Κυριαρχία, Υπερπροϊόν και Οντολογική Ξένωση.
Προς μια κριτική της γενετικής δομής της ταξικής κοινωνίας
Ιωάννης Τζανάκος
*
Περίληψη: Το παρόν δοκίμιο αμφισβητεί την ιστορικο-υλιστική θέση του Engels κατά την οποία η ανάπτυξη της παραγωγής και ο καταμερισμός της εργασίας αποτελούν την πρωταρχική αιτία ανάδυσης της ταξικής κοινωνίας.
Προτείνουμε αντ' αυτής ότι η θεμελιακή γενετική δομή της Κυριαρχίας είναι η οντολογική αυτονόμηση της εργασίας/παραγωγής ως ιδιαίτερου ενεργεία, η οποία συγκροτεί και φέρει μαζί της ταυτόχρονα - και όχι ακολουθιακά - το πλεόνασμα, την ιεραρχία και την ξένωση.
Ο καπιταλισμός και το γραφειοκρατικό σύστημα ερμηνεύονται ως κορύφωση αυτής της διεργασίας στην πλέον αφαιρετική μορφή της.
Η ανάλυση τελειώνει με τον εσωτερικό διχασμό του μισθωτού υποκειμένου ως αντικειμενική, και όχι ψυχολογική, έκφραση της κοινωνικής αυτής ξένωσης.
Ι. Το Ερώτημα και το Σφάλμα του Ενγκελς.
Ένα από τα πιο επίμονα ερωτήματα της κριτικής κοινωνικής θεωρίας αφορά τη χρονολογική και αιτιακή σχέση μεταξύ παραγωγικής ανάπτυξης και ταξικής κοινωνίας: τι ήρθε πρώτο, και τι γεννά τι;
Η κυρίαρχη μαρξιστική απάντηση, διατυπωμένη με τον πλέον συστηματικό τρόπο από τον Friedrich Engels στο «Η Καταγωγή της Οικογένειας, της Ιδιωτικής Ιδιοκτησίας και του Κράτους» (1884), ακολουθεί μια σαφή ιστορικο-υλιστική ακολουθία: η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων οδηγεί στον καταμερισμό της εργασίας, ο καταμερισμός παράγει πλεόνασμα, και το πλεόνασμα δημιουργεί τις συνθήκες για την κοινωνική ανισότητα και τελικά για το κράτος.¹
Το παρόν δοκίμιο αμφισβητεί αυτή την ακολουθία όχι ως ιστορικά ανακριβή - καθώς τα εμπειρικά δεδομένα δεν είναι αδιαμφισβήτητα - αλλά ως οντολογικά ανεπαρκή.
Το πρόβλημα δεν είναι ότι ο Engels λέει ψέματα, αλλά ότι παραλείπει το βαθύτερο επίπεδο της γενετικής δομής: δεν ρωτά ποια είναι η οντολογική συνθήκη που καθιστά εφικτή αυτή την ακολουθία εξ αρχής.
Διότι ακόμη κι αν δεχτούμε την ακολουθία του, παραμένει το ερώτημα: γιατί κάποιος θα επιθυμούσε να παράγει πέρα από τις άμεσες ανάγκες, αν δεν υπήρχε ήδη μια σχέση πίεσης ή πόλωσης μέσα στο ίδιο το πεδίο της παραγωγής;
Ι.α. Η κυκλικότητα της Ενγκελσιανής ακολουθίας
Η ακολουθία «ανάπτυξη → πλεόνασμα → ταξική κοινωνία» εμπεριέχει μια λανθάνουσα κυκλικότητα: προϋποθέτει ήδη ένα υποκείμενο κινητοποιημένο προς την υπερπαραγωγή, δηλαδή ένα υποκείμενο που ήδη λειτουργεί μέσα σε ένα πλαίσιο όπου η εργασία έχει αποκοπεί από την άμεση χρήση και έχει αναχθεί σε αφηρημένη παραγωγική δραστηριότητα.
