Κυριακή 5 Απριλίου 2026

11 απορητικές προβληματικές για στρατηγικά θεωρητικά αδιέξοδα


Πρόλογος

Το παρόν κείμενο δεν προτείνει κλειστό σύστημα, ούτε υπόσχεται την παρηγορία μιας τελικής σύνθεσης. Συγκροτείται ως σειρά απορητικών θέσεων γύρω από ορισμένα στρατηγικά θεωρητικά αδιέξοδα της διαλεκτικής, της κοινωνικής επιστήμης, της οντολογίας, της ισχύος, της ταξικής μετάβασης και της εργασιακής δύναμης. 

Η πρόθεσή του δεν είναι να προσφέρει μια νέα μεταφυσική εγγύηση της ιστορίας, αλλά να αναδείξει τις ζώνες εκείνες όπου η θεωρία συναντά τα όριά της και όπου η πολιτική πράξη, αντί να φωτίζεται, συχνά συγκαλύπτεται από τα ίδια της τα σχήματα.

Το ενοποιητικό νήμα των έντεκα αυτών προβληματικών είναι απλό. 

Καμία έννοια, ούτε καν η διαλεκτική, δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως αυτονόητος δρόμος διεξόδου. Καμία επιστήμη του κοινωνικού δεν δικαιούται σήμερα να μιλά με το κύρος της θεμελιωμένης επιστήμης χωρίς να λογοδοτεί για τα στοιχειώδη της προβλήματα. 

Καμία θεωρία της ισχύος, της κυριαρχίας, της εργασίας ή της μετάβασης δεν μπορεί να παραμένει ασαφής ως προς τις υλικές της προϋποθέσεις και, συγχρόνως, να αξιώνει στρατηγική δεσμευτικότητα.
 
1. Η διαλεκτική ως δυνατό αδιέξοδο
Η διαλεκτική δεν συνιστά από μόνη της λύση. 
Δεν είναι φυσική νομοτέλεια σωτηρίας, ούτε λογική εγγύηση υπέρβασης. 
Μπορεί κάλλιστα να αποτελεί το νοηματικό περίβλημα μιας καταστροφικής διαδικασίας χωρίς διέξοδο. 
Δεν υπάρχει κανένας υπερκείμενος Λόγος που να διασφαλίζει εκ των προτέρων ότι η αντίφαση θα εκβάλει σε ανώτερη μορφή. 
Ούτε, αντιστρόφως, υπάρχει λόγος που να επιβάλλει ότι κάθε διαλεκτική κίνηση είναι καταδικασμένη να παραμένει εγκλωβισμένη στην ίδια αρνητικότητα. 
Το ερώτημα παραμένει ανοιχτό.
Εάν συνοψιστεί στοιχειωδώς, η διαλεκτική μπορεί να οριστεί ως εμμενής διαδικασία μέσα από την οποία ένα σύστημα, αυτο-αντιφασκόμενο, εκβάλλει σε ένα άλλο. 
Το κρίσιμο, όμως, είναι ότι αυτό το «άλλο» δεν μπορεί να προκαθοριστεί με πλήρεις, μη προβληματικούς θετικούς όρους. 
Συνεπώς, η μετάβαση δεν εγγυάται καθόλου άρση του γενικού περιορισμού που χαρακτήριζε το προηγούμενο σύστημα. 
Ένα νέο σύστημα μπορεί να διαφέρει ριζικά ως προς την εσωτερική του διάταξη και ωστόσο να αναπαράγει, σε άλλη μορφή, τον ίδιο γενικό τροπισμό κυριαρχίας της εσωτερικότητας επί της εξωτερικότητας.
Από αυτό προκύπτει μια αυστηρή συνέπεια. 
Η αναδιάταξη ή ακόμη και η ανατρεπτική μεταδόμηση ενός συστήματος δεν αρκεί, εφόσον δεν θίγεται η γενική σχέση μέσω της οποίας η συστημική εσωτερικότητα υποτάσσει την εξωτερικότητα. 
Σε μια τέτοια περίπτωση, τα γνωρίσματα που οδήγησαν το σύστημα σε καταστροφικό ιστορικό συμβάν διατηρούνται κάτω από νέες μορφές. 
Η σημερινή ιστορική συγκυρία καθιστά αυτή τη δυνατότητα υπερθετικά επικίνδυνη, επειδή τα ανθρώπινα συστήματα φέρουν πλέον την καταστροφική δυνατότητα σε κλίμακα συνολική.
2. Οι κοινωνικές επιστήμες και το ανεκπλήρωτο αίτημα της θεμελίωσης.
Πριν προσδιοριστεί οποιαδήποτε θέση απέναντι στο περιεχόμενο των κοινωνικών επιστημών, προηγείται ένα αυστηρότερο ερώτημα. 
Είναι πράγματι σήμερα επιστήμες; 
Η απάντηση που υποστηρίζεται εδώ είναι αρνητική. 
Η άρνηση αυτή δεν σημαίνει ούτε προκαθορισμό του μέλλοντός τους ούτε ισοπέδωση όλων των επιμέρους προσπαθειών. 
Σημαίνει, απλώς, ότι το πεδίο τους δεν έχει ακόμη αποκτήσει εκείνο το επίπεδο εννοιολογικής και μεθοδολογικής αυστηρότητας που θα επέτρεπε τη χρήση του όρου «επιστήμη» με ισχυρή έννοια.

Η έννοια που πιθανότατα θα βρεθεί στον πυρήνα μιας μελλοντικής θεμελίωσης είναι η έννοια της δύναμης-αλληλεπίδρασης. 

