Το παρόν κείμενο δεν προτείνει κλειστό σύστημα, ούτε υπόσχεται την παρηγορία μιας τελικής σύνθεσης. Συγκροτείται ως σειρά απορητικών θέσεων γύρω από ορισμένα στρατηγικά θεωρητικά αδιέξοδα της διαλεκτικής, της κοινωνικής επιστήμης, της οντολογίας, της ισχύος, της ταξικής μετάβασης και της εργασιακής δύναμης.
Η πρόθεσή του δεν είναι να προσφέρει μια νέα μεταφυσική εγγύηση της ιστορίας, αλλά να αναδείξει τις ζώνες εκείνες όπου η θεωρία συναντά τα όριά της και όπου η πολιτική πράξη, αντί να φωτίζεται, συχνά συγκαλύπτεται από τα ίδια της τα σχήματα.
Το ενοποιητικό νήμα των έντεκα αυτών προβληματικών είναι απλό.
Καμία έννοια, ούτε καν η διαλεκτική, δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως αυτονόητος δρόμος διεξόδου. Καμία επιστήμη του κοινωνικού δεν δικαιούται σήμερα να μιλά με το κύρος της θεμελιωμένης επιστήμης χωρίς να λογοδοτεί για τα στοιχειώδη της προβλήματα.
Καμία θεωρία της ισχύος, της κυριαρχίας, της εργασίας ή της μετάβασης δεν μπορεί να παραμένει ασαφής ως προς τις υλικές της προϋποθέσεις και, συγχρόνως, να αξιώνει στρατηγική δεσμευτικότητα.
1. Η διαλεκτική ως δυνατό αδιέξοδο
Η διαλεκτική δεν συνιστά από μόνη της λύση.
Δεν είναι φυσική νομοτέλεια σωτηρίας, ούτε λογική εγγύηση υπέρβασης.
Μπορεί κάλλιστα να αποτελεί το νοηματικό περίβλημα μιας καταστροφικής διαδικασίας χωρίς διέξοδο.
Δεν υπάρχει κανένας υπερκείμενος Λόγος που να διασφαλίζει εκ των προτέρων ότι η αντίφαση θα εκβάλει σε ανώτερη μορφή.
Ούτε, αντιστρόφως, υπάρχει λόγος που να επιβάλλει ότι κάθε διαλεκτική κίνηση είναι καταδικασμένη να παραμένει εγκλωβισμένη στην ίδια αρνητικότητα.
Το ερώτημα παραμένει ανοιχτό.
Εάν συνοψιστεί στοιχειωδώς, η διαλεκτική μπορεί να οριστεί ως εμμενής διαδικασία μέσα από την οποία ένα σύστημα, αυτο-αντιφασκόμενο, εκβάλλει σε ένα άλλο.
Το κρίσιμο, όμως, είναι ότι αυτό το «άλλο» δεν μπορεί να προκαθοριστεί με πλήρεις, μη προβληματικούς θετικούς όρους.
Συνεπώς, η μετάβαση δεν εγγυάται καθόλου άρση του γενικού περιορισμού που χαρακτήριζε το προηγούμενο σύστημα.
Ένα νέο σύστημα μπορεί να διαφέρει ριζικά ως προς την εσωτερική του διάταξη και ωστόσο να αναπαράγει, σε άλλη μορφή, τον ίδιο γενικό τροπισμό κυριαρχίας της εσωτερικότητας επί της εξωτερικότητας.
Από αυτό προκύπτει μια αυστηρή συνέπεια.
Η αναδιάταξη ή ακόμη και η ανατρεπτική μεταδόμηση ενός συστήματος δεν αρκεί, εφόσον δεν θίγεται η γενική σχέση μέσω της οποίας η συστημική εσωτερικότητα υποτάσσει την εξωτερικότητα.
Σε μια τέτοια περίπτωση, τα γνωρίσματα που οδήγησαν το σύστημα σε καταστροφικό ιστορικό συμβάν διατηρούνται κάτω από νέες μορφές.