Ο Gordon Childe, από την πλευρά της αρχαιολογικής ανθρωπολογίας, παρατηρεί ότι οι πρώτες ενδείξεις συγκέντρωσης υπερπροϊόντος συνοδεύονται πάντοτε από ενδείξεις τελετουργικής και ιερατικής εξουσίας - που σημαίνει ότι η δομή εξουσίας δεν ακολουθεί το πλεόνασμα, αλλά συνυπάρχει μαζί του από την αρχή.²
ΙΙ. Η Ανάδυση του Ενεργεία ως Αυτοτελούς Πεδίου.
Η κεντρική θέση αυτού του δοκιμίου είναι η εξής: αυτό που κάνει εφικτή τόσο την παραγωγή υπερπροϊόντος όσο και την ανάδυση της ταξικής εκμετάλλευσης δεν είναι η ποσοτική αύξηση της παραγωγής, αλλά η οντολογική μετασχηματιστική κίνηση κατά την οποία η εργασία/παραγωγή αναδύεται ως ένα διακριτό, αυτοτελές ενεργεία - αποκομμένο από τον κύκλο της άμεσης ανθρώπινης αναπαραγωγής και συγκροτημένο ως ιδιαίτερο πεδίο.
Χρησιμοποιούμε εδώ την αριστοτελική διάκριση μεταξύ ενεργεία (actuality, πλήρης πραγμάτωση) και δυνάμει (potentiality, δυνατότητα που αναμένει πραγμάτωση) όχι ως παραπομπή σε μια υπερ-ιστορική οντολογία, αλλά ως αναλυτικό εργαλείο για να περιγράψουμε μια συγκεκριμένη ιστορική και κοινωνική κίνηση.³
Η εργασία ως ενεργεία δηλώνει μια εργασία που έχει πια δική της εσωτερική λογική, δικούς της σκοπούς, δικό της ρυθμό και μέτρο - που δεν εξαντλείται στην παραγωγή αξιών χρήσης για άμεση κατανάλωση.
ΙΙ.α. Το Ιστορικο-ανθρωπολογικό Πλαίσιο.
Η ανθρωπολογία της νεολιθικής μετάβασης, και ιδίως η έρευνα γύρω από τις πρώτες μεγάλης κλίμακας τελετουργικές κατασκευές - όπως αυτή του Göbekli Tepe στην Ανατολή (περ. 9500-8000 π.Χ.) - δείχνει κάτι εντυπωσιακό: μεγάλης κλίμακας οργανωμένη εργασία που συμβαίνει πριν από τη γεωργική οικονομία και πριν από το πλεόνασμα υπό τη στενή έννοια.⁴
Αυτό θέτει υπό αμφισβήτηση κάθε τελεολογική ακολουθία.
Η εργασία ως αυτοτελές ενεργεία - ως κινητοποιημένη, οργανωμένη, ιεραρχικά κατευθυνόμενη δραστηριότητα - εμφανίζεται ήδη στον ορίζοντα της τελετουργικής λατρείας και της θρησκευτικής εξουσίας.
Ο David Graeber και ο David Wengrow, στο «The Dawn of Everything» (2021), αναπτύσσουν μια παρεμφερή κριτική της «αναπτυξιοκεντρικής» αφήγησης της ανθρώπινης ιστορίας, επισημαίνοντας ότι η πολιτική συνείδηση και οι δομές εξουσίας δεν ακολουθούν γραμμικά την οικονομική πολυπλοκότητα.⁵
Αυτό που εμείς προσθέτουμε σε αυτή την κριτική είναι η οντολογική διάσταση: δεν αρκεί να πούμε ότι η πολιτική δεν ακολουθεί την οικονομία - πρέπει να κατανοήσουμε γιατί η ίδια η οικονομική δραστηριότητα μετασχηματίζεται οντολογικά καθώς γίνεται πεδίο Κυριαρχίας.
ΙΙΙ. Κυριαρχία ως Οντολογική Δομή.
Η Κυριαρχία, υπό την ευρεία ιστορική της έννοια, δεν είναι απλώς μια σχέση εξαναγκασμού - η άσκηση φυσικής βίας ή η απειλή της.
Είναι, βαθύτερα, η κατάληψη και ο έλεγχος του ενεργεία της παραγωγικής διεργασίας.