Οι μεγάλες θεωρίες της κοινωνίας, από την αρχαιότητα έως τη μαρξική και τη νεωτερική κοινωνιολογική παράδοση, περιστρέφονται γύρω από αυτήν χωρίς να έχουν κατορθώσει να την ορίσουν με την ακρίβεια που πέτυχε η νεότερη φυσική στις δικές της θεμελιακές περιοχές. 
Το γεγονός αυτό δεν σημαίνει ότι οι κοινωνικές θεωρίες είναι άνευ αξίας. 
Σημαίνει ότι παραμένουν, σε αποφασιστικό βαθμό, σε προθεμελιωτικό στάδιο.
Το χάσμα γίνεται ορατό όταν συγκριθεί το κοινωνικό πεδίο με τη φυσική επιστήμη. 
Η φυσική συγκρότησε μια αυστηρή έννοια δύναμης, αλληλεπίδρασης και πεδίου, έστω μέσα σε ανοιχτές ακόμα θεωρητικές συγκρούσεις ως προς την ενοποίηση των θεμελιωδών αλληλεπιδράσεων. 
Αντίθετα, στις κοινωνικές επιστήμες η «δύναμη», η «ισχύς», η «εργατική δύναμη» και οι συναφείς όροι λειτουργούν συχνά ως νεφελώδεις σημασιακές περιοχές, όχι ως αυστηρά θεμελιωμένες έννοιες.
Εδώ βρίσκεται και η σημασία του διαλεκτικού υλισμού. 
Υπήρξε η μόνη απόπειρα οικοδόμησης καθολικού, ρωμαλέου επιστημονικού κόσμου ικανού να συνδέσει κοινωνία, ιστορία και οντολογία. 
Όμως το εγχείρημα αυτό συνάντησε σοβαρά όρια, τόσο στο κοσμολογικό επίπεδο όσο και στην πολιτική οικονομία. 
Η συμβολή του Λένιν στο Υλισμός και εμπειριοκριτικισμός υπήρξε αποφασιστική ως πολεμική απέναντι στον ιδεαλισμό και τον υποκειμενισμό, αλλά το γεγονός αυτό δεν αρκεί για να κλείσει οριστικά τα ερωτήματα που άνοιξαν η μεταγενέστερη φυσική και οι μετασχηματισμοί του ίδιου του καπιταλισμού.
Η έννοια της δύναμης-αλληλεπίδρασης λείπει, συνεπώς, όχι ως λέξη αλλά ως μετρήσιμος και θεμελιωμένος καθορισμός. 
Αυτό ακριβώς επιτρέπει στις αστικές θεωρίες να κατασκευάζουν σοφιστικές περιγραφές της κοινωνικής ισχύος και της αξίας, ενώ επιτρέπει ταυτόχρονα και στον μαρξισμό να επαναπαύεται σε σχετικές νίκες εναντίον θεωριών τόσο αδύναμων, ώστε η κατάρριψή τους να μη συνεπάγεται αναγκαία πρόοδο της δικής του θεωρητικής βάσης.
3. Η υπόσταση και η κακοποίηση της νεότερης μεταφυσικής.
Η έννοια της υπόστασης κατέχει κεντρική θέση στη νεότερη φιλοσοφία, επειδή ακριβώς βρίσκεται στο σημείο διασταύρωσης του νοητικού και του πραγματικού. 
Η σημασία της δεν είναι απλώς λογική. 
Είναι οντολογική και πρακτική. 
Στη γερμανική ιδεαλιστική παράδοση, η ερμηνεία της υπόστασης καθορίζεται αποφασιστικά από την προτεραιότητα του υποκειμενικού-νοητικού στοιχείου. 
Αυτό παρήγαγε μεγάλα θεωρητικά αποτελέσματα, αλλά και σοβαρές ερμηνευτικές στρεβλώσεις.
Η περίπτωση του Σπινόζα είναι ενδεικτική. 
Στον Σπινόζα, η υπόσταση δεν είναι απλώς αντικείμενο εξωτερικής εξέτασης της διάνοιας. 
Δεν είναι μια ουσία που αποκτά εννοητότητα μόνο μέσω εξωτερικής διανοητικής πρόσληψης. 
Είναι η ίδια το ον καθαυτό, το οποίο εκφράζεται σε κατηγορήματα και τρόπους χωρίς η τροπικότητα να συνιστά κατώτερο οντολογικό επίπεδο. 
Η εγελιανή απορρόφηση του σπινοζικού σχήματος μέσα στην κίνηση της έννοιας συχνά αλλοιώνει αυτή την οριζόντια εκφραστική ολότητα.
Η ερμηνευτική βία γίνεται ιδιαίτερα εμφανής όταν η νοητική πρόσληψη της υπόστασης μετασχηματίζεται σε αποκλειστικά διανοητικό καθεστώς νοήματος. 
Το αποτέλεσμα είναι να εξαφανίζεται η αντικειμενική πραγματικότητα ως εξω-υποκειμενικό ον. 
Εδώ πρέπει να επιμείνει κανείς. 
Η σπινοζική ενότητα σκέψης και έκτασης δεν συνεπάγεται νοητικοποίηση του όντος. 
Συνεπάγεται, αντιθέτως, μια μη ιεραρχική πολλαπλότητα τρόπων έκφρασης της ίδιας υποστασιακής καθολικότητας. 
*
4. Η αφαίρεση και το ψευδο-συγκεκριμένο.
Η κριτική του αφηρημένου δεν οδηγεί αναγκαστικά σε αληθινό συγκεκριμένο. 
Αυτό είναι το πρώτο που πρέπει να αποσαφηνιστεί. 
Η αφαίρεση δεν αίρεται ούτε με την παραμονή στην αφηρημένη καθολικότητα ούτε με μια βίαιη στροφή προς το αδιαμεσολάβητο «πράγμα». 
Το συγκεκριμένο δεν είναι ό,τι αντιτίθεται ακαριαία στην αφαίρεση, αλλά εκείνο που την έχει ήδη διαπεράσει και υπερβεί.
Στη σύγχρονη φιλοσοφική και πολιτική γλώσσα, ο όρος «συγκεκριμένο» χρησιμοποιείται συχνά ως πολεμικό όπλο κατά της ίδιας της θεωρίας. 
Κάθε αναφορά στην πράξη, στο άμεσο, στην πραγματικότητα, λειτουργεί σαν εκπυρσοκρότηση εναντίον της διαλεκτικής διαμεσολάβησης. 
Έτσι, το συγκεκριμένο εξοντώνεται ακριβώς στο όνομά του. 
Από τη μία πλευρά, οι υπερασπιστές της αφηρημένης καθολικότητας απορρίπτουν κάθε κριτική της. 
Από την άλλη, οι αντι-οικουμενισμοί, παλαιοί ή νέοι, ανακηρύσσουν ως συγκεκριμένο κάθε αδιαμεσολάβητη ταυτότητα.
Το παράδειγμα του χρήματος είναι αποκαλυπτικό. 
Η διαλεκτική κριτική της αφαιρετικής οικουμενικότητας του χρήματος μπορεί να πολεμηθεί τόσο από τον φιλελεύθερο υπερασπιστή της αφηρημένης ανταλλακτικότητας όσο και από τον αντιδραστικό εχθρό κάθε οικουμενικότητας. 
Έτσι δημιουργείται η παράδοξη σκηνή όπου δύο αντίπαλοι φασισμοί τρέφονται από το ίδιο κέντρο σύγκρουσης: την αφαίρεση και την άρση της.
*
5. Ένταση, ισχύς και η ιδιαιτερότητα του εμβίου.
Η ισχύς μιας αφηρημένης μονάδας ύπαρξης δεν μπορεί να νοηθεί αποκλειστικά με φυσικομηχανικούς όρους. 
Η έντασή της εκφράζει την εσωτερική ενότητα ποσοτικού μεγέθους και ιδιαίτερων ποιοτικών προσδιορισμών. 
Αυτό ισχύει κατεξοχήν όταν περνάμε από τον τυπικά μη έμβιο στο έμβιο πεδίο.
Στο έμβιο, ορισμένοι ποιοτικοί καθορισμοί αυτονoμούνται και αποκτούν επιτελεστική σημασία που δεν έχουν, τουλάχιστον με τον ίδιο τρόπο, στον μη έμβιο κόσμο. 