Η σημερινή ιστορική συγκυρία καθιστά αυτή τη δυνατότητα υπερθετικά επικίνδυνη, επειδή τα ανθρώπινα συστήματα φέρουν πλέον την καταστροφική δυνατότητα σε κλίμακα συνολική.
*
2. Οι κοινωνικές επιστήμες και το ανεκπλήρωτο αίτημα της θεμελίωσης.
Πριν προσδιοριστεί οποιαδήποτε θέση απέναντι στο περιεχόμενο των κοινωνικών επιστημών, προηγείται ένα αυστηρότερο ερώτημα.
Είναι πράγματι σήμερα επιστήμες;
Η απάντηση που υποστηρίζεται εδώ είναι αρνητική.
Η άρνηση αυτή δεν σημαίνει ούτε προκαθορισμό του μέλλοντός τους ούτε ισοπέδωση όλων των επιμέρους προσπαθειών.
Σημαίνει, απλώς, ότι το πεδίο τους δεν έχει ακόμη αποκτήσει εκείνο το επίπεδο εννοιολογικής και μεθοδολογικής αυστηρότητας που θα επέτρεπε τη χρήση του όρου «επιστήμη» με ισχυρή έννοια.
Η έννοια που πιθανότατα θα βρεθεί στον πυρήνα μιας μελλοντικής θεμελίωσης είναι η έννοια της δύναμης-αλληλεπίδρασης.
Οι μεγάλες θεωρίες της κοινωνίας, από την αρχαιότητα έως τη μαρξική και τη νεωτερική κοινωνιολογική παράδοση, περιστρέφονται γύρω από αυτήν χωρίς να έχουν κατορθώσει να την ορίσουν με την ακρίβεια που πέτυχε η νεότερη φυσική στις δικές της θεμελιακές περιοχές.
Το γεγονός αυτό δεν σημαίνει ότι οι κοινωνικές θεωρίες είναι άνευ αξίας.
Σημαίνει ότι παραμένουν, σε αποφασιστικό βαθμό, σε προθεμελιωτικό στάδιο.
Το χάσμα γίνεται ορατό όταν συγκριθεί το κοινωνικό πεδίο με τη φυσική επιστήμη.
Η φυσική συγκρότησε μια αυστηρή έννοια δύναμης, αλληλεπίδρασης και πεδίου, έστω μέσα σε ανοιχτές ακόμα θεωρητικές συγκρούσεις ως προς την ενοποίηση των θεμελιωδών αλληλεπιδράσεων.
Αντίθετα, στις κοινωνικές επιστήμες η «δύναμη», η «ισχύς», η «εργατική δύναμη» και οι συναφείς όροι λειτουργούν συχνά ως νεφελώδεις σημασιακές περιοχές, όχι ως αυστηρά θεμελιωμένες έννοιες.
Εδώ βρίσκεται και η σημασία του διαλεκτικού υλισμού.
Υπήρξε η μόνη απόπειρα οικοδόμησης καθολικού, ρωμαλέου επιστημονικού κόσμου ικανού να συνδέσει κοινωνία, ιστορία και οντολογία.
Όμως το εγχείρημα αυτό συνάντησε σοβαρά όρια, τόσο στο κοσμολογικό επίπεδο όσο και στην πολιτική οικονομία.
Η συμβολή του Λένιν στο Υλισμός και εμπειριοκριτικισμός υπήρξε αποφασιστική ως πολεμική απέναντι στον ιδεαλισμό και τον υποκειμενισμό, αλλά το γεγονός αυτό δεν αρκεί για να κλείσει οριστικά τα ερωτήματα που άνοιξαν η μεταγενέστερη φυσική και οι μετασχηματισμοί του ίδιου του καπιταλισμού.
Η έννοια της δύναμης-αλληλεπίδρασης λείπει, συνεπώς, όχι ως λέξη αλλά ως μετρήσιμος και θεμελιωμένος καθορισμός.
