές. 
Πρώτον, την ύπαρξη της εργατικής δύναμης ως εμπορεύματος. 
Δεύτερον, την αποστέρηση του εργαζομένου από τα υλικά μέσα παραγωγής. 
Οι δύο μορφές δεν είναι παράλληλες. 
Είναι εκδηλώσεις της ίδιας ιστορικής ουσίας, δηλαδή του πλήρους διαχωρισμού της εργασιακής υποκειμενικότητας από τον αντικειμενικό της εαυτό.
11. Η άρση των κοινωνικών διαχωρισμών και ο συγκεκριμένος κομμουνισμός.
Η κατάργηση των κοινωνικών διαχωρισμών δεν επιτυγχάνεται με μια απλή, αφηρημένη γενική δύναμη. Ούτε η παραγωγική κοινωνικοποίηση, λαμβανόμενη αφηρημένα, αρκεί. 
Η κοινωνικοποιητική δύναμη των εργαζομένων αίρει τους διαχωρισμούς μόνο όταν υπάγει σε άμεση παραγωγική διεργασία κάθε μορφή αφαίρεσης, συμπεριλαμβανομένης της ίδιας της αφηρημένης κοινωνικοποιητικής δύναμης.
Το ίδιο ισχύει για την ανταλλαγή και την κατανομή. 
Δεν καταργούνται απλώς επειδή γενικεύονται υπό κοινωνικό έλεγχο. 
Αίρονται μόνο όταν η αφηρημένη άρνησή τους μετασχηματίζεται σε συγκεκριμένη άρση. 
Με άλλα λόγια, όταν η αφηρημένη κοινωνική παραγωγή παύει να υφίσταται ως αφηρημένη και υποτάσσεται στα συγκεκριμένα στοιχεία και στους πραγματικούς επιμερισμούς της.
Γι’ αυτό ο κεντρικός σχεδιασμός, ως αφηρημένη αρχή επανάκτησης των χαοτικών διεργασιών της αγοράς, δεν είναι τίποτε αν δεν στηριχθεί άμεσα στον συγκεκριμένο κομμουνισμό των ενικοτήτων της παραγωγής. 
Ο κομμουνισμός δεν μπορεί να παραπεμφθεί στο απώτατο μέλλον ως τελικό κανονιστικό ιδεώδες. Οφείλει να αρχίζει από τώρα, μέσα στους ίδιους τους ποιοτικούς τόπους της κοινωνικής παραγωγής, αλλιώς εκφυλίζεται σε νέα αφηρημένη κυριαρχία.

Ενδεικτικές παραπομπές

  1. Stanford Encyclopedia of Philosophy, «Hegel’s Dialectics»
    https://plato.stanford.edu/entries/hegel-dialectics/
  2. Internet Encyclopedia of Philosophy, «Philosophy of Social Science»
    https://iep.utm.edu/soc-sci/
  3. Stanford Encyclopedia of Philosophy, «Baruch Spinoza»
    https://plato.stanford.edu/entries/spinoza/
  4. Internet Encyclopedia of Philosophy, «Benedict De Spinoza (1632—1677)»
    https://iep.utm.edu/spinoza/
  5. Stanford Encyclopedia of Philosophy, «Georg Wilhelm Friedrich Hegel»
    https://plato.stanford.edu/entries/hegel/
  6. Stanford Encyclopedia of Philosophy, «Karl Marx»
    https://plato.stanford.edu/entries/marx/
  7. Encyclopaedia Britannica, «Dialectical Materialism»
    https://www.britannica.com/topic/dialectical-materialism
  8. Marxists Internet Archive, Lenin, Materialism and Empirio-Criticism
    https://www.marxists.org/archive/lenin/works/1908/mec/
  9. Encyclopaedia Britannica, «Dialectic»
    https://www.britannica.com/topic/dialectic-logic

Τρίτη 24 Μαρτίου 2026

Κυριαρχία, Υπερπροϊόν και Οντολογική Ξένωση. Προς μια κριτική της γενετικής δομής της ταξικής κοινωνίας / Ιωάννης Τζανάκος

Κυριαρχία, Υπερπροϊόν και Οντολογική Ξένωση.
Προς μια κριτική της γενετικής δομής της ταξικής κοινωνίας
Ιωάννης Τζανάκος
*
Περίληψη: Το παρόν δοκίμιο αμφισβητεί την ιστορικο-υλιστική θέση του Engels κατά την οποία η ανάπτυξη της παραγωγής και ο καταμερισμός της εργασίας αποτελούν την πρωταρχική αιτία ανάδυσης της ταξικής κοινωνίας.
Προτείνουμε αντ' αυτής ότι η θεμελιακή γενετική δομή της Κυριαρχίας είναι η οντολογική αυτονόμηση της εργασίας/παραγωγής ως ιδιαίτερου ενεργεία, η οποία συγκροτεί και φέρει μαζί της ταυτόχρονα - και όχι ακολουθιακά - το πλεόνασμα, την ιεραρχία και την ξένωση.
Ο καπιταλισμός και το γραφειοκρατικό σύστημα ερμηνεύονται ως κορύφωση αυτής της διεργασίας στην πλέον αφαιρετική μορφή της.
Η ανάλυση τελειώνει με τον εσωτερικό διχασμό του μισθωτού υποκειμένου ως αντικειμενική, και όχι ψυχολογική, έκφραση της κοινωνικής αυτής ξένωσης.
Ι. Το Ερώτημα και το Σφάλμα του Ενγκελς.
Ένα από τα πιο επίμονα ερωτήματα της κριτικής κοινωνικής θεωρίας αφορά τη χρονολογική και αιτιακή σχέση μεταξύ παραγωγικής ανάπτυξης και ταξικής κοινωνίας: τι ήρθε πρώτο, και τι γεννά τι;
Η κυρίαρχη μαρξιστική απάντηση, διατυπωμένη με τον πλέον συστηματικό τρόπο από τον Friedrich Engels στο «Η Καταγωγή της Οικογένειας, της Ιδιωτικής Ιδιοκτησίας και του Κράτους» (1884), ακολουθεί μια σαφή ιστορικο-υλιστική ακολουθία: η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων οδηγεί στον καταμερισμό της εργασίας, ο καταμερισμός παράγει πλεόνασμα, και το πλεόνασμα δημιουργεί τις συνθήκες για την κοινωνική ανισότητα και τελικά για το κράτος.¹
Το παρόν δοκίμιο αμφισβητεί αυτή την ακολουθία όχι ως ιστορικά ανακριβή - καθώς τα εμπειρικά δεδομένα δεν είναι αδιαμφισβήτητα - αλλά ως οντολογικά ανεπαρκή.
Το πρόβλημα δεν είναι ότι ο Engels λέει ψέματα, αλλά ότι παραλείπει το βαθύτερο επίπεδο της γενετικής δομής: δεν ρωτά ποια είναι η οντολογική συνθήκη που καθιστά εφικτή αυτή την ακολουθία εξ αρχής.
Διότι ακόμη κι αν δεχτούμε την ακολουθία του, παραμένει το ερώτημα: γιατί κάποιος θα επιθυμούσε να παράγει πέρα από τις άμεσες ανάγκες, αν δεν υπήρχε ήδη μια σχέση πίεσης ή πόλωσης μέσα στο ίδιο το πεδίο της παραγωγής;
Ι.α. Η κυκλικότητα της Ενγκελσιανής ακολουθίας
Η ακολουθία «ανάπτυξη → πλεόνασμα → ταξική κοινωνία» εμπεριέχει μια λανθάνουσα κυκλικότητα: προϋποθέτει ήδη ένα υποκείμενο κινητοποιημένο προς την υπερπαραγωγή, δηλαδή ένα υποκείμενο που ήδη λειτουργεί μέσα σε ένα πλαίσιο όπου η εργασία έχει αποκοπεί από την άμεση χρήση και έχει αναχθεί σε αφηρημένη παραγωγική δραστηριότητα.
Ο Gordon Childe, από την πλευρά της αρχαιολογικής ανθρωπολογίας, παρατηρεί ότι οι πρώτες ενδείξεις συγκέντρωσης υπερπροϊόντος συνοδεύονται πάντοτε από ενδείξεις τελετουργικής και ιερατικής εξουσίας - που σημαίνει ότι η δομή εξουσίας δεν ακολουθεί το πλεόνασμα, αλλά συνυπάρχει μαζί του από την αρχή.²
ΙΙ. Η Ανάδυση του Ενεργεία ως Αυτοτελούς Πεδίου.
Η κεντρική θέση αυτού του δοκιμίου είναι η εξής: αυτό που κάνει εφικτή τόσο την παραγωγή υπερπροϊόντος όσο και την ανάδυση της ταξικής εκμετάλλευσης δεν είναι η ποσοτική αύξηση της παραγωγής, αλλά η οντολογική μετασχηματιστική κίνηση κατά την οποία η εργασία/παραγωγή αναδύεται ως ένα διακριτό, αυτοτελές ενεργεία - αποκομμένο από τον κύκλο της άμεσης ανθρώπινης αναπαραγωγής και συγκροτημένο ως ιδιαίτερο πεδίο.
Χρησιμοποιούμε εδώ την αριστοτελική διάκριση μεταξύ ενεργεία (actuality, πλήρης πραγμάτωση) και δυνάμει (potentiality, δυνατότητα που αναμένει πραγμάτωση) όχι ως παραπομπή σε μια υπερ-ιστορική οντολογία, αλλά ως αναλυτικό εργαλείο για να περιγράψουμε μια συγκεκριμένη ιστορική και κοινωνική κίνηση.³
Η εργασία ως ενεργεία δηλώνει μια εργασία που έχει πια δική της εσωτερική λογική, δικούς της σκοπούς, δικό της ρυθμό και μέτρο - που δεν εξαντλείται στην παραγωγή αξιών χρήσης για άμεση κατανάλωση.