Η εντατικοποίηση ενός τέτοιου στοιχείου δεν είναι απλή αύξηση μιας ιδιότητας. 
Είναι αυτο-ενεργοποίηση. 
Αυτό σημαίνει ότι το έμβιο μπορεί να υπάρξει ως σχετική αυτονόμηση στοιχείων της γενικής ουσίας των πραγμάτων.
Από εδώ αρχίζει να αποκτά κεντρική σημασία η ετεροκαταστροφική ικανότητα. 
Πολλά έμβια όντα εξαρτούν την αυτοσυντήρησή τους από την καταστροφή άλλων έμβιων όντων. 
Στον άνθρωπο, όμως, αυτή η δυνατότητα συνδυάζεται με τη νοητική ικανότητα και με την παραγωγή εργαλείων. 
Το αποτέλεσμα είναι η δυνατότητα όχι μόνο καταστροφής, αλλά και συστηματικής άντλησης αλλότριας ζωϊκής ενέργειας μέσω καθυπόταξης, οικειοποίησης σκοπού και ιδιοποίησης προϊόντος. 
Η εξημέρωση, η δουλεία, η εκμετάλλευση και η πειθαρχική βία αποτελούν εκφράσεις αυτής της ενότητας.
Ο άνθρωπος, υπό αυτή την έννοια, είναι το μόνο έμβιο που στρέφεται συστηματικά εναντίον των ομοειδών του όχι απλώς για επιβίωση, αλλά για εκμετάλλευση, οργάνωση κυριαρχίας και καθολικοποίηση της άντλησης. 
Στην καπιταλιστική εποχή, η τάση αυτή γενικεύεται και εκλεπτύνεται. 
Ο καπιταλισμός δεν είναι απλώς οικονομικό σύστημα. 
Είναι η καθολική μορφή ετεροφαγίας, ετεροάντλησης και ετεροκαταστροφής.
6. Υπερίσχυση και το ειδικό στοιχείο της ισχύος.
Η ανθρώπινη υπερίσχυση είναι η εντατική όψη αγώνων που έχουν ως επίκεντρο τη δύναμη. 
Η ένταση, εδώ, δεν είναι απλώς αύξηση ποσότητας. 
Είναι η ενότητα μεγέθους και ειδικού στοιχείου το οποίο, μολονότι δεν εξαντλεί την ουσία της μορφής, καθίσταται αποφασιστικό για τη λειτουργία της.
Η υπερίσχυση δεν είναι ένας οποιοσδήποτε δείκτης αποτελέσματος. 
Σε ορισμένα κοινωνικά συστήματα, η ισχύς τείνει να αυτονoμείται και να αποκτά κανονιστική πρωτοκαθεδρία. 
Αυτό γίνεται ιδίως αισθητό στις ταξικές κοινωνίες, όπου η κυρίαρχη τάξη δεν είναι απλώς οικονομικός μηχανισμός άντλησης υπερ-εργασίας, αλλά ειδικό σώμα κυριαρχίας που διοικεί το συνολικό σώμα της κοινωνίας.
Η αρχέγονη ανάδυση της άρχουσας τάξης δεν μπορεί να αποσπαστεί από τη συνύφανσή της με τον πόλεμο και τη θρησκεία. 
Η πολεμική αριστοκρατία και το ιερατικό στοιχείο δεν αποτελούν δευτερεύουσες συνοδείες της ταξικής εξουσίας. 
Αποτελούν καταστατικές μορφές της.
*
7. Η μετάβαση από την αταξική πολυπλοκότητα στην ταξική απλότητα.
Το πρώτο μεγάλο παράδοξο στη μελέτη των πρωταρχικών κοινοτήτων είναι ότι η έξοδος από την ιερή πολυπλοκότητα της αταξικής κοινωνίας προς τη χυδαία απλότητα της ταξικής κοινωνίας δεν μπορεί να εξηγηθεί με απλοϊκά σχήματα προόδου. 
Αν ο ερευνητής εγκαταλείψει την προοδευτική αλαζονεία, έρχεται αντιμέτωπος με την ανάγκη να εξηγήσει πώς μια σύνθετη κοινωνικο-συμβολική ολότητα αποσυντέθηκε σε χωριστές, ιεραρχικές και σχετικά απλούστερες δομές.
Το πρόβλημα δεν τελειώνει στη μεταβατική φάση. 
Πρέπει επίσης να εξηγηθεί πώς η ταξική κοινωνία, μολονότι χυδαία και απλουστευτική ως προς τη βασική της αρχή, διατηρεί και αυτή μορφές διαμεσολαβητικής πολυπλοκότητας. 
Εδώ εμφανίζεται η υπόθεση ότι το υπερ-διαμεσολαβητικό στοιχείο ίσως αποτελεί τον αληθινό φορέα επιβίωσης της αρχέγονης κοινοτικής ευγένειας μέσα στη μακρά ιστορία των ταξικών κοινωνιών.
Αν αυτό ισχύει, τότε και ο ίδιος ο όρος «κομμουνισμός» καθίσταται προβληματικός, όχι επειδή είναι ψευδής, αλλά επειδή ίσως φέρει ακόμη τη σφραγίδα της ιστορικής απλούστευσης που θέλει να υπερβεί. Το ερώτημα τότε μετασχηματίζεται. 
Υπάρχει μια δι-ιστορική διαλεκτική που να εξηγεί μαζί τόσο την κοινοτική πολυπλοκότητα όσο και την ταξική απλότητα; Και αν υπάρχει, γιατί ο αναγκαίος δρόμος της ανθρωπότητας πήρε τη μορφή του χειρότερου δυνατού περάσματος;
Η νεωτερική μετάβαση προς αταξικές μορφές δεν επαναλαμβάνει συμμετρικά την πρώτη ιστορική μετάβαση. 
Η φορά είναι αντίστροφη. 
Στην πρώτη περίπτωση έχουμε μετάβαση από πολυπλοκότητα σε χωριστή απλότητα. 
Στη δεύτερη, η δυνατότητα μετάβασης βρίσκεται στην κίνηση από τη χωριστή δομικότητα προς μια νέα, ριζική ολότητα αδιαχώριστου χαρακτήρα. 
Αυτή ακριβώς η συνειδητοποίηση μπορεί να λειτουργήσει ως πολιτικός οδηγός.
*
8. Η οιονεί δυστυχισμένη συνείδηση των ταξικών κοινωνιών.
Οι ταξικές κοινωνίες παράγουν μια ιδιότυπη μορφή δυστυχισμένης συνείδησης, όχι μόνο στο επίπεδο του ατόμου αλλά και στο επίπεδο της κοινωνικής υπόστασης. 
Από αυτήν εκπορεύεται μια τεράστια επικράτεια φαινομένων που εκτείνεται στα όρια ενός σώματος κυριαρχίας και ενός διανοητικού μηχανισμού ο οποίος, μολονότι φαινομενικά απεριόριστος, είναι γεμάτος όρια ως προς τη σύλληψη του κοινωνικο-φυσικού και κοινωνικο-ψυχικού όντος.
Σε αντίθεση με τις πρωταρχικές κοινότητες, όπου οι κρίσεις μπορούσαν να επανενταχθούν σε ένα κοινό παραληρηματικό και συμβολικό συνεχές χωρίς πλήρη διάρρηξη της κοινωνιο-ψυχικής συνοχής, οι ταξικές κοινωνίες απαντούν στη διάσπαση με περαιτέρω διάσπαση. 
Διαχωρίζουν το ήδη διαχωρισμένο, θεραπεύουν οξύνοντας, οργανώνουν την παθολογία ως θεσμό.
Έτσι προκύπτει ολόκληρο φάσμα «παροξυντικών θεραπειών»: οικονομικών, βιολογικών, ψυχιατρικών, στρατιωτικοπολιτικών. 
Μέθοδοι που θα μπορούσαν να είναι ουδέτερες μετατρέπονται σε τεχνικές κυριαρχίας, επειδή υπηρετούν την κορύφωση του διαχωρισμού. 
Όπου δεν υπάρχει ενιαίος Λόγος των λόγων, ενιαίος χώρος των χώρων και ενιαίος χρόνος των χρόνων, απομένει ως μοναδικός θεσμοποιημένος τρόπος ικανοποίησης της ανάγκης η ίδια η επιτάχυνση του διαχωρισμού.
 