Αυτό ακριβώς επιτρέπει στις αστικές θεωρίες να κατασκευάζουν σοφιστικές περιγραφές της κοινωνικής ισχύος και της αξίας, ενώ επιτρέπει ταυτόχρονα και στον μαρξισμό να επαναπαύεται σε σχετικές νίκες εναντίον θεωριών τόσο αδύναμων, ώστε η κατάρριψή τους να μη συνεπάγεται αναγκαία πρόοδο της δικής του θεωρητικής βάσης.
*
3. Η υπόσταση και η κακοποίηση της νεότερης μεταφυσικής.
Η έννοια της υπόστασης κατέχει κεντρική θέση στη νεότερη φιλοσοφία, επειδή ακριβώς βρίσκεται στο σημείο διασταύρωσης του νοητικού και του πραγματικού.
Η σημασία της δεν είναι απλώς λογική.
Είναι οντολογική και πρακτική.
Στη γερμανική ιδεαλιστική παράδοση, η ερμηνεία της υπόστασης καθορίζεται αποφασιστικά από την προτεραιότητα του υποκειμενικού-νοητικού στοιχείου.
Αυτό παρήγαγε μεγάλα θεωρητικά αποτελέσματα, αλλά και σοβαρές ερμηνευτικές στρεβλώσεις.
Η περίπτωση του Σπινόζα είναι ενδεικτική.
Στον Σπινόζα, η υπόσταση δεν είναι απλώς αντικείμενο εξωτερικής εξέτασης της διάνοιας.
Δεν είναι μια ουσία που αποκτά εννοητότητα μόνο μέσω εξωτερικής διανοητικής πρόσληψης.
Είναι η ίδια το ον καθαυτό, το οποίο εκφράζεται σε κατηγορήματα και τρόπους χωρίς η τροπικότητα να συνιστά κατώτερο οντολογικό επίπεδο.
Η εγελιανή απορρόφηση του σπινοζικού σχήματος μέσα στην κίνηση της έννοιας συχνά αλλοιώνει αυτή την οριζόντια εκφραστική ολότητα.
Η ερμηνευτική βία γίνεται ιδιαίτερα εμφανής όταν η νοητική πρόσληψη της υπόστασης μετασχηματίζεται σε αποκλειστικά διανοητικό καθεστώς νοήματος.
Το αποτέλεσμα είναι να εξαφανίζεται η αντικειμενική πραγματικότητα ως εξω-υποκειμενικό ον.
Εδώ πρέπει να επιμείνει κανείς.
Η σπινοζική ενότητα σκέψης και έκτασης δεν συνεπάγεται νοητικοποίηση του όντος.
Συνεπάγεται, αντιθέτως, μια μη ιεραρχική πολλαπλότητα τρόπων έκφρασης της ίδιας υποστασιακής καθολικότητας.
*
4. Η αφαίρεση και το ψευδο-συγκεκριμένο.
Η κριτική του αφηρημένου δεν οδηγεί αναγκαστικά σε αληθινό συγκεκριμένο.
Αυτό είναι το πρώτο που πρέπει να αποσαφηνιστεί.
Η αφαίρεση δεν αίρεται ούτε με την παραμονή στην αφηρημένη καθολικότητα ούτε με μια βίαιη στροφή προς το αδιαμεσολάβητο «πράγμα».
Το συγκεκριμένο δεν είναι ό,τι αντιτίθεται ακαριαία στην αφαίρεση, αλλά εκείνο που την έχει ήδη διαπεράσει και υπερβεί.
Στη σύγχρονη φιλοσοφική και πολιτική γλώσσα, ο όρος «συγκεκριμένο» χρησιμοποιείται συχνά ως πολεμικό όπλο κατά της ίδιας της θεωρίας.
Κάθε αναφορά στην πράξη, στο άμεσο, στην πραγματικότητα, λειτουργεί σαν εκπυρσοκρότηση εναντίον της διαλεκτικής διαμεσολάβησης.
Έτσι, το συγκεκριμένο εξοντώνεται ακριβώς στο όνομά του.
Από τη μία πλευρά, οι υπερασπιστές της αφηρημένης καθολικότητας απορρίπτουν κάθε κριτική της.