ΙΙ.α. Το Ιστορικο-ανθρωπολογικό Πλαίσιο.
Η ανθρωπολογία της νεολιθικής μετάβασης, και ιδίως η έρευνα γύρω από τις πρώτες μεγάλης κλίμακας τελετουργικές κατασκευές - όπως αυτή του Göbekli Tepe στην Ανατολή (περ. 9500-8000 π.Χ.) - δείχνει κάτι εντυπωσιακό: μεγάλης κλίμακας οργανωμένη εργασία που συμβαίνει πριν από τη γεωργική οικονομία και πριν από το πλεόνασμα υπό τη στενή έννοια.⁴
Αυτό θέτει υπό αμφισβήτηση κάθε τελεολογική ακολουθία.
Η εργασία ως αυτοτελές ενεργεία - ως κινητοποιημένη, οργανωμένη, ιεραρχικά κατευθυνόμενη δραστηριότητα - εμφανίζεται ήδη στον ορίζοντα της τελετουργικής λατρείας και της θρησκευτικής εξουσίας.
Ο David Graeber και ο David Wengrow, στο «The Dawn of Everything» (2021), αναπτύσσουν μια παρεμφερή κριτική της «αναπτυξιοκεντρικής» αφήγησης της ανθρώπινης ιστορίας, επισημαίνοντας ότι η πολιτική συνείδηση και οι δομές εξουσίας δεν ακολουθούν γραμμικά την οικονομική πολυπλοκότητα.⁵
Αυτό που εμείς προσθέτουμε σε αυτή την κριτική είναι η οντολογική διάσταση: δεν αρκεί να πούμε ότι η πολιτική δεν ακολουθεί την οικονομία - πρέπει να κατανοήσουμε γιατί η ίδια η οικονομική δραστηριότητα μετασχηματίζεται οντολογικά καθώς γίνεται πεδίο Κυριαρχίας.
ΙΙΙ. Κυριαρχία ως Οντολογική Δομή.
Η Κυριαρχία, υπό την ευρεία ιστορική της έννοια, δεν είναι απλώς μια σχέση εξαναγκασμού - η άσκηση φυσικής βίας ή η απειλή της.
Είναι, βαθύτερα, η κατάληψη και ο έλεγχος του ενεργεία της παραγωγικής διεργασίας.
Με άλλα λόγια: ο κυρίαρχος δεν ελέγχει μόνο τα αποτελέσματα της εργασίας (το πλεόνασμα), αλλά ελέγχει - και αυτό είναι το αποφασιστικό - αυτή την ίδια τη μορφή με την οποία η εργασία συμβαίνει ως κοινωνική πράξη.
Αυτό σημαίνει ότι το πεδίο άσκησης της Κυριαρχίας και το πεδίο ανάδυσής της συμπίπτουν: η Κυριαρχία δεν έρχεται «απ' έξω» για να επιβληθεί σε μια ήδη διαμορφωμένη παραγωγική διεργασία, αλλά συγκροτείται μαζί με αυτήν - μέσα στην ίδια την οντολογική μετατόπιση που κάνει την εργασία να λειτουργεί ως αυτοτελές ενεργεία.
ΙΙΙ.α. Ολιγαρχία ως Στιγμή, όχι ως Αιτία.
Η ιερατική και στρατιωτική ολιγαρχία που εμφανίζεται στις μεταβατικές κοινωνίες δεν είναι η αιτία αυτής της οντολογικής μετατόπισης - είναι η κοινωνική-θεσμική κρυστάλλωσή της. Προηγείται, ως δυνατότητα, ο μετασχηματισμός της εργασίας σε αντικείμενο ελέγχου, και η ολιγαρχία συγκροτείται ως αυτό το συγκεκριμένο υποκείμενο που ορίζεται από τη σχέση ελέγχου και κατοχής αυτού του ενεργεία.
Αυτό αντιστρέφει τη ρητορική πολλών αφηγήσεων: δεν υπάρχει πρώτα μια ολιγαρχία που κατόπιν επιβάλλει την εκμετάλλευση, αλλά η σχέση εκμετάλλευσης - ως οντολογική κατάσταση της παραγωγής - παράγει την ολιγαρχία ως κοινωνική κατηγορία.
Η «πρωτογενής συσσώρευση», για να χρησιμοποιήσουμε τη μαρξιστική ορολογία, δεν είναι μόνο μια ιστορική φάση στην ανάδυση του καπιταλισμού - είναι μια διαρκής δομολειτουργική συνθήκη.⁶
ΙV. Καπιταλισμός και Γραφειοκρατία ως Κορύφωση.
Ο καπιταλισμός και το γραφειοκρατικό σύστημα - το δεύτερο ως συνεκτική διαχειριστική μορφή που διαπερνά τόσο τον φιλελεύθερο-αγοραίο τύπο όσο και τον κρατικο-σοσιαλιστικό - αποτελούν την κορύφωση και ολοκλήρωση αυτής της οντολογικής διεργασίας στην πλέον αφαιρετική και αυτόνομη μορφή της.
Αυτό που διακρίνει τον καπιταλισμό από παλαιότερες μορφές εκμετάλλευσης δεν είναι απλώς η κλίμακα ή η έκταση, αλλά το γεγονός ότι σε αυτόν η αφαιρετική μορφή της Κυριαρχίας επί του ενεργεία της παραγωγής συμπίπτει με την ίδια την αφαιρετική της φύση.
Με άλλα λόγια: ο καπιταλισμός δεν χρειάζεται πια έναν προσωπικό κυρίαρχο για να λειτουργεί - η Κυριαρχία έχει ενσωματωθεί στη δομή της αγοράς, στον μηχανισμό του ανταγωνισμού, στη λογική της κεφαλαιοποίησης.
Ο Moishe Postone ανέπτυξε μια παρεμφερή ανάλυση, επισημαίνοντας ότι ο Marx δεν κριτικάρει απλώς την καπιταλιστική κατανομή αλλά την ίδια τη μορφή της αφηρημένης εργασίας ως θεμελιακή κοινωνική κατηγορία.⁷
Αυτό που εμείς προσθέτουμε είναι η ιστορική-γενετική διάσταση: αυτή η αφηρημένη εργασία δεν εφευρέθηκε με τον καπιταλισμό - ο καπιταλισμός είναι η τέλεια (εντελής) μορφή μιας πολύ παλαιότερης οντολογικής κίνησης.
V. Η Διαίρεση Ενεργεία/Δυνάμει και η «Εργατική Δύναμη».
Ο Marx εισάγει τη διάκριση μεταξύ εργασίας (labour) και εργατικής δύναμης (labour-power) ως κεντρικό αναλυτικό εργαλείο για να εξηγήσει τον καπιταλιστικό εκμεταλλευτικό μηχανισμό: ο εργαζόμενος πουλά εργατική δύναμη (δυνάμει), αλλά το κεφάλαιο αγοράζει ενεργεία - δηλαδή τη χρήση αυτής της δύναμης για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο από αυτό που απαιτείται για την αναπαραγωγή της.⁸
Αυτή η διάκριση, ωστόσο, δεν είναι εφεύρεση του καπιταλισμού - είναι η αποκρυστάλλωσή της σε ένα νομικά κατοχυρωμένο και αγοραίο-εμπορευματικό πλαίσιο.
Στις προ-καπιταλιστικές ολιγαρχικές κοινωνίες, η ίδια διαίρεση υπάρχει χωρίς να χρειάζεται να λάβει τη μορφή εμπορεύματος:
η εργατική δύναμη είναι το «staff» της ολοκληρωτικής διοίκησης, το εργατικό σώμα του βασιλείου, η υπηρεσία της κοινότητας προς το ιερατείο.
Η κοινωνική οντολογική παραγωγή του δυνάμει ως μόνον δυνάμει - δηλαδή ως απλής δυνατότητας που δεν ολοκληρώνεται ποτέ στο ενεργεία της ίδιας παρά μόνο υπό καθεστώς εξωτερικής Κυριαρχίας - είναι η βαθύτερη αφηρημένη δομή που διαπερνά όλες τις ιστορικές μορφές εκμετάλλευσης, από τη δουλεία ώς τον μισθωτό.
VΙ. Ο Μισθός ως Συνδετικός Κρίκος και η Δομή του Διχασμένου Υποκειμένου.
Στο καπιταλιστικό/γραφειοκρατικό σύστημα, ο μισθός επιτελεί μια μοναδική - και βαθιά παράδοξη - λειτουργία: είναι ο μοναδικός υλικός συνδετικός κρίκος που σχετίζει το υποκείμενο ως φορέα της εργατικής δύναμής του με το ανόργανο σώμα της εργασίας του.
Ο μισθός αποδίδει στον εργαζόμενο μια συμμετοχή σε ένα μέρος της ολότητας των προϊόντων της κοινωνικής εργασίας/παραγωγής, αλλά αυτή η συμμετοχή είναι ακριβώς αυτή: μια μερική, αφηρημένη, εξωτερική σχέση με το προϊόν που ο ίδιος ο εργαζόμενος συνέβαλε να παραχθεί.
Αυτή η δομή παράγει αυτό που μπορούμε να ονομάσουμε το διχασμένο υποκείμενο - αλλά πρέπει να τονιστεί ότι πρόκειται για αντικειμενική, οντολογική διαίρεση, και όχι για ψυχολογικό ή υποκειμενικό φαινόμενο.