9. Το σώμα κυριαρχίας και το κράτος
Το σώμα κυριαρχίας δεν ταυτίζεται χωρίς υπόλοιπο με το κράτος. 
Η έννοια του κράτους προϋποθέτει ορισμένο επίπεδο αυτονόμησης του διοικητικού μηχανισμού από την κοινωνία, καθώς και ειδική οργάνωσή του γύρω από τη διαχείριση και καθυπόταξη της εργασιακής δύναμης. 
Δεν αρκεί, συνεπώς, κάθε μορφή εξουσίας για να μιλήσουμε για κρατικότητα.
Το κράτος εμφανίζεται εκεί όπου η εργασία έχει ήδη διασπαστεί σε δύναμη-δυνατότητα και ενέργεια-πράξη, και όπου ο εργαζόμενος έχει αποστερηθεί σε ικανό βαθμό τους αντικειμενικούς όρους της παραγωγής του. 
Χωρίς τέτοιες μορφές αποστέρησης, μπορεί να υπάρχει ληστρική, πολεμική ή ιερατική εξουσία, όχι όμως ακόμη κράτος με πλήρη έννοια.
Το σώμα κυριαρχίας είναι ευρύτερη έννοια. 
Περιλαμβάνει τη βία, τη δολοφονική θεωρία, την επιτελεστική αγριότητα και την πρωτογενή αυτοεπιβεβαίωση της εξουσίας. 
Η κρατικότητα δεν αναιρεί αυτό το σώμα. 
Το εξορθολογίζει, το οργανώνει και το παρατείνει. 
Γι’ αυτό, σε περιόδους συντριπτικής κρατικής επικράτησης, το σώμα κυριαρχίας μπορεί να επιστρέφει ως μύθος ανατροπής, επανάστασης ή ακόμη και αντιδραστικής αντεπανάστασης με αυθεντικά επαναστατικά γνωρίσματα.
10. Η εργασιακή δύναμη και η αποξένωση της ουσίας.
Η εργασιακή δύναμη γίνεται ιστορικά ορατή όταν η εργασία διαχωρίζεται από τους αντικειμενικούς όρους της ουσίας της. 
Το ίδιο ισχύει για τη σωματικότητα του ανθρώπινου υποκειμένου. 
Η ουσία εμφανίζεται ως «ξέχωρη» όταν ο φορέας της έχει αποκοπεί από την αντικειμενική εξωτερικότητα που τη συναποτελεί. 
Η κατεξοχήν ιστορική μορφή αυτής της διαδικασίας είναι η εργατική τάξη μέσα στον καπιταλισμό.
Απέναντι στις ρομαντικές καταγγελίες της βιομηχανικής εργατικής τάξης ως έκπτωσης της ανθρωπινότητας, η επαναστατική θεωρία προτείνει το αντίθετο. 
Η καθολική αποστέρηση δεν είναι μόνο απώλεια. 
Είναι και το σημείο από το οποίο καθίσταται δυνατή η καθολική επανάκτηση. 
Η εργατική τάξη, ως φορέας της γενικής αποξένωσης, είναι ταυτόχρονα το μόνο υποκειμενικό σώμα που δύναται να επανενωθεί με την ολότητα της παραγωγής και να την αναδιατάξει.
Το σύνθημα «Κάτω το σύστημα της μισθωτής εργασίας» συμπυκνώνει αυτή τη διττή άρση. 
Δεν σημαίνει απλώς κατάργηση της ιδιωτικής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής. 
Σημαίνει επίσης άρση της εμπορευματοποίησης της εργατικής δύναμης και, μαζί της, άρση του υποκειμενισμού ως φιλοσοφικού συστήματος που ιεροποιεί την αποκοπή του υποκειμένου από τους αντικειμενικούς όρους της ουσίας του.
Η αποξένωση αυτή έχει δύο μορφές. 
Πρώτον, την ύπαρξη της εργατικής δύναμης ως εμπορεύματος. 
Δεύτερον, την αποστέρηση του εργαζομένου από τα υλικά μέσα παραγωγής. 
Οι δύο μορφές δεν είναι παράλληλες. 
Είναι εκδηλώσεις της ίδιας ιστορικής ουσίας, δηλαδή του πλήρους διαχωρισμού της εργασιακής υποκειμενικότητας από τον αντικειμενικό της εαυτό.
11. Η άρση των κοινωνικών διαχωρισμών και ο συγκεκριμένος κομμουνισμός.
Η κατάργηση των κοινωνικών διαχωρισμών δεν επιτυγχάνεται με μια απλή, αφηρημένη γενική δύναμη. Ούτε η παραγωγική κοινωνικοποίηση, λαμβανόμενη αφηρημένα, αρκεί. 
Η κοινωνικοποιητική δύναμη των εργαζομένων αίρει τους διαχωρισμούς μόνο όταν υπάγει σε άμεση παραγωγική διεργασία κάθε μορφή αφαίρεσης, συμπεριλαμβανομένης της ίδιας της αφηρημένης κοινωνικοποιητικής δύναμης.
Το ίδιο ισχύει για την ανταλλαγή και την κατανομή. 
Δεν καταργούνται απλώς επειδή γενικεύονται υπό κοινωνικό έλεγχο. 
Αίρονται μόνο όταν η αφηρημένη άρνησή τους μετασχηματίζεται σε συγκεκριμένη άρση. 
Με άλλα λόγια, όταν η αφηρημένη κοινωνική παραγωγή παύει να υφίσταται ως αφηρημένη και υποτάσσεται στα συγκεκριμένα στοιχεία και στους πραγματικούς επιμερισμούς της.
Γι’ αυτό ο κεντρικός σχεδιασμός, ως αφηρημένη αρχή επανάκτησης των χαοτικών διεργασιών της αγοράς, δεν είναι τίποτε αν δεν στηριχθεί άμεσα στον συγκεκριμένο κομμουνισμό των ενικοτήτων της παραγωγής. 
Ο κομμουνισμός δεν μπορεί να παραπεμφθεί στο απώτατο μέλλον ως τελικό κανονιστικό ιδεώδες. Οφείλει να αρχίζει από τώρα, μέσα στους ίδιους τους ποιοτικούς τόπους της κοινωνικής παραγωγής, αλλιώς εκφυλίζεται σε νέα αφηρημένη κυριαρχία.

Ενδεικτικές παραπομπές

  1. Stanford Encyclopedia of Philosophy, «Hegel’s Dialectics»
    https://plato.stanford.edu/entries/hegel-dialectics/
  2. Internet Encyclopedia of Philosophy, «Philosophy of Social Science»
    https://iep.utm.edu/soc-sci/
  3. Stanford Encyclopedia of Philosophy, «Baruch Spinoza»
    https://plato.stanford.edu/entries/spinoza/
  4. Internet Encyclopedia of Philosophy, «Benedict De Spinoza (1632—1677)»
    https://iep.utm.edu/spinoza/
  5. Stanford Encyclopedia of Philosophy, «Georg Wilhelm Friedrich Hegel»
    https://plato.stanford.edu/entries/hegel/
  6. Stanford Encyclopedia of Philosophy, «Karl Marx»
    https://plato.stanford.edu/entries/marx/
  7. Encyclopaedia Britannica, «Dialectical Materialism»
    https://www.britannica.com/topic/dialectical-materialism
  8. Marxists Internet Archive, Lenin, Materialism and Empirio-Criticism
    https://www.marxists.org/archive/lenin/works/1908/mec/
  9. Encyclopaedia Britannica, «Dialectic»
    https://www.britannica.com/topic/dialectic-logic

Τρίτη 24 Μαρτίου 2026

Κυριαρχία, Υπερπροϊόν και Οντολογική Ξένωση. Προς μια κριτική της γενετικής δομής της ταξικής κοινωνίας / Ιωάννης Τζανάκος

Κυριαρχία, Υπερπροϊόν και Οντολογική Ξένωση.
Προς μια κριτική της γενετικής δομής της ταξικής κοινωνίας
Ιωάννης Τζανάκος
*
Περίληψη: Το παρόν δοκίμιο αμφισβητεί την ιστορικο-υλιστική θέση του Engels κατά την οποία η ανάπτυξη της παραγωγής και ο καταμερισμός της εργασίας αποτελούν την πρωταρχική αιτία ανάδυσης της ταξικής κοινωνίας.
Προτείνουμε αντ' αυτής ότι η θεμελιακή γενετική δομή της Κυριαρχίας είναι η οντολογική αυτονόμηση της εργασίας/παραγωγής ως ιδιαίτερου ενεργεία, η οποία συγκροτεί και φέρει μαζί της ταυτόχρονα - και όχι ακολουθιακά - το πλεόνασμα, την ιεραρχία και την ξένωση.
Ο καπιταλισμός και το γραφειοκρατικό σύστημα ερμηνεύονται ως κορύφωση αυτής της διεργασίας στην πλέον αφαιρετική μορφή της.
Η ανάλυση τελειώνει με τον εσωτερικό διχασμό του μισθωτού υποκειμένου ως αντικειμενική, και όχι ψυχολογική, έκφραση της κοινωνικής αυτής ξένωσης.
Ι. Το Ερώτημα και το Σφάλμα του Ενγκελς.
Ένα από τα πιο επίμονα ερωτήματα της κριτικής κοινωνικής θεωρίας αφορά τη χρονολογική και αιτιακή σχέση μεταξύ παραγωγικής ανάπτυξης και ταξικής κοινωνίας: τι ήρθε πρώτο, και τι γεννά τι;
Η κυρίαρχη μαρξιστική απάντηση, διατυπωμένη με τον πλέον συστηματικό τρόπο από τον Friedrich Engels στο «Η Καταγωγή της Οικογένειας, της Ιδιωτικής Ιδιοκτησίας και του Κράτους» (1884), ακολουθεί μια σαφή ιστορικο-υλιστική ακολουθία: η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων οδηγεί στον καταμερισμό της εργασίας, ο καταμερισμός παράγει πλεόνασμα, και το πλεόνασμα δημιουργεί τις συνθήκες για την κοινωνική ανισότητα και τελικά για το κράτος.¹
Το παρόν δοκίμιο αμφισβητεί αυτή την ακολουθία όχι ως ιστορικά ανακριβή - καθώς τα εμπειρικά δεδομένα δεν είναι αδιαμφισβήτητα - αλλά ως οντολογικά ανεπαρκή.
Το πρόβλημα δεν είναι ότι ο Engels λέει ψέματα, αλλά ότι παραλείπει το βαθύτερο επίπεδο της γενετικής δομής: δεν ρωτά ποια είναι η οντολογική συνθήκη που καθιστά εφικτή αυτή την ακολουθία εξ αρχής.
Διότι ακόμη κι αν δεχτούμε την ακολουθία του, παραμένει το ερώτημα: γιατί κάποιος θα επιθυμούσε να παράγει πέρα από τις άμεσες ανάγκες, αν δεν υπήρχε ήδη μια σχέση πίεσης ή πόλωσης μέσα στο ίδιο το πεδίο της παραγωγής;
Ι.α. Η κυκλικότητα της Ενγκελσιανής ακολουθίας
Η ακολουθία «ανάπτυξη → πλεόνασμα → ταξική κοινωνία» εμπεριέχει μια λανθάνουσα κυκλικότητα: προϋποθέτει ήδη ένα υποκείμενο κινητοποιημένο προς την υπερπαραγωγή, δηλαδή ένα υποκείμενο που ήδη λειτουργεί μέσα σε ένα πλαίσιο όπου η εργασία έχει αποκοπεί από την άμεση χρήση και έχει αναχθεί σε αφηρημένη παραγωγική δραστηριότητα.
Ο Gordon Childe, από την πλευρά της αρχαιολογικής ανθρωπολογίας, παρατηρεί ότι οι πρώτες ενδείξεις συγκέντρωσης υπερπροϊόντος συνοδεύονται πάντοτε από ενδείξεις τελετουργικής και ιερατικής εξουσίας - που σημαίνει ότι η δομή εξουσίας δεν ακολουθεί το πλεόνασμα, αλλά συνυπάρχει μαζί του από την αρχή.²
ΙΙ. Η Ανάδυση του Ενεργεία ως Αυτοτελούς Πεδίου.
Η κεντρική θέση αυτού του δοκιμίου είναι η εξής: αυτό που κάνει εφικτή τόσο την παραγωγή υπερπροϊόντος όσο και την ανάδυση της ταξικής εκμετάλλευσης δεν είναι η ποσοτική αύξηση της παραγωγής, αλλά η οντολογική μετασχηματιστική κίνηση κατά την οποία η εργασία/παραγωγή αναδύεται ως ένα διακριτό, αυτοτελές ενεργεία - αποκομμένο από τον κύκλο της άμεσης ανθρώπινης αναπαραγωγής και συγκροτημένο ως ιδιαίτερο πεδίο.
Χρησιμοποιούμε εδώ την αριστοτελική διάκριση μεταξύ ενεργεία (actuality, πλήρης πραγμάτωση) και δυνάμει (potentiality, δυνατότητα που αναμένει πραγμάτωση) όχι ως παραπομπή σε μια υπερ-ιστορική οντολογία, αλλά ως αναλυτικό εργαλείο για να περιγράψουμε μια συγκεκριμένη ιστορική και κοινωνική κίνηση.³
Η εργασία ως ενεργεία δηλώνει μια εργασία που έχει πια δική της εσωτερική λογική, δικούς της σκοπούς, δικό της ρυθμό και μέτρο - που δεν εξαντλείται στην παραγωγή αξιών χρήσης για άμεση κατανάλωση.
ΙΙ.α. Το Ιστορικο-ανθρωπολογικό Πλαίσιο.
Η ανθρωπολογία της νεολιθικής μετάβασης, και ιδίως η έρευνα γύρω από τις πρώτες μεγάλης κλίμακας τελετουργικές κατασκευές - όπως αυτή του Göbekli Tepe στην Ανατολή (περ. 9500-8000 π.Χ.) - δείχνει κάτι εντυπωσιακό: μεγάλης κλίμακας οργανωμένη εργασία που συμβαίνει πριν από τη γεωργική οικονομία και πριν από το πλεόνασμα υπό τη στενή έννοια.⁴
Αυτό θέτει υπό αμφισβήτηση κάθε τελεολογική ακολουθία.
Η εργασία ως αυτοτελές ενεργεία - ως κινητοποιημένη, οργανωμένη, ιεραρχικά κατευθυνόμενη δραστηριότητα - εμφανίζεται ήδη στον ορίζοντα της τελετουργικής λατρείας και της θρησκευτικής εξουσίας.