Από την άλλη, οι αντι-οικουμενισμοί, παλαιοί ή νέοι, ανακηρύσσουν ως συγκεκριμένο κάθε αδιαμεσολάβητη ταυτότητα.
Το παράδειγμα του χρήματος είναι αποκαλυπτικό.
Η διαλεκτική κριτική της αφαιρετικής οικουμενικότητας του χρήματος μπορεί να πολεμηθεί τόσο από τον φιλελεύθερο υπερασπιστή της αφηρημένης ανταλλακτικότητας όσο και από τον αντιδραστικό εχθρό κάθε οικουμενικότητας.
Έτσι δημιουργείται η παράδοξη σκηνή όπου δύο αντίπαλοι φασισμοί τρέφονται από το ίδιο κέντρο σύγκρουσης: την αφαίρεση και την άρση της.
*
5. Ένταση, ισχύς και η ιδιαιτερότητα του εμβίου.
Η ισχύς μιας αφηρημένης μονάδας ύπαρξης δεν μπορεί να νοηθεί αποκλειστικά με φυσικομηχανικούς όρους.
Η έντασή της εκφράζει την εσωτερική ενότητα ποσοτικού μεγέθους και ιδιαίτερων ποιοτικών προσδιορισμών.
Αυτό ισχύει κατεξοχήν όταν περνάμε από τον τυπικά μη έμβιο στο έμβιο πεδίο.
Στο έμβιο, ορισμένοι ποιοτικοί καθορισμοί αυτονoμούνται και αποκτούν επιτελεστική σημασία που δεν έχουν, τουλάχιστον με τον ίδιο τρόπο, στον μη έμβιο κόσμο.
Η εντατικοποίηση ενός τέτοιου στοιχείου δεν είναι απλή αύξηση μιας ιδιότητας.
Είναι αυτο-ενεργοποίηση.
Αυτό σημαίνει ότι το έμβιο μπορεί να υπάρξει ως σχετική αυτονόμηση στοιχείων της γενικής ουσίας των πραγμάτων.
Από εδώ αρχίζει να αποκτά κεντρική σημασία η ετεροκαταστροφική ικανότητα.
Πολλά έμβια όντα εξαρτούν την αυτοσυντήρησή τους από την καταστροφή άλλων έμβιων όντων.
Στον άνθρωπο, όμως, αυτή η δυνατότητα συνδυάζεται με τη νοητική ικανότητα και με την παραγωγή εργαλείων.
Το αποτέλεσμα είναι η δυνατότητα όχι μόνο καταστροφής, αλλά και συστηματικής άντλησης αλλότριας ζωϊκής ενέργειας μέσω καθυπόταξης, οικειοποίησης σκοπού και ιδιοποίησης προϊόντος.
Η εξημέρωση, η δουλεία, η εκμετάλλευση και η πειθαρχική βία αποτελούν εκφράσεις αυτής της ενότητας.
Ο άνθρωπος, υπό αυτή την έννοια, είναι το μόνο έμβιο που στρέφεται συστηματικά εναντίον των ομοειδών του όχι απλώς για επιβίωση, αλλά για εκμετάλλευση, οργάνωση κυριαρχίας και καθολικοποίηση της άντλησης.
Στην καπιταλιστική εποχή, η τάση αυτή γενικεύεται και εκλεπτύνεται.
Ο καπιταλισμός δεν είναι απλώς οικονομικό σύστημα.
Είναι η καθολική μορφή ετεροφαγίας, ετεροάντλησης και ετεροκαταστροφής.
*
6. Υπερίσχυση και το ειδικό στοιχείο της ισχύος.
Η ανθρώπινη υπερίσχυση είναι η εντατική όψη αγώνων που έχουν ως επίκεντρο τη δύναμη.
Η ένταση, εδώ, δεν είναι απλώς αύξηση ποσότητας.
Είναι η ενότητα μεγέθους και ειδικού στοιχείου το οποίο, μολονότι δεν εξαντλεί την ουσία της μορφής, καθίσταται αποφασιστικό για τη λειτουργία της.
Η υπερίσχυση δεν είναι ένας οποιοσδήποτε δείκτης αποτελέσματος.