Με άλλα λόγια: ο κυρίαρχος δεν ελέγχει μόνο τα αποτελέσματα της εργασίας (το πλεόνασμα), αλλά ελέγχει - και αυτό είναι το αποφασιστικό - αυτή την ίδια τη μορφή με την οποία η εργασία συμβαίνει ως κοινωνική πράξη.
Αυτό σημαίνει ότι το πεδίο άσκησης της Κυριαρχίας και το πεδίο ανάδυσής της συμπίπτουν: η Κυριαρχία δεν έρχεται «απ' έξω» για να επιβληθεί σε μια ήδη διαμορφωμένη παραγωγική διεργασία, αλλά συγκροτείται μαζί με αυτήν - μέσα στην ίδια την οντολογική μετατόπιση που κάνει την εργασία να λειτουργεί ως αυτοτελές ενεργεία.
ΙΙΙ.α. Ολιγαρχία ως Στιγμή, όχι ως Αιτία.
Η ιερατική και στρατιωτική ολιγαρχία που εμφανίζεται στις μεταβατικές κοινωνίες δεν είναι η αιτία αυτής της οντολογικής μετατόπισης - είναι η κοινωνική-θεσμική κρυστάλλωσή της. Προηγείται, ως δυνατότητα, ο μετασχηματισμός της εργασίας σε αντικείμενο ελέγχου, και η ολιγαρχία συγκροτείται ως αυτό το συγκεκριμένο υποκείμενο που ορίζεται από τη σχέση ελέγχου και κατοχής αυτού του ενεργεία.
Αυτό αντιστρέφει τη ρητορική πολλών αφηγήσεων: δεν υπάρχει πρώτα μια ολιγαρχία που κατόπιν επιβάλλει την εκμετάλλευση, αλλά η σχέση εκμετάλλευσης - ως οντολογική κατάσταση της παραγωγής - παράγει την ολιγαρχία ως κοινωνική κατηγορία.
Η «πρωτογενής συσσώρευση», για να χρησιμοποιήσουμε τη μαρξιστική ορολογία, δεν είναι μόνο μια ιστορική φάση στην ανάδυση του καπιταλισμού - είναι μια διαρκής δομολειτουργική συνθήκη.⁶
ΙV. Καπιταλισμός και Γραφειοκρατία ως Κορύφωση.
Ο καπιταλισμός και το γραφειοκρατικό σύστημα - το δεύτερο ως συνεκτική διαχειριστική μορφή που διαπερνά τόσο τον φιλελεύθερο-αγοραίο τύπο όσο και τον κρατικο-σοσιαλιστικό - αποτελούν την κορύφωση και ολοκλήρωση αυτής της οντολογικής διεργασίας στην πλέον αφαιρετική και αυτόνομη μορφή της.
Αυτό που διακρίνει τον καπιταλισμό από παλαιότερες μορφές εκμετάλλευσης δεν είναι απλώς η κλίμακα ή η έκταση, αλλά το γεγονός ότι σε αυτόν η αφαιρετική μορφή της Κυριαρχίας επί του ενεργεία της παραγωγής συμπίπτει με την ίδια την αφαιρετική της φύση.
Με άλλα λόγια: ο καπιταλισμός δεν χρειάζεται πια έναν προσωπικό κυρίαρχο για να λειτουργεί - η Κυριαρχία έχει ενσωματωθεί στη δομή της αγοράς, στον μηχανισμό του ανταγωνισμού, στη λογική της κεφαλαιοποίησης.
Ο Moishe Postone ανέπτυξε μια παρεμφερή ανάλυση, επισημαίνοντας ότι ο Marx δεν κριτικάρει απλώς την καπιταλιστική κατανομή αλλά την ίδια τη μορφή της αφηρημένης εργασίας ως θεμελιακή κοινωνική κατηγορία.⁷
Αυτό που εμείς προσθέτουμε είναι η ιστορική-γενετική διάσταση: αυτή η αφηρημένη εργασία δεν εφευρέθηκε με τον καπιταλισμό - ο καπιταλισμός είναι η τέλεια (εντελής) μορφή μιας πολύ παλαιότερης οντολογικής κίνησης.