Ο David Graeber και ο David Wengrow, στο «The Dawn of Everything» (2021), αναπτύσσουν μια παρεμφερή κριτική της «αναπτυξιοκεντρικής» αφήγησης της ανθρώπινης ιστορίας, επισημαίνοντας ότι η πολιτική συνείδηση και οι δομές εξουσίας δεν ακολουθούν γραμμικά την οικονομική πολυπλοκότητα.⁵
Αυτό που εμείς προσθέτουμε σε αυτή την κριτική είναι η οντολογική διάσταση: δεν αρκεί να πούμε ότι η πολιτική δεν ακολουθεί την οικονομία - πρέπει να κατανοήσουμε γιατί η ίδια η οικονομική δραστηριότητα μετασχηματίζεται οντολογικά καθώς γίνεται πεδίο Κυριαρχίας.
ΙΙΙ. Κυριαρχία ως Οντολογική Δομή.
Η Κυριαρχία, υπό την ευρεία ιστορική της έννοια, δεν είναι απλώς μια σχέση εξαναγκασμού - η άσκηση φυσικής βίας ή η απειλή της.
Είναι, βαθύτερα, η κατάληψη και ο έλεγχος του ενεργεία της παραγωγικής διεργασίας.
Με άλλα λόγια: ο κυρίαρχος δεν ελέγχει μόνο τα αποτελέσματα της εργασίας (το πλεόνασμα), αλλά ελέγχει - και αυτό είναι το αποφασιστικό - αυτή την ίδια τη μορφή με την οποία η εργασία συμβαίνει ως κοινωνική πράξη.
Αυτό σημαίνει ότι το πεδίο άσκησης της Κυριαρχίας και το πεδίο ανάδυσής της συμπίπτουν: η Κυριαρχία δεν έρχεται «απ' έξω» για να επιβληθεί σε μια ήδη διαμορφωμένη παραγωγική διεργασία, αλλά συγκροτείται μαζί με αυτήν - μέσα στην ίδια την οντολογική μετατόπιση που κάνει την εργασία να λειτουργεί ως αυτοτελές ενεργεία.
ΙΙΙ.α. Ολιγαρχία ως Στιγμή, όχι ως Αιτία.
Η ιερατική και στρατιωτική ολιγαρχία που εμφανίζεται στις μεταβατικές κοινωνίες δεν είναι η αιτία αυτής της οντολογικής μετατόπισης - είναι η κοινωνική-θεσμική κρυστάλλωσή της. Προηγείται, ως δυνατότητα, ο μετασχηματισμός της εργασίας σε αντικείμενο ελέγχου, και η ολιγαρχία συγκροτείται ως αυτό το συγκεκριμένο υποκείμενο που ορίζεται από τη σχέση ελέγχου και κατοχής αυτού του ενεργεία.
Αυτό αντιστρέφει τη ρητορική πολλών αφηγήσεων: δεν υπάρχει πρώτα μια ολιγαρχία που κατόπιν επιβάλλει την εκμετάλλευση, αλλά η σχέση εκμετάλλευσης - ως οντολογική κατάσταση της παραγωγής - παράγει την ολιγαρχία ως κοινωνική κατηγορία.
Η «πρωτογενής συσσώρευση», για να χρησιμοποιήσουμε τη μαρξιστική ορολογία, δεν είναι μόνο μια ιστορική φάση στην ανάδυση του καπιταλισμού - είναι μια διαρκής δομολειτουργική συνθήκη.⁶
ΙV. Καπιταλισμός και Γραφειοκρατία ως Κορύφωση.
Ο καπιταλισμός και το γραφειοκρατικό σύστημα - το δεύτερο ως συνεκτική διαχειριστική μορφή που διαπερνά τόσο τον φιλελεύθερο-αγοραίο τύπο όσο και τον κρατικο-σοσιαλιστικό - αποτελούν την κορύφωση και ολοκλήρωση αυτής της οντολογικής διεργασίας στην πλέον αφαιρετική και αυτόνομη μορφή της.
Αυτό που διακρίνει τον καπιταλισμό από παλαιότερες μορφές εκμετάλλευσης δεν είναι απλώς η κλίμακα ή η έκταση, αλλά το γεγονός ότι σε αυτόν η αφαιρετική μορφή της Κυριαρχίας επί του ενεργεία της παραγωγής συμπίπτει με την ίδια την αφαιρετική της φύση.
Με άλλα λόγια: ο καπιταλισμός δεν χρειάζεται πια έναν προσωπικό κυρίαρχο για να λειτουργεί - η Κυριαρχία έχει ενσωματωθεί στη δομή της αγοράς, στον μηχανισμό του ανταγωνισμού, στη λογική της κεφαλαιοποίησης.
Ο Moishe Postone ανέπτυξε μια παρεμφερή ανάλυση, επισημαίνοντας ότι ο Marx δεν κριτικάρει απλώς την καπιταλιστική κατανομή αλλά την ίδια τη μορφή της αφηρημένης εργασίας ως θεμελιακή κοινωνική κατηγορία.⁷
Αυτό που εμείς προσθέτουμε είναι η ιστορική-γενετική διάσταση: αυτή η αφηρημένη εργασία δεν εφευρέθηκε με τον καπιταλισμό - ο καπιταλισμός είναι η τέλεια (εντελής) μορφή μιας πολύ παλαιότερης οντολογικής κίνησης.
V. Η Διαίρεση Ενεργεία/Δυνάμει και η «Εργατική Δύναμη».
Ο Marx εισάγει τη διάκριση μεταξύ εργασίας (labour) και εργατικής δύναμης (labour-power) ως κεντρικό αναλυτικό εργαλείο για να εξηγήσει τον καπιταλιστικό εκμεταλλευτικό μηχανισμό: ο εργαζόμενος πουλά εργατική δύναμη (δυνάμει), αλλά το κεφάλαιο αγοράζει ενεργεία - δηλαδή τη χρήση αυτής της δύναμης για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο από αυτό που απαιτείται για την αναπαραγωγή της.⁸
Αυτή η διάκριση, ωστόσο, δεν είναι εφεύρεση του καπιταλισμού - είναι η αποκρυστάλλωσή της σε ένα νομικά κατοχυρωμένο και αγοραίο-εμπορευματικό πλαίσιο.
Στις προ-καπιταλιστικές ολιγαρχικές κοινωνίες, η ίδια διαίρεση υπάρχει χωρίς να χρειάζεται να λάβει τη μορφή εμπορεύματος:
η εργατική δύναμη είναι το «staff» της ολοκληρωτικής διοίκησης, το εργατικό σώμα του βασιλείου, η υπηρεσία της κοινότητας προς το ιερατείο.