Σε ορισμένα κοινωνικά συστήματα, η ισχύς τείνει να αυτονoμείται και να αποκτά κανονιστική πρωτοκαθεδρία.
Αυτό γίνεται ιδίως αισθητό στις ταξικές κοινωνίες, όπου η κυρίαρχη τάξη δεν είναι απλώς οικονομικός μηχανισμός άντλησης υπερ-εργασίας, αλλά ειδικό σώμα κυριαρχίας που διοικεί το συνολικό σώμα της κοινωνίας.
Η αρχέγονη ανάδυση της άρχουσας τάξης δεν μπορεί να αποσπαστεί από τη συνύφανσή της με τον πόλεμο και τη θρησκεία.
Η πολεμική αριστοκρατία και το ιερατικό στοιχείο δεν αποτελούν δευτερεύουσες συνοδείες της ταξικής εξουσίας.
Αποτελούν καταστατικές μορφές της.
*
7. Η μετάβαση από την αταξική πολυπλοκότητα στην ταξική απλότητα.
Το πρώτο μεγάλο παράδοξο στη μελέτη των πρωταρχικών κοινοτήτων είναι ότι η έξοδος από την ιερή πολυπλοκότητα της αταξικής κοινωνίας προς τη χυδαία απλότητα της ταξικής κοινωνίας δεν μπορεί να εξηγηθεί με απλοϊκά σχήματα προόδου.
Αν ο ερευνητής εγκαταλείψει την προοδευτική αλαζονεία, έρχεται αντιμέτωπος με την ανάγκη να εξηγήσει πώς μια σύνθετη κοινωνικο-συμβολική ολότητα αποσυντέθηκε σε χωριστές, ιεραρχικές και σχετικά απλούστερες δομές.
Το πρόβλημα δεν τελειώνει στη μεταβατική φάση.
Πρέπει επίσης να εξηγηθεί πώς η ταξική κοινωνία, μολονότι χυδαία και απλουστευτική ως προς τη βασική της αρχή, διατηρεί και αυτή μορφές διαμεσολαβητικής πολυπλοκότητας.
Εδώ εμφανίζεται η υπόθεση ότι το υπερ-διαμεσολαβητικό στοιχείο ίσως αποτελεί τον αληθινό φορέα επιβίωσης της αρχέγονης κοινοτικής ευγένειας μέσα στη μακρά ιστορία των ταξικών κοινωνιών.
Αν αυτό ισχύει, τότε και ο ίδιος ο όρος «κομμουνισμός» καθίσταται προβληματικός, όχι επειδή είναι ψευδής, αλλά επειδή ίσως φέρει ακόμη τη σφραγίδα της ιστορικής απλούστευσης που θέλει να υπερβεί. Το ερώτημα τότε μετασχηματίζεται.
Υπάρχει μια δι-ιστορική διαλεκτική που να εξηγεί μαζί τόσο την κοινοτική πολυπλοκότητα όσο και την ταξική απλότητα; Και αν υπάρχει, γιατί ο αναγκαίος δρόμος της ανθρωπότητας πήρε τη μορφή του χειρότερου δυνατού περάσματος;
Η νεωτερική μετάβαση προς αταξικές μορφές δεν επαναλαμβάνει συμμετρικά την πρώτη ιστορική μετάβαση.
Η φορά είναι αντίστροφη.
Στην πρώτη περίπτωση έχουμε μετάβαση από πολυπλοκότητα σε χωριστή απλότητα.
Στη δεύτερη, η δυνατότητα μετάβασης βρίσκεται στην κίνηση από τη χωριστή δομικότητα προς μια νέα, ριζική ολότητα αδιαχώριστου χαρακτήρα.
Αυτή ακριβώς η συνειδητοποίηση μπορεί να λειτουργήσει ως πολιτικός οδηγός.
*
8. Η οιονεί δυστυχισμένη συνείδηση των ταξικών κοινωνιών.
Οι ταξικές κοινωνίες παράγουν μια ιδιότυπη μορφή δυστυχισμένης συνείδησης, όχι μόνο στο επίπεδο του ατόμου αλλά και στο επίπεδο της κοινωνικής υπόστασης.
Από αυτήν εκπορεύεται μια τεράστια επικράτεια φαινομένων που εκτείνεται στα όρια ενός σώματος κυριαρχίας και ενός διανοητικού μηχανισμού ο οποίος, μολονότι φαινομενικά απεριόριστος, είναι γεμάτος όρια ως προς τη σύλληψη του κοινωνικο-φυσικού και κοινωνικο-ψυχικού όντος.
Σε αντίθεση με τις πρωταρχικές κοινότητες, όπου οι κρίσεις μπορούσαν να επανενταχθούν σε ένα κοινό παραληρηματικό και συμβολικό συνεχές χωρίς πλήρη διάρρηξη της κοινωνιο-ψυχικής συνοχής, οι ταξικές κοινωνίες απαντούν στη διάσπαση με περαιτέρω διάσπαση.
Διαχωρίζουν το ήδη διαχωρισμένο, θεραπεύουν οξύνοντας, οργανώνουν την παθολογία ως θεσμό.
Έτσι προκύπτει ολόκληρο φάσμα «παροξυντικών θεραπειών»: οικονομικών, βιολογικών, ψυχιατρικών, στρατιωτικοπολιτικών.
Μέθοδοι που θα μπορούσαν να είναι ουδέτερες μετατρέπονται σε τεχνικές κυριαρχίας, επειδή υπηρετούν την κορύφωση του διαχωρισμού.
Όπου δεν υπάρχει ενιαίος Λόγος των λόγων, ενιαίος χώρος των χώρων και ενιαίος χρόνος των χρόνων, απομένει ως μοναδικός θεσμοποιημένος τρόπος ικανοποίησης της ανάγκης η ίδια η επιτάχυνση του διαχωρισμού.
9. Το σώμα κυριαρχίας και το κράτος
Το σώμα κυριαρχίας δεν ταυτίζεται χωρίς υπόλοιπο με το κράτος.
Η έννοια του κράτους προϋποθέτει ορισμένο επίπεδο αυτονόμησης του διοικητικού μηχανισμού από την κοινωνία, καθώς και ειδική οργάνωσή του γύρω από τη διαχείριση και καθυπόταξη της εργασιακής δύναμης.
Δεν αρκεί, συνεπώς, κάθε μορφή εξουσίας για να μιλήσουμε για κρατικότητα.
Το κράτος εμφανίζεται εκεί όπου η εργασία έχει ήδη διασπαστεί σε δύναμη-δυνατότητα και ενέργεια-πράξη, και όπου ο εργαζόμενος έχει αποστερηθεί σε ικανό βαθμό τους αντικειμενικούς όρους της παραγωγής του.
Χωρίς τέτοιες μορφές αποστέρησης, μπορεί να υπάρχει ληστρική, πολεμική ή ιερατική εξουσία, όχι όμως ακόμη κράτος με πλήρη έννοια.
Το σώμα κυριαρχίας είναι ευρύτερη έννοια.
Περιλαμβάνει τη βία, τη δολοφονική θεωρία, την επιτελεστική αγριότητα και την πρωτογενή αυτοεπιβεβαίωση της εξουσίας.
Η κρατικότητα δεν αναιρεί αυτό το σώμα.
Το εξορθολογίζει, το οργανώνει και το παρατείνει.
Γι’ αυτό, σε περιόδους συντριπτικής κρατικής επικράτησης, το σώμα κυριαρχίας μπορεί να επιστρέφει ως μύθος ανατροπής, επανάστασης ή ακόμη και αντιδραστικής αντεπανάστασης με αυθεντικά επαναστατικά γνωρίσματα.
*
10. Η εργασιακή δύναμη και η αποξένωση της ουσίας.
Η εργασιακή δύναμη γίνεται ιστορικά ορατή όταν η εργασία διαχωρίζεται από τους αντικειμενικούς όρους της ουσίας της.
Το ίδιο ισχύει για τη σωματικότητα του ανθρώπινου υποκειμένου.