Το ίδιο πρόσωπο υπάρχει ταυτόχρονα ως:
α) Καταναλωτικό υποκείμενο: ο μισθωτός που αγοράζει αξίες χρήσης στην αγορά, που αντιμετωπίζει τον κόσμο ως σύνολο εμπορευμάτων διαθέσιμων για κατανάλωση, που η ζωή του οργανώνεται γύρω από τον κύκλο κατανάλωσης.
β) Παραγωγικό/εργαζόμενο υποκείμενο: αυτός που λειτουργεί μέσα στην άμεση παραγωγή, ως φορέας εργατικής δύναμης, ως ζωντανή εργασία που ενσωματώνεται σε ένα παραγωγικό σύστημα που δεν ελέγχει.
Αυτές οι δύο μορφές ύπαρξης δεν είναι απλώς ρόλοι που ο ίδιος άνθρωπος «παίζει» σε διαφορετικά πλαίσια.
Είναι δύο οντολογικά ανεξάρτητες ζωές μέσα σε μια - δύο κύκλοι αναπαραγωγής που δεν ανήκουν στο ίδιο υποκείμενο παρά μόνο ανεπαρκώς, διαμέσου του εξωτερικού δεσμού του μισθού.
Ο Georg Lukács, στο «Ιστορία και Ταξική Συνείδηση», περιέγραψε αυτή τη δομή ως «πραγμοποίηση» - τη διαδικασία κατά την οποία οι κοινωνικές σχέσεις λαμβάνουν τη μορφή σχέσεων μεταξύ πραγμάτων.⁹
Εμείς προτείνουμε να οριστεί αυτή η δομή πιο ριζικά ως αντικειμενική κοινωνική ξένωση: ξένωση που δεν προέρχεται από «εσφαλμένη συνείδηση» ή ψευδή υποκειμενικότητα, αλλά από την αντικειμενική, ενσωματωμένη στις ίδιες τις δομές της παραγωγής, αποσύνδεση ανάμεσα στο παραγωγικό υποκείμενο και στο ανόργανο σώμα της εργασίας του.
VII. Συμπεράσματα: Προς μια Κριτική Ανθρωπολογία της Κυριαρχίας.
Η ανάλυση που αναπτύξαμε εδώ οδηγεί σε ορισμένα θεωρητικά συμπεράσματα που έχουν και πρακτικές-πολιτικές συνέπειες.
Πρώτον, η κριτική της Κυριαρχίας δεν μπορεί να εξαντλείται στην κριτική της κατανομής - δηλαδή στο ερώτημα «ποιος παίρνει τι». Πρέπει να ανέβει στο επίπεδο της κριτικής της ίδιας της μορφής της κοινωνικής παραγωγής - του τρόπου με τον οποίο η εργασία συγκροτείται ως αυτοτελές ενεργεία, αποκομμένο από τον κύκλο της άμεσης ανθρώπινης αναπαραγωγής.
Δεύτερον, ο εσωτερικός διχασμός του μισθωτού υποκειμένου δεν είναι «πρόβλημα ταυτότητας» ή ψυχολογική δυσλειτουργία.
Είναι η άμεση βιωμένη έκφραση μιας αντικειμενικής οντολογικής κοινωνικής ξένωσης.
Κατ' αυτή την έννοια, κάθε πολιτική που αρκείται στη «βελτίωση των συνθηκών» χωρίς να αγγίζει την οντολογική δομή της παραγωγής παραμένει εντός του ορίζοντα αυτού που επιδιώκει να υπερβεί.
Τρίτον, η ιστορική-ανθρωπολογική ανάλυση της «στιγμής ανάδυσης» της ιεραρχίας - αυτής της μεταβατικής, σπερματικής κατάστασης όπου η εκμετάλλευση δεν έχει ακόμη παγιωθεί σε θεσμούς - είναι πολύτιμη ακριβώς επειδή αποκαλύπτει τη Κυριαρχία στη γένεσή της, πριν αυτή αυτονομηθεί ως «φυσική τάξη».
Σε αυτή τη στιγμή ανάδυσης, η Κυριαρχία είναι ακόμη ορατή ως κοινωνική σχέση - και άρα ως κάτι που μπορεί να γίνει αντιληπτό και αμφισβητηθεί.
Παραπομπές
[1] Friedrich Engels, The Origin of the Family, Private Property and the State
[2] V. Gordon Childe, Man Makes Himself
[4] Klaus Schmidt, Göbekli Tepe. A Stone Age Sanctuary in South-Eastern Anatolia
εναλλακτικά, για καθαρή βιβλιογραφική σελίδα:
[5] David Graeber and David Wengrow, The Dawn of Everything
[6] Karl Marx, Capital, Volume I, Chapter 26: Primitive Accumulation
[7] Moishe Postone, Time, Labor, and Social Domination
[8] Karl Marx, Capital, Volume I, Chapter 6: The Sale and Purchase of Labour-Power
[9] Georg Lukács, Reification and the Consciousness of the Proletariat
 

Κυριακή 19 Οκτωβρίου 2025

Ο Καταμερισμός της Εργασίας ως Μήτρα της Κυριαρχίας (και η κομμουνιστική εναλλακτική).

Ο Καταμερισμός της Εργασίας ως Μήτρα της Κυριαρχίας.
*
Ο καταμερισμός της εργασίας είναι η πρώτη τεχνολογία της εξουσίας.
Πολύ πριν συγκροτηθεί το κράτος, πολύ πριν εμφανιστεί η ιδιοκτησία, η κοινωνία παρήγαγε ένα μέτρο διακριτότητας, έναν τρόπο να διαχωρίζει ποιος πράττει «καλύτερα», «γρηγορότερα».
Εκεί, στο σημείο που η κοινή δραστηριότητα παύει να είναι αδιαίρετη ροή και γίνεται σύγκριση επιδόσεων, γεννιέται η κυριαρχία.
*
Η λέξη «ικανότητα» είναι ήδη νομιμοποίηση της ανισότητας.
Ο «ικανός» δεν είναι πια ο συμμέτοχος του κοινού έργου στα πλαίσια τής ειδικής κλίσης του, αλλά ο πρώτος κληρικός του πράττειν, ο λειτουργός ενός κανόνα που διαχωρίζει.
Από εκεί εκπορεύεται ο πρώτος Νόμος τής Κυριαρχίας, η δυνατότητα να ορίζεις ποιος είναι ικανός και ποιος όχι.
Αυτή είναι η αρχή κάθε κρατικής λογικής, προτού καν υπάρξει κράτος.
Ο καταμερισμός είναι το αρχαϊκό συμβόλαιο της μέτρησης.
Το έργο δεν είναι πια μία πράξη εντός της κοινότητας, αλλά μια μονάδα σύγκρισης.
Ο καθένας γίνεται μονάδα χρόνου, η ικανότητά του αριθμητικοποιείται.
Έτσι γεννιέται η πρώτη ατομικότητα, όχι ως συνείδηση, αλλά ως αποκοπή.
Ο «ειδικός» είναι εκείνος που έχει ήδη αποκοπεί από το κοινό σώμα και έχει ιδιοποιηθεί ένα τμήμα του κοινού χρόνου.
Ο χρόνος αυτός, ο αποσπασμένος, ο «ιδιωτικός», είναι η πρώτη ιδιοκτησία.
Η ιδιοκτησία του χρόνου προηγείται της ιδιοκτησίας του πράγματος.
Δεν έχουμε ακόμη εμπορεύματα, αλλά έχουμε σύγκριση έργων.
Ο καταμερισμός, λοιπόν, δεν προϋποθέτει την ταξική κοινωνία, την γεννά.
Η πράξη της διάκρισης ικανοτήτων εγκαθιστά ιεραρχικό είναι.
Άλλος είναι ο ρυθμιστής του χρόνου, άλλος ο εκτελεστής.
Ο πρώτος αποκτά πρόσβαση στη σιωπή του Νόμου - την εξουσία να μιλά για τον χρόνο χωρίς να εργάζεται μέσα του.
Ο δεύτερος εγκλωβίζεται στο ρυθμό που άλλος του ορίζει.
Η διαίρεση αυτή, ανάμεσα σε εκείνον που μετρά και σε εκείνον που μετριέται, είναι η μητρική μήτρα όλων των επόμενων θεσμών εξουσίας.
Η κυριαρχία, λοιπόν, δεν εδράζεται αρχικά στην κατοχή πραγμάτων, αλλά στη διακριτότητα του χρόνου.
Από εκεί προκύπτει η δομή του νόμου, της διοίκησης, της οικονομίας, της επιστήμης, ακόμη και της ηθικής.
Ολόκληρος ο δυτικός πολιτισμός είναι η επιμήκυνση αυτής της πρώτης διαίρεσης.
Η κοινότητα που δεν μπορεί πια να πράττει συλλογικά χωρίς να μετρά, είναι ήδη αποικισμένη. Από τη στιγμή που το έργο γίνεται μετρήσιμο, η ελευθερία έχει ήδη παραδοθεί.
Ο καταμερισμός της εργασίας είναι, συνεπώς, η μηχανή παραγωγής υποκειμένων, όχι απλώς ρόλων.
Παράγει εκείνους που έχουν το δικαίωμα να ορίζουν και εκείνους που ορίζονται.
Παράγει τη γλώσσα της ικανότητας, τη γλώσσα της αξιολόγησης, τη γλώσσα της σύγκρισης. Κάθε μορφή εξουσίας θα αναπαραγάγει αργότερα αυτό το αρχαϊκό σχήμα:
Να μετράς το έργο, να διακρίνεις τους ανθρώπους, να κυβερνάς δια του χρόνου.
Η πολιτική, η διοίκηση, η επιστήμη, η τέχνη, όλες οι μορφές γνώσης, θα επαναλάβουν αυτήν την αρχική τελετή διάκρισης.
Από τον πρώτο τεχνίτη έως τον πρώτο στρατηγό, από τον πρώτο γιατρό έως τον πρώτο γραφειοκράτη, ο άνθρωπος καθίσταται φορέας μέτρου, δηλαδή φορέας εξουσίας.
*
Ο καταμερισμός της εργασίας δεν είναι απλώς μια κάθετη πυραμίδα εντολών.
Είναι ένα διπλό πλέγμα, κάθετο και οριζόντιο, ιεραρχικό και διακριτικό, εξουσιαστικό και συγκριτικό.
Αυτή η διπλή τοπολογία συγκροτεί το ολόγραμμα της κυριαρχίας.
Η κάθετη διάσταση γεννά την εντολή και την υπακοή.
Η οριζόντια γεννά τον ανταγωνισμό και την προσομοιωτική ισότητα.
Η πρώτη είναι κρατική, η δεύτερη κοινωνική.
Όταν αλληλοσυμπληρώνονται, σχηματίζουν την τέλεια μηχανή αυτοπειθαρχίας.
**
Η κάθετη γραμμή. Ο Νόμος της Εντολής.
Στην κορυφή, το σημείο που διατάζει χωρίς να εργάζεται.
Στη βάση, το σώμα που εργάζεται χωρίς να διατάζει.
Αυτή η κάθετη σχέση είναι ο ομφάλιος λώρος του Κράτους.
Η γραφειοκρατία, ο στρατός, η διοίκηση, η Εκκλησία, το Πανεπιστήμιο, αναπαράγουν τον ίδιο τύπο, το σώμα της κοινωνίας ως μηχανή εκτέλεσης, το πνεύμα της εξουσίας ως κέντρο ορισμού.
Η εντολή είναι μια μεταφυσική δομή, επιβιώνει ακόμη κι όταν καταργούνται οι εντολείς.
Η ίδια η διαδικασία της εργασίας, της αξιολόγησης, της αποδοτικότητας, φέρει μέσα της το πνεύμα της εντολής, να πράττεις «σωστά», δηλαδή σύμφωνα με ένα αόρατο κριτήριο.
Ακόμη και οι πιο "δημοκρατικές" μορφές οργάνωσης οφείλουν την αποτελεσματικότητά τους στην αόρατη παρουσία ενός κριτηρίου υπακοής.
*
Η οριζόντια γραμμή. Ο Νόμος της Σύγκρισης.
Η οριζόντια διάσταση είναι πιο ύπουλη.
Δεν διατάζει, συγκρίνει.
Δεν απαιτεί υπακοή, προκαλεί συναγωνισμό.
Είναι η μήτρα της εσωτερικευμένης ιεραρχίας.
Εδώ δεν υπάρχει ένας αφέντης, αλλά πολλοί μικροί καθρέφτες.
Ο καθένας μετράται απέναντι στους άλλους, και όλοι συνθέτουν ένα πεδίο διαρκούς αξιολόγησης.
Η «ισότητα ευκαιριών», το «δικαίωμα στη διάκριση», η «ελεύθερη επιλογή» είναι μορφές αυτής της οριζόντιας κυριαρχίας.
Κανείς δεν επιβάλλει τίποτα από πάνω, γιατί όλοι έχουν μάθει να αυτοεπιβάλλονται.
Ο καθένας γίνεται λογιστής του εαυτού του, κριτής των άλλων, μικρός φορέας μέτρησης.
*
Η συνάρθρωση των δύο.
Η κάθετη και η οριζόντια διάσταση δεν αλληλοαναιρούνται, αλληλοσυμπληρώνονται.
Η κάθετη δίνει νόημα στην οριζόντια («υπάρχει ένας σκοπός»).
Η οριζόντια δίνει σταθερότητα στην κάθετη («ο καθένας έχει τη θέση του»).
Μέσα σ’ αυτή τη διπλή γεωμετρία γεννιέται η αυτορρύθμιση, δηλαδή το όνειρο του κεφαλαίου, μια κοινωνία όπου η εξουσία δεν φαίνεται, γιατί έχει γίνει δομή του ίδιου του ρυθμού.
Ο Φουκώ την ονόμασε μικροφυσική της εξουσίας, ο Μαρξ την είδε ως πραγμοποίηση της εργασίας, αλλά το περιεχόμενο είναι κοινό, η εξουσία δεν επιβάλλεται, διαρρέει.
Ρέει από τα σώματα, τις συνήθειες, τις συγκρίσεις, τις ίδιες τις μορφές συνεργασίας.
Ο σύγχρονος άνθρωπος δεν είναι υπηρέτης ενός αφέντη, είναι φορέας ενός λογισμικού υποταγής.
Δεν αρκείται στην καταστολή για να μην την έχει ανάγκη τόσο πολύ, έχει ενσωματώσει τον Νόμο της Μέτρησης ως ταυτότητά του για να το πετύχει αυτό.
Η εξουσία έχει γίνει συνήθεια, επιθυμία, αυτο-παρακολούθηση.
*
Το Δίκτυο.
Η διπλή αυτή δομή, κάθετη και οριζόντια, δεν είναι πια ένας μηχανισμός, αλλά ένα δίκτυο.
Μέσα σ’ αυτό το δίκτυο, κάθε κόμβος είναι και αισθητήρας και μεταδότης.
Ο εργαζόμενος παρακολουθεί και παρακολουθείται, ο πολίτης ελέγχει και ελέγχεται, ο καλλιτέχνης αξιολογεί και αξιολογείται.
Η ελευθερία γίνεται μορφή κυκλοφορίας μέσα σ’ αυτό το δίκτυο, η δυνατότητα να κινείσαι χωρίς να διαφεύγεις.
Η σημερινή «αυτορρύθμιση» των συστημάτων δεν είναι απελευθέρωση από την εξουσία, είναι η αποθέωσή της, η στιγμή που το Κράτος δεν χρειάζεται πια θεσμούς γιατί έχει μετασχηματιστεί σε δομή του αυταρχικού κοινωνικού εγκεφάλου.
**
Το Κεφάλαιο ως Λογισμικό Υποταγής.
Όταν λέμε πως «το κεφάλαιο δεν χρειάζεται πλέον μόνον αφεντικά», εννοούμε ότι ο καταμερισμός έχει γίνει κώδικας λειτουργίας.
Η εξουσία δεν χρειάζεται πια να επιβάλλεται μόνον εξωτερικά, γιατί είναι ενσωματωμένη στο ίδιο το πεδίο των σχέσεων.
Το δίκτυο των εξαρτήσεων, των ικανοτήτων, των συγκρίσεων, είναι η νέα μηχανή της υποταγής.
Η κυριαρχία, λοιπόν, δεν είναι πια κάθετη πυραμίδα, αλλά οριζόντιος ιστός που αυτο-συντηρείται.
Κάθε κόμβος αυτού του ιστού είναι ένας μικρός κυρίαρχος, ένας μικρός σκλάβος, μια μικρή μονάδα μέτρησης.
Έτσι παράγεται το σύγχρονο υποκείμενο της καπιταλιστικής εποχής:
ο άνθρωπος που μετρά, χωρίς να ξέρει ότι μετριέται.
**
Οι δυνάμει Άρχουσες Τάξεις.
Ο καταμερισμός της εργασίας δεν παράγει μόνο τη διαίρεση των λειτουργιών, αλλά και τη δυνατότητα της εξουσίας.
Μέσα στη ροή των κοινωνικών ρόλων γεννιούνται εκείνοι που μπορούν, σε κάθε ιστορική στιγμή, να ανασυστήσουν το Κράτος από το μηδέν.
Αυτές είναι οι δυνάμει άρχουσες τάξεις, μορφές που περιέχουν ήδη, εν σπέρματι, τη λογική της κυριαρχίας.
Δεν χρειάζονται γη, εργοστάσια, κεφάλαιο.
Χρειάζονται μονοπώλιο γνώσης και τελετουργική πρόσβαση σε μια περιοχή της ανθρώπινης ύπαρξης, στο σώμα, στον χρόνο, στο λόγο, στη βία.
Η κατοχή αυτών των τεσσάρων περιοχών συγκροτεί τα τέσσερα πρωτοκρατικά τάγματα:
 
Η Ιατρική Εξουσία. Η Νομιμοποίηση της Φθοράς.
Η ιατρική εξουσία είναι το αρχαιότερο και πιο σταθερό ιερατείο.
Κατέχει τη γνώση της σήψης, δηλαδή τη δυνατότητα να ορίζει τι είναι «φυσιολογικό».
Ο γιατρός δεν θεραπεύει μόνο, καθορίζει ποιο σώμα αξίζει να διατηρηθεί.
Η εξουσία του δεν είναι πολιτική, είναι βιοπολιτική.
Μεταφράζει τη φθορά σε νόρμα, την αρρώστια σε κανονικότητα, τη θεραπεία σε υποχρέωση.
Η ασθένεια γίνεται εργαλείο μέτρησης της κοινωνίας: το ποιος έχει πρόσβαση στη θεραπεία, ποιος ορίζεται ως «υγιής», ποιος αποκλείεται.
Η ιατρική είναι ο πρώτος θεσμός που ορίζει τον ρυθμό της αναπνοής του πληθυσμού.
Ελέγχει τον βιολογικό χρόνο, άρα τον ρυθμό της εργασίας.
Όποιος ορίζει το σώμα, ορίζει και τον χρόνο του.
Έτσι, η ιατρική εξουσία είναι το πρωτότυπο του καπιταλιστικού βιο-νόμου: διατήρηση της δύναμης προς εργασία υπό την μορφή θεραπείας.
Η Διοικητική Ικανότητα. Ο Ρυθμός ως Κυριαρχία.
Η διοικητική ικανότητα είναι η γνώση του ρυθμού της κοινωνίας.
Από την πρωτόγονη οργάνωση του έργου έως τη σύγχρονη γραφειοκρατία, η διοίκηση δεν αφορά μόνο την τάξη των πραγμάτων, αλλά τον χρόνο της κοινωνικής αναπνοής.
Ο διοικητής είναι ο άνθρωπος που μπορεί να συγχρονίζει.
Η εξουσία του δεν προκύπτει από τη βία, αλλά από την ικανότητα να συντονίζει το πλήθος χωρίς να το αγγίζει.
Η διοικητική λειτουργία είναι η πρώτη μορφή μηχανικού θεού, ο Λόγος του Κράτους σε ρυθμό, όχι σε περιεχόμενο.
Όταν η κοινωνία οργανώνεται, χάνει την ικανότητα να σιωπά.
Κάθε κίνηση μετριέται, κάθε καθυστέρηση έχει συνέπειες.
Η διοικητική εξουσία μετατρέπει τον χρόνο σε πειθαρχική γραμμή, το έργο σε ροή δεδομένων.
Έτσι γεννιέται η τεχνοκρατία, η μορφή εκείνη της κυριαρχίας που μοιάζει «ουδέτερη» επειδή δεν εκφέρει λόγο.
Ο ρυθμός, όμως, είναι ήδη Νόμος.
Και ο Νόμος, όταν δεν εκφέρεται ρητά, είναι παντοδύναμος.
Η Διανόηση, Η Τυραννία του Σημείου.
Η διανόηση κατέχει το μονοπώλιο της ερμηνείας.
Είναι η δύναμη που ορίζει τι σημαίνει το πραγματικό.
Ο διανοούμενος, ο ερμηνευτής, ο ειδικός της αλήθειας, είναι ο μεταφυσικός αξιωματικός της κοινωνίας.
Η γνώση του δεν είναι εργαλείο, είναι τελετή.
Μέσα από αυτήν τη γνώση, ορίζει τι είναι αληθές, τι είναι ψευδές, τι είναι σημαντικό.
Επομένως, είναι αυτός που ορίζει το όριο του νοητού.
Η εξουσία της διανόησης είναι η επιτελεστική, κάνει τα πράγματα να υπάρχουν επειδή τα ονομάζει.
Κάθε επιστημονική, φιλοσοφική ή καλλιτεχνική γλώσσα είναι τρόπος καθυπόταξης του πραγματικού στην ονοματοδοσία.
Ο διανοούμενος είναι το ιερατείο του σημείου, το ιερατείο που αντικατέστησε τον παπά.
Ακόμη κι όταν στρέφεται εναντίον της εξουσίας, συνεχίζει να λειτουργεί για αυτήν, γιατί αναπαράγει τη μορφή της διάκρισης, εκείνος που γνωρίζει και εκείνοι που ακούνε.
Η «κριτική σκέψη» είναι η πιο εξελιγμένη μορφή υποταγής, γιατί δίνει στον υποταγμένο την ψευδαίσθηση ότι είναι ελεύθερος μέσα από τη διαφωνία.
Η Πολεμική Κλίκα. Ο Ορισμός του Κινδύνου.
Η πολεμική εξουσία είναι η αρχέγονη μήτρα του Κράτους.
Είναι η γνώση του κινδύνου, δηλαδή η εξουσία να ορίζει ποιος είναι ο εχθρός.
Ο πολεμιστής, ο στρατηγός, ο αστυνομικός, ο ασφαλίτης, είναι φορείς του τελετουργικού της επιβίωσης, η βία ως γλώσσα του δικαίου.
Η πολεμική κλίκα δεν χρειάζεται πόλεμο για να υπάρχει.
Χρειάζεται μόνον την αίσθηση του κινδύνου.
Αρκεί να διατηρεί τον πληθυσμό σε ετοιμότητα, ώστε να είναι απαραίτητη.
Η ίδια η έννοια της «ασφάλειας» είναι η οικονομία του φόβου.
Η γνώση της βίας είναι γνώση του τρόμου, και αυτή η γνώση είναι η ύστατη πολιτική επιστήμη, το πώς διατηρείς τον πληθυσμό ενωμένο μέσω του εχθρού.
Ο πολεμιστής, επομένως, είναι ο μηχανικός της συνοχής, ο αρχιτέκτονας της έντασης.
Οι Μορφές Προσομοίωσης του Κράτους.
Αυτές οι τέσσερις εξουσίες, ιατρική, διοικητική, διανοητική, πολεμική, είναι μορφές προσομοίωσης του Κράτους.
Μπορούν, σε κάθε κρίση, να ξανασυστήσουν τη λειτουργία της κυριαρχίας από το μηδέν, γιατί καθεμία κατέχει έναν τομέα του ανθρώπινου είναι.
Δεν είναι παρασιτικές δομές πάνω στην παραγωγή, είναι οργανικές προβολές του Νόμου μέσα στο κοινωνικό σώμα.
Η εξειδίκευσή τους είναι ήδη πολιτική προφητεία, προαναγγέλλουν τη συγκρότηση ενός νέου μηχανισμού εξουσίας μόλις η κοινωνία αποδιοργανωθεί.
Όπου κι αν σπάσει η κοινωνία, από αυτές τις τέσσερις περιοχές θα αναδυθεί εκ νέου η μορφή του Κράτους.
Ο επαγγελματισμός τους δεν είναι αθώος.
Είναι τελετουργία κυριαρχίας: επιβεβαιώνουν καθημερινά τη διαφορά ανάμεσα σε εκείνον που γνωρίζει και σε εκείνον που δεν γνωρίζει, σε εκείνον που ορίζει και σε εκείνον που ορίζεται.
Το Κράτος δεν χρειάζεται να εφευρεθεί, αναπαράγεται μέσα από αυτούς.
**
Η Μέτρηση ως Ανάδυση του Ιεραρχικού Είναι.
Ο καταμερισμός της εργασίας κορυφώνεται στη γέννηση του μέτρου.
Η μέτρηση δεν είναι τεχνική, είναι οντολογική πράξη, ως η μετάβαση από το κοινό στο συγκρίσιμο, από το μετέχειν στο αξιολογείν.
Εδώ ο κόσμος παύει να είναι ροή, και γίνεται κλίμακα.
Το μέτρο είναι η πρώτη θεολογία του καπιταλισμού.
*
Το Μέτρο ως Εξουσία.
Όταν ο ελιτίστας λέει «είμαι ικανότερος», δεν δηλώνει απλώς ένα γεγονός, αλλά εγκαθιστά έναν Νόμο ως να λέει «Η εργασία μου είναι το μέτρο του είναι».
Η μέτρηση είναι νομιμοποίηση του ύψους, η άδεια να βλέπεις από πάνω.
Από την πρώτη στιγμή που ένα έργο υπολογίζεται ως «καλύτερο», γεννιέται η ιεραρχία ως φυσικότητα.
Ο κόσμος οργανώνεται ως κατακόρυφο πεδίο, ό,τι είναι «ανώτερο» αξίζει περισσότερο, ό,τι είναι «κατώτερο» πρέπει να διορθωθεί, να αναρριχηθεί ή να εξαφανιστεί.
Η μέτρηση δεν περιγράφει, παράγει το ανώτερο και το κατώτερο.
Το μέτρο δεν μετρά το Είναι, το δημιουργεί ως ανισότητα.
*
Η Ανισότητα ως Σταθερότητα.
Η ανισότητα δεν είναι ατύχημα, είναι μορφή σταθερότητας του κόσμου που βασίζεται στο μέτρο.
Αν δεν υπήρχε το ανώτερο, δεν θα υπήρχε και το κατώτερο, κι αν δεν υπήρχε το κατώτερο, δεν θα υπήρχε ανάγκη ανόδου.
Το μέτρο ζει από τη διαφορά, χρειάζεται το χάσμα για να ισορροπεί.
Στο καπιταλιστικό σύστημα, αυτή η λογική μετασχηματίζεται σε καθολική κοσμολογία της ανόδου.
Η επιτυχία, η αποδοτικότητα, η προαγωγή, η βαθμίδα, η αξιολόγηση, είναι οι τελετές του σύγχρονου Ιερατείου του Μέτρου.
Η ανισότητα έχει γίνει το μόνο πεδίο ισότητας, όλοι έχουν ίσο δικαίωμα να μετρώνται.
Η κοινωνία, λοιπόν, δεν διαιρείται μόνο από το ποιος έχει και ποιος δεν έχει, αλλά από το ποιος μετριέται και ποιος δεν μπορεί καν να μετρηθεί.
Η εξαθλίωση δεν είναι πια φτώχεια, είναι απώλεια μετρησιμότητας.
Ο αποκλεισμένος δεν είναι αυτός που έχει λιγότερα, αλλά αυτός που δεν εισέρχεται καν στο σύστημα της σύγκρισης.
*
Η Επιστήμη ως Θρησκεία, ως Λειτουργία της Μέτρησης.
Η επιστήμη-ως-θρησκεία του νεωτερικού κόσμου δεν είναι παρά η εκκοσμίκευση του μέτρου.
Αντικειμενικότητα σημαίνει «το μέτρο είναι υπεράνω όλων».
Ο επιστήμονας είναι ο ιερέας του ίσου μέτρου, ο μεσολαβητής ανάμεσα στο χάος των φαινομένων και την τάξη των μεγεθών.
Η αξιολόγηση, η πιστοποίηση, η στατιστική, η αποδοτικότητα, είναι τελετουργίες της μέτρησης.
Η κάθε μέτρηση είναι μια ανανέωση του Νόμου «Δεν υπάρχει πραγματικότητα έξω από το συγκρίσιμο».
Αυτός είναι ο ύστατος φετιχισμός του καπιταλισμού, η πεποίθηση ότι η ύπαρξη υπάρχει μόνο εφόσον μπορεί να μετρηθεί.
Ο αριθμός δεν είναι πια εργαλείο, είναι δικαίωμα ύπαρξης.
Η φράση «τα δεδομένα μιλούν» είναι η θεολογική κληρονομιά της μέτρησης, ο αριθμός ως νέο Θείον Πνεύμα.
*
Η Τεχνοκρατία και η Ανύψωση του Μέτρου σε Νόμο.
Η τεχνοκρατία είναι η κοσμική θεολογία της μέτρησης.
Στον πυρήνα της βρίσκεται η ιδέα ότι το μέτρο μπορεί να αντικαταστήσει την κρίση, ότι η ποσότητα μπορεί να υπερβεί την ποιότητα.
Η εξουσία του ειδικού, του διαχειριστή, του αξιολογητή, στηρίζεται στην ταύτιση του μέτρου με το ορθό.
Ο τεχνοκράτης δεν λέει «αυτό είναι καλό», λέει «αυτό μετριέται».
Η ποσοτικοποίηση της ζωής είναι η τελευταία μορφή δικτατορίας, όχι μέσω της απαγόρευσης, αλλά μέσω της σύγκρισης.
Η κοινωνία μετατρέπεται σε αλγόριθμο αξιολόγησης, όπου η ηθική ταυτίζεται με την απόδοση.
Το ύψος δεν είναι πια κοινωνική μεταφορά, είναι μεταφυσική αξία.
Η ανωτερότητα του μέτρου είναι η θρησκεία της σύγχρονης αστικής λογικής: να βλέπεις από πάνω, να κατανοείς ως αριθμός, να υπάρχεις ως απόδοση.
*
Η Μέτρηση ως Οντολογία.
Το μέτρο δεν είναι μέσο γνώσης, αλλά μορφή ύπαρξης.
Η ίδια η έννοια του «είμαι» έχει πια μετατραπεί σε αξιολόγηση «είμαι όσο μετριέμαι».
Το «οντολογικό ύψος» της αστικής κοινωνίας είναι το ύψος του δείκτη, του ποσοστού, της πιστοποίησης.
Η μέτρηση γεννά το ιεραρχικό είναι, κάθε ύπαρξη υπάρχει ως θέση σε κλίμακα.
Αυτό είναι το μεταφυσικό υπόβαθρο του καπιταλισμού, δεν υπάρχει οντολογία χωρίς αριθμό.
Η ίδια η έννοια του ανθρώπου έχει υποκατασταθεί από την έννοια του μετρήσιμου φορέα, του ατόμου που φέρει πάνω του τα σημάδια των αξιολογήσεων.
Η ισότητα χωρίς κατάργηση του μέτρου είναι η πιο εκλεπτυσμένη μορφή ανισότητας.
Η ελευθερία χωρίς κατάργηση του μέτρου είναι η πιο σταθερή μορφή υποδούλωσης.
*
Η Κοσμολογία του Καπιταλισμού.
Ο καπιταλισμός είναι η θρησκεία του ύψους.
Το μέτρο είναι το Θεόσημό του, η μέτρηση η λειτουργία του, η αξιολόγηση το Ευαγγέλιό του.
Η επιστήμη, η οικονομία, η διοίκηση, η τέχνη, λειτουργούν ως ιεραρχικές θρησκείες της ανόδου.
Κάθε βιογραφία είναι σκαλωσιά, κάθε κοινωνία μια πυραμίδα που υπόσχεται άνοδο χωρίς τέλος.
Η σταθερότητα αυτού του κόσμου εξαρτάται από τη διαρκή αστάθεια των σωμάτων, να ανεβαίνουν πάντα, να μη φτάνουν ποτέ.
Το μέτρο, λοιπόν, είναι το θεμέλιο του τρόμου.
Γιατί όποιος δεν μπορεί να ανέβει, πρέπει να εξαφανιστεί.
Η μέτρηση, υπό το ένδυμα της δικαιοσύνης, είναι η αιώνια επιλογή του ανωτέρου.
Κάθε σύστημα αξιολόγησης είναι ένας σιωπηλός πόλεμος εξόντωσης.
*
Κατάργηση, Όχι Εξομάλυνση.
Η κοινωνία του μέτρου δεν μπορεί να μεταρρυθμιστεί.
Η μέτρηση δεν «βελτιώνεται», καταργείται.
Κάθε προσπάθεια εξομάλυνσης του καταμερισμού, κάθε υπόσχεση «οριζοντιότητας», είναι μορφή ανακύκλωσης της ιεραρχίας μέσα σε νέα γλώσσα.
Ο καπιταλισμός δεν χρειάζεται μόνον αφέντες, χρειάζεται ισότιμα μετρήσιμους.
*
Η Απάτη της Εξομάλυνσης.
Η εξομάλυνση του καταμερισμού είναι η τελευταία μεταμφίεση της εξουσίας.
Η «οριζόντια επιχείρηση», η «συμμετοχική ομάδα», το «δημοκρατικό εργαστήριο», όλες οι σύγχρονες μορφές συνεργατικότητας, δεν καταργούν τη μέτρηση, την εσωτερικεύουν.
Στην παραδοσιακή ιεραρχία, η εντολή προερχόταν από πάνω, τώρα, προέρχεται από μέσα.
Η σύγχρονη ομάδα λειτουργεί σαν κύκλος καθρεφτών, ο καθένας αξιολογεί τον άλλον, όλοι αυτορυθμίζονται, όλοι μιλούν τη γλώσσα της διαφάνειας, δηλαδή της διαρκούς επιτήρησης.
Η «ελευθερία έκφρασης» στο εργασιακό περιβάλλον είναι στην ουσία δικαίωμα απολογίας.
Η συμμετοχή γίνεται η πιο εκλεπτυσμένη μορφή εξαναγκασμού, γιατί μετατρέπει τον εργαζόμενο σε συνένοχο του ίδιου του καταμερισμού.
*
Η Ψευδοοριζοντιότητα της Αυτοδιαχείρισης.
Η αυτοδιαχείριση, όταν λειτουργεί μέσα στα πλαίσια του καταμερισμού, είναι απλώς μια μικρογραφία της εξουσίας.
Δεν αλλάζει τη δομή, αλλάζει μόνο τη ρητορική της.
Αν όλοι έχουν «λόγο» αλλά συνεχίζουν να εκτελούν ειδικότητες, τότε όλοι είναι ισότιμα υποτελείς σε μια νέα, διάχυτη μορφή μέτρου.
Η αυτοδιαχειριζόμενη ομάδα δεν είναι απελευθερωμένη κοινότητα, είναι αυτόματη μηχανή αξιολόγησης.
Η αλληλεγγύη που υπόσχεται είναι μορφή ανταγωνισμού, ποιος συμβάλλει περισσότερο, ποιος υστερεί, ποιος δικαιούται λόγο.
Η αυτοδιαχείριση χωρίς κατάργηση της εξουσιάζουσας ειδικότητας είναι αυτοπειθαρχία στην Υποταγή.
Ο καπιταλισμός το γνωρίζει και το ενθαρρύνει.
Γι’ αυτό ενσωματώνει τις μορφές αυτοδιαχείρισης στα logistics, στη διοίκηση έργων, στα δίκτυα καινοτομίας.
Είναι ο τρόπος με τον οποίο η εξουσία διαχέεται χωρίς να χάνει τον πυρήνα της.
*
Ο Χρόνος χωρίς Ιεραρχία.
Όσο υπάρχει καταμερισμός, υπάρχει και ιεραρχικός χρόνος.
Κάθε ειδικότητα παράγει το δικό της ρυθμό, και ο συντονισμός αυτών των ρυθμών είναι η ουσία της κυριαρχίας.
Ο διοικητής δεν είναι τίποτε άλλο παρά ο χρονομέτρης της κοινωνίας.
Η κατάργηση του καταμερισμού σημαίνει αποκατάσταση της χρονικής ροής ως κοινού ρυθμού.
Δεν θα υπάρχουν πια «ώρες εργασίας», «χρόνος παραγωγής», «χρόνος ανάπαυσης», αλλά χρόνος ζωής, αδιαίρετος, μη μετρήσιμος, αποϊεραρχημένος.
Όταν ο χρόνος πάψει να μετριέται, η εργασία παύει να είναι ιδεολογία.
Η ζωή επιστρέφει στο αδιάκριτο της κοινής πράξης, εκεί όπου το έργο δεν είναι ποσοτικό αλλά ρυθμικό, δεν είναι σύγκριση αλλά κίνηση.
*
Η Ελευθερία ως Κατάργηση του Μέτρου.
Η ελευθερία δεν είναι δικαίωμα, είναι άρνηση του μετρήσιμου.
Δεν είναι «όλοι να εργάζονται εξίσου», αλλά κανείς να μην χρειάζεται να μετριέται.
Η μέτρηση είναι ο πυρήνας κάθε νόρμας, κάθε αλλοτριωτικής πειθαρχίας.
Η κατάργησή της είναι η αρχή του πραγματικού κομμουνισμού.
Η κοινωνία χωρίς καταμερισμό δεν είναι αταξική μόνον επειδή δεν έχει αφεντικά, είναι αταξική επειδή κανείς δεν έχει κλίμακα.
Η εργασία, ως ιδεολογία, θα αντικατασταθεί από τη συνύπαρξη του έργου και της ζωής, χωρίς κριτήρια ανωτερότητας.
*
Η Μεγάλη Αρνητική Οικονομία.
Η κατάργηση του καταμερισμού δεν είναι ουτοπία, είναι αναγκαία άρνηση.
Ο κομμουνισμός δεν είναι παραγωγικό ιδεώδες, αλλά αντι-παραγωγική οντολογία, ένα σύστημα όπου η εργασία δεν είναι πλέον το μέτρο του είναι, αλλά το ίχνος της κοινής πράξης.
Η κοινωνία χωρίς μέτρα θα μοιάζει με σιωπή μετά από αιώνες θορύβου.
Δεν θα υπάρχει «αξία», γιατί δεν θα υπάρχει σύγκριση.
Δεν θα υπάρχει «χρόνος εργασίας», γιατί δεν θα υπάρχει διαίρεση μεταξύ πράξης και ζωής.
Δεν θα υπάρχει «ικανότητα», γιατί δεν θα υπάρχει ανάγκη να την αποδεικνύεις.
Η κατάργηση του καταμερισμού είναι το τέλος του Νόμου της Αξίας, και άρα, η αρχή της ελευθερίας.
*
Εν κατακλείδι.
Η αταξική κοινωνία δεν είναι η ισότητα των καθηκόντων, αλλά η κατάργηση της σχέσης καθήκοντος.
Η ελευθερία δεν θα είναι το δικαίωμα να συμμετέχεις, αλλά η παύση της ανάγκης συμμετοχής ως υποχρέωσης.
Ο άνθρωπος θα επιστρέψει στο αδιάκριτο της πράξης, εκεί όπου δεν υπάρχει μέτρο ούτε κλίμακα.
*
Ο Καταμερισμός, η Μέτρηση και ο Νόμος της Αξίας.
Ο καταμερισμός της εργασίας είναι η πρώτη μηχανή της αξίας.
Πριν υπάρξει χρήμα, αγορά ή εμπορευματική ανταλλαγή, υπήρξε η πράξη της σύγκρισης έργων, δηλαδή, η στιγμή όπου ο χρόνος και η ικανότητα έγιναν μετρήσιμα.
Αυτή η μέτρηση εγκαινίασε την αφαίρεση της αξίας.
Η αξία δεν είναι αριθμητική συνάρτηση, είναι κοινωνική λογιστική της υποταγής.
*
Από τον Καταμερισμό στη Μέτρηση.
Κάθε φορά που μια λειτουργία αποσπάται από το κοινό έργο γεννιέται το μέτρο του έργου.
Η πράξη γίνεται σύγκριση, η συμμετοχή γίνεται υπολογισμός, και η κοινότητα παύει να είναι οριζόντιο σώμα χρόνου.
Η μέτρηση του έργου -η απόδοση, η δεξιότητα, η παραγωγικότητα- δημιουργεί ένα ισοδύναμο.
Αυτό το ισοδύναμο δεν είναι φυσικό, αλλά πολιτικό, είναι ο τρόπος με τον οποίο ο κοινωνικός χρόνος μετατρέπεται σε αφηρημένο χρόνο εργασίας, δηλαδή σε αξία.
Όταν η κοινωνία αποδέχεται ότι το έργο μπορεί να συγκριθεί, έχει ήδη αποδεχθεί ότι οι άνθρωποι είναι μετρήσιμοι.
Και όταν οι άνθρωποι είναι μετρήσιμοι, είναι ήδη ανταλλάξιμοι και επιτάξιμοι.
*
Η Αξία ως Λογιστική της Υποταγής.
Η αξία δεν είναι ιδιότητα των πραγμάτων, ούτε μέτρο των ανταλλάξιμων ειδικοτήτων, είναι το ίχνος της κοινωνικής υποταγής μέσα στα πράγματα.
Το εμπόρευμα είναι η σιωπηλή απόδειξη ότι ο χρόνος έχει ήδη καταμεριστεί, μετρηθεί, και αποσπαστεί από το ζωντανό σώμα.
Ο Νόμος της Αξίας δεν είναι οικονομικός νόμος, αλλά νομική μορφή του χρόνου.
Λέει: «όλος ο κοινωνικός χρόνος μπορεί να μετατραπεί σε αφηρημένη ποσότητα».
Η εργασία παύει να είναι συμβάν, γίνεται λογιστικό μέγεθος.
Από αυτή τη στιγμή και μετά, η ιστορία του καπιταλισμού είναι η ιστορία της πλήρους επικράτησης της μέτρησης.
Η κοινωνία δεν μετρά για να ζήσει, ζει για να μετρά.
*
Ο Καταμερισμός ως Εσωτερική Αγορά.
Ο καταμερισμός της εργασίας δημιουργεί μια προκαταρκτική αγορά μέσα στο κοινωνικό σώμα.
Πριν υπάρξουν εμπορεύματα, υπάρχουν ανταλλάξιμες ικανότητες.
Ο μάστορας, ο γραφέας, ο πολεμιστής, ο γιατρός, όλοι είναι φορείς ενός πρώιμου εμπορεύματος, της ίδιας τους της διακριτής ικανότητας.
Η αγορά των σωμάτων προηγείται της αγοράς των πραγμάτων.
Η ανταλλαγή γνώσης, ρυθμού, δεξιότητας, είναι το προκαπιταλιστικό εργαστήριο της αξίας.
Εκεί γεννιέται η λογική της υπεραξίας, όποιος ελέγχει τον ρυθμό, ελέγχει τον χρόνο των άλλων.
Η αξία, επομένως, δεν είναι «αντικειμενική μορφή του πλούτου», αλλά υποκειμενική κυριαρχία του χρόνου.
Ο χρόνος του ενός μετριέται ως πλεόνασμα του άλλου.
*
Ο Αφηρημένος Χρόνος ως Πραγματική Κυριαρχία.
Ο αφηρημένος χρόνος εργασίας είναι το μεταφυσικό υπόβαθρο του καπιταλισμού.
Η «μονάδα χρόνου» είναι η μορφή με την οποία η κοινωνία αποδέχεται την αντικειμενοποίηση της υποταγής.
Στην πραγματικότητα, δεν υπάρχει ποτέ «ίσος χρόνος».
Η εξίσωση διαφορετικών έργων στον κοινό χρόνο είναι πολιτική πράξη εξουσίας.
Η αξία δεν εξισώνει, επιβάλλει την εξίσωση.
Η εργασία δεν είναι πια μέσο ζωής, αλλά μέτρο ύπαρξης.
Η αφαίρεση του χρόνου από τη ζωή είναι η ουσία της αλλοτρίωσης.
Ο εργαζόμενος δεν χάνει μόνο το προϊόν του, αλλά τον ρυθμό του.
*
Η Γένεση του Κεφαλαίου.
Το κεφάλαιο δεν είναι πράγμα, είναι ο χρόνος που επιβάλλεται ως νόμος.
Η συσσώρευση δεν είναι απλώς αποθήκευση αξιών, αλλά επανάληψη της μέτρησης.
Κάθε κύκλος παραγωγής είναι τελετή υποταγής του κοινωνικού χρόνου στο αφηρημένο μέτρο.
Η αξία παράγει τον ίδιο της τον φορέα, το κεφάλαιο.
Το κεφάλαιο παράγει τον δικό του φορέα, τον άνθρωπο-μέτρο, τον εργάτη ως αριθμό.
Η παραγωγή είναι, στην πραγματικότητα, διαδικασία διαρκούς αυτομετρησιμότητας.
Κάθε γραμμή συναρμολόγησης, κάθε οργανόγραμμα, κάθε σύστημα αξιολόγησης, είναι επαναλαμβανόμενη επιβεβαίωση του Νόμου της Αξίας, ότι ο άνθρωπος υπάρχει ως φορέας αφηρημένου χρόνου, όχι ως φορέας συγκεκριμένα έγχρονης ζωής.
*
Η Κατάργηση του Καταμερισμού ως Κατάργηση της Αξίας.
Η κατάργηση του καταμερισμού σημαίνει διάλυση του ίδιου του πεδίου της μέτρησης.
Χωρίς καταμερισμό, δεν υπάρχει σύγκριση, χωρίς σύγκριση, δεν υπάρχει μέτρο, χωρίς μέτρο, δεν υπάρχει αξία.
Η κομμουνιστική μετάβαση δεν είναι μόνον πολιτικό γεγονός, αλλά κοινωνικο-οντολογική ανατροπή, η κατάργηση της ίδιας της λογικής του αφηρημένου χρόνου.
Στον κόσμο χωρίς καταμερισμό, η πράξη δεν συγκρίνεται, η ικανότητα ή και ειδικότητα δεν είναι έμφυτες ατομικές ιδιότητες, αλλά στιγμές του κοινού ρυθμού.
Η αξία δεν μπορεί να υπάρξει γιατί δεν υπάρχει σημείο αναφοράς.
Η κοινωνία χωρίς μέτρηση δεν είναι κοινωνία χωρίς νόμο, είναι κοινωνία χωρίς εξωτερικότητα.