Η κοινωνική οντολογική παραγωγή του δυνάμει ως μόνον δυνάμει - δηλαδή ως απλής δυνατότητας που δεν ολοκληρώνεται ποτέ στο ενεργεία της ίδιας παρά μόνο υπό καθεστώς εξωτερικής Κυριαρχίας - είναι η βαθύτερη αφηρημένη δομή που διαπερνά όλες τις ιστορικές μορφές εκμετάλλευσης, από τη δουλεία ώς τον μισθωτό.
VΙ. Ο Μισθός ως Συνδετικός Κρίκος και η Δομή του Διχασμένου Υποκειμένου.
Στο καπιταλιστικό/γραφειοκρατικό σύστημα, ο μισθός επιτελεί μια μοναδική - και βαθιά παράδοξη - λειτουργία: είναι ο μοναδικός υλικός συνδετικός κρίκος που σχετίζει το υποκείμενο ως φορέα της εργατικής δύναμής του με το ανόργανο σώμα της εργασίας του.
Ο μισθός αποδίδει στον εργαζόμενο μια συμμετοχή σε ένα μέρος της ολότητας των προϊόντων της κοινωνικής εργασίας/παραγωγής, αλλά αυτή η συμμετοχή είναι ακριβώς αυτή: μια μερική, αφηρημένη, εξωτερική σχέση με το προϊόν που ο ίδιος ο εργαζόμενος συνέβαλε να παραχθεί.
Αυτή η δομή παράγει αυτό που μπορούμε να ονομάσουμε το διχασμένο υποκείμενο - αλλά πρέπει να τονιστεί ότι πρόκειται για αντικειμενική, οντολογική διαίρεση, και όχι για ψυχολογικό ή υποκειμενικό φαινόμενο.
Το ίδιο πρόσωπο υπάρχει ταυτόχρονα ως:
α) Καταναλωτικό υποκείμενο: ο μισθωτός που αγοράζει αξίες χρήσης στην αγορά, που αντιμετωπίζει τον κόσμο ως σύνολο εμπορευμάτων διαθέσιμων για κατανάλωση, που η ζωή του οργανώνεται γύρω από τον κύκλο κατανάλωσης.
β) Παραγωγικό/εργαζόμενο υποκείμενο: αυτός που λειτουργεί μέσα στην άμεση παραγωγή, ως φορέας εργατικής δύναμης, ως ζωντανή εργασία που ενσωματώνεται σε ένα παραγωγικό σύστημα που δεν ελέγχει.
Αυτές οι δύο μορφές ύπαρξης δεν είναι απλώς ρόλοι που ο ίδιος άνθρωπος «παίζει» σε διαφορετικά πλαίσια.
Είναι δύο οντολογικά ανεξάρτητες ζωές μέσα σε μια - δύο κύκλοι αναπαραγωγής που δεν ανήκουν στο ίδιο υποκείμενο παρά μόνο ανεπαρκώς, διαμέσου του εξωτερικού δεσμού του μισθού.
Ο Georg Lukács, στο «Ιστορία και Ταξική Συνείδηση», περιέγραψε αυτή τη δομή ως «πραγμοποίηση» - τη διαδικασία κατά την οποία οι κοινωνικές σχέσεις λαμβάνουν τη μορφή σχέσεων μεταξύ πραγμάτων.⁹
Εμείς προτείνουμε να οριστεί αυτή η δομή πιο ριζικά ως αντικειμενική κοινωνική ξένωση: ξένωση που δεν προέρχεται από «εσφαλμένη συνείδηση» ή ψευδή υποκειμενικότητα, αλλά από την αντικειμενική, ενσωματωμένη στις ίδιες τις δομές της παραγωγής, αποσύνδεση ανάμεσα στο παραγωγικό υποκείμενο και στο ανόργανο σώμα της εργασίας του.
VII. Συμπεράσματα: Προς μια Κριτική Ανθρωπολογία της Κυριαρχίας.
Η ανάλυση που αναπτύξαμε εδώ οδηγεί σε ορισμένα θεωρητικά συμπεράσματα που έχουν και πρακτικές-πολιτικές συνέπειες.
Πρώτον, η κριτική της Κυριαρχίας δεν μπορεί να εξαντλείται στην κριτική της κατανομής - δηλαδή στο ερώτημα «ποιος παίρνει τι». Πρέπει να ανέβει στο επίπεδο της κριτικής της ίδιας της μορφής της κοινωνικής παραγωγής - του τρόπου με τον οποίο η εργασία συγκροτείται ως αυτοτελές ενεργεία, αποκομμένο από τον κύκλο της άμεσης ανθρώπινης αναπαραγωγής.
Δεύτερον, ο εσωτερικός διχασμός του μισθωτού υποκειμένου δεν είναι «πρόβλημα ταυτότητας» ή ψυχολογική δυσλειτουργία.
Είναι η άμεση βιωμένη έκφραση μιας αντικειμενικής οντολογικής κοινωνικής ξένωσης.
Κατ' αυτή την έννοια, κάθε πολιτική που αρκείται στη «βελτίωση των συνθηκών» χωρίς να αγγίζει την οντολογική δομή της παραγωγής παραμένει εντός του ορίζοντα αυτού που επιδιώκει να υπερβεί.
Τρίτον, η ιστορική-ανθρωπολογική ανάλυση της «στιγμής ανάδυσης» της ιεραρχίας - αυτής της μεταβατικής, σπερματικής κατάστασης όπου η εκμετάλλευση δεν έχει ακόμη παγιωθεί σε θεσμούς - είναι πολύτιμη ακριβώς επειδή αποκαλύπτει τη Κυριαρχία στη γένεσή της, πριν αυτή αυτονομηθεί ως «φυσική τάξη».
Σε αυτή τη στιγμή ανάδυσης, η Κυριαρχία είναι ακόμη ορατή ως κοινωνική σχέση - και άρα ως κάτι που μπορεί να γίνει αντιληπτό και αμφισβητηθεί.
Παραπομπές
[1] Friedrich Engels, The Origin of the Family, Private Property and the State
[2] V. Gordon Childe, Man Makes Himself
[4] Klaus Schmidt, Göbekli Tepe. A Stone Age Sanctuary in South-Eastern Anatolia
εναλλακτικά, για καθαρή βιβλιογραφική σελίδα:
[5] David Graeber and David Wengrow, The Dawn of Everything
[6] Karl Marx, Capital, Volume I, Chapter 26: Primitive Accumulation
[7] Moishe Postone, Time, Labor, and Social Domination
[8] Karl Marx, Capital, Volume I, Chapter 6: The Sale and Purchase of Labour-Power
[9] Georg Lukács, Reification and the Consciousness of the Proletariat