V. Η Διαίρεση Ενεργεία/Δυνάμει και η «Εργατική Δύναμη».
Ο Marx εισάγει τη διάκριση μεταξύ εργασίας (labour) και εργατικής δύναμης (labour-power) ως κεντρικό αναλυτικό εργαλείο για να εξηγήσει τον καπιταλιστικό εκμεταλλευτικό μηχανισμό: ο εργαζόμενος πουλά εργατική δύναμη (δυνάμει), αλλά το κεφάλαιο αγοράζει ενεργεία - δηλαδή τη χρήση αυτής της δύναμης για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο από αυτό που απαιτείται για την αναπαραγωγή της.⁸
Αυτή η διάκριση, ωστόσο, δεν είναι εφεύρεση του καπιταλισμού - είναι η αποκρυστάλλωσή της σε ένα νομικά κατοχυρωμένο και αγοραίο-εμπορευματικό πλαίσιο.
Στις προ-καπιταλιστικές ολιγαρχικές κοινωνίες, η ίδια διαίρεση υπάρχει χωρίς να χρειάζεται να λάβει τη μορφή εμπορεύματος:
η εργατική δύναμη είναι το «staff» της ολοκληρωτικής διοίκησης, το εργατικό σώμα του βασιλείου, η υπηρεσία της κοινότητας προς το ιερατείο.
Η κοινωνική οντολογική παραγωγή του δυνάμει ως μόνον δυνάμει - δηλαδή ως απλής δυνατότητας που δεν ολοκληρώνεται ποτέ στο ενεργεία της ίδιας παρά μόνο υπό καθεστώς εξωτερικής Κυριαρχίας - είναι η βαθύτερη αφηρημένη δομή που διαπερνά όλες τις ιστορικές μορφές εκμετάλλευσης, από τη δουλεία ώς τον μισθωτό.
VΙ. Ο Μισθός ως Συνδετικός Κρίκος και η Δομή του Διχασμένου Υποκειμένου.
Στο καπιταλιστικό/γραφειοκρατικό σύστημα, ο μισθός επιτελεί μια μοναδική - και βαθιά παράδοξη - λειτουργία: είναι ο μοναδικός υλικός συνδετικός κρίκος που σχετίζει το υποκείμενο ως φορέα της εργατικής δύναμής του με το ανόργανο σώμα της εργασίας του.
Ο μισθός αποδίδει στον εργαζόμενο μια συμμετοχή σε ένα μέρος της ολότητας των προϊόντων της κοινωνικής εργασίας/παραγωγής, αλλά αυτή η συμμετοχή είναι ακριβώς αυτή: μια μερική, αφηρημένη, εξωτερική σχέση με το προϊόν που ο ίδιος ο εργαζόμενος συνέβαλε να παραχθεί.
Αυτή η δομή παράγει αυτό που μπορούμε να ονομάσουμε το διχασμένο υποκείμενο - αλλά πρέπει να τονιστεί ότι πρόκειται για αντικειμενική, οντολογική διαίρεση, και όχι για ψυχολογικό ή υποκειμενικό φαινόμενο.
Το ίδιο πρόσωπο υπάρχει ταυτόχρονα ως:
α) Καταναλωτικό υποκείμενο: ο μισθωτός που αγοράζει αξίες χρήσης στην αγορά, που αντιμετωπίζει τον κόσμο ως σύνολο εμπορευμάτων διαθέσιμων για κατανάλωση, που η ζωή του οργανώνεται γύρω από τον κύκλο κατανάλωσης.
β) Παραγωγικό/εργαζόμενο υποκείμενο: αυτός που λειτουργεί μέσα στην άμεση παραγωγή, ως φορέας εργατικής δύναμης, ως ζωντανή εργασία που ενσωματώνεται σε ένα παραγωγικό σύστημα που δεν ελέγχει.
Αυτές οι δύο μορφές ύπαρξης δεν είναι απλώς ρόλοι που ο ίδιος άνθρωπος «παίζει» σε διαφορετικά πλαίσια.