Η αληθινή ελευθερία αρχίζει όταν ο χρόνος παύει να μετριέται.
Και τότε, για πρώτη φορά, η πράξη επιστρέφει στην αλήθεια της, ως αμέτρητη, κοινή, χωρίς ανώτερο και κατώτερο.
*
Ο Νέος Έμβιος Ορίζοντας.
Η κατάργηση του Νόμου της Αξίας είναι η αποκατάσταση του αδιαίρετου ανθρώπινου ρυθμού.
Η ζωή δεν θα οργανώνεται γύρω από το έργο, αλλά το έργο γύρω από τη ζωή.
Η ανθρώπινη ύπαρξη θα αποσυνδεθεί από τη σύγκριση.
Δεν θα υπάρχει ανώτερο και κατώτερο, αλλά μόνο παρουσία χωρίς μέτρο.
Η αξία, ως αρχή της κοινωνικής οργάνωσης, θα έχει καταρρεύσει.
Ο κομμουνισμός δεν είναι μέλλον, είναι το σημείο μη μετρησιμότητας του παρόντος.
Η επανάσταση δεν είναι μόνον η κατάληψη των μέσων παραγωγής, αλλά και η άρνηση του ίδιου του μέτρου.
*
Η κατάργηση του καταμερισμού είναι η άρση του Νόμου της Αξίας.
Η αξία ήταν πάντα η μορφή με την οποία η κοινωνία μετρούσε την ίδια της την υποταγή.
Η μέτρηση ήταν η πειθαρχία, η εργασία ήταν η θρησκεία, ο χρόνος ήταν ο θεός.
Η απελευθέρωση δεν θα έρθει από την αναδιανομή του χρόνου, αλλά από την παύση του χρόνου ως μέτρου.
Τότε, για πρώτη φορά, ο άνθρωπος θα σταθεί στο μη-ύψος του, εκεί όπου κανείς δεν είναι ανώτερος, γιατί κανείς δεν μετριέται.
 
******
 
Η Κομμουνιστική Εναλλακτική,
** 
Η Κλίση ως Μη-Εξουσιάζουσα Ειδικότητα
(πώς η ειδίκευση και η πιστοποίηση γίνονται εργαλεία του κοινού ρυθμού, όχι μηχανές κυριαρχίας και κοινωνικού καταμερισμού).
**
Δεν χρειάζεται να απορρίψουμε ούτε την ειδικότητα ούτε την πιστοποίηση.
Χρειάζεται να τις απο-υψώσουμε, να πάψουν να είναι μηχανισμοί κύρους και να λειτουργούν ως εγγυήσεις φροντίδας, ασφάλειας και διαφάνειας.
Η κλίση μπορεί να πραγματώνεται ως ειδίκευση, χωρίς να γίνεται καθεστώς.
*
Από το «κύρος» στην ευθύνη.
Ειδικότητα είναι μια αναγνωρίσιμη κλίση με εμβάθυνση.
Χρήσιμη όταν υπηρετεί συγκεκριμένες ανάγκες (υγειονομική και τεχνική ασφάλεια, ποιότητα, συνέχεια γνώσης).
Κίνδυνος: να μετατρέπεται σε «δικαίωμα εντολής».
Η ειδικότητα δίνει τεχνική ευθύνη, όχι πολιτική πρωτοκαθεδρία. Άλλο «γνωρίζω» κι άλλο «αποφασίζω για όλους».
Πιστοποίηση χωρίς ιεραρχισμό.
Σκοπός είναι όχι το φτιάξιμο ελίτ, αλλά η ελαχιστοποίηση ρίσκου και η δυνατότητα λογοδοσίας.
-
Μορφές.
Δημόσια/ανοικτή πιστοποίηση (κριτήρια και ύλη διαθέσιμα στα κοινά).
Πολυδιαδρομική: δίπλωμα, μαθητεία, πορτφόλιο, πρακτική, διαφορετικές οδοί προς ισοδύναμη αναγνώριση.
Ανανεώσιμη, ώστε να λήγει/ανανεώνεται με συνεχή πρακτική και όχι με άπειρα χαρτιά.
Τοπικά συν+πιστοποιητικά, δηλαδή συμμετοχή κοινότητας/συνελεύσεων στην αξιολόγηση της πρακτικής επίδρασης (πέρα από τις εξετάσεις).
-
Φραγμοί στην εξουσιοποίηση της ειδικότητας.
Διαχωρισμός ρόλων, ήτοι άλλο ο/η τεχνικά υπεύθυνος/η, άλλο ο/η συντονιστής/τρια διαδικασίας.
Περιοδική εναλλαγή σε θέσεις επιρροής (όχι όμως αναγκαστική εναλλαγή σε κρίσιμες τεχνικές πράξεις όπου η συνέχεια σώζει ζωές).
-
Συλλογική επίβλεψη κρίσιμων αποφάσεων.
Ο ειδικός εισηγείται, η κοινότητα/ομάδα αποφασίζει με ενημερωμένη συναίνεση.
*
Μαθητεία με αξιοπρέπεια.
Η μαθητεία να παράγεται ως συνύπαρξη σε πραγματικό έργο, με σαφές πλαίσιο προστασίας (χρόνος, ρόλοι).
Να υπάρχει δικαίωμα στην αποτυχία υπό εποπτεία, χωρίς στιγματισμό.
*
Μεταδοτικότητα ως κριτήριο ανωτερότητας.
«Καλός ειδικός» είναι αυτός που κανει άλλους/ες ικανούς/ές.
Κρίση (κρίνειν) χωρίς μέτρηση ανθρώπων.
Κρίνουμε τα έργα/διαδικασίες, όχι την «αξία» του προσώπου με ποιοτικές ανασκοπήσεις (τι μάθαμε/τι αλλάζουμε), όχι κυνηγητό δεικτών και με μικτές επιτροπές (ειδικοί + μη ειδικοί) για να αποφεύγεται ο «τεχνικός μονισμός» στη λήψη αποφάσεων και παρέχουμε μερίδιο στο κοινωνικό προϊόν και αναγνώριση χωρίς κλίμακα ύψους.
Εύλογες διαφοροποιήσεις θα υπάρχουν όπου υπάρχει υψηλή ευθύνη/ρίσκο/σπάνια δεξιότητα, με οροφές ώστε να μη γεννιούνται κάστες και επίσης θα υπάρχει αναγνώριση μέσω χρόνου μάθησης, πρόσβασης σε πόρους, δυνατότητας διάχυσης γνώσης, όχι με χρήμα ή τίτλους.
Κοινωνική αντιστάθμιση εδώ σημαίνει ότι οι πιο ορατές ειδικότητες υποχρεωτικά επενδύουν χρόνο σε κοινά εργαστήρια/σεμινάρια.
*
Η θέση της εργατικής (μη-)τάξης.
Η εργατική τάξη και ως κομμουνιστική μη-τάξη παραμένει ο βασικός φορέας που μπορεί να εμποδίσει τον εκφυλισμό ειδίκευσης/πιστοποίησης σε εξουσία.
Ζει την αντίφαση μέτρου/ζωής και απαιτεί πρακτικές που προστατεύουν τον ρυθμό των πολλών.
Διεκδικεί συλλογικά δικαιώματα ρυθμού (ασφάλεια χρόνου, χρόνο φροντίδας, εκπαίδευση εντός ωραρίου).
Μετατρέπει την «κλειστή τεχνογνωσία» σε κοινό αγαθό (εγχειρίδια, ανοικτά σεμινάρια, ζωντανές πρακτικές).
*
Ρεαλιστικά παραδείγματα (εδώ-και-τώρα Κομμουνισμός)
Κοινές «κλίνες γνώσης», ήτοι ανοικτές βιβλιοθήκες πρωτοκόλλων, βίντεο πρακτικών, manual χωρίς πνευματικά διόδια.
Συν-πιστοποίηση, ήτοι επαγγελματικός φορέας + κοινότητα χρηστών + ομάδα συναδέλφων υπογράφουν μαζί.
Δημόσιες δοκιμές, ήτοι σε κρίσιμα έργα ο ειδικός εξηγεί σε ανοιχτή συνεδρία τις επιλογές/κινδύνους πριν τη συλλογική απόφαση.
Καθεστώς «σκιάς», ήτοι κάθε κρίσιμος ρόλος έχει δεύτερο άτομο σε μάθηση που περιστρέφεται ανά περίοδο.
*
Γλώσσα και ήθος.
Μιλάμε για επάρκεια, όχι για «αξία».
Για ευθύνη, όχι για «κύρος».
Για διάλογο τεκμηρίων, όχι για τελετουργίες αλάθητου.
Για κοινό ρυθμό, όχι για ατομική άνοδο.
*
Συνοψίζοντας.
Η ειδικότητα και η πιστοποίηση μένουν, αλλά χάνουν το ύψος τους.
Γίνονται υποδομές εμπιστοσύνης και δίαυλοι μετάδοσης, όχι θώκοι.
Η κλίση, έτσι, πραγματώνεται με ακρίβεια και ταπεινότητα, υπηρετεί την κοινωνική επιβίωση, διασφαλίζει την ποιότητα, και παραμένει διαπερατή από την κοινότητα που τη στηρίζει.
Αυτό δεν είναι «μαοϊσμός» ούτε άρνηση της τεχνικής.
Είναι μια μετριοπαθής αρχιτεκτονική για να μην ξαναγίνει η γνώση εργαλείο ύψους, αλλά κομμουνιστική γέφυρα ανάμεσα σε ανθρώπους που μοιράζονται τον ίδιο ρυθμό.
 
Ιωάννης Τζανάκος