Η ουσία εμφανίζεται ως «ξέχωρη» όταν ο φορέας της έχει αποκοπεί από την αντικειμενική εξωτερικότητα που τη συναποτελεί.
Η κατεξοχήν ιστορική μορφή αυτής της διαδικασίας είναι η εργατική τάξη μέσα στον καπιταλισμό.
Απέναντι στις ρομαντικές καταγγελίες της βιομηχανικής εργατικής τάξης ως έκπτωσης της ανθρωπινότητας, η επαναστατική θεωρία προτείνει το αντίθετο.
Η καθολική αποστέρηση δεν είναι μόνο απώλεια.
Είναι και το σημείο από το οποίο καθίσταται δυνατή η καθολική επανάκτηση.
Η εργατική τάξη, ως φορέας της γενικής αποξένωσης, είναι ταυτόχρονα το μόνο υποκειμενικό σώμα που δύναται να επανενωθεί με την ολότητα της παραγωγής και να την αναδιατάξει.
Το σύνθημα «Κάτω το σύστημα της μισθωτής εργασίας» συμπυκνώνει αυτή τη διττή άρση.
Δεν σημαίνει απλώς κατάργηση της ιδιωτικής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής.
Σημαίνει επίσης άρση της εμπορευματοποίησης της εργατικής δύναμης και, μαζί της, άρση του υποκειμενισμού ως φιλοσοφικού συστήματος που ιεροποιεί την αποκοπή του υποκειμένου από τους αντικειμενικούς όρους της ουσίας του.
Η αποξένωση αυτή έχει δύο μορφές.
Πρώτον, την ύπαρξη της εργατικής δύναμης ως εμπορεύματος.
Δεύτερον, την αποστέρηση του εργαζομένου από τα υλικά μέσα παραγωγής.
Οι δύο μορφές δεν είναι παράλληλες.
Είναι εκδηλώσεις της ίδιας ιστορικής ουσίας, δηλαδή του πλήρους διαχωρισμού της εργασιακής υποκειμενικότητας από τον αντικειμενικό της εαυτό.
*
11. Η άρση των κοινωνικών διαχωρισμών και ο συγκεκριμένος κομμουνισμός.
Η κατάργηση των κοινωνικών διαχωρισμών δεν επιτυγχάνεται με μια απλή, αφηρημένη γενική δύναμη. Ούτε η παραγωγική κοινωνικοποίηση, λαμβανόμενη αφηρημένα, αρκεί.
Η κοινωνικοποιητική δύναμη των εργαζομένων αίρει τους διαχωρισμούς μόνο όταν υπάγει σε άμεση παραγωγική διεργασία κάθε μορφή αφαίρεσης, συμπεριλαμβανομένης της ίδιας της αφηρημένης κοινωνικοποιητικής δύναμης.
Το ίδιο ισχύει για την ανταλλαγή και την κατανομή.
Δεν καταργούνται απλώς επειδή γενικεύονται υπό κοινωνικό έλεγχο.
Αίρονται μόνο όταν η αφηρημένη άρνησή τους μετασχηματίζεται σε συγκεκριμένη άρση.
Με άλλα λόγια, όταν η αφηρημένη κοινωνική παραγωγή παύει να υφίσταται ως αφηρημένη και υποτάσσεται στα συγκεκριμένα στοιχεία και στους πραγματικούς επιμερισμούς της.
Γι’ αυτό ο κεντρικός σχεδιασμός, ως αφηρημένη αρχή επανάκτησης των χαοτικών διεργασιών της αγοράς, δεν είναι τίποτε αν δεν στηριχθεί άμεσα στον συγκεκριμένο κομμουνισμό των ενικοτήτων της παραγωγής.
Ο κομμουνισμός δεν μπορεί να παραπεμφθεί στο απώτατο μέλλον ως τελικό κανονιστικό ιδεώδες. Οφείλει να αρχίζει από τώρα, μέσα στους ίδιους τους ποιοτικούς τόπους της κοινωνικής παραγωγής, αλλιώς εκφυλίζεται σε νέα αφηρημένη κυριαρχία.