Είναι δύο οντολογικά ανεξάρτητες ζωές μέσα σε μια - δύο κύκλοι αναπαραγωγής που δεν ανήκουν στο ίδιο υποκείμενο παρά μόνο ανεπαρκώς, διαμέσου του εξωτερικού δεσμού του μισθού.
Ο Georg Lukács, στο «Ιστορία και Ταξική Συνείδηση», περιέγραψε αυτή τη δομή ως «πραγμοποίηση» - τη διαδικασία κατά την οποία οι κοινωνικές σχέσεις λαμβάνουν τη μορφή σχέσεων μεταξύ πραγμάτων.⁹
Εμείς προτείνουμε να οριστεί αυτή η δομή πιο ριζικά ως αντικειμενική κοινωνική ξένωση: ξένωση που δεν προέρχεται από «εσφαλμένη συνείδηση» ή ψευδή υποκειμενικότητα, αλλά από την αντικειμενική, ενσωματωμένη στις ίδιες τις δομές της παραγωγής, αποσύνδεση ανάμεσα στο παραγωγικό υποκείμενο και στο ανόργανο σώμα της εργασίας του.
VII. Συμπεράσματα: Προς μια Κριτική Ανθρωπολογία της Κυριαρχίας.
Η ανάλυση που αναπτύξαμε εδώ οδηγεί σε ορισμένα θεωρητικά συμπεράσματα που έχουν και πρακτικές-πολιτικές συνέπειες.
Πρώτον, η κριτική της Κυριαρχίας δεν μπορεί να εξαντλείται στην κριτική της κατανομής - δηλαδή στο ερώτημα «ποιος παίρνει τι». Πρέπει να ανέβει στο επίπεδο της κριτικής της ίδιας της μορφής της κοινωνικής παραγωγής - του τρόπου με τον οποίο η εργασία συγκροτείται ως αυτοτελές ενεργεία, αποκομμένο από τον κύκλο της άμεσης ανθρώπινης αναπαραγωγής.
Δεύτερον, ο εσωτερικός διχασμός του μισθωτού υποκειμένου δεν είναι «πρόβλημα ταυτότητας» ή ψυχολογική δυσλειτουργία.
Είναι η άμεση βιωμένη έκφραση μιας αντικειμενικής οντολογικής κοινωνικής ξένωσης.
Κατ' αυτή την έννοια, κάθε πολιτική που αρκείται στη «βελτίωση των συνθηκών» χωρίς να αγγίζει την οντολογική δομή της παραγωγής παραμένει εντός του ορίζοντα αυτού που επιδιώκει να υπερβεί.
Τρίτον, η ιστορική-ανθρωπολογική ανάλυση της «στιγμής ανάδυσης» της ιεραρχίας - αυτής της μεταβατικής, σπερματικής κατάστασης όπου η εκμετάλλευση δεν έχει ακόμη παγιωθεί σε θεσμούς - είναι πολύτιμη ακριβώς επειδή αποκαλύπτει τη Κυριαρχία στη γένεσή της, πριν αυτή αυτονομηθεί ως «φυσική τάξη».
Σε αυτή τη στιγμή ανάδυσης, η Κυριαρχία είναι ακόμη ορατή ως κοινωνική σχέση - και άρα ως κάτι που μπορεί να γίνει αντιληπτό και αμφισβητηθεί.
Παραπομπές
[1] Friedrich Engels, The Origin of the Family, Private Property and the State
[2] V. Gordon Childe, Man Makes Himself
[3] Aristotle, Metaphysics, Book IX
[4] Klaus Schmidt, Göbekli Tepe. A Stone Age Sanctuary in South-Eastern Anatolia
εναλλακτικά, για καθαρή βιβλιογραφική σελίδα:
[5] David Graeber and David Wengrow, The Dawn of Everything
[6] Karl Marx, Capital, Volume I, Chapter 26: Primitive Accumulation
[7] Moishe Postone, Time, Labor, and Social Domination
[8] Karl Marx, Capital, Volume I, Chapter 6: The Sale and Purchase of Labour-Power
[9] Georg Lukács, Reification and the Consciousness of the Proletariat
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου